ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο ΤΜΗΜΑ
Αριθμός αποφάσεως 400/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ……. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος: …………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Ρούσσου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης: …………, η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Σταματίας Στρατηγού.
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 16-5-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2024 αγωγή της, ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 1501/2025 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχτηκε εν μέρει την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εναγόμενος με την από 5-7-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ……../2025 έφεσή του (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, ………../2025), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσε προτάσεις, με τις οποίες ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του, η δε πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις της.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη έφεση του ηττηθέντος στον πρώτο βαθμό εναγόμενου κατά της υπ’ αριθμ. 1501/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με κατάθεση του δικογράφου της, στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1 περ. β, 514, 516 παρ. 1, 517, 518, 520 παρ. 1, και 524 παρ. 2 ΚΠολΔ), αρμοδίως δε φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 522 και 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σημειώνεται, ότι για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου, λόγω της φύσης της προκείμενης διαφοράς (άρθρο 592 αρ. 3 του ΚΠολΔ που εξαιρείται από την υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου για την άσκηση έφεσης κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 τελ. εδ. ΚΠολΔ,), πλην, όμως, από προφανή παραδρομή, κατατέθηκε το με αριθμό παραβόλου ………… e – παράβολο (βλ. και την από 9-5-2024 εξόφληση αυτού από την Alpha Bank). Τo ως άνω παράβολo πρέπει να επιστραφεί στον εκκαλούντα (πρβλ.ΑΠ 504/2017, ΜονΕφΠειρ 320/2021 ιστοσελίδα Εφ.Πειραιως), ανεξάρτητα από την έκβαση της υπόθεσης, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας.
Η ενάγουσα – εφεσίβλητη με την από 16-5-2024 αγωγή της, ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος – πρώην σύζυγός της, με τον οποίο ο γάμος της έχει λυθεί αμετάκλητα, να της προκαταβάλλει το ποσό των 900 ευρώ μηνιαίως, ως τακτική σε χρήμα διατροφή της, εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός και για χρονικό διάστημα δύο από την επίδοση της αγωγής, με τον νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας παροχής και έως την εξόφληση, καθόσον αυτή (ενάγουσα) αδυνατεί να εξασφαλίσει τη διατροφή της από τα εισοδήματα ή την περιουσία της, ενώ, εξάλλου, η ηλικία και η έλλειψη ειδίκευσης της δεν της επιτρέπουν να εξεύρει σταθερή εργασία για να εξασφαλίσει τη διατροφή της, ο δε εναγόμενος διαθέτει αξιόλογα εισοδήματα και περιουσία. Τέλος, ζητούσε να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της εν γένει δικαστικής της δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 1501/2025 οριστική απόφαση, με την οποία δέχτηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ήδη ο εναγόμενος και ζητεί με τους λόγους έφεσής του, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε, εν τέλει, να απορριφθεί η ένδικη αγωγή.
Από την επανεκτίμηση των εγγράφων που προσκομίζουν οι διάδικοι, συμπεριλαμβανομένων και των ενόρκων βεβαιώσεων που ελήφθησαν στα πλαίσια άλλων δικών και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 627/2018, ΑΠ 1342/2010, ΑΠ 913/2008, ΑΠ 833/2007, ΑΠ 566/2001) και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 § 1 περ. γ’ και 457 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, στις 7-10-1979, στον Ιερό Ναό ….., στον ………… Φθιώτιδας. Από τον γάμο αυτό απέκτησαν τρία τέκνα, τον …, τη …. και τη …………., που γεννήθηκαν στις 9-6-1980, 21-9-1981 και 1-5-1985, αντίστοιχα. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και διακόπηκε οριστικά τον Ιούλιο του έτους 2011, ο δε γάμος τους λύθηκε με την υπ’ αριθμ. 3/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, λόγω διετούς διάστασης, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 17-11-2018, δοθέντος ότι επιδόθηκε στην ενάγουσα – εφεσίβλητη στις 16-3-2018 και δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Ο εναγόμενος, γεννηθείς το έτος 1947, ηλικίας 77 ετών κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, είναι συνταξιούχος του Ε.Φ.Κ.Α. και λαμβάνει καθαρά μηνιαίως κύρια σύνταξη 1.118,33 ευρώ και επικουρική 209,68 ευρώ. Διαμένει σε διώροφη μονοκατοικία, συνολικού εμβαδού 195 τετραγωνικών μέτρων, που ανεγέρθηκε το έτος 2003 σε ιδιόκτητο οικόπεδο, έκτασης 1.256 τετραγωνικών μέτρων, κείμενο στον ……….. Βόλου, η οποία αποτελούσε και την οικογενειακή στέγη, επιβαρυνόμενος ωστόσο με την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών της. Είναι αποκλειστικός κύριος ακίνητης περιουσίας, αντικειμενικής αξίας 604.378,31 ευρώ και συγκεκριμένα: α) ενός ισόγειου καταστήματος, εμβαδού 123 τετραγωνικών μέτρων, ευρισκόμενου σε οικοδομή, που ανεγέρθηκε το έτος 2003 επί της οδού ……… στον Βόλο, το οποίο εκμισθώνει έναντι μηνιαίου μισθώματος 200 ευρώ, β) ενός διαμερίσματος πρώτου ορόφου, εμβαδού 57,30 τετραγωνικών μέτρων, της προαναφερόμενης οικοδομής, το οποίο εκμισθώνει έναντι μηνιαίου μισθώματος 280 ευρώ, γ) ενός διαμερίσματος δεύτερου ορόφου, εμβαδού 57,30 τετραγωνικών μέτρων, της προαναφερόμενης οικοδομής, το οποίο εκμισθώνει έναντι μηνιαίου μισθώματος 200 ευρώ, δ) ενός ισογείου καταστήματος, εμβαδού 67 τετραγωνικών μέτρων, κείμενου στο ίδιο οικόπεδο, στο οποίο είναι κτισμένη η ως άνω μονοκατοικία, το οποίο εκμίσθωνε έναντι μηνιαίου μισθώματος 133,34 ευρώ έως και τον Απρίλιο του 2021 και έκτοτε έναντι μηνιαίου μισθώματος 200 ευρώ, ε) ενός ισογείου καταστήματος, εμβαδού 171 τετραγωνικών μέτρων, που ανεγέρθηκε το έτος 1995 σε οικόπεδο, έκτασης 3.739 τετραγωνικών μέτρων, κείμενο στον ………… Βόλου, το οποίο εκμισθώνει έναντι μηνιαίου μισθώματος 200 ευρώ πλην όμως, λόγω μη καταβολής του μηνιαίου αυτού μισθώματος, μεταξύ άλλων, των μηνών Σεπτεμβρίου έως Δεκεμβρίου 2020 και Ιουλίου έως Οκτωβρίου 2021, έχει εκδοθεί η μη εκτελεσθείσα υπ’ αριθμ. …../2021 διαταγή απόδοσης μισθίου της Ειρηνοδίκη Βόλου, και στ) μίας αποθήκης, εμβαδού 36,12 τετραγωνικών μέτρων, κείμενης στο ίδιο οικόπεδο, όπου έχει ανεγερθεί η ως άνω μονοκατοικία, και αθλητικών εγκαταστάσεων, εμβαδού 120,12 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκονται στον …… στον Βόλο, που είναι απρόσοδα, καθώς και συγκύριος κατά ποσοστό 23% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, έκτασης 5.879 τετραγωνικών μέτρων, που είναι επίσης απρόσοδο. Ακόμη, είναι κύριος του με αριθμού κυκλοφορίας ….. αυτοκινήτου, κυλινδρισμού 1.396 κυβικών εκατοστών, με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2012, το οποίο χρησιμοποιεί για τις μετακινήσεις του, επιβαρυνόμενος με τις συνήθεις δαπάνες συντήρησης και λειτουργίας του, καθώς και του με αριθμό κυκλοφορίας …… αυτοκινήτου, κυλινδρισμού 1.218 κυβικών εκατοστών, με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 1979, το οποίο είναι σε ακινησία. Επιπρόσθετα, ο εναγόμενος βαρύνεται με οφειλές, συνολικού ύψους 162.801,59 ευρώ, προς το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς, όμως, να αποδεικνύεται ότι καταβάλλει κάποιο ποσό έναντι αυτών. Δεν αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή, ούτε βαρύνεται με περαιτέρω δαπάνες, πλην των συνήθων για διατροφή και συντήρησή του, στις οποίες περιλαμβάνεται ο φόρος εισοδήματος και ο ΕΝ.Φ.Ι.Α. που για το φορολογικό έτος 2023 ανήλθαν σε 1.830,85 και 2.364,51 ευρώ, αντίστοιχα, ποσά που δεν προαφαιρούνται από το εισόδημά του, αλλά απλώς συνεκτιμώνται ως επιπλέον βιοτική ανάγκη του, ενώ δεν έχει διατροφικές υποχρεώσεις προς τρίτα πρόσωπα. Η ενάγουσα, γεννηθείσα το έτος 1960, κατά το χρόνο έκδοσης του ένδικου διαζυγίου διήγαγε το 58ο έτος της ηλικίας της, κατά τον χρόνο δε άσκησης της υπό κρίσης αγωγής (2024) διήγαγε το 64ο έτος της ηλικίας της. Καθ’ όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης η ενάγουσα δεν εργάζονταν, καθώς απασχολούνταν με την περιποίηση της οικογένειάς της και τις οικιακές εργασίες. Ωστόσο, επί δεκαετία περίπου, απασχολήθηκε και στην οικογενειακή επιχείρηση – ψητοπωλείο που διατηρούσε ο εναγόμενος (κουζίνα, σέρβις, καθαρισμό). Εν συνεχεία, κατά τον χρόνο της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, αλλά και τον χρόνο που κατέστη αμετάκλητη η λύση του γάμου των διαδίκων, η ενάγουσα απασχολήθηκε με την φροντίδα ηλικιωμένων και παιδιών, ενώ από τον Νοέμβριο του 2019 και εντεύθεν είναι άνεργη. Επιπλέον, η ενάγουσα διαμένει σε μισθωμένο διαμέρισμα επί της οδού ……. στον Πειραιά, επιβαρυνόμενη με μηνιαίο μίσθωμα ποσού 250 ευρώ πλέον των λειτουργικών δαπανών της. Αν και είναι ανασφάλιστη, οι σχετικές με την ιατροφαρμακευτική περίθαλψή της δαπάνες, καλύπτονται, κατά ένα μέρος, από το δημόσιο σύστημα υγείας, με τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους ασφαλισμένους. Έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας, ανερχόμενο σε 3/24 εξ αδιαιρέτου στην κληρονομιαία ακίνητη περιουσία του πατέρα της, που απεβίωσε στις 24-11-1992, καταλείποντας πλησιέστερους συγγενείς τη σύζυγό του και μητέρα της ενάγουσας, ………., και τα τέκνα του, …, ….. και την ενάγουσα, αφού με την από 3-4-1990 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το υπ’ αριθμ. 208/2014 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Λαμίας, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο τη σύζυγό του και συνέστησε καταπίστευμα υπέρ του υιού του, που αποτελείται α) από τα κείμενα εντός του οικισμού ………… Φθιώτιδας ακίνητα και δη (i) ένα οικόπεδο, έκτασης 1.500 τετραγωνικών μέτρων, με τα επ’ αυτού κτίσματα (παλαιό ισόγεια οικία, ισόγειο βοηθητικό χώρο και παλαιό ισόγεια αποθήκη, εμβαδού 50, 35 και 60 τετραγωνικών μέτρων, αντίστοιχα) και (ii) εννέα αγρούς ξηρικούς, συνολικής έκτασης 62 στρεμμάτων, και β) από τα κείμενα στον ……. Φθιώτιδας ακίνητα και δη (i) ένα αγροτεμάχιο, έκτασης 13.500 τετραγωνικών μέτρων, και (ii) ένα αγρό ποτιστικό, έκτασης 5.500 τετραγωνικών μέτρων. Ωστόσο, η ενάγουσα σε ουδεμία δικαστική ενέργεια προέβη περί αναγνώρισής της ως νόμιμης μεριδούχου, επιπλέον δε τα ανωτέρω ακίνητα είναι απρόσοδα, έχουν μικρή αξία (αγροτικά ακίνητα) και η εκποίησή τους είναι δύσκολη ελλείψει αγοραστικού ενδιαφέροντος κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, άλλως κρίνεται αναγκαία η διατήρησή τους για λόγους πρόνοιας, προς εξασφάλισή της στο μέλλον για την αντιμετώπιση έκτακτης οικονομικής ανάγκης. Επίσης, δεν αποδείχτηκε ότι η εμπορική αξία των ως άνω ακινήτων ανέρχεται στο ποσό των 160.000 ευρώ, και ως εκ τούτου της νόμιμης μοίρας στο ποσό των 20.000 ευρώ, ούτε αποδείχτηκε δυνατότητα εκμίσθωσης αυτών, ώστε η ενάγουσα να αποκερδαίνει το ποσό των 2.000 ευρώ ετησίως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος – εκκαλών με τον τρίτο λόγο της έφεσής του. Επιπλέον, η ενάγουσα δεν έχει περιουσία ή άλλα εισοδήματα από οποιαδήποτε άλλη πηγή και δεν βαρύνεται με άλλες ιδιαίτερες δαπάνες, πλην των συνήθων για διατροφή και συντήρησή της, οι οποίες είναι οι συνήθεις που έχουν τα άτομα αυτής της ηλικίας και ανέρχονται στο ποσό των 700 ευρώ το μήνα. Ωστόσο, η ενάγουσα δύναται, παρά την έλλειψη επαγγελματικής της εμπειρίας και προϋπηρεσίας, καθώς και εξειδικευμένων γνώσεων, να αποκομίσει συμπληρωματικό εισόδημα από μερικής απασχόλησης εργασία, ανάλογη με τις δυνατότητές της, από την οποία, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών που επικρατούν στην αγορά εργασίας, σε συνδυασμό με την ηλικία της και την έλλειψη οποιασδήποτε ειδίκευσης, θα λάμβανε μηνιαίο μισθό ανερχόμενο περίπου στο ποσό των 400 ευρώ, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο εναγόμενος – εκκαλών, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους έφεσης, ισχυρίζεται, ότι η ενάγουσα θα μπορούσε να αποκομίσει περί τα 1.000 ευρώ μηνιαίως, αναφερόμενος σε εργασία της από το έτος 2011, οπότε επήλθε η διάσταση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, αλλά και κατά τη διάρκεια αυτής, οπόταν εργαζόταν στην οικογενειακή επιχείρηση. Ωστόσο, έκτοτε έχουν παρέλθει αρκετά έτη, η δε ενάγουσα διάγει πλέον το 66ο έτος της ηλικίας της, πάσχει δε από ανευρισματική διάταση ανιούσας αορτής (βλ. από 15-2-2022 ιατρική βεβαίωση) γεγονότα που δεν της επιτρέπουν να εξεύρει εργασία πλήρους απασχόλησης και οι σχετικοί λόγοι έφεσης τυγχάνουν απορριπτέοι. Επιπλέον, δεν προέκυψε υπαιτιότητα της ενάγουσας για τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης λόγω διατήρησης ερωτικού δεσμού το έτος 1994, καθώς και το έτος 2009 με έτερο πρόσωπο, όπως δε προαναφέρθηκε ο γάμος των διαδίκων λύθηκε λόγω διετούς διάστασης και όχι λόγω ισχυρού κλονισμού, ένεκα της υπαιτιότητας της ενάγουσας. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση περί υπαιτιότητας της ενάγουσας στο διαζύγιο, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον εναγόμενα, τα οποία επαναφέρει με τον πέμπτο λόγο έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση περί αποκλεισμού της μεταγαμιαίας διατροφής λόγω εκούσιας απορίας της ενάγουσας, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αναφερόμενα από τον εναγόμενο στη σχετική ένσταση, που επαναφέρει με τον τέταρτο λόγο έφεσης, τυγχάνουν απορριπτέα. Περαιτέρω, απορριπτέος τυγχάνει και ο έκτος λόγος έφεσης με τον οποίο ο εναγόμενος – εκκαλών ισχυρίζεται ότι δεν επαρκούν τα εισοδήματά του για την καταβολή διατροφής στην ενάγουσα, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις αναφορικά με τα οικονομικές δυνατότητές του. Ο δε έβδομος λόγος έφεσης, που αφορά στην αναβολή της υπόθεσης κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση από το Εφετείο Λάρισας για καταβολή διατροφής, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθότι έχει ήδη εκδοθεί η υπ’ αριθμ. 689/2025 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία αφορά, ωστόσο, σε προγενέστερα του επίδικου χρονικά διαστήματα. Με βάση όλα τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η ενάγουσα, δεν δύναται να αυτοδιατραφεί, καθόσον αδυνατεί να εξασφαλίσει τα προς το ζην εξ ιδίων δυνάμεων, λόγω της βεβαρυμμένης κατάστασης της υγείας της και της προχωρημένης ηλικίας της, τελεί δε σε απορία, δικαιούμενης γι’ αυτό το λόγο διατροφής έναντι του εναγόμενου, τέως συζύγου της. Βάσει δε των ανωτέρω οικονομικών δυνάμεων των διαδίκων και των αναγκών της ενάγουσας, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής της, μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου της με τον εναγόμενο, κρίνεται όχι αυτή δικαιούται διατροφής εκ μέρους του εναγόμενου πρώην συζύγου της, λόγω της απορίας της, αλλά και για λόγους επιείκειας, η οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ανέρχεται κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, στο ποσό των 300 ευρώ, το οποίο ανταποκρίνεται στα απαραίτητα έξοδα για τη διατροφή και τη συντήρησή της, αποτελεί την αναλογία που ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να συνεισφέρει και που αντιστοίχως, απολάμβανε η ενάγουσα στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσής τους και δύναται ο εναγόμενος να το καταβάλει. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε όμοια και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα μηνιαία διατροφή σε χρήμα ποσού 300 ευρώ, εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός και για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Κατ’ ακολουθίαν των ως άνω, πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει, κατά παραδοχή σχετικού νομίμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά και απορρίπτει αυτήν κατ’ ουσίαν.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον εκκαλούντα του παραβόλου, που καταβλήθηκε κατά την άσκηση της έφεσής του.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας σε βάρος του εκκαλούντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
KPIΘHKE, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στον Πειραιά, στις 5-6- 2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ H ΓPAMMATEAΣ