ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αριθμός 419/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
2ο Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Ι. Παπαδοπούλου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιά και τη Γραμματέα Σ.Φ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του εκκαλούντος: ………………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρου του Δημήτριο Φούτση (ΑΜ/ΔΣΑ …..), μέλος της ΔΕ «Φούτσης και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία» (ΑΜ/ΔΣΑ ….), με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης: ………………., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άρτεμις Κοντολέφα (ΑΜ/ΔΣΠ ……).
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε σε βάρος του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος την από 27-03-2023 (αριθμ.εκθ.καταθ……………/28-03-2023) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή. Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αφού δίκασε την αγωγή αντιμωλία των διαδίκων με την τακτική διαδικασία, με την 2408/2025 οριστική απόφασή του, αφού την έκρινε παραδεκτή και νόμιμη, την έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν.
Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την από 17-06-2025 (αρ.εκθ.καταθ. …………../18-06-2025) έφεσή του, η συζήτηση της προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, προσέβαλε την απόφαση αυτή.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις και με σχετική δήλωσή του, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, δήλωσε ότι συμφωνεί να συζητηθεί η έφεση χωρίς να παρασταθεί, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης παραστάθηκε στο ακροατήριο όπως μνημονεύεται ανωτέρω, κατέθεσε έγγραφες προτάσεις στις οποίες αναφέρθηκε και ζήτησε όσα σε αυτές εκτίθενται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 του ΚΠολΔ, φέρεται προς συζήτηση η από 17-06-2025 (αρ.εκθ.καταθ. …………./18-06-2025) έφεση κατά της 2408/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία την από 27-03-2023 (αριθμ.εκθ.καταθ……………./28-03-2023) αγωγή της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης. Έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 εδ. α΄ στοιχ. β’, 516 παρ. 1, 517 εδ. α’, 518 παρ.1 σε συνδ. με άρθρα 144 επ., καθώς και 520 παρ.1 του ΚΠολΔ, μέσα στη τριακονθήμερη προθεσμία, που προβλέπει το άρθρο 518 παρ.1 εδ.α’ του ΚΠολΔ, εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στον εναγόμενο-ήδη εκκαλούντα στις 17-06-2025 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 18-06-2025. Περαιτέρω, για το παραδεκτό της έχει καταβληθεί από τον εκκαλούντα το προσήκον e παράβολο του Δημοσίου, με αριθμό ……./2025, ποσού 100 ευρώ, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α περ. β΄ του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και από τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του Ν. 4446/2016 και το άρθρο 22 του Ν.5134/2024 (ΦΕΚ Α΄146), που ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ.1 του ίδιου νόμου από 16-09-2024. Πρέπει, επομένως, η ένδικη έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, ήτοι ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτούς (άρθρο 522 του ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία.
Στην ένδικη αγωγή η ενάγουσα εξέθετε ότι με τον εναγόμενο τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 03-05-1981 κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν δύο θυγατέρες, ήδη ενήλικες. Ότι αυτή ήταν πτυχιούχος ΚΑΤΕΕ τμήματος πολιτικών μηχανικών κατεύθυνσης δομικών έργων και εργαζόταν ήδη από το έτος 1978, ενώ ο εναγόμενος ήταν υπαξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και στον εκτός υπηρεσίας του χρόνο απασχολείτο περιστασιακά σε ξυλουργικές εργασίες, πλην όμως μετά το γάμο τους και κατόπιν κοινής τους απόφασης αυτή σταμάτησε να εργάζεται απασχολούμενη με την ανατροφή των τέκνων τους. Ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους ανήγειραν την οικία τους σε οικόπεδο που αγόρασαν στην ……. Αττικής, αλλά και τις αναφερόμενες εκεί (αγωγή) οικοδομές, καταβάλλοντας αμφότεροι εργασία, αφενός μεν η ίδια (ενάγουσα) με την προρρηθείσα ειδικότητά της, εκδίδοντας άδειες είτε στο όνομά της, είτε σε συνεργασία με συναδέλφους της, επιβλέποντας τις εργασίες αλλά και με τη βοήθεια του πατέρα της ως εργολάβου οικοδομών και με οικονομική ενίσχυση από τον ίδιο και άλλους συγγενείς τόσο με δωρεές όσο και με δάνεια, αφετέρου του εναγόμενου με τα έσοδά του από την εργασία του, ως ……. του ……, αλλά και την εργασία του σε ξυλουργείο, τον εξοπλισμό του οποίου αγόρασαν με χρήματα που της είχε δωρίσει ο πατέρας της και στο οποίο εργάζονταν αμφότεροι. Ότι κάποια από τα ακίνητα που απέκτησαν και στα οποία ανέγειραν πολυώροφες οικοδομές, πωλήθηκαν ώστε με μέρος των χρημάτων να καλυφθούν έξοδα και δανειακές υποχρεώσεις, ενώ κάποια άλλα μεταβιβάστηκαν στις θυγατέρες τους όταν είχαν ολοκληρώσει τις σπουδές τους ως πολιτικές μηχανικοί και άρχισαν να εργάζονται. Ότι με τον εναγόμενο ποτέ δεν διαχώρισαν τα οικονομικά τους, διατηρώντας πάντα κοινό ταμείο από την αρχή του κοινού τους βίου, επικαλούμενη ειδικότερα ενδεικτικά, μεταξύ άλλων, ότι παρότι το πρώτο οικόπεδό τους αγοράστηκε με χρήματα αποκλειστικά δικά της από δωρεά του πατέρα της, αποκτήθηκε κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου με τον εναγόμενο στο οποίο και εισέρρεαν τα έσοδα από όλες τις προσοδοφόρες δραστηριότητές τους ως άνω, εφόσον η δική της εργασία ήταν άδηλη, η δε οικονομική τους δραστηριότητα τερματίστηκε το έτος 2011 λόγω της οικονομικής κρίσης. Ότι εν τω μεταξύ ο εναγόμενος είχε συνταξιοδοτηθεί από το έτος 2004 και έλαβε εφάπαξ περίπου 95.000€, το οποίο τοποθετήθηκε σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό καταθέσεων στο ΤΠΔ, με μέρος από τα υπόλοιπα κοινά τους χρήματα σε προθεσμιακή κατάθεση, στον οποίο ως συνδικαιούχοι ορίστηκαν τυπικά χωρίς να έχει προηγηθεί συνεισφορά τους στην αποταμίευση και οι θυγατέρες τους για περίπτωση ανάγκης. Ότι μεταξύ άλλων, παράλληλα, αυτή είχε λάβει δωρεά ύψους 50.000€ από τους γονείς της, αλλά και μετά το θάνατό τους τα υπόλοιπα των τραπεζικών τους λογαριασμών στους οποίους είχε ορισθεί συνδικαιούχος. Ότι στις 16-05-2012 άνοιξαν με τον εναγόμενο και με τυπική συμμετοχή των τέκνων τους κοινό τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου στην τράπεζα HSBC με αριθμό …………… και ενώ είχαν πλέον παύσει κάθε δραστηριότητα και τακτοποιήσει τα τέκνα τους και κάποιες οφειλές, με σκοπό να αποταμιεύσουν το ποσό που είχε απομείνει μετά τις προηγηθείσες κατασκευές, πωλήσεις ακινήτων, γονικές παροχές και εξοφλήσεις δανείων, το οποίο και αποτελούσε την κοινή τους αποταμίευση όλης της κοινής τους ζωής, στον οποίο κατέθεσαν διαδοχικά τα ποσά των 180.000€ και 40.000€, τα οποία τοποθέτησαν σε αμοιβαίο κεφάλαιο που εξαγόρασαν τον Ιανουάριο του έτους 2013, οπότε ανέλαβαν το σύνολο των καταθέσεών τους, ποσού 218.957,09€, από το οποίο τοποθέτησαν σε κοινή προθεσμιακή κατάθεση στο ΤΠΔ ποσό 210.000€, με τυπικούς συνδικαιούχους τα τέκνα τους, στις 29-07-2014 η προθεσμιακή κατάθεση ανερχόταν στο ποσό των 195.000€, ενώ το έτος 2015 ζήτησαν προεξόφληση της ανωτέρω προθεσμιακής κατάθεσης λαμβάνοντας το ανωτέρω ποσό, από το οποίο τον Φεβρουάριο του έτους 2015, κατέθεσαν το ποσό των 150.000 ευρώ στον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό στην ως άνω τράπεζα και στη συνέχεια το επένδυσαν σε αμοιβαίο κεφάλαιο, με ενδεικτική αποτίμηση στις 30-03-2015 149.974,07€. Ότι από το έτος 2016 ο εναγόμενος άρχισε να επιδεικνύει αντισυζυγική συμπεριφορά, δημιουργούσε δε έντονα επεισόδια σε βάρος της τόσο λεκτικά όσο και με την άσκηση σωματικής βίας, ενώ στις 02-06-2022 εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη χωρίς να την ενημερώσει και έκτοτε δεν επέστρεψε. Ότι τον Σεπτέμβριο του έτους 2019 ο εναγόμενος εν αγνοία της και χωρίς τη συναίνεσή της πραγματοποίησε πρόωρη εξαγορά του αμοιβαίου κεφαλαίου και την 1η-10-2019 εν αγνοία της και χωρίς τη συναίνεσή της ανέλαβε από τον κοινό λογαριασμό το ποσό των 118.609,64 ευρώ, το οποίο μετέφερε σε έτερο λογαριασμό στον οποίο δεν είναι αυτή συνδικαιούχος, αρνούμενος να της αποδώσει το αναλογούν σε αυτή ποσοστό του ½ των ως άνω αναληφθέντων χρημάτων, κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας, βάσει της οποίας διατηρούσαν ανέκαθεν κοινό ταμείο και τα χρήματα του ανωτέρω κοινού λογαριασμού αναλογούσαν σε αμφότερους κατά ποσοστό ½ έκαστος. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλλει το ποσό των 59.304,82 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Τέλος, ζητούσε να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, με την τακτική διαδικασία η εκκαλουμένη 2408/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία, αφού έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την αγωγή, την έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την ένδικη έφεσή του, και με τους λόγους αυτής που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, με σκοπό να απορριφθεί εν όλω η ένδικη αγωγή.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. α` και β` του Ν.5638/1932 “περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό”, όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ` στοιχ. α` του ΝΔ 118/1973, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΝΔ 17-7/13-8-1923 “περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών”, 117 του ΕισΝΑΚ και 19 παρ. 4 του Ν.1969/1991, συνδυασμένες με εκείνες των άρθρων 489, 491, 822 και 830 του ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση καταθέσεως χρημάτων σε τράπεζα, ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη ή τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, ενόψει του ότι αποσκοπεί στην ασφαλή φύλαξη των χρημάτων, προς την οποία και δεν αντιτίθεται η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τραπεζικές εργασίες τόκου, καταρτίζεται με την εκ μέρους του καταθέτη μεταβίβαση της κυριότητας του κατά τη σύναψή της καταβαλλόμενου από αυτόν χρηματικού ποσού, ως πρώτης τμηματικής παροχής του, προς την τράπεζα, ατύπως (re), η οποία έκτοτε με την παράδοση γίνεται κυρία των χρημάτων (άρθρο 1034 του ΑΚ), πλην όμως έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλλει στο δικαιούχο όταν της ζητηθεί. Η λειτουργία, ωστόσο, της συμβάσεως αυτής καθιδρύει συνήθως μία σχέση διαρκούς και πολλές φορές καθημερινής συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων. Η εκτέλεσή της δηλαδή γίνεται συνήθως όχι με μία καταβολή και ανάληψη του ποσού αυτής, αλλά με πολυάριθμες τμηματικές τέτοιες, που προσδιορίζονται εκάστοτε από την βούληση του καταθέτη. Εξάλλου, χρηματική κατάθεση σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό είναι εκείνη που γίνεται στο όνομα δύο ή περισσοτέρων και περιέχει τον όρο ότι του λογαριασμού αυτού μπορεί να κάνει χρήση ολικώς ή μερικώς, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας, είτε μερικοί, είτε όλοι μαζί οι δικαιούχοι (ΑΠ 1122/2005). Για την εγκυρότητα της καταθέσεως δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο. Και τούτο διότι από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την τελολογική ερμηνεία τους, την τραπεζική πρακτική και την ταχύτητα των συναλλαγών, δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, δηλαδή σύμπραξή τους ενώπιον της τράπεζας. Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η αναφορά του όρου “δικαιούχοι” και όχι “καταθέτες” στην διατύπωση των παραπάνω διατάξεων. Παράλληλα, η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό αποτελεί και μια ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου και μάλιστα γνήσια. Από την πιο πάνω σύμβαση τρίτος μη συμβαλλόμενος αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υπόσχεσης (άρθρο 411 του ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από τον δότη της υπόσχεσης (τράπεζα) για τον εαυτό του. Δημιουργείται δηλαδή ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μία sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης. Παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 του ΑΚ, συνάγεται δε σαφώς από την διάταξη του άρθρου 493 του ΑΚ, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 παρ. 1 εδ. α` του ίδιου Κώδικα, ότι σε περίπτωση αναλήψεως ολόκληρου του ποσού της χρηματικής καταθέσεως από τον ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της καταθέσεως η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά όμως ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος, για καταβολή σε αυτόν ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ656/2019, ΑΠ431/2019, ΑΠ1128/2017, ΑΠ529/2015, ΑΠ 1001/2012, ΑΠ 877/2008, ΑΠ 1031/2003, ΑΠ 855/2002, ΑΠ 1563/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εκείνος, όμως, από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών, και κατ` επέκταση αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα προς αυτόν που τα απέσυρε. Είναι δε αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 529/2015). Περαιτέρω, η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η εσωτερική αυτή σχέση όμως δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων. Η σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική. Η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, βάσει της οποίας ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του, απλώς προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού, και τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ` αυτόν. Κατ` αντιδιαστολή, η εσωτερική σχέση είναι χαριστική όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής (ΑΠ 539/1992). Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρο ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση. Δεν αποκλείεται η εσωτερική σχέση να προβλέπει ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αναγωγής μεταξύ των συνδικαιούχων (ΑΠ 540/1998). Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 του ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση, που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (ΑΠ 492/2023, ΑΠ 1650/2023, ΑΠ 560/2023, 1128/2017, ΑΠ 1001/2012). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 492/2023, ΑΠ 1650/2023, ΑΠ 671/2022, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 333/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, υπό το αναλυτικώς εκτεθέν ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή, είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα της ενάγουσας για την απόδοση του ένδικου ποσού, που ήταν κατατεθειμένο στον αναφερόμενο κοινό τραπεζικό λογαριασμό των διαδίκων, με την επίκληση εσωτερικής σχέσης που θεμελιώνει το εν λόγω δικαίωμα, αφού ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1 του Ν.5638/1932, 361, 489, 490, 491, 493 του ΑΚ, και καταφάσκουν τη νομική βασιμότητα της αγωγής, πληρούν δηλαδή το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων, δεδομένου ότι, ειδικότερα, αναφέρεται στην αγωγή η ύπαρξη κοινού λογαριασμού και τα ποσά που κατατέθηκαν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες σε αυτόν, η αποτελούσα την εσωτερική σχέση στη σύμβαση ανοίγματος του κοινού λογαριασμού συμφωνία των διαδίκων κατ’άρθρο 361 του ΑΚ ως των μόνων πραγματικών συνδικαιούχων αυτού και δη κατ’ίσο ποσοστό και ότι οι θυγατέρες τους δεν απέκτησαν νομίμως την ιδιότητα του συνδικαιούχου βάσει της ως άνω μεταξύ τους συμφωνίας, καθώς και η ανάληψη από τον ένα μόνο συνδικαιούχο, ήτοι τον εναγόμενο, ολόκληρου του ποσού των χρηματικών καταθέσεων του κοινού λογαριασμού και η κατά παράβαση της ανωτέρω συμφωνίας μη απόδοση στην ενάγουσα του ημίσεως του αναληφθέντος από τον κοινό λογαριασμό εκ μέρους του εναγόμενου χρηματικού ποσού, ενώ δεν απαιτείτο, για την πληρότητα της αγωγής, η ακριβής παράθεση της προελεύσεως των ποσών που κατατέθηκαν στον επίδικο κοινό λογαριασμό, όπως είναι αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε αμφότερους τους δικαιούχους ή μόνο στον εναγόμενο (στοιχεία ωστόσο που αναλύονται στην ένδικη αγωγή), ούτε αποτελεί στοιχείο της αγωγής το ύψος των εισοδημάτων της ενάγουσας και το ποσό της μηνιαίας σύνταξης του εναγόμενου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο τελευταίος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως ορισμένη την ένδικη αγωγή, ορθά εφάρμοσε το νόμο έστω και με εν μέρει διαφορετικές και εσφαλμένες αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει να αντικατασταθούν με τις προπαρατεθείσες (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) και συνεπώς ο πρώτος λόγος εφέσεως τυγχάνει αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Από την επανεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους και ειδικότερα από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, των οποίων δεν απαιτείται ειδική μνεία στην παρούσα (ΟλΑΠ 848/1981 ΝοΒ 30.441, ΟλΑΠ 8/1987 ΝοΒ 1988.75, ΑΠ 867/2011, ΑΠ 187/2010, ΑΠ 1697/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς (ΑΠ 211/2006 ΝοΒ 54.849, ΑΠ 1659/2005 ΔΕΕ 2006.173, ΑΠ 250/2000 ΕλλΔ/νη 41.980) και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισαν αμφότεροι οι διάδικοι, οι οποίες ελήφθησαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε προηγούμενες μεταξύ των δίκες ασφαλιστικών μέτρων και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα έγγραφα που παραδεκτά προσκομίζουν μετ’επικλήσεως οι διάδικοι το πρώτον ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου χωρίς πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριάς αμέλειας (άρθρο 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ), τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδ.2020, υπό άρθρο 529, σελ. 178), την με αρ.πρωτ. ΔΣΠ_ΕΒ_……../25-07-2023 ένορκη βεβαίωση της …. . ενώπιον της δικηγόρου Πειραιά …………, τις υπ’αριθμόν …… και …/08-09-2023 ένορκες βεβαιώσεις των ………… και ……… ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά …………, που προσκόμισε μετ’επικλήσεως η ενάγουσα, οι οποίες δόθηκαν κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου της πριν από [2] τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κατ’άρθρο 422 του ΚΠολΔ (βλ. την υπ’αριθμόν …../20-07-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών … … και την υπ’αριθμόν …./05-09-2023 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή αντίστοιχα), τις υπ’αριθμόν …. και …./25-07-2023 ένορκες βεβαιώσεις των ……… και …………….. ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιά ………, και την υπ’αριθμόν …./11-09-2023 ένορκη βεβαίωση του …….. ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιά …….., που προσκόμισε μετ’επικλήσεως ο εναγόμενος, οι οποίες δόθηκαν κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της αντιδίκου του πριν από [2] τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κατ’άρθρο 422 του ΚΠολΔ (βλ. την υπ’αριθμόν …..΄/19-07-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ……… και την υπ’αριθμόν …./06-09-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ………. αντίστοιχα), εκτός από το αντίγραφο του βιβλιαρίου υγείας του εναγόμενου που προσκόμισε μετ’επικλήσεως η ενάγουσα, του οποίου αυτή προέβη σε επεξεργασία με την προσκόμισή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και τη χρήση του ως αποδεικτικού εγγράφου, το οποίο περιέχει ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του εναγόμενου, χωρίς προηγούμενη συγκατάθεσή του και ως εκ τούτου δεν δύναται να ληφθεί υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως του δικάζοντος Δικαστηρίου, αφού δεν εξυπηρετείται συγκεκριμένος νόμιμος σκοπός και τα κρίσιμα προσωπικά δεδομένα δεν είναι αναγκαία για την απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής της, και ως εκ τούτου προσκομίστηκε κατά παράβαση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος πληροφοριακής αυτοδιαθέσεως του τρίτου προσώπου (Σ 9Α§1εδ.α΄) σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 και 2 του ν. 2472/1997, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2, 3 παρ.1, 4 παρ. 1 στοιχ. α` και β`, 5 παρ.1, 11 παρ.1 και 3 του ιδίου νόμου, ήτοι των αρχών της νομιμότητας του σκοπού της επεξεργασίας και της αρχής της αναλογικότητας (βλ. ΑΠ 186/2020), περαιτέρω από τις φωτογραφίες που προσκόμισε μετ’επικλήσεως η ενάγουσα, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 του ΚΠολΔ), από τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τις προτάσεις τους (άρθρο 261 του ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 του ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, στα πλαίσια των οριζόμενων στη διάταξη του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 03-05-1981 στην ……. Αττικής, κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν δύο ενήλικες σήμερα θυγατέρες, την …… που γεννήθηκε στις 03-09-1981 και την …. που γεννήθηκε στις 03-11-1983. Ήδη πριν το γάμο τους, η ενάγουσα είχε ολοκληρώσει τις σπουδές της ως ………. πτυχιούχος ΚΑΤΕΕ του τμήματος πολιτικών μηχανικών κατεύθυνσης δομικών έργων, έχουσα μάλιστα διακριθεί και λάβει υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών, και εργαζόταν ήδη από το έτος 1978 στο τεχνικό γραφείο του αρχιτέκτονα μηχανικού ………….. στον Πειραιά, ενώ είχε κινήσει τις διαδικασίες για το διορισμό της, με την ανωτέρω ειδικότητά της, στην ………. και ταυτόχρονα για το διορισμό της ως καθηγήτρια μέσης ΤΕΕ, όπως τούτα αποδεικνύονται από τα σχετικά έγγραφα που η ενάγουσα προσκόμισε μετ’επικλήσεως, επιβεβαιώνοντας ότι αυτή πράγματι, παρά το τότε νεαρό της ηλικίας της, ήταν επαγγελματικά δραστήρια. Ο εναγόμενος ήταν ……… και υπηρετούσε στη ……….. στην ………, ενώ τα απογεύματα, όταν δεν είχε υποχρεώσεις στην υπηρεσία του (ασκήσεις, επιφυλακή, προκαθορισμένες υπηρεσίες κλπ.), απασχολείτο, ήδη από το έτος 1978, σε ξυλουργικές εργασίες μαζί με τον κουμπάρο του, ο οποίος βάφτισε τη μεγάλη τους θυγατέρα τους, ………., στο ξυλουργείο που διατηρούσε τότε ο αδελφός του τελευταίου, από τον οποίο έμαθε την ξυλουργική τέχνη, με τον οποίο όμως δεν υπήρξαν συνέταιροι. Οι διάδικοι, ήδη πριν την τέλεση του γάμου τους, εγκαταστάθηκαν σε μισθωμένη οικία στην ………… Αττικής, όπου και διέμεναν και μετά από αυτόν, λόγω δε της φύσης της εργασίας του εναγόμενου (4-5 υπηρεσίες κάθε μήνα, ασκήσεις και επιφυλακή), αυτός απουσίαζε πολλές ώρες και συχνά διανυκτέρευε εκτός οικίας, ενώ δεν είχαν βοήθεια από τους γονείς τους, για την ανατροφή των τέκνων τους, αφού αφενός μεν οι γονείς του εναγόμενου είχαν αποβιώσει, αφετέρου δε της ενάγουσας ζούσαν εκτός Αθηνών, οπότε παρόλο που αυτή επιθυμούσε να συνεχίσει να εργάζεται, αποφάσισαν από κοινού με τον εναγόμενο να διακόψει την εργασία της προκειμένου να ασχοληθεί με την ανατροφή των τέκνων τους. Ως προς τα έξοδα διαβίωσής τους, εκτός από το μισθό του, ο εναγόμενος συνέχιζε να εργάζεται όποτε είχε χρόνο τα απογεύματα στο ξυλουργείο του φίλου του, ωστόσο, ελλείψει ιδιόκτητης κατοικίας τα ως άνω εισοδήματά του δεν τους επαρκούσαν, οπότε ο πατέρας της ενάγουσας …………, της δώρισε ως προίκα το ποσό των 700.000 δραχμών σε μετρητά, τα οποία αποφάσισαν με τον εναγόμενο να τα χρησιμοποιήσουν για να αγοράσουν οικόπεδο και να αναγείρουν οικοδομή, προκειμένου πρωτίστως να στεγαστούν και στη συνέχεια, αν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα να ανεγείρουν κατοικίες και για τα τέκνα τους, βασιζόμενοι τόσο στο επάγγελμα της ενάγουσας ως μηχανικός, καθώς αυτή θα επιμελείτο σχεδίων, αδειών και επίβλεψη κατασκευής, όσο και στο επάγγελμα του πατέρα της που ήταν εργολάβος οικοδομών. Ούτως, δυνάμει του υπ’αριθμόν …./05-04-1982 συμβολαίου αγοραπωλησίας οικοπέδου της συμβολαιογράφου Αθηνών . ……., που έχει νομίμως μεταγραφεί, αγόρασαν κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου έκαστος, παρόλο που τα χρήματα ήταν αποκλειστικά δικά της, ένα οικόπεδο εκτάσεως 160,20 τ.μ. κατά νεότερη καταμέτρηση, ευρισκόμενο στην …….. Αττικής και επί της οδού …………, με ένα μικρό υπόλοιπο του τιμήματος καταβληθέν σε [2] δόσεις εντός [8] μηνών από την υπογραφή του. Ακολούθως, τον Φεβρουάριο του έτους 1983 η ενάγουσα επιμελήθηκε όλων των σχεδίων που απαιτούνταν και αιτήθηκε την έκδοση οικοδομικής άδειας για ανέγερση διώροφης οικοδομής, την οποία υπέγραψε η ίδια, η οποία και εκδόθηκε τον Μάιο του ίδιου έτους και ενώ ήταν ήδη έγκυος στη δεύτερη θυγατέρα τους, με αριθμό 1288/1983, για την οποία αυτή υπέγραψε και πραγματοποίησε και την επίβλεψη, όπως αυτό αναγράφεται επί της αδείας αυτής, η οποία προσκομίστηκε μετ’ επικλήσεως και μάλιστα με το πατρικό της επώνυμο, ενώ σύμφωνα με την από 11-04-1983 βεβαίωση της Οικονομικής Εφορίας Κορυδαλλού έλαβε και απαλλαγή από το φόρο αρχιτεκτόνων μηχανικών για την ανέγερση της οικοδομής επειδή ήταν ιδιόκτητη. Το ίδιο έτος ο εναγόμενος έλαβε από το ταχυδρομικό ταμιευτήριο δάνειο ποσού 1.500.000 δραχμών με εξασφάλιση την εγγραφή υποθήκης επί της συνιδιοκτησίας τους προκειμένου να κινήσουν τις εργασίες ανέγερσης της οικοδομής, ενώ ο πατέρας της ενάγουσας με τα συνεργεία του, χωρίς αμοιβή, πραγματοποίησε την τοιχοποιία και τα επιχρίσματα της διώροφης οικοδομής, οι δε διάδικοι κατέβαλαν μόνο την αξία για τα υλικά. Στη συνέχεια το έτος 1984, οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν στο οροφοδιαμέρισμα του πρώτου ορόφου της οικοδομής που ήταν κατοικήσιμο. Ο εναγόμενος εργαζόταν κανονικά στην υπηρεσία του ως προαναφέρθηκε και όποτε είχε χρόνο τα απογεύματα εργαζόταν στο ξυλουργείο του αδελφού του ως άνω κουμπάρου του, προκειμένου να ενισχύεται το εισόδημά τους, η δε ενάγουσα, αν και είχε σταματήσει να εργάζεται σε μισθωτή εργασία, όπως ελέγχη ανωτέρω, ωστόσο, παράλληλα με την ανατροφή των τέκνων τους και τις οικιακές εργασίες, που είχε αυτή αποκλειστικά αναλάβει, μεριμνούσε για την τελειοποίηση της οικοδομής, κάνοντας όποια σχετική εργασία μπορούσε ακόμα και τεχνικές- χειρωνακτικές, ενώ περιστασιακά προκειμένου να ενισχύσει περαιτέρω τον οικογενειακό προϋπολογισμό, βασιζόμενη στις σπουδές και στις γνωριμίες της, πραγματοποιούσε με κατ’αποκοπή αμοιβή, μελέτες θερμομόνωσης και διεκπεραίωνε την έκδοση οικοδομικών αδειών με υπογραφή και για λογαριασμό συναδέλφων της. Ωστόσο, το έτος 1984 οι εργασίες του ως άνω ξυλουργείου παρουσίασαν πτώση και το έτος 1985 διέκοψε τη λειτουργία του, οπότε και ο εναγόμενος έπαυσε να αποκομίζει το σχετικό εισόδημα. Για το λόγο αυτό, το έτος 1986 ο πατέρας της ενάγουσας της δώρισε το ποσό των 500.000 δρχ. για την αγορά σχετικού εξοπλισμού ξυλουργείου, προκειμένου, χρησιμοποιώντας τις γνώσεις που είχε αποκτήσει ο εναγόμενος στην ξυλουργική, να κατασκευάζουν έπιπλα κουζίνας και ντουλάπες, για να ενισχύουν το εισόδημά τους και πράγματι, οι διάδικοι αγόρασαν τα απαραίτητα μηχανήματα (κορδέλα, σύνθετο, κομπρεσέρ, πρέσα με τελάρο κλπ.). Το ανωτέρω ποσό ουδόλως δόθηκε ως δάνειο, όπως αβάσιμα διατείνεται ο εναγόμενος, εξάλλου κάτι τέτοιο δεν θα συμβάδιζε με τη μέχρι τότε συμπεριφορά του πατέρα της ενάγουσας, περίπτωση που δεν συνάγεται άλλωστε από κανένα από τα προσκομισθέντα μετ’επικλήσεως αποδεικτικά στοιχεία από αυτόν, όπως έγγραφη δανειακή συμφωνία ή εξοφλητική απόδειξη, οι δε ένορκες βεβαιώσεις των θυγατέρων των διαδίκων τυγχάνουν αντικρουόμενες μεταξύ τους, ενώ ο …………, στην ένορκη βεβαίωση που έδωσε στην προηγηθείσα δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων, αναφέρει ρητά ως πηγή της σχετικής πληροφορίας περί δανείου τον εναγόμενο. Όταν εν συνεχεία ξεκίνησε η λειτουργία του ξυλουργείου, η ενάγουσα απλώς βοηθούσε τον εναγόμενο, προϊόντος δε του χρόνου που έμαθε την τεχνογνωσία κατάφερνε τις ώρες που είχε τη σχετική δυνατότητα να εκτελεί εργασίες χωρίς τη βοήθειά του, ενώ διεκπεραίωνε και τις λοιπές πλην της κατασκευής διαδικαστικού τύπου εργασίες, ενδεικτικώς παραγγελίες και εξόφληση υλικών στους προμηθευτές, καθώς ο εναγόμενος δεν προλάβαινε λόγω της σταθερής εργασίας του στο ………. Τα ανωτέρω περί της εργασίας της ενάγουσας στο ξυλουργείο, παράλληλα και με τις οικιακές και γονικές υποχρεώσεις, καταθέτουν μετά λόγου προσωπικής γνώσης, μεταξύ άλλων, ο …….., γείτονας των διαδίκων από το έτος 1982, η πρώτη εξαδέλφη της, η ………….., ο έτερος κουμπάρος τους και παιδικός φίλος και γείτονας του εναγόμενου …………… και η σύζυγός του ………., ο σύζυγος της δεύτερης θυγατέρας των διαδίκων, ……….., ο γείτονας των διαδίκων από το έτος 1985 ….., η γειτόνισσά τους από το έτος 1984 ………………, ο …….., που τυγχάνει αδελφός του ………, που ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι εργαζόταν ως βοηθός του στο ξυλουργείο, ο οποίος κατέθεσε ότι ο αδελφός του μετά τη συνταξιότησή του το έτος 1994, οπότε και επέστρεψε από την Κρήτη βοηθούσε τους διαδίκους στις μεταφορές για τις ανάγκες του ξυλουργείου, καθώς δεν γνώριζε από ξυλουργικά, και ότι αυτοί είχαν αναλάβει τα κάνουν τα ξυλουργικά στην οικοδομή που ανήγειρε με το εφάπαξ του, η ……………., της οποίας ο σύζυγος ήταν παιδικός φίλος του εναγόμενου και έβλεπε τους διαδίκους να δουλεύουν μαζί στο ξυλουργείο και οι οποίοι της έφτιαξαν και τοποθέτησαν από κοινού τα ντουλάπια στην οικία της, οι ανωτέρω καταθέσεις σε αντίστοιχες ένορκες βεβαιώσεις των ως άνω προσώπων εκτιμώμενες ως δικαστικά τεκμήρια, επιβεβαιώνουν όσα σχετικά έχει βεβαιώσει και η δευτερότοκη θυγατέρα των διαδίκων, όπως ομοίως βεβαίωσε ενόρκως και ο …………….., επίσης γείτονας των διαδίκων από το έτος 1982, έχοντας άμεση γνώση των όσων καταθέτουν, καθώς και ο ……….., εξάδελφος της ενάγουσας, ο οποίος μεταξύ άλλων κατέθεσε ότι επισκεπτόταν συχνά τους διαδίκους και έβλεπε ο ίδιος την ενάγουσα να εργάζεται με το σύζυγό της-εναγόμενο στο ξυλουργείο, καθώς και ότι οι διάδικοι κατασκεύασαν και τοποθέτησαν τα ντουλάπια της κουζίνας στο σπίτι του, δεν είναι δε δυνατόν να αναιρεθούν από τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης, κυρίως δε των ανεψιών του, …, ….. και ……… και ……….., οι οποίοι κατέθεσαν, όπως και οι λοιποί μάρτυρες του εναγόμενου, παντελώς αντίθετα γεγονότα, ότι δηλαδή η ενάγουσα δεν εργαζόταν κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ότι ο εναγόμενος το έτος 1993 πήρε μόνιμο βοηθό τον ………….. ενώ προηγουμένως τον βοηθούσαν τα ανίψια του στο ξυλουργείο, καθώς και ότι η ενάγουσα θεωρούσε υποτιμητική τη δουλεία στο ξυλουργείο καθώς δεν ταίριαζε στο μορφωτικό της επίπεδο. Εξάλλου, ο εναγόμενος ήταν αυτός που προφανώς κατά κύριο λόγο διεκπεραίωνε την τεχνική δουλειά στο ξυλουργείο, ωστόσο η συμβολή της ενάγουσας ήταν σημαντική και ουσιώδης, ενεργώντας μόνη είτε ως ο κύριος βοηθός του στην πλειονότητα των περιπτώσεων και σίγουρα όχι μηδαμινή και ανούσια όπως αυτός ισχυρίζεται, ενώ τα λοιπά πρόσωπα τα οποία αναφέρει ως βοηθούς του, τον συνέδραμαν μεν, πλην όμως περιστασιακά και για συγκεκριμένες εργασίες και όχι επί σταθερής βάσης. Επιπλέον, τα ανωτέρω δεν δύνανται να αναιρεθούν και από την κατάθεση της μεγαλύτερης θυγατέρας των διαδίκων, ……., η οποία επίσης κατέθεσε ότι η ενάγουσα υποτιμούσε τη δουλειά στο ξυλουργείο επειδή είχε σπουδάσει και προτιμούσε κάποια άλλη επαγγελματική πορεία, η οποία άλλωστε δεν είχε αποκλειστεί, αφού αυτή με τον εναγόμενο ασχολήθηκαν ενεργά με τις οικοδομικές εργασίες και μάλιστα με επιτυχή πορεία, όπως γίνεται λόγος κατωτέρω, στις οποίες και αυτή (ενάγουσα) συμμετείχε παντοιοτρόπως. Ακολούθως, το έτος 1987, καθώς οι διάδικοι ήδη με το εισόδημα από το ξυλουργείο είχαν καταφέρει να αποταμιεύσουν κάποιο ποσό, η ενάγουσα προετοίμασε τα απαιτούμενα σχέδια για την έκδοση της οικοδομικής άδειας για την προσθήκη στην ως άνω οικοδομή δύο ακόμα ορόφων, τα οποία υπέγραψε ο φίλος και συνάδελφός της …………., επειδή η ίδια είχε δικαίωμα υπογραφής, βάσει του πτυχίου της, μέχρι ένα άνω του ισογείου όροφο και προέβη η ίδια σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες οπότε και εκδόθηκε η υπ’αριθμόν ……/1987 άδεια της Πολεοδομίας Αιγάλεω. Περαιτέρω, το έτος 1989 και ενώ ακόμα δεν είχε ολοκληρωθεί η ως άνω προσθήκη ορόφων, με τις οικονομίες από τα έσοδα του ξυλουργείου οι διάδικοι αγόρασαν δυνάμει του υπ’αριθμόν …./26-06-1989 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Καλαβρίας ………, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, ένα αγροτεμάχιο στον τόπο καταγωγής του εναγόμενου στην ….. Τροιζηνίας, εκτάσεως [4] περίπου στρεμμάτων, ενώ οι προαναφερόμενες εργασίες σταμάτησαν στο στάδιο των επιχρισμάτων και το έτος 1991 με επιμέλεια της ενάγουσας συντάχθηκαν τα απαραίτητα σχέδια και αντισεισμική μελέτη που υπέγραψε ο ίδιος ως άνω φίλος και συνάδελφός της, προέβη δε η ίδια η ενάγουσα σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την έκδοση άδειας οικοδομής, προκειμένου να ανεγείρουν εξοχική κατοικία δύο επιπέδων στο ανωτέρω αγροτεμάχιο, οι εργασίες για την οποία εκκίνησαν στις αρχές του έτους 1992, στις οποίες ο πατέρας της επίσης τους εξυπηρέτησε χωρίς αμοιβή στην επίβλεψη εκσκαφής και επίρριψης μπετόν και στην υλοποίηση της τοιχοποιίας και μαζί με τον αδελφό του στην κατασκευή, μεταξύ άλλων της στέγης τοποθέτησης κεραμιδιών και στην κατασκευή καμινάδας, λόγος για τον οποίο αυτός παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα στην περιοχή, φιλοξενούμενος από το νονό της θυγατέρας τους …….. και παιδικό φίλο του εναγόμενου, …….., όπως ο ίδιος βεβαίωσε ενόρκως, η δε ενάγουσα επέβλεπε την οικοδομή σε τακτά χρονικά διαστήματα. Εν τω μεταξύ, η μισθοδοσία του εναγόμενου άρχισε να κατατίθεται τραπεζικά και προς τούτο ανοίχτηκε ο με αρ.ΙΒΑΝ ………. κοινός τραπεζικός λογαριασμός καταθέσεων στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με συνδικαιούχους τους διαδίκους, στον οποίο κατατίθετο η μισθοδοσία του εναγόμενου, μέρος των εσόδων του ξυλουργείου, κάποια χρήματα από τις ενισχύσεις των γονέων της ενάγουσας και στα επόμενα έτη, τα χρήματα από τα μισθώματα των ιδιοκτησιών της οδού ……, αφού είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή του δεύτερου και του τρίτου ορόφου. Παράλληλα, το έτος 1991 ο εναγόμενος μετατέθηκε στην ……, όπου εγκαταστάθηκε μόνος του και επισκεπτόταν την οικογένειά του κάθε Σαββατοκύριακο, παραμένοντας κάποιες φορές και μερικές μέρες παραπάνω στην οικογενειακή στέγη, διαστήματα κατά τα οποία εργαζόταν στο ξυλουργείο, ενώ τις καθημερινές εργασίες σε αυτό διεκπεραίωνε κατά το δυνατό, ενόψει και των λοιπών οικογενειακών υποχρεώσεων και η ενάγουσα. Ο εναγόμενος επέστρεψε από την …….. οριστικά και μόνιμα το έτος 1993, περί τα τέλη του οποίου είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή του διώροφου εξοχικού στην Τροιζηνία, με τις ξυλουργικές εργασίες να ολοκληρώνονται από τους διαδίκους, ενώ σε επόμενο χρόνο συνέχισαν τις εργασίες στους δεύτερο και τρίτο ορόφους της οικοδομής της οδού ……, τα διαμερίσματα των οποίων και εκμίσθωσαν το έτος 1996. Παράλληλα, συνέχιζαν τις ξυλουργικές εργασίες στο χώρο του ισογείου της οικοδομής, με συμβολή αμφοτέρων κυρίως δε του εναγόμενου, όσα δε αποκόμιζαν από αυτές, αφού κάλυπταν τα έξοδα διαβίωσής τους, τα αποταμίευαν είτε σε μετρητά στην κατοικία τους, είτε τα κατέθεταν στον ως άνω κοινό λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, κυρίως μετά το έτος 1996 που ολοκληρώθηκε η ως άνω οικοδομή. Μέχρι το έτος 1999 είχαν αποταμιεύσει ένα σημαντικό ποσό, ο δε εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αυτό ανερχόταν στο ποσό των 50.000.000 δρχ. και μέχρι το έτος 2002 ότι είχε ανέλθει στο συνολικό ποσό των 80.000.000 δρχ. (ήδη 234.776,23€). Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα από το έτος 1999 αποφάσισε εν αγνοία του να επενδύσει στο χρηματιστήριο σταδιακά το ανωτέρω ποσό των 80.000.000 δρχ. το οποίο εν τέλει μέχρι το έτος 2002 απωλέστηκε. Ωστόσο από κανένα από τα προσκομιζόμενα μετ’επικλήσεως έγγραφα από τον εναγόμενο δεν προέκυψε αφενός ότι πράγματι υπήρχε αυτό το μεγάλο χρηματικό ποσό στον κοινό τους λογαριασμό αφετέρου ότι αυτό αναλήφθηκε από τον κοινό τους λογαριασμό, το οποίο στη συνέχεια η ενάγουσα επένδυσε στο χρηματιστήριο και το απώλεσε. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο σημείωμα που κατέθεσε ο εναγόμενος στις 03-04-2023 κατά τη συζήτηση της αίτησης χορήγησης προσωρινής διαταγής της αιτούσας-εδώ ενάγουσας-εφεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να διαταχθεί η συντηρητική κατάσχεση του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας του εκεί καθ’ου η αίτηση-εδώ εναγόμενου-εκκαλούντος, ο τελευταίος ανέφερε ότι η εδώ ενάγουσα αναγκάστηκε να παραδεχτεί το έτος 2003, εν μέσω πρωτοφανών σκηνικών όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, ότι είχε χάσει στο χρηματιστήριο το ποσό των 50.000.000 δρχ., ποσό δηλαδή που ανήγαγε στην παρούσα δίκη σε 80.000.000 δρχ. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το έτος 2002 ο ως άνω κοινός λογαριασμός, όπως προκύπτει από την αναλυτική κίνησή του από 08-01-2000 που προσκόμισε μετ’επικλήσεως η ενάγουσα, διέθετε μέχρι το ποσό 20.000 ευρώ σχεδόν και το έτος 2003 59.500 ευρώ περίπου, συνεπώς αφενός μεν δεν διέθετε τα ως άνω μεγάλα χρηματικά ποσά, που ισχυρίζεται ο εναγόμενος, αφετέρου ουδέποτε ήταν μηδενικός. Εξάλλου, είναι απορίας άξιο πώς ο εναγόμενος δεν αντιλήφθηκε από το έτος 1999 τις σταδιακές αναλήψεις των μεγάλων χρηματικών ποσών που πραγματοποιούσε κατά τους ισχυρισμούς του η ενάγουσα, και δη από τα ενημερωτικά σημειώματα της τράπεζας για την κίνηση του λογαριασμού, πολλώ δε μάλλον που το επίμαχο χρονικό διάστημα και δη το έτος 2000 οι διάδικοι αγόρασαν καινούριο αυτοκίνητο έναντι του ποσού των 4.078.000 δρχ., ενώ το έτος 2001 ολοκληρώθηκε η κατασκευή του διαμερίσματος στο δώμα της οδού ……., με χρήματα από τον ανωτέρω κοινό λογαριασμό. Εξάλλου, ο εναγόμενος, αν υποτεθεί αληθής ο ισχυρισμός του, δεν προχώρησε το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα στη δημιουργία ατομικού λογαριασμού όπως θα αναμενόταν αν όντως η ενάγουσα είχε προβεί εν αγνοία του σε μια τέτοια καταστροφική για τα οικονομικά τους ενέργεια, αντίθετα συνέχισε να την εμπιστεύεται και να διατηρούν και να διαχειρίζονται από κοινού τα χρήματα που είχαν αποταμιεύσει, την είχε δε συνδικαιούχο και στους επόμενους κοινούς λογαριασμούς που ανοίχθηκαν, όπως θα λεχθεί κατωτέρω. Ακολούθως, το έτος 2004 ο εναγόμενος συνταξιοδοτήθηκε και έλαβε εφάπαξ περίπου 98.000 ευρώ καθώς και το ποσό των 3.000 ευρώ ως έξοδα μεταστέγασης, το οποίο καταβάλλεται στους αποχωρούντες από το ΠΝ, οπότε εκείνη τη χρονική περίοδο άνοιξαν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τον με αριθμό ΙΒΑΝ ……….. κοινό τραπεζικό λογαριασμό καταθέσεων στον οποίο τοποθετήθηκε το ως άνω ποσό και μέρος από τα υπόλοιπα κοινά χρήματά τους λόγω των καλών αποδόσεων από τις προθεσμιακές καταθέσεις του ΤΠΔ, ενώ ως συνδικαιούχοι ορίστηκαν τυπικά και οι θυγατέρες τους, όπως συνομολογεί το γεγονός αυτό άλλωστε και ο ίδιος ο εναγόμενος, προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να αναλάβουν άμεσα και ανέξοδα τα χρήματα αυτά σε περίπτωση ανάγκης, οι οποίες άλλωστε είχαν ήδη ξεχωριστούς τραπεζικούς λογαριασμούς η καθεμιά τους, ήδη από την εισαγωγή τους στο Πολυτεχνείο. Παράλληλα, το έτος 2004 η μεγάλη τους θυγατέρα αποφοίτησε από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών και η αποφοίτηση της μικρότερης θα ακολουθούσε σύντομα, οπότε αγόρασαν στο όνομα αμφοτέρων αυτών ένα ακίνητο και δη μια διώροφη οικοδομή στον ……. Αττικής επί της οδού ………, αγορά για την οποία κατέβαλαν από τα κοινά τους χρήματα, ένα ποσό σε μετρητά και το υπόλοιπο καλύφθηκε από προϊόν δανείου ποσού 100.000€, που έλαβαν οι θυγατέρες τους, το δε ακίνητο αφού το επισκεύασαν, στη συνέχεια το εκμίσθωσαν και το δάνειο εξοφλήθηκε ολοσχερώς μέσα στην επόμενη πενταετία. Στην οικοδομή αυτή η ενάγουσα ανέλαβε αποκλειστικά ότι αφορούσε στη διεκπεραίωση της χρηματοδότησης (επικοινωνία, διαπραγματεύσεις με την τράπεζα, προσκόμιση εγγράφων κλπ.), ενώ παράλληλα πραγματοποιούσε και διάφορες εργασίες στην οικοδομή (ξυλουργικές κλπ.), όπως και ο εναγόμενος. Προκειμένου δε να εξυπηρετούνται οι ανάγκες της δραστηριότητας αυτής που ήταν κατά κύριο λόγο των θυγατέρων τους, τις οποίες επικουρούσαν, ανοίχθηκε κοινός λογαριασμός καταθέσεων στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, στον οποίο ήταν και οι τέσσερις συνδικαιούχοι, ο οποίος δεν ήταν αποταμιευτικός αλλά εξυπηρετούσε μόνο τα δάνεια και τις τρέχουσες ανάγκες, οπότε τον κινούσαν και οι τέσσερις συνδικαιούχοι. Το έτος 2005, οι θυγατέρες τους αγόρασαν οικόπεδο στην ……… Αττικής επί της οδού …. και ……., το τίμημα του οποίου πληρώθηκε εν μέρει με μετρητά από τις οικονομίες των διαδίκων, το δε υπόλοιπο από προϊόν δανείου ποσού 120.000€, που επίσης ανέλαβαν οι θυγατέρες τους με εξασφάλιση την οικοδομή της οδού …….., ενώ στη συνέχεια κατασκευάστηκε επ’αυτού οικοδομή, της οποίας τα σχέδια και την έκδοση αδείας ανέλαβε η θυγατέρα τους ……., ενώ ο εναγόμενος αλλά και η ενάγουσα και λόγω της ιδιότητάς της ως μηχανικού, βοήθησαν στην ολοκλήρωση του έργου, για την οποία χρησιμοποιήθηκαν και τα χρήματα της προικοδότησης των θυγατέρων τους από την υπηρεσία του εναγόμενου και χρήματα από τις κοινές τους οικονομίες. Στην οικοδομή αυτή οι ξυλουργικές εργασίες και τα αλουμίνια έγιναν από τους διαδίκους, ενώ η ενάγουσα είχε επίσης αναλάβει ότι αφορούσε στη διεκπεραίωση της χρηματοδότησης (επικοινωνία και διαπραγματεύσεις με τράπεζα, προσκόμιση εγγράφων κλπ.) και μάλιστα μέσα στα επόμενα έτη πωλήθηκαν τέσσερα διαμερίσματα της οικοδομής, οπότε το δάνειο εξοφλήθηκε το έτος 2010 με την κατάθεση του ποσού των 78.000 ευρώ περίπου από την ενάγουσα και στο ισόγειο της οικοδομής οι θυγατέρες τους στέγασαν το τεχνικό τους γραφείο. Ακολούθως, το έτος 2006, μετά από πρόταση της ενάγουσας, στο πλαίσιο βελτίωσης της οικονομικής τους κατάστασης, ο εναγόμενος με συμβολαιογραφικό έγγραφο της παραχώρησε την επικαρπία σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου των διαμερισμάτων της οικοδομής της οδού ….. που του ανήκαν, προκειμένου να μην ανεβαίνει με το εισόδημα από τα μισθώματα φορολογική κλίμακα και επιβαρύνεται με επιπλέον φόρο, όπως και έγινε δυνάμει του υπ’ αριθμόν ……/30-05-2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιά ……………, οπότε ο εναγόμενος της δώρισε για χρονικό διάστημα [5] ετών ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας του Ι-1 διαμερίσματος του ισογείου, του Β-1 διαμερίσματος του δεύτερου πάνω από το ισόγειο ορόφου (με την αποκλειστική χρήση της θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου Ρ-1 της πρασιάς) και του Γ-1 διαμερίσματος του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου (με την αποκλειστική χρήση της θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου Ρ-2 της πρασιάς), κίνηση επίσης που αποδεικνύει την κοινή οικονομική πορεία που οι διάδικοι είχαν εξαρχής ακολουθήσει στην κοινή τους ζωή, με στόχο τη συνεχή ενίσχυση των οικονομικών τους δυνατοτήτων και ανεξάρτητα από τα κατ’ιδίαν από έκαστο κτηθέντα αυτοτελώς. Εν συνεχεία, το έτος 2007 ο εναγόμενος αγόρασε στο όνομά του ένα οικόπεδο στην ………. Αττικής επί της οδού …………., για την αγορά του οποίου έλαβε δάνειο από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ποσού 220.000€ με μηνιαία δόση περίπου 950€, με εξασφάλιση την ίδια την οικοδομή, όπου ανέγειραν από κοινού οικοδομή τεσσάρων ορόφων, με αποθήκες και θέσεις στάθμευσης και ένα δώμα- στούντιο, για την ολοκλήρωση της οποίας δανείστηκαν, με διαμεσολάβηση της ενάγουσας, από τον αδελφό της μητέρας της, . ………., το ποσό των 59.280€, στον οποίο αναγκάστηκαν να απευθυνθούν καθώς λόγω του υπερδανεισμού τους δεν μπορούσαν να λάβουν τραπεζική χρηματοδότηση, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας, έναντι του οποίου είχε αναλάβει εναγόμενος την υποχρέωση να επιστρέψει το εν λόγω ποσό στις 26-06-2008, σύμφωνα με την από 26-05-2007 χειρόγραφη απόδειξη που υπογράφει ο ίδιος, ενώ και στην οικοδομή αυτή οι ξυλουργικές εργασίες και τα αλουμίνια έγιναν από τους διαδίκους, ό,τι αφορούσε δε στη χρηματοδότηση (επικοινωνία, διαπραγματεύσεις με τράπεζα, προσκόμιση εγγράφων κλπ.) τα είχε αναλάβει και τα διεκπεραίωσε αποκλειστικά η ενάγουσα. Επίσης, το έτος 2008 ο εναγόμενος αγόρασε στο όνομά του ένα οικόπεδο στην οδό …….. στον ……. Αττικής καταβάλλοντας το ποσό των 250.000€ σε μετρητά από τα κοινά χρήματα που διατηρούσαν οι διάδικοι, όπου και ανέγειραν, ενεργώντας από κοινού ως συνήθως, οικοδομή [5] ορόφων, με πυλωτή και υπόγειο, για την κατασκευή της οποίας έλαβαν από κοινό δάνειο ποσού 120.000€ από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος με μηνιαία δόση 1.025€ και με εξασφάλιση που ενεγράφη στις οριζόντιες ιδιοκτησίες της οικοδομής της οδού ……, οι οποίες τους ανήκαν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου. Λόγω δε των επαφών που η ενάγουσα είχε δημιουργήσει με τους υπαλλήλους των τραπεζών κατάφερε και εξασφάλισε το ως άνω δάνειο με περίοδο χάριτος ενός έτους, ώστε να κερδίσουν χρόνο στην εκκίνηση της καταβολής των δόσεων, ενώ κατά την πρόοδο των εν λόγω εργασιών ο προαναφερόμενος θείος της ενάγουσας τους διευκόλυνε δανείζοντάς τους χρήματα εκ νέου και συγκεκριμένα στις 26-11-2008 τους δάνεισε το ποσό των 50.000€, σύμφωνα με την ίδιας χρονολογίας χειρόγραφη απόδειξη που υπέγραψε ο εναγόμενος αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να τα επιστρέψει ένα έτος μετά. Το γεγονός, ωστόσο, ότι εναγόμενος επέλεξε το ως άνω οικόπεδο να αγοραστεί μόνο στο όνομά του δημιούργησε τριγμούς στις σχέσεις τους και οδήγησε την ενάγουσα, βιώνοντας ανασφάλεια εξαιτίας της μη ασφάλισής της ως επαγγελματία, αν και εργαζόταν όλα τα χρόνια άδηλα, τόσο στο ξυλουργείο όσο και στο γνωστικό αντικείμενο των σπουδών της μέσω της ουσιαστικής ενασχόλησής της με τις οικοδομικές δραστηριότητες που είχαν αναπτύξει με τον εναγόμενο, να εγγραφεί στον ΟΑΕΔ σε ηλικία 50 ετών, συνεχίζοντας παρά ταύτα να παρέχει ανελλιπώς τη συνεισφορά της σε αυτές, καθώς μερίμνησε για την εξασφάλιση της χρηματοδότησης και ανέλαβε την υποχρέωση του δανείου ως οφειλέτρια, θέτοντας ως εξασφάλιση και τα δικά της ποσοστά στα ακίνητα της οδού ……., ενώ όταν το έτος 2010 ανέκυψε και πάλι σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας εκ νέου ζήτησε και έλαβε από τους γονείς της ποσό 50.000€ (30.000€ από ανάληψη από τραπεζικό λογαριασμό και 20.000€ μετρητά), τα οποία συνεισέφερε για την πρόοδο των εργασιών της ως άνω πολυκατοικίες επί της οδού ……. και παράλληλα προσέφερε και την προσωπική της εργασία, ακόμα και χειρωνακτική όπου χρειαζόταν, παρότι η οικοδομή αυτή εμφανιζόταν να ανήκει μόνο στον εναγόμενο. Τα ανωτέρω επιρρωνύονται από την ένορκη κατάθεση τόσο της δευτερότοκης θυγατέρας των διαδίκων, όσο και από την προρρηθείσα πρώτη εξαδέλφη της ενάγουσας, επικαλούμενη ως πηγή της γνώσεις της τη μητέρα της-θεία της ενάγουσας, σε συνδυασμό με την εμφανιζόμενη ανάληψη των 30.000€ από τον κοινό λογαριασμό που τηρούσαν οι γονείς της ενάγουσας στην Αγροτική Τράπεζα στις 07-04-2010, όπως αποτυπώνονται στο απόσπασμα του οικείου βιβλιαρίου, στο οποίο μάλιστα εμφαίνεται υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού, κατά το ίδιο χρονικό σημείο το ποσό των 13.450€, διαπίστωση από την οποία αποσείεται και ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ποτέ δεν δόθηκε αυτό το ποσό επειδή ο πεθερός του και πατέρας της ενάγουσας δεν είχε τέτοια οικονομική δυνατότητα. Το ποσό αυτό δόθηκε χωρίς να επιστραφεί, ούτε τέθηκε τέτοιο ζήτημα από τους γονείς της ενάγουσας, όπως ομοίως βεβαίωσαν οι ανωτέρω μάρτυρες, ούτε όμως ο εναγόμενος προσκόμισε μετ’επικλήσεως αποδεικτικά έγγραφα που να αποδεικνύουν την επιστροφή του. Εξάλλου, οι διάδικοι δεν είχαν τέτοια δυνατότητα λόγω του υπερδανεισμού τους τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, αλλά και την ανάγκη ρευστότητας προκειμένου να ολοκληρωθούν οι εκκρεμείς οικοδομικές εργασίες, ενόψει και της οικονομικής κρίσης, που είχε ήδη ξεκινήσει από την άνοιξη του έτους 2010. Πρέπει να σημειωθεί ότι η απόκτηση των ανωτέρω ακινήτων στο όνομα του εναγόμενου, για λόγους πόθεν έσχες όπως αυτός ισχυρίζεται, ενώ ο ίδιος δέχεται ότι μέχρι τότε συνήθιζαν οι αγορές να γίνονται στο όνομα αμφοτέρων, επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά την κοινή οικονομική- περιουσιακή πορεία που είχαν συμφωνήσει με την ενάγουσα από την αρχή του κοινού τους βίου, έστω και αποδίδοντας τη γενική αυτή επιλογή σε λόγους αβροφροσύνης, η οποία όμως δεν συνηθίζω τις συναλλαγές ούτε όταν πρόκειται για απόκτηση ακινήτων ακόμα και μεταξύ συζύγων, ήτοι ομιλώντας για πράξεις που αν μη τι άλλο, ήταν χαριστικές εκ μέρους του προς τη σύζυγό του, επιρρωνύουν έτι περαιτέρω τη μεταξύ τους συμφωνία πως ότι αποκτούσε έκαστος αυτών κατά την κοινή τους ζωή θα ανήκε σε αμφότερους αλλά και την πραγματική του θέληση να αποκτήσει και η ενάγουσα σύζυγός του αναλόγως από κοινού τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, ακόμα και αν από μόνο τα οικονομικά στοιχεία, και δη τα τυπικώς αποκτηθέντα εισοδήματα, αυτή δεν εμφανίζεται ότι είχε ισόποση συνεισφορά. Η θέλησή του εξάλλου, αυτή εξακολούθησε να υφίσταται και σε χρόνο που πλέον είχαν υπερβεί τα [20] έτη έγγαμου βίου, ήτοι κατά το χρόνο της αγοράς των ανωτέρω δύο τελευταίων ακινήτων επί της οδού …….. στον …… Αττικής και επί της οδού ……… στην ….. Αττικής, παρότι οι αγορές αυτές έγιναν μόνο στο δικό του όνομα, διότι όπως διατείνεται, τούτο συνέβη επειδή η ενάγουσα δεν είχε εισοδήματα και υπήρχε κόλλημα με τα πόθεν έσχες της και συνεπώς όχι επειδή εξέλιπε η «αβροφροσύνη» του προς το πρόσωπό της, δηλαδή αν δεν συνέτρεχε αυτό το φορολογικής φύσεως τυπικό κώλυμα, συνάγεται σαφώς ότι αυτός είχε πραγματικά τη διάθεση και οι αγορές αυτές να γίνουν στο όνομα αμφοτέρων δίχως να προβάλλει ότι είχε άλλους λόγους να αποφύγει κάτι τέτοιο αναγόμενους στο πρόσωπό του ή στο πρόσωπο της ενάγουσας, ούτως αφενός αναγνώριζε στο πρόσωπό της σημαντική συμβολή στην μέχρι τότε περιουσιακή τους πορεία, αφετέρου προσέβλεπε και στη μελλοντική ανάλογη συμβολή της κατά τον τρόπο που αυτή ηδύνατο προς τούτο και προφανώς ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν εργαζόταν με την τυπική έννοια, αφού η εργασία που αυτή παρείχε αν και άδηλη, παρά ταύτα ήταν συνεχής και πολυεπίπεδη. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι είναι αδιάφορο ότι τα ως άνω ακίνητα μεταβιβάστηκαν εξ ολοκλήρου στις θυγατέρες τους λόγω γονικής παροχής ή κατά περίπτωση και σε τρίτα πρόσωπα λόγω πώλησης, καθώς σαφώς αποδείχθηκε η εν τοις πράγμασι κοινή προηγούμενη απόκτησή τους από τους διαδίκους, η δε μεταβίβαση αυτών, όπως και οι επόμενες κινήσεις στις οποίες προέβησαν οι διάδικοι κατόπιν συναπόφασης, αποτέλεσαν ουσιαστικά την πορεία, βάσει της οποίας και κατέληξε να υπάρχει διαθέσιμο το επίμαχο χρηματικό ποσό του επίδικου κοινού λογαριασμού που θα αναφερθεί κατωτέρω. Ακολούθως, τα έτη 2010- 2011 ολοκληρώθηκαν οι ως άνω οικοδομές και λόγω της γενικευμένης οικονομικής κρίσης οι διάδικοι σταμάτησαν κάθε δραστηριότητα, ενώ το έτος 2011 παντρεύτηκε η δευτερότοκη θυγατέρα τους και επ’ ευκαιρία του γάμου της, οι διάδικοι αποφάσισαν να διανείμουν στις θυγατέρες τους την περιουσία που είχε απομείνει μετά από τις πωλήσεις ακινήτων, στις οποίες προέβησαν προκειμένου να εξοφληθούν οφειλές τους, οπότε τα ακίνητα που είχαν αποκτηθεί αποκλειστικά στο όνομα του εναγόμενου, για λόγους που αφορούσαν το πόθεν έσχες της ενάγουσας, όπως έγινε λόγος ανωτέρω, αλλιώς θα είχαν αποκτηθεί στο όνομα αμφοτέρων, τα μεταβίβασε στις θυγατέρες τους τα διαμερίσματα με τις αποθήκες και τις θέσεις στάθμευσης των οικοδομών της οδού …… και της οδού …….., ενώ οι διάδικοι κράτησαν μόνο την διώροφη εξοχική κατοικία στην Τροιζηνία, που ανήκε κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ αυτών και όλες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της οδού ………, όπου βρισκόταν και η οικογενειακή τους στέγη. Σημειώνεται ότι οι διάδικοι είχαν σκοπό να πωλήσουν δύο διαμερίσματα της οδού …….. και με το τίμημα να εξοφλήσουν τα δάνεια, πλην όμως τούτο δεν κατέστη εφικτό λόγω της οικονομικής κρίσης, οπότε τα μεταβίβασε ο εναγόμενος και αυτά στις θυγατέρες τους. Ακολούθως, στις 16-05-2012 οι διάδικοι άνοιξαν στην τράπεζα HSBC κοινό τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου με αριθμό ……… και IBAN GR ………………, όταν είχαν πλέον σταματήσει κάθε επαγγελματική και οικοδομική δραστηριότητα λόγω της γενικευμένης οικονομικής κρίσης, ενώ ο εναγόμενος ήταν ήδη συνταξιούχος αρκετά έτη και οι θυγατέρες τους είχαν εξασφαλιστεί με τις μεταβιβάσεις της ακίνητης περιουσίας σε αυτές, έχοντας επιπλέον εδραιωθεί στον επαγγελματικό τομέα, ώστε αποφάσισαν οι διάδικοι, αφού τακτοποιήσουν κάποιες οφειλές, να αποταμιεύσουν το ποσό που είχε απομείνει από τις κατασκευές και πωλήσεις ακινήτων, τις γονικές παροχές και την εξόφληση δανείων, στον ως άνω κοινό λογαριασμό, στον οποίο ως συνδικαιούχοι ορίστηκαν τυπικά, για την περίπτωση ανάγκης, χωρίς να έχουν ουσιαστική ανάμειξη στην κίνηση του λογαριασμού, αλλά ούτε και συνεισφορά στην αποταμίευση οι θυγατέρες τους, όπως εξάλλου συνομολογεί τούτο και ο εναγόμενος. Ο επίδικος λογαριασμός λειτουργούσε ως αποταμιευτικός, ενώ ποσά από αυτόν τοποθετούνταν κατά καιρούς και σε άλλα τραπεζικά προϊόντα επ’ονόματι των διαδίκων, ήτοι δεν αποτελούσε λογαριασμό καθημερινής χρήσης, ούτε εξυπηρετούσε άλλες ανάγκες, όπως την εξόφληση κάποιου δανείου, ούτε όμως κατατέθηκε σε αυτόν το ποσό που έλαβε ο εναγόμενος κατά την αφυπηρέτησή του το έτος 2004 ως εφάπαξ και ως έξοδα μεταστέγασης, όπως αυτός διατείνεται, αφού τα χρήματα αυτά είχαν προ πολλού αναλωθεί στις οικοδομικές ως άνω δραστηριότητες, για τις οποίες εξάλλου, όπως ελέχθη ανωτέρω είχαν προβεί σε υπερδανεισμό. Στον ως άνω κοινό λογαριασμό κατέθεσαν στις 21-05-2012 ποσό 180.000€, το οποίο αυθημερόν τοποθέτησαν σε αμοιβαίο κεφάλαιο, και στις 13-06-2012 κατέθεσαν ποσό 40.000€ το οποίο στις 15-06-2012 το τοποθέτησαν ομοίως σε αμοιβαίο κεφάλαιο, τα οποία, τον Ιανουάριο του έτους 2013 τα εξαγόρασαν και ανέλαβαν το σύνολο των καταθέσεων από την τράπεζα συνολικού ποσού 218.957,09€ και αφού κράτησαν κάποια από τα χρήματα για την κάλυψη των δόσεων των δανείων και λοιπών αναγκών τους, τοποθέτησαν το υπόλοιπο ποσό των 210.000€ σε κοινή προθεσμιακή κατάθεση στο ΤΠΔ λόγω της υψηλής απόδοσης των προθεσμιακών καταθέσεων, στην οποία ορίστηκαν επίσης τυπικά ως συνδικαιούχοι και οι θυγατέρες τους, όπως και ανωτέρω, ωστόσο, στις 29-07-2014 χρειάστηκαν χρήματα και για το λόγο αυτό ζήτησαν προεξόφληση του ποσού των 15.000€ με ανερχόμενη πλέον την κοινή προθεσμιακή τους κατάθεση στο ποσό των 195.000€. Περαιτέρω, το έτος 2015 ζήτησαν συνολική προεξόφληση αυτής και από το ως άνω ποσό που ανέλαβαν κράτησαν κάποιο ποσό σε μετρητά λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν στη χώρα (capital controls) και για κάποιες εργασίες στα ακίνητα, για τις οποίες δεν επαρκούσαν τα εισοδήματά τους, τα οποία προέρχονταν από τη σύνταξη του εναγόμενου, τα μισθώματα της οδού …….. και τους τόκους της κοινής προθεσμιακής κατάθεσης, ώστε αποφάσισαν το ποσό των 150.000€, που είχαν υπολογίσει ότι απέμενε μετά τις ανάγκες που έπρεπε να καλυφθούν, να το καταθέσουν στον κοινό λογαριασμό στην τράπεζα HSBC και να το επενδύσουν σε αμοιβαία κεφάλαια, όπως και έπραξαν τον Φεβρουάριο του έτους 2015, με ενδεικτική αποτίμηση στις 30-03-2015 149.974,07 €. Παράλληλα, η ενάγουσα μετά το θάνατο των γονέων της είχε αναλάβει και τα ποσά που της είχε αφήσει έκαστος αυτών από τους κοινούς αυτήν τραπεζικούς λογαριασμούς και δη ποσό 12.896,42€ από αυτόν της μητέρας της και 15.552,96€ από του πατέρα της, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα μετ’επικλήσεως αποσπάσματα των οικείων βιβλιαρίων, ποσά τα οποία και συμπεριέλαβε στο κοινό ταμείο με τον εναγόμενο και προς κάλυψη των αναγκών τους, όχι με την έννοια ότι τροφοδότησαν απευθείας τον κοινό λογαριασμό, αλλά με την έννοια ότι δεν τα διατήρησε αυτά αυτοτελώς ούτε τα κατέθεσε σε ατομικό της λογαριασμό. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η πρωτότοκη θυγατέρα τους είχε αγοράσει ένα ακίνητο στον …… Τροιζηνίας, το οποίο αποφάσισε να αναπαλαιώσει με τον πατέρα της-εναγόμενο, χωρίς τη συνδρομή της ενάγουσας και της αδελφής της. Για τις εργασίες αναπαλαίωσης, ο εναγόμενος δαπάνησε, με τη συναίνεση της ενάγουσας, από τις κοινές οικονομίες τους το ποσό των 35.000€ περίπου, μέχρι το έτος 2016, οπότε και ολοκληρώθηκαν οι εργασίες, από το ως άνω ποσό, το ποσό των 30.000€ είχε αναληφθεί τμηματικώς από τον επίδικο κοινό λογαριασμό το έτος 2016, ενώ η θυγατέρα τους επέστρεψε το συνολικό ποσό των 35.000€ τμηματικά με μηνιαίες καταβολές μέσα στα επόμενα, μετά το 2016, έτη, μέσω της παραχώρησης σε αυτούς ενός μισθώματος από ακίνητο ιδιοκτησίας της στην οικοδομή της οδού ……, χρήματα με τα οποία μαζί με τα υπόλοιπα διαθέσιμά τους κατάφεραν και εξυπηρέτησαν και τις δόσεις των δανείων, οι οποίες ανέρχονταν περίπου στα 2.000€ μηνιαίως και κάλυψαν τις λοιπές ανάγκες και υποχρεώσεις τους. Ακολούθως, η μέχρι τότε αρμονική έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διαταράχθηκε σοβαρά το έτος 2016, η δε ενάγουσα τον Μάιο του έτους 2017 πραγματοποίησε και μια συνεδρία κοινωνικής στήριξης και μια συνεδρία νομικής στήριξης σε θέματα ενδοοικογενειακής βίας στο Τμήμα Καταπολέμησης Βίας κατά των γυναικών του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, όπως αποδεικνύεται από με αρ.πρωτ……./05-07-2022 έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας, ενώ ο γάμος τους λύθηκε αμετάκλητα δυνάμει της 3155/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (βλ. το με αρ……./19-06-2025 πιστοποιητικό περί μη ασκήσεως τακτικών ή έκτακτων ένδικων μέσων κατά της απόφασης αυτής, της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών), λόγω υπερδιετούς διάστασης και δη από τα τέλη του έτους 2019, ενώ στις αρχές του καλοκαιριού του έτους 2022, ο εναγόμενος αποχώρησε οριστικά από τη συζυγική στέγη, η δε ενάγουσα απευθύνθηκε στον ΟΑΕΔ για την ανεύρεση εργασίας, και πράγματι προσελήφθη για ένα έτος, μέσω του προγράμματος «55-67» στο ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ, ενώ στη συνέχεια η σύμβασή της ανανεώθηκε για ένα έτος ακόμη, και δη μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2024. Ωστόσο, πριν ακόμη ο εναγόμενος αποχωρήσει από τη συζυγική οικία και ενώ οι διάδικοι ήταν σε διάσταση, και παρότι τον Ιούλιο του έτους 2019 είχαν μόλις επενδύσει σε αμοιβαίο κεφάλαιο ποσό 112.475€ από την κοινή αποταμίευση που ήταν κατατεθειμένα στην ως άνω τράπεζα και δη στον επίδικο κοινό τους λογαριασμό, αυτός προέβη τον Σεπτέμβριο του έτους 2019, όπως διαπίστωσε η ενάγουσα αρκετά μεταγενέστερα, σε πρόωρη εξαγορά του αμοιβαίου κεφαλαίου και τελικώς την 01-10- 2019 ανέλαβε εν αγνοία της και χωρίς την έγκριση, εντολή ή συναίνεσή της, το συνολικό ποσό των κοινών τους καταθέσεων ύψους 118.609,64€, το οποίο μετέφερε στον με αριθμό ………………… κοινό λογαριασμό της ίδιας ως άνω τράπεζας, με συνδικαιούχους τον ίδιο και την πρωτότοκη θυγατέρα τους …….., όπως αποδεικνύεται από το αντίγραφο αυτού που προσκόμισε μετ’επικλήσεως ο εναγόμενος-εκκαλών στην παρούσα δίκη, στον οποίο δεν είναι η ενάγουσα συνδικαιούχος. Το γεγονός αυτό, η ενάγουσα το πληροφορήθηκε τον Αύγουστο του έτους 2021 όπως γίνεται λόγος κατωτέρω, ο δε εναγόμενος αρνήθηκε να της αποδώσει το 50% αυτού, εκ ποσού 59.304,82€, το οποίο της αναλογεί, καθώς σύμφωνα με όσα ελέχθησαν ανωτέρω, οι διάδικοι καθ’ όλη τη διάρκεια του γάμου τους είχαν κοινό ταμείο, κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, τους οποίους κινούσαν αμφότεροι, κοινή αποταμίευση και απέκτησαν ακίνητα για χρήση και πορισμό σταθερού μηνιαίου εισοδήματος κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενώ είχαν αναλάβει και δανειακές υποχρεώσεις από κοινού. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος εργαζόταν ως υπαξιωματικός του ΠΝ επισήμως και παράλληλα στο ξυλουργείο ατύπως, δεν αναιρεί τη συνεισφορά της ενάγουσας στην όλη οικονομική τους πορεία, η συμβολή της οποίας, πλέον της ανατροφής των τέκνων τους και των οικιακών εργασιών που είχε αυτή αποκλειστικά αναλάβει, τόσο στο ξυλουργείο όσο και στις οικοδομήσεις που επιχείρησαν, με άδηλη εργασία όπως ελέχθη αναλυτικά ανωτέρω, υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική, την οποία αναγνώρισε και ο εναγόμενος εν τοις πράγμασι, όπως επίσης ελέχθη ανωτέρω, η συμφωνία επομένως που τους συνέδεε ήταν τα χρήματα του επίδικου κοινού λογαριασμού που είχαν αποταμιεύσει μετά τις μεταβιβάσεις των ανωτέρω ακινήτων, να τα κατέχουν από κοινού για να είναι εξασφαλισμένοι στα γεράματά τους, και τούτο χωρίς να ενδιαφέρει ποιος εισέφερε το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων στο λογαριασμό αυτό. Εξ ετέρου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός του εναγόμενου ότι με την ενάγουσα τον συνέδεε σύμβαση εντολής, δυνάμει της οποίας αυτή διαχειριζόταν τα χρήματα του κοινού λογαριασμού μόνο κατόπιν εντολής του, ήτοι ότι αυτή μπορούσε να προβαίνει σε αναλήψεις χρηματικών ποσών για να του τα αποδώσει ή για να τα χρησιμοποιήσει για τις οικογενειακές ανάγκες τους (ιδίως πληρωμές αναφορικά με δαπάνες ανέγερσης οικοδομών κλπ.), αφού οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του δεν κρίνονται πειστικές, αφού όσα αναφέρουν σχετικά τα έχουν πληροφορηθεί από τον εναγόμενο, αναιρούνται δε από όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά. Ούτε όμως ενδιαφέρει την παρούσα δίκη η κίνηση του κοινού με την πρωτότοκη θυγατέρα του λογαριασμού στον οποίο μετέφερε ο εναγόμενος τα χρήματα από τον επίδικο κοινό λογαριασμό, καθώς δεν προβλήθηκαν πρωτοδίκως τυχόν αξιώσεις του από τα δάνεια που έλαβαν κατά την κοινή τους πορεία με την ενάγουσα, είτε από κοινού είτε ατομικά αλλά προς επίτευξη των κοινών τους στόχων, ήτοι τη δημιουργία αξιόλογης περιουσίας. Ο ισχυρισμός, εξάλλου, του εναγόμενου, ότι σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, εάν πράγματι η ενάγουσα θεωρούσε ότι δικαιούται το ήμισυ του επίδικου κοινού λογαριασμού θα είχε κινηθεί δικαστικά ήδη από τον Οκτώβριο του έτους 2019 που απέσυρε το σύνολο των χρημάτων, δεδομένου ότι οι σχέσεις τους είχαν διαταραχθεί από το έτος 2017 ή τουλάχιστον από τις 02-06-2022 που αποχώρησε οριστικά από τη συζυγική οικία και όχι [5] έτη μετά, είναι αβάσιμος καθώς δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα γνώριζε ήδη από τον Οκτώβριο του έτους 2019 ότι ο εναγόμενος είχε προβεί στην παραπάνω ενέργεια, καθώς παρά τα προβλήματα στο γάμο τους είχαν αποφασίσει από κοινού τον Ιούλιο του ίδιου έτους την επένδυση σε αμοιβαίο κεφάλαιο του ποσού των 112.475€, συνεπώς ως προς τη διαχείριση των οικονομικών τους εξακολουθούσαν να λειτουργούν από κοινού, ενώ μετά την τοποθέτηση αυτή θα ήταν μη αναμενόμενη, κατά την κοινή πείρα, μια τέτοια κίνηση, ήτοι η τόσο πρόωρη εξαγορά του αμοιβαίου κεφαλαίου, ώστε η ενάγουσα δεν είχε λόγο να υποψιαστεί ότι αυτός σχεδίαζε μια τέτοια κίνηση, αντίθετα αυτή πληροφορήθηκε σχετικά τον Αύγουστο του έτους 2021, όταν ζήτησε ενημέρωση από την ανωτέρω τράπεζα για την κατάσταση του λογαριασμού, επειδή είχε πολύ καιρό να λάβει τη σχετική τρίμηνη ενημέρωση από την τράπεζα, χρονικό σημείο κατά το οποίο οι διάδικοι διέμεναν ακόμη μαζί, η δε ενάγουσα αποφάσισε να κινηθεί εναντίον του μετά την οριστική του αποχώρηση από τη συζυγική στέγη και την άσκηση αντίθετων αγωγών διαζυγίου και αφού συνειδητοποίησε ότι δεν επρόκειτο να βρεθεί συμβιβαστική λύση επί του θέματος αυτού. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα δικαιούται το ήμισυ του υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού, του οποίου ουσιαστικοί συνδικαιούχοι ήταν αυτή με τον εναγόμενο, με τη τυπική συμμετοχή των δύο θυγατέρων τους, κατά τα αναλυτικώς ανωτέρω διαλαμβανόμενα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με εν μέρει ελλιπείς και εσφαλμένες αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει να αντικατασταθούν και να συμπληρωθούν με τις προπαρατεθείσες (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) και οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι εφέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα, τυγχάνουν αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος είχε προβάλει πρωτόδικα την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 του ΑΚ), την οποία ωστόσο δεν επανέφερε με λόγο εφέσεως αλλά με τις προτάσεις του, ως εκ τούτου, εφόσον η δευτεροβάθμια δίκη οριοθετείται από τους λόγους εφέσεως (άρθρο 522 του ΚΠολΔ), το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να την εξετάσει (ΑΠ 906/2024, ΑΠ 338/2023, ΑΠ 1845/2023, ΑΠ 1065/2021, ΑΠ 6/2017, ΑΠ 2147/2014, ΑΠ 343/2013), τυχόν δε αυτεπάγγελτη εξέτασή της καθιστά την απόφαση αναιρετέα (ΑΠ 2133/2025, ΑΠ 1592/2023). Κατόπιν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη κατ’ουσίαν. Τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον εκκαλούντα κατά την άσκηση της έφεσής του, e παράβολου του Δημοσίου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας του στη δίκη (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔικ), όπως επίσης ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 17-06-2025 (αρ.εκθ.καταθ. …/ …./18-06-2025) έφεση κατά της 2408/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Δέχεται την ως άνω έφεση τυπικά και την απορρίπτει κατ’ουσίαν.
Διατάσσει την εισαγωγή του με κωδικό αριθμό ……../2025 e παράβολου του Δημοσίου, που κατατέθηκε από τον εκκαλούντα κατά την άσκηση της έφεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, παρουσία και της γραμματέως στις 9.6.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ