Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 411/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός  Αποφάσεως    411/2026

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Μοτσοβολέα, Εφέτη,  που ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιως και την Γραμματέα Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στoν Πειραιά, την  ….  ….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α)Του εκκαλούντος : ………..    ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, βάσει δηλώσεως.

Των εφεσιβλήτων : 1) ………, 2) ………..,  οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Αβραάμ Πασιπουλαρίδη, βάσει δηλώσεως.

Β) Tων εκκαλούντων: 1) ………., 2) ………….,  οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Αβραάμ Πασιπουλαρίδη, βάσει δηλώσεως.

Του εφεσιβλήτου : …………   ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, βάσει δηλώσεως.

Ο ενάγων, ……….. ζήτησε να γίνει δεκτή η από 3.8.2017 και με αριθμό κατάθεσης  …………/2017 αγωγή του,  την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου  Πειραιώς. Επί της άνω αγωγής  εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 3756/2018 μη οριστική απόφαση, η οποία διέταξε  την αναβολή  της συζήτησης  εωσότου   περατωθεί η ποινική διαδικασία  μετά την υποβολή της από 2-4-2015 (ΑΒΜ ./….)  μηνυσεως του εναγοντος εναντίον των εναγομένων.  Εν συνεχεία με την από 15-6-2013  (αρ. κατ……………)  κλήση  του εναγοντος η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο ως άνω Δικαστήριο, συζητήσεως γενομένης εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία  η υπ’ αριθ. 3261/2024 απόφαση του με την οποία έγινε εν μέρει  δεκτή η αγωγή.  Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου α) ο ενάγων  με την από 14/4/2025  (αριθ. εκθ. κατ.  ……/2024) έφεσή του, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης ………/2025, και προσδιορίσθηκε για την  δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας,  β) οι  εναγόμενοι   με την  από 24-2-2025 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2025) έφεσή τους, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης ……/2025 και προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο,  ο εκκαλών-ενάγων και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγομένων -εκκαλούντων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσαν μονομερή δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσαν προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον του  Δικαστηρίου τούτου εισάγονται : α)  η από 14/4/2025  (αριθ. εκθ. κατ.  ………./2024) έφεσή του ενάγοντος …………,   β) η  από 24-2-2025 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2025) έφεση των εναγομένων ……..  και  ………… Οι ως άνω αντίθετες εφέσεις πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας,  συνακόλουθα δε δια της συνεκδικάσεως διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, επέρχεται μείωση των εξόδων και αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων (άρθρα 31, 246, 524 ΚπολΔ).
 Η   από 14/4/2025  (αριθ. εκθ. κατ.  ………./2024) έφεση του ενάγοντος ………..,  και   η  από 24-2-2025 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2025) έφεση των εναγομένων …….  και  ……….   κατά  της  υπ’   αριθ.   3261/2024   οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που  δίκασε  κατά την τακτική   διαδικασία   την  από    3.8.2017 (με αριθμό κατάθεσης  ………../2017) αγωγή του ενάγοντος κατά των εναγομένων    έχουν ασκηθεί νομοτύπως   και εμπροθέσμως (άρθρα   495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517,  518  ΚΠολΔ), αφού  από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της, ενώ, εξάλλου,  ασκήθηκαν εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, αρμοδίως δε  φέρονται  προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και για το παραδεκτό τους  έχουν καταβληθει  και τα νόμιμα παράβολα   σύμφωνα με την παράγραφο 3 εδ. 3 του άρθρου  495  του ΚΠολΔ. Επομένως,  είναι   τυπικά δεκτές και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων τoυς κατά την αυτή ως άνω  διαδικασία (533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο ενάγων με  την από την  από 3.8.2017 (με αριθμό κατάθεσης  ……………./2017) αγωγή του εξέθετε ότι  υπό  την ιδιότητά του ως δικηγόρος Αθηνών  ανέλαβε να εκπροσωπήσει  την ομόρρυθμη  εταιρεία με την επωνυμία «…………» και τους   ………….. και τον ……….. σε όλες τις απαραίτητες νομικές ενέργειες,  προκειμένου να ορισθεί διαχειριστής  στην πολυκατοικια που βρίσκεται στον Κορυδαλλό Αττικής, όπου οι εντολείς του διατηρούσαν οριζόντιες ιδιοκτησίες, λόγω του ότι οι δύο εναγόμενοι – οικοπεδούχοι  αρνούνταν να χορηγήσουν τα κλειδιά  για την πρόσβαση στο σύνολο των κοινοχρήστων χώρων  (ανελκυστήρα, κλιμακοστασιου).  Ότι στο πλαίσιο της δικαστικής αυτής  διαμάχης μεταξύ τους οι  εναγόμενοι  κατάθεσαν σε βάρος του   στην Εισαγγελία  Πρωτοδικών Πειραιώς την από 9-4-2014 (ΑΒΜ ……….) πρώτη μηνυσή τους εναντίον του, στην οποία ανέφεραν για αυτον  τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή  ψευδή   γεγονότα εν γνώσει της αναληθείας τους. Ειδικότερα εξέθετε ότι   με την ως άνω πρώτη μήνυση  οι εναγόμενοι   ψευδώς τον  κατεμήνυσαν   α)ότι  σε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά των εναγομενων που συνέταξε ο ενάγων ψευδώς ισχυρίσθηκε  ότι ο εντολέας του ………….. επασχε απο κινητικά προβλήματα ενώ  είχε διανοητικά   και β)  ότι  προσπάθησε να παραπλανήσει  το Δικαστήριο   ως προς την ικανότητα του εντολέα του ………… για δικαστική παράσταση κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.   Ότι η ανωτέρω πρώτη μήνυση ετέθη στο αρχείο με  την υπ’ αριθ. …../27.2.2015 διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιά. Ότι στην συνεχεια ο πρώτος εναγόμενος  κατάθεσε σε βάρος του   στην Εισαγγελία  Πρωτοδικών Πειραιώς την από 12-4-2015 (ΑΒΜ …………) δεύτερη μηνυσή του εναντίον του, με την   οποία τον κατεμήνυσε ψευδως α)ότι ο εναγων ως πληρεξούσιος δικηγόρος της εταιρείας με την επωνυμία «…………….»  συνέταξε δύο υπομνήματα της  ΥΔΟΜ Πειραιά  το περιεχόμενο των οποίων είναι ψευδές και  συκοφαντικό  σε βάρος των εναγομένων καθώς και β)  οτι τέλεσε σε βάρος του (πρώτου εναγομένου) την αξιόποινη πράξη της εξύβρισης και της συκοφαντικής δυσφήμισης επί δικαστηρίου, κατά την συζήτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής την 7.1.2015 στο Ειρηνοδικείο Νικαίας αναφέροντας (ο ενάγων) για αυτόν ενώπιον της Προέδρου του Δικαστηρίου και των λοιπων παρευρισκομενων δικηγόρων και πολιτών τα εξής «και μια παράκληση από το Δικαστηριό σας. Το φάκελό μου, θα τον κλείσω δώδεκα παρά ένα. Δεν θα τον ακουμπήσει κανείς,  δεν έχω θέμα με τον συνάδελφο, έχω με τους διαδίκους. Εχουν κλαπει σχετικά απο ασφαλιστικά στο Ειρηνοδικείο Πειραιά… Έχουν κλαπεί…Με την προηγούμενη συνάδελφο που είχε την υπόθεση…»  κατά τα ειδικότερα αναφερομενα.   Ότι λόγω της δεύτερης αυτής  μήνυσης κλητεύθηκε με το υπ’ αριθ. …../2016 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, λόγω της ιδιάζουσας δωσιδικίας του απευθείας  στο ακροατήριο του  Τριμελούς Εφετείου  Πειραιά κατά την δικάσιμο  της 28ης Μαρτίου 2017 για να δικασθεί για το αδικημα της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος των εναγομενων.  Ότι κατά του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος άσκησε  την υπ’ αριθ. …../1.11.2016 προσφυγή του (322ΚΠΔ), επί της οποίας εξεδόθη το υπ’ αριθ. …./2017  βούλευμα του  Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς,   το οποίο απεφάνθη ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του. Ότι επειδή  το απαλλακτικό βούλευμα του κοινοποιήθηκε στις 21.3.2017  η υπόθεση με αυτόν κατηγορούμενο  υπήρχε  στο πινάκιο της δικασίμου της 28.3.2017, οπότε και παρουσιάσθηκε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου  για να προσκομίσει το απαλλακτικό βούλευμα και  ότι τα ανωτέρω περιήλθαν σε γνώση  συναδέλφων του, ανακριτικών υπαλλήλων  Ανακριτών και Δικαστών.  Ότι μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. …/27.2.2015 Διάταξης του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς με την οποία τέθηκε στο αρχειο η  από 9-4-2014 (ΑΒΜ …..) μηνυσή τους, ο ενάγων στις 2.4.2015 κατέθεσε μήνυση σε βάρος των εναγομένων για το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως.Οτι σε απάντηση της ανωτέρω υποβληθείσας μήνυσής του και επειδή οι εναγόμενοι δεν ικανοποιήθηκαν με την ως άνω Διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς  κατέθεσαν  και τρίτη μήνυση την από 28-4-2016 (ΑΒΜ ……….) εναντίον του  ενάγοντος, με την οποία, όπως εκθέτει  «ουσιαστικά» τον κατηγορούν  εκ νέου για τις ίδιες πράξεις, οι οποίες έχουν ήδη κριθεί και για τις οποίες έχει εκδοθεί απαλλακτική διάταξη του Εισαγγελέως. Ότι  η τρίτη αυτή  μήνυση των εναγομένων συσχετίσθηκε λόγω συναφείας με δική του μήνυση και αναβλήθηκε μέχρι να εκδικασθεί η τελευταία σύμφωνα με το  άρθρο 59 ΚΠΔ,  σύμφωνα με την υπ’ αριθ. ……/15.3.2017  βεβαίωση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά. Ότι όλα τα  διαλαμβανόμενα στις ως άνω μηνύσεις περιήλθαν σε γνώση των συναδέλφων του, ανακριτικών υπαλλήλων,  Ανακριτων και  Δικαστών.   Ότι οι εναγόμενοι  με τις ανωτέρω τρεις μηνυσεις   κατεμήνυσαν ψευδώς τον ενάγοντα με μοναδικό κίνητρο  να ασκηθεί σε βάρος τους  ποινική δίωξη και να τον συκοφαντησουν  ενώπιον των συναδελφων του, των Εισαγγελικων και Δικαστικών Αρχών. Ότι οι διαλαμβανόμενοι στις ως άνω μηνυσεις   ψευδείς ισχυρισμοί σε βάρος του  αποτελούν αδικοπραξία που συνίσταται στην τέλεση σε βάρος  του των αξιόποινων πράξεων   της  ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημισεως. Ότι με τις ψευδείς καταγγελίες τους, οι εναγόμενοι απέβλεπαν στην προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος και της τιμής του καθώς της επαγγελματικής του οντότητας.  Ότι εξαιτίας της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων υπέστη ηθική βλάβη λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του. Με βάση αυτό το ιστορικό  κατόπιν νομοτύπου μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προκατατεθείσες προτάσεις του    (άρθρα 294, 295 παρ. 1 εδ β ΚΠολΔ)  ζήτησε   να αναγνωρισθεί ότι οι  εναγόμενοι   οφείλουν να του καταβάλουν, ο πρώτος εξ αυτών  το ποσό των 59.956  ευρώ και ο δεύτερος το ποσό των 39.956 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προαναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, καθώς   να παραλείπουν οι εναγομενοι οποιαδήποτε  προσβολή στο πρόσωπό του στο μελλον επ’ απειλή χρηματικής ποινής 5.000 ευρώ για κάθε παράβαση της εκδοθεισας αποφασης  και να καταδικασθουν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Επί της άνω αγωγής  εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 3756/2018 μη οριστική απόφαση, η οποία διέταξε  την αναβολή  της συζήτησης  εωσότου   περατωθεί η ποινική διαδικασία  μετά την υποβολή της από 2-4-2015 (ΑΒΜ ……..)  μηνυσεως του εναγοντος εναντίον των εναγομένων.  Εν συνεχεία με την από 15-6-2013  (αρ. κατ…) κλήση  του εναγοντος η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο ως άνω Δικαστήριο μετά την συζήτηση της οποίας, εξεδόθη η εκκαλουμένη  (υπ’ αριθ. 3261/2024) απόφαση,  με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε ως μη νομιμο το αιτημα να υποχρεωθουν οι εφεσίβλητοι να παραλείπουν στο μέλλον κάθε άλλη προσβολή της προσωπικότητας του εκκαλούντος, με την αιτιολογία ότι η προληπτικού χαρακτήρα αίτηση για παράλειψη παρέχεται στον προσβληθέντα, όταν η παράνομη προσβολή είναι επικείμενη ή όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που καθιστούν σφόδρα πιθανό  ότι ο εναγόμενος  προτίθεται πράγματι να επιφέρει παράνομη προσβολή της προσωπικότητας τα οποία δεν εκτίθενται εν προκειμένω,   περαιτέρω μετ’ εκτίμηση αποδείξεων έκανε εν μέρει  δεκτή την αγωγή.  Κατά της απόφασης  αυτής παραπονούνται 1) ο ενάγων με την  από 14/4/2025  (αριθ. εκθ. κατ.  ………./2024) έφεσή του,  για τους αναφερόμενους  σε αυτήν λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και  πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και διώκει   την εξαφάνισή της εκκαλουμένης, ώστε να γίνει εν όλω δεκτή  η   αγωγή  του και  2)οι  εναγόμενοι με την   από 24-2-2025 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……./2025) έφεση τους,  για τους αναφερόμενους  λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και  πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και διώκει  την εξαφάνισή της εκκαλουμένης, ώστε να απορριφθεί  η   αγωγή  του ενάγοντος.  Ο γενικός λόγος εφέσεως για  κακή εκτίμηση αποδείξεων επάγεται το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως και το δευτεροβαθμιο Δικαστήριο  ερευνά  το παραδεκτο, νόμιμο και ουσία βάσιμο της αγωγής. Η αγωγή ως προς την τρίτη μήνυση είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμησεως, διότι ο ενάγων  δεν εκθέτει εξειδικευμένα τους πραγματικούς ισχυρισμούς  που περιελήφθησαν στην τρίτη μήνυση και οι οποίοι  κατ’ αυτόν είναι ψευδείς  και συκοφαντικοί, αλλά όλως αορίστως αναφέρει  ότι « ουσιαστικά» τον κατηγορούν  εκ νέου για τις ίδιες πράξεις, δηλαδή παραπέμπει στο νοηματικό περιεχόμενο προηγούμενης μηνύσεως  η οποία ετέθη στο αρχείο από τον Εισαγγελέα και όχι στους ισχυρισμούς, οι οποίοι κατ’ αυτον είναι ψευδείς και συκοφαντικοί. Περαιτερω ως προς την πρώτη μηνυση, υπό τα εκτιθέμενα, αληθή υποτιθέμενα, η συκοφαντική δυσφήμιση  δεν διεπράχθη, διότι η υπόθεση ετέθη στο αρχείο με διάταξη Εισαγγελέως.  Μετά την νομοθετική μεταβολή που επήλθε στην  διάταξη του άρθρου 363 του  ΠΚ όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει από την 01.05.2024, δυνάμει των άρθρων 54 και 138 παρ. 1 του Ν. 5090/2024, κατά την οποία «….Στην έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη, κατά την ενάσκηση καθήκοντος στο πλαίσιο πολιτικής, ποινικής ή διοικητικής δίκης», η οποια εφαρμόζεται εν προκειμένω ενόψει του ότι η εκκαλουμένη δημοσιεύθηκε μετα την  έναρξη ισχύος  του νομου, κατά τον Κωδικα Ποινικης Δικονομιας στην προδικασία ισχύει η αρχη της μυστικοτητος, πραγμα το οποίο σημαίνει ότι πλην των επιληφθέντων  Εισαγγελέων και  γραμματέων, ουδείς άλλος έλαβε γνώση, εφόσον, υπό τα εκτιθέμενα, η υποθεση για την πρώτη μήνυση ετέθη στο αρχείο και  δεν εισηχθη στο ακροατήριο.  Μετά την ως άνω νομοθετική μεταβολή δεν συγκροτείται η πραξη της συκοφαντική δυσφημίσεως και η επικαλούμενη συκοφαντική δυσφήμιση δεν μπορει να αποτελέσει βάση για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης,  διότι,   στην  έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη κατά την ενάσκηση καθηκόντων στα πλαίσια ποινικής δίκης.  Επομένως, η αγωγή  είναι μη νόμιμη  ως προς  την  πρώτη μήνυση επί της βάσει της συκοφαντικής δυσφημίσεως, καθώς, υπό τα εκτιθέμενα, τα ψευδή και συκοφαντικα περιήλθαν  σε γνωση μόνον  των Εισαγγελέων και γραμματέων στα πλαίσια της άσκησης των υπηρεσιακών τους καθηκόντων και αρμοδιοτήτων, εφόσον η πρώτη μήνυση   ετεθη στο αρχείο, καθόσον τα πρόσωπα αυτά δεν εμπίπτουν στην έννοια του «τρίτου» ως στοιχείο της κατάφασης της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος που τυποποιείται στη διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ, κατά τα προεκτεθέντα, ενώ είναι νόμιμη η αγωγή ως προς  την πρώτη μηνυση επι τη βασει της ψευδούς καταμηνύσεως. Περαιτέρω ως προς την δεύτερη μήνυση η αγωγή είναι ορισμένη  και  νόμιμη επί της βάσει της ψευδούς καταμηνύσεως  αλλά και επί τη  βάσει της συκοφαντικής δυσφημισεως. Ειδικότερα η υπό κρίση αγωγή είναι νόμιμη  επί τη βάσει της συκοφαντικής δυσφημίσεως ως προς την δευτερη μηνυση που, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ο ενάγων ισχυρίζεται χωρίς διάκριση ότι κατά αμφότερα τα σκέλη αυτής εισήχθη στο ακροατήριο και ότι τα περιλαμβανόμενα σε αυτήν ψευδή  και συκοφαντικά εις βάρος του ενάγοντος  πραγματικά περιστατικά περιήλθαν σε γνώση των παρευρισκομένων στην δικαστική αίθουσα δικηγόρων–συναδέλφων του ενάγοντος, πέραν των παραστάντων  στην υπό κρίση υπόθεση, κατά την δικάσιμο της ποινικής  δίκης στις   28-3-2017 ενώπιον του Τριμελους Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς. Τέλος, δεν συντρέχει περίπτωση παράνομης και υπαίτιας προσβολής του δικαιώματος του ενάγοντος στην προσωπικότητά του με αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων συνιστάμενης στην τέλεση σε βάρος του της αξιόποινης πράξης της απλής δυσφήμισης, μετά την κατάργηση από την 01.05.2024 του άρθρου 362 του νέου ΠΚ με το άρθρο 136 περ. α’ του Ν. 5090/2024. Συνεπως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο,  το οποίο έκρινε την αγωγη ορισμένη ως προς την τρίτη μήνυση και νόμιμη ως προς την πρώτη μήνυση επί τη βάσει της  συκοφαντικής δυσφημίσεως εσφαλε  και πρέπει να εξαφανισθεί κατά τούτο.

Από την εκτίμηση    των νομίμως  μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένων  από τους εναγομένους  υπ’ αριθ. …/2017 και …./2017  ενόρκων βεβαιώσεων    ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς των …….. και ……….., οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομίμου  κλητεύσεως   του εναγοντος  (υπ’ αριθ.  …… Δ /29-11-2017 εκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς …………. ) και όλων ανεξαιρέτως των νομίμως μετ’ επικλήσεως  προσκομιζομένων από τους  διαδίκους εγγράφων, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ) είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 § 3, 339, 395 ΚΠολΔ),   καθώς και των προσκομιζόμενων μετ’  επικλήσεως από τους διαδίκους ποινικων  και πολιτικων αποφάσεων,  που λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,  σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων ασκεί το λειτούργημα του δικηγόρου από το έτος 2003  και είναι εγγεγραμμένος  στα μητρώα του  Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Στα πλαίσια  της επαγγελματικής του δραστηριότητας ως δικηγόρου ανέλαβε την εκπροσώπηση  της ομόρρυθμης εταιρείας  με την επωνυμία  «………….» καθώς και των  ……….. και ……….. σε υποθέσεις τους σε αντιδικία με τους εναγομένους. Ειδικότερα  οι εναγόμενοι, ως  οικοπεδούχοι του οικοπέδου που βρίσκεται  στον Κορυδαλό Αττικής (επί της οδού …………….) είχαν αναθέσει στην προαναφερόμενη κατασκευαστική – εργολήπτρια εταιρεία με το υπ’ αριθ. ……………/16.7.2009 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου  και εργολαβικο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά …………., την ανέγερση πολυκατοικίας με συμφωνημένο εργολαβικο αντάλλαγμα την  μεταβίβαση  στην ανωτέρω εταιρεία ως κατασκευάστρια  εταιρεία απο τους οικοπεδούχους ποσοστού 634/1000 εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου. Κατά  την εκτέλεση του ανωτέρω εργολαβικού ανέκυψαν προβλήματα και διαφωνίες  ως προς την  αποπεράτωση ή μη των εργασιών  επί  της επίδικης οικοδομής, με αποτέλεσμα   να δημιουργηθεί  μεγάλη αντιδικία μεταξύ των ανωτέρω ήτοι της κατασκευάστριας  εταιρείας,   του …….. και του …………., ιδιοκτητών οριζοντίων ιδιοκτησιών στην ίδια πολυκατοικια  και των εναγομένων -οικοπεδούχων. Κατά την έναρξη της αντιδικίας τους ο ενάγων έλαβε  την εντολή και πληρεξουσιότητα να εκπροσωπήσει  αρχικά τους ανωτέρω εντολείς του,  και να προβεί στις  απαραίτητες νομικές ενέργειες, προκειμένου να ορισθεί  διαχειριστής στην πολυκατοικία που ανεγέρθηκε επί του ανωτέρω οκοπέδου. Για τον λόγο αυτόν κατέθεσε την υπ’ αριθ. ………./2013 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με αιτούντες  τους ανωτέρω εντολείς του  με την οποία οι αιτούντες ζήτησαν να ορισθεί με δικαστική απόφαση προσωρινός διαχειριστής της πολυκατοικίας επί της οδού …………. στον Κορυδαλλό Αττικής και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (εκεί καθ’ων οι αίτηση) να παραδώσουν στους αιτούντες κλειδια για τη πρόσβασή τους στο σύνολο των κοινόχρηστων χώρων αυτής, καθόσον, ενώ υπήρχε απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών  της πολυκατοικίας με πλειοψηφία 63,4 % με την οποία ορίσθηκε η ανάθεση της διαχείρισης  των κοινοχρήστων σε τρίτο πρόσωπο, οι δύο εναγόμενοι–οικοπεδούχοι αρνούντο να  χορηγήσουν τα κλειδιά για την πρόσβαση  στους κοινοχρήστους χώρους (ανελκυστήρα, κλιμακοστασίου κλπ.).  Μετά  την συζητηση και την  έκδοση  απόφασης επί της ανωτέρω  αίτησης, οι εναγόμενοι  κατέθεσαν σε βάρος του ενάγοντος την απο 9.4.2014 (ΑΒΜ …..) πρώτη μήνυσή τους, η οποία υπογράφεται και από την πληρεξούσια δικηγόρο τους,  στην οποία ανέφεραν  «αφού συνέταξεν (ο  ενάγων) δια τον ανάπηρον ……….   δικόγραφο ασφαλιστικών μέτρων με αρ. καταθ. ……/2013, όπου ψευδώς  ανέγραψε ότι  ο ανάπηρος είχε  μόνο σωματική αναπηρία εις γνώση του εκ δόλου για  να παραπλανήσει  το Δικαστήριο ότι τάχα ο …………..  είχε πρόβλημα κινητικό  και όχι νοητικό  και δια τον λόγον αυτόν ήτο απαραίτητο για τον ανάπηρο  να χρησιμοποιεί  τον ανελκυστήρα».   Επιπλέον  στην ως άνω μήνυση τους ανέφεραν  ότι « Ο εν λόγω δικηγόρος κατά παράβασιν του άρθρου 116 ΚπολΔ ανέστρεψε  ανεπίτρεπτα τους  ισχυρισμούς του και  αναγκάσθηκε να προσκομίσει  ο ίδιος την …../9-3-2006 Γνωμάτευση της  Υγειονομικής, έγγραφο αναπηρίας που αποδεικνύει την απόλυτη ανικανότητα του αναπήρου προς δικαιοπραξία αφού πάσχει από εγκεφαλοπάθεια κρισεις Ε (επιληψίας)- ΒΝΚ (Βαρειαν Νοητικήν Καθυστέρησιν) και ΔΝ<30 δηλαδή πρόκειται  για αποδεδειγμένη ιδιωτείαν του φερομένου ως νομίμου αγοραστού με σκοπό να εκθέσει ότι δήθεν ήτο απαραίτητο για τον ανάπηρο  να χρησιμοποιεί τον ανελκυστήρα έτσι αντελήφθημεν και ημείς την σκευωρίαν ότι ο δικηγόρος .  …….. τον εκπροσώπησε ως  κανονικόν ενήλικα διάδικον, ενώ ήτο πλήρως ενήμερος ότι ο ……….. έπασχε  από την ως άνω βαρειάν εγκεφαλική αναπηρίαν και δεν είχε ποτέ  τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση». Με την ως άνω μήνυση  οι εναγόμενοι  κατά το πρώτο σκέλος της κατεμήνυσαν  τον ενάγοντα ότι  στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που συνέταξε ψευδώς ισχυρίσθηκε  ότι ο εντολέας του ……… επασχε απο  κινητικά προβλήματα. Απεδείχθη, όμως, ότι τουτο δεν είναι αληθές. Από την κατάθεση  του μαρτυρα ……… νομιμου εκπροσωπου της εργοληπτριας εταιρειας  στο ποινικο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς κατά την συνεδρίαση  της 13-6-2019,  ο οποιος  είχε σαφώς  ιδίαν αντίληψη της κινητικής καταστάσεως του ……. και μάλιστα, σε ανύποπτο χρόνο, κατά την υπογραφή του προσυμφώνου  μεταβίβασης, το οποίο υπέγραψε ιδιοχείρως ο ……., απεδείχθη  ότι ο τελευταιος, ο οποιος πάσχει από  εγκεφαλοπάθεια με κρισεις επιληψίας και Βαρειαν Νοητική Καθυστέρηση με δείκτη νοημοσυνης κατώτερο του  30 σύμφωνα με την υπ’ αριθ. πρωτ. ……/9.3.2006 Γνωμάτευση της Υγειονομικής Επιτροπής, ταυτοχρονως παρουσιαζει αληθως κινητικά προβλήματα, τα οποία προερχονται από την διανοητική του κατάσταση και μάλιστα ο ως άνω μάρτυς κατέθεσε ότι  αυτος   προχωρει υποβασταζόμενος και ότι για τις μετακινήσεις του χρησιμοποιει ενίοτε και αναπηρικό καροτσι, το οποίο ασφαλώς δεν θα χρησιμοποιούσε εάν δεν είχε κινητικά προβλήματα.  Απεδείχθη, επομενως, ότι  ο εντολέας του ενάγοντος, …………….., λόγω της επιβαρυμένης διανοητικης κατάστασής του   είχε και  κινητικά προβλήματα, αφού  μπορούσε να περπατήσει  περιορισμένα  και μόνο υποβασταζόμενος από τρίτο πρόσωπο.  Κατά την εκδίκαση της ως άνω αιτησεως ασφαλιστικών μέτρων του ……. κατά των εναγομένων,  ο ενάγων, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του   προσκομιζοντας ο ιδιος την ως ανω ιατρικη γνωματευση,  προέβαλε για την άσκηση των δικαιωμάτων του πελάτη του, όσον αφορα την ελεύθερη χρήση των κοινοχρήστων από αυτόν χώρων,  την εν γένει βαρεια κατάσταση της υγείας του που καθιστούσε επείγουσα και αναγκαία την λήψη των αιτούμενων ασφαλιστικών μέτρων. Δεν απέκρυψε την διανοητική του κατάσταση, αφου ο ίδιος προσκόμισε την εν λόγω ιατρική γνωμάτευση στο Δικαστήριο, απλως προέβαλε επιπλέον και τα κινητικα του προβλήματα. Περαιτέρω με την ως άνω μήνυση  κατά το δεύτερο  σκέλος της οι εναγόμενοι κατεμήνυσαν τον ενάγοντα ότι προσπάθησε να παραπλανήσει  το Δικαστήριο αναφέροντας στην μήνυσή τους  την φράση «σκευωρία», ως προς την ικανότητα του εντολέα του ………… για δικαστική παράσταση. Απεδείχθη, όμως, ότι τούτο δεν είναι αληθές. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 63 παρ. 2 του ΚΠολΔ στα ασφαλιστικά μέτρα  για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος από την αναβολή μπορεί να παρίσταται και όποιος δεν είναι ικανός προς δικαιοπραξία. Επομενως ο ενάγων  μπορούσε να εκπροσωπήσει τον εντολέα του  ………..  στην προκειμένη δίκη ασφαλιστικών μέτρων για διορισμό διαχειριστή, στα πλαίσια της οποίας εκδοθηκε η υπ’ αριθ. 1082/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου  Πειραιώς με την οποία έγινε δεκτή  η δια πληρεξουσιου  παράσταση του ………. εκ μέρους του ενάγοντος, όπως, άλλωστε, τον είχε εκπροσωπήσει και σε άλλες δικες ασφαλιστικών μέτρων, όπως ασφαλιστικών μέτρων νομής των εναγομένων κατά του …………. επί των οποίων εξεδόθησαν οι υπ’ αριθ. 266/2014, 175/2014  αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Πειραιώς καθώς και η υπ’ αριθ. 6/2015 απόφαση του Ειρηνοδικειου Νικαίας,  με τις οποιες εγινε δεκτή η εκπροσώπηση του  ………….. από τον εναγοντα.  Συνεπώς, όσα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι στην ως άνω μήνυση περί «σκευωρίας» δεν είναι αληθή, καθόσον  για τις ως άνω δίκες ασφαλιστικών μέτρων ο ……………..  δεν μπορούσε να στερηθεί της ικανότητάς του να παρίσταται στο Δικαστήριο με το δικό του όνομα ως αιτών η καθ’ ου η αίτηση.. Η ποινική καταδίκη του ενάγοντος – πληρεξουσίου δικηγόρου ο οποίος εχει νομικη υποχρεωση να εκθετει όσα του αναφέρουν  οι πελατες  του, δεν εχει εννομο επιρροη στα επίδικα ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων, παρεκτος του ότι οι εναγοντες υπεβαλαν την μηνυση εχοντας  συνδρομή πληρεξουσίας δικηγορου,  και συνεπως εγνωριζαν το νομικο καθεστώς και την ελλειψη εννομου επιρροής της επιδίκου μηνύσεως κατά του δικηγορου στην πολιτική δίκη η οποια είχε ανοιγεί, διότι μονο η ποινική καταδίκη του ψευμάρτυρος  ασκει επιρροη στην πολιτική δίκη.  Συνεπως από τα  ως ανω αποδεικτικά μέσα,  απεδείχθη ότι όσα κατέθεσαν οι εναγόμενοι με την απο 9.4.2014 (ΑΒΜ ….) πρώτη μήνυσή τους   ήταν ψευδή και το εγνώριζαν και υπέβαλαν την ως άνω μήνυση, με σκοπό να προκαλέσουν την καταδίωξή του.  Σημειούται ότι η ως άνω πρώτη μήνυση των εναγομένων απερρίφθη με την υπ’ αριθ. …../27.2.2015 Διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς και ετέθη στο αρχείο.  Και ναι μεν με την υπ’ αριθ. 2691/13.6.2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς,  η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη οι εναγόμενοι απαλλάχθηκαν για τα αδικήματα της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημίσεως ελλείψει δόλου, αναφορικά με τους  διαλαμβανόμενους στην ανωτέρω μήνυσή τους ισχυρισμούς,   το δεδικασμένο, όμως  της ποινικής αποφάσεως δεν δεσμεύει την πολιτική δίκη, εάν το πολιτικό Δικαστήριο από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα καταλήξει σε διαφορετική κρίση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που  έκρινε   ότι οι εναγόμενοι δεν τέλεσαν ψευδή καταμήνυση με τα ανωτέρω αναφερόμενα στην πρώτη μήνυσή τους, έσφαλε, γενομένου δεκτού του σχετικού  λόγου της από 14-4-2025 εφέσεως του ενάγοντος  και πρέπει η εκκαλουμένη να εξαφανισθεί και κατά τουτο. Περαιτέρω ο ενάγων ισχυρίζεται ότι  ο πρώτος των  εναγομένων, στα πλαίσια της ίδιας αντιδικίας των διαδίκων  υπέβαλε  σε βάρος του ενάγοντος την απο 12.4.2015 (ΑΒΜ ……..) δεύτερη  μήνυσή του, με την οποία κατεμήνυσε τον εναγοντα ότι α) ως πληρεξούσιος δικηγόρος της εταιρείας με την επωνυμία «………………» και με δικη του ευθύνη συνέταξε δύο υπομνήματα της  ΥΔΟΜ Πειραιά  το περιεχόμενο των οποίων είναι ψευδές και συκοφαντικό  σε βάρος των εναγομένων και   β)  ότι ο ενάγων  τέλεσε σε βάρος του την αξιόποινη πράξη της εξύβρισης και συκοφαντικής δυσφήμισης επί δικαστηρίου, κατά την συζήτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής την 7.1.2015 στο Ειρηνοδικείο Νικαίας αναφέροντας για αυτόν ενώπιον της Προέδρου του Δικαστηρίου και των λοιπων παρευρισκομενων δικηγόρων και πολιτών τα εξής «και μια παράκληση από το Δικαστηριό σας. Το φάκελό μου, θα τον κλείσω δώδεκα παρά ένα. Δεν θα τον ακουμπήσει κανείς,  δεν έχω θέμα με τον συνάδελφο, έχω με τους διαδίκους. Εχουν κλαπέι σχετικά απο ασφαλιστικά στο Ειρηνοδικείο Πειραιά… Έχουν κλαπεί…Με την προηγούμενη συνάδελφο που είχε την υπόθεση…».  Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι πρωτος εναγόμενος με  την ως άνω δευτερη μήνυση κατά το πρώτο σκέλος της κατεμήνυσε  τον ενάγοντα ότι   ως πληρεξούσιος δικηγόρος της εταιρείας με την επωνυμία «… ……….» και με δικη του ευθύνη συνέταξε δύο υπομνήματα της  ΥΔΟΜ Πειραιά  το περιεχόμενο των οποίων είναι ψευδές. Από  το κείμενο, όμως   της  δεύτερης μηνυσης σε συνδυασμό με το υπ’ αριθ. …./2.9.2016 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά αποδεικνύεται ότι  ο πρώτος εναγόμενος  με την ως άνω μήνυση καταμηνύει τον ενάγοντα μόνον για την αξιόποινη πράξη  της εξύβρισης και συκοφαντικής δυσφήμισης  επί δικαστηρίου αναφορικά με τις δηλώσεις του κατά την συζήτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής την 7.1.2015 στο Ειρηνοδικείο Νικαίας. Για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμιση δια της υποβολής ψευδων υπομνημάτων στην ΥΔΟΜ Πειραιά καταμηνύει μόνον τους εκπροσώπους της εργολήπτριας εταιρείας, ………… και …………. Συνεπώς  ο ενάγων δεν δικαιούται  χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για το πρώτο σκελος της δεύτερης μυνήσεως αναφορικά με την υποβολή ψευδών υπομνημάτων.  Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης  αναφορικά  με την υποβολή των ως άνω υπομνημάτων έσφαλε, γενομένου δεκτού του σχετικού  λόγου της από 24-2-2025 εφεσεως των εναγομένων και πρέπει να εξαφανισθεί και κατά τούτο. Ακολούθως απεδειχθη ότι   με  την δεύτερη  απο 12.4.2015 (ΑΒΜ ……) μήνυση κατά το δεύτερο σκέλος της ο  πρώτος ενάγομενος κατεμήνυσε τον ενάγοντα ότι   τέλεσε σε βάρος του την αξιόποινη πράξη της εξύβρισης και συκοφαντικής δυσφήμισης επί δικαστηρίου, κατά την συζήτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής την 7.1.2015 στο Ειρηνοδικείο Νικαίας.  Με τις ως ανω, όμως,  δηλώσεις του ενάγοντος ενώπιον του ακροατηρίου «και μια παράκληση από το Δικαστηριό σας. Το φάκελό μου, θα τον κλείσω δώδεκα παρά ένα. Δεν θα τον ακουμπήσει κανείς,  δεν έχω θέμα με τον συνάδελφο, έχω με τους διαδίκους. Εχουν κλαπέι σχετικά απο ασφαλιστικά στο Ειρηνοδικείο Πειραιά… Έχουν κλαπεί…Με την προηγούμενη συνάδελφο που είχε την υπόθεση…» δεν τελέσθηκε συκοφαντική δυσφήμιση σε βάρος του πρώτου εναγομένου  καθώς οι δηλώσεις αυτές οι οποίες είναι καταχωρημένες  στο απομαγνητοφωνημένο κειμενο των υπ’ αριθ.  …../7.1.2015 πρακτικων  δημόσιας συνεδρίασης του  Ειρηνοδικείου Νικαίας δεν αποδίδουν μομφή  εναντίον του  ανωτέρου εγκαλούντος για κλοπή συγκεκριμένου εγγράφου των  πελατών του, αλλά απλως αποτείνουν παράκληση προς την Γραμματεία του Δικαστηρίου για επίδειξη προσοχής ώστε να μην απολεσθούν σχετικά τους έγγραφα κατά το κλείσιμο του φακέλου τους  στη συγκεκριμένη υποθεση, ενώ εξάλλου υπό τις συνθηκες υπό τις οποίες διατυπώθηκαν οι ανωτέρω δηλώσεις του ενάγοντος δεν υπερέβησαν το αναγκαίο και επιβαλλόμενο από τις περιστασεις  μέτρο, καθόσον έγιναν κατά την άσκηση των καθηκόντων του ενάγοντος  στα πλαίσια της  αντιδικίας της εντολέως του εταιρείας «………..»  με τον πρώτο των εναγομένων, ενώ δικαιολογούνται από το εύλογο ενδιαφέρον του ενάγοντος για την διαφύλαξη προστατευόμενων συμφερόντων της ανωτέρω εργολήπτριας  εταιρείας, με εντολή της οποίας ενεργούσε. Εξάλλου  από την διευκρινιστική φράση του εναγοντος στο ακροατήριο «Mισο λεπτό γιατι δημιουργουνται εδω καταστάσεις, δεν έχουν καμία σχέση, ούτε από τους συναδέλφους που είναι εδώ…» συνάγεται ότι δεν είχε πρόθεση να προσβάλλει την προσωπικότητα του πρωτου εναγομενου με τις ανωτέρω δηλώσεις. Σημειούται ότι κατόπιν ασκήσεως προσφυγης του ενάγοντος κατά της απευθείας κλήσης  (με το υπ’ αριθ. ……./2016 κλητήριο θέσπισμα) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά λόγω της ιδιάζουσας δωσιδικίας  κατα την δικάσιμο της 28.3.2017 για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης για τις ανωτέρω δηλώσεις του εναγοντος, εξεδόθη το υπ’ αριθ. …./2017 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών  Πειραιά, το οποιο απεφάνθη να μην γίνει κατηγορία σε βάρος του ενάγοντος για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης.  Επομένως  ο πρώτος εναγόμενος  ψευδώς κατεμήνυσε τον ενάγοντα ότι  με τις προαναφερομενες δηλώσεις του (ο ενάγων) τέλεσε σε βάρος του την αξιόποινη πράξη της εξύβρισης και συκοφαντικής δυσφήμισης επί δικαστηρίου, κατά την συζήτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής την 7.1.2015 στο Ειρηνοδικείο Νικαίας και η υποβολή της ανωτέρω μηνύσεως είχε σκοπό την ποινική του καταδίωξη. Ο πρωτος  εναγόμενος εγνώριζε ότι ο ενάγων ενεργούσε  στα πλαισια των καθηκόντων του ως δικηγόρου για την διαφύλαξη των προστατευόμενων συμφερόντων  των εταίρων  εντολέων – πελατών του.  Ο ενάγων κατά τ ην άσκηση των καθηκόντων του ως δικηγορου έδρασε στα πλαίσια των εντολών που έλαβε από τους εντολείς του, ήταν υποχρεωμένος ως εκ του λειτουργήματός του να παρουσιάσει και να υποστηρίξει τις θέσεις των εντολέων του και να προστατεύσει τα έννομα συμφέροντά τους. Συνεπώς ο πρώτος εναγομενος  κατεμήνυσε ψευδώς τον ενάγοντα ότι με τις ως άνω δηλωσεις του  ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νικαίας τον δυσφήμισε και τον εξύβρισε και υπέβαλε την ως άνω μήνυση με σκοπο να προκαλέσει την ποινική του δίωξη γενομένου δεκτού του συναφούς λόγου της από 14/4/2025 εφέσεως του εναγοντος. Η ποινική καταδίκη του ενάγοντος – πληρεξουσίου δικηγόρου ο οποίος εχει νομικη υποχρεωση να εκθετει ό,τι του αναφέρουν  οι πελατες  του, δεν εχει εννομο επιρροη στα επίδικα ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων, παρεκτος του ότι ο πρώτος  εναγων υπεβαλε την δεύτερη μηνυση εχοντας  συμπαράσταση πληρεξουσίας δικηγορου,  και συνεπως εγνωριζε το νομικο καθεστώς και την ελλειψη εννομου επιρροής της επιδίκου μηνύσεως κατά του δικηγορου στην πολιτική δίκη η οποια είχε ανοιγεί.  Σημειούται ότι  από την υπ’ αριθ. απόφαση του Τριμελούς Εφετείου  Πλημμελημάτων  αποδεικνύεται ότι κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 28.3.2017  το όνομα του ενάγοντος δεν εξεφωνήθη ως κατηγορουμένου,  στα πρακτικά της συνεδριασης  δεν υπήρχε το όνομά του αλλά μόνον των εκπροσώπων της εργοληπτριας  εταιρείας, ……………. και ……….., το προαναφερόμενο υπ’ αριθ. 27/2017 απαλλακτικό βούλευμα που  περιείχε την κατηγορία κατά του ενάγοντος   δεν ανεγνώσθη, ανεγνώσθη απλώς  μία επισημείωση του Εισαγγελώς επί  του φακέλου της δικογραφίας περί του ότι ως προς αυτόν  η υποθεση έληξε δια απαλλακτικού βουλέυματος και κατόπιν αυτού  το Δικαστήριο  εκήρυξε εαυτό  αναρμοδιο και παρέπεμψε την υπόθεση. Συνεπώς ο ισχυρισμός του ενάγοντος  ότι έλαβαν γνώση των  συκοφαντικών ισχυρισμών  τρίτοι και δη οι παριστάμενοι στο ακροατήριο   κατά την εκδίκαση της υποθέσεως  δεν απεδείχθη και πρέπει να απορριφθεί κατ’ ουσίαν ο περί συκοφαντικής δυσφήμισης ισχυρισμός  και συνακολούθως και το αίτημα  περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για συκοφαντική δυσφήμιση, καθοσον μετά την ως άνω νομοθετική μεταβολή η συκοφαντική δυσφήμιση δεν μπορει να αποτελέσει βάση για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης,  διότι,   στην  έννοια του τρίτου δεν περιλαμβάνονται δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που λαμβάνουν γνώση των ισχυρισμών για τα διάδικα μέρη κατά την ενάσκηση καθηκόντων στα πλαίσια ποινικής δίκης, ενώ όσον αφορά την δυσφήμιση μετά την προαναφερόμενη νομοθετική μεταβολή κατέστη μη αξιόποινη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποιο έκρινε ότι τα ανωτέρω αποτελούν  δυσφήμιση, εσφαλε, διότι εφάρμοσε εσφαλμένα τον νόμο, καθως επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση για δυσφήμιση, η οποία κατά τον χρόνο δημοσίευσης της  απόφασης  δεν ήταν αξιόποινη. Απεδείχθη επομένως  ότι όσα ανωτέρω ανέφεραν οι εναγόμενοι  με την πρώτη  μήνυση και με την δεύτερη μήνυση κατά το δεύτερο σκέλος της και για τα οποία καταμήνυσαν τον ενάγοντα  ήταν ψευδή και οι  εναγόμενοι το εγνώριζαν και τον κατήγγειλαν με σκοπό να  προκαλέσουν την καταδίωξή του γι’ αυτά.  Εγνώριζαν δηλαδή οι  εναγόμενοι   ότι οι ανωτέρω αναληθείς περί γεγονότων ισχυρισμοι  σε βάρος τoυ ενάγοντος που διαλαμβάνονταν στις προαναφερόμενες μηνύσεις  ήταν ψευδείς  και με τον τρόπο αυτόν προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος. Aπό την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων και την εντεύθεν παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, ο τελευταίος υπέστη ηθική βλάβη.  Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, η οποία ανέρχεται, λαμβανομένων υπόψη  του είδους και της φύσης της προσβολής του ενάγοντος, της έκτασης της βλάβης,  των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της βαρύτητας του πταίσματος, της έντασης του δόλου, των γενικότερων περιστάσεων, του γεγονότος  ότι ασκήθηκε   ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντος  και δεδομένου και του ότι ενεπλάκη  και σε δικαστικό αγώνα με τους εναγομενους (υποβολή μηνύσεων εκατέρωθεν), της στενοχώριας που αυτός δοκίμασε και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων μερών, στο ποσό των 2.500  ευρώ από τον πρώτο εναγομενο και στο ποσό των 1.500 ευρώ από την δεύτερη εναγομένη, που κρίνεται εύλογο και σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 491/2015, ΑΠ 531/2014 ΝΟΜΟΣ), η οποία εφαρμόζεται και κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, την οποία δικαιούται ο παθών από αδικοπραξία δεδομένου ότι το άνω ποσό βρίσκεται εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που αναγνώρισε ότι  ο  ενάγων δικαιούται από τον πρώτο εναγόμενο το ποσό των 2.000 ευρώ και από την δεύτερη εναγομένη το ποσό των 1.000 ευρώ, έσφαλε, γενομένου δεκτού του σχετικού δεύτερου λογου της από 14-4-2025 εφέσεως του ενάγοντος και πρέπει να εξαφανισθεί και κατά τούτο. Μετα ταύτα  πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να αναγνωρισθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.500 ευρώ και ότι  η δεύτερη εναγομένη  υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα  το ποσό των 1.500 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε  εν μέρει    την αγωγή και αναγνώρισε  ότι ο πρώτος  εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει  στον ενάγοντα   το  ποσό των  2.000 ευρώ και ότι η δεύτερη εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον εναγοντα  το ποσό των 1.000 ευρώ για δυσφήμιση, έσφαλε, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, και πρέπει,  αφού γίνουν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι αμφοτερων των εφέσεων  ως και οι υπό κρίση  εφέσεις στο σύνολό τους,  να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο για  να δικασθεί,  κατά τη διάταξη του άρθρου 535 ΚΠολΔ, και κατ’ ουσίαν   και να  γίνει δεκτή, εν μέρει, η υπό κρίση αγωγή και να αναγνωρισθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.500,00 ευρώ και ότι  η δεύτερη εναγομένη  υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα  το ποσό των 1.500 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, οι  εναγόμενοι, ενόψει της εν μέρει ήττας τους, πρέπει να καταδικασθουν σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 106, 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2, 591 παρ. 1ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό,  μετά δε την  αποδοχή των εφέσεων  πρέπει να διαταχθεί η απόδοση  των κατατεθέντων παραβόλων στους  εκκαλούντες εκάστης εφέσεως   (495  παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλίαν των διαδίκων την  από 14/4/2025   έφεση του ενάγοντος ………….  και την   από 24-2-2025  έφεση των εναγομένων ……………  και  …………..

Δεχεται τυποις  και  κατ’ ουσίαν τις υπό κρίση εφέσεις εφέσεις .

Εξαφανίζει  την υπ’ αριθ. 3261/2024  απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κρατεί  την υπόθεση. Δικάζει  επί της από   3.8.2017 (με αριθμό κατάθεσης  …………../2017) αγωγής.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται  εν μέρει την αγωγή.

Αναγνωρίζει ότι ο πρώτος εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δυο χιλιάδων πεντακοσιων   (2.500) ευρώ και ότι  η δεύτερη εναγομένη  υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα  το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Διατάσσει την απόδοση των εις το σκεπτικό  παραβόλων  στους εκκαλούντες εκάστης εφέσεως .

Καταδικάζει τους   εναγομένους   στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στον Πειραιά  στις   8.6.2026.

H ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε  την   8/6/2026  σε έκτακτη  δημόσια συνεδρίαση,  απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσιων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                 Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ