Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 351/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ   ΠΕΙΡΑΙΑ

Αριθμός  351/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

2ο  Τμήμα

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Ι. Παπαδοπούλου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιά και τη Γραμματέα Σ.Φ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις   ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αιτούντος την αναψηλάφηση: ……………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Θεοδωροπούλου (ΑΜ/ΔΣΠ …………), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των καθ’ων την αίτηση αναψηλάφησης: 1. ……………, στερούμενου ελληνικού αριθμού φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) και 2.  ……………. στερούμενου ελληνικού αριθμού φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία-Αγγελική Τσοκαΐτη  (ΑΜ/ΔΣΑ …). μέλος της δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία «Αθανασιάδης-Γκενεράλης Δικηγορική Εταιρία» (ΑΜ/ΔΣΑ ……).

Οι ενάγοντες- άλλοτε εφεσίβλητοι και ήδη καθ’ων η αίτηση αναψηλάφησης άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 25-11-2019 (αρ.εκθ.καταθ…./…../11-12-2019) αγωγή τους, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν δυνάμει της 767/2021 οριστικής απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου. Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος- άλλοτε εκκαλών και ήδη αιτών την αναψηλάφηση άσκησε την από 08-10-2021 (αρ.εκθ.καταθ…./ …./ 08-10-2021) έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 85/2025 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου που την έκανε δεκτή κατ’ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την ως άνω αγωγή, την οποία έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν. Ήδη, ο εναγόμενος- άλλοτε εκκαλών και ήδη αιτών την αναψηλάφηση άσκησε την από 27-06-2025 (αρ.εκθ.καταθ……./30-06-2025) αίτηση αναψηλάφησης που προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων. Η πληρεξούσια δικηγόρος του αιτούντος την αναψηλάφηση δεν παραστάθηκε  στο  ακροατήριο   αλλά   προκατέθεσε    έγγραφες προτάσεις  και με σχετική δήλωσή της, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, δήλωσε ότι συμφωνεί  να συζητηθεί η αίτηση αναψηλάφησης χωρίς να παρασταθεί, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος των καθ’ων η αίτηση αναψηλάφησης  παραστάθηκε όπως μνημονεύεται ανωτέρω, κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, στις οποίες αναφέρθηκε και ζήτησε όσα σε αυτές εκτίθενται.

ΑΦΟΥ   ΜΕΛΕΤΗΣΕ  ΤΗ   ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ  ΣΥΜΦΩΝΑ  ΜΕ  ΤΟ  ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 544 αρ. 7 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 31  του Ν. 4842/2021, αναψηλάφηση επιτρέπεται, αν ο διάδικος που τη ζητεί βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει ισχυρισμός που προβλήθηκε ή που δεν μπορούσε να προβληθεί και τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως  από  ανώτερη βία ή  γιατί τα κατακράτησε ο αντίδικός του  ή  τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το νέο έγγραφο που βρήκε ή έλαβε στην κατοχή του ο αιτών την αναψηλάφηση, για να μπορεί να υποστηρίξει την αίτησή του, πρέπει: α) να υπήρχε κατά το χρόνο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή δεν αρκούν έγγραφα που συντάχθηκαν μετά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης με αναψηλάφηση απόφασης, εκτός αν, κατ` εξαίρεση, προκύπτει από το περιεχόμενό τους η ύπαρξη και το περιεχόμενο άλλου κρίσιμου εγγράφου, που είχε εκδοθεί πριν από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, του οποίου, όμως, η έγκαιρη προσκόμιση δεν ήταν δυνατή για έναν από τους λόγους που ορίζονται στην ανωτέρω διάταξη, β) να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι, από το έγγραφο αυτό προκύπτει απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού, που προβλήθηκε ή που δεν μπορούσε να προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, στην παραδοχή ή μη του οποίου στηρίζεται το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να καθίσταται εμφανές ότι, αν τούτο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, θα οδηγούσε σε διαφορετική επί της ουσίας κρίση της υπόθεσης υπέρ αυτού που ζητεί την αναψηλάφηση, δηλαδή μόνον όταν η αποδεικτική ισχύς του νέου αποδεικτικού εγγράφου είναι τόσο ισχυρή (αποφασιστική), ώστε να καθιστά οφθαλμοφανές το σφάλμα της απόφασης και να κλονίζει πλήρως τα θεμέλιά της, πρέπει δε ο αιτών την αναψηλάφηση να προσδιορίζει ποια πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται αμέσως από το έγγραφο αυτό και να αναφέρει ότι επικαλέστηκε τα περιστατικά αυτά προς θεμελίωση είτε της αγωγής, είτε αυτοτελούς ισχυρισμού προς αντίκρουσή της, ή ότι δεν μπορούσε, λόγω της έλλειψης του εγγράφου ή της άγνοιάς του περί την ύπαρξή του, να προβάλει το σχετικό ισχυρισμό και γ) η μη έγκαιρη προσκόμισή του να οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε κατακράτησή του από τον αντίδικο του αιτούντος ή από τρίτο, σε συνεννόηση με τον τελευταίο. Ανώτερη βία είναι κάθε απρόβλεπτο, εξωτερικό γεγονός, το οποίο, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, στο χώρο δε του δικονομικού δικαίου, τέτοιο γεγονός συνιστά και η ανυπαίτια άγνοια της ύπαρξης κρίσιμων εγγράφων, από την οποία άγνοια, συνακόλουθα, ανακύπτει και αδυναμία έγκαιρης προσκόμισής τους στη δίκη. Δεν αποτελεί ανώτερη βία το γεγονός ότι ο διάδικος από δική του προηγηθείσα ενέργεια δεν μπόρεσε να βρει εγκαίρως το έγγραφο. Ενόψει των ανωτέρω, συνάγεται ότι έγγραφα, ικανά να στηρίξουν τον ως άνω λόγο αναψηλάφησης, είναι αυτά από τα οποία προκύπτει άμεση και πλήρης απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού και, ως τέτοια, νοείται αυτή που δημιουργεί στο δικαστήριο, χωρίς ίχνος αμφιβολίας, δικανική πεποίθηση, σύμφωνα με τους περί αποδείξεως κανόνες του ΚΠολΔ. Επομένως, δεν είναι κρίσιμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, εκείνα τα έγγραφα που μπορούν απλώς να χρησιμεύσουν ως αρχή έγγραφης απόδειξης ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 675/2024, ΑΠ 1723/2023, ΑΠ 1884/2022, ΑΠ 112/2022, ΑΠ 103/2018, ΑΠ 1169/2017). Για να είναι ορισμένο το δικόγραφο της αίτησης αναψηλάφησης, που στηρίζεται στον με αρ. 7 λόγο του άρθρου 544 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθενται σε αυτό όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία. Ειδικότερα, για να κριθεί αν το νέο έγγραφο είναι κρίσιμο, πρέπει να αναφέρονται στην αίτηση: α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύονται αμέσως και πλήρως από το έγγραφο αυτό και β) ότι είχε ο αιτών επικαλεσθεί τα περιστατικά αυτά προς θεμελίωση, είτε της αγωγής, είτε αυτοτελούς ισχυρισμού προς αντίκρουση εκείνης, και περαιτέρω να προσδιορίζονται τα γεγονότα που κατά τον αιτούντα συνιστούν ανώτερη βία. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν εκτίθενται στο δικόγραφο τα περιστατικά ή τα γεγονότα που επικαλείται ο αιτών ότι αποτελούν ανώτερη βία, η αίτηση αναψηλάφησης είναι απαράδεκτη (ΑΠ 675/2024, ΑΠ 25/2022). Εξάλλου, ως άμεση χαρακτηρίζεται η απόδειξη, όταν το αποδεικτικό μέσο παρέχει ευθέως πληροφορίες για το αποδεικτέο γεγονός, ενώ η απόδειξη είναι έμμεση, όταν η δικαστική κρίση για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος συνάγεται συμπερασματικώς από την απόδειξη άλλων γεγονότων. Το ζήτημα, εξάλλου, αν το νέο έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο, υπό την προεκτεθείσα έννοια, ως αναγόμενο σε πραγματικό γεγονός, εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου, που δικάζει την αίτηση αναψηλάφησης, απορρέει από την εκτίμηση αυτού τούτου του περιεχομένου του εγγράφου και, συνακόλουθα, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 1856/2025, AΠ 1005/2025, ΑΠ 1342/2025, ΑΠ 1723/2023, Α.Π 1884/2022 Α.Π. 721/2014, Α.Π. 474/2011, Α.Π. 1041/2003). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 545 παρ. 1 και 4 του ΚΠολΔ, η προθεσμία της αναψηλάφησης, αν εκείνος που τη ζητεί με αίτησή του διαμένει στην Ελλάδα, είναι εξήντα (60) ημερών και αρχίζει να τρέχει  από  το  χρόνο  επίδοσης   της προσβαλλόμενης απόφασης,  στην περίπτωση, όμως, που ο αιτών επικαλείται ως λόγο αναψηλάφησης ότι πληροφορήθηκε μετά τη δημοσίευση της απόφασης την ύπαρξη νέων κρίσιμων εγγράφων (άρθρο 544 αριθμός 7 του  ΚΠολΔ), διαφοροποιείται η έναρξη της προθεσμίας, η οποία έχει αρχίσει με την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και αυτή αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 545 παρ. 3 στοιχείο ε΄του ΚΠολΔ, από την ημέρα που ο αιτών έμαθε ότι υπάρχουν νέα κρίσιμα έγγραφα (ΑΠ 101/2005, ΕφΛαμ 26/2015, ΕφΔωδ 144/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), η δε εν λόγω προθεσμία δεν αρχίζει αν δεν επιδοθεί προηγουμένως η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλιώς αυτή αρχίζει, κατ’ άρθρο 545 παρ. 4 του ΚΠολΔ, από την επίδοση και το αμετάκλητο ή τη γνώση των κρίσιμων εγγράφων ή της απόφασης που ανατράπηκε. Αν, τέλος, περάσει άπρακτη η ανωτέρω προθεσμία, τότε η αναψηλάφηση είναι απαράδεκτη, του εν λόγω απαραδέκτου λαμβανομένου υπ’ όψιν από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως κατ’ άρθρο 532 του ΚΠολΔ, το οποίο κατ’ άρθρο 548 του ιδίου Κώδικα, εφαρμόζεται και στη δίκη της αναψηλάφησης (ΑΠ 606/1990, ΕφΔωδ 144/2008, ΕφΑθ 5189/2000 ΑρχΝομ 2001/1999, ΕφΑθ 2090/1996 ΕλλΔικ 38/1602, ΕφΘεσ 46/1990 ΕλλΔικ 33/1219). Εξάλλου, για το ορισμένο της αίτησης αναψηλάφησης, ως προς το στοιχείο της τήρησης της επιβαλλόμενης προθεσμίας ασκήσεώς της, πρέπει να εκτίθενται σ’ αυτήν ο ακριβής χρόνος, κατά τον οποίο υπήρξε γνώση του κρίσιμου εγγράφου και η επίδοση ή όχι της προσβαλλόμενης απόφασης (ΕφΠειρ 82/2021, ΕφΑθ 1109/2018, ΕφΘεσ 910/2016, ΕφΔυτΜακ 84/2014, ΕφΠατρ 427/2011 όλες δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών εκθέτει στην ένδικη αίτηση αναψηλάφησης ότι το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε την 85/2025 απόφασή του επί της από 08-10-2021 (αρ.εκθ.καταθ……………./2021) εφέσεώς του κατά των εφεσίβλητων – ήδη καθ’ων η αίτηση αναψηλάφησης, την οποία (απόφαση) επισυνάπτει στο δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναψηλάφησης και η οποία έκανε δεκτή κατ’ουσίαν την έφεσή του, εξαφάνισε την εκκαλουμένη 767/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κράτησε και δίκασε κατ’ουσίαν την αγωγή των αντιδίκων του, την οποία έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν, υποχρεώνοντάς τον να τους καταβάλλει το ποσό των [27.668] ευρώ, ισομερώς στον καθένα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας α] ως προς το ποσό των [18.153,88] ευρώ από τις 30-03-2019 και β] ως προς το ποσό των [9.514,12] ευρώ από την επίδοση της αγωγής. Περαιτέρω εκθέτει ότι βρίσκεται στην κατοχή του πλήρες φωτογραφικό υλικό, το οποίο επισυνάπτει στην ένδικη αίτηση αναψηλάφησης, από το οποίο γίνεται εμφανώς αντιληπτό ότι το επίδικο όχημα που πώλησε στους αντιδίκους του αποτελεί ένα ρετρό μίνι βαν, το οποίο χρησιμοποιείται σε κοινωνικές και λοιπές εκδηλώσεις ως μίνι μπαρ, αφού είναι κομμένο στη μία του πλευρά αλλά και στην οροφή, οι δε ως άνω φωτογραφίες είχαν αναρτηθεί στην αγγελία προς πώληση του ως άνω οχήματος και δη στην ιστοσελίδα «car.gr», την οποία επιφυλάχθηκε να προσκομίσει κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης. Επιπλέον, εκθέτει ότι οι αντίδικοί του γνώριζαν αυτή τη μοναδική ιδιότητα του επίδικου οχήματος εξ αρχής, είχαν δε γνώση ότι ουδέποτε προοριζόταν για λειτουργική αλλά μόνο για αισθητική χρήση, καθώς και ότι ο λόγος που δεν είχε στην κατοχή του αυτά τα έγγραφα είναι ότι ουδέποτε είχε την ιδιότητα του πωλητή, αφού το όνομά του χρησιμοποιήθηκε για λογαριασμό τρίτου προσώπου, ο οποίος και φέρει την αποκλειστική ευθύνη. Τέλος, εκθέτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του επιδόθηκε στις 30-04-2025. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά ζητούσε να γίνει δεκτή η αίτησή του, να εξαφανιστεί η ως άνω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, προκειμένου να γίνει δεκτή η έφεσή του και να απορριφθεί εν όλω η αγωγή των αντιδίκων του, ενώ με τις προτάσεις του ζητεί την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης με ή χωρίς εγγύηση. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αίτηση παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρο 21 του ΚΠολΔ). Πλην όμως, η ένδικη αίτηση αναψηλάφησης, για το παραδεκτό της οποίας ο αιτών κατέβαλε  το προσήκον  e παράβολο του Δημοσίου,  με αριθμό ………..,  ποσού 500  ευρώ, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Γ  περ. β΄ του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, τούτο διότι, ως προς το στοιχείο της τήρησης της επιβαλλόμενης προθεσμίας ασκήσεώς της, δεν αναφέρεται ο ακριβής χρόνος κατά τον οποίο ο αιτών έλαβε γνώση των εν λόγω φωτογραφιών που υποστηρίζει ότι συνιστούν κρίσιμα έγγραφα, προκειμένου να κριθεί το εμπρόθεσμό ή μη της άσκησής της, καθώς, όπως ελέχθη και στην πιο πάνω νομική σκέψη, στην περίπτωση που ο αιτών επικαλείται ως λόγο αναψηλάφησης  την ύπαρξη νέων κρίσιμων εγγράφων (άρθρο 544 αριθμός 7 του  ΚΠολΔ), όπως εν προκειμένω, διαφοροποιείται η έναρξη της προθεσμίας, η οποία έχει αρχίσει με την επίδοση της προσβαλλόμενης  απόφασης  και  αυτή  αρχίζει,  σύμφωνα  με το άρθρο  545  παρ. 3 στοιχείο ε΄ του ΚΠολΔ, από την ημέρα που ο αιτών έμαθε ότι υπάρχουν νέα κρίσιμα έγγραφα. Ακόμη όμως και αν θεωρηθεί εμπρόθεσμη η αίτηση αναψηλάφησης, αφού σε κάθε περίπτωση  ασκήθηκε εντός προθεσμίας  [60]  ημερών  από την επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία του επιδόθηκε στις 30-04-2025, ενώ η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 30-06-2025, η ένδικη αίτηση αναψηλάφησης είναι αόριστη και εντεύθεν απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού ο αιτών δεν επικαλείται ανωτέρα βία ή παρακράτηση από τους αντιδίκους του ή από τρίτο σε συνεννόηση με τους τελευταίους, για την μη έγκαιρη προσκόμιση των ως άνω κρίσιμων κατά τους ισχυρισμούς του εγγράφων. Ειδικότερα, δεν επικαλείται ότι οι εν λόγω φωτογραφίες, που απεικονίζουν το επίδικο όχημα, οι οποίες δεν φέρουν ημερομηνία λήψης, περιήλθαν στην κατοχή του μετά την έκδοση της απόφασης από λόγο ανωτέρας βίας, ήτοι ότι δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως τα «νέα έγγραφα» λόγω απρόβλεπτου εξωτερικού γεγονότος, το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ούτε επικαλείται άγνοια αυτών από την οποία συνακόλουθα ανακύπτει και αδυναμία έγκαιρης προσκόμισής τους στη δίκη. Αντίθετα επικαλείται αορίστως ότι δεν προσκόμισε τις εν λόγω φωτογραφίες διότι δεν είχε την ιδιότητα του πωλητή αλλά το όνομά του χρησιμοποιήθηκε για λογαριασμό «τρίτου», ισχυρισμός που όμως έχει κριθεί αβάσιμος κατ’ουσίαν από την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν αναφέρει πότε έλαβε γνώση της ύπαρξης των. Δέον όπως λεχθεί ότι από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι δεν προσκομίζει την αγγελία του επικαλούμενου τρίτου πωλητή στην ιστοσελίδα «car.gr», όπως επιφυλάχθηκε να πράξει στην ένδικη αίτησή του,  καθώς και ότι οι αντίδικοί του είχαν ήδη προσκομίσει τις εν λόγω φωτογραφίες τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ως εκ τούτου τα επικαλούμενα «κρίσιμα έγγραφα» δεν είναι νέα κατά την έννοια του νόμου. Επίσης, πρέπει να επισημανθεί ότι ο κρίσιμος ισχυρισμός του αιτούντος ότι το επίδικο όχημα προοριζόταν μόνο για αισθητική και όχι για λειτουργική χρήση, γεγονός που γνώριζαν οι αντίδικοί του όταν το αγόρασαν, ουδόλως αποδεικνύεται από τις επίδικες φωτογραφίες, καθώς αυτές δεν δύνανται να αποδείξουν  πλήρως και αμέσως ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό ικανό να ανατρέψει τη δικανική κρίση, χωρίς συσχέτιση με άλλα αποδεικτικά μέσα, ώστε να αποτελούν «κρίσιμα έγγραφα» με την έννοια που αναφέρθηκε στην παραπάνω νομική σκέψη, ικανά να στηρίξουν την κρινόμενη αίτηση, καθότι από τις φωτογραφίες αυτές ουδόλως προκύπτει με βεβαιότητα το ανωτέρω ζήτημα, πολλώ δε μάλλον η γνώση των καθ’ων η αίτηση περί αυτού και η εκ μέρους τους αποδοχή του, καθώς και η μη ύπαρξη σχετικής μεταξύ τους συμφωνίας περί την εκ μέρους του επισκευή του εν λόγω οχήματος, προκειμένου να λειτουργήσει και να κυκλοφορήσει με ασφάλεια και συνεπώς δεν μπορεί να αποδειχθεί ο εν λόγω ισχυρισμός του αιτούντος και συνακόλουθα ότι λόγω των ανωτέρω, ουδέν οφείλει στους αντιδίκους του-αγοραστές του επίδικου οχήματος, για την επισκευή του. Ως εκ τούτου, οι επίδικες φωτογραφίες  θα μπορούσαν  να χρησιμεύσουν είτε ως αρχή έγγραφης απόδειξης είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αυτό όμως δεν αρκεί για την επίκληση του επίδικου λόγου αναψηλάφησης του άρθρου 544 αρ. 7 του ΚΠολΔ αφού απαιτείται, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην πιο νομική σκέψη να προκύπτει άμεσα και αναμφίβολα ο  ισχυρισμός του αιτούντα ότι το όχημα πωλήθηκε μόνο για αισθητικούς και όχι για λειτουργικούς λόγους και ότι οι καθ’ων η αίτηση το γνώριζαν  και το αποδέχθηκαν, καθώς και η ανυπαρξία διαφορετικής μεταξύ τους συμφωνίας και ως εκ τούτου ότι ουδέν τους οφείλει για την επισκευή του προκειμένου να καταστεί αυτό λειτουργικό,  ώστε να καθίσταται προφανές ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα ήταν δυνατή η έκδοση διαφορετικής αποφάσεως υπέρ του αιτούντος την αναψηλάφηση, εάν οι εν λόγω φωτογραφίες είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου (οι οποίες σε κάθε περίπτωση είχαν προσκομιστεί μετ’επικλήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αλλά και του πρωτοβάθμιου, από τους αντιδίκους του, όπως ελέχθη ανωτέρω).

Κατ’ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναψηλάφησης απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και συνακόλουθα το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης τυγχάνει απορριπτέο ως άνευ αντικειμένου.   Το αίτημα που πρόβαλαν οι καθ’ων η αίτηση αναψηλάφησης με τις προτάσεις τους, περί επιβολής χρηματικής ποινής τάξης του άρθρου 205 του ΚΠολΔ, ύψους [2.500] ευρώ στον αιτούντα, τυγχάνει αβάσιμο και απορριπτέο καθώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του ανωτέρω άρθρου. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του σχετικού παράβολου, που ο αιτών προκατέβαλε κατά την κατάθεση της αιτήσεως αναψηλάφησης  (άρθρο 509 παρ. 1 εδ.β` του ΚΠολΔ). Τέλος,  τα δικαστικά έξοδα των καθ’ων η αίτηση αναψηλάφησης πρέπει, κατόπιν σχετικού νόμιμου αιτήματός τους, να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος ως προς το εξεταζόμενο ένδικο μέσο της  αιτήσεως αναψηλάφησης (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) .

ΓΙΑ   ΤΟΥΣ   ΛΟΓΟΥΣ   ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 27-06-2025 (αρ.εκθ.καταθ………../ 30-06-2025) αίτηση αναψηλάφησης  κατά της 85/2025 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου.

Απορρίπτει την αίτηση αναψηλάφησης και το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης.

Διατάσσει την εισαγωγή του με κωδικό αριθμό …….. e παράβολου του Δημοσίου, που κατατέθηκε από τον αιτούντα κατά την κατάθεση της ένδικης αίτησης αναψηλάφησης, στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα των καθ’ων  η αίτηση αναψηλάφησης, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων [700] ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους,  παρουσία  και  της γραμματέως  στις  12.5.2026

        Η   ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                   Η   ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ