ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αριθμός 420 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
2ο Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Ι. Παπαδοπούλου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιά και τη Γραμματέα Σ.Φ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α] Επί της από 04-06-2025 (αριθ.εκθ.καταθ…………./06-06-2025) έφεσης:
Του εκκαλούντος: …………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δεμερούκα (ΑΜ/ΔΣΑ …….), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των εφεσίβλητων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………..» και το διακριτικό τίτλο «……………», που εδρεύει στο …………… Αττικής επί της οδού ………… και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …………., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βικτωρία Σιαλμά (ΑΜ/ΔΣΑ …………), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, 2. ………………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Ροδίτη (ΑΜ/ΔΣΠ ………….), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, 3. ……………, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Παππά (ΑΜ/ΔΣΑ ……………), 4. ……………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Γεωργακαράκο (ΑΜ/ΔΣΠ ….) και Μαρία Δελαγραμμάτικα (ΑΜ/ΔΣΠ …..), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, 5. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στην Αθήνα επί της ………….., με ΑΦΜ ………, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Γεωργίου (ΑΜ/ΔΣΑ .…….. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και 6. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…………..», που εδρεύει στην Αθήνα επί της συμβολής …………, με ΑΦΜ …….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δημητροπούλου (ΑΜ/ΔΣΑ …………), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
| Β] Επί της από 18-06-2025 (αρ.εκθ.καταθ…………../18-06-2025) έφεσης:
Της εκκαλούσας: ………………, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Παππά (ΑΜ/ΔΣΑ 33673). |
Της εφεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στην Αθήνα επί της συμβολής …………, με ΑΦΜ ……., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δημητροπούλου (ΑΜ/ΔΣΑ ………….), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Γ] Επί της από 17-12-2025 (αρ.εκθ.καταθ. …………../17-12-2025) έφεσης:
Της εκκαλούσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………….» και το διακριτικό τίτλο «…………», που εδρεύει στο ……….. Αττικής επί της οδού ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ….., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βικτωρία Σιαλμά (ΑΜ/ΔΣΑ …….), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στην Αθήνα επί της …………., με ΑΦΜ …………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Γεωργίου (ΑΜ/ΔΣΑ …………), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών της υπό στοιχείο [Α] εφέσεως άσκησε σε βάρος των εναγόμενων και ήδη τεσσάρων πρώτων των εκκαλούντων, την από 17-07-2023 (αριθμ.εκθ.καταθ………/20-07-2023) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Ακολούθως, η πρώτη εναγόμενη-ήδη πρώτη εφεσίβλητη και εκκαλούσα της υπό στοιχείο Γ έφεσης, άσκησε την από 02-10-2023 (αρ.εκθ. καταθ………../11-10-2023) ανακοίνωση δίκης -προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…………»-ήδη πέμπτης εφεσίβλητης, η τρίτη εναγόμενη-ήδη τρίτη εφεσίβλητη και εκκαλούσα της υπό στοιχείο [Β] εφέσεως, άσκησε την από 13-09-2023 (αρ.εκθ.καταθ………../13-09-2023) ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «………….» -ήδη έκτης εφεσίβλητης και ακολούθως, η τελευταία άσκησε την από 16-11-2023 (αρ.εκθ.καταθ………./16-11-2023) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της τρίτης εναγόμενης και κατά του ενάγοντος και τέλος, ο τέταρτος εναγόμενος-ήδη τέταρτος εφεσίβλητος άσκησε την από 06-09-2023 (αρ.εκθ.καταθ…………./06-09-2023) ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της τελευταίας ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αφού συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων με την τακτική διαδικασία την ένδικη αγωγή, τις παρεμπίπτουσες αγωγές και την πρόσθετη παρέμβαση, με την 1792/2025 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ’ουσίαν και τις παρεμπίπτουσες αγωγές ως άνευ αντικειμένου.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν 1] ο ενάγων-ήδη εκκαλών της υπό στοιχείο [Α] εφέσεως με την από 04-06-2025 (αριθ.εκθ.καταθ. …………/06-06-2025) έφεση, 2] η τρίτη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα της υπό στοιχείο [Β] εφέσεως με την από 18-06-2025 (αρ.εκθ.καταθ……/18-06-2025) επικουρική έφεση και 3] η πρώτη εναγόμενη και εκκαλούσα της υπό στοιχείο [Γ] εφέσεως με την από 17-12-2025 (αρ.εκθ.καταθ……/17-12-2025) επικουρική έφεση, η συζήτηση των οποίων προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκαν στο πινάκιο.
Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν αντιμωλία των διαδίκων. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εκκαλούντων των υπό στοιχεία [Α] και [Γ] εφέσεων και των πρώτης, δεύτερου, τέταρτου, πέμπτης και έκτης των εφεσίβλητων της υπό στοιχείο [Α] εφέσεως, καθώς και των εφεσίβλητων των υπό στοιχεία [Β] και [Γ] εφέσεων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο αλλά προκατέθεσαν έγγραφες προτάσεις και με σχετική δήλωσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, δήλωσαν ότι συμφωνούν να συζητηθούν οι εφέσεις χωρίς να παρασταθούν, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της
τρίτης εφεσίβλητης της κύριας εφέσεως και εκκαλούσας της υπό στοιχείο [Β] επικουρικής εφέσεως, παραστάθηκε όπως μνημονεύεται ανωτέρω, κατέθεσε έγγραφες προτάσεις στις οποίες αναφέρθηκε και ζήτησε όσα σε αυτές εκτίθενται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 516 § 1 του ΚΠολΔ δικαίωμα έφεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στην πρωτόδικη δίκη, μεταξύ άλλων, ο ενάγων, ο εναγόμενος, εκείνοι που άσκησαν κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση και οι προσεπικληθέντες, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 517 του ιδίου Κώδικα η έφεση απευθύνεται κατ’ εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής διάδικοι είναι όσοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν στον πρώτο βαθμό ως αντίδικοι του εκκαλούντος (ΟλΑΠ 11/1992 ΕλλΔ/νη 1992/759, ΕφΑθ 3136/2007 ΕΦΑΔ 2008.694). Εάν δε οι αντίδικοι του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη ήταν περισσότεροι, η έφεση δεν είναι απαραίτητο να στρέφεται εναντίον όλων αλλά μόνον εναντίον εκείνων ως προς τους οποίους ο εκκαλών εκτιμά ότι έχει συμφέρον να επιτύχει την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΕφΛαρ146/2004 Δικογραφία 2004.466, ΕφΘεσ 386/1999 Αρμ 2000.1218, ΕφΑθ2921/1998 ΕΣυγκΔ 2003.272), εκτός αν πρόκειται περί αναγκαστικής ομοδικίας (ΕφΑθ 1595/2007 ΑρχΝ 2007.294). Πλειονότητα των αντιδίκων του εκκαλούντος στην πρωτοβάθμια δίκη δημιουργείται και στην περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους αρχικούς διαδίκους προσεπικαλέσει τρίτους να μετάσχουν σ’ αυτήν ή όταν τρίτος παρέμβει στη δίκη είτε εκουσίως είτε κατόπιν ανακοινώσεώς της σ’ αυτόν είτε κατόπιν προσεπικλήσεώς του.
Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 88, 89 και 69 παρ.1 περ. δ’ του ίδιου Κώδικα, συνάγονται τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να προσεπικαλέσει στη δίκη εκείνους, από τους οποίους έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση σε περίπτωση ήττας. Η προσεπίκληση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, το αργότερο έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο και κοινοποιείται στον προσεπικαλούμενο. Η άσκηση της προσεπίκλησης έχει τα αποτελέσματα που έχει και η άσκηση της αγωγής, μπορεί δε να ενωθεί με αυτή (προσεπίκληση) και αγωγή αποζημίωσης, η οποία έχει από τη φύση της επικουρικό χαρακτήρα, δηλαδή ερευνάται από το δικαστήριο μόνο σε περίπτωση παραδοχής της κύριας αγωγής. Το δικαίωμα αποζημίωσης του εναγομένου μπορεί να απορρέει από οποιαδήποτε έννομη σχέση μεταξύ αυτού και του άλλου (δικονομικού του εγγυητή), διαφορετική από εκείνη, στην οποία στηρίζεται η κύρια αγωγή που αναφέρεται στο κατά την κύρια δίκη διαφιλονικούμενο αντικείμενο και εξαιτίας της οποίας το δικαίωμα τούτο εξαρτάται από την έκβαση της κύριας δίκης. Απαιτείται, δηλαδή, να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, η μία ως επίδικη στην εκκρεμή δίκη και η άλλη που στηρίζει την παρεμπίπτουσα αγωγή και εξαρτάται από την πρώτη, υπό την έννοια ότι μόνο αν ο εναγόμενος-προσεπικαλών και παρεμπιπτόντως ενάγων ηττηθεί ως προς αυτή αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης κατά του δικονομικού εγγυητή. Έτσι, με την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή δημιουργείται έννομη σχέση δίκης μεταξύ του προσεπικαλούντος και του προεπικαλουμένου που διεξάγεται μεν μαζί με την αρχική δίκη, δεν ενδιαφέρει όμως τον αντίδικο του προσεπικαλούντος. Αν ο προσεπικληθείς ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, καθίσταται διάδικος στην αρχική δίκη μόνο με την ιδιότητά του αυτή. Συνεπώς, εάν απορριφθεί η κύρια αγωγή σε πρώτο βαθμό, με άμεση δικονομική συνέπεια να καθίσταται αλυσιτελής, λόγω έλλειψης αντικειμένου, η έρευνα της ενωμένης με την προσεπίκληση παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης, η έφεση του πρωτοδίκως ηττηθέντος ενάγοντος στην κύρια δίκη στρέφεται παραδεκτά μόνο κατά του μέρους της απόφασης που απέρριψε την αγωγή του και κατά των αντιδίκων του στην πρωτοβάθμια δίκη, δηλαδή του εναγομένου και του (ενδεχομένως) υπέρ αυτού παρεμβάντος. Για να αχθεί όμως στο εφετείο και να καταστεί αντικείμενο της κατ’ έφεση δίκης και η απορριφθείσα μαζί με την κύρια αγωγή προσεπίκληση των δικονομικών εγγυητών με την ενωμένη σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, πρέπει να ασκήσει έφεση και ο προσεπικαλέσας εναγόμενος και όχι να προσκομίσει ή επικαλεστεί αυτή (προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή) με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ως εφεσίβλητος-κυρίως εναγόμενος. Η έφεση αυτή κατ’ ανάγκη θα είναι επικουρική, θα τελεί δηλαδή υπό την αίρεση ευδοκίμησης της έφεσης του ενάγοντος, γιατί αλλιώς δεν έχει ο προσεπικαλέσας έννομο συμφέρον να προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση. Το έννομο αυτό συμφέρον δημιουργείται το πρώτον με την παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος, ανατρέχει όμως κατά τη φύση και το σκοπό της αίρεσης, υπό την οποία τελεί η έφεση του εναγομένου, στο χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου (ΑΠ 1109/2025, ΑΠ 450/2024, ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 1357/2018). Επομένως, αν ο προσεπικληθείς δεν μετάσχει στη δίκη ή προσερχόμενος δεν παρέμβει σ’ αυτήν, περιοριζόμενος μόνο στην απόκρουση της προσεπικλήσεως και στην άρνηση της υποχρεώσεώς του για αποζημίωση, δεν καθίσταται διάδικος στην κύρια δίκη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου ούτε δημιουργείται ομοδικία μεταξύ αυτού (προσεπικληθέντος) και του προσεπικαλέσαντος αυτόν διαδίκου (ΑΠ 268/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2416/2010 ΕλλΔ/νη 2011.850), με αποτέλεσμα, επί (μερικής ή ολικής) απορρίψεως της αγωγής και ως εκ τούτου αντιστοίχως και της προσεπίκλησης, ο ενάγων στην κύρια δίκη, ασκώντας έφεση κατά των απορριπτικών διατάξεων της πρωτόδικης απόφασης, να μην δικαιούται να την απευθύνει και κατά του προσεπικληθέντος, διότι ο τελευταίος, εφόσον δεν εμφανίστηκε ούτε παρενέβη, δεν κατέστη διάδικος στην κύρια δίκη (ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1430/2007, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1318/1980, ΝοΒ 1981/665, ΕφΑθ. 1512/2011, Δνη 2012/534, ΕφΛαρ. 55/2007, Δικογραφία 2007/110, ΕφΑθ. 2902/2001, Δνη 2002/191, ΕφΑθ. 2179/1998, Δνη 1998/1681), γεγονός που συνεπάγεται, αν, παρά ταύτα, η έφεση απευθύνθηκε και κατά του προσεπικληθέντος δικονομικού εγγυητή, την απόρριψή της ως προς αυτόν, ως απαράδεκτης, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος ή για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του εφεσιβλήτου (ΕφΑνΚρητ. 224/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ. 768/2014, Δνη 2014/796, ΕφΠειρ. 501/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ. 703/2006, ΑχΝομ. 2007/364, ΕφΔωδ. 49/2002, ΔωδΝομ. 2003/146, ΕφΘεσ. 755/1987, Αρμ. 1988/980, Αθ. Κρητικός, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, 2008, § 36, αρ. 35, σελ. 905), εφόσον, βεβαίως, ο προσεπικληθείς έχει κληθεί στη συζήτηση της εφέσεως, δεδομένου ότι με την απεύθυνση της εφέσεως εναντίον του απέκτησε την ιδιότητα του εφεσιβλήτου (Ν. Νίκας, Πολιτική Δικονομία, ΙΙΙ, § 112, αρ. 41, σελ. 144, σημ. 202). Αν πάλι ο προσεπικαλούμενος δικονομικός εγγυητής προσέλθει στην πρωτοβάθμια δίκη και ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, ο ενάγων της κύριας δίκης δεν είναι ασφαλώς υποχρεωμένος να απευθύνει την έφεσή του και εναντίον του, αφού η παρέμβαση του προσεπικληθέντος δικονομικού εγγυητή είναι πάντοτε απλή πρόσθετη (ΕφΔυτΜακ. 17/2011, Αρμ. 2013/1115, ΕφΠατρ. 66/2005, ΑχΝομ. 2006/291, ΕφΘεσ. 809/2000, Αρμ. 2000/825, Ν. Νίκας, ο.π., Ι, § 29, αρ. 10, σελ. 382 και § 31, αρ. 18 επομ., σελ. 402 επομ., Π. Γιαννόπουλος, Η ενέργεια της παρέμβασης κατά τον ΚΠολΔ, 2010, σελ. 84, σημ. 223, contra Π. Γέσιου – Φαλτσή, Η αυτοτελής πρόσθετος παρέμβασις, 1981, σελ. 578), που δεν τον καθιστά κύριο διάδικο (ΑΠ 18/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και όχι αυτοτελής, κατά την έννοια του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, επί της οποίας και μόνο, λόγω της δημιουργούμενης σχέσεως αναγκαστικής ομοδικίας, απαιτείται, κατά το άρθρο 517 εδαφ. β΄ του ΚΠολΔ, να απευθύνεται η έφεση και κατά του προσθέτως παρεμβάντος (ΑΠ 1552/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 499/1981, ΝοΒ 30/55, ΕΑ 6004/2006, Δνη 2007/569). Όμως, η απεύθυνση της εφέσεως και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος όχι μόνον δεν προκαλεί ακυρότητα του εφετηρίου αλλά ισοδυναμεί κατά τη νομολογία (ΕφΠειρ. 521/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΘεσ. 1/2017, Δνη 2017/858, ΤριμΕφΠειρ. 262/2014, Δνη 2015/765, ΕφΛαρ. 26/2005, Δικογραφία 2006/296, ΕφΑθ. 1548/1985, Δνη 26/710) με κλήση του στη συζήτηση της εφέσεως (έτσι και Στ. Πανταζόπουλος, Ένδικα Μέσα και Ανακοπές (Πολιτική Δικονομία ΙΙ), 2020, σελ. 56), εφόσον το αντίγραφό της του επιδοθεί. Η κλήση του αυτή είναι, σε κάθε περίπτωση, απαραίτητη, διότι ο προσθέτως παρεμβάς πρωτοδίκως είτε τυγχάνει εφεσίβλητος είτε όχι, δηλαδή είτε η έφεση έχει απευθυνθεί και εναντίον του είτε όχι, εφόσον η παρέμβασή του θεωρήθηκε στον πρώτο βαθμό παραδεκτή και δεν απορρίφθηκε (ΕφΘεσ. 3236/1987, Αρμ. 1988/657) πρέπει να καλείται να μετάσχει στη διαδικασία που ανοίγεται με την άσκηση της εφέσεως (ΕφΠειρ. 905/2001, ΠειρΝομ. 2002/20), όπως αυτό με σαφήνεια προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 81 § 3 εδαφ. α, 82 εδαφ. γ, 110 § 2 και 111 § 2 του ΚΠολΔ, από τις οποίες οι μεν δύο πρώτες ορίζουν ότι «ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη» και ότι «αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση» αντίστοιχα, οι δε λοιπές καθιερώνουν στην πολιτική δίκη τις θεμελιώδεις δικονομικές αρχές της προδικασίας και της εκατέρωθεν ακροάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση νόμιμα φέρονται προς συζήτηση 1] από 04-06-2025 (αριθ.εκθ.καταθ. ……../06-06-2025) έφεση, 2] η από 18-06-2025 (αρ.εκθ.καταθ………../18-06-2025) επικουρική έφεση της τρίτης εναγόμενης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «………….» και 3] η από 17-12-2025 (αρ.εκθ.καταθ. …………/17-12-2025) επικουρική έφεση της πρώτης εναγόμενης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «………….», κατά της 1792/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία την από 17-07-2023 (αριθμ.εκθ.καταθ………./20-07-2023) αγωγή, την από 02-10-2023 (αρ.εκθ.καταθ. ……../11-10-2023) ανακοίνωση δίκης -προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή που άσκησε η πρώτη εναγόμενη κατά της ανωτέρω ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…………..», την από 13-09-2023 (αρ.εκθ.καταθ…………../13-09-2023) ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή που άσκησε η τρίτη εναγόμενη κατά της ανωτέρω ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…………», την από 16-11-2023 (αρ.εκθ.καταθ………./ 16-11-2023) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της τρίτης εναγόμενης και κατά του ενάγοντος που άσκησε η τελευταία ως άνω ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, την από 06-09-2023 (αρ.εκθ.καταθ……………/06-09-2023) ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση -παρεμπίπτουσα αγωγή που άσκησε ο τέταρτος εναγόμενος κατά της τελευταίας ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας (άρθρο 524 παρ. 1 εδ. α΄ σε συνδ. με άρθρο 246 του ΚΠολΔ), ως στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως και υπαγόμενες στην ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, και η συνεκδίκασή τους επιβάλλεται, ώστε να επιταχυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να επέλθει μείωση των εξόδων, κυρίως όμως για να αποτραπεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων. Η κύρια από 04-06-2025 ένδικη έφεση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 εδ. α΄ στοιχ. β’, 516 παρ. 1, 517 εδ. α’, 518 παρ.1 σε συνδ. με άρθρα 144 επ., καθώς και 520 παρ.1 του ΚΠολΔ, προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης, καθόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα δεν προκύπτει το αντίθετο και εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των [2] ετών κατ’άρθρο 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 28-04-2025 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 06-06-2025, (η επίδοση στον εκκαλούντα της εκκαλουμένης απόφασης στις 09-05-2025 από τη μη διάδικο πέμπτη εφεσίβλητη, όπως αναφέρεται κατωτέρω, δεν έθεσε σε κίνηση την τριακονθήμερη προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 518 παρ.1 εδ.α’ του ΚΠολΔ), ενώ για το παραδεκτό της έχει καταβληθεί από τον εκκαλούντα το προσήκον e παράβολο του Δημοσίου, με αριθμό ………., κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α περ. β΄ του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του: i] από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α΄87 /23-7-2015] που εφαρμόζεται για τα κατατεθειμένα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και ii] από τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του Ν. 4446/2016 [ΦΕΚ Α΄ 240/22-12-2016] με έναρξη ισχύος από 23-01-2017. Εντούτοις, δεν ασκείται παραδεκτά κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της πέμπτης των εφεσίβλητων ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «……………….», καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη στη δίκη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λόγω της ιδιότητάς της ως δικονομικής εγγυήτριας της πρώτης των κυρίως εναγόμενων. Τούτο διότι η πέμπτη εφεσίβλητη δεν παρενέβη υπέρ του προσεπικαλέσαντος αυτήν, ως εκ τούτου δεν κατέστη διάδικος στη δίκη που διεξήχθη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη. Επομένως, αναφορικά με την πέμπτη των εφεσίβλητων, πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου, να απορριφθεί η κύρια έφεση ως απαράδεκτη ελλείψει έννομου συμφέροντος του εκκαλούντος (άρθρα 68, 73 και 517 του ΚΠολΔ). Τα δε δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, μεταξύ του εκκαλούντος της υπό κρίση έφεσης και της πέμπτης των εφεσίβλητων, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179 εδ. α, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Ακολούθως, η απεύθυνση της εφέσεως και κατά της προσθέτως υπέρ της τρίτης εναγόμενης πρωτοδίκως παρεμβαίνουσας- ήδη έκτης εφεσίβλητης δεν πάσχει ακυρότητας, σύμφωνα με τα αμέσως ανωτέρω διαλαμβανόμενα. Πρέπει, επομένως, η ένδικη έφεση ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους (πλην της πέμπτης εξ αυτών) να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, ήτοι ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ.1 του ΚΠολΔ), μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτούς (άρθρο 522 του ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία.
Περαιτέρω, η από 18-06-2025 (αρ.εκθ.καταθ……………./18-06-2025) επικουρική έφεση της τρίτης εφεσίβλητης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «………………..», έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 εδ. β’, 516 παρ. 1, 517 εδ. α’, 518 παρ. 2 σε συνδ. με άρθρα 144 επ., καθώς και 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης, καθόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα δεν προκύπτει το αντίθετο και εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των [2] ετών κατ’άρθρο 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 28-04-2025 και η επικουρική έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 18-06-2025. Περαιτέρω, έχει καταβληθεί από την εκκαλούσα το προσήκον e παράβολο του Δημοσίου, με αριθμό ……………., κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α περ. β΄ του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του: i] από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α΄87 /23-7-2015] που εφαρμόζεται για τα κατατεθειμένα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ii] από τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του Ν. 4446/2016 [ΦΕΚ Α΄ 240/22-12-2016] με έναρξη ισχύος από 23-01-2017 και ιιι] από το άρθρο 22 του Ν.5134/2024 (ΦΕΚ Α΄146), με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ.1 του ίδιου νόμου, από 16-09-2024. Επιπλέον, παραδεκτά στρέφεται κατά της προσεπικαλουμένης – παρεμπιπτόντως εναγόμενης στην πρωτόδικη δίκη δικονομικής εγγυήτριας ασφαλιστικής εταιρίας, παρότι η προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή απορρίφθηκαν ως άνευ αντικειμένου, καθόσον ασκήθηκε υπό την αίρεση της ευοδώσεως της σε βάρος της έφεσης του εκκαλούντος – ενάγοντος. Πρέπει, επομένως, και η ως άνω επικουρική έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και, εφόσον ευοδωθεί η κύρια έφεση του ενάγοντος (βλ. Κυριάκος Οικονόμου «Η ΕΦΕΣΗ» σελ.196 παρ.42), να ερευνηθεί και αυτή περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτούς (άρθρο 522 του ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία.
Ακολούθως, η από 17-12-2025 (αρ.εκθ.καταθ………./17-12-2025) επικουρική έφεση της πρώτης εφεσίβλητης κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «……………….», έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 εδ. β’, 516 παρ. 1, 517 εδ. α’, 518 παρ. 2 σε συνδ. με άρθρα 144 επ., καθώς και 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης, καθόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα δεν προκύπτει το αντίθετο και εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των [2] ετών κατ’άρθρο 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 28-04-2025 και η επικουρική έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 17-12-2025. Περαιτέρω, έχει καταβληθεί από την εκκαλούσα το προσήκον e παράβολο του Δημοσίου, με αριθμό ………….., κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α περ. β΄ του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του: i] από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α΄87 /23-7-2015] που εφαρμόζεται για τα κατατεθειμένα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ii] από τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του Ν. 4446/2016 [ΦΕΚ Α΄ 240/22-12-2016] με έναρξη ισχύος από 23-01-2017 και ιιι] από το άρθρο 22 του Ν.5134/2024 (ΦΕΚ Α΄146), με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ.1 του ίδιου νόμου, από 16-09-2024. Επιπλέον, παραδεκτά στρέφεται κατά της προσεπικαλουμένης-παρεμπιπτόντως εναγόμενης στην πρωτόδικη δίκη δικονομικής εγγυήτριας ασφαλιστικής εταιρίας, παρότι η προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή απορρίφθηκαν ως άνευ αντικειμένου, καθόσον ασκήθηκε υπό την αίρεση της ευοδώσεως της σε βάρος της έφεσης του εκκαλούντος – ενάγοντος. Πρέπει, επομένως, και η ως άνω επικουρική έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και, εφόσον ευοδωθεί η κύρια έφεση του ενάγοντος (βλ. Κυριάκος Οικονόμου «Η ΕΦΕΣΗ» σελ.196 παρ.42),, να ερευνηθεί και αυτή περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτούς (άρθρο 522 του ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία.
Στην ένδικη αγωγή o ενάγων εξέθετε ότι στις 09-02-2014, σε ηλικία 11 ετών, μετέβη με τους γονείς του στα εξωτερικά ιατρεία του ιδιωτικού θεραπευτηρίου …….. με έντονους πόνους στην κοιλιακή χώρα και πυρετό, οπότε υποβλήθηκε σε υπέρηχο άνω και κάτω κοιλίας, από τον οποίο ανευρέθη μεταξύ άλλων διατεταμένη-οιδηματώδης εντερική έλικα στην περιοχή του δεξιού λαγονίου και πιθανολογήθηκε ότι πρόκειται περί ειλεϊκής έλικας, καθώς και ότι δεν παρατηρήθηκε σαφής διόγκωση της σκωληκοειδούς υπόφυσης. Ότι επί πέντε ημέρες θεράποντες ιατροί με επικεφαλής τον τέταρτο εναγόμενο διευθυντή της Παιδοχειρουργικής Κλινικής, προσπαθούσαν να διαγνώσουν μέσω εργαστηριακών εξετάσεων από τι πάσχει, καταλήγοντας τελικά ότι πάσχει από ειλεΐτιδα-σκωληκοειδίτιδα, για την αντιμετώπιση της οποίας κρίθηκε απαραίτητη η διενέργεια επεμβάσεις λαπαροσκοπικής σκωληκοειδεκτομής, η οποία επέμβαση πραγματοποιήθηκε στις 14-02-2014 από τον δεύτερο εναγόμενο παιδοχειρουργό, οπότε και συντάχθηκε το από ίδιας ημερομηνίας πρακτικό χειρουργείου, στο οποίο αναγραφόταν ότι υποβλήθηκε σε τυπική σκωληκοειδεκτομή με διπλή επούλωση βάσης. Ότι, ακολούθως, στις 17-02-2014 διενεργήθηκε παθολογοανατομική εξέταση του υλικού που αφαιρέθηκε κατά την επέμβαση από την τρίτη εναγόμενη ιατρό παθολογοανατόμο και επιμελήτρια του ως άνω θεραπευτηρίου, κατά την οποία διαπιστώθηκαν μέτριες αλλοιώσεις οξείας σκωληκοειδίτιδας και περισκωληκοειδίτιδας. Ότι νοσηλεύτηκε μέχρι και τις 18-02-2014 στην παιδοχειρουργική κλινική, οπότε έλαβε εξιτήριο λόγω ομαλής μετεγχειρητικής πορείας, αλλά την 01-03-2014, μόλις 20 ημέρες από την ανωτέρω νοσηλεία του, μετέβη εκ νέου στα εξωτερικά ιατρεία του παραπάνω θεραπευτηρίου με οίδημα στα γόνατα και κρίθηκε απαραίτητη η εκ νέου εισαγωγή και νοσηλεία του με αιτία εισαγωγής πολυαρθραλγία. Ότι υποβλήθηκε σε εξετάσεις και κατόπιν έλαβε εξιτήριο στις 04-03-2014, καθώς δεν προέκυψε κάτι ανησυχητικό, όπως τον ενημέρωσαν και η κατάσταση της υγείας του παρουσίασε βελτίωση. Ότι μετά από 5 περίπου έτη, στις 31-10-2019, μετέβη εκ νέου στα εξωτερικά ιατρεία του ανωτέρου θεραπευτηρίου με έντονο κοιλιακό άλγος και πυρετό, εισήχθη για νοσηλεία έως και τις 04-11-2019 και τότε το πρώτον υποβλήθηκε σε πλήρη κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο-διερεύνηση για τη νόσο του Crohn. Ότι από τα αποτελέσματα των εξετάσεων και βιοψιών διαπιστώθηκε ότι όντως πάσχει από την ανωτέρω νόσο με εντόπιση στον τελικό ειλεό -τυφλό -ανιόν κόλον, η οποία πρόκειται για μια φλεγμονώδη νόσο του εντέρου και για την οποία δεν υπάρχει οριστική θεραπεία, χορηγείται όμως φαρμακευτική αγωγή για τη διατήρησή της σε μακροχρόνια ύφεση, ενώ σε σοβαρές μορφές ή επιπλοκές της, είναι αναγκαία η χειρουργική αντιμετώπιση. Ότι άμεσα μετά τη διάγνωση, τον Νοέμβριο του 2019, ξεκίνησε φαρμακευτική αγωγή και παρακολουθείται έκτοτε από γαστρεντερολόγο. Ότι καίτοι υποβαλλόταν σε πλήρη και ισχυρή θεραπεία, όχι μόνο δεν βελτιώθηκε η κατάσταση της υγείας του, αλλά λίγα χρόνια αργότερα παρουσίασε κλινική επιδείνωση και γι’ αυτό υποβλήθηκε σε ενδοσκοπικό και απεικονιστικό έλεγχο που κατέδειξε μέτρια σοβαρή επιπλοκή της νόσου, για την αντιμετώπιση της οποίας κρίθηκε απαραίτητη η χειρουργική αφαίρεση του φλεγμένοντος τμήματος του εντέρου. Ότι κατόπιν αυτού, στις 20-06-2022 εισήλθε στο ……….. και την επομένη υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση από το γενικό χειρουργό . ……., κατά την οποία έγινε εκτομή του τελικού ειλεού/ τυφλού και τοποθετήθηκε seton λόγω ύπαρξης περιεδρικού συριγγίου, το δε υλικό που αφαιρέθηκε δόθηκε για ιστολογική εξέταση, και στις 30-06-2022 συντάχθηκε από τον αναπληρωτή καθηγητή ………, σχετική έκθεση, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι παρασκευάσθηκε σε οπισθοτυφλική θέση η σκωληκοειδής απόφυση μήκους 5 εκ. και μέγιστης εγκάρσιας διαμέτρου 0,9 εκ. Ότι όταν έλαβε γνώση της έκθεσης αυτής, διαπίστωσε ότι η σκωληκοειδής του απόφυση δεν είχε αφαιρέσει κατά την πρώτη χειρουργική επέμβαση της 14ης-02-2014, αλλά αφαιρέθηκε στις 21-06-2022, μαζί με τμήμα του ειλεού και του τυφλού εντέρου. Ότι αφού από τα ανωτέρω προκύπτει ότι προφανώς δεν είχε αφαιρεθεί η σκωληκοειδής του απόφυση κατά την πρώτη χειρουργική επέμβαση, είναι απορίας άξιο σε ποια χειρουργική επέμβαση τον υπέβαλε ο δεύτερος εναγόμενος και σε ποιο υλικό διενεργήθηκε παθολογοανατομική εξέταση από την τρίτη εναγόμενη και συνεπώς πρόκειται για ιατρική αμέλεια των ανωτέρω δύο ιατρών. Ότι, περαιτέρω, παρότι προσήλθε δύο φορές στο ……., ήτοι στις 09-02-2014 και την 01-03- 2014, έγινε και τις δύο φορές εσφαλμένη διάγνωση και ειδικότερα μη διάγνωση της νόσος του Crohn, από την οποία έπασχε και πάσχει με σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στη μετέπειτα πορεία της υγείας του. Ότι ειδικότερα, ενώ αρχικά οι ιατροί της πρώτης εναγόμενης διέγνωσαν ότι πάσχει από ειλεΐτιδα-σκωληκοειδίτιδα και μετά από πέντε ημέρες νοσηλείας, χωρίς να είναι σίγουροι ότι πάσχει από σκωληκοειδίτιδα τον υπέβαλαν σε ερευνητική λαπαροτομία, ενώ ουδόλως έπασχε από σκωληκοειδίτιδα, όπως διαπιστώθηκε κατά την επέμβαση και για το λόγο αυτό τελικά δεν αφαιρέθηκε η σκωληκοειδής απόφυση. Στην πραγματικότητα όμως, το οξύ κοιλιακό άλγος ήταν σύμπτωμα της νόσου του Crohn, η οποία ήταν σε έξαρση. Ωστόσο οι θεράποντες ιατροί της πρώτης εναγόμενης ουδέποτε μπήκαν στη διαδικασία να διερευνήσουν το ενδεχόμενο αυτό ή να διενεργήσουν σχετικές εξετάσεις παρά τα ως άνω αρχικά ευρύματα. Ότι, σε κάθε περίπτωση, ούτε τη δεύτερη φορά που μετέβη στο Θεραπευτήριο με οίδημα στα γόνατα διαγνώστηκε από τους θεράποντες ιατρούς ότι πάσχει από τη συγκεκριμένη νόσο, ενώ θα μπορούσαν ευχερώς να το διαγνώσουν με την απλή διενέργεια αιματολογικών και άλλων εργαστηριακών εξετάσεων, σε συνδυασμό με τα συμπτώματα και την πρόσφατη χειρουργική επέμβαση που είχε υποβληθεί. Ότι η υπαίτια εκ μέρους τους καθυστέρηση στη διάγνωση της νόσου για πέντε έτη, είχε ως αποτέλεσμα να επεκταθεί η φλεγμονή στο έντερο και να εξαπλωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να κριθεί τελικώς απαραίτητη η αντιμετώπιση με χειρουργική επέμβαση τον Ιούνιο του 2022. Ότι είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι η έγκαιρη διάγνωση και η θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου του Crohn παίζει σημαντικό ρόλο στην πρόληψη μακροχρόνιων επιπλοκών και ότι αν η νόσος παραμείνει χωρίς κάποια θεραπεία, αλλάζει σημαντικά την ποιότητα ζωής των πασχόντων, την οποία επιδεινώνει, ενώ σύγχρονες θεραπευτικές οδηγίες για την αντιμετώπισή της, προτείνουν άμεση και επιθετική θεραπευτική αγωγή για την πρόληψη της εξέλιξής της, ενώ οποιαδήποτε καθυστέρηση μπορεί να επιβαρύνει τη συνολική πορεία της. Ότι εν προκειμένω η υπαίτια μη έγκαιρη διάγνωση της νόσου του Crohn επί πενταετία επιβάρυνε την πορεία της υγείας του, είχε ως αποτέλεσμα την επέκταση της φλεγμονής σε βαθμό που έχρηζε χειρουργικής αντιμετώπισης και συνεπώς οδήγησε στην επιδείνωση της νόσου, ενώ θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί όσο ήταν ακόμη σε αρχικό στάδιο και βρισκόταν σε μικρή ηλικία. Ότι το θεραπευτήριο ………, τη λειτουργία και εκμετάλλευση του οποίου έχει αναλάβει η πρώτη εναγόμενη, λειτουργεί ως ιατρικό και χειρουργικό κέντρο, χρησιμοποιεί για την επίτευξη των στόχων του και ελεύθερους επαγγελματίες ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, όπως τους λοιπούς εναγόμενους, οι οποίοι τελούσαν υπό τις γενικότερες οδηγίες αυτής, καθώς ήταν όλοι συνεργαζόμενοι μεταξύ τους για την παροχή ιατρικών υπηρεσιών, υπακούοντας σε πρόγραμμα εργασίας που καθόριζε αυτή και κάτω από τις γενικότερες εντολές της για τη λειτουργία της κλινικής. Ότι οι δεύτερος, τρίτη και τέταρτος των εναγόμενων και οι λοιποί θεράποντες ιατροί, ως προστήσαντες της πρώτης εναγόμενης, παρέβησαν κατά την εκτέλεση των ιατρικών τους καθηκόντων, την υποχρέωσή τους να ενεργήσουν σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, δηλαδή αυτή που αναμένεται από το μέσο ιατρό και ειδικότερα ο δεύτερος εναγόμενος ουδέποτε προέβη σε αφαίρεση της σκωληκοειδούς του απόφυσης και ουδέποτε του το γνωστοποίησε, η τρίτη εναγόμενη ουδόλως προέβη σε ιστολογική εξέταση της σκωληκοειδούς του απόφυσης, οι θεράποντες ιατροί της πρώτης εναγόμενης με επικεφαλής τον τέταρτο εναγόμενο προέβησαν αρχικά σε εσφαλμένη διάγνωση, υποβάλλοντάς τον σε χειρουργική επέμβαση άνευ λόγου και αιτίας, επιβαρύνοντας τον ήδη καταπονημένο οργανισμό του, αφού αυτός εμφάνιζε επεισόδιο της νόσου του Crohn, ενώ κατά τη δεύτερη εισαγωγή του προέβησαν και πάλι σε μη διάγνωση της νόσου από αμέλειά τους που οφείλεται στη μη συμμόρφωσή τους με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, καθώς θα μπορούσαν ευχερώς να διαγνώσουν τη νόσο εάν λάμβαναν υπόψη τους το πρόσφατο ιατρικό ιστορικό του και διενεργούσαν τις κατάλληλες εξετάσεις, ενέργειες, τις οποίες από αμέλειά τους παρέλειψαν, με αποτέλεσμα από την μη έγκαιρη διάγνωση να απειληθεί και να εξακολουθεί να απειλείται το έννομο αγαθό της ζωής της σωματικής του ακεραιότητας και υγείας. Ότι η υπαίτια εκ μέρους τους καθυστέρηση στη διάγνωση της νόσου του Crohn, επιβάρυνε την υγεία του με συνέπεια την επέκταση της φλεγμονής σε μεγάλο τμήμα του εντέρου και τη χειρουργική αντιμετώπιση της νόσου με την αφαίρεση τμήματος του ειλεού μήκους 28 εκ. και τυφλού εντέρου μήκους 4 εκ. μετά του περιεντερικού λιπώδους ιστού. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά και επικαλούμενος ο ενάγων ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγόμενων υπέστη σημαντική ηθική βλάβη, ζητούσε, κατόπιν παραδεκτής μετατροπής του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις του, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων να του καταβάλλουν, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το συνολικό ποσό του 200.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική του δαπάνη. Ακολούθως 1] η πρώτη εναγόμενη άσκησε την από 02-10-2023 (αρ.εκθ.καταθ……/11-10-2023) ανακοίνωση δίκης -προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «……………..», στην οποία εξέθετε ότι ασκήθηκε εναντίον της η ένδικη αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παρέθετε αυτολεξεί, καθώς και ότι με την καθ’ης ασφαλιστική εταιρία, κατά το χρόνο των επίδικων περιστατικών, είχαν καταρτίσει ασφαλιστήριο συμβόλαιο εν ισχύ, με το οποίο η τελευταία είχε αναλάβει να καλύψει την επαγγελματική αστική ευθύνη της και δη εγερθείσες απαιτήσεις λόγω σωματικών βλαβών ή και υλικών ζημιών σε βάρος ασθενών της, προκληθείσες από πράξεις ή παραλείψεις του ιατρικού της προσωπικού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά ανακοίνωνε στην καθ’ης την εκκρεμή δίκη μεταξύ αυτής και του κυρίως ενάγοντος, την προσεπικαλούσε να παρέμβει ως δικονομική εγγυήτρια στην ως άνω δίκη υπέρ της και προς απόκρουση της κύριας αγωγής, την οποία αρνούνταν καθ’ολοκληρίαν και σε περίπτωση ήττας της και ευδοκίμησης της αγωγής αυτής, ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγόμενης να της καταβάλλει το σύνολο της επιδικασθησόμενης στην κύρια δίκη σε βάρος της αποζημίωσης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρεμπίπτουσας αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, 2] Η τρίτη εναγόμενη άσκησε την από 13-09-2023 (αρ.εκθ.καταθ…………../13-09-2023) ανακοίνωση δίκης -προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….» στην οποία εξέθετε ότι ασκήθηκε εναντίον της η ένδικη αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παρέθετε αυτολεξεί, καθώς και ότι με την καθ’ης ασφαλιστική εταιρία, κατά το χρόνο του επίδικου περιστατικού είχαν καταρτίσει ασφαλιστήριο συμβόλαιο εν ισχύ, με το οποίο η τελευταία είχε αναλάβει να καλύψει την επαγγελματική αστική ευθύνη της από πράξεις ή παραλείψεις της κατά την άσκηση των ιατρικών καθηκόντων της. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά ανακοίνωνε στην καθ’ης την εκκρεμή δίκη μεταξύ αυτής και του κυρίως ενάγοντος, την προσεπικαλούσε να παρέμβει ως δικονομική εγγυήτρια στην ως άνω δίκη υπέρ της και προς απόκρουση της κύριας αγωγής, την οποία αρνούνταν καθ’ολοκληρίαν και σε περίπτωση ήττας της και ευδοκίμησης της αγωγής αυτής, ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγόμενης να της καταβάλλει το σύνολο της επιδικασθησόμενης στην κύρια δίκη σε βάρος της αποζημίωσης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρεμπίπτουσας αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, 3] Η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «…………» άσκησε την από 16-11-2023 (αρ.εκθ.καταθ……………/16-11-2023) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της τρίτης εναγόμενης και κατά του ενάγοντος, στην οποία εξέθετε ότι ασκήθηκε εναντίον της η ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή, την οποία παρέθετε αυτολεξεί, συνομολογούσε την ασφαλιστική κάλυψη αστικής ευθύνης της τρίτης εναγόμενης μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ και επικαλούμενη έννομο συμφέρον, ζητούσε να απορριφθεί η κύρια αγωγή και 4] ο τέταρτος εναγόμενος-ήδη τέταρτος εφεσίβλητος άσκησε την από 06-09-2023 (αρ.εκθ.καταθ………../06-09-2023) ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της τελευταίας ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «……………..», στην οποία εξέθετε ότι ασκήθηκε εναντίον του η ένδικη αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παρέθετε αυτολεξεί, καθώς και ότι με την καθ’ης ασφαλιστική εταιρία, κατά το χρόνο του επίδικου περιστατικού είχαν καταρτίσει ασφαλιστήριο συμβόλαιο εν ισχύ, με το οποίο η τελευταία είχε αναλάβει να καλύψει την επαγγελματική αστική ευθύνη του από πράξεις ή παραλείψεις του κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως παιδοχειρουργού. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά ανακοίνωνε στην καθ’ης την εκκρεμή δίκη μεταξύ αυτού και του κυρίως ενάγοντος, την προσεπικαλούσε να παρέμβει ως δικονομική εγγυήτρια στην ως άνω δίκη υπέρ του και προς απόκρουση της κύριας αγωγής, την οποία αρνούνταν καθ’ολοκληρίαν και σε περίπτωση ήττας του και ευδοκίμησης της αγωγής αυτής, ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγόμενης να του καταβάλλει το σύνολο της επιδικασθησόμενης στην κύρια δίκη σε βάρος του αποζημίωσης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρεμπίπτουσας αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφού συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων την αγωγή, τις παρεμπίπτουσες αγωγές και την πρόσθετη παρέμβαση, κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την 1792/2025 οριστική απόφαση, με την οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ’ουσίαν και τις παρεμπίπτουσες αγωγές ως άνευ αντικειμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται αφενός ο εκκαλών με την κύρια έφεσή του, για τους λόγους που αναφέρονται σ` αυτήν και ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί αυτή, με σκοπό να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή του ως βάσιμη κατ’ουσίαν και αφετέρου οι εκκαλούντες με τις επικουρικές εφέσεις τους με τις οποίες αιτούνται, σε περίπτωση ευδοκίμησης της κύριας έφεσης και της ένδικης αγωγής εν όλω ή εν μέρει, να εξεταστεί περαιτέρω και να γίνει δεκτή η από 13-09-2023 (αρ.εκθ.καταθ. …………/13-09-2023) ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «……………» και η από 02-10-2023 (αρ.εκθ.καταθ……………./ 11-10-2023) ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση -παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «………………» αντίστοιχα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β` 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της ένδικης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, απορρέουσας υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε. Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του, απαιτείται δηλαδή παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (“διπλή λειτουργία της αμέλειας”) [ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 237/2016 όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 “περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος”, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, “Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεως της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών”. Ήδη όμως και οι διατάξεις των άρθρων 2 § 3 εδ. α`, 3 §§ 2 και 3 και 10 §§ 1 και 3 του Ν. 3148/2005 (Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας) εκσυγχρονίζουν και εξειδικεύουν πλέον το ζητούμενο πρότυπο της ορθής ιατρικής συμπεριφοράς, ορίζοντας ότι: «Το ιατρικό λειτούργημα ασκείται σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς και ισχύοντες κανόνες της ιατρικής επιστήμης» (2 § 3 εδ. α`). Έτσι, κατά τις διατάξεις αυτές «2. Ο ιατρός ενεργεί με βάση: α) την εκπαίδευση που του έχει παρασχεθεί κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών του σπουδών, την άσκησή του για την απόκτηση τίτλου ιατρικής ειδικότητας και τη συνεχιζόμενη ιατρική του εκπαίδευση, β) την πείρα και τις δεξιότητες που αποκτά κατά την άσκηση της ιατρικής και γ) τους κανόνες της τεκμηριωμένης και βασισμένης σε ενδείξεις ιατρικής επιστήμης. 3. Ο ιατρός, κατά την άσκηση της ιατρικής, ενεργεί με πλήρη ελευθερία, στο πλαίσιο των γενικά αποδεκτών κανόνων και μεθόδων της ιατρικής επιστήμης, όπως αυτοί διαμορφώνονται με βάση τα αποτελέσματα της εφαρμοσμένης σύγχρονης επιστημονικής έρευνας. Έχει δικαίωμα για επιλογή μεθόδου θεραπείας, την οποία κρίνει ότι υπερτερεί σημαντικά έναντι άλλης, για το συγκεκριμένο ασθενή, με βάση τους σύγχρονους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, και παραλείπει τη χρήση μεθόδων που δεν έχουν επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση» (3 §§ 2 και 3), «1. Η άσκηση της ιατρικής γίνεται σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Ο ιατρός έχει υποχρέωση συνεχιζόμενης δια βίου εκπαίδευσης και ενημέρωσης σχετικά με τις εξελίξεις της ιατρικής επιστήμης και της ειδικότητάς του…. 3. Ο ιατρός οφείλει να αναγνωρίζει τα όρια των επαγγελματικών του ικανοτήτων και να συμβουλεύεται τους συναδέλφους του (10 §§ 1 και 3). Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 11 του ιδίου Ν. 3418/2005, «Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας» ορίζεται ότι: “Υποχρέωση ενημέρωσης. 1. Ο ιατρός έχει καθήκον αληθείας προς τον ασθενή. Οφείλει να ενημερώνει πλήρως και κατανοητά τον ασθενή για την πραγματική κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της προτεινόμενης ιατρικής πράξης, τις συνέπειες και τους ενδεχόμενους κινδύνους ή επιπλοκές από την εκτέλεσή της, τις εναλλακτικές προτάσεις, καθώς και για τον πιθανό χρόνο αποκατάστασης, έτσι ώστε ο ασθενής να μπορεί να σχηματίζει πλήρη εικόνα των ιατρικών κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων και συνεπειών της κατάστασής του και να προχωρεί, ανάλογα, στη λήψη αποφάσεων. 2. Ο ιατρός σέβεται την επιθυμία των ατόμων τα οποία επιλέγουν να μην ενημερωθούν. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ασθενής έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον ιατρό να ενημερώσει αποκλειστικά άλλο ή άλλα πρόσωπα, που ο ίδιος θα υποδείξει, για την κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της προτεινόμενης ιατρικής πράξης, τις συνέπειες ή και τους κινδύνους από την εκτέλεσή της, καθώς και για το βαθμό πιθανολόγησής τους. 3. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να καταβάλλεται κατά την ενημέρωση που αφορά σε ειδικές επεμβάσεις, όπως μεταμοσχεύσεις, μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, επεμβάσεις αλλαγής ή αποκαταστάσεως φύλου, αισθητικές ή κοσμητικές επεμβάσεις. 4. Αν τα πρόσωπα δεν έχουν την ικανότητα να συναινέσουν για την εκτέλεση ιατρικής πράξης, ο ιατρός τα ενημερώνει στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό. Ενημερώνει, επίσης, τα τρίτα πρόσωπα, που έχουν την εξουσία να συναινέσουν για την εκτέλεση της πράξης αυτής, κατά τις διακρίσεις του επόμενου άρθρου”. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη ιατρού προς αποζημίωση ή και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης θεμελιώνεται και εάν ο ιατρός ενεργήσει από αμέλεια, η οποία υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης αλλά και των υποχρεώσεων πρόνοιας και ενημέρωσης του ασθενούς, η δε ενέργειά του ή η παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Δηλαδή, θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία ο μέσος εκπρόσωπος του κύκλου του, θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος [ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 690/2020, ΑΠ 687/2013, ΑΠ 1009/2013, ΑΠ 181/2011]. Έτσι, ελέγχεται ο ιατρός για κάθε ενέργεια ή παράλειψή του υπό την ανωτέρω ιδιότητά του ως προς την παρακολούθηση της πορείας του ασθενούς, δηλαδή αν ενήργησε την ακολουθητέα ιατρική αγωγή και τις επιβαλλόμενες εξετάσεις ή και άλλες επεμβατικές ιατρικές πράξεις προς αντιμετώπιση παρενέργειας ή επιπλοκής που μπορούσε να επιφέρει βλάβη της υγείας του ασθενούς ή ακόμη και το θάνατό του, όπως κάθε μέσος ιατρός της ειδικότητάς του θα έπραττε υπό τις ίδιες περιστάσεις [ΑΠ 122/2019, ΑΠ 121/2019, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 1057/2016, ΑΠ 1349/2016, ΑΠ 35/2016, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 971/2013, ΑΠ 1522/2012, ΑΠ 611/2007]. Επομένως, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι, εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας, απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια [ΑΠ 1598/2017, ΑΠ 237/2016]. Αντιθέτως, ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός, αν ενήργησε σύμφωνα με τους ως άνω κανόνες (legeartis), και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός [ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1343/2017]. Εξάλλου, η ιατρική αμέλεια μπορεί να εμφανίζεται υπό τις εξής μορφές: α) Ως εσφαλμένη διάγνωση ή μη διάγνωση μιας νόσου, λόγω μη συμμόρφωσης προς τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, η οποία έχει ως συνέπεια τη μη αντίληψη και μη κοινοποίηση του κινδύνου, που απειλεί το έννομο αγαθό της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας και υγείας (ως επί το πλείστον η ορθή διάγνωση προϋποθέτει τη λήψη του ιστορικού του ασθενούς, την εξέτασή του, εργαστηριακές εξετάσεις, ακτινογραφίες και συμβουλή άλλων ιατρών). β) Ως εσφαλμένη – πλημμελής θεραπευτική αγωγή (φαρμακευτική, διαιτητική, εγχειρητική κλπ.), διαδικασία δηλαδή που αποσκοπεί στην ίαση του ασθενούς κατά τρόπο που παρακάμπτει τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης (π.χ. μετάγγιση αίματος χωρίς έλεγχο της συμβατότητας των ομάδων αίματος, εγκατάλειψη εργαλείων ή άλλων αντικειμένων στο σώμα του ασθενούς μετά την εγχείρηση, μη έγκαιρη επέμβαση, χορήγηση υπερβολικής δόσης φαρμάκου). Δηλαδή, η αμέλεια του ιατρού μπορεί να θεμελιωθεί σε σφάλμα περί την εκλογή της θεραπείας, λόγω της οποίας και επέρχεται κακό στον ασθενή, είτε αυτό οφείλεται σε άγνοια της προσήκουσας για την περίπτωση θεραπείας ή γενικά ενέργειας, είτε σε επιλογή μεθόδου και θεραπείας που κατά τις γενικά κρατούσες αρχές της ιατρικής επιστήμης δεν ήταν ενδεδειγμένες για τη συγκεκριμένη περίπτωση. γ) Ως μη παραπομπή του ασθενούς σε ειδικό θάλαμο και η ανάληψη της διεξαγωγής ενός διαγνωστικού ή θεραπευτικού εγχειρήματος, χωρίς να υπάρχουν οι απαραίτητες ειδικές γνώσεις και ικανότητες ή τα κατάλληλα διαγνωστικά μέσα. δ) Ως μη εκπλήρωση καθήκοντος ιατρικής μέριμνας και επιμέλειας και ως παράβαση της υποχρέωσης ενημέρωσης του ασθενούς [πρβλ. ΑΠ 2368/2005 ΠοινΔικ 2006.664, ΑΠ 1569/2003 ΠοινΔικ 2004.227, βλ. ΕφΑθ 4964/2008 ΝοΒ 2009.523 και επί ενημέρωσης ασθενούς βλ ΑΠ 368/2021]. Η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού ρυθμίζεται ως προς ορισμένα ζητήματα και από το άρθρο 8 του Ν. 2251/1994 για την “προστασία των καταναλωτών”, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 Ν. 3587/2007 που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι “ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή. Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο” (παρ. 1), ότι “ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας” (παρ. 3), ότι “ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας” (παρ. 4 εδ. α), ότι “για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα, μεταξύ άλλων, η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητάς της, η ελευθερία δράσης που αφήνεται στο πλαίσιο της υπηρεσίας, το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων” και ότι “μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά το χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα” (παρ. 5). Από τις διατάξεις αυτού του άρθρου προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του. Ενόψει δε της νόθου αντικειμενικής ευθύνης, που καθιερώνεται συναφώς, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης, τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη, που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του [ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1598/2017, ΑΠ 1187/2017, ΑΠ 1067/2015, ΑΠ 657/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].
Από τη διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση πρόκλησης σωματικής βλάβης προσώπου από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ζημίας και της τυχόν ηθικής βλάβης του πιο πάνω προσώπου, προϋποθέτει : α) σχέση πρόστησης, β) παράνομη και υπαίτια (άρα και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος, τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο, με την επέλευση της βλάβης και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτέλεσης της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Σχέση πρόστησης υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφισταμένης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης , διαρκούς ή ευκαιριακής , το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας , υλικής ή νομικής φύσης, η οποία αποβλέπει σε διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά την οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου. Έτσι, πρόστηση μπορεί να υπάρχει και σε περίπτωση σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο κατά τα ανωτέρω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, αφού ο κύριος της υπόθεσης, ελλείψει των σχετικών γνώσεων, δεν είναι σε θέση να προβεί στον έλεγχο αυτό, αλλά αρκεί ο έλεγχος αυτός να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων. Ειδικότερα δε, στην περίπτωση νοσηλείας ασθενούς από ιατρό σε ιδιωτική κλινική ή άλλο ιατρικό κέντρο, αρκεί, για να αποδοθεί στα τελευταία αυτά (νομικά) πρόσωπα η ιδιότητα του προστήσαντος, η εκ μέρους τους παροχή γενικών μόνο οδηγιών στον ιατρό ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του ιατρού. Και τούτο, γιατί η παροχή ειδικών οδηγιών στον ιατρό για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων (διαγνωστικών ή θεραπευτικών) δεν είναι δυνατή, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο άρθρο 24 του Α.Ν. 1565/1939 και τις αναφερόμενες ανωτέρω διατάξεις του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, ο ιατρός είναι υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να ενεργήσει όχι σύμφωνα με αυτές τις τυχόν οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ήτοι τα διδάγματα της εν λόγω επιστήμης και την αποκτηθείσα συναφώς ειδική πείρα. Επομένως, αν από αμελή συμπεριφορά του προστηθέντος ιατρού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του επήλθε σωματική βλάβη προσώπου νοσηλευομένου σε ιδιωτική κλινική, η προστήσασα τον ιατρό κλινική ευθύνεται για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη ο νοσηλευόμενος. Πρόκειται για γνήσια αντικειμενική ευθύνη, δικαιολογητικό λόγο της οποίας αποτελεί το γεγονός ότι ο προστήσας ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, διευρύνοντας το πεδίο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, και ως εκ τούτου είναι εύλογο να φέρει την ευθύνη για τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του προστηθέντος [ΑΠ 418/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 687/2013 ΕΕΜΠΔ 2014.45, ΑΠ 1226/2007 ΧΡΙΔ 2008.324, ΕφΑθ 26/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Το πρόβλημα, ωστόσο, εμφανίζεται οξύτερο, όταν η σχέση του ιατρού με κλινική ή με νοσηλευτικό ίδρυμα είναι χαλαρή υπό τη μορφή της ελεύθερης συνεργασίας μεταξύ τους, σύμφωνα με την οποία ο ιατρός επιμελείται τη νοσηλεία και συνήθως τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης ή τοκετού σε κλινική ή ίδρυμα που διαθέτει την απαραίτητη επιστημονική και υλικοτεχνική υποδομή (εγκαταστάσεις, φάρμακα, μηχανήματα, εργαλεία, κ.λπ.) και το κατώτερο μη ιατρικό ή παραϊατρικό προσωπικό που θέτει στη διάθεση του ιατρού έναντι αμοιβής που εισπράττει κατευθείαν από τον πελάτη ασθενή, ασχέτως της αμοιβής του ιατρού που καταβάλλεται από τον πελάτη ασθενή απευθείας στον ιατρό. Η σχέση αυτή είναι συνηθισμένη στις συναλλαγές και αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση τόσο του ιατρού, που με τον τρόπο αυτό χρησιμοποιεί κερδοφόρα τις υπηρεσίες της κλινικής ή του ιδρύματος, όσο και των τελευταίων που με τη συνδρομή των ιατρών εξασφαλίζουν πελατεία και αποκομίζουν κέρδη. Ο ιατρός εντάσσεται, βεβαίως, στο πρόγραμμα της κλινικής ή του ιδρύματος, το οποίο καθορίζει τον τόπο και χρόνο παροχής της ιατρικής συνδρομής από αυτόν, ο οποίος ενεργεί με ιδία πρωτοβουλία στο αμιγώς ιατρικό μέρος των καθηκόντων του. Ακόμη και όταν άλλος ιατρός προΐσταται της κλινικής, του νοσηλευτικού ιδρύματος ή ενός τμήματός του, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι παρά την ανεξαρτησία του συνεργαζόμενου ιατρού σχετικά με την άσκηση των αμιγώς ιατρικών καθηκόντων του, υπάρχει σχέση πρόστησης κατ` άρθρο 922 του ΑΚ και επομένως συντρέχει ευθύνη του προσώπου που διατηρεί την κλινική ή το ίδρυμα, διότι και τότε η επαγγελματική δραστηριότητα του ιατρού εμπίπτει στον επιχειρηματικό κύκλο δράσης αυτού του προσώπου. Η άποψη αυτή είναι σύμφωνη με τον προαναφερόμενο δικαιολογητικό λόγο της ευθύνης του προστήσαντος. Επιπλέον, σύμφωνα με τη σύγχρονη αντίληψη των συναλλαγών, οι οποίες έχουν γίνει πολύπλοκες και για την επίτευξη ενός αποτελέσματος συχνά παρεμβάλλονται πρόσωπα περισσότερων ειδικοτήτων, επιστημονικών ή τεχνικών γνώσεων, γίνεται ορθά δεκτό ότι οι οδηγίες του προστήσαντος δεν είναι ανάγκη να φθάνουν μέχρι το σημείο να άπτονται λεπτομερειών ιδίως σε θέματα τεχνικής φύσης ή ακόμη κι ότι δεν είναι απαραίτητο οι οδηγίες να αφορούν τον τόπο, χρόνο ή την τεχνική άσκηση της εργασίας του προστηθέντος, αλλά αρκεί μια χαλαρή έστω εξάρτηση, εν προκειμένω του ιατρού από την κλινική για να προσδώσει σε αυτήν το χαρακτηρισμό της προστήσασας [ΕφΑθ 1175/2019, ΕφΑθ 4964/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Α. Τσαλαπόρτας, «Ιατρική αμέλεια και προβληματισμοί αναφορικά με την αντιμετώπιση της αστικής ιατρικής ευθύνης από τα πολιτικά δικαστήρια της Ελλάδος», σε Ερευνητικό Δίκτυο Α.Π.Θ. (επιμ.), Ιατρική Ευθύνη από Αμέλεια (Αστική – Ποινική) – Ειδικά Θέματα Ιατρικού Δικαίου, εκδ. 2013, σελ. 13-14 και εκεί παραπομπές]. Στο πλαίσιο αυτό, η ευθύνη του επιχειρηματία της κλινικής από τη σχέση της πρόστησης με συνεργαζόμενο με την κλινική ιατρό, δημιουργείται από την αμελή συμπεριφορά του ιατρού τόσο κατά την παροχή του ιατρικού του έργου εντός της κλινικής όσο και εκτός αυτής, εφόσον πρόκειται για ιατρικές οδηγίες συναφείς και αμέσως συνεχόμενες με επέμβαση ή θεραπεία που προηγήθηκαν στο χώρο της κλινικής. Συνεπώς, η ευθύνη από την πρόστηση καλύπτει και το απόλυτα αναγκαίο στάδιο της αποθεραπείας, όπως είναι και το μετεγχειρητικό στάδιο χειρουργικής επέμβασης [ΑΠ 259/2021, ΑΠ 427/2015, ΑΠ 181/2011, ΕφΑθ 1972/2021, όλες σε TNΠ ΝΟΜΟΣ], υπό την προϋπόθεση όμως ότι μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να τελεσθεί χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για τη διάπραξή της. Δηλαδή, ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της θέσης του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) του παρείχε να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα τεθέντα στη διάθεσή του μέσα και γενικότερα όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης (ΑΠ 780/2019). Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και συνεπώς υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου η κρίση για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά, συνιστούν την έννοια της πρόστησης (AΠ 1343/2017, ΑΠ 427/2020 όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, “Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης”. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 10/2017 και 9/2015, ΑΠ 34/2022, ΑΠ 160/2021, ΑΠ 184/2021, ΑΠ 206/2021, ΑΠ 340/2021). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο – παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 29/2021, ΑΠ 864/2020, ΑΠ 265/2020, ΑΠ 747/2017).
Τέλος, μετά την κατάργηση της προδικαστικής περί αποδείξεων αποφάσεως από το Ν. 2915/2001 και τις τροποποιήσεις του Ν.4335/2015, η συμπλήρωση του αποδεικτικού υλικού με διαταγή αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης γινόταν μέσω του μηχανισμού της επανάληψης της συζητήσεως κατ`άρθρο 254 του ΚΠολΔ. Με το άρθρο 15 του Ν.4842/2021 καταργήθηκε η δυνατότητα του δικαστηρίου να εκδίδει μη οριστική απόφαση για επανάληψη της διαδικασίας κατά το άρθρο 254 του ΚΠολΔ προκειμένου να διεξαχθούν αποδείξεις και αντί για μια τέτοια (μη οριστική) απόφαση, το δικαστήριο θα εκδίδει απλή διάταξη απαλλαγμένη από οριστικές διατάξεις και αιτιολογίες. Ειδικότερα, σύμφωνα με το 237 § 8 του ΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν.4842/2021, προβλέπεται ότι το δικαστήριο δύναται να διατάξει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη με απλή διάταξη, που θα αναφέρει τον τόπο, τον χρόνο, τα ονόματα των πραγματογνωμόνων, το θέμα της πραγματογνωμοσύνης και την προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων, που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εξήντα (60) ημέρες, καθώς και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο. Η διάταξη του άρθρου 237§8 του ΚΠολΔ δεν μπορεί να περιέχει οριστική ή μη οριστική διάταξη που ρυθμίζει την ένδικη έννομη σχέση, διότι τούτη δεν αποτελεί δικαστική απόφαση ή εκτελεστό τίτλο εκδιδόμενο από δικαστή με την οποία ο τελευταίος δικαιοδοτεί. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι τι θα συμβεί αν από τη μελέτη του φακέλου μετά τη συζήτηση διαπιστώνεται άλλο αποδεικτικό έλλειμμα, όπως η αναγκαιότητα προσκομιδής εγγράφου ή τι θα συμβεί αν το δικαστήριο κρίνει ότι θέλει να αποφανθεί οριστικά ή προσωρινά για ορισμένα ζητήματα της ένδικης ενώπιον του υπόθεσης. Κατά την άποψη που υιοθετεί ως ορθότερη το παρόν Δικαστήριο, δεν μπορεί να αποκλειστεί η προσφυγή στη ρύθμιση του άρθρου 254 του ΚΠολΔ για την επανάληψη της συζήτησης, εφόσον το δικαστήριο κρίνει ότι απαιτείται η πραγματογνωμοσύνη προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό και το νόμω βάσιμο του ένδικου βοηθήματος ή ότι απαιτείται η προσκομιδή εγγράφων, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό με την πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 1055/2024, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 415/2022 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3809/2022 σε ΤΝΠ Sakkoulas και σε Π. Γιαννόπουλο, ό.π.. ΕλλΔ/νη 2022, σελ. 34, σημ 10) ή προκειμένου να περιλάβει η απόφαση και άλλες διατάξεις (οριστικές ή μη οριστικές), εφόσον δεν υφίσταται ρητά ρυθμισμένη διαδικαστική οδός για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων. Αυτή η συμπλήρωση του αποδεικτικού υλικού και η συμπερίληψη οριστικών ή μη οριστικών διατάξεων στην απόφαση που διατάσσει περαιτέρω αποδείξεις εντάσσεται τόσο στο γράμμα του 254 του ΚΠολΔ, που κάνει λόγο για «κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγησή» όσο και στην τελεολογία του άρθρου 254 του ΚΠολΔ που προτάσσει την ορθή έκδοση απόφασης παρά τη σχετική καθυστέρηση στη διαδικασία. Η θέση περί γενικής και απόλυτης κατάργησης της δυνατότητας έκδοσης μη οριστικής απόφασης δεν είναι αναντίρρητη ούτε με βάση την ιστορική διαδρομή ούτε με βάση το γράμμα και τον σκοπό του νόμου. Η διάταξη του άρθρου 254 του ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά το Ν.4842/2021, επανέρχεται στη γραμματική διατύπωση που είχε πριν τον Ν.2915/2001. Πλην, όμως, ακόμη και τότε γινόταν δεκτό σε νομολογία και θεωρία ότι είναι δυνατό να διαταχθεί περαιτέρω απόδειξη είτε μετά την έκδοση προδικαστικής απόφασης στην τακτική διαδικασία ή στις ειδικές διαδικασίες. Άλλωστε, εκ των οριζόμενων στην αιτιολογική έκθεση αναφορικά με το άρθρο 28 του Ν. 4842/2021, με το οποίο τροποποιήθηκε η παρ. 1 του άρθρου 524 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η θεσπιζόμενη παραπομπή στην παρ. 8 του άρθρου 237 του ΚΠολΔ έγινε προς το σκοπό διευκρίνισης ότι το Εφετείο μπορεί να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για την απόδειξη της βασιμότητας των λόγων της έφεσης, παρά την, κατά τα ανωτέρω, κατάργηση της σχετικής δυνατότητας με έκδοση μη οριστικής απόφασης κατ’ άρθρο 254 του ΚΠολΔ. Μόνη δε δυνατότητα να διαταχθεί τούτο από το Εφετείο είναι μέσω της επανάληψης της συζήτησης, κατ’ άρθρο 254 του ΚΠολΔ, στο οποίο και μετά την ανωτέρω τροποποίησή του, ορίζεται ότι αυτή διατάσσεται όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η δε μελέτη της υπόθεσης ή η διάσκεψη στο Εφετείο είναι στάδια που έπονται της συζήτησης στο ακροατήριο (ΕφΑθ 4471/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 368, 387 και 388 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος ή η διάταξη νέας ή επανάληψης ή συμπλήρωσης της αρχικής από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, και δεν ελέγχεται αναιρετικά, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία, κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο, κατά το άρθρο 368 παρ. 2 του ΚΠολΔ, κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές αλλά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες (ΑΠ 1062/2025, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 96/2019, ΑΠ 1025/2014, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 1009/2014, ΑΠ 1088/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών παραπονείται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους εφέσεως, ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και απέρριψε το αίτημα διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης από ιατρό που θα μπορούσε να βεβαιώσει με γενετική ταυτοποίηση με ανάλυση του DNA, ότι το βιολογικό υλικό που τηρεί η πρώτη εφεσίβλητη στην κλινική της ανήκει στον ίδιο και ότι πράγματι έλαβε χώρα η αφαίρεση της σκωληκοειδούς του απόφυσης κατά την ερευνητική λαπαροσκόπηση της 14ης-02-2014. Ότι στις 20-06-2022 εισήλθε στο …….., για να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, η οποία έλαβε χώρα στις 21-06-2022 από τον ιατρό- γενικό χειρουργό …………., κατά την οποία έγινε εκτομή του τελικού ειλεού/τυφλού και τοποθετήθηκε seton λόγω ύπαρξης περιεδρικού συριγγίου, ενώ το υλικό που αφαιρέθηκε δόθηκε για ιστολογική εξέταση και εν συνεχεία, σύμφωνα με την με αρ.πρωτ……/30-06-2022 ιστολογική εξέταση που διενεργήθηκε από το Α΄Εργαστήριο Παθολογικής Ανατομικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και υπογράφεται από τον ιατρό …………, διαπίστωσε ο ίδιος (εκκαλών) ότι ουδέποτε αφαιρέθηκε η σκωληκοειδής του απόφυση κατά την χειρουργική επέμβαση της 14ης-02-2014 από τον δεύτερο εφεσίβλητο, πλην όμως η εκκαλούμενη έλαβε εσφαλμένα υπόψη της την από 13-12-2023 βεβαίωση του ίδιου ως άνω ιατρού, σύμφωνα με την οποία, μετά από έλεγχο στο ιατρικό του αρχείο, διαπίστωσε ότι εκ παραδρομής ανεγράφη στην ανωτέρω ιστολογική εξέταση ότι παρασκευάσθηκε σε οπισθοτυφλική θέση η σκωληκοειδής απόφαση μήκους 5 εκ. και μέγιστης εγκάρσιας διαμέτρου 0,9 εκ., καθώς και την από 18-12-2023 ιατρική γνωμάτευση της Διευθύντριας του Παθολογοανατομικού Τμήματος του ανωτέρω θεραπευτηρίου, ………….., σύμφωνα με την οποία έγινε ιστολογική επανεξέταση και επαναξιολόγηση του βιολογικού υλικού του ενάγοντος από την οποία προέκυψε αφαίρεση σκωληκοειδούς απόφυσης. Προκειμένου, επομένως, να κριθεί αντικειμενικά αν πράγματι αφαιρέθηκε η σκωληκοειδής του απόφυση κατά το πρώτο χειρουργείο καθίσταται επιβεβλημένη η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι από τα ευρήματα των απεικονιστικών εξετάσεων που έλαβαν χώρα κατά την πρώτη νοσηλεία του στο νοσοκομείο ………….., τη λειτουργία και εκμετάλλευση του οποίου έχει αναλάβει η πρώτη εφεσίβλητη, οι θεράποντες ιατροί όφειλαν να είχαν διαγνώσει ότι δεν επρόκειτο για οξεία σκωληκοειδίτιδα αλλά «τελική ειλεΐτιδα» προκληθείσα από τη νόσο του Chron και η μόνη τυχόν εντοπισθείσα ήπια φλεγμονή μόνο στην απόληξη της σκωληκοειδούς απόφυσης, οφειλόταν στη φλεγμονή του τελικού ειλεού. Τούτο διότι κατά την εισαγωγή του στο ως άνω θεραπευτήριο, ανέφερε κοιλιακό άλγος από τριημέρου, εντοπιζόμενου περιομφαλικά και περιγραφόμενου ως συνεχούς με εξάρσεις και υφέσεις, πλην όμως στην περίπτωση σκωληκοειδίτιδας αρχικά μεν ο πόνος είναι διάχυτος πάνω ψηλά στην κοιλιά (επιγάστριο) και γύρω από τον ομφαλό, αλλά σύντομα, σε 6-12 ώρες, ο πόνος εγκαθίσταται στην περιοχή της σκωληκοειδούς απόφυσης και είναι απότομος και οξύς, ως εκ τούτου στην περίπτωσή του (εκκαλούντος), μετά από τριήμερο κοιλιακό άλγος, ο πόνος θα έπρεπε να εντοπίζεται αποκλειστικά και μόνο στο συγκεκριμένο σημείο, και να είναι οξύς, εάν όντως έπασχε από σκωληκοειδίτιδα, ενώ αγνοήθηκε παντελώς η αρχική διάγνωση της παιδιάτρου περί τελικής ειλεΐτιδας. Ότι και κατά τη δεύτερη νοσηλεία του την 1η-03-2014, σε διάστημα μόλις [20] ημερών από την προηγούμενη νοσηλεία του, όταν μετέβη στα εξωτερικά ιατρεία του ανωτέρω θεραπευτηρίου με οίδημα (πρήξιμο) στα γόνατα και κρίθηκε απαραίτητη η νοσηλεία του με αιτία εισαγωγής «πολυαρθραλγία», οι θεράποντες ιατροί δεν διενήργησαν τις απαραίτητες αιματολογικές, εργαστηριακές κ.α. εξετάσεις από τις οποίες, σε συνδυασμό με την χειρουργική επέμβαση που είχε υποβληθεί προ [20] ημερών, θα μπορούσαν να διαγνώσουν ευχερώς ότι πάσχει από τη νόσο του Chron. Αντίθετα, για πρώτη φορά και [5] σχεδόν έτη από την πρώτη νοσηλεία του και δη στις 31-10-2019 οπότε και προσήλθε για τρίτη φορά στο ανωτέρω θεραπευτήριο, υποβλήθηκε σε κλινικοεργαστηριακό έλεγχο προκειμένου να διερευνηθεί αν πάσχει από την ως άνω νόσο, από τον οποίο πράγματι διαπιστώθηκε ότι έπασχε από τη συγκεκριμένη νόσο. Ότι η καθυστέρηση στη διάγνωση της νόσου του Chron για πέντε έτη, είχε ως αποτέλεσμα να επεκταθεί η φλεγμονή που προκλήθηκε λόγω της νόσου στο έντερο και να εξαπλωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να κριθεί τελικώς απαραίτητη η αντιμετώπιση με χειρουργική επέμβαση τον Ιούνιο του έτους 2022, όπου αφαιρέθηκε τμήμα του ειλεού μήκους 28 εκ. και τυφλού εντέρου μήκους 4 εκ. μετά του περιεντερικού λιπώδους ιστού. Αιτείται δε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και από ιατρό γαστρεντερολόγο, προκειμένου να απαντήσει αν οι θεράποντες ιατροί μπορούσαν να διαγνώσουν ότι έπασχε από τη νόσο του Chron ήδη από το έτος 2014 με βάση τα αρχικά ευρήματα, επιπλέον, εάν έπρεπε να αφαιρεθεί η σκωληκοειδής του απόφυση ή όχι και εφόσον αφαιρέθηκε, τι συνέπειες είχε αυτή η ενέργεια στην πορεία της νόσου του και πώς επηρεάστηκε η υγεία του λόγω της μη έγκαιρης ορθής διάγνωσης. Από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους και ειδικότερα από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, των οποίων δεν απαιτείται ειδική μνεία στην παρούσα (ΟλΑΠ 848/1981 ΝοΒ 30.441, ΟλΑΠ 8/1987 ΝοΒ 1988.75, ΑΠ 867/2011, ΑΠ 187/2010, ΑΠ 1697/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς (ΑΠ 211/2006 ΝοΒ 54.849, ΑΠ 1659/2005 ΔΕΕ 2006.173, ΑΠ 250/2000 ΕλλΔ/νη 41.980) και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, την από 13-07-2023 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού γαστρεντερολόγου ……….., που εισφέρθηκε κατ’ άρθρο 390 του ΚΠολΔ από τον ενάγοντα, την προσκομιζόμενη μετ’επικλήσεως με αρ.πρωτ.ΔΣΠ_ΕΒ_……_…../02-02-2026 ένορκη βεβαίωση του …….. ενώπιον της Δικηγόρου Πειραιά ………., η οποία δόθηκε κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου του πριν από [2] τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κατ’άρθρο 422 του ΚΠολΔ (βλ. τις υπ’αριθμόν ..΄ και …΄/04-07-2025, ….΄/11-09-2025 και …..΄/04-07-2025 αντίστοιχα εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………), τις υπ’αριθμόν …/14-12-2023 και …../18-12-2023 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων …………… ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πειραιά ………, που προσκόμισε μετ’επικλήσεως ο δεύτερος εναγόμενος-ήδη δεύτερος εφεσίβλητος, οι οποίες δόθηκαν κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου του πριν από [2] τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κατ’άρθρο 422 του ΚΠολΔ (βλ. τις υπ’αριθμόν …/11-12-2023 και ……/13-12-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……….), καθώς και τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τις προτάσεις τους (άρθρο 261 του ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της παρούσας δίκης και συντελούν στη διάγνωση της βασιμότητας της ένδικης αγωγής, αφού από τα ανωτέρω ιατρικά πιστοποιητικά και τις μαρτυρικές καταθέσεις των εχόντων ειδικές προς τούτο γνώσεις ιατρών περί των ως άνω κρίσιμων γεγονότων, πράγματι δημιουργείται αμφιβολία ότι κατά την χειρουργική επέμβαση της 14ης-02-2014 αφαιρέθηκε η σκωληκοειδής απόφυση του ανήλικου τότε ενάγοντος από τον δεύτερο εναγόμενο, πολλώ δε μάλλον, σε περίπτωση που αυτή αφαιρέθηκε, αν ήταν ιατρικά επιβεβλημένο να αφαιρεθεί, ήτοι αν επρόκειτο για οξεία σκωληκοειδίτιδα (δεδομένου ότι στα ιατρικά πιστοποιητικά αναφέρεται ήπια φλεγμονή, καθώς και η διάγνωση της τελικής ειλεΐτιδας), καθώς και αν έπασχε ήδη από το έτος 2014 ο ενάγων από τη νόσο του Chron, με βάση τα αρχικά ευρήματα, την κλινική του εικόνα και το ιστορικό του (κοιλιακό άλγος από τριημέρου, εντοπιζόμενου περιομφαλικά και περιγραφόμενου ως συνεχούς με εξάρσεις και υφέσεις, διάγνωση «τελικής ειλεΐτιδας», οίδημα στα γόνατα), ήτοι αν τα αρχικά ευρήματα συνιστούσαν σαφείς ενδείξεις της νόσου και αν μπορούσε αυτή ευχερώς και με ποιες εξετάσεις να διαγνωστεί, και σε αυτή την περίπτωση, που πράγματι έπασχε από το έτος 2014 από τη νόσο του Chron, τι συνέπειες είχε η αφαίρεση τη σκωληκοειδούς του απόφυσης στην πορεία της νόσου του, αν η μη έγκαιρη διάγνωση είχε ως συνέπεια την επέκταση της φλεγμονής σε τέτοιο βαθμό ώστε να υποβληθεί εντέλει σε χειρουργική επέμβαση τον Ιούνιο του έτους 2022, εκτομής του τελικού ειλεού/ τυφλού και τοποθέτησης seton λόγω ύπαρξης περιεδρικού συριγγίου, αν η καθυστερημένη διάγνωση της νόσου μπορεί να επιβαρύνει την πορεία της και ακολούθως πώς επηρεάστηκε η υγεία του λόγω της μη έγκαιρης ορθής διάγνωσης και η ποιότητα της ζωής του και αν η μη έγκαιρη (για πέντε συναπτά έτη) διάγνωση επηρέασε το προσδόκιμο της ζωής του. Εξαιτίας των ανωτέρω και δεδομένου ότι για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης επί της ουσίας της υπόθεσης απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις της ιατρικής επιστήμης (άρθρο 368παρ.1 του ΚΠολΔ), το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης για την υπό κρίση υπόθεση και να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης της κατ` άρθρο 254 παρ. 1 του ΚΠολΔ, γενομένου δεκτού του αιτήματος που πρόβαλε με τους λόγους της ένδικης εφέσεως ο εκκαλών (αίτημα που είχε προβληθεί πρωτοδίκως και από την πρώτη εναγόμενη-ήδη πρώτη εφεσίβλητη) προκειμένου να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη με τη μέριμνα του επιμελέστερου των διαδίκων, και δη από ιατρό-παθολογοανατόμο, καθώς και από ιατρό χειρουργό, εκ των οποίων ο δεύτερος περιλαμβάνεται στον κατάλογο πραγματογνωμόνων, που τηρείται στο Δικαστήριο τούτο, ενώ ο πρώτος διορίστηκε εκτός καταλόγου ως πρόσωπο κατάλληλο για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, εφόσον στον ως άνω κατάλογο δεν περιέχονται ιατροί με την ανωτέρω ειδικότητα, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 368, 371, 372, 383 και 385 του ΚΠολΔ, οι οποίοι (πραγματογνώμονες), αφού δώσουν το νόμιμο όρκο του πραγματογνώμονα ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, σε δημόσια συνεδρίαση, μέσα σε προθεσμία δύο [2] μηνών από την κοινοποίηση σε αυτούς της παρούσας απόφασης, και στη συνέχεια αφού λάβουν υπόψη τους τα στοιχεία της δικογραφίας και κάθε άλλο στοιχείο, που οι διάδικοι θα προσκομίσουν σε αυτούς, θα αποφανθούν, με έγγραφη αιτιολογημένη γνωμοδότησή τους, η οποία θα κατατεθεί στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, μέσα σε προθεσμία εξήντα [60] ημερών οπό την όρκισή τους, σχετικά με τα ζητήματα που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας. Οι πραγματογνώμονες μπορούν να διατυπώσουν στην έγγραφη αιτιολογημένη γνωμοδότησή τους ο,τιδήποτε άλλο κρίνουν ότι συντελεί στη διάγνωση των τεθέντων στο ιστορικό και διατακτικό της παρούσας απόφασης ζητημάτων. Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται, ενόψει του ότι η απόφαση, με την οποία αναβάλλεται η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης, είναι μη οριστική (άρθρο 191 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 04-06-2025 (αριθ.εκθ.καταθ. ………../06-06-2025) έφεση, την από 18-06-2025 (αρ.εκθ.καταθ…………/18-06-2025) επικουρική έφεση και την από 17-12-2025 (αρ.εκθ.καταθ………./17-12-2025) επικουρική έφεση.
Απορρίπτει την κύρια έφεση ως προς την πέμπτη εφεσίβλητη.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας μεταξύ του εκκαλούντος και της πέμπτης εφεσίβλητης.
Δέχεται από τυπική άποψη, ως προς τους λοιπούς διαδίκους την κύρια έφεση, και τις επικουρικές εφέσεις.
Αναβάλλει κατά τα λοιπά την έκδοση της οριστικής του απόφασης.
Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης έτσι ώστε να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη, η οποία θα διεξαχθεί από πραγματογνώμονες ιατρούς, παθολογοανατόμο και χειρουργό αντίστοιχα, με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων.
Διορίζει πραγματογνώμονες από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων, που τηρείται στο Δικαστήριο αυτό, τον ιατρό-παθολογοανατόμο, …………., Δ/ντή Παθολογοανατομικού ……….., υπεύθυνο μονάδας μοριακής ιστοπαθολογίας, τηλ. …., και τον ιατρό χειρουργό …………….., οι οποίοι, αφού δώσουν το νόμιμο όρκο του πραγματογνώμονα ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, σε δημόσια συνεδρίαση, μέσα σε προθεσμία δύο [2] μηνών από την κοινοποίηση σε αυτούς της παρούσας απόφασης και στη συνέχεια αφού λάβουν υπόψη τους όλα τα στοιχεία της δικογραφίας και κάθε άλλο στοιχείο, που οι διάδικοι θα προσκομίσουν σε αυτούς, θα αποφανθούν, με έγγραφη αιτιολογημένη γνωμοδότηση ο καθένας, η οποία θα κατατεθεί στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού, μέσα σε προθεσμία εξήντα [60] ημερών από την όρκισή τους, για τα ακόλουθα ζητήματα: α] ο ιατρός παθολογοανατόμος, αφού εξετάσει το δείγμα του βιολογικού υλικού από τη χειρουργική επέμβαση της 14ης-02-2014 στην οποία υποβλήθηκε ο ανήλικος τότε ενάγων από τον δεύτερο εναγόμενο, και διατηρείται σε κύβο παραφίνης στο ιδιωτικό θεραπευτήριο …………… (κατόπιν γενετικής ταυτοποίησης με ανάλυση του DNA ότι πράγματι το τηρούμενο βιολογικό υλικό ανήκει στον ενάγοντα), τη λειτουργία και εκμετάλλευση του οποίου έχει η πρώτη εναγόμενη, να αποφανθεί αν σε αυτό υπάρχει σκωληκοειδής απόφυση (με συγκεκριμένη περιγραφή αν είναι δυνατόν ως προς τις διαστάσεις της) και β] ο ιατρός γαστρεντερολόγος, να αποφανθεί 1] σε περίπτωση που αφαιρέθηκε η σκωληκοειδής απόφυση του ανήλικου τότε ενάγοντος από τον δεύτερο εναγόμενο κατά τη χειρουργική επέμβαση της 14ης-02-2014, αν ήταν ιατρικά επιβεβλημένο αυτή να αφαιρεθεί, ήτοι αν επρόκειτο για οξεία σκωληκοειδίτιδα, δεδομένου ότι στα ιατρικά πιστοποιητικά αναφέρεται ήπια φλεγμονή μόνο στην απόληψη της σκωληκοειδούς απόφυσης, ή αν έπασχε μόνο από τελική ειλεΐτιδα στην οποία οφειλόταν η ήπια φλεγμονή στην απόληξη της σκωληκοειδούς απόφυσης, 2] αν ο ενάγων έπασχε ήδη από το έτος 2014 από τη νόσο του Chron, με βάση τα αρχικά ευρήματα, την κλινική του εικόνα και το ιστορικό του (κοιλιακό άλγος από τριημέρου, εντοπιζόμενου περιομφαλικά και περιγραφόμενου ως συνεχούς με εξάρσεις και υφέσεις, διάγνωση «τελικής ειλεΐτιδας», οίδημα στα γόνατα), ήτοι αν τα αρχικά ευρήματα συνιστούσαν σαφείς ενδείξεις της νόσου του Chron, και αν μπορούσε αυτή ευχερώς και με ποιες περαιτέρω εξετάσεις να επιβεβαιωθεί, 3] σε αυτή την περίπτωση, που πράγματι έπασχε από το έτος 2014 από τη νόσο του Chron, τι συνέπειες είχε η αφαίρεση τη σκωληκοειδούς του απόφυσης στην πορεία της νόσου του, 4] αν η μη έγκαιρη διάγνωση της νόσου του Chron είχε ως συνέπεια την επέκταση της φλεγμονής σε τέτοιο βαθμό ώστε να υποβληθεί εντέλει σε χειρουργική επέμβαση τον Ιούνιο του έτους 2022, εκτομής του τελικού ειλεού/ τυφλού και τοποθέτησης seton λόγω ύπαρξης περιεδρικού συριγγίου και 5] αν η καθυστερημένη διάγνωση της νόσου μπορεί να επιβαρύνει την πορεία της και ακολούθως πώς επηρεάστηκε η υγεία του ενάγοντος λόγω της μη έγκαιρης ορθής διάγνωσης, καθώς και η ποιότητα της ζωής του και αν η μη έγκαιρη (για πέντε συναπτά έτη) διάγνωση επηρέασε το προσδόκιμο της ζωής του. Οι πραγματογνώμονες μπορούν να διατυπώσουν στην έγγραφη γνωμοδότησή τους ο καθένας ο,τιδήποτε άλλο κρίνουν ότι συντελεί στη διάγνωση των τεθέντων στο ιστορικό της παρούσας απόφασης ζητημάτων.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, παρουσία και της Γραμματέως στις 9.6.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ