ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Αποφάσεως 412 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Μοτσοβολέα, Εφέτη, που ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιως και την Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, την ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των εκκαλούντων:1) ……………….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν, στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Κιαουλιά, βάσει δηλώσεως.
Των εφεσιβλήτων : 1)Της εταιρείας με την επωνυμία « ……………..» και τον διακριτικό τίτλο …………., που εδρεύει στον ……………. Αττικης, νομίμως εκπροσωπούμενης, 2) …………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Γκουτίδη, βάσει δηλώσεως.
Οι ενάγοντες, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 10-4-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………./2017 αγωγή κατά των εναγομένων και ζήτησαν να γίνει δεκτή. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2164/2018 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία α)αναβλήθηκε η συζήτηση εωσότου περατωθεί η ποινική διαδικασία μετά την άσκηση ποινικής διώξεως δε βάρος του δεύτερου και τρίτου των εναγoμένων για εμπρησμό απο αμέλεια από τον οποίον προέκυψε κίνδυνος για πρόσωπα και πράγματα και για σωματική βλάβη παρ’ υποχρέου, β) διεταχθη η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθεί η διαταχθείσα με αυτήν έκθεση πραγματογνωμοσύνης. H αγωγή επαναφέρθηκε νομίμως για συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την από 9-12-2021 κλήση, συζητήσεως γενομένης εξεδόθη η υπ’ αριθ. 1047/2022 απόφαση με την οποια απερρίφθη η αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο ενάγοντες με την από 15-3-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2024 έφεσή τoυς, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης …………../2024, η οποία προσδιορίσθηκε αρχικώς για την δικάσιμο της 9-1-2025, ότε και ματαιώθηκε και εν συνεχεία με την από 6-2-2025 (αρ. κατ. ………../2025) κλήση επαναφέρθηκε προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσαν μονομερή δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσαν προτάσεις.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση των ηττηθεντων στο πρώτο βαθμό εναγόντων κατά της υπ’ αριθμ. 1047/2022 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο δίκασε κατά την τακτική διαδικασία την από 10-4-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../2017 αγωγή των εναγόντων κατά των εναγομένων, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 ΚΠολΔ ), αφού δεν προκυπτει επίδοση της εκκαλουμένης, ενώ εξάλλου έχει ασκηθεί εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε την 1-4-2022 και η έφεση ασκήθηκε με κατάθεση στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 22-3-2024, αρμοδίως δε φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και για το παραδεκτό της έχει καταβληθει και το νόμιμο παράβολο σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθει περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων της κατά την αυτή ως άνω διαδικασία (533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την από 10-4-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../2017 αγωγή τους, όπως παραδεκτώς διορθώθηκε κατ’ άρθρο 224 ΚπολΔ, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι μεταξύ αυτών και της πρώτης εναγομένης καταρτίσθηκε στις 26.6.2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης σε αυτούς κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε έκαστον τούτων ενός μεταχειρισμένου Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου έναντι τιμήματος 4.420,00 ευρώ, το οποίο θα εξοφλείτο εν μέρει σε δόσεις και εν μέρει σε μετρητά. Ότι στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να ασφαλίσει το παραπάνω όχημα. Ότι στις 8.7.2013 ο πρώτος ενάγων παρέλαβε το όχημα από τις εγκατάστάσεις της πρώτης εναγομένης και ότι στις 10.7.2013 εκδηλώθηκε σε αυτό πυρκαγιά εν κινήσει σε κεντρικό δρόμο στον Πειραιά εξαιτίας βραχυκυκλώματος των καλωδίων του ενισχυτή ηχητικής εγκατάστασης που βρισκόταν στον χώρο αποθήκευσης του οχήματος και είχε εγκατασταθεί από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του, με συνέπεια τον τραυματισμό του πρώτου ενάγοντος και την πρόκληση εκτεταμένων υλικών ζημιών στο παραπάνω όχημα. Ότι η προκληση της πυρκαγιάς και η ζημία των εναγόντων οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά του δεύτερου και του τρίτου των εναγομένων, προστηθέντων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης, οι οποίοι παρέλειψαν να προβούν στον απαιτούμενο τεχνικό έλεγχο και την συντήρηση του οχήματος πριν την παράδοσή του στους ενάγοντες με αποτέλεσμα, εξαιτίας της πλημμελούς τοποθέτησης των καλωδίων του ενισχυτή εντός των αλουμινένιων ψύκτρων που χρησιμοποιούνταν για την απαγωγή της θερμότητας και εξ αιτίας της κακής και μη ασφαλούς λειτουργίας του, να αλλοιωθεί η μόνωση των καλωδίων και να προκληθεί ανάφλεξη στον χώρο αποθηκευσης του αυτοκινήτου και ότι η πρώτη εναγομένη ευθύνεται για τις πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων υπαλλήλων της. Με βάση το ιστορικο αυτό, ασκούντες ρητώς μονον την εξ αδικοπραξίας αξίωση ως κύρια βάση, ζητούσαν, μετά από εν μέρει περιορισμό του αιτήματος για καταβολή χρηματικης ικανοποίησης λόγω ηθικης βλάβης στον πρώτο ενάγοντα με την από 28.7.2017 έγγραφη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων (άρθρα 223 ΚΠολΔ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον α) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 22.769,30 ευρώ, το οποιο αναλύεται σε 1.198,21 ευρώ για ιατροφαρμακευτικές δαπάνες, 347.90 ευρώ για την απώλεια του μηνιαίου μισθού του κατά την διάρκεια της αναρρωτικής άδειας, στην οποια δεν μπορούσε να μεταβεί επι ένα μήνα λόγω του τραυματισμού του, 1.500,00 ευρώ για παροχή υπηρεσιών από την σύζυγό του, 1.800,00 ευρώ για βελτιωμένη διατροφή, 14.960,00 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλαβης, 2.150,00 ευρώ για το ήμισυ της αξίας του οχήματος λόγω ολικης καταστροφής, 125,00 ευρώ για το ήμισυ της δαπάνης απομάκρυνσης του αυτοκινήτου από τον χωρο της πυρκαγιάς και τη φύλαξή του σε χώρο σταθμευσης της τροχαίας και 250,00 ευρώ για το ήμισυ του προστίμου που επιβλήθηκε στους ενάγοντες λόγω κυκλοφορίας ανασφάλιστου οχήματος, β) στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 7.525,00 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε 5.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 125,00 ευρώ για το ήμισυ της δαπάνης απομάκρυνσης του αυτοκινήτου από τον χωρο της πυρκαγιάς και τη φύλαξή του σε χώρο σταθμευσης της τροχαίας, 250,00 ευρώ για το ήμιση του προστίμου που επιβλήθηκε στους ενάγοντες λόγω κυκλοφορίας ανασφάλιστου οχήματος και 2.150,00 ευρώ για το ήμισυ της αξίας του οχήματος λόγω ολικης καταστροφής νομιμοτοκως από της επομένης της 10.7.2013, οπότε έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως και να καταδικασθούν στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Επικουρικώς ζητούσαν τα ανωτέρω ποσά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2164/2018 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία α)αναβλήθηκε η συζήτηση εωσότου περατωθεί η ποινική διαδικασία μετά την άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος του δεύτερου και τρίτου των εναγομένων για εμπρησμό απο αμέλεια από τον οποίον προέκυψε κίνδυνος για πρόσωπα και πράγματα και για σωματική βλάβη παρ’ υποχρέου και β) διεταχθη η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθεί η διαταχθείσα με αυτήν έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Εν συνεχεία με την από 9-12-2021 κλήση των εναγόντων η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση μετά την συζήτηση της οποίας, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξεδωσε την υπ’ αριθ. 1047/2022 απόφαση, διά της οποίας, αφου έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη κατά την κύρια αυτής βάση, περαιτέρω μετ’ εκτίμηση αποδείξεων απέρριψε αυτήν κατ’ ουσίαν.
Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ενάγοντες με την από 15-3-2024 έφεσή τους, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και διώκουν την εξαφάνισή της εκκαλουμένης, ώστε να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή τους. Ο γενικός λόγος εφέσεως για κακή εκτίμηση αποδείξεων επάγεται το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως και το δευτεροβαθμιο Δικαστήριο ερευνά το παραδεκτο, νόμιμο και ουσία βάσιμο της αγωγής.
Η ως άνω αγωγή με το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο και αίτημα, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη κατά την κύρια αυτής βάση, κατά τρόπο που και το Δικαστήριο να δύναται να εκτιμήσει τη νομική και εν συνεχεία ουσιαστική βασιμότητά της και οι εναγομενοι να αμυνθούν κατ’ αυτής, διότι περιέχει όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται κατ’ άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προς θεμελίωση αυτής στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 340, 346, 914, 922, 926, 929, 932 ΑΚ δεδομένου ότι οι ενάγοντες ασκούν ρητώς μόνον την εξ αδικοπραξίας αξίωση, εκτίθενται σε αυτήν με επαρκεια τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμεπριφορά των εναγομενων καθως και την ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες εξαιτίας αυτής της συμπεριφορας, το αίτημα δε καταβολής τόκων είναι νόμιμο μόνον από της επιδόσεως της αγωγής, εφόσον δεν γίνεται επικληση προγενεστέρας οχλήσεως. Σημειουται ότι το παρόν Δικαστηριο δεν θα ερευνήσει την επικουρικη βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού διότι μετά την κατ’ ουσίαν απόρριψη της κυρίας βάσεως της αγωγής εξ αδικοπραξίας, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ερεύνησε την επικουρική βάση της αγωγής και σιγή απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη, κατά τούτο δε δεν πλήττεται η εκκαλουμένη με ειδικό λόγο εφέσεως.
Από την εκτίμηση των νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένων από τους εναγοντες υπ’ αριθμ. …./27.7.2017 και …./27.7.2017 ενόρκων βεβαιώσεων της ………., και της ……… αντίστοιχα που δόθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς, κατόπιν νομοτύπου και εμπροθέσμου κλητεύσεως των εναγομένων (υπ’ αριθ. …./20-7-2017, …./20-7-2017, …./20-7-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς, ………), των νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένων από τους εναγομένους υπ’ αριθ. …./31.7.2017 και …./31.7.2017 ενόρκων βεβαιώσεων του ………….. και του ………. που δόθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς, κατόπιν νομοτύπου και εμπροθέσμου κλητεύσεως των εναγοντων (υπ’ αριθ. …../26-7-2017 και …../20-7-2017 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελητριας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………..), ως και από την συνεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των μετ’ επικλήσεως νομίμως προσκομιζομένων υπό των διαδίκων εγγράφων, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ) είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 § 3, 339, 395 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της από 26.6.2013 σύμβασης η πρωτη εναγομένη, η οποια έχει ως αντικείμενο εμπορίας την πώληση μεταχειρισμένων οχημάτων, δια του τρίτου εναγομένου πωλητή της πώλησε στους ενάγοντες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε έκαστον ένα μεταχειρισμένο Ι.Χ.Ε. μάρκας DAEWOO–CHEVROLET, μοντέλο Lacetti, χρώματος μπλε, 1.598 κυβικών εκατοστών, με αριθμό κυκλοφορίας ………. και ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας 13.1.2006, το οποίο είχε αποκτήσει από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του, ……., αντί τιμήματος ποσού 4.350,00 ευρώ πλέον εξόδων μεταβίβασης 220 ευρώ, πλέον τελών κυκλοφορίας 150,00 ευρώ για τέλη κυκλοφορίας, μείον 300,00 ευρώ για απόσυρση παλαιού οχήματος των εναγόντων, ήτοι συνολικως ποσου 4.420,00 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί εν μέρει με δάνειο ύψους 3.045,00 ευρώ που θα λάμβαναν οι ενάγοντες σε ποσοστό 50% έκαστος από την τραπεζα Volkswagen Bank και θα εξοφλούσαν σε 48 μηνιαίες δόσεις, όπως και έγινε και εν μέρει, ως προς το υπόλοιπο, με μετρητά. Στο όχημα αυτό και συγκεκριμενα στον χώρο αποθήκευσης είχε εγκατασταθεί από τον προηγούμενο ιδιοκτητη του ένα ηχείο Sub Woofer, το οποίο συνδεόταν με το ηλεκτρικο κύκλωμα του οχήματος και ειδικότερα με την μπαταρία του αυτοκινήτου μέσω ενός ενισχυτή, το οποιο είχε προβληματίσει τους ενάγοντες εν σχέσει με την ανάγκη υπάρξεώς του. Αποδεικνύεται ότι τόσο πριν την παράδοση όσο και κατά την παράδοση του οχήματος υπήρξε διαλογος ως προς το πως αυτό έπρεπε να αφαιρεθεί. Ειδικότερα από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από τους εναγομένους υπ’ αριθ. …./2017 ενορκη βεβαίωση του . ……., ο οποίος κατέθεσε μετά λογου γνώσεως, καθώς ήταν παρών στον διαλόγο που διεμειφθη μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και του τρίτου εναγομένου -εφεσιβλήτου, ο οποίος επώλησε το επίδικο στους ενάγοντες και στον διαλογο που διεμειφθη μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και του δευτέρου εναγομένου -εφεσιβλήτου κατά την παράδοση του οχήματος, αποδεικνύεται ότι σε σχετική ερωτηση του πρώτου ενάγοντος εάν μπορεί να αφαιρέσει ο ίδιος το ηχείο SUB WOOFER του επισημάνθηκε απο αμφοτερους τους εναγομένους ότι αυτό θα έπρεπε να γίνει είτε από εξειδικευμένο συνεργείο είτε στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης απο συνεργείο δικό της οποιαδηποτε χρονική στιγμή χωρίς κόστος, προκειμένου να το αφαιρέσει ο εξειδικευμένος τεχνικός ηλεκτρολόγος της εταιρείας και όχι από τον ίδιον (πρώτο ενάγοντα) λόγω της επικινδυνότητας ενός τέτοιου εγχειρηματος. Από την τελευταία αυτή ενορκη βεβαίωση αποδεικνύεται μάλιστα, ότι ο πρώτος ενάγων δεν επιθυμουσε κατα την στιγμή της παράδοσης να αφαιρεθεί, διότι, όπως ανέφερε στον δεύτερο εναγόμενο-εφεσίβλητο, μπορεί να το χρειαζόταν ο υιός του- δεύτερος ενάγων, ο οποίος και θα οδηγούσε το αυτοκίνητο. Εξάλλου και ο ……… στην προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από τους εναγομενους υπ’ αριθ. ………/2017 ενορκη βεβαίωσή του ρητώς κατέθεσε οτι οι εναγόμενοι είχαν επισημάνει στον πρώτο ενάγοντα ότι η αφαίρεση του ηχείου SUB WOOFER μπορεί να γίνει μόνον από εξειδικευμένο συνεργείο ή «δωρεάν» από το συνεργείο της πρώτης εναγομένης. Απεδείχθη ότι για το εν λόγω όχημα είχε εκδοθεί το από 2.2.2012 δελτίο τεχνικού ελέγχου οχήματος της εταιρείας «…………..», το οποίο κατα τον χρόνο πώλησης ήταν έγκυρο, καθόσον ίσχυε έως τις 2.2.2014. Στις 5.7.2013 εκδόθηκε η νέα άδεια κυκλοφορίας στο όνομα των εναγόντων και στις 8.7.2013 το όχημα παραδόθηκε στους ενάγοντες στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης απο τον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος ήταν επίσης πωλητής, όπως και ο τρίτος εναγόμενος. Στις 9-7-2013 ο πρώτος ενάγων αποσύνδεσε μόνος του το ηχείο SUB WOOFER, παρα τις περί του αντιθέτου επισημάνσεις του δεύτερου του τρίτου εναγομενου περι της αναγκης υπαρξεως ειδικευμενων τεχνικών γνωσεων προς τουτο, αφήνοντας τα καλώδια ελεύθερα στο χωρο αποθηκευσης του οχήματος να κρέμονται από τον ενισχυτή, όπως ο ίδιος συνομολογει στην αγωγή του. Την επόμενη ημέρα, στις 10.7.2013 και περί ώρα 15:37 ο πρώτος ενάγων οδηγώντας το παραπανω όχημα στην διασταύρωση των οδών ………….. στον Πειραιά διαπίστωσε μυρωδια καμένου και καπνούς στον χώρο αποθήκευσης του οχήματος. Αφού ακινητοποίησε το όχημα, άνοιξε το πορτ- παγκάζ, από το οποίο έβγαιναν φλόγες και προσπάθησε να κατασβήσει την πυρκαγιά με τον πυροσβεστήρα του οχήματος και την βοήθεια των διερχομενων οδηγών, με αποτέλεσμα να υποστεί θερμικό έγκαυμα μερικού πάχους προσώπου και άκρων χειρών άμφω και δεξιου αντιβραχίου. Από την πυρκαγιά καταστραφηκαν ολοσχερώς ο χωρος αποθηκευσης και τα πίσω φανάρια του οχήματος των εναγόντων, ενώ αλλοιώθηκαν από την θερμοκρασία της πυρκαγιας το πίσω καθισμα, οι πίσω πόρτες και ο ουρανός. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ήδη πριν την παραλαβή του οχήματος είχαν εκφράσει την επιθυμία τους να αφαιρεθεί το ηχείο SUB WOOFER που προαναφέρθηκε και ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγομένων τους συμβούλευσαν προς τον σκοπό αυτόν να αποσυνδέσουν το ηχείο από τον ενισχυτή βγαζοντας το φις. Ο ισχυρισμός αυτός δεν απεδείχθη. Αντιθέτως απεδείχθη, ως προεκτέθη, ότι οι εναγόμενοι είχαν επισημάνει στον πρώτο ενάγοντα ότι τούτο μπορούσε να γίνει μόνον είτε από εξειδικευμένο συνεργείο είτε στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης, από εξειδικευμένο τεχνικό ηλεκτρολόγο. Επιπλεον οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο δεύτερος και ο τρίτος εναγόμενος, ως προστηθέντες της πρώτης εναγομένης, δεν προέβησαν στον απαιτούμενο έλεγχο και την συντήρηση αυτού, με αποτέλεσμα, εξαιτίας της πλημμελους τοποθέτησης των καλωδίων του ενισχυτή, ο οποίος συνέδεε το ηλεκτρικο κύκλωμα του οχήματος με το ηχείο SUB WOOFER, μέσα στις αλουμινένιες ψύκτρες που χρησιμοποιούνταν για την απαγωγη θερμότητας, να αλλοιωθεί η μονωση καλωδίων και να προκληθεί ανάφλεξη στον χώρο αποθήκευσης του αυτοκινήτου. Οι εναγόμενοι αρνουνται τον ισχυρισμό αυτόν επικαλούμενοι ότι η πρώτη εναγομένη αγόρασε το όχημα από τον αρχικό ιδιοκτητη του, στην ίδια ακριβώς κατάσταση στην οποία το πώλησε τους ενάγοντες, με τοποθετημένο το Sub Woofer στον χώρο αποθήκευσης του οχήματος, το οποίο δεν είχε κανένα τεχνικό ή ηλεκτρολογικό πρόβλημα και ότι η πυρκαγια προκλήθηκε από την αυθαίρετη ενέργεια του πρωτου ενάγοντος να αποσυνδέσει ο ίδιος το ηχείο SUB WOOFER, παρά τις περί του αντιθέτου υποδείξεις των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων ότι τούτο θα έπρεπε να γίνει από συνεργείο της πρώτης εναγομένης ή από άλλο εξειδικευμένο συνεργείο, καθώς αυτό ήταν συνδεδεμένο με τον ενισχυτή και με το ηλεκτρικό σύστημα του αυτοκινήτου και οτι ως εκ τούτου θα έπρεπε να γίνουν οι ανάλογες μονώσεις των καλωδιώσεων, τις οποίες δεν μπορούσε να κάνει ο ίδιος ο αγοραστής. Από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν απεδείχθη με βεβαιότητα η αιτιώδης διαδρομή της πυρκαγιάς που εκδηλώθηκε στο παραπάνω όχημα. Οι ενάγοντες προς απόδειξη της αγωγής προσκομιζουν την κατ’ άρθρον 390 ΚΠολΔ από 10.9.2015 ιδιωτική γνωμοδότηση του ηλεκτρολογου αυτοκινήτων, …………,, από την οποία, ομως, είναι δυνατή η εξαγωγή πιθανών μόνον συμπερασμάτων αναφορικά με τα αίτια της πυρκαγιάς, καθόσον η κατάσταση του οχήματος δεν επέτρεπε πιο ασφαλή συμπεράσματα. Έτσι σύμφωνα με την ως άνω ιδιωτικη γνωμοδότηση, το πρώτο συμπερασμα αυτής είναι ότι η πυρκαγια προκλήθηκε «πιθανόν» από λανθασμένη τοποθέτηση του ενισχυτή και ειδικότερα επειδή η καλωδίωση οδήγησης και εξοδου του ενισχυτή ήταν λανθασμένα και αδικαιολογητα τοποθετημένη (περασμένη) στις αλουμινένιες ψύκτρες του ενισχυτή, οι οποίες συντελούν υπό κανονικές συνθήκες στην απαγωγη θερμότητας, με αποτελεσμα η θερμοκρασία που υπήρχε στις ψύκτρες του ενισχυτή να αλλοιώσει σταδιακα και με την παροδο του χρονου τη μόνωση των καλωδίων του ενισχυτή. Το δεύτερο συμπέρασμα αυτής ειναι ότι η πυρκαγια «πιθανόν» να προκλήθηκε και ενισχύθηκε από καποιο ναυλον (ταπετσαρία, επένδυση κ.λ.π.) που ακουμπούσε στον ενισχυτή και λόγω της θερμοκρασίας δημιούργηθηκε αναφλεξη. Στην παραπάνω ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη αναφέρεται ότι η απόσπαση του ηχειου SUB WOOFER από τον ενισχυτή με την αφαιρεση του φις (βισματος), στην οποία απεδείχθη ότι προέβη ο πρώτος ενάγων, δεν θα μπορούσε να προκαλεσει βραχυκύκλωμα και φωτιά, και ότι η κεντρική ασφάλεια που παρεμβαλλεται μεταξύ της μπαταρίας του αυτοκινήτου και του ενισχυτή, με τον οποίον ειχε συνδεθεί το ηχείο, δεν είχε διακοπεί από βραχυκύκλωμα. Το τελευταίο, όμως, αυτό έρχεται σε αντίθεση με την από 10.7.2013 έκθεση αυτοψίας των Αρχιπυροσβεστών, …….. και ……., κατά την οποία η πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στον χωρο αποθήκευσης του οχήματος σημειώθηκε σε ηλεκτρικά καλώδια του ενισχυτή και προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα αυτών, η οποία εκθεση αυτοψίας ενισχύεται και από τις υπ’ αριθ. …../2017 και ……./2017 ενορκες βεβαίωσεις του …………. και του ……….. στις οποίες αναφέρεται ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα στο σύστημα του ενισχυτή και του sub woofer, που υπήρχε στον χωρο αποθήκευσης του οχήματος, διότι ο πρώτος ενάγων παρά τις περί του αντιθέτου υποδείξεις των πωλητών αποσύνδεσε μόνος του το ηχειο sub woofer, αφήνοντας τα καλωδια να αιωρούνται ελεύθερα, χωρίς να προβεί στις μονώσεις των καλωδίων. Τεχνική πραγματογνωμοσύνη η οποια να εντοπίσει την αιτιώδη διαδρομή της πυρκαγιάς, αν δηλαδή οφείλεται σε πλημμελη τοποθέτηση των καλωδίων του ενισχυτή, ο οποίος συνέδεε το ηλεκτρικο κύκλωμα του οχήματος με το ηχείο SUB WOOFER ή στο γεγονος ότι μετά την απόσπαση του ηχείου SUB WOOFER απο τον ενάγοντα αφέθηκαν εκτεθειμένα τα καλώδια του ενισχυτή στο χωρο αποθηκευσης του οχήματος χωρίς την ανάλογη μόνωση, δεν είναι φύσει δυνατόν να διεξαχθεί, διότι οι ενάγοντες παρέδωσαν το όχημα για απόσυρση. Ειδικότερα με την υπ’ αριθ. 2164/2018 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμιου Δικαστηρίου διετάχθη η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απο τον πραγματογνωμονα μηχανολόγο-μηχανικό, ……., προκειμένου να γνωμοδοτήσει μεταξυ άλλων για τα αίτια της πυρκαγιας του επιδικου οχήματος. Ωστοσο, οι ενάγοντες μετα την πρώτη συζήτηση της αγωγής και πριν από την δημοσίευση της ως άνω απόφασης και ενώ είχε υποβληθεί αίτημα διεξαγωγης πραγματογνωμοσύνης από τους εναγομενους, παρεδωσαν το όχημα για απόσυρση και καταστροφη, η οποία έλαβε χώρα στις 12.2.2018. Ετσι εξελιπε οριστικα το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης που διετάχθη με την ως άνω απόφαση, με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η εξακριβωση των αιτίων που οδηγησαν στην πυρκαγιά. Σημειούται ότι οι εναγόμενοι με την από 23.5.2017 εξωδικη δήλωση είχαν καλέσει τους ενάγοντες να τους γνωστοποιήσουν το σημείο, το οποίο ήταν σταθμευμένο το επίδικο όχημα προκειμένου να διενεργήσουν από κοινού αυτοψία -πραγματογνωμοσυνη για να διαπιστωθεί ποιά είναι η αιτία της πυρκαγιάς και η έκταση της ζημίας, οι ενάγοντες, όμως, με την από 2.6.2017 εξωδικη απάντηση -δήλωση, αρνήθηκαν την πρόταση των εναγομενων, ενώ στην συνέχεια οι εναγομενοι υπεβαλαν την από 6-6-2017 αίτησή τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς αιτούμενοι την συντηρητική απόδειξη- πραγματογνωμοσύνη κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η οποία απερρίφθη ελλείψει κατεπείγοντος. Επομενως, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν είναι δυνατόν, το Δικαστήριο να διαμορφώσει πλήρη δικανική πεποιθηση, παρεκτός του ότι ελλείψει του οχήματος δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί ουτε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από το γεγονός ότι ο πρώτος ενάγων απέσπασε ο ίδιος το ηχείο Sub Woofer αφήνοντας εκτεθειμενα τα καλώδια του ενισχυτη χωρίς την ανάλογη μόνωσή τους στον χωρο αποθήκευσης του οχήματος. Στην αδικοπρακτικη ευθυνη το βάρος απόδειξης φέρουν οι ενάγοντες, οι οποίοι δεν απέδειξαν την αιτιώδη διαδρομή της πυρκαγιάς. Εν προκειμένω δεν απεδείχθη η ύπαρξη ελαττώματος του επιδίκου οχήματος των εναγόντων, ήτοι η παρανομία που συνιστά προϋπόθεση για την θεμελίωση της αδικοπρακτικης ευθυνης των εναγομένων. Τα ανωτερω ανεξαρτήτως και περαν του ότι η αγωγή είναι απορριπτεα ως αναποδεικτος ως προς τον δεύτερο και τον τριτο των εναγομένων και για τον εξής λόγο: Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα απεδείχθη ότι αυτοί προσέφεραν την εργασία τους στο εμπορικό τμήμα των πωλήσεων μεταχειρισμένων οχημάτων της πρωτης εναγομένης, το αντικείμενο της οποίας συνίστατο στην κατάρτιση των επιμέρους συμβάσεων πώλησης οχημάτων στο όνομα πρώτης εναγομένης με τους υποψήφιους αγοραστές, η οποία περιλαμβάνει και την παροχή κάθε πληροφορίας και εγγύησης που αφορά την καλή λειτουργία του οχήματος, δηλαδή εργαζοντο ως πωλητές στην πρώτη εναγομένη και όχι ως τεχνικοί ηλεκτρολόγοι. Όπως αποδεικνύεται από τις υπ’ αριθ. …/2017 και …/2017 ενορκες βεβαίωσεις του …….. και του ….. αντιστοίχως, οι πωλητές δεν είναι υπεύθυνοι για την συντήρηση των οχημάτων που εκτίθενται σε πώληση στις εγκαταστάσεις της εταιρείας, αφού τόσο ο έλεγχος όσο και η συντήρηση των αυτοκινήτων γίνεται από τους υπευθυνους και αρμόδιους τεχνικούς της πρώτης εναγομένης. Συνεπώς o δεύτερος και ο τρίτος των εναγομενων ως εκ της θέσεως τους στο εμπορικο τμήμα των πωλήσεων της πρώτης εναγομένης δεν είχαν την δυνατοτητα του τεχνικού ελεγχου του οχήματος, αφού αυτό γινόταν από το αρμόδιο τεχνικό τμήμα της πωλήτριας, αρκούμενοι μόνον στο να διαβιβάσουν στους ενάγοντες -αγοραστες την πληροφορία της καλής λειτουργίας των μηχανικών μερων του οχηματος, την οποία παρέχει το σχετικό τεχνικό τμήμα, αρκούμενοι δηλαδή στην παροχή διαβεβαιώσεων που θεμελιώνουν την αστική εγγυητική ευθύνη της πρώτης εναγομένης. Συνεπως δεν παρέλειψαν να προβούν σε τεχνικό έλεγχο του οχήματος, διότι ως μη έχοντες τεχνικές γνώσεις δεν είχαν καμία υποχρεωση προς τούτο. Σημειούται ότι με την υπ’ αριθ. 2535/12.10.2020 απόφαση του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγομένων αθωωθηκαν αμετακλήτως για τις πράξεις του εμπρησμού από αμέλεια από τον οποίον θα μπορούσε να προκληθεί κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα και κίνδυνος σε άνθρωπο και της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο που αφορούσαν το επίδικο συμβάν. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η αγωγή πρεπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβασιμη ως προς ολους τους εναγομένους, μετα δε την απόρριψη της αγωγής παρέλκει η εξέταση των ενστάσεων που προέβαλαν οι εναγομενοι πέραν της γενικής άρνησης της αγωγής αυτής. Μετά ταύτα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, διέλαβε ορθο κατ’ αποτέλεσμα διατακτικο και πρέπει αφού αντικατασταθούν και συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης δια των αιτιλογιών της παρούσης, να απορριφθούν όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται με τους επιμέρους λόγους εφέσεως ως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της. Τέλος τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν εις βάρος των εκκαλούντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, ενώ μετά την απόρριψη της εφέσεως πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στον Δημόσιο Ταμείο (495 παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων υπό κρίση έφεση.
Δέχεται τύποις και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή του εις το σκεπτικό παραβόλου που κατατέθηκε για την έφεση στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος των εκκαλούντων την δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την οποία καθορίζει σε εξακόσια (600,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε την 8.6.2026 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσιων δικηγόρων τους.
Η Δικαστής Η Γραμματεας