Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 385/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ  385/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Παπαδογρηγοράκου, Εφέτη και Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη – Εισηγήτρια, και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας : Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στην ……… των ΗΠΑ και διατηρεί υποκατάστημα στον Πειραιά επί της …………, δυνάμει της από 20.12.2000 απόφασης του Νομάρχη Πειραιά (ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 234/15.1.2001), Α.Φ.Μ. : …….., η οποία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μαρκιανό – Δανιόλο (ΑΜΔΣΑ : …..).

Του εφεσίβλητου : Του ………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο (ΑΜΔΣΠ : …………).

Η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 27-12-2022 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………./2022 αγωγή της κατά του εναγόμενου, επί της οποίας εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η με αριθμό 4217/2024 οριστική απόφαση του παραπάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία, αφού διατάχθηκε ο χωρισμός των  αντικειμενικά σωρευόμενων αγωγών, αφενός κηρύχθηκε εαυτό καθ’ ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της μίας αγωγής και παρέπεμψε αυτήν στο καθ’ ύλην αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών) και αφετέρου απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την έτερη σωρευόμενη αγωγή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).

Η ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 16-4-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ………./2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεσή της, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το κεφάλαιο που αφορά στην αντικειμενικά σωρευόμενη αγωγή της που απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Κατά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, που εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο,  αλλά προκατέθεσαν δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σε αυτές αναφέρονται, αντίστοιχα.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 16-4-2025 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …../2025 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …/2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση της ηττηθείσας στον πρώτο βαθμό ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας κατά του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου και κατά της με αριθμό 4217/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), η οποία εκδόθηκε, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων της πρωτοβάθμιας δίκης, κατά την τακτική διαδικασία, επί της ασκηθείσας σε βάρος του εφεσίβλητου – εναγόμενου από 27-12-2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………/2022 αγωγής της εκκαλούσας – ενάγουσας, διώκουσας με αυτήν την επιδίκαση χρηματικής απαίτησής της σε βάρος του εναγόμενου, συνολικού ποσού, κατά το κεφάλαιο που παραδεκτά μεταβιβάζεται στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, 500.000,00 (450.000 + 50.000) ευρώ, απορρέουσας από επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου συνιστάμενη στη, συνεπεία των περιγραφόμενων κακόβουλων ενεργειών του τελευταίου, οριστική ματαίωση της επιχειρούμενης πώλησης σε τρίτο αγοραστή, του επαγγελματικού τουριστικού σκάφους με το όνομα Α, με αριθμό νηολογίου Πειραιώς ……., πλοιοκτησίας της ενάγουσας, και με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) απορρίφθηκε η ανωτέρω αντικειμενικά σωρευομένη αγωγή της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 498, 511,513 παρ.1 στοιχ.β, 516 παρ.1, 517 εδ. α, 518 παρ.2 και 520 παρ.1 ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 16-4-2025(βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/16-4-2025 στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), πριν από επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 495, 499 ΚΠολΔ), ήτοι εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 518 παρ. 2ΚΠολΔκαταχρηστικής διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έλαβε χώρα την 20-12-2024, καθότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, και δεν συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, ενώ για το παραδεκτό της, έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α (γ) ΚΠολΔ παράβολο ποσού 150,00 ευρώ (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/16-4-2025 του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς με μνεία στο με αριθμό …………../2025 e-παράβολο, ποσού 150,00 ευρώ). Πρέπει επομένως, η ένδικη έφεση, η οποία αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή της (άρθρο 19 ΚΠολΔ και άρθρο 51 παρ.6 στοιχ. ατου Ν.2172/1993), να γίνει τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την αυτή τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την από 27-12-2022 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………/2022 αγωγή της, η ενάγουσα εξέθετε ότι ναυπήγησε στην Ελλάδα το αναλυτικώς περιγραφόμενο σκάφος με το όνομα Α, με αριθμό νηολογίου Πειραιώς …….., που αναγνωρίστηκε ως επαγγελματικό τουριστικό σκάφος, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και δυνάμει των επικαλούμενων διαδοχικών αποφάσεων του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, ότι δυνάμει του από 1-3-2013 συμφωνητικού, η ίδια (ενάγουσα) εκναύλωσε το ως άνω σκάφος στην «…………..», για ένα έτος έναντι ετήσιου μισθώματος ποσού 20.000,00 ευρώ, με υποχρέωση πρόσληψης πληρώματος, ενώ η ναυλώτρια (μισθώτρια) ανέλαβε την υποχρέωση να καλύπτει όλα τα ετήσια έξοδα λειτουργίας και συντήρησης του σκάφους, καθώς και κάθε δαπάνη για την τεχνική και ποιοτική αναβάθμισή του, ώστε το σκάφος να είναι κατά την επαναπαράδοσή του στην ενάγουσα σε άριστη λειτουργική κατάσταση, προκειμένου να εκναυλωθεί σε ναυλωτές υψηλού εισοδηματικού επιπέδου, ότι η διάρκεια του ως άνω συμφωνητικού παρατάθηκε ατύπως μετά τη λήξη του, όπως ρητά αναγνωρίστηκε με το επόμενο από 7-7-2015 συμφωνητικό, στο οποίο ορίστηκε : α) ότι η διάρκεια του από 1-3-2013 συμφωνητικού παρατείνεται έως τις 31-3-2016, β) ότι οιεσδήποτε βελτιώσεις ή προσθήκες στο σκάφος, προκειμένου να εξασφαλίζεται η αξιοπλοΐα και η επαγγελματική του εκμετάλλευση, θα παραμένουν στο σκάφος και δεν θα αφαιρούνται κατά την επαναπαράδοσή του και γ) ότι το κόστος επαναφοράς του αρχικού λευκού χρώματος της γάστρας του σκάφους θα βαρύνει τη μισθώτρια. Περαιτέρω, η ενάγουσα ανέφερε ότι μεταγενέστερα, με το από 18-4-2016 συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ της ίδιας(ενάγουσας) και της ως άνω κοινοπραξίας, παρατάθηκε η διάρκεια της ισχύος του ως άνω συμφωνητικού μέχρι την 30-4-2017 και μειώθηκε το ετήσιο μίσθωμα σε 18.000,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ και συμφωνήθηκε ακόμα η αυτόματη ανανέωση της διάρκειας του συμφωνητικού κάθε έτος μέχρι την έγγραφη καταγγελία του από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος ένα μήνα πριν από τη λήξη του, καθώς και ότι το σκάφος καλύπτεται μόνο ως προς την ασφάλιση αστικής ευθύνης προς τρίτους και όχι ως προς την ασφάλιση σκάφους/μηχανής, η οποία ήταν ευθύνη της μισθώτριας κοινοπραξίας, ενώ το ετήσιο καταβλητέο μίσθωμα επανήλθε στο ποσό των 20.000,00 ευρώ με το από 24-4-2018 συμφωνητικό μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλόμενων. Στη συνέχεια, ιστορούσε ότι το μήνα Μάρτιο του έτους 2019 ο εναγόμενος διαδέχθηκε προσωπικά την ως άνω κοινοπραξία στη θέση του μισθωτή, αναδεχόμενος όλες τις υποχρεώσεις της τελευταίας (κοινοπραξίας) και ως εκ τούτου κατέστη μισθωτής του σκάφους, γεγονός που αναγνωρίστηκε ρητά με το από 3-3-2020 συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων, το οποίο προέβλεπε ότι ο εναγόμενος έχει αναλάβει όλα τα έξοδα της πλοιοκτήτριας «…………», σαν διάδοχος της κοινοπραξίας ………….. και επιπλέον προβλέφθηκε ρητά με το τελευταίο συμφωνητικό ότι ισχύουν οι όροι των προηγούμενων τεσσάρων συμφωνητικών. Κατόπιν, ισχυριζόταν ότι κατά τη διάρκεια της κατοχής του σκάφους από τον εναγόμενο με την ιδιότητα του μισθωτή, ο τελευταίος δεν προέβη στην απαραίτητη συντήρηση του σκάφους και διέκοψε τις εργασίες αναβάθμισης που εκτελούσε σε τακτικά χρονικά διαστήματα η προηγούμενη μισθώτρια και ότι ο εναγόμενος προοδευτικά εκδήλωνε αντιφατική και αντισυμβατική συμπεριφορά, συγκεκριμένα δε, ότι στις αρχές Ιουλίου του έτους 2021, καίτοι ο εναγόμενος δήλωνε ότι δεν ισχύει η μεταξύ των διαδίκων μίσθωση, με αποτέλεσμα να μπορεί το σκάφος να τεθεί ελεύθερο προς πώληση και μάλιστα στην τιμή των 450.000 ευρώ, ουσιαστικά ματαίωσε την πώλησή του στον αγοραστή, ………., που είχε εξεύρει η ενάγουσα, απαιτώντας με το από 18-7-2021 μήνυμά του προς το διαμεσολαβητή της πώλησης να εισπράξει το 25% του ως άνω τιμήματος ο ίδιος προσωπικά, ως δήθεν μέτοχος της ενάγουσας, με συνέπεια να προκληθεί ανησυχία στον ως άνω ενδιαφερόμενο αγοραστή, καθώς ο τελευταίος θεώρησε ότι θα εμπλακεί σε διαφωνίες μεταξύ μετόχων και ως εκ τούτου προέβη στην ανάκληση της προσφοράς του για την αγορά του σκάφους. Έτι περαιτέρω, εξέθετε ότι, μολονότι ο εναγόμενος δήλωσε στην ενάγουσα την 22-7-2021 ότι η μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης είχε λήξει ήδη από την 30-4-2021, πλην όμως, ο τελευταίος (εναγόμενος) πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι μετά την ανωτέρω ημερομηνία προέβη σε διάφορες δαπάνες για το εν λόγω σκάφος, συνολικού ποσού 46.923,20 ευρώ, το οποίο πρότεινε σε συμψηφισμό με οφειλόμενα μισθώματα των τελευταίων δύο ετών, καθώς και ότι ο εναγόμενος απέστειλε e-mail την 3-8-2021 στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας, ……….., αναφέροντας ότι το σκάφος είναι ανασφάλιστο και ότι «εγώ σαν ναυλωτής το αφήνω», ενώ ακολούθως την 6-8-2021 ο εναγόμενος μετέβαλε γνώμη, συμφωνώντας να ασφαλιστεί το σκάφος και αποδεχόμενος να καταβάλει τα έξοδά του μέχρι το τέλος Απριλίου του έτους 2022. Επίσης, ιστορούσε ότι περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του έτους 2021 το ένδικο σκάφος διατέθηκε από την ενάγουσα στην αγορά προς εκναύλωση, δεδομένης της από 13-9-2021 δήλωσης του εναγόμενου περί επαναπαράδοσής του, πλην, όμως, ο τελευταίος, στην πράξη και σε αντίθεση με την προειρημένη δήλωσή του, συνέχιζε να κάνει χρήση του σκάφους την 20-9-2021, εμφανιζόμενος και τότε ακόμα ως μισθωτής του σκάφους, ότι η κατοχή του σκάφους παραδόθηκε τελικώς στην ενάγουσα την 30-11-2021, οπότε και υπογράφηκε τυπικά το σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής, ενώ μέχρι και την 9-11-2021 ο εναγόμενος συνέχιζε να κατέχει το επίδικο σκάφος, προσφέροντας αυτό μάλιστα προς συμμετοχή στους χριστουγεννιάτικους εορτασμούς του Δήμου Πειραιά. Επιπλέον, ανέφερε ότι λίγες ημέρες πριν αλλά και μετά την υπογραφή του ως άνω πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής, το σκάφος επιθεωρήθηκε κατ’ εντολή της ενάγουσας, προκειμένου να διαπιστωθεί η κατάστασή του και ειδικότερα επιθεωρήθηκε την 22-11-2021 από τη ναυλομεσιτική εταιρία «………..», η οποία της γνωστοποίησε ότι το σκάφος δεν βρίσκεται σε κατάσταση ικανή να εκναυλωθεί για τους αναλυτικά περιγραφόμενους στην αγωγή λόγους, καθώς και ότι κατόπιν τούτων, η ενάγουσα ζήτησε μια πιο εμπεριστατωμένη επιθεώρηση από την εταιρία επιθεωρήσεων «……….», η οποία περιγράφει αναλυτικώς στην από 10-12-2021 έκθεσή της την κατάσταση, στην οποία τελούσε το ένδικο σκάφος. Επιπρόσθετα, ισχυριζόταν ειδικότερα ότι ο εναγόμενος ματαίωσε την πιθανότητα πώλησης του σκάφους στον υποψήφιο αγοραστή, ……. και πιο συγκεκριμένα, όταν ο εναγόμενος πληροφορήθηκε την επικείμενη πώληση του σκάφους, επικοινώνησε με το διαμεσολαβητή της πώλησης και απαίτησε να λάβει ο ίδιος προσωπικά το 25% του τιμήματος της πώλησης, το οποίο είχε προσυμφωνηθεί στο ποσό των 450.000 ευρώ, γεγονός που προκάλεσε ανησυχία στον υποψήφιο αγοραστή, με αποτέλεσμα να προβεί ο τελευταίος στην ανάκληση της προσφοράς του, ότι ακολούθως ο εναγόμενος προφασιζόμενος ότι είναι ο ίδιος μέτοχος της ενάγουσας κατά 25%, ζήτησε να αγοράσει το σκάφος στο 75% της ως άνω τιμής, πλην, όμως, όταν συγκλήθηκε γενική συνέλευση των μετόχων την 22-12-2021, με θέμα, μεταξύ άλλων, την έγκριση πώλησης του σκάφους, ούτε ο εναγόμενος ούτε οποιοδήποτε μέλος από την οικογένειά του εμφανίστηκαν για να συμμετάσχουν. Μετά ταύτα, υποστήριζε ότι με τις ανωτέρω περιγραφόμενες ενέργειές του, ο εναγόμενος ματαίωσε την πιθανότητα πώλησης του σκάφους, ενεργώντας κακόπιστα, καταχρηστικά και αδικοπρακτικά, με στόχο να το αγοράσει ο ίδιος σε φθηνή τιμή (75% του τιμήματος) και ως εκ τούτου οφείλει να αποκαταστήσει την πλήρη «αποθετική ζημία» της ενάγουσας από την επελθούσα ματαίωση της πώλησης, που ανέρχεται, κατά τους ισχυρισμούς της τελευταίας (ενάγουσας), στο ποσό των 450.000,00 ευρώ, που είχε συμφωνηθεί στις αρχές Ιουλίου του έτους 2021 ως τίμημα αγοραπωλησίας με τον ανωτέρω ενδιαφερόμενο αγοραστή, άλλως επικουρικά ότι ο εναγόμενος οφείλει να αποκαταστήσει την αποθετική ζημία της απορρέουσα από τη ματαίωση της εκναύλωσης του σκάφους για τρεις εβδομάδες κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2021 έναντι ποσού 3.500 ευρώ ημερησίως, ήτοι οφείλει το συνολικό ποσό των 73.500 ευρώ (3.500 ευρώ Χ 21 ημέρες), πλέον ΦΠΑ, ήτοι 91.140 ευρώ, καθόσον ο εναγόμενος έκανε χρήση του σκάφους και εμφανιζόταν ως μισθωτής μέχρι το μήνα Νοέμβριο του έτους 2021,άλλως επικουρικότερα ότι ο εναγόμενος οφείλει να αποζημιώσει την ενάγουσα για την αποθετική ζημία, που υπέστη από τη ματαίωση εκναύλωσης και πώλησης του σκάφους κατά το καλοκαίρι του έτους 2022 προς τον Γάλλο υπήκοο, ………, και συγκεκριμένα οφείλει να την αποζημιώσει τόσο για την απώλεια του ναύλου, διάρκειας δύο μηνών, κατά το καλοκαίρι του έτους 2022, ποσού 200.000 ευρώ, όσο και για την απώλεια είσπραξης του υπόλοιπου τιμήματος της πώλησης, ποσού 350.000 ευρώ, καθόσον εξαιτίας της ουσιαστικής εγκατάλειψης του σκάφους από τον ίδιο (εναγόμενο), κατά τα αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, δεν κατέστη εφικτό η ενάγουσα να επισκευάσει όλες τις ζημίες και τις ελλείψεις, που αναφέρονται στην ανωτέρω έκθεση επιθεώρησης, έως και τις αρχές του μηνός Ιουνίου 2022, δοθέντος ότι η συμφωνία της ενάγουσας με τον ανωτέρω υποψήφιο ναυλωτή και αγοραστή τελούσε υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, της έγκαιρης αποκατάστασης, εκ μέρους της ενάγουσας, όλων των ζημιών του σκάφους. Επιπλέον, ισχυριζόταν ότι ο εναγόμενος οφείλει να αποζημιώσει την ενάγουσα και για τη θετική ζημία, που της προκάλεσε με την ανωτέρω αντισυμβατική συμπεριφορά του και ειδικότερα, οφείλει να της καταβάλει το κόστος για την επαναφορά του σκάφους στην κατάσταση, στην οποία βρισκόταν κατά το έτος 2013, όταν και παραδόθηκε στην αρχική μισθώτρια, όπως περιγράφεται στο αγωγικό δικόγραφο αναλυτικά και δη κατά τον απαιτούμενο τεχνικό εξοπλισμό και υλικά, εργασίες και σχετική αμοιβή των τρίτων τεχνικών, ότι οφείλει να της καταβάλει και τα νομικά έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε η ενάγουσα εξαιτίας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του, ότι το συνολικό κόστος για την αγορά του εξοπλισμού και των υλικών, καθώς και για τις αμοιβές προς τρίτους τεχνικούς και δικηγόρους, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 308.133,35 ευρώ, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην αγωγή, περαιτέρω ότι ο εναγόμενος ουδόλως προειδοποίησε ως όφειλε για τον τερματισμό της μίσθωσης ένα μήνα πριν την ημερομηνία αυτόματης ανανέωσης (ήτοι έως 30 Μαρτίου εκάστου μισθωτικού έτους), με αποτέλεσμα να υποχρεούται να καταβάλλει όλες τις δαπάνες της ετήσιας λειτουργίας του σκάφους, για την περίοδο από 30-4-2021 έως και 30-4-2022, οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 122.679,48 ευρώ, ότι ο εναγόμενος βαρύνεται και με την καταβολή ετήσιου μισθώματος 20.000 ευρώ για την περίοδο από 1-5-2021 έως και 30-4-2022, ήτοι οφείλει το συνολικό ποσό των 142.679,48 ευρώ για τις ως άνω αναφερόμενες αιτίες (122.679,48 + 20.000 ευρώ = 142.679,48 ευρώ). Ακόμα, εξέθετε ότι ο εναγόμενος, εκτός από την παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, επέδειξε και αδικοπρακτική συμπεριφορά και ως εκ τούτου, η ενάγουσα εταιρία υπέστη ηθική βλάβη, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας αιτείται το συνολικό ποσό των 50.000 ευρώ, καθόσον εμφανίστηκε αναξιόπιστη τόσο ενώπιον των υποψήφιων αγοραστών και ναυλωτών που είχε εξεύρει όσο και ενώπιον των διαμεσολαβητών εκναύλωσης του σκάφους, ενόψει του ότι ο εναγόμενος μετέβαλε απόψεις για τις προθέσεις του αποστέλλοντας αντιφατικά κάθε φορά μηνύματα. Με βάση το ιστορικό αυτό και κατόπιν νομότυπης παραίτησης, με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις της, σε πρώτο βαθμό, ως προς το ποσό των 20.444ευρώ από το μερικότερο αγωγικό κονδύλιο των 60.000 ευρώ για την αντικατάσταση της απωλεσθείσας βοηθητικής λέμβου, που περιλαμβάνεται στο επιμέρους αγωγικό κονδύλιο για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας της, αρχικού ποσού 308.133,35 ευρώ και μετά την ως άνω μερική παραίτηση ήδη ποσού 287.689,35 ευρώ, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει κυρίως το συνολικό ποσό των 930.368,83 ευρώ, ήτοι 450.000 ευρώ για αποθετική ζημία + 287.689,35 ευρώ για θετική ζημία +142.679,48 ευρώ για ετήσια έξοδα του σκάφους και μισθώματα +50.000 ευρώ για ηθική βλάβη, άλλως επικουρικά το ποσό των 1.121.508,83 ευρώ, ήτοι (91.140 ευρώ + 200.000 ευρώ + 350.000 ευρώ =) 641.140 ευρώ για αποθετική ζημία +287.689,35 ευρώ για θετική ζημία + 142.679,48 ευρώ για ετήσια έξοδα του σκάφους και μισθώματα + 50.000 ευρώ για ηθική βλάβη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Τέλος, ζήτησε να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία την προσβαλλόμενη με αριθμό 4217/2024 οριστική του απόφαση, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι το δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της υπόθεσης ως δικαστήριο του τόπου της κατοικίας του εναγόμενου (άρθρα 1 παρ. 1, 4 παρ. 1, 63 παρ. 1 και 66 παρ. 1 του Κανονισμού (EE) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 «για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις»), κρίθηκε περαιτέρω ότι στο αγωγικό δικόγραφο σωρεύονται : α) αγωγικές αξιώσεις, που ως αναγκαία ιστορική αιτία έχουν την αναφερόμενη στην αγωγή ναύλωση (ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγόμενου) και την απορρέουσα εξ αυτής αδικοπρακτική ευθύνη του εναγόμενου και β) αγωγική αξίωση, που ως αναγκαία ιστορική αιτία έχει την επικαλούμενη αυτοτελή αδικοπρακτική ευθύνη του εναγόμενου από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ. Ειδικότερα, κρίθηκε πρωτοδίκως ότι αναφορικά με την πρώτη σωρευόμενη αγωγή, η οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί ναύλωσης, αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, καθόσον από την εκτίμηση του περιεχομένου της κρινόμενης αγωγής κρίθηκε ότι η ενάγουσα επικαλείται ότι καταρτίστηκε σύμβαση ναύλωσης αρχικώς με την αναφερόμενη κοινοπραξία και ακολούθως με τον εναγόμενο, ο οποίος διαδέχτηκε την κοινοπραξία στην ένδικη συμβατική σχέση και δη σύμβαση ναύλωσης γυμνού σκάφους, αφού συμφωνήθηκε η παραχώρηση της χρήσης του αναφερόμενου σκάφους έναντι καταβολής μισθώματος, με υποχρέωση πρόσληψης πληρώματος, ενώ ο ναυλωτής και ήδη εναγόμενος ανέλαβε να καλύπτει όλα τα ετήσια έξοδα λειτουργίας και συντήρησης και κάθε δαπάνη για την τεχνική και ποιοτική αναβάθμισή του. Περαιτέρω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αφού δέχθηκε ότι η κρατούσα στη νομολογία άποψη είναι ότι η ως άνω ναύλωση συνιστά σύμβαση μίσθωσης, έκρινε ότι αρμόδιο προς εκδίκαση της ως άνω πρώτης σωρευόμενης αγωγής είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς (άρθρα 14 παρ. 2 και 16 αρ. 1 ΚΠολΔ), λόγω του ναυτικού χαρακτήρα της φύσης της διαφοράς (άρθρο 51 Ν. 2172/1993), δικάζον κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614επ.ΚΠολΔ). Ακολούθως, κρίθηκε πρωτοδίκως ότι η αντικειμενικώς σωρευόμενη αγωγική αξίωση, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικοπραξίας και δη στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υπάγεται καθ’ ύλην και κατά τόπον στην αρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), λόγω και του ναυτικού χαρακτήρα της φύσης της διαφοράς (άρθρο 51 Ν. 2172/1993), δικάζοντος κατά την τακτική διαδικασία. Με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές όμως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η αντικειμενική σώρευση των παραπάνω αγωγών στο υπό κρίση εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο είναι απαράδεκτη (άρθρο 218 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού δεν συντρέχουν οι νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις (δεν υπάγονται στην ίδια διαδικασία, ούτε στο ίδιο δικαστήριο) και συνακόλουθα, κρίθηκε ότι πρέπει να διαταχθεί και αυτεπαγγέλτως ο χωρισμός τους και να παραπεμφθεί η ερειδόμενη στις διατάξεις της ναύλωσης αγωγή, καθώς και οι συρρέουσες με αυτήν αδικοπρακτικές αξιώσεις, που έχουν ως ιστορική αιτία την ένδικη ναύλωση, ενώπιον του αρμοδίου καθ’ ύλην και κατά τόπον Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (άρθρα 14 παρ. 2, 16 αρ. 1, 22 ΚΠολΔ), προς εκδίκαση κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ.ΚΠολΔ) και ειδικότερα στο Τμήμα Ναυτικών Διαφορών αυτού (άρθρο 51 παρ. 1στοιχ. α και παρ. 3Α του Ν. 2172/1993), λόγω της ναυτικής φύσης της ένδικης διαφοράς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46 εδ. α ΚΠολΔ. Όσον δε αφορά την αντικειμενικώς σωρευόμενη αγωγική αξίωση, η οποία κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο επιχειρείται να θεμελιωθεί αυτοτελώς στις διατάξεις περί αδικοπραξίας και δια της οποίας η ενάγουσα αιτείται την αποζημίωσή της για την επικαλούμενη στο αγωγικό δικόγραφο «αποθετική ζημία» της, ποσού 450.000 ευρώ, λόγω της ματαίωσης της πώλησης του επίδικου σκάφους, αλλά και τη δια χρηματικής ικανοποίησης αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη ένεκα της περιγραφόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου, κρίθηκε ότι παραδεκτώς εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως αρμόδιου καθ’ ύλην και κατά τόπον δικαστηρίου (άρθρα 7, 9, 14 παρ. 2, 18, 22 ΚΠολΔ), λόγω και του ναυτικού χαρακτήρα της διαφοράς (άρθρο 51 Ν. 2172/1993), κατά την τακτική διαδικασία. Με βάση δε τα παραπάνω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς,  με την εκκαλουμένη απόφασή του (4217/2024), αφενός διέταξε το χωρισμό της αναφερόμενης στο σκεπτικό, σωρευόμενης υπό στοιχείο (α), αγωγής, κήρυξε εαυτό καθ’ ύλην αναρμόδιο για την εκδίκασή της και παρέπεμψε αυτήν στο καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο, που είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς – Τμήμα Ναυτικών Διαφορών, προς εκδίκαση με την προσήκουσα ειδική διαδικασία και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων ως προς την παραπεμπτική διάταξη, αφετέρου διακράτησε και δίκασε την αντικειμενικώς σωρευόμενη υπό στοιχείο (β) αγωγή, ήτοι την από αυτοτελή αδικοπρακτική ευθύνη του εναγόμενου κατ’ άρθρο 919 ΑΚ αγωγή, την οποία απέρριψε στο σύνολό της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων ως προς την απορριπτική διάταξη.

Κατά της εκκαλουμένης απόφασης (4217/2024) και δη (μόνο) κατά το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε ως αόριστη η αντικειμενικά σωρευόμενη από αυτοτελή αδικοπραξία (άρθρο 919 ΑΚ) αγωγή της, παραπονείται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της, για τους αναφερόμενους στο δικόγραφο λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί τη μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, με σκοπό να γίνει δεκτή η ένδικη από αυτοτελή αδικοπραξία αγωγή της.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ «όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει». Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: (α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), (β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, (γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, (δ) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1115/2015, ΑΠ 50/2002 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, ήτοι τη συναλλακτική ευθύτητα και εντιμότητα που επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις. Επίσης, για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης, που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κάποιος με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη (ΑΠ 1563/2012, ΑΠ 1494/2008 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και από τη θεμελιώδη δικαιική αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης, ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της παραληφθείσας θετικής ενέργειας, η οποία (υποχρέωση) μπορεί να απορρέει από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και συναλλακτικές αντιλήψεις, από προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 και 919 ΑΚ (ΑΠ 93/2016,ΑΠ 1115/2015,  ΑΠ 1420/2007 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος από πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, υποχρεώνεται να τον αποζημιώσει. Η ανωτέρω διάταξη, κατά την οποία αποτελεί αυτοτελή αδικοπραξία και γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, όταν η εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφορά γίνεται από πρόθεση και προκαλεί ζημία, είναι συμπληρωματική της ΑΚ 914, επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη, όταν δεν υφίσταται προσβολή ορισμένου δικαιώματος ή έννομα προστατευόμενου συμφέροντος, ούτε παραβίαση διάταξης νόμου, αλλά το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας. Προϋποθέσεις δε εφαρμογής της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ αδικοπραξίας, η οποία μπορεί να συνιστά και αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ, είναι οι εξής: 1. Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη αναγόμενη σε άσκηση δικαιώματος), που αντίκειται στα χρηστά ήθη, τέτοια δε συμπεριφορά υπάρχει, όταν, κατ’ αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου, πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2. Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, προξενήσεως ζημίας, ήτοι δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημία του άλλου, αλλά αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημίας στον άλλο και παρά ταύτα αυτός δεν θέλησε να αποστεί από αυτήν.3. Να προκλήθηκε όντως ζημία σε άλλον.4. Να υπάρχει μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος, υπό την έννοια ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 864/2014, ΑΠ 137/2005 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, κύριο χαρακτηριστικό της ιδιαίτερης αδικοπραξίας του 919 ΑΚ είναι η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική και εξετάζεται αντικειμενικά, σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς, κατά το δίκαιο και κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/1991 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ),σε συνδυασμό με το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού, έστω και θεμιτού και των χρησιμοποιηθέντων μέσων. Συνεκτιμάται δε συνολικά για τη διαπίστωση της αντίθεσης στα χρηστά ήθη, η συμπεριφορά του δράστη, σε συνδυασμό με τους σκοπούς, τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που τον οδήγησαν στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του ζημιωθέντος, για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική, αναλογική σχέση (ΑΠ 1385/2013, ΑΠ 1652/2006 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Επιπλέον, στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσόμενων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσόμενων, κρατούσες αντιλήψεις λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική. Περίπτωση που εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, είναι και εκείνη, κατά την οποία κάποιος, με πρόθεση και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, ματαιώνει την ελπίδα ή την πιθανότητα άλλου για την απόκτηση δικαιώματος ή κάποιου αγαθού, ενώ δικαιούχος της αποζημιώσεως δεν είναι ο οποιοσδήποτε που ζημιώθηκε από την «από πρόθεση» ανήθικη συμπεριφορά του δράστη, αλλά μόνο εκείνος, έναντι ακριβώς του (ή και του) οποίου η συμπεριφορά του ζημιώσαντος αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο οποίος έτσι είναι και ο αμέσως ζημιωθείς. Έτσι, προκειμένου να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας), συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής (Ολ ΑΠ 398/75) [ΑΠ 1027/2021, ΑΠ 476/2021, ΑΠ 292/2015, ΑΠ 864/2014, ΤριμΕφΠειρ 150/2016 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ]. Περαιτέρω, η από τις διατάξεις των άρθρων 297 – 298 ΑΚ προβλεπόμενη αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί (ΑΠ 1364/2013, ΑΠ 83/2002 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Ως θετική ζημία νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού ή σε αύξηση του παθητικού του. Αποθετική ζημία ή διαφυγόν κέρδος είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 1364/2013, ΑΠ 1221/2001 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Δηλαδή, το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις δεν χαρακτηρίζονται από τη βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται. Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, αλλά και να θέσει φραγμό στις αχαλίνωτες υποθέσεις, ορίζει στην ΑΚ 298 εδ. 2 ότι ως διαφυγόν κέρδος “λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί”. Χρειάζεται δηλαδή η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο με βάση αντικειμενικά κριτήρια (“σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων”) και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος. Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους. Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα. Το τυχαίο ή απροσδόκητο ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται. Ο απαιτούμενος, στις κατ’ ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος, καθόσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες – συγκεκριμένες περιστάσεις (ΑΠ 1516/2018, ΑΠ 1364/2013 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).

Άλλωστε, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το Εφετείο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιορισθεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους, και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το Εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 224/2016, ΑΠ 845/2011 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Επίσης, κατά το άρθρο 536 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζει την υπόθεση κατ’ ουσίαν. Τέλος, κατά το άρθρο 534 του ίδιου Κώδικα, αν το αιτιολογικό της πρωτόδικης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόρριψη της εφέσεως του ενάγοντος, ως  απαράδεκτης, όταν η αγωγή αυτού είχε απορριφθεί πρωτοδίκως για τυπικό λόγο, το δε εφετείο κρίνει αυτή απορριπτέα για άλλο, τυπικό επίσης, λόγο, με  αντικατάσταση της σχετικής αιτιολογίας, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η αντικαθιστώσα αιτιολογία δεν επάγεται δυσμενέστερες για τον εκκαλούντα συνέπειες. Στην περίπτωση αυτή το εφετείο πρέπει να εξαφανίσει  προηγουμένως την πρωτόδικη απόφαση. Συνεπώς, αν από το αιτιολογικό της εφετειακής απόφασης, με το οποίο αντικαθίσταται εκείνο της πρωτόδικης, μπορεί να προκύψει δεδικασμένο, όπως όταν συνίσταται σε κρίση για την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος, ενώ τέτοια δυσμενή γι’ αυτόν συνέπεια, δεν επάγεται η αιτιολογία της πρωτοβάθμιας απόφασης, όπως όταν η αγωγή είχε κριθεί ως αόριστη, οπότε δεν δημιουργείται ουσιαστικό δεδικασμένο και ο ενάγων δύναται να επανέλθει με νέα αγωγή που δεν έχει την ίδια ατέλεια, το εφετείο δεν μπορεί να αντικαταστήσει απλώς την αιτιολογία και να απορρίψει την έφεση ως  απαράδεκτη, χωρίς προηγούμενη εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά παραδοχή αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης. Αν, παρά ταύτα, πράξει τούτο, καθιστά την απόφασή του αναιρετέα, γιατί παρά το νόμο έλαβε υπ’ όψη του πράγματα  μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ), αλλά και γιατί παρά το νόμο απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ) [ΑΠ 224/2016, ΑΠ 1279/2004, ΑΠ 1566/1998 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ].

IV. Με την ένδικη αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά το μέρος που η υπόθεση μεταβιβάζεται στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους λόγους αυτής (άρθρο 522 ΚΠολΔ), η ενάγουσα εξέθετε ότι στις αρχές Ιουλίου του έτους 2021, ο εναγόμενος, μολονότι δήλωνε ότι δεν ισχύει η μεταξύ των διαδίκων μίσθωση, με αποτέλεσμα να μπορεί το ένδικο επαγγελματικό τουριστικό σκάφος Α, πλοιοκτησίας της ενάγουσας, να διατεθεί ελεύθερο προς πώληση και μάλιστα στην τιμή των 450.000 ευρώ, ουσιαστικά ματαίωσε την πώλησή του στον αγοραστή, …….., που είχε εξεύρει η ενάγουσα, απαιτώντας με το από 18-7-2021 μήνυμά του προς το διαμεσολαβητή της πώλησης να εισπράξει το 25% του ως άνω τιμήματος ο ίδιος προσωπικά, ως δήθεν μέτοχος της ενάγουσας, με συνέπεια να προκληθεί ανησυχία στον ως άνω ενδιαφερόμενο αγοραστή, καθώς ο τελευταίος θεώρησε ότι θα εμπλακεί σε διαφωνίες μεταξύ μετόχων και ως εκ τούτου προέβη στην ανάκληση της προσφοράς του για την αγορά του σκάφους. Με βάση δε το ιστορικό αυτό ζήτησε η ενάγουσα να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει αποζημίωση για την αποθετική, κατά τους ισχυρισμούς της, ζημία της, ύψους 450.000,00 ευρώ, ισόποση με το τίμημα της πώλησης του σκάφους, που ματαιώθηκε συνεπεία της προπεριγραφόμενης, αντίθετης στα χρηστά ήθη, κακόπιστης και καταχρηστικής συμπεριφοράς του εναγόμενου, ο οποίος επιδίωκε την αγορά του σκάφους για δικό του λογαριασμό σε πολύ μικρότερη τιμή (75% του τιμήματος), όπως μεταγενέστερα ζήτησε, προφασιζόμενος ότι είναι μέτοχος της ενάγουσας, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη, μεταξύ άλλων, συνεπεία της επικαλούμενης ιδιαίτερης αδικοπραξίας, ποσού 50.000 ευρώ. Την αγωγή αυτή, με το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο και συναφές καταψηφιστικό αίτημα, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας με το παρακάτω αιτιολογικό. Ειδικότερα, κατά το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η αγωγή είναι αόριστη, καθόσον δεν περιέχει όλα τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία, αφού δεν προσδιορίζονται σ’ αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος για το ορισμένο της αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση με βάση τις διατάξεις του άρθρου 919 ΑΚ, δηλαδή δεν εκτίθενται, κατά νομικά ορισμένο τρόπο και χωρίς αντιφάσεις, τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τη νομική βασιμότητά της στην προαναφερθείσα για τη θεμελίωση της ως άνω αξίωσης διάταξη, αντιθέτως η ενάγουσα εκθέτει γενικόλογα και επιγραμματικά ότι, όταν ο εναγόμενος πληροφορήθηκε την επικείμενη πώληση του σκάφους, επικοινώνησε με το διαμεσολαβητή της πώλησης και απαίτησε να λάβει το 25% του προσυμφωνηθέντος τιμήματος, με αποτέλεσμα ο υποψήφιος αγοραστής να ανησυχήσει και να προβεί σε ανάκληση της προσφοράς του, περαιτέρω, η ως άνω αόριστη αναφορά των ως άνω πραγματικών περιστατικών προκαλεί ασάφεια και σύγχυση στον έλεγχο των κατά νόμω απαιτούμενων στοιχείων, αλλά και αδυναμία αντίκρουσής τους από τον εναγόμενο, με προβολή των ανταποδεικτικών και αμυντικών ισχυρισμών του, πλέον συγκεκριμένα, η ενάγουσα δεν εκθέτει σαφώς και ορισμένως, με ποιο τρόπο η συμπεριφορά αυτή καθαυτή του εναγόμενου, ο οποίος απαίτησε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, να λάβει το 25% του προσυμφωνηθέντος τιμήματος, ήταν ικανή και πρόσφορη από μόνη της να προκαλέσει στην ενάγουσα την επικαλούμενη ζημία, έτι περαιτέρω, η ενάγουσα ουδόλως παραθέτει στο κρινόμενο αγωγικό δικόγραφο α) εάν ο υποψήφιος αγοραστής, ……., είχε προβεί σε δεσμευτική προσφορά αγοράς του ένδικου σκάφους, β) εάν ο ανωτέρω είχε προβεί σε νομικό έλεγχο, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι η ενάγουσα ηδύνατο να προβεί στην πώληση του ως άνω σκάφους, γ) με ποιο τρόπο και πότε περιήλθε σε γνώση του υποψήφιου αγοραστή ότι ο εναγόμενος έχει απαίτηση που αντιστοιχεί στο 25% του προσυμφωνηθέντος τιμήματος, δ) πότε και με ποιο τρόπο ο …. … προέβη σε ανάκληση της γενόμενης προσφοράς του προς την ενάγουσα και ποιους λόγους επικαλέστηκε σε αυτή. Τα ως άνω στοιχεία, κατά το αυτό αιτιολογικό της εκκαλουμένης απόφασης, ωστόσο, τα οποία ουδόλως διευκρινίζονται στο κρινόμενο αγωγικό δικόγραφο -και δη ουδόλως εκτίθεται αφενός μεν εάν υφίστατο επικοινωνία μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας με τον υποψήφιο αγοραστή, αφετέρου δε οι τυχόν προπαρασκευαστικές ενέργειες στις οποίες τυχόν προέβη ο ανωτέρω για την αγορά του σκάφους, προκειμένου να κριθεί από το δικαστήριο η σοβαρότητα και η βασιμότητα της επικαλούμενης προσφοράς, για αγορά του σκάφους-, είναι αναγκαία για να κριθεί το ορισμένο του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επικαλούμενης συμπεριφοράς του εναγόμενου και της επελθούσας ζημίας, ενώ παράλληλα, δεν εξειδικεύεται στην κρινόμενη αγωγή, με ειδικό, σαφή και ορισμένο τρόπο ότι ο εναγόμενος ενήργησε δολίως προς βλάβη της ενάγουσας, έχοντας δηλαδή την πρόθεση, με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, να προκαλέσει ζημία στην ενάγουσα, με δεδομένο ότι η διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ απαιτεί τη συνδρομή του στοιχείου του ενδεχόμενου δόλου, πέραν του ότι, κατά το αυτό σκεπτικό του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν εκτίθενται σαφώς στην αγωγή ο σκοπός, τα μέσα, αλλά και οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε ο εναγόμενος στην κρινόμενη περίπτωση, ήτοι το σύνολο των ειδικότερων περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η συγκεκριμένη συμπεριφορά του εναγόμενου, προκειμένου να συναξιολογηθεί σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά του ζημιωθέντος, για να διαπιστωθεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στα χρηστά ήθη. Εξάλλου, κατά το ίδιο αιτιολογικό της εκκαλουμένης απόφασης, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι την 22-12-2021 συγκάλεσε γενική συνέλευση μετόχων με σκοπό την πώληση του σκάφους, ωστόσο, ούτε ο εναγόμενος ούτε και κάποιο μέλος της οικογένειάς του εμφανίστηκε σε αυτή, καίτοι ο εναγόμενος είχε δηλώσει ότι επιθυμεί να αγοράσει το επίδικο σκάφος στο 75% της ως άνω συμφωνηθείσας τιμής, πλην όμως, ουδόλως εξειδικεύεται με ποιο τρόπο η άνω συμπεριφορά του εναγόμενου συνδέεται αιτιωδώς με την επικαλούμενη ανάκληση της προσφοράς εκ μέρους του υποψήφιου αγοραστή, ……….., η οποία (ανάκληση), με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, είχε προηγηθεί της σύγκλησης της γενικής συνέλευσης. Εντούτοις, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη κατά τα προεκτεθέντα, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, καθότι δεν τίθεται ζήτημα απαραδέκτου αυτής λόγω αοριστίας, αλλά η υπό κρίση αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο είναι μεν ορισμένη, απορριπτέα δε ως μη νόμιμη. Και τούτο διότι κατά πρώτον, τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και δη της διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη αδικοπραξία, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη, δοθέντος ότι η περιγραφόμενη συμπεριφορά του εναγόμενου, δηλαδή η αποστολή μηνύματος ηλεκτρονικής αλληλογραφίας προς τον ορισμένο διαμεσολαβητή της πώλησης, με το οποίο (μήνυμα) ο ίδιος (εναγόμενος) εξέφρασε την αξίωσή του να εισπράξει μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος με την επικαλούμενη δήθεν ιδιότητα του μετόχου της ενάγουσας και η σχετική ενημέρωση του υποψήφιου αγοραστή, δεν παρίσταται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, ως ικανή και πρόσφορη, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη φερόμενη ζημία, συνιστάμενη στην ουσιαστική ματαίωση της επιχειρούμενης πώλησης του σκάφους στον ενδιαφερόμενο αγοραστή ……………. μετά και την ανάκληση της προσφοράς του τελευταίου, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, πωλήτρια του σκάφους θα ήταν η ενάγουσα, ως πλοιοκτήτρια, που συνιστά κεφαλαιουχική (ανώνυμη) εταιρία, που εδρεύει στην πολιτεία της ……. των ΗΠΑ και διατηρεί υποκατάστημα στην Ελλάδα (Πειραιάς), οπότε κατά το εφαρμοστέο ελληνικό δίκαιο, στο οποίο, κατά τη δέουσα εκτίμηση του δικογράφου, αυτοβούλως είχαν υποβληθεί οι εκεί μελλοντικοί συμβαλλόμενοι (αγοραστής και πωλήτρια), άλλως ως αρμόζον στην επιδιωκόμενη σύμβαση πώλησης από το σύνολο των ειδικών συνθηκών μεταξύ των οποίων και του τόπου κατάρτισης της σκοπούμενης σύμβασης πώλησης (άρθρο 25 ΑΚ), δεν τίθεται ζήτημα διεκδίκησης από τον εναγόμενο, φερόμενο ως μέτοχο της ενάγουσας, μέρους ή τμήματος του τιμήματος, το οποίο (τίμημα)ασφαλώς θα εισέπραττε το νομικό πρόσωπο της πωλήτριας του σκάφους (ενάγουσας) και συνακόλουθα, η κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ανησυχία για εμπλοκή του σε διαφωνίες μετόχων, που φέρεται να δημιουργήθηκε στον ενδιαφερόμενο αγοραστή υπό τις παραπάνω αναφερόμενες περιστάσεις, εξαιτίας της οποίας φέρεται να ανακάλεσε την προσφορά του, δεν ήταν, για τους ίδιους ως άνω λόγους, εύλογη, δικαιολογημένη και αναμενόμενη, και ως εκ τούτου, η ματαίωση της διενεργούμενης πώλησης λόγω υπαναχώρησης του υποψήφιου αγοραστή και η εξ αυτής μη είσπραξη του τιμήματος, δεν μπορεί να αποδοθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, στην παραπάνω επικαλούμενη ως κακόπιστη συμπεριφορά του εναγόμενου, της τελευταίας ως αναγκαίου όρου της επέλευσης της ζημίας, με αποτέλεσμα να εκλείπει ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της φερόμενης ως αντικείμενης στην κοινωνική ηθική και στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του εναγόμενου και της επελθούσας ζημίας σε βάρος της ενάγουσας. Κατά δεύτερον, η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη κατά το αίτημά της περί αποκατάστασης της αποθετικής ζημίας, που φέρεται να προκλήθηκε στην ενάγουσα λόγω του επικαλούμενου ζημιογόνου γεγονότος, γιατί κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή η ενάγουσα αιτείται την επιδίκαση του συμφωνηθέντος τιμήματος των 450.000 ευρώ, στο οποίο αποτιμάται η εμπορική αξία του προς πώληση σκάφους, αν και ταυτόχρονα και δη μετά τη ματαίωση της πώλησης (2021) και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (2022),εξακολουθεί να διατηρεί την κυριότητα του ένδικου σκάφους, ισότιμης αξίας, η πώληση του οποίου δεν επακολούθησε, και συνεπώς, υπό τα δεδομένα αυτά, δεν στοιχειοθετείται αποθετική ζημία της ενάγουσας με την έννοια που εκτέθηκε στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη, αφού δεν επήλθε, συνεπεία του ζημιογόνου γεγονότος, τυχόν διαφυγόν κέρδος υπέρ της ενάγουσας, παρά τα όσα αβάσιμα διατείνεται η τελευταία. Αλλά και γενικότερα, στην ένδικη αγωγή δεν γίνεται επίκληση περιστατικών τέτοιων που να συνιστούν, ως συνέπεια της επικαλούμενης ιδιαίτερης αδικοπραξίας του άρθρου 919 ΑΚ, είτε μείωση του ενεργητικού ή αύξηση του παθητικού της περιουσίας της ενάγουσας (θετική ζημία) είτε μη επαύξηση της περιουσίας της ίδιας λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα και σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (αποθετική ζημία ή διαφυγόν κέρδος), κατά τα αναφερόμενα στην παραπάνω σχετική νομική σκέψη. Κατ’ ακολουθίαν και με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές, δεν συντρέχουν, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη γέννηση ευθύνης προς αποζημίωση από την αυτοτελή αδικοπραξία της διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όπως οι όροι της τελευταίας αναπτύχθηκαν στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη και άρα, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, έπρεπε να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους δύο συναφείς λόγους έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα παραπονείται ότι κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την κρινόμενη αγωγή της ως αόριστη, ενώ έπρεπε αυτή να γίνει δεκτή ως ορισμένη, νόμιμη και βάσιμη κατ’ ουσίαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όπως και οι πιο πάνω λόγοι έφεσης στο σύνολό τους. Κατά συνέπεια και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Σημειωτέον ότι το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται, απορρίπτοντας την ένδικη έφεση, να αντικαταστήσει την αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, διότι σε μία τέτοια περίπτωση, ήτοι αντικατάστασης της πρωτόδικης αιτιολογίας περί απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας με εκείνη της απόρριψης αυτής (αγωγής) ως νόμω αβάσιμης, θα πρόκυπτε εντεύθεν δεδικασμένο και η νέα αιτιολογία θα επέφερε δυσμενέστερες για την εκκαλούσα συνέπειες, τέτοια όμως, δυνατότητα δεν έχει το παρόν Δικαστήριο χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση μετά από παραδοχή αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης του εφεσίβλητου, όρος που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην παραπάνω σχετική μείζονα σκέψη (άρθρο 536 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του νόμιμου σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, καθώς επίσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προαναφερόμενου παραβόλου, που κατατέθηκε από την εκκαλούσα για την άσκηση της έφεσης (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../16-4-2025 του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς), στο Δημόσιο Ταμείο, διότι η ένδικη έφεσή της απορρίφθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση κατά της με αριθμό 4217/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), κατ’ ουσίαν.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του αναφερόμενου στο σκεπτικό παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 23 Απριλίου 2026

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, την 29η Μαΐου  2026, με νέα σύνθεση, λόγω προαγωγής και αναχώρησης της Εφέτου Μαρίας Παπαδογρηγοράκου, αποτελούμενη από τους Δικαστές, Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Σωκράτη Γαβαλά, Εφέτη και Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη-Εισηγήτρια, και με Γραμματέα  την Ε.Δ, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ