Αριθμός 364/2017
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΝΑΥΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Χρήστο Τζανερρίκο, Πρόεδρο Εφετών, Αθανάσιο Θεοφάνη, Εφέτη και Χαρίκλεια Σαραμαντή, Εισηγήτρια, Εφέτη, και από τη Γραμματέα Δ.Π.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρείας με την επωνυμία «………..» («…………..»), η οποία εδρεύει στη ………….. της Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Αντώνιο Κουτσοφιό.
ΚΑΘ΄ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», η οποία εδρεύει στη …… Ιταλίας και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Αλέξανδρο Ελευθερίου (με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).
ΠΡΟΣ
Την εταιρεία με την επωνυμία «……………..», η οποία εδρεύει στο …. Ιταλίας και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Δημήτριο Γιομελάκη.
Η καθ΄ης η κλήση-εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 26.2.2010 και με αριθμ. εκθ. καταθ. ……./2010 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκαν η υπ΄ αριθμ. 1527/2011 μη οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που διέταξε αποδείξεις και η υπ΄ αριθμ. 5543/2013 απόφαση αυτού, που απέρριψε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η ενάγουσα και ήδη καθ΄ ης η κλήση-εκκαλούσα με την από 3.1.2014 και με αριθμ. εκθ. κατάθ. ……/2014 έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε η 17η.9.2015, οπότε ματαιώθηκε η συζήτησή της.
Με την από 4.12.2015 (αριθ. εκθ. καταθ. δικογρ. …/ ……./2015) κλήση της καλούσας-εφεσίβλητης η προκειμένη υπόθεση επανεισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αρχικά στη δικάσιμο της 26ης .5.2016 και, μετά από αναβολή, σε αυτήν που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της καθ΄ ης η κλήση-εκκαλούσας, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ανέπτυξε τις απόψεις του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των λοιπών διαδίκων, αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από τον Πρόεδρο, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση με την από 04-12-2015 (αριθ. κατ. …………/2015) κλήση της εφεσίβλητης – εναγόμενης εταιρίας με την επωνυμία «…………» η από 3-01-2014 (αριθ. εκθ. κατ. ……/3-1-2014) έφεση της εκκαλούσας-ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «……………» κατά της με αριθμό 5543/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, μετά τη ματαίωση της συζήτησής της λόγω των Βουλευτικών εκλογών, κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 20-9-2015.
Η άνω αναφερόμενη έφεση κατά της με αριθ. 5543/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμολία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η με αριθ. καταθ. …../2010 αγωγή της εκκαλούσας – ενάγουσας, ασκήθηκε νομότυπα, με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και εμπρόθεσμα, εντός προθεσμίας εξήντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης την 8-11-2013, καθόσον η δεύτερη των εφεσίβλητων εταιρία με την επωνυμία «……………….» εδρεύει στο εξωτερικό (….. Ιταλίας) (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ). Συνακόλουθα και ενόψει της κατάθεσης από την εκκαλούσα του προβλεπόμενου στο άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ παραβόλου για το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσής της, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή από τυπική άποψη και να ερευνηθεί, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτούς (άρθρο 522 ΚΠολΔ).
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 5422/1932 που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 20 ΕισΝΑΚ), οποιαδήποτε οφειλή σε συνάλλαγμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, εξοφλείται σε δραχμές με την τρέχουσα τιμή της ημέρας της εξόφλησης. Μετά την αντικατάσταση της δραχμής ως εθνικού νομίσματος με το ευρώ, από την 1η Ιανουαρίου 2001, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 2842/2000 οι ανωτέρω οφειλές εξοφλούνται σε ευρώ με τη συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ και αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα της εξόφλησης. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στις αξιώσεις που στηρίζονται απευθείας στο νόμο, όπως είναι εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού και στις έγκυρες συμβατικές οφειλές σε ξένο νόμισμα, ενώ δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις των αξιώσεων αποζημίωσης από αδικοπραξία που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, στις οποίες η αποζημίωση οφείλεται σε χρήμα με την στενή έννοια (άρθρο 297 ΑΚ), δηλαδή σε ευρώ. (Ολ ΑΠ 14/1997, ΟλΑΠ 9/1995, ΑΠ 388/2015, 698/2006, ΕΠ 390/2014, 383/2013, δημοσ στη ΝΟΜΟΣ).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 524 παρ. 1, 525 παρ. 1 και 536 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το εφετείο στο οποίο, με την άσκηση της έφεσης, μεταβιβάζεται η υπόθεση, μέσα στα όρια που καθορίζονται από τους λόγους της και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής, έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και συνεπώς, μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου να εξετάσει αυτεπάγγελτα τη νομιμότητα και το παραδεκτό αυτής και να την απορρίψει, αν δεν στηρίζεται στο νόμο ή ασκήθηκε απαράδεκτα, αρκεί από το αποτέλεσμα αυτό να μην καθίσταται χειρότερη η θέση του εκκαλούντος, χωρίς να συντρέξει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 536 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, επί εφέσεως του ενάγοντος, όταν η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως (εν όλω ή εν μέρει) κατ` ουσίαν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν κρίνει ότι αυτή είναι νομικά αβάσιμη, αόριστη ή απαράδεκτη, εξαφανίζει την απόφαση και απορρίπτει την αγωγή για έναν από τους άνω τυπικούς λόγους, και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, διότι η απόφαση αυτή είναι ευνοϊκότερη για τον εκκαλούντα από την προσβληθείσα. Στην περίπτωση αυτή, αντικατάσταση της απορριπτικής αιτιολογίας κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ δεν αρκεί, γιατί η απόρριψη της αγωγής για τυπικό λόγο οδηγεί σε διάφορο κατ` αποτέλεσμα διατακτικό [ΑΠ 40/2006, ΑΠ 103/2001, ΑΠ 7/2001, ΑΠ 455/1995, ΕΑ 1324/2010, ΕΑ 37/2009, ΕΑ 6048/2005 δημοσ στη ΝΟΜΟΣ]. Με την από 26-02-2010 (αριθ. κατ. ………./2010) αγωγή ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «……………..» και έδρα στην ……… της Ιταλίας ισχυρίστηκε ότι δυνάμει ασφαλιστικής σύμβασης που κατάρτισε με την εταιρία «…………» που εδρεύει στη ………….. της Ελβετίας, ασφάλισε έναντι θαλάσσιων κινδύνων το αγορασθέν από την τελευταία φορτίο 696.994 βαρελιών καυσίμου τύπου JET A1 το οποίο προορίζεται για αεροσκάφη και μεταφέρθηκε από το Κουβέιτ στους Αγίου Θεοδώρους Κορινθίας με το υπό σημαία Λιβερίας πλοίο «Β» που ανήκε κατά τον επίδικο χρόνο στην πρώτη εναγόμενη εταιρία και θαλάσσια μεταφορέα, εταιρία με την επωνυμία «……………» και έδρα τυπικά στην ……….. της Λιβερίας και πραγματικά στον Πειραιά, ενώ από 11-9-2008 περιήλθε (το πλοίο) στην πλοιοκτησία της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας με την επωνυμία «…………» που εδρεύει στο ………….. της Ιταλίας. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι την 2-6-2007 στο λιμάνι Mina Al Ahmadi του Κουβέιτ στο εν λόγω πλοίο άρχισε η φόρτωση από την πωλήτρια εταιρία με την επωνυμία «……………..» ποσότητας 349.064 βαρελιών του άνω καυσίμου και όταν αυτή ολοκληρώθηκε εκδόθηκε από τον πλοίαρχο του πλοίου η από 5-6-2007 φορτωτική «καθαρή επί του πλοίου» (clean on board) σε διαταγή της εδρεύουσας στο ….. Τράπεζας με την επωνυμία «……………» η οποία είχε αναμιχθεί στην λειτουργία της ενέγγυας πίστωσης για την πληρωμή της αξίας του φορτίου. Στη συνέχεια ότι την 5-6-2007 το πλοίο Β προσέγγισε το λιμάνι Mina Abdulah της ίδιας ως άνω χώρας και την 7-6-2007 άρχισε η φόρτωση 347.930 βαρελιών καυσίμου του αυτού είδους, όπως και το ανωτέρω και με την ολοκλήρωσή της εκδόθηκε από τον πλοίαρχο του πλοίου η από 8-6-2007 όμοια, όπως και η προαναφερόμενη, φορτωτική σε διαταγή της ίδιας ως άνω αγγλικής Τράπεζας. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι αν και το φορτίο κατά την παράδοσή του στο πλοίο από την πωλήτρια εταιρία «…….» ήταν άριστης ποιότητας και σύμφωνο με τις διεθνώς ισχύουσες για το είδος του προδιαγραφές ποιότητας, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του λόγω της πλημμελούς συντήρησης και καθαρισμού των εγκαταστάσεων (δεξαμενών, σωληνώσεων κλπ.) του πλοίου και της ακαταλληλότητας αυτών για την φόρτωση, αποθήκευση, μεταφορά και εκφόρτωση αυτού αλλά και επιπρόσθετα λόγω των αμελών χειρισμών του πληρώματος του πλοίου κατά την εκφόρτωσή του στο λιμάνι των Αγίων Θεοδώρων Κορινθίας στις εγκαταστάσεις της «………….», αναμίχθηκε αυτό με ξένα σωματίδια και νερό σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην ανταποκρίνεται πλέον στις ως άνω προδιαγραφές. Προσέτι δε ότι η παραδοθείσα κατά τα ανωτέρω ποσότητα υπολειπόταν κατά 9.536,08 βαρέλια από την αναγραφόμενη ως παραδοθείσα στις αντίστοιχες φορτωτικές. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι η αξία του εν λόγω φορτίου καυσίμων ανερχόταν στον ανωτέρω τόπο της εκφόρτωσής του περί τα τέλη του Ιουνίου 2007 στο ποσό των 89,38 δολαρίων ΗΠΑ ανά βαρέλι υπολογιζόμενη με βάση την συνήθη τιμή του ίδιου είδους και της ίδιας ποιότητας εμπορεύματος, άλλως με βάση την τρέχουσα τιμή της αγοράς μη υφισταμένης χρηματιστηριακής τιμής για ανάλογα εμπορεύματα. Ότι μέρος του φορτίου και συγκεκριμένα 230.052,16 βαρέλια μεταπωλήθηκαν από την δικαιούχο αγοράστρια του φορτίου εταιρία («……») στην εταιρία με την επωνυμία «………..» και έδρα το …… των ΗΠΑ με την οποία είχε συμφωνήσει να το πωλήσει πριν την εκφόρτωσή του και λόγω της επιμόλυνσής του η εταιρία αυτή αγόρασε μέρος του φορτίου στην συμφωνηθείσα άνω αναφερόμενη τιμή, ενώ την υπόλοιπη ποσότητα η εταιρία «….» πώλησε στην «……..» με μειωμένη τιμή κατά 2,07 δολάρια ΗΠΑ ανά βαρέλι, ήτοι προς 87,31 δολάρια. Ότι επομένως η ζημία που υπέστη η δικαιούχος του φορτίου ανέρχεται σε 946.829,92 δολάρια ΗΠΑ ήτοι 457.405,76 βαρέλια με επιμολυσμένο περιεχόμενο χ 2,07 δολάρια ΗΠΑ που αντιστοιχούν στη μείωση της αξίας του (89,38-87,31) λόγω της ανάμιξής του με ξένα σωματίδια και 852.334,83 δολάρια ΗΠΑ που αντιστοιχούν στην αξία της απωλεσθείσας κατά την μεταφορά ποσότητας καυσίμων : 9.536,08 βαρέλια χ 89,38 δολάρια ΗΠΑ η αξία κάθε βαρελιού και συνολικά η ζημία αυτής ανέρχεται σε 1.799.164,70 δολάρια ΗΠΑ. Ότι σε εκτέλεση της ασφαλιστικής σύμβασης που είχε συνάψει με την δικαιούχο του φορτίου η ίδια (η ενάγουσα) κατέβαλε στην τελευταία, ενόψει της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, ασφαλιστική αποζημίωση για την άνω ζημία και εκείνη σε εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων έδωσε εντολή στην άνω αναφερόμενη Τράπεζα «………….», να μεταβιβάσει στην ενάγουσα τις φορτωτικές με οπισθογράφηση. Ότι νομιμοποιείται (η ενάγουσα) να ενάγει την θαλάσσια μεταφορέα αν και η μεταβίβαση των φορτωτικών έγινε μετά την παράδοση του φορτίου, καθώς η καταρτισθείσα σε προγενέστερο της εκφόρτωσης και παράδοσης του ασφαλισμένου φορτίου, ασφαλιστική σύμβαση συνιστά την αιτία της οπισθογράφησης σύμφωνα με το αγγλικό ουσιαστικό δίκαιο και ειδικότερα το νόμο περί μεταφοράς αγαθών δια θαλάσσης του 1992 (Garriage by Sea Act 1992 – COGSA) το οποίο τυγχάνει εφαρμοστέο δυνάμει ρητού όρου αναγραφόμενου στην εμπρόσθια όψη των φορτωτικών. Εκθέτει περαιτέρω η ενάγουσα ότι ενώ εκκρεμούσε η συζήτηση της με αριθμ κατάθ. ……../2008, από 7-7-2008, αγωγής της κατά την μετ’ αναβολή δικάσιμο της 16-2-2010 από την αρχικά ορισθείσα κατά την 3-3-2009 δικάσιμο, η οποία αφορούσε την ένδικη απαίτησή της και στρεφόταν κατά της πρώτης των εναγομένων εταιριών και από την οποία εν τέλει παραιτήθηκε την 16-2-2010, η τελευταία (πρώτη των εναγομένων), αν και εξακολουθούσε να της οφείλει το άνω ποσό, την 11-9-2008 πώλησε το πλοίο αντί τιμήματος 43.500.000 δολαρίων ΗΠΑ στην δεύτερη εναγόμενη εταιρία, η οποία ήδη, από 1-1-2012, έχει συγχωνευθεί με απορρόφηση από την επίσης εδρεύουσα στο …….. Ιταλίας εταιρία με την επωνυμία «…………». Ισχυρίζεται δε η ενάγουσα ότι η ενέργεια αυτή έγινε από την πρώτη εναγόμενη με σκοπό βλάβης της ίδιας καθώς, κατά το χρόνο της μεταβίβασης αλλά και της άσκησης της αγωγής, δεν διέθετε άλλο περιουσιακό στοιχείο, η δε δεύτερη εναγόμενη γνώριζε τον ως άνω σκοπό της πωλήτριας καθόσον το πλοίο και μετά την, κατά τα προαναφερόμενα, μεταβίβασή του εξακολουθούσε να τελεί υπό τη διαχείριση της ίδιας διαχειρίστριας εταιρίας με την επωνυμία «…………..» της οποίας η πραγματική έδρα βρίσκεται στον Πειραιά, συστεγάζεται με την πρώτη εναγόμενη και ανήκει στα επιχειρηματικά συμφέροντα του νόμιμου εκπροσώπου της (πρώτης εναγόμενης). Με βάση το ιστορικό αυτό και τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή της, της οποίας το καταψηφιστικό αίτημα παραδεκτά περιόρισε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναλήφθηκε και στις κατατεθείσες προτάσεις της, ζήτησε, κατά το κύριο αίτημά της, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενων, η δεύτερη περιορισμένα έως την αξία του πλοίου, να της καταβάλουν το ποσό των 1.799.164,70 δολαρίων ΗΠΑ επικουρικά το ισόποσο αυτού σε ευρώ με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ των δυο νομισμάτων κατά το χρόνο της πληρωμής, νομιμοτόκως από την 11-7-2007 άλλως από την επίδοση της προγενέστερης από 4-7-2008 αγωγής της, άλλως από την επίδοση της μεταγενέστερης ως άνω αγωγής της. Κατά το επικουρικό αίτημα της αγωγής η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί η ίδια ως άνω υποχρέωση της πρώτης εναγόμενης στην καταβολή ποσού 1.799.164,70 δολαρίων ΗΠΑ άλλως το ισόποσο αυτού σε ευρώ με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ των δυο νομισμάτων κατά το χρόνο της πληρωμής και να απαγγελθεί διάρρηξη της απαλλοτριωτικής μεταβίβασης του πλοίου «Β», ως καταδολιευτικής, μέχρι του ποσού των 2.800.000 δολαρίων ΗΠΑ ώστε να καλυφθεί η απαίτηση πλέον οι τόκοι και τα έξοδα. Μετά τη συζήτηση της αγωγής εκδόθηκε η 1527/2011 μη οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η οποία αφού έκρινε το παραδεκτό αυτής έκρινε περαιτέρω ως εφαρμοστέο δίκαιο, ως προς την αξίωση της ενάγουσας κατά της πρώτης εναγόμενης με βάση τη σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς και την παραγραφή αυτής, το αγγλικό ουσιαστικό δίκαιο, ενώ ως προς την ευθύνη της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας έκρινε ως εφαρμοστέο το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο και υποχρέωσε τους διαδίκους να αποδείξουν με γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου τα αναφερόμενα στο διατακτικό της θέματα. Στη συνέχεια με την από 30-6-2011 κλήση επαναφέρθηκε η αγωγή προς συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση με αριθμό 5543/2013 με την οποία το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφού έκρινε ότι έχει αρμοδιότητα και διεθνή δικαιοδοσία να δικάσει την υπόθεση, εφαρμόζοντας το αγγλικό ουσιαστικό δίκαιο ως προς την αξίωση της κομίστριας των φορτωτικών έναντι της θαλάσσιας μεταφορέως και το ελληνικό ως προς την ευθύνη της δεύτερης εναγόμενης, και περαιτέρω έκρινε ότι είναι αυτή νόμιμη στο σύνολό της και καθ’ όλα τα αιτήματά της, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την πρώτη εναγόμενη αφού έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν την ένσταση παραγραφής της ένδικης απαίτησης σύμφωνα με το εφαρμοσθέν αγγλικό δίκαιο και ως προς την δεύτερη εναγόμενη απέρριψε αυτήν και κατά την κύρια και κατά την επικουρική βάση ομοίως ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν για αμφότερες τις αγωγικές βάσεις καθώς κατά το χρόνο μεταβίβασης του πλοίου είχε ήδη αποσβεστεί η απαίτηση της ενάγουσας λόγω παραγραφής.Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή ωστόσο δεν είναι νόμιμη κατά το μέρος με το οποίο επιδιώκεται με αυτήν, κατά το κύριο αίτημα, η αναγνώριση υποχρέωσης των εναγόμενων εταιριών να καταβάλουν ως σε ολόκληρον ευθυνόμενων – η δεύτερη μέχρι την αξία του πλοίου – και κατά το επικουρικό η υποχρέωση της πρώτης εναγόμενης να καταβάλει, στην ενάγουσα αυτουσίως σε δολάρια ΗΠΑ το αιτούμενο ποσό του 1.799.164,70 δολ ΗΠΑ και περαιτέρω η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής μεταβίβασης στη δεύτερη του πλοίου, καθώς αφορά συμβατική οφειλή σε αλλοδαπό νόμισμα πληρωτέα στην Ελλάδα και σύμφωνα με την υπό στοιχ. ΙΙ σκέψη, η εξόφληση γίνεται με το ημεδαπό νόμισμα και με βάση την ισοτιμία των δυο νομισμάτων στον τόπο και στον χρόνο της πραγματικής πληρωμής. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό, της αυτούσιας απόδοσης αλλοδαπού νομίσματος και την απέρριψε ακολούθως ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, άρθρων 6 παρ. 1 του ν. 5422/1932 σε συνδ με 20 ΕισΝΑΚ και 291 Α.Κ., γεγονός που ερευνάται αυτεπάγγελτα από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις υπό στοιχ. Ι που προηγήθηκαν. Ενόψει αυτών, πρέπει, κατά παραδοχή της έφεσης της ενάγουσας, με την οποία αυτή παραπονείται για την κατ` ουσία απόρριψη της αγωγής, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή κατά το άνω κεφάλαιο, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως μη νόμιμη και χωρίς ειδικό λόγο έφεσης, καθ’ όσον η απόφαση καθίσταται ευνοϊκότερη για τον εκκαλούντα και δεν αρκεί η αντικατάσταση της απορριπτικής αιτιολογίας, κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, ειδικότερα (να απορριφθεί) κατά το κύριο και το επικουρικό αίτημά της να καταβληθεί από τις εναγόμενες- σε ολόκληρον ευθυνόμενων κατά το κύριο, μόνο η πρώτη εναγόμενη κατά το επικουρικό- στην ενάγουσα αυτουσίως το ποσό των 1.799.124,70 δολαρίων ΗΠΑ προς εξόφληση της ένδικης απαίτησής της. Περαιτέρω η εκκαλούσα παραπονείται κατά της εκκαλουμένης απόφασης με την κρινόμενη έφεσή της και τους λόγους αυτής που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων που οδήγησε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στο εσφαλμένο συμπέρασμα περί εφαρμογής του ουσιαστικού αγγλικού δικαίου και περαιτέρω της παραγραφής της ένδικης απαίτησής της και επιδιώκει την εξαφάνιση της εκκαλούμενης προς το σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή της ως προς αμφότερες τις εναγόμενες και ήδη εφεσίβλητες. Συγκεκριμένα η εκκαλούσα με τον πρώτο και το δεύτερο λόγο της έφεσής της ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εφάρμοσε διατάξεις του αγγλικού δικονομικού δικαίου που αφορούν την έγκυρη και εμπρόθεσμη άσκηση της κρινόμενης αγωγής, ενώ όφειλε να εφαρμόσει εκείνες του ουσιαστικού αλλοδαπού δικαίου που εμπεριέχονταν στην νομική πληροφορία που η ίδια προσκόμισε και εφόσον διαπίστωσε ότι δεν υφίσταται στο αγγλικό δίκαιο ρύθμιση για τα ερευνώμενα ζητήματα όφειλε να προστρέξει στις διατάξεις της lex fori και να εφαρμόσει το άρθρο 263 Α.Κ. Συγκεκριμένα η ενάγουσα άσκησε την από 4-7-2008 και αριθμ έκθ καταθ …/7-7-2008 αγωγή της σε βάρος της πρώτης των εναγομένων στην οποία επιδόθηκε την 7-7-2008 (σχετ. η …../7-7-2008 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή ……). Από την αγωγή αυτή παραιτήθηκε κατά τη δικάσιμο της 16-2-1010 (σχετ. τα …../16-2-2010 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) ενώ στη συνέχεια άσκησε την από 26-2-2010 αγωγή με αριθμ έκθ καταθ …/1-3-2010 η οποία επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη την 2-3-2010 (σχετ η …/2-3-2010 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή …………..) και στη δεύτερη την 17-5-2010 (σχετ. η …/17-5-2010 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας ………..). Κατά τη συζήτηση της δεύτερης αυτής αγωγής ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι εναγόμενες εταιρίες ισχυριζόμενες ότι εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση το αγγλικό δίκαιο το οποίο καταλαμβάνει τα ουσιαστικού δικαίου ζητήματα, προέβαλαν παραδεκτά ισχυρισμό περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας, ο οποίος συνιστά θεσμό του ουσιαστικού δικαίου καθώς, όπως εξέθεσαν σχετικά, από την παράδοση του φορτίου την 11-7-2007 μέχρι την άσκηση της αγωγής (1-3-2010 ως προς την πρώτη και 17-5-2010 ως προς την δεύτερη) παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον του έτους, που προβλέπεται ως προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αξίωσης με βάση το άρθρο 3 των Κανόνων Χάγης–Βίσμπυ οι οποίοι διέπουν την θαλάσσια μεταφορά εμπορευμάτων. Η ενάγουσα αντενιστάμενη παραδεκτά κατά την εν λόγω συζήτηση ισχυρίστηκε ότι η παραγραφή της αξίωσής της είχε διακοπεί με την άσκηση της από 4-7-2008 αγωγής της από την οποία παραιτήθηκε προς το σκοπό διόρθωσής της ενέργεια που δεν συνιστά συνολική και πανηγυρική εγκατάλειψη της αγωγής με αποτέλεσμα ο χρόνος άσκησης αυτής, της πρώτης αγωγής, να λαμβάνεται υπόψη για τη διακοπή της παραγραφής. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας ότι η παραγραφή, η διάρκεια και η τυχόν διακοπή της κατά τα ανωτέρω διέπεται από το εφαρμοστέο αγγλικό δίκαιο ενόψει της εφαρμογής του στην επίδικη σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς κατόπιν συμφωνίας των συμβληθέντων μερών, διέταξε με την 1527/2011 μη οριστική απόφασή του απόδειξη περί του περιεχομένου των ρυθμίσεων του αλλοδαπού δικαίου που αφορούν την παραγραφή της αξίωσης νόμιμου κομιστή φορτωτικής σε σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς, για αποζημίωση λόγω βλάβης ή απώλειας μέρους του φορτίου, τη διάρκεια της προθεσμίας της και τις ρυθμίσεις τις σχετικές με τις συνέπειες της παραίτησης από αγωγή που ασκήθηκε μεν εμπρόθεσμα αλλά η νέα αγωγή ασκήθηκε μέσα στις επόμενες είκοσι ημέρες από την άνω παραίτηση πλην όμως σε χρόνο που ήδη είχε συμπληρωθεί η παραγραφή της αξίωσης που αυτή αφορά. Στη συνέχεια και μετά την προσκόμιση από τους διαδίκους των 209/17-6-2011 και 413/25-6-2012 γνωμοδοτήσεων του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου οι οποίες ταυτίζονται απόλυτα κατά περιεχόμενο, εκδόθηκε η 5543/2013 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου το οποίο με βάση τις νομικές πληροφορίες που εμπεριέχονται στη γνωμοδότηση του εν λόγω Ινστιτούτου έκρινε τα ακόλουθα: στο αγγλικό δίκαιο οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις περιέχονται στο Νόμο περί Παραγραφής του 1980 (Limitations Act 1980) στον οποίο συγκεντρώθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι βασικοί κανόνες δικαίου για την παραγραφή, όπως αυτοί είχαν διαμορφωθεί νομολογιακά βάσει του common law. Στον εν λόγο Νόμο (παρ. 5 και 8) προβλέπεται εξαετής παραγραφή για τις απαιτήσεις που έχουν γενεσιουργό αιτία τη σύμβαση αν πρόκειται για απλή σύμβαση (simple contract) και δωδεκαετής παραγραφή αν πρόκειται για σύμβαση που έχει περιβληθεί τον τύπο της επιθέσεως σφραγίδας (under seal). Αυτή η ρύθμιση αποτελεί το γενικό κανόνα ωστόσο ο ίδιος ως άνω Νόμος δεν αποκλείει την εφαρμογή άλλων ειδικών παραγραφών, βραχύτερων ή και μακρύτερων, που προβλέπονται σε ειδικές διατάξεις, οι οποίες εφόσον υπάρχουν θέτουν εκποδών την εφαρμογή του Νόμου περί Παραγραφών (άρθρο 39). Επίσης ο γενικός κανόνας που ανωτέρω εισάγεται αποτελεί, κατ’ αρχήν, ενδοτικό δίκαιο. Αν τα συμβαλλόμενα μέρη θέλησαν κάτι άλλο, τόσο ως προς τον τρόπο γενέσεως της αξιώσεως κατά του οφειλέτη όσο και ως προς τους λόγους αναστολής της παραγραφής, και το περιέλαβαν στη σύμβασή τους, θα ισχύσει το συμφωνηθέν. Ειδική τέτοια διάταξη, περί παραγραφής, εισάγεται δυνάμει του άρθρου 3§6 εδ. δ’ των Κανόνων Χάγης-Βίσμπυ, το οποίο, όπως και στο ελληνικό δίκαιο, προβλέπει ετήσια παραγραφή των αξιώσεων του κομιστή της φορτωτικής κατά του μεταφορέως και του πλοίου, που αρχίζει από την ημερομηνία παραδόσεως των εμπορευμάτων ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχε γίνει η παράδοση. Η εν λόγω διάταξη εκτοπίζει πλήρως την εφαρμογή του Νόμου περί Παραγραφής του 1980 και εισάγει ειδική περίπτωση παραγραφής του ουσιαστικού δικαίου, ενώ, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. δ’ των ως άνω Κανόνων (Χάγης – Βίσμπυ), χρησιμοποιείται από τους εφαρμοστές του αγγλικού δικαίου ο όρος «time bar», που αντιστοιχεί στην παραγραφή και ο ουδέτερος όρος «καθυστέρηση (ασκήσεως) της αγωγής» (delay for suit). Όταν, όμως, χρησιμοποιείται ο όρος παραγραφή (time bar), αποσαφηνίζεται ότι πρόκειται «για παραγραφή, η οποία επιφέρει απόσβεση της απαιτήσεως και δεν εμποδίζει απλώς την άσκηση του ένδικου βοηθήματος». Τονίζεται δε ότι η κατάσταση που δημιουργείται από το άρθρο 3 παρ.6 εδ.δ’ των Κανόνων διαφέρει κατά τα αποτελέσματα από την παραγραφή του Limitation Act του 1980, η οποία εμποδίζει απλώς τη σχετική απαίτηση αλλά δεν την αποσβένει, γιατί ο δικαιούχος μπορεί να επιτύχει την ικανοποίησή της αν έχει στη διάθεσή του άλλους τρόπους ικανοποίησης. Με βάση αυτό το σκεπτικό, η Βουλή των Λόρδων (House of Lords) αποφάνθηκε στην απόφαση …… ν. ………. [1977] 1 Lloyd’s Rep. 334, ότι το αποτέλεσμα του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. δ’ είναι όχι μόνο ότι θέτει φραγμό στην άσκηση του ένδικου βοηθήματος αλλά, επίσης, ότι αποσβένει το δικαίωμα (ως προς τα ανωτέρω σχετ. Αλ. Κιάντου – Παμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο, Τομ. II, Στ’ έκδοση, 2007, σελ. 613-614., επίσης και η από 22-06-2010 γνωμοδότηση του προαναφερόμενου δικηγόρου του Στέμματος (QC), …………., που προσκομίζει η πρώτη εναγομένη, καθώς και η ανωτέρω αναφερόμενη από 06-09-2010 γνωμοδότηση του δικηγόρου του Στέμματος (QC) …………, που προσκομίζει η δεύτερη εναγομένη). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις ίδιες νομικές πληροφορίες, κατά τους παραδοσιακούς κανόνες του common law (που ισχύουν εν προκειμένω, καθώς, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν εφαρμόζεται ο Νόμος του 1980), ο χρόνος της παραγραφής ποτέ δεν διακόπτεται και κατ’ εξαίρεση παρατείνεται για λόγους ανωτέρας βίας (force majeur, disability), απάτης (fraud), αναγνωρίσεως τους χρέους (acknowledgement of debt) και, βεβαίως, συμφωνίας των μερών (agreement of parties). Στη συνέχεια της εκκαλουμένης αναφέρεται ότι οι ανωτέρω περί παραγραφής διατάξεις εξαρτούν την εφαρμογή τους από την άσκηση της αγωγής. Το αν και κατά πόσον ασκείται έγκυρα και εμπρόθεσμα η αγωγή ρυθμίζεται από τις διατάξεις του αγγλικού δικονομικού δικαίου. Ειδικότερα, οι διατάξεις των αγγλικών Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας (Civil Procedure Rules – CPR) ρυθμίζουν το πότε και πως ασκείται η αγωγή προκειμένου, εν συνεχεία, να διαγνωσθεί αν αυτή η αγωγή ασκήθηκε εντός της ενιαύσιας περιόδου παραγραφής που θέτουν οι Κανόνες Χάγης – Βίσμπυ. Ειδικότερα, στις ανωτέρω νομικές πληροφορίες του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο κανόνας 17.4 CPR δίδει, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα στον ενάγοντα να μεταβάλει την αγωγή του καθώς και τη βάση αυτής (amendment to statement of case and claim) σε μεταγενέστερο χρόνο, ακόμη και αν έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει (allow) στον ενάγοντα να αντικαταστήσει την αγωγή του και να μεταβάλει ελεύθερα τη βάση αυτής, εφόσον συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Η μεταβολή αφορά σφάλμα ως προς την ταυτότητα διαδίκου, αλλά μόνον εφόσον το σφάλμα ήταν γνήσιο και δεν προκαλείται αμφιβολία ως προς την αληθή ταυτότητα του διαδίκου. β) Η μεταβολή αφορά αλλαγή στην ιδιότητα υπό την οποία ο διάδικος εμφανίζεται ενώπιον του δικαστηρίου, εφόσον αυτή η ιδιότητα υπήρχε κατά το χρόνο εγέρσεως της αρχικής αγωγής, γ) Η μεταβολή έχει ως αποτέλεσμα την προσθήκη ή αντικατάσταση της αγωγικής βάσεως ή ενός αγωγικού ισχυρισμού, αλλά μόνον εφόσον η νέα βάση ή ισχυρισμός προκύπτει από τα ίδια ή ουσιωδώς παρόμοια πραγματικά περιστατικά με αυτά της αρχικής αγωγής. Η ευχέρεια αυτή ασκείται από το δικαστήριο είτε πριν τη νέα διαδικαστική πράξη (leave) είτε με μεταγενέστερη επικύρωση (ratification) προηγούμενης τέτοιας πράξεως. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τον κανόνα 19.5 CPR, το δικαστήριο μπορεί ακόμη να επιτρέψει και την αλλαγή των διαδίκων μετά την ολοκλήρωση του χρόνου παραγραφής, υπό τις ίδιες ανωτέρω προϋποθέσεις. Εφόσον το δικαστήριο ασκήσει αυτή τη διακριτική ευχέρειά του, ως χρόνος ασκήσεως της αγωγής λογίζεται ο χρόνος ασκήσεως της πρώτης αγωγής. Εξ ετέρου, σύμφωνα με τον κανόνα 38.2 CPR ο ενάγων έχει τη δικονομική δυνατότητα να παραιτηθεί από την αγωγή του (discontinuance of proceedings), η οποία γίνεται, υπό προϋποθέσεις, δεκτή από το δικαστήριο. Η κύρια προϋπόθεση είναι να μη φέρει αντιρρήσεις ο εναγόμενος και να καταδικασθεί ο ενάγων στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου (κανόνας 38.5 CPR). Αν λάβει χώρα παραίτηση, η αγωγή θεωρείται ως μηδέποτε ασκηθείσα, ο δε ενάγων, εφόσον επιθυμεί να επαναφέρει την αγωγή του, θα πρέπει να ζητήσει και να λάβει άδεια από το δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν του κανόνα 38.7 CPR. Εφόσον, εν τω μεταξύ, έχει παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής, η αξίωση θεωρείται παραγεγραμμένη (time-barred action) και η άσκηση νέας αγωγής αποκλείεται. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κανόνα 38.1 CPR, ο ενάγων, ο οποίος παραιτείται μερικώς της αγωγής του ή εγκαταλείπει (abandons) μόνον ορισμένα κεφάλαια της αγωγής του ή παραιτείται από ορισμένα δικαιώματα (remedies) ενώ διατηρεί άλλα ή παραιτείται από προηγούμενη αγωγή του (που ερείδεται επί ενός δικαιώματος του) υπέρ ασκήσεως νέας (στηριζόμενης σε άλλο δικαίωμά του), δεν θεωρείται ότι ασκεί παραίτηση (discontinuance), αλλά η διαδικαστική του ενέργεια λογίζεται ως μεταβολή (amendment) σύμφωνα με τα ανωτέρω. Τέλος, το δικαστήριο μπορεί με διαταγή του (order) να απορρίψει (strike-out) την αγωγή λόγω ελλείψεως της διαθέσεως του ενάγοντος για προώθηση της δικαστικής διαδικασίας (want of prosecution), η οποία κυρίως εκδηλώνεται με την καταχρηστική δικονομική συμπεριφορά του ενάγοντος (abuse of process) ή τη συστηματική εκ μέρους του παραβίαση της δικονομικής διαδικασίας. Αν απορριφθεί η αγωγή και έχει ήδη συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής, ο ενάγων δεν έχει τη δυνατότητα να επαναφέρει την αγωγή του (fresh proceedings), αν πρώτα δεν επιτύχει την ακύρωση της διαταγής περί απορρίψεως της αγωγής του. Επομένως η παραγραφή της αξίωσης στην περίπτωση που ο ενάγων ασκεί εμπροθέσμως αγωγή, μετά παραιτείται από αυτήν και σε συντομότατο χρόνο (αλλά μετά τη συμπλήρωση της παραγραφής) εγείρει νέα, εξαρτάται από το δικονομικό χαρακτηρισμό αυτής της ενέργειας. Εφόσον η διαδικαστική αυτή ενέργεια λογισθεί ως «παραίτηση» (discontinuance), ήτοι συνολική και πανηγυρική (ασκηθείσα με δικόγραφο και αποδεκτή από το δικαστήριο) εγκατάλειψη της αγωγής, η αξίωση θεωρείται παραγεγραμμένη. Αν αντιθέτως, η ενέργεια αυτή θεωρηθεί ως «μεταβολή» (amendment) της παλαιάς αγωγής, ήτοι μερική ή συνολική διόρθωση της πρώτης αγωγής, με άδεια ή επικύρωση του δικαστηρίου, τότε ως χρόνος ασκήσεως της αγωγής λαμβάνεται υπ’ όψιν ο χρόνος ασκήσεως της πρώτης αγωγής και η αξίωση δεν θεωρείται παραγεγραμμένη. Ο δικονομικός χαρακτηρισμός αυτός γίνεται επί τη βάσει επισκοπήσεως των δικογράφων και της εν γένει δικονομικής στάσης του ενάγοντος. Πάντως, σε περιπτώσεις καταχρηστικής δικονομικής συμπεριφοράς του ενάγοντος, το δικαστήριο έχει την ευχέρεια να απορρίψει την αγωγή. Το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως των ανωτέρω φέρει ο ενάγων διάδικος». Στο σημείο αυτό στην εκκαλουμένη απόφαση παρατίθεται το ακριβές κείμενο των διατάξεων 19.5 και 38.1 των CPR, που μνημονεύονται στις παραπάνω νομικές πληροφορίες του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου ως ακολούθως: Κανόνας 19.5: «(1) Αυτός ο κανόνας εφαρμόζεται στην αλλαγή των διαδίκων μετά τη συμπλήρωση της προθεσμίας παραγραφής υπό (a) τον Limitation Act του 1980, (b) τον Foreign Limitation Periods Act του 1984 ή (c) όποιο άλλο νομοθέτημα το οποίο επιτρέπει τέτοιου είδους αλλαγή. 2) Το δικαστήριο μπορεί να προσθέσει ή να αντικαταστήσει έναν διάδικο μόνο όταν (a) η σχετική προθεσμία παραγραφής δεν είχε παρέλθει όταν ξεκίνησε η διαδικασία και (b) η προσθήκη ή η αντικατάσταση είναι αναγκαία. (3) Η προσθήκη ή η αντικατάσταση ενός διαδίκου είναι αναγκαία μόνο όταν το δικαστήριο πεισθεί ότι (a) ο νέος διάδικος θα αντικαταστήσει έναν διάδικο ο οποίος κατονομαζόταν στο αγωγικό δικόγραφο εσφαλμένα αντί του νέου διαδίκου, (b) η δίκη δεν μπορεί να συνεχισθεί από ή κατά του αρχικού διαδίκου παρά μόνον αν ένας νέος διάδικος προστεθεί ή αντικαταστήσει τον αρχικό ως ενάγων ή εναγόμενος, ή (c) ο αρχικός διάδικος απεβίωσε ή πτώχευσε και ο νέος διάδικος υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις του» [το αγγλικό κείμενο έχει ως εξής: «(1) This rule applies to a change of parties after the end of a period of limitation under (a) the Limitation Act 1980; (b) the Foreign Limitation Periods Act 1984; or (c) any other enactment which allows such a change, or under which such a change is allowed. (2) The court may add or substitute a party only if (a) the relevant limitation period was current when the proceedings were started; and (b) the addition or substitution is necessary. (3) The addition or substitution of a party is necessary only if the court is satisfied that (a) the new party is to be substituted for a party who was named in the claim form in mistake for the new party; (b) the claim cannot properly be carried on by or against the original party unless the new party is added or substituted as claimant or defendant; or (c) the original party has died or had a bankruptcy order made against him and his interest or liability has passed to the new party»]. Κανόνας 38.1: «(1) Οι κανόνες σ’ αυτό το Τμήμα καθορίζουν τη διαδικασία υπό την οποία ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το σύνολο ή μέρος της αγωγής του. (2) Ο ενάγων που: (a) ενάγει για περισσότερες από μία αξιώσεις του και (b) ακολούθως εγκαταλείπει την αγωγή του για μία ή περισσότερες από τις αξιώσεις αλλά εμμένει στην αγωγή για τις υπόλοιπες αξιώσεις, δεν θεωρείται ότι παραιτείται από το σύνολο ή μέρος της αγωγής του για τους σκοπούς του παρόντος Τμήματος» [το αγγλικό κείμενο έχει ως εξής: «(1) The rules in this Part set out the procedure by which a claimant may discontinue all or part of a claim. (2) A claimant who: (a) claims more than one remedy; and (b) subsequently abandons his claim to one or more of the remedies but continues with his claim for the other remedies, is not treated as discontinuing all or part of a claim for the purposes of this Part»]. Από το περιεχόμενο των ανωτέρω Κανόνων συνάγεται ότι η προσθήκη ή αντικατάσταση ενός διαδίκου δύναται να επιτραπεί από το δικαστήριο, και, συνακόλουθα, να θεωρηθεί ως μεταβολή (amendment) της αρχικής αγωγής, ώστε να ληφθεί υπ’ όψιν ο χρόνος ασκήσεως αυτής (της αρχικής αγωγής) για το ζήτημα της παραγραφής, μόνον στις περιοριστικά αναφερόμενες στη διάταξη του κανόνα 19.5.(3) περιπτώσεις. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, δεν πρόκειται περί μεταβολής αλλά περί παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις παραπάνω από 22-06-2010 γνωμοδότηση του …………… και από 06-09-2010 γνωμοδότηση του ……………, που προσκομίζουν οι εναγόμενες, ενόψει του ότι η παραγραφή του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. δ’ των Κανόνων Χάγης-Βίσμπυ είναι ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, δεν διακόπτεται ούτε αναστέλλεται. Γίνεται μνεία, δε, στις γνωμοδοτήσεις αυτές της απόφασης ………. [1994] 1 Lloyd’s Rep. 559, στην οποία ο Δικαστής …… επεσήμανε ότι ο αντικειμενικός σκοπός της παραγραφής του άρθρου 3 παρ.6 των Κανόνων Χάγης-Βίσμπυ είναι να εξασφαλίσει την «ταχεία γνωστοποίηση των αξιώσεων και την άμεση διεξαγωγή της δίκης» για να καταλήξει στο ακόλουθο συμπέρασμα «εμπεριέχεται στον κανόνα η ρύθμιση ότι αγωγή που απορρίφθηκε για έλλειψη προωθήσεώς της (υποθέτω δε και αγωγή εγκαταλειφθείσα όμως δεν υπάρχει ανάγκη να κρίνω επί του θέματος αυτού), δεν είναι δυνατόν να αποτελεί κατάλληλη ή προσήκουσα «αγωγή» για τους σκοπούς του κανόνα ακόμη και αν αυτή ασκήθηκε εντός του έτους». Με βάση την άνω δικαστική κρίση οι γνωμοδοτούντες υποστηρίζουν ότι είναι απίθανο κατά το αγγλικό δίκαιο αγωγή η οποία εγκαταλείφθηκε ή από την οποία εχώρησε παραίτηση να επιφέρει διακοπή της παραγραφής του άρθρου 3&6 των Κανόνων Χάγης–Βίσμπυ. Με βάση όλα τα παραπάνω το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και άμεση επανάσκησή της με την προσθήκη και άλλων εναγομένων ή με την αντικατάσταση των παλαιών με νέους, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επιτρεπτή μεταβολή και όχι παραίτηση μόνο σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων του Κανόνα 19.5 CPR και ότι θα μπορούσε να επιτραπεί μετά τη συμπλήρωση της παραγραφής η προσθήκη ή η αντικαταστάση διαδίκου μόνον εφόσον 1] ο νέος διάδικος που πρόκειται να αντικαταστήσει τον αρχικό, έπρεπε εξ αρχής να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο αλλά εσφαλμένα κατονομάστηκε εκεί αντ’ αυτού ο αρχικός διάδικος, 2 ] η δίκη δεν μπορεί να συνεχιστεί από ή κατά του αρχικού διαδίκου παρά μόνο αν προστεθεί ο νέος διάδικος ή αντικαταστήσει τον αρχικό ως ενάγων ή εναγόμενος, 3] ο αρχικός διάδικος απεβίωσε ή πτώχευσε και ο νέος διάδικος υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις του. Με τη συνδρομή μιας εκ των ανωτέρω προϋποθέσεων και μόνον τότε η προσθήκη ή η αντικατάσταση διαδίκου κρίνεται αναγκαία και θεωρείται επιτρεπτή μεταβολή της αγωγής, οπότε ως χρόνος άσκησης της αγωγής με βάση τον οποίο θα κριθεί και η συμπλήρωση ή μη της παραγραφής της αξίωσης, εκλαμβάνεται ο χρόνος άσκησης της αρχικής αγωγής. Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και η άμεση επανάσκησή της με την προσθήκη και άλλου εναγόμενου ο οποίος συνευθύνεται με τον αρχικό εναγόμενο έναντι του ενάγοντος προκειμένου να αυξηθούν οι πιθανότητες ικανοποίησης της αγωγικής αξίωσης όπως στην κρινόμενη περίπτωση, δεν υπάγεται, κατέληξε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σε καμία από τις άνω περιοριστικά αναφερόμενες στον αγγλικό νόμο περιπτώσεις και, περαιτέρω, ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της ασκηθείσας, προ της συμπληρώσεως της παραγραφής, αρχικής αγωγής και η άμεση άσκηση νέας με την προσθήκη, για τον προαναφερόμενο λόγο, της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μεταβολή – «amendment» της αρχικής αγωγής ώστε να εκληφθεί ως χρόνος άσκησης της νέας αγωγής αυτός κατά τον οποίο ασκήθηκε η προγενέστερη και να κριθεί στη συνέχεια ότι υφίσταται διακοπή της παραγραφής, απορρίπτοντας εν τέλει ως αβάσιμη κατά το νόμο την αντένσταση της ενάγουσας. Όπως ελέχθη ανωτέρω η εκκαλούσα με τους δύο πρώτους λόγους της έφεσής της παραπονείται για την εφαρμογή των δικονομικών κανόνων του αγγλικού δικαίου που αναφέρονται στην έγκυρη και εμπρόθεσμη άσκηση της αγωγής και δη των προαναφερόμενων άρθρων 17.4, 19.5, 38.1, 38.2 και 38.7 των CPR.Σύμφωνα με το κατά το άρθρο 25 ΑΚ δίκαιο, το οποίο καταλαμβάνει την επίδικη ενοχική σχέση, κρίνεται, κατά την ισχύουσα στη θεωρία και νομολογία άποψη, το παραγραπτό ή μη της από τη σχέση αυτή αξίωσης, ο χρόνος παραγραφής, ο υπολογισμός, η διακοπή και η αναστολή της και γενικότερα η έκπτωση από το δικαίωμα, καθώς θεωρούνται ζητήματα που ανήκουν στο ουσιαστικό δίκαιο, ήτοι στους κανόνες εκείνους που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις. Ζητήματα, αντίθετα, δικονομικού δικαίου του οποίου οι κανόνες καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, όπως ο χρόνος και ο τρόπος υποβολής των ενστάσεων, το παραδεκτό και η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων κρίνονται κατά το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή. (ΑΠ 384/2005, ΑΠ 405/2004, ΑΠ 1145/2003, ΑΠ 867/1999, ΑΠ 305/1990, ΕΑ 6359/2003, 11050/1987 δημοσ στη ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως συνομολογείται από τα διάδικα μέρη, στην ένδικη σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς στην οποία στηρίζεται η επιδιωκόμενη με την κρινόμενη αγωγή αξίωση της εκκαλούσας-ενάγουσας εταιρίας διέπεται από το αγγλικό δίκαιο ως συμφωνηθέν από τα συμβαλλόμενα μέρη με ρητό όρο που αναγράφεται στα σώματα των εκδοθεισών από του πλοίαρχο του πλοίου φορτωτικών. Επομένως και σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα, το ζήτημα της παραγραφής της αξίωσης της εκκαλούσας ως ζήτημα ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται το αγωγικό της δικαίωμα, θα κριθεί με βάση τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις του εφαρμοστέου αγγλικού δικαίου κατά το οποίο θα κριθεί και το ζήτημα της διακοπής ή μη του χρόνου της παραγραφής, το οποίο συναρτάται με την διατήρηση ή μη του εν λόγω δικαιώματός της. Παρέπεται από τα ανωτέρω ότι η διάταξη του άρθρου 263 Α.Κ. που ορίζει ότι κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση αγωγής θεωρείται ως μη διακοπείσα αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή και αν μέσα σε έξι μήνες από την παραίτηση εγείρει την αγωγή η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί από την προηγούμενη αγωγή, δεν μπορεί, ως ουσιαστικού δικαίου διάταξη, να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου ως προς το ζήτημα της παραγραφής και της μη διακοπής αυτής με την έγερση της κρινόμενης αγωγής μετά την παραίτηση της ενάγουσας από την προηγούμενη αγωγή της η οποία έγινε προκειμένου να ενάγει και την δεύτερη εναγόμενη εταιρία η οποία ως αποκτώσα κατά το άρθρο 479 Α.Κ. ευθύνεται σε ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη και πωλήτρια στην ίδια του μοναδικού περιουσιακού της στοιχείου, ήτοι του πλοίου «Β» και προς το σκοπό να αυξήσει τις πιθανότητες ικανοποίησης της ένδικη αξίωσής της και όχι διότι αυτή η προσθήκη ήταν αναγκαία. Το γεγονός ότι οι εφαρμοσθέντες από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κανόνες του αγγλικού δικαίου για την αντιμετώπιση του ζητήματος της έγκυρης και εμπρόθεσμης παραίτησης της εκκαλούσας από την προηγούμενη αγωγή της και τις συνέπειες αυτής της ενέργειάς της, ως προς την παραγραφή της ένδικης αξίωσής της, εμπεριέχονται στους Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας, δεν έρχεται σε αντίθεση με τα αναφερόμενα στην παραπάνω σκέψη καθώς οι εφαρμοσθέντες κανόνες αφορούν και ρυθμίζουν ζήτημα ουσιαστικού δικαίου – την κτήση ή μη της ένδικης αξίωσης-που κρίνεται κατά το αλλοδαπό εφαρμοστέο δίκαιο και το γεγονός ότι βρίσκονται στους εν λόγω Κανόνες (Πολιτικής Δικονομίας) δεν τους καθιστά κανόνες που ρυθμίζουν αποκλειστικά ζήτημα δικονομικού δικαίου καθώς το κρίσιμο κριτήριο για τον χαρακτηρισμό ενός κανόνα ως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου είναι το περιεχόμενό του και το αντικείμενο που αυτός ρυθμίζει. Εξάλλου σύμφωνα με την γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου που προσκομίζει με επίκληση και η εκκαλούσα, οι περί παραγραφής διατάξεις των Κανόνων Χάγης-Βίσμπυ που διέπουν την ένδικη σύμβαση θαλάσσιας μεταφοράς και τα εκ των φορτωτικών δικαιώματα, εξαρτούν την εφαρμογή τους από την άσκηση της αγωγής και η ρύθμιση του ζητήματος αν και κατά πόσο ασκείται έγκυρα και εμπρόθεσμα αυτή, γίνεται από τις διατάξεις του αγγλικού δικονομικού δικαίου, ακριβώς επειδή δεν αφορούν αμιγώς δικονομικά ζητήματα. Επομένως σύμφωνα με την ρύθμιση των εν λόγω Κανόνων για να θεωρηθεί από το εφαρμοστέο δίκαιο ότι η παραίτηση της ενάγουσας από την πρώτη αγωγή της συνιστούσε επιτρεπτή μεταβολή και κατά συνέπεια ο χρόνος άσκησής της ισχύει ως χρόνος διακοπής της ενιαύσιας προθεσμίας προς επιδίωξη της ένδικης αξίωσής της, μετά την παραίτηση και την εν συνεχεία άσκηση της ένδικης αγωγής μετά την πάροδο της εν λόγω προθεσμίας, θα έπρεπε να υπήρχε αναφορά της δεύτερης εναγόμενης στο αρχικό δικόγραφο, και να κατονομάστηκε εσφαλμένα σ’ αυτό αντ’ αυτής η πρώτη εναγόμενη, άλλως η δίκη να μην μπορούσε να συνεχιστεί κατά της πρώτης εναγόμενης ή διαφορετικά να πτώχευσε η τελευταία και η δεύτερη να υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πτωχής. Αυτές οι προϋποθέσεις δεν συντρέχουν στην κρινόμενη υπόθεση αφού οι συν-εναγόμενες εταιρίες είναι σ΄ολόκληρον συν-οφειλέτριες της ενάγουσας, κατά τους ισχυρισμούς της. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όπως ανωτέρω, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και όσα αντίθετα υποστηρίζει με τους πρώτο και δεύτερο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα. Τέλος και κατά συνέπεια των όσων κρίθηκαν ανωτέρω, απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος της έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται περαιτέρω, θεωρώντας με βάση τα όσα εκθέτει στους προηγούμενους λόγους ότι εσφαλμένα κρίθηκε ως παραγεγραμμένη η ένδικη αξίωσή της, ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η κατά της δεύτερης εναγόμενης αγωγή της στηριζόμενη τόσο στο άρθρο 479 Α.Κ. όσο (και επικουρικά) στο άρθρο 939 Α.Κ.. Ισχυρίζεται ειδικότερα με τον τελευταίο λόγο της ότι η εν λόγω απόρριψη είναι απόρροια της εσφαλμένης κρίσης της εκκαλουμένης ως προς την παραγραφή της απαίτησής της ως προς την πρώτη εναγόμενη χωρίς να βάλει κατά αυτής καθεαυτής της κρίσης της εκκαλουμένης και των αιτιολογιών με τις οποίες απέρριψε την αγωγή κατά της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας. Συγκεκριμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ως εφαρμοστέο, στην μεταξύ της ενάγουσας και της δεύτερης εναγόμενης αγωγή, για αμφότερες τις βάσεις της, κύρια και επικουρική, το ελληνικό δίκαιο ως το εξ όλων των συνθηκών αρμόζον δίκαιο και με βάση τις διατάξεις αυτού στη συνέχεια ορθά έκρινε ότι, εφόσον ο αποκτών περιουσία με βάση το άρθρο 479 Α.Κ., όπως εν προκειμένω η δεύτερη εναγόμενη, υπέχει έναντι του δανειστή την ίδια υποχρέωση που είχε και ο μεταβιβάζων οφειλέτης, με τον οποίο δημιουργείται παθητική σ’ ολόκληρον ενοχή ευθυνομένου του αποκτώντος για τα δημιουργηθέντα μέχρι τη μεταβίβαση χρέη έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων (ΑΠ 1228/2014 και 1798/2014, ΕΠ 94/2011 δημοσιευμ στη ΝΟΜΟΣ), την 11-9-2008 οπότε και μεταβιβάστηκε το πλοίο από την πρώτη στη δεύτερη εναγόμενη εταιρία, η απαίτηση της ενάγουσας είχε ήδη κατά τα ανωτέρω αποσβεστεί λόγω παραγραφής, λόγω παρόδου ενός έτους από την ολοκλήρωση της παράδοσης του φορτίου την 11-7-2007, ενώ και ο αποκτών μπορεί να αντιτάξει έναντι του δανειστή τις ήδη γεννηθείσες κατά το χρόνο της μεταβίβασης υπέρ του μεταβιβάζοντος ενστάσεις. Τέλος απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής (939 Α.Κ.) διότι κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο της μεταβίβασης η ενάγουσα δεν είχε πλέον την ιδιότητα της δανείστριας αφού η απαίτησή της είχε, ήδη, αποσβεστεί (ΕΠ 194/2016 δημοσ στη ΝΟΜΟΣ). Έκρινε δηλαδή ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας ορθά το νόμο ότι κατά το χρόνο κατά τον οποίο η δεύτερη εναγόμενη απέκτησε λόγω πωλήσεως από την πρώτη εναγόμενη το πλοίο της, η τελευταία δεν είχε πλέον την ιδιότητα της οφειλέτριας και συνακόλουθα δεν γεννήθηκε ευθύνη για την ένδικη παραγεγραμμένη ωστόσο αξίωση της ενάγουσας σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υφίσταται άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα πρέπει η κρινόμενη έφεση, κατά τα ερευνηθέντα ανωτέρω κεφάλαιά της, πλην του κεφαλαίου που αφορούσε τη νομική βασιμότητά των αιτημάτων της και κατά οποίο έγινε αυτή δεκτή, να απορριφθεί κατ’ ουσίαν. Τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας η οποία ηττήθηκε στη δίκη αυτή (άρθρα 183 και 191 ΚΠολΔ) ενώ, τέλος, το παράβολο για την άσκηση της έφεσης, ποσού 200 ευρώ πρέπει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο, ενόψει της ήττας της εκκαλούσας (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. δ του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμολία των διαδίκων την από 3-1-2014 έφεση με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/30-12-2014 κατά της με αριθμό 5543/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία.
Δέχεται κατά το τυπικό της μέρος την έφεση.
Δέχεται κατ’ ουσίαν την έφεση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση κατά το άνω κεφάλαιο.
Κρατεί και Δικάζει την αγωγή
Απορρίπτει αυτήν ως μη νόμιμη κατά τα αιτήματα, κύριο και επικουρικό, με τα οποία ζητά την καταβολή του ποσού των 1.799.164,70 δολαρίων ΗΠΑ.
Απορρίπτει έφεση κατ’ ουσίαν, κατά τα λοιπά κεφάλαιά της.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, σε βάρος της εκκαλούσας και τα ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων πενήντα (850) ευρώ.
Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο, ποσού 200 ευρώ, το οποίο κατέθεσε η εκκαλούσα και επισυνάπτεται στην έκθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης (ήτοι τα παράβολα Δημοσίου με αριθμούς …/2014 και …/2014 και τα παράβολα ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., με αριθμούς …/2014 και …../2014).
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 15η Ιουνίου 2017 και δημοσιεύθηκε στις 30 Ιουνίου 2017 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους αυτών δικηγόρους.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ