ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
Αριθμός αποφάσεως 416/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(2ο Τμήμα)
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη – Εισηγητή και από την Γραμματέα E.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος – καθ’ ου η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ………….., ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μιχαήλ Ζηδιανάκη (Α.Μ. Δ.Σ. Θεσσαλονίκης ………..), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης – υπερ’ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στην Αθήνα, με ΑΦΜ ………., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και τον διακριτικό τίτλο «…………», που εδρεύει στο ………. Αττικής, με ΑΦΜ ……., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μανούσο (Α.Μ Δ.Σ.Α ………).
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών άσκησε σε βάρος της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 4/11/2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/2019 αγωγή, με την οποία ζητούσε όσα αναφέρονται σ’ αυτήν. Το ως άνω Δικαστήριο, συζήτησε την ως άνω αγωγή στις 16/10/2020, ερήμην της εναγομένης και με την υπ’ αριθ. 1007/2021 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως ο ενάγων άσκησε την από 2/3/2023 έφεση του, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου …………/2023 και β) δικογράφου ………./2023, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τις 21/11/2024 και κατόπιν αναβολής για την ανωτέρω δικάσιμο. Ακολούθως η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα άσκησε, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, την από 14/10/2024 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/2024, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
A. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 524 παρ. 1 και 2 και 528 ΚΠολΔ (όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 άρθρ. τρίτο του Ν. 4335/2015 και το άρθρο 44 παρ. 2 του Ν. 3994/2011, αντίστοιχα), προκύπτει ότι η προφορική συζήτηση ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από το διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, οπότε, με την τυπική παραδοχή της έφεσης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης και αναδικάζεται η υπόθεση από το Εφετείο, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται πλέον προφορικά. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, που είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έτσι δεν είναι επιτρεπτή η παράσταση κατά τη συζήτηση με κοινή δήλωση των διαδίκων, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, ή με δήλωση του ενός ή ορισμένων μόνο πληρεξουσίων ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση. Η απαγόρευση της παράστασης με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου στην περίπτωση του άρθρου 528 ΚΠολΔ ισχύει όχι μόνο για το διάδικο, ο οποίος δικάστηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, αλλά και για τον αντίδικο του, ο οποίος κανονικά είχε παραστεί στον πρώτο βαθμό. Τούτο σαφώς προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις, γιατί διαφορετικά, χωρίς δηλαδή την πραγματική παράσταση όλων των διαδίκων, προφορική συζήτηση δε νοείται, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα της εκατέρωθεν ακρόασης και της κατ’ αντιδικία συζήτησης της υπόθεσης (άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος), αλλά και για να εξασφαλίζεται η ισότητα των όπλων (άρθρο 110 ΚΠολΔ) και η αρχή της δίκαιης δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (ΑΠ 491/2023, ΑΠ 286/2023, ΑΠ 131/2022, ΑΠ 635/2020, ΑΠ 1478/2019, ΑΠ 476/2017, areiospagos.gr). Σε μια τέτοια περίπτωση, που δεν μπορεί να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο διάδικος που κατέθεσε προτάσεις και δεν παρουσιάσθηκε στη συζήτηση, δικάζεται ερήμην (ΑΠ 1184/2021, ΕφΠειρ 531/2020, ΕφΠειρ 295/2020, ΕφΠειρ 41/2020, ΕφΘεσ 36/2019, ΕφΘεσ 896/2018, ΕφΑθ 1123/2014, ΕφΑθ 2203/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
B. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 §3 ΚΠολΔ (όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 Ν. 4842/2021), σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 271 και 272 του ιδίου Κώδικα, όταν δεν εμφανιστεί στο ακροατήριο ο εκκαλών ή εμφανιστεί και δεν συμμετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο στη συζήτηση της εφέσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει την υποχρέωση να ερευνήσει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση της έφεσης, καθώς και τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του. Όταν, δε, η υπόθεση συζητείται κατόπιν αναβολής, τότε, κατ’ άρθρο 226 παρ.4 εδαφ.δ ΚΠολΔ, κλήση του, απόντος κατά την αρχική δικάσιμο, διαδίκου δεν χρειάζεται για την μετ’ αναβολή δικάσιμο και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει, ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Όταν την επίσπευση κάνει ο εκκαλών ή την κάνει ο εφεσίβλητος και ο εκκαλών έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, το δικαστήριο θα απορρίψει την έφεση, εφόσον αυτή ασκήθηκε παραδεκτώς. Σύμφωνα, δε, με την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 524 ΚΠολΔ, η απόρριψη της έφεσης, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι κατά τύπους, διότι, αν και οι λόγοι της έφεσης στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, ωστόσο, θεωρούνται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή, πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της έφεσης (ΑΠ 268/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη εκκαλών άσκησε σε βάρος της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 4/11/2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/2019 αγωγή, με την οποία ζητούσε όσα αναφέρονται σ’ αυτήν. Το ως άνω Δικαστήριο, συζήτησε την ως άνω αγωγή, στις 16/10/2020, ερήμην της εναγομένης και με την υπ’ αριθ. 1007/2021 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως ο ενάγων άσκησε την από 2/3/2023 έφεση του, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ……../2023 και β) δικογράφου …………./2023, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση από τον εκκαλούντα για τις 21/11/2024, για την οποία (δικάσιμο) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η εφεσίβλητη (βλ. την υπ’ αριθ. Λ ……../1-9-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, …………) και κατόπιν αναβολής για την ανωτέρω δικάσιμο στις 20/11/2025. Στη τελευταία αυτή δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο εκκαλών παρέστη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η παράσταση αυτή του εκκαλούντος, όμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Α μείζονα σκέψη, δεν είναι η προσήκουσα, δεδομένου ότι, λόγω της ερημοδικίας της εναγομένης στην πρωτοβάθμια δίκη, κατά την διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η ένδικη έφεση, η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική και δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, εφόσον ο εκκαλών δεν μετέχει κανονικά στη συζήτηση της έφεσης, και, εφόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει, ως κλήτευση όλων των διαδίκων, για την μετ’ αναβολή δικάσιμο, αυτός πρέπει να δικασθεί ερήμην.
Περαιτέρω, η ως άνω κρινόμενη έφεση, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεσή της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω της εκπροθέσμου ασκήσεως της, εφόσον ασκήθηκε στις 12/7/2023, ήτοι σε χρονικό διάστημα πέραν των δύο (2) ετών από της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, που έλαβε χώρα στις 14/5/2021 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει προ της αλλαγής του από το άρθρο 43 Ν. 5221/2025). Επομένως πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 532 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε ο εκκαλών, στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας του (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ. τελευτ ΚΠολΔ) καθώς και να οριστεί παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους του εκκαλούντος (άρθρα 501, 502 §1, 505 §2 ΚΠολΔ), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
Γ. Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της έφεσης ή αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στα οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντας ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδια προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012, ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή (άρθρο 83 ΚΠολΔ) συνάγεται ότι, αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς του αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντας προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία ταυ παρεμβαίνοντας με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς, όμως, να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005 ΤΝΠ Νόμος). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη, ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ 570/2019 ΕΦΑΔ 2019.329). Λόγω δε της δημιουργούμενης αναγκαστικής ομοδικίας για τους ομόδικους που απουσιάζουν, δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας, αλλά αυτοί αντιπροσωπεύονται από τους παριστάμενους ομοδίκους τους (ΑΠ 192/2012, ΑΠ 1332/2011, ΑΠ 1230/2008, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1145/2007 ΝοΒ 2007.1828, ΕφΛαρ 212/2015 Δικογρ. 2015.510, ΕφΛαρ 343/2012 Δικογρ. 2012.698, ΕφΙωαν 75/2005 ΕλλΔνη 47.859, ΕφΑθ 205/2002 Αρμ. 2003.840, Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, τομ. Α`, άρθρο 76 σελ. 523, παρ. 33, Κεραμέα – Κονδύλη – Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, τόμ. 1ος, άρθρο 83, σελ. 193, παρ. 1 και άρθρο 76, σελ. 178, παρ. 7).
Με την από 14/10/2024 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της, η παρεμβαίνουσα εκθέτει ότι μετά την άσκηση της αγωγής και την επελθούσα εκκρεμοδικία, η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στην πολιτεία ….. των Η.Π.Α, κατέστη απώτερη ειδική διάδοχος της εφεσίβλητης, κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν, μεταξύ άλλων, και των υπό κρίσιν ένδικων απαιτήσεων, δυνάμει της από 15/11/2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και έλαβε αριθ. πρωτ. …./15.11.2019. Ότι η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία νόμιμα κατέστη ειδική διάδοχος της εφεσίβλητης ως προς τις απαιτήσεις που απορρέουν από τις με αριθμό ……../29-6-2007 και …………./29-6-2007 δανειακές συμβάσεις, οι οποίες και αποτελούν αντικείμενο της ως άνω εκκρεμούς δίκης. Ότι η παρεμβαίνουσα αποτελεί εταιρεία αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015, δυνάμει της με αριθμό 247/14.11.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων και αποτελεί μη δικαιούχο διάδικο και διαχειρίστρια των απαιτήσεων της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, δυνάμει της από 14-11-2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών. Με το ως άνω περιεχόμενο η παρεμβαίνουσα εκθέτει, ότι ως έχουσα έννομο συμφέρον, υπό την ανωτέρω ιδιότητα της, ασκεί αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπερ της εφεσίβλητης και κατά του εκκαλούντος, ζητώντας να απορριφθεί η έφεση του τελευταίου και να καταδικαστεί ο εκκαλών στη δικαστική της δαπάνη.
Η ως άνω αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση ασκείται παραδεκτά και νόμιμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 80, 81 παρ.1, 83, 215 παρ.1, 225 παρ.2 ΚΠολΔ), εφόσον για το παραδεκτό της συζήτησης αυτής κλήθηκαν νόμιμα ο εκκαλών και η εφεσίβλητη (βλ. την υπ’ αριθ. ……/25-10-2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, …………… και την υπ’ αριθ. …………./24-10-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, …………., αντίστοιχα), με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου εφεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση να συνεκδικαστεί με την κρινόμενη έφεση (άρθρα 31 παρ.1 και 246 ΚΠολΔ). Κατ` εφαρμογή, δε, των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, παρά την απουσία της εφεσίβλητης, η συζήτηση της έφεσης θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα, αφού αυτή θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα. Κατόπιν τούτων και εφόσον απορρίφθηκε, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, η έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να γίνει δεκτή και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα της παρεμβαίνουσας (άρθρα 176, 182, 183, 191 §2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει, ερήμην του εκκαλούντος και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, την έφεση και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Ορίζει το παράβολο για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την έφεση.
Δέχεται την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα, στα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου για την άσκηση της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 19/3/2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ
Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι στις 8 Ιουνίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ