ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 407/2026
TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο τμήμα
Αποτελούμενο από την Δικαστή, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου Εφέτη και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 5η Μαρτίου 2026, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α) ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Μολφέτα, και
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «…………….. (………….), που εδρεύει στη …….. Αττικής, επί της …………. με ΑΦΜ ……….., νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος υπό την ιδιότητά της ως εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στο ……. Ιρλανδίας, η οποία ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) ………. ……, η οποία εμφανίστηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Ψωμακάκη και 3) ……………., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Β) Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «………………. (……….), που εδρεύει στη ……… Αττικής, επί της ………… με ΑΦΜ …….., νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος (απόφαση αριθμός 207/29.11.2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, υπό την ιδιότητά της ως εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας με την επωνυμία «………..» που εδρεύει στη ……, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στο …….. Ιρλανδίας, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Πατριαρχέα, μέλος της Δικηγορικής Εταιρείας με την επωνυμία «Χαρακτινιώτης Δικηγορική Εταιρεία».
ΥΠΕΡ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «…………., που εδρεύει στη ……….. Αττικής, επί της ……………. με ΑΦΜ ……….., νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος υπό την ιδιότητά της ως εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στο …… Ιρλανδίας, η οποία ήταν απούσα και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο
ΚΑΤΑ: …………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Μολφέτα, και
Κοινοποιούμενη στις 1) ………….., η οποία εμφανίστηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Ψωμακάκη και 2) ……………, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών – καθ΄ ου η πρόσθετη παρέμβαση άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 18.7.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………../2022) ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 1506/2024 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ανακόπτων και ήδη υπό στοιχ Α εκκαλών-υπό στοιχ Β καθού η πρόσθετη παρέμβαση με την από 15.7.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………/2025) έφεσή του, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης. Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η ήδη υπό στοιχ Β προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία κατέθεσε την από 17.2.2026 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2026) πρόσθετη παρέμβαση, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε επίσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο με αριθμούς … και ….. και συζητήθηκαν.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παριστάμενων διαδίκων, αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από την Δικαστή, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εισάγονται για συζήτηση: α) η από 15.7.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………./2025) έφεσή του εκκαλούντος προς εξαφάνιση της 1506/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), που δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την από 18.7.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./2022) ανακοπή, του ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος και β) η από 17.2.2026 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2026) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «……………, υπό την ιδιότητά της ως εταιρείας Διαχείρισης Απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας με την επωνυμία «………….» που εδρεύει στη ….., ειδικής διαδόχου της πρώτης εφεσίβλητης προκειμένου να απορριφθεί η παραπάνω έφεση. Η ως άνω έφεση και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να συνεκδικασθούν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 παρ.1, 80, 31 ΚΠολΔ κατά την ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ως πρωτοδίκως κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠολΔ από το παρόν αρμόδιο κατ’ άρθρο 19 περ.α’ ΚΠολΔ Δικαστήριο.
Ο εκκαλών με την έφεσή του για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων ζητεί την εξαφάνισή της εκκαλουμένης και την αποδοχή της έφεσής του. Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1506/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς έχει ασκηθεί νόμιμα (άρθρα 495 παρ·1 και 2, 499, 511, 513 παρ- 1 περ.β, 516 παρ.1, 517 και 520 παρ. 2 KΠολΔ) από τον πρωτοδίκως ηττηθέντα ανακόπτοντα και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρα 518 παρ. 2,καθώς ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ούτε η παριστάμενη διάδικος επικαλείται επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, που δημοσιεύθηκε την 8.5.2024 ενώ η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 15.7.2024. Εισάγεται δε αρμόδια προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρο 19 KΠολΔ). Επιπλέον με την κατάθεση της έφεσης έχει καταβληθεί το κατ’ άρθρο 495 παρ· 3 KΠολΔ ηλεκτρονικό παράβολο Δημοσίου με κωδικό …….., σε συνδυασμό με την αυθημερόν απόδειξη πληρωμής του μέσω της ΓΓΠΣ. Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση είναι παραδεκτή και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ώστε να κριθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά την εκφώνηση της έφεσης και της πρόσθετης παρέμβασης, από τη σειρά τους στο οικείο πινάκιο ήταν απούσα, μη εκπροσωπούμενη από πληρεξούσιο δικηγόρο, η πρώτη εφεσίβλητη- υπερ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση. Από την προσκομιζόμενη από τις δεύτερη και τρίτη εφεσίβλητες με αριθμό ……….. /29.12.2025 έκθεση επίδοσης που συνέταξε η δικαστική επιμελήτρια της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ……., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο του δικογράφου αυτής, με κλήση να παραστεί στην συζήτηση της έφεσης κατά τη δικάσιμο που στην αρχή της παρούσας αναφέρεται, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη εφεσίβλητη. Επιπλέον όπως προκύπτει από την με αριθμό …………/20.2.2026 έκθεση επίδοσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, ……………, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω πρόσθετης παρέμβασης με πράξη ορισμού της δικασίμου που στην αρχή της παρούσας αναφέρεται και κλήση σε αυτήν για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα με επιμέλεια της προσθέτως παρεμβαίνουσας στην υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση νόμιμα κι εμπρόθεσμα.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του εφετείου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων έφεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1, 215 παρ. 1 και 591 παρ.1β’ ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την επίδοση αυτής στους διαδίκους, χωρίς την οποία (επίδοση σε όλους τους διαδίκους) δεν ολοκληρώνεται η άσκησή της, με συνέπεια την απόρριψη της ως απαράδεκτης (ΟλΑΠ 28/2007 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 267/2021 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 555/2019 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 86/2018 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 502/2011 στην ΤΝΠ Νόμος). Η επίδοση της πρόσθετης παρέμβασης, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στο εφετείο, στο πλαίσιο εκδίκασης έφεσης, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ.1 και 591 παρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι την άσκησή της διαδίκους, τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της (ΟλΑΠ 28/2007, ο.α., ΑΠ 1143/2019 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 396/2018 στην ΤΝΠ Νόμος), ως τρίτος δε, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, «Αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος, με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος, με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1078/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1102/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1553/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 883/2021 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1188/2021 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 267/2021, ο.α.). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθμό 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1078/2022, ο.α., ΑΠ 1102/2022, ο.α., ΑΠ 1553/2022, ο.α., ΑΠ 783/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 784/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1088/2020, ΤΝΠ Νόμος). Για το χαρακτηρισμό της παρέμβασης ως αυτοτελούς αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος περί διαδοχής, ο οποίος βασίζεται σε κατάλληλο, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, πραγματικό γεγονός, το οποίο όμως σε περίπτωση αμφισβήτησης πρέπει να αποδεικνύεται (ΜονΕφΑΘ 121/2022, ο.α., ΕφΑΘ 481/2022 στην ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠατρ 128/2021 στην ΤΝΠ Νόμος). Επίσης, από την συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 1, 5-6, 8-9, 14 και 16 του ν. 3156/2003 «Ομολογιακά δάνεια, Τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα και άλλες διατάξεις» και 1 παρ. 1 περ. α`-δ`, 2 παρ. 1-3 και 4 και 3 του ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ», όπως ισχύουν, συνάγεται, ότι οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΤΝΠ Νόμος). Οι συνέπειες της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ως προς την διαδικαστική θέση του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντα είναι, μεταξύ άλλων, η εκπροσώπησή του κατά την απουσία του από τον υπέρ ου η παρέμβαση και αντίστροφα, εφόσον υφίσταται νόμιμη κλήτευση συμμετοχής στη δίκη ή προσεπίκλησή του ή μετέχει νόμιμα στη δίκη (ΜονΕφΑΘ 2962/2022, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΑΘ 121/2022, ο.α., ΜονΕφΑΘ 349/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΑΘ 3214/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 168/2020, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΘεσ 982/2021, ΤΝΠ Νόμος, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, Τόμος Α’, άρθρο 76, αριθμ. 13 και 79, σελ. 516 και 536, Μ. Μαργαρίτης – Αντ. Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ, έκδοση 2η, άρθρο 76, αριθμ. 16 και 19, σελ. 164). Επομένως, λόγω της δημιουργούμενης αναγκαστικής ομοδικίας, για τους ομοδίκους που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 εδ. τελ ΚΠολΔ, αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους, για αυτό και η απόφαση που εκδίδεται είναι κατ’ αντιμωλία απόφαση ως προς όλους τους ομοδίκους και η διαδικασία διεξάγεται σαν να ήταν παρών και ο απών αναγκαίος ομόδικος (ΑΠ 1343/2022, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΑΘ 2962/2022, ο.α., ΜονΕφΑΘ 3572/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 4499/2021, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΘεσ 49/2022, ο.α., ΜονΕφΛαρ 187/2022, ΤΝΠ Νόμος). Η αντικειμενική όμως ενέργεια των διαδικαστικών πράξεων των αναγκαίων ομοδίκων, που καθιερώνεται κατά βάση από τη διάταξη του άρθρου 76 ΚΠολΔ, αφορά μόνο εκείνους που κατέστησαν πράγματι ομόδικοι (Ν. Νικάς στην ΕρμΚΠολΔ, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, Τόμος I, άρθρο 76, αριθμ. 6, σελ. 177) και προϋποθέτει, όπως προαναφέρθηκε, νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση όλων των ομοδίκων σε κάθε συζήτηση επί ποινή απαραδέκτου της τελευταίας ως προς όλους (ΕφΑΘ 6399/2006, ΕλλΔνη 2008.551, ΕφΑΘ 12016/1995, ΕλλΔνη 1997.686, ΜονΕφΠειρ 173/2023, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 172/2015, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΛαρ 56/2019, Δικ/φία 2019.280, ΕφΛαρ 166/2019, ΤΝΠ Νόμος). Ο προσθέτως παρεμβαίνων δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 82 ΚΠολΔ, να επιχειρεί κάθε διαδικαστική πράξη προς το συμφέρον του υπέρ ου παρενέβη. Συγκεκριμένα, έχει δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να επισπεύδει τη δίκη, να καταθέτει προτάσεις, να χρησιμοποιεί μέσα επίθεσης και άμυνας προς υποστήριξη των αιτήσεων του υπέρ ου, προτείνοντας στο πλαίσιο αυτό ενστάσεις, να επικαλείται και να προσάγει μέσα απόδειξης, να υποβάλει αιτήσεις, να ασκεί ένδικα μέσα και για τις διατάξεις που αφορούν την κύρια υπόθεση, να αναπληρώνει παραλείψεις του υπέρ ου η παρέμβαση προς αποτροπή δυσμενών συνεπειών (προερχόμενων π.χ. από την ερημοδικία του τελευταίου) και να αναλαμβάνει τη δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΚΠολΔ. Επίσης, οι διαδικαστικές πράξεις του αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος έχουν αντικειμενική ενέργεια και δεσμεύουν τον αδρανούντα υπέρ ου η παρέμβαση (Ν. Νικάς στην ΕρμΚΠολΔ, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, Τόμος I, άρθρο 82, αριθμ. 1, σελ. 191-192 και άρθρο 83, αριθμ. 3, σελ. 194, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, Τόμος Α`, άρθρο 82, αριθμ. 3, 6, 9 και 18, σελ. 580-583). Εξάλλου, κατά το άρθρο 274 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ και στην επί της εφέσεως δίκη «Αν εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, τότε: α) αν δεν λάβουν μέρος κανονικά στη δίκη και οι δύο αρχικοί διάδικοι ή ο αντίδικος εκείνου, υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση ερήμην του αντιδίκου εκείνου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 271 και 272…». Ως μη κανονική συμμετοχή των διαδίκων ενώπιον του εφετείου νοείται, μεταξύ άλλων, είτε η μη εκπροσώπησή τους στη δίκη από ή με δικηγόρο είτε η μη κατάθεση προτάσεων (άρθρα 94 παρ 1 και 2, 115 παρ. 3 ΚΠολΔ), στην περίπτωση δε αυτή θεωρούνται δικονομικά απόντες και δικάζονται ερήμην (ΑΠ 1735/2010, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑΘ 407/2012, ΕλλΔνη 2012.1074, ΕφΑΘ 5267/2007, ΕλλΔνη 2008.564, ΜονΕφΠειρ 173/2023, ο.α., ΕφΠειρ 381/2013, ΤΝΠ Νόμος). Σύμφωνα, επομένως, με τη διάταξη του άρθρου 274 παρ. 2 περ. β` ΚΠολΔ, σε περίπτωση που παρίσταται ο προσθέτως παρεμβαίνων, αλλά απουσιάζει ο υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται ερήμην του μεταξύ του προσθέτως παρεμβαίνοντος και του αντιδίκου του υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση, εκτός εάν έχει ασκηθεί αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κατά την έννοια του άρθρου 83 ΚΠολΔ, οπότε, λόγω της επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, ο τελευταίος, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 εδ. τελ ΚΠολΔ, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον παριστάμενο παρεμβαίνοντα – ομόδικο του. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η εφαρμογή του άρθρου 274 παρ. 2 ΚΠολΔ προϋποθέτει εγγραφή στο πινάκιο τόσο της κύριας υπόθεσης, όσο και της πρόσθετης παρέμβασης και συνεκφώνησης αυτών, ώστε τελικά να συνεκδικαστούν (ΤριμΕφΑθ 3663/2024 στην ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 193/2023, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 160/2022, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΠειρ 673/2022, ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ.4 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσίβλητου ως προς την έφεση, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών.
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία ασκεί την υπό κρίση πρόσθετη παρέμβαση, όπως διαλαμβάνει στο σχετικό δικόγραφο, με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία “………….”, η οποία φέρεται ότι κατέστη ειδική διάδοχος της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στο ….. Ιρλανδίας ως προς την επίδικη απαίτηση, μετά την άσκηση της ένδικης ανακοπής και την επελθούσα εκκρεμοδικία. Όπως προκύπτει από τα προσαγόμενα και επικαλούμενα από την προσθέτως παρεμβαίνουσα έγγραφα η ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία «…………..» δυνάμει της από 30.4.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο Δημόσιο βιβλίο του Ν.2844/2000, στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …../30.4.2020 μεταβίβασε στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στο … Ιρλανδίας, μεταξύ άλλων και την απαίτηση που αφορούσε τον εκκαλούντα, όπως προκύπτει από απόσπασμα του παραρτήματος της ως άνω σύμβασης μεταβίβασης, (σελ. 3.117 α.α………….) που έχει καταχωρηθεί με αριθμό πρωτοκόλλου … στον τόμο … με α.α. …. στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών. Περαιτέρω η διαχείριση των απαιτήσεων που μεταβιβάσθηκαν με την με αριθμό πρωτοκόλλου …../30.4.2020 σύμβαση μεταβίβασης απαιτήσεων στην εταιρεία ειδικού σκοπού ανατέθηκε δυνάμει της από 18.6.2021 ιδιωτικής σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, που καταχωρήθηκε με αριθμό πρωτοκόλλου …/22.6.2021 στον τόμο … α.α. … του Ενεχυροφυλάκειου Αθηνών. Εν συνεχεία η δικαιούχος της απαίτησης εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», μεταβίβασε δυνάμει της από 15.2.2024 σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία “……………. η οποία καταχωρήθηκε με αριθμό πρωτοκόλλου …/16.2.2024 στον τόμο …, α.α. ….. μεταξύ άλλων και την επίδικη απαίτηση (σελ.1416 α.α. … του παραρτήματος της σύμβασης αυτής με αρ.πρωτ…….). Την διαχείριση των απαιτήσεων αυτών ανέθεσε η νέα δικαιούχος αυτών στην εταιρεία με την …………….. (……………) δυνάμει της από 13.2.2024 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων που καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …/16.2.2024 στον τόμο … α.α. …. Όπως προκύπτει από το σχετικό απόσπασμα της εν λόγω σύμβασης στην αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα ανατέθηκε η διαχείριση του συνόλου των απαιτήσεων που απέκτησε η ως άνω εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, μεταξύ άλλων και από την εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………», δυνάμει της με αριθμό πρωτοκόλλου …../16.2.2024 σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων. Συνεπεία των ανωτέρω η εταιρεία αυτή ως μη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια των προαναφερόμενων απαιτήσεων, έχει έννομο συμφέρον και παρεμβαίνει αυτοτελώς υπέρ της αρχικής διαδίκου –πρωτης εφεσίβλητης. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, πρόκειται για αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, η οποία δημιουργεί επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία μεταξύ της πρωτης εφεσίβλητης, και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, με αποτέλεσμα, παριστάμενη η τελευταία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου να αντιπροσωπεύει και την απολιπόμενη εφεσίβλητη κατ’ άρθρο 76 παρ. 1 εδ. τελ ΚΠολΔ, η οποία έτσι δεν δικάζεται ερήμην . Σημειώνεται ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα προσκομίζει σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 4 KΠολΔ αντίγραφο των προτάσεων που κατέθεσε πρωτόδικα η πρώτη εφεσίβλητη.
Ο ανακόπτων με την από 18.7.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../2022) ανακοπή του ζητούσε να ακυρωθούν οι ακόλουθες πράξεις αναγκαστικές εκτέλεσης α) η με αριθμό …./11.5.2022 έκθεση διενέργειας ηλεκτρονικού πλειστηριασμού που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Αθηνών ………, β) η με αριθμό …./31.5.2022 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης που συνέταξε η ίδια ως άνω Συμβολαιογράφος, γ) η από 20.4.2022 ανάρτηση του πλειστηριασμού του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου του στην ηλεκτρονική πλατφόρμα διενέργειας πλειστηριασμών e-auction, από την ίδια Συμβολαιογράφο, δ) η με αριθμό ……………/10.5.2022 πράξη της ίδιας Συμβολαιογράφου και ε) Η από 15.4.2022 ανάρτηση εκ μέρους της ίδιας Συμβολαιογράφου, στην ηλεκτρονική πλατφόρμα ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του eΕΦΚΑ, της από 12.4.2022 γνωστοποίησης πλειστηριασμού. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την ως άνω ανακοπή.
Σύμφωνα με το άρθρο 934 KΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 του ν. 4335/2015 «1. Ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή: α) Αν αφορά ελαττώματα από τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης κατά τα άρθρα 955 και 995 ή την απαίτηση ή σε περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μέχρι και την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον καθ` ου, μέσα σε σαράντα πέντε (45) από την ημέρα της κατάσχεσης. Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση ασκείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής β) Αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά, και εξήντα (60) ημέρες αφότου μεταγράφει η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα. 2. Αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, τελευταία πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης». Το άρθρο 934 παρ. 1αρ. α KΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε κατά τα ανωτέρω, προβλέπει μία ενιαία προθεσμία για όλους τους λόγους ανακοπής που υπάγονταν προηγουμένως στο (παλαιό) άρθρο 934 παρ. 1 αρ. α και β KΠολΔ και, συνεπώς, για όλους τους λόγους ανακοπής που βάλλουν κατά των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας έως και τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό τους ως πράξεων της προδικασίας ή της κύριας διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, τους λόγους που αφορούν στην απαίτηση, όπως και τους λόγους που αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, αν και δεν περιλαμβάνονται στη γραμματική διατύπωση του παραπάνω άρθρου. Η προσήκουσα κάθε φορά προθεσμία, που πρέπει να τηρήσει ο εκάστοτε ανακόπτων, κρίνεται, και υπό τη νέα μορφή του άρθρου 934 KΠολΔ, όχι από το αίτημα της ανακοπής του, δηλαδή από την πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης που προσβάλλει, αλλά από τους λόγους που προτείνει με την ανακοπή του, δηλαδή από τα ιστορούμενα σε αυτήν ελαττώματα, τα οποία πρέπει να αναφέρονται ευθέως και αμέσως στο κύρος της προσβαλλόμενης με την ανακοπή πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης (Π. Γέσιου- Φαλτσή: Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, Γενικό Μέρος, εκδ. 2017, σελ.693, ΑΠ 1898/2011, ΑΠ 37/2009, ΜΕφΘεσ 1660/2024, ΜΕφΑιγ 80/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με βάση τα ανωτέρω, ανακοπή με την οποία ζητείται η ακύρωση πλειστηριασμού, που περιέχει λόγους ακυρότητας που θίγουν αμέσως τις προγενέστερες του πλειστηριασμού πράξεις της εκτέλεσης, όπως την ενεργητική νομιμοποίηση προς επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης και εμμέσως μόνο την πράξη του πλειστηριασμού, ως τελευταία πράξη της εκτέλεσης, όπως και ανακοπή που περιέχει αντιρρήσεις, οι οποίες βάλλουν κατά της απαίτησης, πρέπει να ασκηθεί μέσα στην ανωτέρω προθεσμία του άρθρου 934 § 1 περ. α’ KΠολΔ και όχι σ΄ αυτή της παρ.1 περ. β του ιδίου άρθρου, μόνο δε μετά την τελεσίδικη ακύρωση των προγενεστέρων πράξεων της εκτέλεσης, η οποία (ακύρωση) επιδρά ακυρωτικά και επί του πλειστηριασμού, μπορεί να προσβληθεί παραδεκτά για τον λόγο αυτόν ο πλειστηριασμός μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 § 1 περ. β και 2 του KΠολΔ ( Π.Γέσιου-Φαλτσή:, ό.π., σελ. 712, Μακρίδου Κ./Απαλαγάκη Χ./Διαμαντόπουλος Γ.:Πολιτική Δικονομία-θεωρία-Νομολογία-Υποδείγματα, εκδ. 2016, σελ. 35, ΜΕφΘεσ 1660/2024, ΜΕφΑιγ 80/2020 ό.π.).
Με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της έφεσής του, ο εκκαλών επαναφέρει προς κρίση τους πρώτο και δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής του. Με τους λόγους αυτούς, κάτα τα μέρη τους που επαναφέρονται ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ζητούσε την ακύρωση των υπό στοιχείων α και β πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, (πρώτος λόγος) και των υπό στοιχείων γ, δ και ε πράξεων (δεύτερος λόγος), επειδή αφενός η πρώτη εφεσίβλητη δεν δικαιούνταν να επισπεύσει τον πλειστηριασμό σε βάρος του, καθώς από τα έγγραφα που προσκόμισε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού δεν αποδεικνυόταν η ενεργητική της νομιμοποίηση και δη ότι της είχε ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………………»,μεταξύ των οποίων και η επίδικη, και αφετέρου επειδή η τελευταία εταιρεία ειδικού σκοπού, δεν έχει καταστατικό και ικανότητα δικαίου, καθώς πρόκειται περί ανύπαρκτου νομικού προσώπου. Με τους ως άνω όμως λόγους ανακοπής δεν πλήττονται ευθέως οι προσβαλλόμενης μ’ αυτήν πράξεις, που αναφέρθηκαν, για δικά τους ελαττώματα, αλλά προβάλλεται ελάττωμα της επιταγής προς εκτέλεση, (άρθρο 925ΚΠολΔ) και της δυνάμει αυτής επίσπευσης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, ώστε ο λόγος αυτός έπρεπε, κατά το ισχύον μετά το ν. 4335/2015 σύστημα της κατά στάδια προβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, να προβληθεί εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ.1 α KΠολΔ και όχι εντός αυτής της παρ.1β του ιδίου άρθρου, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, προθεσμία η οποία είχε ήδη παρέλθει κατά την άσκηση της ένδικης ανακοπής, που έλαβε χώρα μετά και τον διενεργηθέντα πλειστηριασμό. Τούτο δεν διαφοροποιείται από το γεγονός ότι αίτημα της ένδικης ανακοπής είναι η ακύρωση του πλειστηριασμού και της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης και όχι της επιταγής προς πληρωμή, καθώς το εμπρόθεσμο ή μη των λόγων της ανακοπής κρίνεται από το περιεχόμενό τους και όχι από το αίτημά της, όπως προαναφέρθηκε. Σημειώνεται δε ότι όπως προκύπτει από την με αριθμό ……./20.9.2021 έκθεση επίδοσης που συνέταξε ο Δικαστικός Επιμελητής του Εφετείου Αθηνών ………………, και έχει ενσωματωθεί κατά περιεχόμενο στην ένδικη ανακοπή, η επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του ανακόπτοντος, με την από 16.9.2021 επιταγή προς εκτέλεση, η οποία κατέληξε στον πλειστηριασμό της οριζόντιας ιδιοκτησίας του, έγινε με επισπεύδουσα την πρώτη εφεσίβλητη, ενώ και μετά τις ματαιώσεις των ορισθέντων πλειστηρισμών, οι δηλώσεις συνέχισης εκτελεστικής διαδικασίας, διενεργούνταν από την ίδια διάδικο, χωρίς να έχει μεσολαβήσει υποκατάσταση αυτής από άλλη επισπεύδουσα και επομένως καμμία διαφοροποίηση ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση. Εξάλλου, κατά τα αναφερόμενα στην άνω νομική σκέψη, η ακύρωση του ενδίκου πλειστηριασμού μπορεί να ζητηθεί με ανακοπή ασκηθείσα εντός της προθεσμίας της περ. β της παρ. 1 του άρθρου 934 KΠολΔ, κατ’ άρθρο 69 παρ.1δ KΠολΔ, λόγω τελεσίδικης ακύρωσης των προγενεστέρων πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, προϋπόθεση που ούτε επικαλείται η ανακόπτουσα ούτε αποδεικνύεται ότι συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση. Συνεπώς, αφού δεν συντρέχει ούτε περίπτωση τελεσίδικης ακύρωσης των προγενέστερων του ενδίκου πλειστηριασμού πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της εκπρόθεσμης προβολής του. Σε κάθε δε περίπτωση, οι ως άνω λόγοι ανακοπής είναι απορριπτέοι και ως ουσία αβάσιμοι, επειδή από το έγγραφα που ανωτέρω κατά την εξέταση της αυτεπάγγελτης νομιμοποίησης της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας αναφέρθηκαν, τα οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος είχαν τεθεί υπόψη της υπαλλήλου του πλειστηριασμού, αποδείχθηκε η ενεργητική νομιμοποίηση της επεισπεύδουσας. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε τους ως άνω λόγους ανακοπής, ως ουσία αβάσιμους, έσφαλε επειδή έπρεπε να απορριφθούν προτίστως ως απαράδεκτοι λόγω της εκπρόθεσμης προβολής τους και πρέπει να εξαφανιστεί ως προς την κρίση της αυτή και αφού κρατηθούν και δικαστούν από το παρόν Δικαστήριο οι ως άνω, πρώτος και δεύτερος, λόγοι ανακοπής κατά τα μέρη τους που επαναφέρονται ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 973 παρ. 1 και 6 ΚΠολΔ, όπως αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους από το άρθρο 69 Ν. 4842/2021 και εφαρμόζονται για όσους πλειστηριασμούς προσδιοριστούν μετά από την έναρξη ισχύος του την 01.01.2022 (άρθρα 116 παρ. 6 περ. στ’ και 120 Ν. 4842/2021), «1. Αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με δήλωση που κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού δυο (2) μήνες από την ημέρα της δήλωσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από την ημέρα αυτή. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός πέντε (5) ημερών μεριμνά ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e – ΕΦΚΑ). 2. Κάθε δανειστής, εφόσον έχει απαίτηση που στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο και κοινοποίησε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση, μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό. 3. Αν ένας δανειστής, άλλος από τον επισπεύδοντα, θέλει να επισπεύσει τον πλειστηριασμό κατά την παρ. 2, πρέπει να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και να συνταχθεί σχετική πράξη. Αν ο δανειστής αυτός έχει και ο ίδιος επιβάλει κατάσχεση, η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού επέχει θέση ανάκλησης της δικής του κατάσχεσης. Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται μέσα σε τρεις (3) ημέρες από τη δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου υπάλληλου. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός πέντε (5) ημερών μεριμνά ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικές Ασφάλισης (e – ΕΦΚΑ)… 6. Αντιρρήσεις για οποιονδήποτε λόγο που αφορά το κύρος της δήλωσης συνέχισης, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα της κατά την παράγραφο 1 ανάρτησης. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της και γίνεται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε έναν (1) μήνα από τη συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκων μέσων ούτε και αίτηση ανάκλησης. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από την οποία συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι βασική προϋπόθεση της συνέχισης του πλειστηριασμού από τον ίδιο τον επισπεύδοντα ή τον εξωδίκως υποκατασταθέντα τρίτο δανειστή, περί των οποίων προβλέπει η διάταξη του άρθρου 973 ΚΠολΔ, είναι η μη διενέργεια του πλειστηριασμού κατά την ημέρα που είχε οριστεί για οποιονδήποτε λόγο. Από την ίδια, δε, τη διάταξη της παρ. 1 του ως άνω άρθρου συνάγεται σαφώς ότι είναι αδιάφορος ο λόγος της μη διενέργειας του πλειστηριασμού, που μπορεί να οφείλεται τόσο σε πρωτοβουλία ή υπαιτιότητα του επισπεύδοντος, είτε γιατί δεν έκρινε εύθετο το χρόνο της διενέργειάς του, είτε διότι μετά από μερική καταβολή συμφώνησε με τον οφειλέτη στη ματαίωσή του (συναινετική αναστολή), είτε εγκατέλειψε τη διαδικασία, όσο και ανεξάρτητα από τη θέλησή του και δη για λόγους ανώτερης βίας ή κατόπιν νομοθετικής ρύθμισης ή βάσει δικαστικής απόφασης ή προσωρινής διαταγής, π.χ. ασθένεια του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, απαγγελία ακυρότητας του πλειστηριασμού, αναστολή του πλειστηριασμού κατ’ άρθρο 1000 ΚΠολΔ ή ακόμη και εκ του νόμου ματαίωσή του, όπως συνέβη με τη νομοθετική λήψη μέτρων για την αποφυγή διασποράς του κορωνοϊού COVID – 19, ενώ με ματαίωση παρέχουσα δικαιώματα συνέχισης της διαδικασίας, ακόμη και πριν αυτή (ματαίωση) λάβει χώρα, εξομοιώνεται και η εγκατάλειψη του ορισθέντος για το μέλλον πλειστηριασμού, όταν δεν τηρήθηκε η αναγκαία προδικασία του, ώστε να καθίσταται εκ των προτέρων βέβαιη η μη διενέργειά του (ΑΠ 1687/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, I. Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεσις, άρθρο 973, παρ. 398α, σελ. 1006 -1007, Κ. Κεραμεύς/Δ. Κονδύλης/Ν. Νίκας (Ε. Κιουπτσίδου -Στρατουδάκη), Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 973, αρ. 3, σ. 467, Π. Γέσιου -Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, 2η έκδ., Ειδικό μέρος, σ. 418 – 419, Β. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 973, αρ. 6, σ. 884 -885). Προσθέτως, με το Ν. 4335/2015 και τις αλλαγές που επέφερε στη διάταξη του άρθρου 934 ΚΠολΔ, καταργήθηκε το παλαιότερα προβλεπόμενο ενδιάμεσο – δεύτερο στάδιο προσβολής των πράξεων της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι μέχρι τον πλειστηριασμό, με περαιτέρω συνέπεια ότι οι πλημμέλειες που αφορούν πράξεις αυτής μετά τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης και ο οποίες αφορούν όχι στην αρχική, αλλά στην τυχόν μεταγενέστερη προδικασία του πλειστηριασμού, αν αυτός δεν λάβει χώρα κατά την αρχικά ορισθείσα ημερομηνία, όπως είναι η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού του άρθρου 973 ΚΠολΔ, που γίνεται είτε από τον αρχικό επισπεύδοντα την εκτέλεση και τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους του, είτε από άλλο δανειστή, δεν δύνανται πλέον να προσβληθούν αυτοτελώς με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αφού δεν εμπίπτουν σε κανένα από τα προβλεπόμενα στάδια του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν. 4335/2015. Για την προσβολή του κύρους της δήλωσης συνέχισης του πλειστηριασμού, προβλέπεται πλέον από τη διάταξη του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ μία ιδιαίτερη ανακοπή, η οποία ρυθμίζεται αυτοτελώς από την παραπάνω διάταξη, εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και η επ` αυτής απόφαση, που εκδίδεται κατά πιθανολόγηση, είναι ανέκκλητη και δεν χωρεί κατ` αυτής ανάκληση. Η ανακοπή ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον, ήτοι τον καθ’ ου η εκτέλεση, και στρέφεται κατά του δηλώσαντος τη συνέχιση. Με την ως άνω ανακοπή δύνανται να προβάλλονται λόγοι, ο οποίοι συνέχονται με το κύρος της δήλωσης αυτής, ήτοι λόγοι με τους οποίους προσβάλλεται η υποβολή της δήλωσης λόγω μη τήρησης των προϋποθέσεων και της διαδικασίας του άρθρου 973 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ. Μπορούν, ακόμη, να προβληθούν λόγοι αναγόμενοι στην έλλειψη των προϋποθέσεων για την επίσπευση του πλειστηριασμού από τον δηλούντα και δη λόγοι που αμφισβητούν την απαίτηση, την ύπαρξη και εκτελεστότητα του τίτλου λόγω ακύρωσής του, την τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας υποκατάστασης και τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος δανειστή λόγω μη επίδοσης επιταγής προς πληρωμή από τον υποκαθιστάμενο δανειστή ή ένεκα διενέργειας της δήλωσης συνέχισης πέραν του έτους ισχύος της επιταγής, κατά το άρθρο 926 παρ. 2 ΚΠολΔ, ή λόγω ακύρωσης, διαγραφής ή ανατροπής της κατάσχεσης ή παραίτησης του επισπεύδοντος από αυτήν. Επίσης, εφόσον σε δήλωση συνέχισης προβαίνει ο αρχικός επισπεύδων ή ο ειδικός ή καθολικός του διάδοχος δεν επιτρέπεται η προβολή λόγων που βάλλουν κατά της απαίτησης, του κύρους του εκτελεστού τίτλου και ελαττωμάτων της εκτελεστικής διαδικασίας από τη σύνταξη της επιταγής μέχρι τη δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης, αφού έχει ήδη προηγηθεί η άσκηση ή η δυνατότητα άσκησης εκ μέρους του καθ’ ου η εκτέλεση ανακοπής εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, λόγοι ανακοπής, προβαλλόμενοι με την κατ’ άρθρο 973 παρ. 6 ΚΠολΔ ανακοπή, ως ειδικής μορφής ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, υπόκειται αφενός στους περιορισμούς του άρθρου 933 παρ. 4 ΚΠολΔ ώστε ισχυρισμοί, οι οποίοι προσκρούουν σε δεδικασμένο, δεν δύνανται να προταθούν παραδεκτά ως λόγοι ανακοπής κατ’ άρθρο 973 παρ. 6 ΚΠολΔ και αφετέρου στον περιορισμό της προβλεπόμενης στη διάταξη του άρθρου 935 ΚΠολΔ αρχής «άνευ επικουρίας δικάζεσθαι» ώστε ισχυρισμοί, οι οποίοι αφορούν σε προγενέστερες της δήλωσης συνέχισης πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν δύναται να προταθούν παραδεκτά ως λόγοι ανακοπής κατ’ άρθρο 973 παρ. 6 ΚΠολΔ, εφόσον έχει ασκηθεί ανακοπή κατά των προγενέστερων πράξεων εκτέλεσης (ΜΠΛασιθ 87/2023. ΜΠΠειρ 1727/2023, ΜΠΠειρ 1276/2023, ΜΠΡοδ 224/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Π. Γέσιου -Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Β` έκδοση, Ειδικό Μέρος σ. 425 – 426, Κιουπτσίδου – Στρατουδάκη σε Κεραμεύ/ Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 973, αρ. 15, σ. 481 – 482).
Με τον τρίτο λόγο έφεσης ο εκκαλών επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τον τρίτο λόγο της ανακοπής του, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι πρώτη εφεσίβλητη δεν τήρησε τις διατυπώσεις της προδικασίας του προσβαλλόμενου επαναληπτικού πλειστηριασμού που διενεργήθηκε στις 11.5.2022 και ειδικότερα δεν προέβη στη δημοσίευση νέου αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, κατ’ άρ. 995 παρ. 4 ΚΠολΔ, αλλά περιορίστηκε στη δημοσίευση μιας ειδοποίησης διενέργειας πλειστηριασμού, που δεν περιλαμβάνει το σύνολο των στοιχείων που πρέπει να περιλαμβάνει το απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης και ειδικότερα ότι δεν περιλαμβάνονται στην ανωτέρω ειδοποίηση η περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου, η ακριβής περιγραφή των βαρών επί του ακινήτου, το ποσό για το οποίο γίνεται η κατάσχεση και οι όροι του πλειστηριασμού. Ο ανωτέρω λόγος ανακοπής πρέπει να απορριφθεί προτίστως ως απαράδεκτος, προβαλλόμενος με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, καθώς έπρεπε να προσβληθεί κατά την διαδικασία και μέσα στις προθεσμίες που τίθενται με την διάταξη του άρθρου 973 παρ.6 Κ.ΠολΔ, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν και επομένως ορθώς απορρίφθηκε και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως απαράδεκτος, με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες που αντικαθίστανται με αυτές της παρούσας απόφασης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 199, 513 ΕΠ, 175 ΑΚ και 1005 παρ 1 εδ. β ΚΠολΔ, σαφώς συνάγεται ότι ο αναγκαστικός πλειστηριασμός αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση που ολοκληρώνεται με την κατακύρωση και εξομοιώνεται με πώληση. Με την αναγκαστική εκτέλεση και τον πλειστηριασμό δεν δημιουργείται νέο δικαίωμα υπέρ του υπερθεματιστή, αλλά μεταβιβάζονται σ` αυτόν όσα δικαιώματα είχε επί του πλειστηριασθέντος πράγματος ο οφειλέτης (Ολ ΑΠ 1688/83, ΑΠ 442/93). Η κατάσχεση και ο πλειστηριασμός προϋποθέτει ότι ο οφειλέτης είναι δικαιούχος του δικαιώματος, που κατάσχεται και εκπλειστηριάζεται, καθώς και ότι έχει την εξουσία για τη διάθεσή του. Η έλλειψη εξουσίας διαθέσεως όπως και η έλλειψη κυριότητας του οφειλέτη επί του κατασχεθέντος και πλειστηριασθέντος αντικειμένου καθιστά τον πλειστηριασμό απρόσφορο να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά του, που είναι η μεταβίβαση του αντικειμένου του πλειστηριασμού στον υπερθεματιστή. Είναι λοιπόν δυνατόν ο πλειστηριασμός, που αποτελεί και την αιτία κτήσεως του κατασχεθέντος δικαιώματος (ΑΠ 242/2000), να παραμένει έγκυρος ως διαδικαστική πράξη, γιατί δεν έχει προσβληθεί με την ανακοπή του άρθρου 934 ΚΠολοΔ αλλά να είναι ανίσχυρος και ανενεργής ως δικαιοπραξία διαθέσεως του ουσιαστικού δικαίου, επειδή δεν επέφερε μεταβίβαση κυριότητας του πλειστηριασθέντος στον υπερθεματιστή, ακόμη και αν έχει εκδοθεί και μεταγραφεί περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως (Ολ ΑΠ 1688/83 ΑΠ 384/2002, 1642/2002). Εξάλλου το άρθρο 83 Ν. 4495/2017 το οποίο ορίζει ότι «1. Σε κάθε δικαιοπραξία εν ζωή περιλαμβανομένης και της δωρεάς αιτία θανάτου, που συντάσσεται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος και έχει ως αντικείμενο τη μεταβίβαση ή τη σύσταση εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο ή και σε ακίνητο χωρίς κτίσμα, επισυνάπτεται υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη και βεβαίωση μηχανικού…» που αναφέρεται ρητά σε δικαιοπραξίες, αφορά μόνο την εκούσια εκποίηση και όχι την περίπτωση μεταβιβάσεως ακινήτων στα πλαίσια αναγκαστικής εκτελέσεως.. (ΜΕφΑνΚρ 151/2022 ΤΝΠ Qualex). Με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, ο οποίος επαναφέρεται με τον τέταρτο λόγο έφεσης, ο ανακόπτων ζήτησε να ακυρωθεί η με αριθμό ……./31.5.2022 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της υπαλλήλου του πλειστηριασμού, επειδή δεν έχει προσαρτηθεί σε αυτήν δήλωση μηχανικού, που επιβάλλει το άρθρο 83 του Ν.4495/2017, λόγος που ορθώς απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ως μη νόμιμος, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν και επομένως πρέπει να απορριφθεί και ο τέταρτος λόγος έφεσης. Πρέπει επομένως, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς εξέταση, να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος κατά την άσκησή της παραβόλου Δημοσίου στον εκκαλούντα, να εξαφανιστεί εν μέρει η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε τους πρώτο και δεύτερο λόγους ανακοπής, και αφού κρατηθεί η ανακοπή ως προς τους ίδιους λόγους να απορριφθούν αυτοί ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω, πρέπει να καθοριστεί το σχετικό παράβολο ερημοδικίας για την απολιπόμενη εκκαλούσα, αφού, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 KΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας έχει ο ερημοδικασθείς αναγκαίος ομόδικος, έστω και αν αυτός θεωρείται ότι αντιπροσωπεύτηκε στη δίκη από τους παρόντες ομόδικους (ΑΠ 583/2023, qualex, ΑΠ 792/2022, Νόμος, ΑΠ 1029/2020 qualex, ΑΠ 855/2015 qualex, ΑΠ 658/2012, Νόμος). Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το Δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 583/2023, qualex, ΑΠ1029/2020 qualex, ΑΠ 855/2015, qualex)Τέλος, πρέπει ο εκκαλών να καταδικαστεί στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης και των δυο βαθμών δικαιοδοσίας ως προς την δεύτερη και τρίτη των εφεσίβλητων, και του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας ως προς την πρώτη εφεσίβλητη, η οποία δεν υποβλήθηκε σε δαπάνη για την δευτεροβάθμια δίκη, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 15.7.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………../2025) έφεση και την από 17.2.2026 με (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2026) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, με απούσα την πρώτη εφεσίβλητη που εκπροσωπείται από την αναγκαία ομόδικό της, προσθέτως παρεμβαίνουσα και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ανακοπής ερημοδικίας για την πρώτη εφεσίβλητη, στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την από 15.7.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ ………../2025) έφεση κατά της με αριθμό 1506/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών)
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι έκρινε κατ’ ουσίαν απορριπτέο στην έφεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ κατ’ ουσίαν τους πρώτο και δεύτερο λόγο έφεσης που αφορούν τον πρώτο και δεύτερο λόγο της από 18.7.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2022) ανακοπής
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον εκκαλούντα του κατατεθέντος από αυτόν για την άσκηση του ένδικου μέσου ηλεκτρονικό παράβολο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη με αριθμό 1506/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς μόνο ως προς τον πρώτο και δεύτερο λόγο της ως άνω ανακοπής.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει τους παραπάνω λόγους ανακοπής.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτούς ως απαράδεκτους.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος την δικαστική δαπάνη της ΄δεύτερης και τρίτης των εφεσίβλητων και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ και της πρώτης εφεσίβλητης για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις 8.6.2026, παρούσας της Γραμματέως και απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ