ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο ΤΜΗΜΑ
Αριθμός αποφάσεως 402/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Σ.Φ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος: ………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τσαρουχάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης: ……………η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Παυλάκου.
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 23-9-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/2024 αγωγή του, ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 1505/2025 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων με την από 29-4-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά …………./2025 έφεσή του (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, …………/2025), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσε προτάσεις, με τις οποίες ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις της.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη έφεση του ηττηθέντος στον πρώτο βαθμό ενάγοντος κατά της υπ’ αριθμ. 1505/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με κατάθεση του δικογράφου της, στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1 περ. β, 514, 516 παρ. 1, 517, 518, 520 παρ. 1, και 524 παρ. 2 ΚΠολΔ), αρμοδίως δε φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 522 και 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σημειώνεται, ότι για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου, λόγω της φύσης της προκείμενης διαφοράς (άρθρο 592 αρ.1 του ΚΠολΔ που εξαιρείται από την υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου για την άσκηση έφεσης κατ’ άρθρο 495 παρ.3 τελ. εδ. ΚΠολΔ,), πλην, όμως, από προφανή παραδρομή, κατατέθηκε το με αριθμό παραβόλου …….. e – παράβολο (βλ. και την από 6-5-2025 εξόφληση αυτού από την Τράπεζα Πειραιώς). Τo ως άνω παράβολο πρέπει να επιστραφεί στον εκκαλούντα (πρβλ. ΑΠ 504/2017, ΜονΕφΠειρ 320/2021 ιστοσελίδα Εφ .Πειραιώς), ανεξάρτητα από την έκβαση της υπόθεσης, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας.
Ο ενάγων – εκκαλών, με την από 23-9-2024 αγωγή του, ζήτησε να λυθεί ο γάμος του με την εναγόμενη, επειδή οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγους που αφορούν στο πρόσωπο της τελευταίας, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης να είναι αφόρητη για τον ίδιο. Επί της αγωγής αυτής, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 1505/2025 οριστική απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ήδη ο ενάγων και ζητεί με τους λόγους έφεσής του, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε, εν τέλει, να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή.
Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα, που εξετάσθηκε επιμελεία του ενάγοντος και την ανωμοτί εξέταση των διαδίκων που περιέχονται στα πρακτικά της εκκαλουμένης, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, στις 27-12-1987 στον Ιερό Ναό ……………, στη ……. Αττικής, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, από τον οποίο (γάμο) απέκτησαν δύο τέκνα, τον ……, γεννηθέντα στις 16-8-1988 και τον ….., γεννηθέντα στις 18-7-1994. Η αρχή της έγγαμης συμβίωσης υπήρξε αρμονική, ωστόσο μετά το θάνατο του πρωτότοκου γιου των διαδίκων (13-2-2007) οι σχέσεις τους άρχισαν να κλονίζονται ιδιαίτερα. Αποκορύφωμα τούτου ήταν ότι τον Σεπτέμβριο του 2024 ο ενάγων απέβαλε την εναγόμενη από την κοινή οικογενειακή τους εστία, αλλάζοντας τις κλειδαριές της εισόδου, ενώ εξαιτίας της συμπεριφοράς του ενάγοντος, η εναγόμενη είχε ήδη καλέσει δύο φορές την Αστυνομία (29-9-2024 και 3-10-2024) προκειμένου να επέμβει. Υπό τον φόβο ότι ενδέχεται ο ενάγων δημιουργήσει κάποιο σημαντικό πρόβλημα, αιτήθηκε και έλαβε «κουμπί πανικού», ενώ παράλληλα ζήτησε τη βοήθεια ειδικών από το Κέντρο Έρευνας για θέματα Ισότητας. Εν συνεχεία η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που έγινε δεκτή με την υπ’ αριθμ. 36/2025 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου. Σύμφωνα μ’ αυτήν, υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να μετοικήσει από την οικογενειακή στέγη των διαδίκων και απαγορεύτηκε προσωρινά σε αυτόν να προσεγγίζει την ως άνω οικογενειακή στέγη και την εν διαστάσει σύζυγό του σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων, με την απειλή της επιβολής σε βάρος του χρηματικής ποινής 500 ευρώ και προσωπικής κράτησης ενός μηνός για κάθε παραβίαση των ως άνω διατάξεων. Ακολούθως, με την υπ’ αριθμ. 4265/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ρυθμίστηκε η χρήση της οικογενειακής στέγης των διαδίκων και παραχωρήθηκε η αποκλειστική χρήση αυτής στην εκεί ενάγουσα (εδώ εναγόμενη – εφεσίβλητη) μετά από σχετική αγωγή της. Ακόμη, με την υπ’ αριθμ. 5548/2025 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, υποχρεώθηκε ο (εκεί) εναγόμενος να προκαταβάλει στην ενάγουσα (εναγόμενη – εφεσίβλητη εν προκειμένω) εντός των πέντε πρώτων ημέρες κάθε μήνα, διατροφή σε χρήμα ποσού 700 ευρώ, για χρονικό διάστημα τριών ετών από την άσκηση της αγωγής της τελευταίας. Το Δικαστήριο κατέληξε στην πιο πάνω κρίση, με το σκεπτικό ότι η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων δεν οφείλεται σε γεγονότα για τα οποία είναι αποκλειστικά υπαίτια η ενάγουσα, ούτε ότι διέκοψε εκείνη την έγγαμη συμβίωση με τον εναγόμενο σύζυγό της. Ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του, αλλά και με τον πρώτο λόγο έφεσής του, ότι η εναγόμενη – εφεσίβλητη είναι αποκλειστικά υπαίτια για τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης. Ωστόσο, τα επικαλούμενα από τον ενάγοντα, πέραν της αοριστίας τους, από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προκύπτουν. Ειδικότερα, ο μάρτυρας του ενάγοντος, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι, παρ’ όλη την οικογενειακή τους σχέση, καθότι τυγχάνει σύζυγος της αδελφής της εναγόμενης, δεν διατηρούσαν σχέσεις με τους διαδίκους επί δέκα έτη. Τα όσα δε κατέθεσε τα πληροφορήθηκε από τον ενάγοντα, χωρίς να έχει ιδία αντίληψη. Πέραν τούτων, ο ως άνω μάρτυρας, ουδέν συγκεκριμένο περιστατικό κατέθεσε, πλην μόνον ανέφερε αόριστα, ότι η εναγόμενη διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις με διάφορα πρόσωπα, όπως τον έχει ενημερώσει ο ενάγων. Τα ως άνω δεν δύναται να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε κρίση περί της βασιμότητας του αγωγικού ισχυρισμού του ενάγοντος με τον οποίο αποδίδει υπαιτιότητα στην εναγομένη για τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και ειδικότερα για τον λόγο ότι αυτή διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις. Άλλωστε και ο ίδιος ο ενάγων, κατά την ανωμοτί εξέτασή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν προσδιόρισε τα πρόσωπα, με τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του διατηρούσε σχέσεις η εναγόμενη σύζυγός του, ούτε συγκεκριμένα περιστατικά σχετικά με το ως άνω ζήτημα. Επιπλέον, τα όσα αναγράφονται στο δικόγραφο της έφεσης, περί προκλητικής ενδυμασίας της εναγόμενης, περί αισθητικών επεμβάσεων, κλπ, πέραν του ότι δεν αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο, δεν αποδεικνύονται, πολλώ δε μάλλον δεν δύναται να οδηγήσουν στην κρίση ότι προκάλεσαν ισχυρισμό κλονισμό στην έγγαμη σχέση των διαδίκων. Αποδείχτηκε, αντιθέτως, ότι ο ενάγων επέδειξε αντισυζυγική και επιθετική συμπεριφορά. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, ουδόλως δε υπέπεσε σε αντιφατικές αιτιολογίες, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων – εκκαλών και ο πρώτος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, κατ’ εκτίμηση αυτού, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη δεν ερμήνευσε ορθά τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι αποδείχτηκαν τα κλονιστικά γεγονότα που αφορούν στο πρόσωπο της εναγόμενης, σε κάθε δε περίπτωση, ότι η υπαιτιότητα έπαυσε να αποτελεί προϋπόθεση του διαζυγίου και ότι δεν συνιστά στοιχείο της έννοιας του ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης. Επί του λόγου αυτού λεκτέα είναι τα εξής: Ο ενάγων, για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του, θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγόμενου ή αμφοτέρων των συζύγων, με την έννοια της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικά πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός, ώστε βασίμως η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης έχει καταστεί γι` αυτόν αφόρητη. Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και στους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο. Αν, όμως, το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικά με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διάζευξης με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ (ΑΠ 491/2010, ΕφΑθ 480/2020, ΕφΑθ 467/2018, ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχτηκε κατά τα ανωτέρω ότι ο κλονισμός της έγγαμης συμβίωσης, οφείλεται αποκλειστικά σε υπαίτια συμπεριφορά του ενάγοντος και, συνεπώς, δεν δύναται αυτός να αντλήσει δικαίωμα από την ίδια ως άνω πράξη του. Ειδικότερα, ο ενάγων, ο οποίος προκάλεσε με την αντισυζυγική συμπεριφορά του τον ισχυρό κλονισμό του γάμου, στερείται της δυνατότητας να επικαλεστεί τον κλονισμό αυτό προς θεμελίωση αγωγής διαζυγίου, στηριζόμενης στο άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ. Επομένως, απορριπτέος τυγχάνει και ο δεύτερος λόγος έφεσης, δοθέντος ότι η εκκαλουμένη ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο. Τα λοιπά αναφερόμενα εκ μέρους του εκκαλούντος στον υπό κρίση λόγο έφεσης, που αφορούν στη συμπεριφορά της εναγόμενης, κρίθηκαν ήδη, ως αβάσιμα στην εξέταση του πρώτου λόγου έφεσης και δεν αναφέρονται εκ νέου προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων.
Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε όμοια και απέρριψε την αγωγή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Κατ’ ακολουθίαν των ως άνω, πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων, λόγω της σχέσης αυτών ως συζύγων (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά και απορρίπτει αυτήν κατ’ ουσίαν.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον εκκαλούντα του παραβόλου, που καταβλήθηκε κατά την άσκηση της έφεσής του.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ, μεταξύ των διαδίκων, τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.
KPIΘHKE, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στον Πειραιά, στις 5-6- 2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ H ΓPAMMATEAΣ