ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 417/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(2ο ΤΜΗΜΑ)
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευδοξία Πιστιόλα, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα K.Σ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ………….., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α) ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Μονοπρόσωπης εταιρίας με την επωνυμία «…………..» («………»), που εδρεύει στη ……. Αττικής, επί της …………., με Α.Φ.Μ. ……. και αριθμ. ΓΕ.ΜΗ. ………, νομίμως αδειοθετηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση υπ’ αριθμ. 505/20/28-6-2024 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της ΤτΕ) ως εταιρίας Διαχείρισης Πιστώσεων, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων του 1-15 και 115 του Ν. 5072/2023 και της Πράξης 225/1/30.1.2024 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….» (………..) και τον διακριτικό τίτλο «………….», με έδρα την Ιρλανδία, …………… (η «Δικαιούχος της Απαίτησης»), κατά τα οριζόμενα στο από 25-6-2021 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Διαχείρισης Απαιτήσεων και σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 14 και 16 του Ν. 3156/2003 όπως ισχύει, στην οποία δικαιούχο της απαίτησης η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «………..» και τον διακριτικό τίτλο «………….», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες επιχειρηματικές απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 25-06-2021 Σύμβασης Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών) και σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 8 του Ν. 3156/2003, η οποία παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ελένης Ζανιά.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ……….και 2) ……………, οι οποίοι παραστάθηκαν, στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Μαρίας Παναγιώτου.
Β) ΤΗΣ ΑΥΤΟΤΕΛΩΣ ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ: Μονοπρόσωπης εταιρίας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στην ………… Αττικής, επί της ………, με αριθμ. ΓΕ.ΜΗ. ………. και έχει νομίμως αδειοδοτηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος [Απόφαση υπ’ αριθμ. 505/20/28-6-2024 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων ΤτΕ (ΦΕΚ Β 3744/28-6-2024)] ως εταιρία Διαχείρισης Πιστώσεων, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 5072/2023, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, και της 225/1/30-1-2024 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, (εφεξής «…….»), στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………………», με έδρα την Ιρλανδία, …………… (η «Δικαιούχος της Απαίτησης»), κατά τα οριζόμενα στο από 6-6-2025 ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης απαιτήσεων και σύμφωνα με την παρ. 14 και 16 του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, όπως ισχύει (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου 430/6-6-2025), στην οποία δικαιούχο της απαίτησης η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………» και τον διακριτικό τίτλο «…………..», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, έχει εκχωρήσει και μεταβιβάσει ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει της από 6-6-2025 Σύμβασης Πώλησης, Μεταβίβασης και Εκχώρησης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ……………/6-6-2025) και σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003 [τις οποίες είχε αρχικά μεταβιβάσει στην εδρεύουσα στην Ιρλανδία εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………….», δυνάμει της από 25-6-2021 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών), η οποία στη συνέχεια τις επαναμεταβίβασε στην ……….., δυνάμει σχετικής σύμβασης επανεκχώρησης απαιτήσεων (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών), σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003], η οποία παραστάθηκε, στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ελένης Ζανιά.
ΤΗΣ ΥΠΕΡ ΗΣ Η ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: Εταιρίας με την επωνυμία «…………» (εφεξής «……….»), που εδρεύει στην … Αττικής, επί της ………., με ΑΦΜ ……… και με αριθμ. ΓΕ.ΜΗ. ….. και έχει νομίμως αδειοδοτηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος [Απόφαση υπ’ αριθμ. 505/20/28-6-2024 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων ΤτΕ (ΦΕΚ Β 3744/28-6-2024)] ως εταιρία Διαχείρισης Πιστώσεων, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 5072/2023, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, και της υπ’ αριθμ. 225/1/30-1-2024 Πράξης της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..» (…………..) και τον διακριτικό τίτλο «…………..», με έδρα την Ιρλανδία, ……………….(η «Δικαιούχος της Απαίτησης»), κατά τα οριζόμενα στο από 25-6-2021 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Διαχείρισης Απαιτήσεων και σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003, όπως ισχύει, η οποία δεν παραστάθηκε, στο ακροατήριο.
ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: 1) …………. και 2) ……………., οι οποίοι παραστάθηκαν, στο ακροατήριο, δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Μαρίας Παναγιώτου.
Οι εφεσίβλητοι άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της εκκαλούσας: α) την από 29-4-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2024 ανακοπή, κατά της υπ’ αριθμ. ……/2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και της, κάτωθι του αντιγράφου πρώτου εκτελεστού απογράφου αυτής, από 10-11-2023 επιταγής προς πληρωμή και β) την από 6-3-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2024 ανακοπή, κατά της ως άνω από 10-11-2023 επιταγής προς πληρωμή και της επισπευδομένης, με βάση την ως άνω διαταγή πληρωμής, διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Επί των ως άνω ανακοπών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εξεδόθη, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 2308/2024 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία η σωρευόμενη στο από 29-4-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2024 δικόγραφο ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και η από 6-3-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2024 ανακοπή παραπέμφθηκαν για εκδίκαση, λόγω τοπικής αναρμοδιότητας του ως άνω δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνοντο, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, και έγινε δεκτή η σωρευόμενη στο από 29-4-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2024 δικόγραφο ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ. Την ως άνω απόφαση προσέβαλε, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα, με την από 14-10-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……./2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 20ης-3-2025 και μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Περαιτέρω, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «……………….», άσκησε, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, υπέρ της εκκαλούσας και σε βάρος των εφεσιβλήτων, την από 29-7-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2025 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Kατά τη συζήτηση της εφέσεως και της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, οι οποίες συνεκφωνήθηκαν, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρισταμένων διαδίκων, οι οποίοι προκατέθεσαν προτάσεις και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ως ανωτέρω, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου: α) Η από 14-10-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση και β) η από 29-7-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2025, υπέρ της εκκαλούσας αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, ως υπαγόμενες στο ίδιο είδος διαδικασίας και λόγω της πρόδηλής τους συνάφειας, καθώς αφορούν στην ελεγχόμενη κρίση της αυτής αποφάσεως, ενώ τελούν και σε σχέση κύριας και παρεπόμενης δίκης, δοθέντος ότι η πρόσθετη παρέμβαση δεν είναι επιδεκτική χωριστής συζήτησης, από εκείνη της εκκρεμούς δίκης, αφού δεν έχει αυτοτέλεια έναντι της έφεσης, αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη που ανοίχθηκε με αυτήν, από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί (ΑΠ 1426/13, ΕΠειρ 433/20 ΝΟΜΟΣ), συνακόλουθα δε, δια της συνεκδικάσεως, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 31, 246, 524 ΚΠολΔ).
Η από 14-10-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……./2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση της εκκαλούσας, κατά της οριστικής υπ’ αριθμ. 2308/2024 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, εφόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλουμένης και δεν έχει παρέλθει διετία από τη δημοσίευση της τελευταίας, στις 4-7-2024, έως την άσκηση της ως άνω εφέσεως, στις 17-10-2024 (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 513 παρ. 1β΄, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, δοθείσης και της καταβολής του προβλεπομένου από την διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ σχετικού παραβόλου εφέσεως (βλ. το υπ’ αριθμ. ……………./2024 e – παράβολo), η τελευταία τυγχάνει παραδεκτή (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ) και, αφού γίνει τυπικά δεκτή, πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, και ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η προσβαλλομένη απόφαση.
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς, για πρώτη φορά και ενώπιον του Εφετείου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της έφεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Συνεπώς πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά και ενώπιον του Εφετείου, ο δε προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της έφεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον (ΑΠ 368/19, ΕΠειρ 412/21 σε ιστοσελίδα ΕφΠειρ, ΤριμΕΑ 2407/21, ΤριμΕΠατρ 58/21, ΤριμΕΔυτΜακεδ 19/20, ΜονΕφΑιγ 31/20, ΜονΕΠατρ 142/20, ΜονΕΔωδ 239/20 ΜονΕΛαμ 140/20 όλες σε Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους. Έννομο συμφέρον, για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν, με την πρόσθετη παρέμβαση, μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία, σε βάρος αυτού, νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλούνται, από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους, από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιονδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται, όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με τον διάδικο, υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς, όμως, να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου. Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση θεωρείται και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 467/21, ΑΠ 883/21, ΑΠ 1564/17, ΕΑ 1566/22, ΕΘεσ 49/22, ΕΘεσ 266/21, ΕΠατρ 613/21 όλες σε Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΕΘεσ 570/19 ΕφΑΔ 2019. 329). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 περ. γ΄ του ν. 4354/2015 “Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κ.τ.λ.”, «Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις». Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015, «Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014. Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης». Η δυνατότητα της εξαιρετικής αυτής νομιμοποίησης των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων επέρχεται ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελέσθηκε η μεταβίβαση της απαίτησης, δηλαδή, επέρχεται, ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελέσθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003, για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/23, ΑΠ 1102/22, ΑΠ 1343/22, ΑΠ 368/19, ΑΠ 877/19, ΕΑ 1566/22, EΠατρ 9/22, ΕΑ 318/21, ΕΘεσ 982/21, ΕΠατρ 438/21, ΕΠατρ 58/2021, όλες σε Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1, 3 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί εφέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως έχει κλητευτεί νομίμως, είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ 756/17, ΑΠ 681/16 όλες σε Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικο του (ΑΠ 368/19). Εξάλλου, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 274 παρ. 2 περ. β ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην κατ’ έφεση δίκη (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), αν δε λάβει μέρος κανονικά στη δίκη μόνο εκείνος, υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση ερήμην του, μεταξύ εκείνου που άσκησε την παρέμβαση και του αντιδίκου υπέρ του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση. Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την άσκηση της ανωτέρω εφέσεως, ασκήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, με ιδιαίτερο δικόγραφο, η από 29-7-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2025, υπέρ της εκκαλούσας, πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας διαχείρισης πιστώσεων, κατά το Ν. 5072/2023, με την επωνυμία «…………….». Η ως άνω εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, επικαλούμενη έννομο συμφέρον της, διώκει να αποβεί η παρούσα κατ’ έφεση δίκη υπέρ της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας, ώστε να επικυρωθεί η υπ’ αριθμ. ……/2023 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε επί σχετικής αιτήσεως της ως άνω εκκαλούσας, ως διαχειρίστριας απαιτήσεων της εταιρίας «……………..», στις οποίες συγκαταλέγεται και η ένδικη απαίτηση, που επανεκχωρήθηκαν στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…………..», από την οποία και, ακολούθως, δυνάμει της από 6-5-2025 Σύμβασης Πώλησης, Μεταβίβασης και Εκχώρησης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …../6-6-2025), μεταβιβάσθηκαν στην εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….», η οποία και ανάθεσε τη διαχείριση των απαιτήσεων αυτών, μεταξύ των οποίων και η επίδικη, στην αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, κατά τα οριζόμενα στο από 6-6-2025 ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης απαιτήσεων και σύμφωνα με την παρ. 14 και 16 του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, όπως ισχύει (όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως και αναγγέλθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ……/6-6-2025). Η ανωτέρω πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε νομότυπα (άρθρ. 81 παρ. 1, 215 παρ. 1 ΚΠολΔ), με κατάθεσή της, δια ιδιαίτερου δικογράφου, στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου, και την επίδοσή της, εντός της προθεσμίας του άρθρου 591 παρ. 1 β ΚΠολΔ, στους αρχικούς διαδίκους της κύριας δίκης, και δη, τόσο στους ανακόπτοντες και ήδη εφεσίβλητους – καθ’ ων η παρέμβαση (βλ. τις υπ’ αριθμ. ……/3-7-2025 και ……/3-7-2025 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………….), όσο και στην καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα – υπέρ ης η παρέμβαση (βλ. την υπ’ αριθμόν ……../31-7-2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …………..). Από την παραδεκτή δε στο στάδιο αυτό επισκόπηση των συναφών με την ενεργητική νομιμοποίηση της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, εγγράφων της δικογραφίας, προέκυψε ότι, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, η εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………..» (δικαιούχος της απαίτησης για την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη με την ένδικη ανακοπή διαταγή πληρωμής, επί της οποίας εξεδόθη η εκκαλουμένη απόφαση) προέβη σε επανεκχώρηση προς την «…………….» (αποτιτλοποίηση – επαναμεταβίβαση), μέρος των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η ένδικη απαίτηση, δυνάμει της από 28-1-2025 σύμβασης επαναεκχώρησης επαγγελματικών απαιτήσεων, που καταχωρήθηκε και δημοσιεύθηκε στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμ. πρωτ. …/31-1-2025, στον τόμο ….. και με αυξ. αριθμ. ……. Εν συνεχεία, δυνάμει της από 6-6-2025 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, η οποία καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στις 6-6-2025, με αριθμ. πρωτ. …./6-6-2025, στο τόμο …… και με αυξ. αριθμ. …, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 8 και 10 του Ν. 3156/2003, σε συνδ. με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………..» μεταβίβασε στην εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………», με έδρα την Ιρλανδία, επιχειρηματικές απαιτήσεις, λόγω τιτλοποίησης, μεταξύ των οποίων και η ανωτέρω απαίτηση. Ακολούθως, η εν λόγω εταιρία ειδικού σκοπού, ανέθεσε τη διαχείριση του συνόλου των απαιτήσεων, που αναφέρονται στο συνημμένο στην ανωτέρω σύμβαση πώλησης παράρτημα (μεταξύ των οποίων και η επίδικη απαίτηση) και των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή, καθώς και των προσωπικών και εμπραγμάτων εξασφαλίσεων αυτής, στην αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, -νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση υπ’ αριθμ. 505/20/28-6-2024 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), ως εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 1- 15 και 115 του Ν. 5072/2023 και της Πράξης 225/1/30-1-2024 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος-, κατά τα οριζόμενα στην από 6-6-2025 Σύμβαση Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, η οποία καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στις 6-6-2025, με αριθμ. πρωτ. ……/6-6-2025, στο τόμο … και με αυξ. αριθμ. …. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ως άνω εταιρία ειδικού σκοπού «…………………» κατέστη ειδική διάδοχος της δικαιούχου της ενδίκου απαιτήσεως, ενώ η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, ως διαχειρίστρια αυτής, νομιμοποιείται ενεργητικώς να προβαίνει σε οποιαδήποτε δικαστική ενέργεια αποσκοπεί στην είσπραξη οφειλών που απορρέουν από την υπό διαχείριση απαίτηση. Ως εκ τούτου η τελευταία, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα της διαχειρίστριας, έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει, και δη αυτοτελώς, υπέρ της αρχικής διαδίκου – εκκαλούσας (δικαιοπαρόχου ως προς την επίδικη έννομη σχέση), επί τω τέλει όπως γίνει δεκτή η ένδικη έφεση, σύμφωνα και με όσα σχετικά διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη, δοθέντος ότι η ισχύς της εκδοθησομένης αποφάσεως καταλαμβάνει και την ειδική διάδοχο, μετά την εκκρεμοδικία, παρά το γεγονός ότι η αποκλειστική νομιμοποίηση στη συνέχιση της δίκης παραμένει στην αρχική δικαιοπάροχο (άρθρα 83, 225, 325 και 919 ΚΠολΔ). Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ’ άρθρα 80, 81 και 83 ΚΠολΔ, νομιμοποιούμενης της προσθέτως παρεμβαίνουσας προς άσκηση αυτής. Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, ερήμην της υπέρ ης η ως άνω παρέμβαση, η οποία, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ως προεκτέθη, προκειμένου να παραστεί, κατά τη συζήτηση αυτής, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, δεν παραστάθηκε, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Ωστόσο, εφόσον με την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, δημιουργείται μεταξύ της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας και της υπέρ ης η παρέμβαση – κυρίας διαδίκου – εκκαλούσας, σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, σύμφωνα και πάλι με τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας, η τελευταία λογίζεται ως αντιπροσωπευόμενη, στην παρούσα δίκη, από την υπέρ αυτής, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, με αποτέλεσμα η διαδικασία να προχωρήσει σαν να ήταν και η εν λόγω εκκαλούσα παρούσα.
Οι εφεσίβλητοι άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά της εκκαλούσας: α) την από 29-4-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2024 ανακοπή, με την οποία ζητούσαν, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, την ακύρωση της υπ’ αριθμ. ……/2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του ως άνω δικαστηρίου, -με την οποία ο πρώτος αυτών υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ’ ης και ήδη εκκαλούσα, το ποσό των 252.796,63 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων-, καθώς και της από 10-11-2023 επιταγής προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου α΄ εκτελεστού της ως άνω διαταγής πληρωμής, και κάθε άλλης συνεχόμενης πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης και β) την από 6-3-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2024 ανακοπή, με την οποία ζητούσαν την ακύρωση της ανωτέρω επιταγής προς πληρωμή, της από 23-1-2024 επιβληθείσας κατάσχεσης, σε βάρος ακινήτων, ιδιοκτησίας τους, και της επισπευδομένης από την καθ’ ης, με βάση την υπ’ αριθμ. ……./2024 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών …………, διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Επί των ως άνω ανακοπών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εξεδόθη, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 2308/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία η σωρευόμενη στο από 29-4-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/2024 δικόγραφο ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και η 6-3-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2024 ανακοπή παραπέμφθηκαν για εκδίκαση, λόγω τοπικής αναρμοδιότητας του ως άνω δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνοντο, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, και, αφού κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη η σωρευόμενη στο από 29-4-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………./2024 δικόγραφο ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, έγινε, ακολούθως, αυτή δεκτή, και ως βάσιμη στην ουσία της, και ακυρώθηκε η υπ’ αριθμ. ……/2023 διαταγή πληρωμής. Κατά της αποφάσεως αυτής, η καθ’ ης η ανακοπή άσκησε την από 14-10-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………/2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση, με την οποία, επικαλούμενη σφάλματα της εκκαλουμένης, αναφορικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ώστε να απορριφθεί η εν λόγω ανακοπή και να επικυρωθεί η ως άνω, προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής.
Από την εκτίμηση όλων των, μετ’ επικλήσεως, νομίμως προσκομιζομένων από τους διαδίκους εγγράφων (η μνεία κατωτέρω ορισμένων εξ αυτών είναι απλώς ενδεικτική, καθώς κανένα δεν παραλείφθηκε να εκτιμηθεί), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……./7-5-2007 σύμβασης στεγαστικού δανείου μετά της πρόσθετης πράξης αυτής, που καταρτίσθηκε, στον Πειραιά, μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….», ως δανείζουσας Τράπεζας και του πρώτου ανακόπτοντος, ……………, ως οφειλέτη, όσο και της δεύτερης ανακόπτουσας, ……………, ως εγγυήτριας, χορηγήθηκε στον πιστούχο στεγαστικό δάνειο, ποσού 200.000 ευρώ, με σκοπό την αγορά αποπερατωμένου ακινήτου, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες. Κατόπιν υπεγράφη, μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων, η από 1-7-2011 πρόσθετη πράξη στη σύμβαση στεγαστικού δανείου, με το παράρτημα αυτής, με την οποία, αφού ο πρώτος ανακόπτων αναγνώρισε ότι το τότε συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο, εις βάρος του, ανήρχετο στο ποσό των 194.428,68 ευρώ, συμφωνήθηκε η εξόφληση του ανωτέρω δανείου σε 289 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, συμπεριλαμβανομένης περιόδου χάριτος 24 μηνών, με επιτόκιο Εuribor τριμήνου, πλέον περιθωρίου 3,50%, πλέον της εκάστοτε εισφοράς του Ν. 128/1975, ή οποιασδήποτε άλλης ήθελε νομίμως επιβληθεί. Εν συνεχεία, υπεγράφη, μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων, η από 4-11-2013 πρόσθετη πράξη στη σύμβαση στεγαστικού δανείου με το παράρτημα αυτής, με την οποία, αφού ο πρώτος ανακόπτων αναγνώρισε ότι το τότε συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος του ανήρχετο στο ποσό των 221.475,33 ευρώ, συμφωνήθηκε η εξόφληση του ανωτέρω δανείου σε 285 μήνες, με σταθερή μειωμένη μηνιαία δόση ποσού 380 ευρώ, για χρονικό διάστημα 24 μηνών με επιτόκιο Εuribor τριμήνου, πλέον περιθωρίου 3,50%, πλέον της εκάστοτε εισφοράς του Ν. 128/1975 ή οποιασδήποτε άλλης ήθελε νομίμως επιβληθεί. Ακολούθως δε, υπεγράφη, μεταξύ του ως άνω οφειλέτη και της δανείστριας Τράπεζας, η από 3-3-2020 συμφωνία όρων εξοφλήσεως οφειλής στη σύμβαση στεγαστικού δανείου, με την οποία, αφού ο τελευταίος αναγνώρισε ότι το τότε συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο, εις βάρος του, ανήρχετο στο ποσό των 245.250,39 ευρώ, συμφωνήθηκε η εξόφληση του ανωτέρω δανείου, με επιμέρους τμήματα οφειλών και επιμέρους – σταδιακές διαγραφές άλλων, δια συνεχόμενων μηνιαίων δόσεων, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα σε αυτήν, με κυμαινόμενο επιτόκιο, αποτελούμενο από επιτόκιο Εuribor τριμήνου, πλέον περιθωρίου 2,50%, πλέον της εκάστοτε εισφοράς του Ν. 128/75. Στις 16-4-2021, εγκρίθηκε και καταχωρήθηκε στο ΓΕ.ΜΗ. η διάσπαση της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………..» με αριθμό ΓΕ.ΜΗ. ……… και Α.Φ.Μ. …….. (εφεξής η «διασπώμενη»), με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας της διασπώμενης και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………..» και τον διακριτικό τίτλο «…………», με αριθμό ΓΕ.ΜΗ. …….. και Α.Φ.Μ. …….. (εφεξής η «επωφελούμενη»), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 του Ν. 2515/1997, την παρ. 3 του άρθρου 54, την παρ. 3 του άρθρου 57 και των άρθρων 59 έως και 74 και 140 του Ν. 4601/2019, όπως ισχύουν, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. 45854/7-4-2021 Πράξη Διάσπασης του Συμβολαιογράφου Αθηνών …………. Η ως άνω διάσπαση εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 45089/16-4-2021 απόφαση της Διεύθυνσης Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, καταχωρήθηκε στο ΓΕ.ΜΗ. και δημοσιεύθηκε στα στοιχεία της διασπώμενης και της επωφελούμενης, με τις υπ’ αριθμ. …/16-4-2021 και ../16-4-2021 ανακοινώσεις, αντίστοιχα. Από τη δημοσίευση της εγκριτικής απόφασης διάσπασης με απόσχιση κλάδου στο ΓΕ.ΜΗ, στις 16-4-2021, η επωφελούμενη υπεισήλθε αυτοδικαίως, ως καθολική διάδοχος της διασπώμενης, στα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία της διάσπασης, και εν γένει σε κάθε δικαίωμα, υποχρέωση η έννομη σχέση ή δραστηριότητα που αφορά τον ανωτέρω κλάδο. Στα στοιχεία ενεργητικού, στα οποία υπεισήλθε η επωφελούμενη, ως καθολική διάδοχος της διασπώμενης, περιλαμβάνοντο, μεταξύ άλλων, και όλες οι έννομες σχέσεις δανείων και πιστώσεων και τα εμπράγματα δικαιώματά της διασπώμενης, που υφίσταντο έως την έγκριση της διάσπασης, στις 16-4-2021, μεταξύ των οποίων και οι απαιτήσεις εκ της ως άνω υπ’ αριθμ. ……/7-5-2007 σύμβασης στεγαστικού δανείου. Ακολούθως, δυνάμει της από 25-6-2021 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, η οποία καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στις 28-6-2021, με αριθμ. πρωτ. …../28-6-2021, στον τόμο ….. και με αύξ. αριθμ. ….., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 8 και 10 του Ν. 3156/2003, σε συνδ. με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «………………», με αριθμό ΓΕ.ΜΗ. ……… και Α.Φ.Μ. …….., μεταβίβασε στην εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία με την επωνυμία «…………» (……………..) και τον διακριτικό τίτλο «…………», που εδρεύει στο …….. Ιρλανδίας, με αριθμό καταχώρησης στο μητρώο εταιριών Ιρλανδίας …….., επιχειρηματικές απαιτήσεις, λόγω τιτλοποίησης, μεταξύ των οποίων και η απορρέουσα από την ανωτέρω σύμβαση στεγαστικού δανείου απαίτηση. Στη συνέχεια, η νέα ως άνω δικαιούχος των ανωτέρω απαιτήσεων ανέθεσε τη διαχείριση των σχετικών απαιτήσεων, δικαιωμάτων και προσωπικών και εμπραγμάτων εξασφαλίσεων αυτής στην καθ’ ης η ανακοπή, εταιρία με την επωνυμία «…………….», με Α.Φ.Μ. ……… και με αριθμ. ΓΕ.ΜΗ. …….., -νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4354/2015 και της υπ’ αριθμ. 118/19-5-2017 Πράξης της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος-, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3156/2003 και κατά τα οριζόμενα στο από 25-6-2021 Ιδιωτικό Συμφωνητικό Διαχείρισης Απαιτήσεων, αντίγραφο του οποίου έχει καταχωρηθεί νομίμως στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2020 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με την υπ’ αριθμ πρωτ. …./28-6-2021 πράξη καταχώρησης του εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 120 παρ. 8 του Ν. 3156/2003, στον τόμο ….. και με αύξ. αριθμ. ……. Η δε ανωτέρω διαχειρίστρια εταιρία, λόγω της μη εμπρόθεσμης και τακτικής εξυπηρέτησης της ως άνω πίστωσης, προέβη, υπό την εν λόγω ιδιότητά της, στο όνομα και για λογαριασμό της δικαιούχου της ανωτέρω απαίτησης, σε καταγγελία της ως άνω σύμβασης δανείου, δια της από 27-7-2021 σχετικής εξώδικης δήλωσης, προς τον οφειλέτη – πρώτο ανακόπτοντα, επιδοθείσα σε αυτόν, στις 29-9-2021 (βλ. την υπ’ αριθμ. ……../29-9-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………….). Μετά ταύτα, μεταξύ της νέας δικαιούχου της απορρέουσας από την ένδικη σύμβαση απαίτησης, εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», εκπροσωπούμενης από την ως άνω διαχειρίστρια εταιρία, καθ’ ης η ανακοπή, και του οφειλέτη, πρώτου ανακόπτοντος, υπεγράφη η από 27-1-2022 συμφωνία όρων εξόφλησης οφειλής, με την οποία, αφού ο τελευταίος αναγνώρισε ότι το τότε συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο, εις βάρος του, από τον υπ’ αριθμ. …….. λογαριασμό, ανήρχετο στο ποσό των 145.915,49 ευρώ, συμφωνήθηκε η εξόφληση της ανωτέρω οφειλής, δια 168 συνεχόμενων μηνιαίων δόσεων, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην ανωτέρω συμφωνία, με ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης, στις 4-3-2022. Εν τω μεταξύ, πριν την παρέλευση του ως άνω διαστήματος της ρύθμισης, η καθ’ ης ανακοπή – διαχειρίστρια της ένδικης απαίτησης, ζήτησε και επέτυχε, για λογαριασμό της ανωτέρω δανείστριας εταιρίας, με την από 30-6-2023 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………/22-8-2023 σχετική αίτηση της, σε βάρος του οφειλέτη – πρώτου ανακόπτοντος, την έκδοση της υπ’ αριθμ. ……./16-10-2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία ο ως άνω οφειλέτης επετάσσετο να καταβάλει στη δικαιούχο της ανωτέρω απαίτησης, το συνολικό ποσό των 252.796,63 ευρώ, εντόκως από την επομένη της τελευταίας ημερομηνίας υπολογισμού των τόκων, ήτοι από τις 2-3-2023, μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση, με το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο για τις οφειλές προς την Τράπεζα που βρίσκονταν σε καθυστέρηση και με ανατοκισμό των τόκων υπερημερίας ανά εξάμηνο με το ίδιο ως άνω επιτόκιο, σύμφωνα με τους όρους της επίδικης σύμβασης και το άρθρο 12 του Ν. 2601/98, καθώς και 1.800 ευρώ, για δικαστική δαπάνη. Την ως άνω διαταγή πληρωμής προσέβαλαν, με την υπό κρίση ανακοπή, τόσο ο τελευταίος (πρώτος ανακόπτων), στον οποίο, επιδόθηκε αντίγραφο πρώτου απογράφου εκτελεστού αυτής, με επιταγή προς πληρωμή, συνολικού ποσού 254.693,43 ευρώ, στις 16-11-2023 (βλ. την υπ’ αριθμ. ……/16-11-2023 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών …………….), όσο και η εγγυήτρια της ως άνω σύμβασης στεγαστικού δανείου (δεύτερη ανακόπτουσα). Εφόσον, όμως, ο ως άνω εκτελεστός τίτλος εκδόθηκε, κατά του πρώτου μόνο ανακόπτοντος, ως οφειλέτη της απαίτησης, και όχι και κατά της δεύτερης ανακόπτουσας, η τελευταία δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση ανακοπής, κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 632 ΚΠολΔ, και ως εκ τούτου, η ανωτέρω ανακοπή, καθ’ ο μέρος ασκείται από αυτήν, τυγχάνει απορριπτέα, ως απαράδεκτη. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε παραδεκτή την άσκηση της ένδικης ανακοπής, από την δεύτερη ανακόπτουσα, και, εν συνεχεία, δέχθηκε αυτή, στην ουσία της, εσφαλμένως εφάρμοσε το νόμο και, για το λόγο αυτό, η υπό κρίση έφεση πρέπει, αναφορικά με την ως άνω ανακόπτουσα και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, κατά παραδοχή σχετικού πρωτοδίκως προβληθέντος ισχυρισμού της εκκαλούσας, που επαναφέρεται με την ως άνω έφεση, να γίνει δεκτή και, ως ουσία βάσιμη, και να διαταχθεί η επιστροφή του σχετικού παραβόλου εφέσεως στην εκκαλούσα, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Ακολούθως δε, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς την εν λόγω ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη, και, αφού κρατηθεί και δικασθεί η ανακοπή, ως προς την τελευταία, να απορριφθεί αυτή, καθ’ ο μέρος ασκείται από την δεύτερη ως άνω ανακόπτουσα, ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, αναφορικά με τον πρώτο ανακόπτοντα, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος, σε εκτέλεση της ως άνω από 27-1-2022 συμφωνίας όρων εξόφλησης, κατέβαλε την πρώτη δόση, όχι στις 4-3-2022, ως είχε ορισθεί, αλλά στις 10-8-2022, ήτοι με σημαντική καθυστέρηση. Ακολούθως, συνέχισε να καταβάλει όλες τις επόμενες δόσεις μέχρι και την κατάθεση της αιτήσεως για την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής, με εξαίρεση αυτή για το μήνα Μάρτιο του έτους 2023, και δη, τις δόσεις Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2022, Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου και Αυγούστου 2023, πολλές, εκ των οποίων, μάλιστα, καταβάλλονταν, εντός του αντιστοίχου μηνός, πλην όμως σε μεταγενέστερη από την ορισθείσα για την καταβολή τους ημερομηνία. Η δε ως άνω δανείστρια καθ’ ης η ανακοπή, παρότι, εισέπραττε, αδιαμαρτύρητα, καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα του ενός έτους, τις δόσεις αυτές, προέβη, αίφνης, στην έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, έχοντας δημιουργήσει στον πρώτο ανακόπτοντα, λόγω της προαναφερομένης, επί μακρόν, στάσης της, και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ίδιος εξακολουθούσε τις καταβολές (σημειωτέον δε ότι συνέχισε να καταβάλει τη σχετική δόση, ανελλιπώς, και μετά την κατάθεση της αίτησης της ως άνω διαταγής πληρωμής έως και τον Φεβρουάριο του έτους 2024), την εύλογη πεποίθηση ότι η τελευταία δεν θα ασκούσε το σχετικό δικαίωμά της, στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του αυτή να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον ίδιο. Η δε ενάσκηση του δικαιώματος της καθ’ ης η ανακοπή – εκκαλούσας να επιδιώξει, εν προκειμένω, με την ως άνω αίτησή της, σε βάρος του πρώτου ανακόπτοντος, την έκδοση διαταγής πληρωμής, που, τελικώς, εκδόθηκε στις 16-10-2023, σε χρόνο, δηλαδή, κατά τον οποίο τηρούντο οι δόσεις του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού ρύθμισης της οφειλής, υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια, τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματός της να επιδιώκει την είσπραξη των οφειλών της, δοθέντος ότι η έκδοση της πληττόμενης διαταγής πληρωμής επιχειρήθηκε, χωρίς ιδιαίτερα μεγάλο οικονομικό της όφελος (αφού, κατά το χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής, καταβάλλονταν οι δόσεις του συμφωνητικού ρύθμισης) και με ζημία αποκλειστικά της πρώτου ανακόπτοντος, αναντίστοιχη με το περιουσιακό κέρδος της καθ’ ης η ανακοπή – εκκαλούσας. Επομένως, ο συναφής περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της καθ’ ης, για την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής, λόγος ανακοπής, που, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα, από την καθ’ ης η ανακοπή, προβάλλεται ορισμένως, πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος. Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, με αιτιολογία που αντικαθίσταται με αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), έκανε, ομοίως, δεκτό, κατ’ ουσίαν, τον ανωτέρω λόγο ανακοπής και ακύρωσε, λόγω καταχρηστικότητας, την προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής, αναφορικά με τον πρώτο ανακόπτοντα, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των περί αντιθέτου διαλαμβανομένων στην υπό κρίση έφεση, ως αβάσιμων. Συνεπώς, η ένδικη έφεση, καθ’ ο μέρος στρέφεται κατά του πρώτου εφεσίβλητου, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμη. Συνακόλουθα δε της απορρίψεως της ως άνω εφέσεως, ως προς τον ανωτέρω εφεσίβλητο, και της γενομένης αυτής δεκτής, κατ’ ουσίαν, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη, η ως άνω αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, έχοντας γίνει τυπικά δεκτή, πρέπει να απορριφθεί, στην ουσία της, ως προς τον πρώτο των εφεσιβλήτων, και να γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη. Περαιτέρω, πρέπει να καταδικασθεί: α) η εκκαλούσα και η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του πρώτου εφεσιβλήτου – καθ’ ου η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 180, 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, και β) η ανακόπτουσα – δεύτερη εφεσίβλητη – καθ’ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της καθ’ ης η ανακοπή – εκκαλούσας, καθώς και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 180, 183 ΚΠολΔ), επιπλέον δε, και στη δικαστική δαπάνη της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας, για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, ενόψει του ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας έχει ο ερημοδικασθείς αναγκαίος ομόδικος, έστω και αν αυτός θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες ομαδικούς του (ΑΠ 583/23 qualex, ΑΠ 792/22 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1029/20 qualex, ΑΠ 1596/18 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 965/17 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 855/15 qualex, ΑΠ 367/14 ΤΝ.Π. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 658/12 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 1036/24 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), το δε έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνο το Δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας (ΟλΑΠ 15/01, ΑΠ 583/23 qualex, ΑΠ1029/20 qualex, ΑΠ 855/15 qualex), πρέπει να οριστεί το παράβολο για την περίπτωση που η απολιπόμενη υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, κατά της παρούσας απόφασης (άρθρα 501, 502 παρ. 1, 505 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 14-10-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ……../2024, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. ………../2024, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση και την από 29-7-2025 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2025 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ερήμην της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η οποία εκπροσωπείται από την αναγκαία ομόδικό της, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, και κατ’ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.-
-ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας, για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας από την υπέρ η αυτοτελής πρόσθετη παρεμβαίνουσα, στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.-
-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την ένδικη έφεση και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.-
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την ανωτέρω έφεση και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορικά με τον πρώτο εφεσίβλητο – καθ’ ου η παρέμβαση.-
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα και την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα στη δικαστική δαπάνη του πρώτου εφεσιβλήτου – καθ’ ου η παρέμβαση, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.-
-ΔΕΧΕΤΑΙ κατ’ ουσίαν την έφεση και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορικά με τη δεύτερη εφεσίβλητη – καθ’ ης η παρέμβαση.-
-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του υπ’ αριθμ. …………./2024 e – παραβόλου εφέσεως στην εκκαλούσα.-
-ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθμ. 2308/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, καθ’ ο μέρος αφορά στη δεύτερη εφεσίβλητη.-
-ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ τη, σωρευομένη στο από 29-4-2024 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. …………./2024 δικόγραφο, ανακοπή κατά της υπ’ αριθμ. ……./2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως προς την δεύτερη ανακόπτουσα – εφεσίβλητη.-
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ως άνω ανακοπή, καθ’ ο μέρος ασκείται από την δεύτερη ανακόπτουσα.-
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ως άνω ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη – καθ’ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση στη δικαστική δαπάνη της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας, καθώς και της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, και, επιπλέον, την ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας, για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.-
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια, στο ακροατήριό του, συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 8.6.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ