Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 415/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός αποφάσεως  415/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(2ο Τμήμα)

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη – Εισηγητή και από την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις …………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εκκαλούντων: 1) ……….2) ………….., απάντων κατοίκων Κερατσινίου Αττικής, οι οποίοι παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δήμου Κοντοδήμου (Α.Μ Δ.Σ Πειραιώς ……..).

Του εφεσίβλητου ………., ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημήτριου Κωστόπουλου (Α.Μ Δ.Σ.Α ………….) με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε σε βάρος των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 20/4/2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2022 αγωγή, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το ως άνω Δικαστήριο, συζήτησε την ως άνω αγωγή στις 17/2/2023, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 536/2024 οριστική απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως, οι εναγόμενοι άσκησαν την από 22/5/2024 έφεση τους, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………./2024 και β) δικογράφου …………/2024, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 22/5/2024 έφεση των εναγομένων, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου …./2024 και β) δικογράφου …./2024, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 536/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 20/4/2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/2022 αγωγής του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου κατά των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 23/5/2024, ήτοι προ πάσης επιδόσεως της απόφασης στους εκκαλούντες και εντός δύο (2) ετών από της δημοσιεύσεως της, που έλαβε χώρα στις 19/2/2024 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προ της αλλαγής του από το άρθρο 43 Ν. 5221/2025), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (533 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, αξίωση δε αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί, η ικανοποίηση, δε, συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προστατεύεται έτσι, με τα ως άνω άρθρα, η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομα στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων ταυ για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παρανόμου προσβολής της προσωπικότητας. Στην περίπτωση αυτή, η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διατάξεως που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου. Επομένως προσβολή της προσωπικότητας δύναται να επέλθει και από ποινικά κολάσιμες πράξεις, όπως η απειλή, προβλεπόμενη στο άρθρο 333 παρ.1 εδ.α Π.Κ., όπου ορίζεται ότι «Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας αυτόν με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή  με χρηματική ποινή» και η διατάραξη οικιακής ειρήνης, κατά τα άρθρο 334 παρ.1 Π.Κ που ορίζει ότι: «Όποιος εισέρχεται παράνομα ή παραμένει παρά τη θέληση του δικαιούχου στην κατοικία άλλου ή στο χώρο πού αυτός χρησιμοποιεί για την εργασία του ή σε χώρο περικλεισμένο που αυτός κατέχει τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή»

Με την υπό κρίση αγωγή του, ο ενάγων εκθέτει ότι τυγχάνει ιδιοκτήτης καταστήματος εστίασης και ότι η πρώτη εναγόμενη υπήρξε εργαζόμενη στην επιχείρησή του από το έτος 2018 έως και το τέλος Μαρτίου του έτους 2022. Ότι από το τέλος του 2021 επέδειξε ασυνεπή στάση στην εργασία της, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή και για τα λόγο αυτό στις 9 Μαρτίου του 2022 της προτάθηκε τετράωρη εργασία, την οποία αυτή αρνήθηκε ζητώντας εικονική απόλυση, ώστε να υπαχθεί στο ταμείο ανεργίας. Ότι την 11η Μαρτίου του 2022, η πρώτη εναγόμενη δεν προσήλθε στην εργασία της προφασιζόμενη πυρετό, παρότι ο ενάγων της ζήτησε να προσέλθει και ότι την επόμενη της απέστειλε γραπτό μήνυμα ότι δε θα την χρειαστεί για εκείνη τη μέρα, ενώ την ενημέρωσε ότι θα γίνει αυτό που εκείνη επιθυμεί με το ταμείο ανεργίας. Ότι έκτοτε, η πρώτη εναγόμενη δεν επανήλθε στην εργασία της χωρίς καμία ενημέρωση, ενώ παράλληλα ασκούσε σ’ αυτόν πιέσεις ζητώντας του αποζημίωση, παρότι η ίδια είχε αιτηθεί την εικονική της απόλυση. Ότι στις 24.3.2022 ο ενάγων της απέστειλε εξώδικη δήλωση, καλώντας την να προσέλθει στην εργασία της στις 29.3.2022, προσκομίζοντας τα έγγραφα που αιτιολογούσαν την απουσία της, χωρίς ανταπόκριση εκ μέρους της και στις 30.3.2022 της κοινοποίησε το έγγραφα της οικειοθελούς αποχώρησής της. Ότι την ίδια ημέρα η πρώτη εναγόμενη προσήλθε στην επιχείρηση δηλώνοντας ότι θέλει να εργαστεί, αλλά παρότι ενημερώθηκε ευγενικά πως δεν τυγχάνει πλέον εργαζόμενη στην επιχείρηση και ότι πρέπει να αποχωρήσει, αυτή αρνήθηκε να αποχωρήσει και ακολούθησε ενώπιον των πελατών του καταστήματος λεκτική επίθεσή της με ένταση σε βάρος της διευθύντριας του καταστήματος, η οποία κάλεσε την αστυνομία. Ότι εν συνεχεία, κατόπιν συνεννόησης, κατέφθασε ο τρίτος εναγόμενος, αδελφός της, ο οποίος μπήκε στο κατάστημα και ενώπιον όλων των παρισταμένων απευθυνόμενος στον μάγειρα του καταστήματος και κατόπιν στη διευθύντρια αυτού, εκφράσθηκε απειλητικά και υβριστικά ως προς το πρόσωπό τους κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, ενώ εν συνεχεία αποχώρησε όταν άκουσε ότι κλήθηκε η αστυνομία. Ότι η πρώτη εναγόμενη εξακολούθησε να παραμένει στο κατάστημα και εν συνεχεία εμφανίσθηκε η δεύτερη εναγόμενη, μητέρα της, η οποία άρχισε να φωνάζει, ώστε να ακούγεται από όλους τους πελάτες, ότι θα κλείσει το κατάστημα και θα φέρει τις αρχές να του κάνουν έλεγχο, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ο ενάγων κάνει παρανομίες, εν συνεχεία δε, πλησίασε τη διευθύντρια του καταστήματος αποκαλώντας την άμυαλη και λέγοντας ότι θα της κάνει ζημιά. Ότι η τελευταία κάλεσε την αστυνομία για τρίτη φορά και τότε μόνο οι εναγόμενες αποχώρησαν, ενώ το ανωτέρω περιστατικό εντός του χώρου του καταστήματος του διήρκεσε από τις 14:15 έως και τις 15:30, κατά το οποίο οι εναγόμενοι ενεργώντας προφανώς από κοινού και κατόπιν μεταξύ τους συνεννόησης, και έχοντας σκοπό να τον πλήξουν και να τον ζημιώσουν, δρώντας με σχέδιο επέλεξαν να παραμείνουν στα χώρο του καταστήματος όπου φώναζαν, απειλούσαν και έβριζαν, για να διαταράξουν την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησής του, να ενοχληθούν οι παριστάμενοι πελάτες και να τον δυσφημήσουν ως επιχειρηματία, αφήνοντας σαφείς υπαινιγμούς ότι η επιχείρηση και ο ίδιος δεν λειτουργούσαν σύννομα και έντιμα με άμεσο αποτέλεσμα τρεις παρέες πελατών να αποχωρήσουν κατά τη διάρκεια του επεισοδίου και οι υπάλληλοι της επιχείρησης να υποστούν εκφοβισμό. Ότι με την ανωτέρω συμπεριφορά τους οι εναγόμενοι, που λειτούργησαν από κοινού, έχοντας κοινό δόλο, διέπραξαν σε βάρος του, τις αξιόποινες πράξεις της διατάραξης οικιακής ειρήνης και της απειλής και προσέβαλαν την προσωπικότητά του, που χαίρει εκτίμησης προσωπικά αλλά και μέσω της επιχείρησής του, η οποία είναι ευρέως γνωστή και διακεκριμένη, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Με βάση αυτό το ιστορικό ζητά: α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να του καταβάλλουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής, β) να διαταχθούν οι εναγόμενοι να απέχουν στο μέλλον από κάθε προσβολή της προσωπικότητας του γ) να απειληθεί καθ` εκάστου εξ αυτών χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση για κάθε παραβίαση της απόφασης που θα εκδοθεί και δ) να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης.

Στη συνέχεια, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθ. 536/2024 οριστική απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους, ευθυνόμενους εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 2.500 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση τους, οι εναγόμενοι προσβάλουν την ανωτέρω απόφαση και παραπονούνται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος αυτής που έκανε δεκτή την αγωγή και να απορριφθεί η τελευταία εν όλω.

Με τον πρώτο λόγο της έφεσης τους, οι εναγόμενοι παραπονούνται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ένσταση αοριστίας που υπέβαλαν πρωτοδίκως και έκρινε ορισμένη την αγωγή, ενώ θα έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη αφού σε αυτήν δεν εξειδικεύονται: α) η περιουσιακή και προσωπική κατάσταση των μερών, στο βαθμό που επηρεάζει το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης και β) η αδικοπρακτική συμπεριφορά τους και η, βάσει αυτής, ηθική βλάβη του ενάγοντος. Περαιτέρω ως προς το πρώτο σκέλος της, η ένσταση αοριστίας πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη δεδομένου ότι η κοινωνική θέση και η περιουσιακή οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών αποτελούν περιστατικά, στο πλαίσιο της αγωγής αδικοπραξίας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος, αλλά δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής ούτε περί τούτων διατάσσεται απόδειξη αλλά τα δικαστήρια αποφαίνονται γι’ αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 543/2009, ΑΠ 1445/2003, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 6982/2007, ΕπισκΕμπΔ 2008/189) και επομένως η απουσία τους δεν καθιστά την αγωγή αόριστη. Ως προς το δεύτερο σκέλος της, η ένσταση αοριστίας πρέπει ομοίως να απορριφθεί ως αβάσιμη, αφού στο δικόγραφο της αγωγής εκτίθενται επαρκώς τόσο η κοινή αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, όσο και η ηθική βλάβη που αυτή προκάλεσε στον εναγόμενο, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα στην υπό κρίση αγωγή. Επομένως ορθά κρίθηκε ως ορισμένη η αγωγή, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτομένου παράλληλα και του πρώτου λόγου εφέσεως.

Από την υπ’ αριθ. …/16-9-2022 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ………. και τις υπ’ αριθ. .., …/30-9-2022 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ……… και …., αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά, τις οποίες προσκομίζει ο ενάγων και οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομοτύπου και εμπροθέσμου κλητεύσεως των εναγομένων (βλ. τις υπ’ αριθ. .., …, …./12-9-2022 και ….., ….., ……../27-9-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, ……. …), την υπ’ αριθ. …./16-9-2022 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα …….. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς, την οποία προσκομίζουν οι εναγόμενοι και η οποία ελήφθη κατόπιν νομοτύπου και εμπροθέσμου κλητεύσεως του ενάγοντος (βλ. την υπ’ αριθ. …………/13-9-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ………), καθώς και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 παρ.1 αρ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ.4 ΚΠολΔ) καθώς και έγγραφα που παραδεκτώς προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), εφόσον δεν προέκυψε ότι δεν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α΄ και 336 παρ. 3 ΚΠολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α΄ και 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων διατηρεί κατάστημα εστίασης με την επωνυμία «…….», που εδρεύει στο ….. Αττικής, στην οδό ….. Στις 22.9.2018 προσέλαβε την πρώτη εναγόμενη, ως υπάλληλο μερικής απασχόλησης, απασχολούμενη με έξι ώρες εργασίας ημερησίως και τριάντα εβδομαδιαίως. Τον Μάρτιο του έτους 2022, της πρότεινε, λόγω της εκ μέρους του επικαλούμενης ασυνεπούς συμπεριφοράς της, να μετατρέψει το ωράριό της σε τετράωρο ημερησίως και αυτή αρνήθηκε, ζητώντας να παραμείνει με το ισχύον ωράριό της, άλλως ζήτησε την κανονική καταγγελία της σύμβασής της εκ μέρους του ενάγοντος, ώστε να λάβει τις αποδοχές της και να υπαχθεί στο ταμείο ανεργίας. Από την, μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων, ανταλλαγή γραπτών μηνυμάτων, μέσω των κινητών τους τηλεφώνων, προκύπτει ότι στις 12 Μαρτίου, ημέρα Σάββατο, και αφού τις προηγούμενες ημέρες η εναγόμενη είχε λείψει σε άδεια, ο ενάγων της ζήτησε να μην προσέλθει στην εργασία της και την ενημέρωσε ότι θα ξαναμιλήσουν τη Δευτέρα, στις 14 Μαρτίου, σχετικά με την συναινετική καταγγελία της σύμβασης της. Την μέρα εκείνη η διευθύντρια του καταστήματος, ………….., ειδοποίησε την πρώτη εναγομένη ότι την επόμενη το πρωί μπορούσε να πάει στο λογιστήριο να πάρει τα απαραίτητα έγγραφα για τα ταμείο ανεργίας και να ενημερωθεί για τη διαδικασία, της ευχήθηκε, δε, καλή τύχη σε ότι κάνει εφεξής και την ευχαρίστησε που ήταν όλα τα χρόνια κοντά τους. Κατόπιν τούτων, η πρώτη εναγόμενη ρώτησε την ως άνω διευθύντρια, αν πέρα από το ταμείο ανεργίας θα λάβει και την αποζημίωση απόλυσης και η τελευταία αποκρίθηκε ότι τη βάζουν στο ταμείο ανεργίας για να μη μείνει χωρίς χρήματα, επειδή αρνήθηκε να εργαστεί σε τετράωρη απασχόληση στην επιχείρηση και ότι δεν υπάρχουν χρήματα για να αποζημιωθεί, ότι ο ενάγων δεν έχει ούτε τα χρήματα για τον μισθό της και γι` αυτό της πρότεινε να εργασθεί τετράωρο. Μετά τα ανωτέρω, η πρώτη εναγόμενη αρνήθηκε να υπαχθεί σε καθεστώς τετράωρης εργασίας δηλώνοντας ότι επιθυμεί να παραμείνει στο ωράριο της σύμβασής της, άλλως να απολυθεί λαμβάνοντας τα εκ του νόμου προβλεπόμενα τα οποία θεωρούσε ότι ήταν υποχρεωμένοι να της παράσχουν. Κατόπιν της ανωτέρω στιχομυθίας, η πρώτη εναγόμενη, θεώρησε ότι απολύθηκε, δεν προσήλθε στην εργασία της και ανέμενε την αποζημίωσή της, όταν στις 28.3.2022, ημέρα Δευτέρα, της επιδόθηκε εξώδικη δήλωση του εργοδότη της, με παράπονα για την επί δεκαπενθημέρου αδικαιολόγητη απουσία της, με την οποία την κάλεσε να προσέλθει στην εργασία της κατά τα προβλεπόμενα στη σύμβαση, από Τρίτη έως Σάββατο και σε ώρες από 12.00 μεσημβρινή ως 18:00 απογευματινή, όπως είχε συμφωνηθεί για τις ανάγκες της επιχείρησης και να προσκομίσει τα έγγραφα που αιτιολογούσαν την απουσία της, των προηγουμένων ημερών, με την επιφύλαξη, σε διαφορετική περίπτωση να ασκήσει κάθε νόμιμο δικαίωμά του. Η πρώτη εναγόμενη, μετά την ανωτέρω εξώδικη δήλωση, δεν εμφανίσθηκε την επόμενη, ημέρα Τρίτη, στην εργασία της, αλλά κατόπιν συμβουλής της λογίστριας της, η οποία επικοινώνησε με την Επιθεώρηση Εργασίας εμφανίσθηκε, να εργασθεί στην επιχείρηση στις 30.3.2022 και ώρα 14:00 τα μεσημέρι, οπότε δημιουργήθηκε επεισόδιο αντιπαράθεσης μεταξύ της ιδίας και των εργαζομένων της επιχείρησης, απόντος του ενάγοντος. Μάλιστα, όπως προκύπτει από την με αριθμό ……./30.3.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιά, ……., στις 16:25 της ίδιας ημέρας, με έγγραφη παραγγελία από τον ενάγοντα επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη, η αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησής της, παρότι η ίδια διατηρούσε την πεποίθηση ότι απολύθηκε και δικαιούνταν αποζημίωση για την απόλυσή της. Κατόπιν, δε, άσκησης αγωγής από την πρώτη εναγομένη κατά του ενάγοντος, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 60/2023 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, η οποία, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από τον εδώ ενάγοντα, επικυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 486/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και υποχρεώθηκε ο ενάγων να καταβάλλει στην πρώτη εναγομένη, ποσό 1.400 ευρώ, νομιμοτόκως, ως αποζημίωση απολύσεως. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες διάρρηξης της εργασιακής σχέσης, στις 30.3.2022, η πρώτη εναγόμενη, κατόπιν της δεκαπενθήμερης απουσίας της και της λήψης της εξωδίκου δηλώσεως του ενάγοντος, προσήλθε στο κατάστημα του τελευταίου περί ώρα 14:00, όπου ο μάγειρας ……….., αφού ενημέρωσε τον ενάγοντα αλλά και την κ. …………., της ζήτησε να αποχωρήσει από το κατάστημα διότι, λόγω της, κατ’ αυτόν, οικειοθελούς αποχώρησής της, δεν εργαζόταν πλέον εκεί, αλλά εκείνη αρνήθηκε. Στη συνέχεια περί τις 14:15 προσήλθε στο κατάστημα η ανωτέρω διευθύντρια του καταστήματος, η οποία επίσης ζήτησε από την πρώτη εναγομένη, κατόπιν σύντομης μεταξύ τους στιχομυθίας να αποχωρήσει, πλην, όμως, η πρώτη εναγόμενη παρέμεινε θεωρώντας ότι έχει δικαίωμα να εργασθεί. Εν συνεχεία, κατόπιν συνεννόησης της πρώτης εναγόμενης με τη δεύτερη εναγόμενη μητέρα της και τον τρίτο εναγόμενο αδελφό της, οι οποίοι και γνώριζαν λόγω της συγγενικής τους σχέσης τις διαφορές, που είχε η πρώτη εναγόμενη με τον ενάγοντα εργοδότη της, αυτοί προσέτρεξαν στο κατάστημα προς υποστήριξη της τελευταίας. Ο τρίτος εναγόμενος εισήλθε σε αυτό με αρνητή διάθεση και επιτέθηκε φραστικά στον μάγειρα του καταστήματος ενώ τον πλησίασε απειλητικά και κόλλησε το πρόσωπό του στο πρόσωπο του τελευταίου, περαιτέρω δε, μίλησε απρεπώς και στην διευθύντρια του καταστήματος, η οποία προσέτρεξε να υποστηρίξει τον ανωτέρω υπάλληλο. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο τρίτος εναγόμενος ζήτησε από την τελευταία να πάρει τον ενάγοντα τηλέφωνο για να του μιλήσει και της είπε ότι «τώρα αρχίζει τα γλέντι, θα δείτε τί θα πάθετε, θα σας κλείσουμε το μαγαζί ρε» με την σταθερή παρουσία και της πρώτης εναγόμενης, η οποία δεν έκανε καμία προσπάθεια να ηρεμήσει τον τρίτο εναγόμενο, αλλά εξακολούθησε να παραμένει στο κατάστημα, παρότι της είχε ζητηθεί να φύγει. Εν συνεχεία, η διευθύντρια του καταστήματος κάλεσε την άμεση δράση για δεύτερη φορά, όπως αποδεικνύεται και από το σχετικό έγγραφο της Αστυνομικής Διευθύντριας της Διεύθυνσης Άμεσης Δράσης Αττικής κατά το οποίο, έγινε κλήση στην εν λόγω υπηρεσία στις 14:17 με αίτημα να επιληφθούν στην οδό ………….., για φραστικό επεισόδιο μεταξύ της ως άνω καλούσας υπαλλήλου και έτερης γυναίκας και εν συνεχεία έτερη κλήση στις 14:37 από το ίδιο άτομο, με το ίδιο αίτημα και την πληροφορία ότι στο σημείο μετέβη ήδη ο αδελφός της έτερης γυναίκας, ο οποίος επίσης δημιουργούσε επεισόδιο. Κατόπιν της κατά τα ανωτέρω κλήσης στην αστυνομία, ο τρίτος εναγόμενος αποχώρησε και στο μεταξύ εισήλθε στο κατάστημα η δεύτερη εναγόμενη, η οποία επίσης ήλθε σε λεκτική αντιπαράθεση με τους εργαζόμενους στο ως άνω κατάστημα με την παρουσία της πρώτης εναγόμενης και μεταξύ άλλων, άρχισε να φωνάζει εντός του καταστήματος, ότι θα φέρει τις αρχές για έλεγχο και ότι θα κλείσει το κατάστημα του ενάγοντος, ενώπιον και των παρισταμένων πελατών αλλά και των εργαζομένων, οι οποίοι και θορυβήθηκαν. Στη συνέχεια, οι δύο εναγόμενες αποχώρησαν λίγα λεπτά πριν καταφθάσει το περιπολικό στις 15:27. Εκ των ανωτέρω, προκύπτει ότι άπαντες οι εναγόμενοι, οι οποίοι συνδέονται με συγγενικό δεσμό, που ενίσχυσε το θυμικό τους και έχοντας εκ των προτέρων γνώση των εξελίξεων της εργασιακής κατάστασης της πρώτης εναγόμενης, όπως προκύπτει ιδίως από την κατάθεση της λογίστριας της επιχείρησης, θέλησαν να ασκήσουν πίεση στον ενάγοντα για την άσκηση των δικαιωμάτων της τελευταίας και γι’ αυτό εισήλθαν στην επιχείρησή του, όπου και παρέμειναν, χωρίς τη θέλησή του, εντός του καταστήματος του, όπως η θέληση αυτή εκφράσθηκε από τους εργαζομένους του και γι’ αυτό και τον απείλησαν φωνάζοντας ότι θα φέρουν τις αρχές και ότι θα κλείσουν το μαγαζί του, αφήνοντας υπόνοιες ότι αυτός μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους ως επαγγελματίας και ότι οι αρχές θα διακόψουν τη λειτουργία του, δημιουργώντας ταραχή στους υπαλλήλους της επιχείρησης και όχληση στους παριστάμενους πελάτες. Η συμπεριφορά τους αυτή ήταν μειωτική προς τον ενάγοντα και κατευθυνόταν στο να τον πλήξουν προσωπικά. Επίσης ανεξάρτητα από το νόμιμο των αξιώσεων της πρώτης εναγόμενης για την αποζημίωση απόλυσής της, η ανωτέρω επίμονη και ταυτόχρονη παρουσία των εναγομένων στο κατάστημα του ενάγοντος σε συνδυασμό με τις απειλές τους προς τον τελευταίο, είχαν στόχο να ασκήσουν από κοινού πίεση σε αυτόν και ήταν αρκετοί για να του προκαλέσουν ανησυχία, γενόμενοι ενώπιον τρίτων πελατών αλλά και των υπαλλήλων του, στους οποίους προκλήθηκε ταραχή και εν τέλει διασαλεύθηκε η εύρυθμη λειτουργία της ανωτέρω επιχείρησης, που αποτελεί πτυχή της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ενάγοντος. Σημειωτέο, ότι για τα ανωτέρω περιστατικά ο ενάγων κατέθεσε στη συνέχεια στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιά, την με Α.Β.Μ. …………. μήνυση – έγκλησή του, κατά των εναγομένων. Συνεπώς η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων προσέβαλε τον ενάγοντα στην προσωπικότητά του, ως επιχειρηματία, και προκάλεσε την ηθική του βλάβη και επομένως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, δεχόμενη την τέλεση της ως άνω αδικοπραξίας από τους εναγομένους, από κοινού, απορριπτομένων παράλληλα των δεύτερου και τρίτου λόγου της εφέσεως τους. Περαιτέρω, η κατά τα ανωτέρω άδικη και υπαίτια πράξη των εναγόμενων επέφερε στον ενάγοντα στεναχώρια και ψυχικό άλγος, για τα οποία πρέπει να αποζημιωθεί λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη. Για τον προσδιορισμό του χρηματικού ποσού το οποίο τυγχάνει αναλογικό και δίκαιο για να παράσχει στον ενάγοντα μια ηθική ανακούφιση για τη στεναχώρια που βίωσε από τη σε βάρος του άδικη πράξη των εναγόμενων, πρέπει να ληφθεί υπόψη η κοινή περί δικαίου συνείδηση για τη θέση σε μια ισορροπία των αντιτιθέμενων συμφερόντων του ενάγοντα ως παθόντα και των εναγομένων ως δραστών καθώς και όλων των συνθηκών που προσδιόρισαν την αδικοπραξία, περιλαμβανομένων του είδους της προσβολής, της έκτασης της βλάβης, των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του δικαιούχου και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων μερών. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι εύλογη και σύμφωνη με την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, η αποζημίωση για την ηθική βλάβη του ενάγοντος πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, γενομένου εν μέρει δεκτού του τέταρτου λόγου εφέσεως των εναγομένων, με τον οποίο ζητούσαν την μείωση του, επιδικασθέντος πρωτοδίκως, κονδυλίου των 2.500 ευρώ ως υπερβολικού και μη αναλογικού.

Επομένως, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση των εναγομένων και αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το ανωτέρω εκτεθέν στο σκεπτικό κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί από το παρόν Δικαστήριο, να δικαστεί στην ουσία, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα ποσό 1.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, πρέπει να εξαφανιστεί η διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης για τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των εναγομένων και να επιδικαστεί μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος εις βάρος των εναγομένων, ανάλογη με την έκταση της νίκης του ενάγοντος (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, όπως, ειδικότερα, καθορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της εφέσεως στους εκκαλούντες, λόγω της αποδοχής της εφέσεως τους (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.τελευτ ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και, εν μέρει, κατ’ ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 536/2024 οριστική απόφασή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 20/4/2022 αγωγής,  μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει τους εναγόμενους, ευθυνόμενους εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα, το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Επιβάλλει σε βάρος των εκκαλούντων, μέρος των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου, τα οποία ορίζει, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου για την άσκηση της έφεσης στον καταθέσαντα τούτο.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 19/3/2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ                                    ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ

Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι στις 8 Ιουνίου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ                                    ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ