ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 354/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ 2ο
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από την Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος – εναγόμενου: …………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βαρδάκη (ΑΜ …. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Της εφεσίβλητης – ενάγουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» που εδρεύει στο …. Αττικής, οδός ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κιντή (ΑΜ …. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).
Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 22.07.2024 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2024 και ειδικό …./2024 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 3958/2025 οριστική απόφασή του, αφού δίκασε ερήμην του εναγόμενου, έκανε δεκτή την αγωγή. Ο εκκαλών – εναγόμενος προσέβαλε την απόφαση αυτή με την από 22.10.2025 έφεσή του που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …/22.10.2025 και ειδικό …/22.10.2025, προσδιορίστηκε ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./21.11.2025 και ειδικό …./21.11.2025, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος – εναγόμενου δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης – ενάγουσας αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 520, 527 και 528 του ΚΠολΔ , όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 44 του Ν. 3994/2011, προκύπτει ότι η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης από τον εναγόμενο, που δικάσθηκε ερήμην, επιφέρει, χωρίς έρευνα των λόγων της, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους (ΑΠ 829/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 446/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1015/2005 ΕλλΔνη 2005. 1100). Επιπλέον, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 524 παρ. 1 και 2 και 528 του ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με τα άρθρα 28 και 44 παρ. 1 και 2 του Ν. 3994/2011, αντίστοιχα, προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον όλων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, ενώ ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνο στην ως άνω περίπτωση, κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από το διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, οπότε, με την τυπική παραδοχή της έφεσης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης και αναδικάζεται η υπόθεση από το εφετείο, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται πλέον προφορικά. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, που είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, και έτσι δεν είναι επιτρεπτή η με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση ή με δήλωση του ενός ή ορισμένων μόνο πληρεξουσίων, συζήτηση της υπόθεσης. Η απαγόρευση της παράστασης με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου στην περίπτωση του άρθρου 528 του ΚΠολΔ ισχύει όχι μόνο για το διάδικο, ο οποίος δικάστηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, αλλά και για τον αντίδικό του, ο οποίος κανονικά είχε παραστεί στον πρώτο βαθμό. Τούτο σαφώς προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις διότι διαφορετικά, χωρίς δηλαδή την πραγματική παράσταση όλων των διαδίκων, προφορική συζήτηση δε νοείται, αλλά και επιβάλλεται, για την ισότητα των όπλων και από την αρχή της δίκαιης δίκης κατ’ άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (ΑΠ 280/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 251/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 866/2008 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΘεσ 953/2020 ΝΟΜΟΣ). Εάν ο μη προσηκόντως παριστάμενος και γιαυτό ερήμην δικαζόμενος διάδικος είναι ο εκκαλών, τότε η έφεσή του απορρίπτεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 του ΚΠολΔ και η απόρριψη συντελείται κατ’ ουσίαν, ανεξάρτητα από την υποβολή ή μη σχετικού αιτήματος του εφεσιβλήτου, διότι ο εκκαλών με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράστασή του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεση και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 1478/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 11/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1546/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 280/2012 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 294/2019 ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, για την κατ’ ουσίαν απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης, μετά την εξέταση του παραδεκτού της, ελέγχεται προηγουμένως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της έφεσης και, τελικά, αν μεσολάβησε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των διαδίκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από την οποία απορρέει η θεμελιώδης δικονομική αρχή της ακρόασης όλων των διαδίκων και η παροχή δυνατότητας σε καθέναν από αυτούς να ακουσθεί από το δικαστήριο και να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του. Εάν, επομένως, επισπεύδων είναι ο απολειπόμενος διάδικος, τότε δεν απαιτείται κλήτευσή του, ενώ αντίθετα στην περίπτωση που τη συζήτηση επισπεύδει ο παριστάμενος εφεσίβλητος, απαιτείται κλήτευση του εκκαλούντος και αν ο τελευταίος δεν κλητεύθηκε ή δεν κλητεύθηκε νομίμως ή εμπροθέσμως για να παραστεί κατά τη συζήτηση της έφεσης, καθώς και επί αδυναμίας διαπίστωσης του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης (ΕφΠειρ 46/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1493/2018 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 51/2015 ΝΟΜΟΣ). Επίσης, σε περίπτωση που η συζήτηση επισπεύδεται από τον εκκαλούντα ή από τον εφεσίβλητο και προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος, ερευνάται το παραδεκτό αυτής και εάν η έφεση, ακόμη και αν ερημοδικεί ο εκκαλών, είναι για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτη, ιδίως εκπρόθεσμη ή λόγω μη καταβολής του παράβολου του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, ή λόγω έλλειψης άλλων διαδικαστικών προϋποθέσεων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 524 παρ. 3 εδ. α’ του ΚΠολΔ ως ισχύει), και όχι ως ανυποστήρικτη, δηλαδή επί της ουσίας, αφού η ερημοδικία του οδηγεί σε απόρριψη της έφεσής του κατ’ ουσίαν κατ’ άρθρο 524 παρ. 3 εδ. α, 532 του ΚΠολΔ, οπότε προϋποτίθεται ότι η έφεση κρίθηκε προηγουμένως παραδεκτή και έγινε τυπικά δεκτή (ΕφΠειρ 109/2025 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Στην προκείμενη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη από 22.10.2025 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3958/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος – εναγόμενου, κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν η από 22.07.2024 και με αριθμό κατάθεσης γενικό ……/2024 και ειδικό …./2024 αγωγή της εφεσίβλητης – ενάγουσας, με εφαρμογή του τεκμηρίου ερημοδικίας κατ’ άρθρο 271 παρ. 3 του ΚΠολΔ, διότι, λόγω της ερημοδικίας του εναγόμενου, οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί της ενάγουσας αναφορικά με την τέλεση της αδικοπραξίας σε βάρος της θεωρήθηκαν ομολογημένοι, πλην του ύψους της αιτούμενης από την ενάγουσα χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής της βλάβης, το οποίο προσδιορίσθηκε στο εύλογο ποσό των 4.000,00 ευρώ, και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 243.427,32 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, απαγγέλθηκε σε βάρος του εναγόμενου προσωπική κράτηση διάρκειας έξι (6) μηνών και καταδικάσθηκε ο εναγόμενος στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας ύψους 5.000,00 ευρώ. Από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …/22.10.2025 και ειδικό …/22.10.2025 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, προκύπτει ότι την 22.10.2025 ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος – εναγόμενου Κωνσταντίνος Βαρδάκης κατέθεσε την ανωτέρω έφεση στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς. Επιπλέον, από την έκθεση κατάθεσης και ορισμού δικασίμου με αριθμό γενικό …./21.11.2025 και ειδικό ……/21.11.2025 της γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς που υπάρχει συνημμένη στην ανωτέρω έφεση, προκύπτει ότι με μέριμνα του πληρεξούσιου δικηγόρου της εφεσίβλητης – ενάγουσας …. ορίστηκε νόμιμα δικάσιμος για την εκδίκαση της ένδικης έφεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας, και ως εκ τούτου τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης επέσπευσε η εφεσίβλητη – ενάγουσα, η οποία και επέδωσε ακριβές αντίγραφό της, κάτω από την οποία υπήρχαν αναγεγραμμένες η πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …./22.10.2025 και ειδικό ……/22.10.2025 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η πράξη κατάθεσης έφεσης και ορισμού δικασίμου με αριθμό γενικό …./21.11.2025 και ειδικό …./21.11.2025 της γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς και η κλήση προς τον εκκαλούντα – εναγόμενο, ως παραλήπτη του δικογράφου, να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και να συμμετάσχει στη συζήτηση της ένδικης έφεσης (βλ. Την προσκομιζόμενη από την εφεσίβλητη – ενάγουσα υπ’ αριθ. …../19.12.2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ………….). Όπως δε προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο προς συζήτηση της έφεσης και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, η εφεσίβλητη – ενάγουσα εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της …….. και κατέθεσε τις προτάσεις της, ενώ ο εκκαλών – εναγόμενος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ……………, ο οποίος προκατέθεσε, μαζί με τις κατατεθείσες την 22.04.2026 προτάσεις του, την από 22.04.2026 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, περί του ότι συμφωνεί να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς να παραστεί κατά την εκφώνησή της. Ωστόσο, η δήλωση αυτή δεν είναι επιτρεπτή στην υπό κρίση περίπτωση, αφού πρόκειται για έφεση ερημοδικασθέντος πρωτοδίκως εναγόμενου, η άσκηση της οποίας επιφέρει, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την υποχρεωτική προφορική συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία αποκλείεται η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επομένως, μόνη η υποβολή τέτοιας δήλωσης, χωρίς την αυτοπρόσωπη παρουσία του πληρεξούσιου δικηγόρου του εκκαλούντος – εναγόμενου, συνεπάγεται την ερημοδικία αυτού, αφού η παράστασή του είναι μη προσήκουσα, κατά την αυτεπάγγελτη εξέταση του Δικαστηρίου τούτου, αλλά και κατά τον βάσιμο ισχυρισμό της εφεσίβλητης – ενάγουσας. Εξάλλου, η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στον εκκαλούντα – εναγόμενο την 25.09.2025, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, η δε κρινόμενη από 22.10.2025 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 22.10.2025, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …../22.10.2025 και ειδικό ……./22.10.2025 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Συνεπώς, εφόσον ο εκκαλών – εναγόμενος που έχει κληθεί νομίμως από την εφεσίβλητη – ενάγουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της έφεσης, ερημοδικεί, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει η ένδικη έφεσή του, η οποία είναι παραδεκτή, να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, χωρίς να ακολουθήσει περαιτέρω έρευνα των λόγων αυτής. Τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης – ενάγουσας για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, σε βάρος του εκκαλούντος – εναγόμενου λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας από τον ερήμην δικασθέντα εκκαλούντα – εναγόμενο, πρέπει να οριστεί το νόμιμο παράβολο (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα επίσης οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, εφόσον η έφεση απορρίπτεται, πρέπει, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου ποσού εκατό (100,00) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον εκκαλούντα – εναγόμενο κατά την άσκηση της έφεσής του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην του εκκαλούντος – εναγόμενου την από 22.10.2025 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3958/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε ερήμην του εναγόμενου, κατά την τακτική διαδικασία.
Ορίζει παράβολο διακόσια ενενήντα (290,00) ευρώ, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας.
Απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη.
Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος – εναγόμενου τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης – ενάγουσας, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400,00) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου ποσού εκατό (100,00) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον εκκαλούντα – εναγόμενο κατά την άσκηση της έφεσής του με το υπ’ αριθ. …………../2025 ηλεκτρονικό παράβολο.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 14.05.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ