Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 424/2026

EΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός    424/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Σωκράτη Γαβαλά, Εφέτη και Κωνσταντίνο Σπυράκο, Εφέτη – Εισηγητή και από τη  Γραμματέα  Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………….,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

Α) Του εκκαλούντος : …………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ψυχάρη (AM ΔΣΑ ………………).

Της εφεσίβλητης: εταιρίας με την επωνυμία «…………….», που εδρεύει στις ……………….. κι εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα – Κωνσταντίνο Τζήμα (AM ΔΣΠ …………..).

Β) Της προσθέτως παρεμβαίνουσας:  εταιρίας με την επωνυμία «…………..» που εδρεύει στη …….. (……………..) κι εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Δίγκα (AM ΔΣΠ …………).

Του καθ’ ου η πρόσθετη παρέμβαση: ……………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ψυχάρη (AM ΔΣΑ …..).

Της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση: εταιρίας με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στις ………………, κι εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα – Κωνσταντίνο Τζήμα (AM ΔΣΠ ………..).

Η εφεσίβλητη – υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 28.3.2023 (αρ. κατ.  ………./2023) αγωγή κατά του εκκαλούντος- καθ’ ου η πρόσθετη παρέμβαση, επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η 2584/2024 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου (τακτική διαδικασία) που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Την ως άνω απόφαση προσέβαλε, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο εναγόμενος με την από 27.9.2024 έφεση  (αρ. κατ. Πρωτ. …………/2024 και αρ. κατ. Εφετ ………/2024), η οποία προσδιορίσθηκε να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 5.6.2025 και κατόπιν αναβολής κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας. Ακολούθως, η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για την εκκρεμή δίκη την από 2.5.2025 (αρ. κατ. ………../2025) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης και κατά του εκκαλούντος, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αρχικά η 5.6.2025 και κατόπιν αναβολής η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη δικάσιμο αυτή η έφεση και η πρόσθετη παρέμβαση εκφωνήθηκαν κατά τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκαν. Κατά τη συζήτησή τους στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Φέρονται ενώπιον του Δικαστηρίου προς συζήτηση α) η από 27.9.2024 (αρ. κατ. Πρωτ. …………./2024 και αρ. κατ. Εφετ ……./2024) έφεση και β) η από 2.5.2025 (αρ. κατ. ……../2025) πρόσθετη παρέμβαση, η οποία πρέπει να συνεκδικαστεί με την έφεση, αφού δεν έχει αυτοτέλεια έναντι αυτής, αλλά εξαρτάται από την κύρια δίκη που ανοίχθηκε με την έφεση, από την οποία δεν μπορεί να χωριστεί (ΑΠ 1426/2013, ΕφΑΘ 4499/2000 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 4355/2002, ΕλλΔ/νη 2004.206), η δε συνεκδίκασή τους διευκολύνει τη διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 31, 246, 524 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η υπό κρίση από 27.9.2024 (αρ. κατ. πρωτ. ………/2024 και αρ. κατ. εφετ. ………./2024) έφεση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος κατά της 2584/2024 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των  διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 28.3.2023 (με αρ. κατ.  ……../ 2023) αγωγής της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, ασκήθηκε σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπροθέσμως (αρ. 144 § 1, 145, 495 §§1, 2, 3, 496, 499, 500, 511, 513 §1 εδάφ. α΄, 516 § 1, 517 εδάφ. α΄, 518 § 1 και 520 §1 ΚΠολΔ), δια καταθέσεώς της στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 27.9.2024, ήτοι εντός της οριζόμενης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στον εκκαλούντα, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 3.9.2024, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση επί του επιδοθέντος σε αυτόν αντιγράφου της εκκαλουμένης, από τον δικαστικό επιμελητή …………… Επομένως, φερόμενη νομίμως ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, που είναι αρμόδιο για την εκδίκασή της ενόψει και της ναυτικής φύσης της διαφοράς (άρθρα 19 και 31 παρ.1 του ΚΠολΔ, και 51 παρ.6 στοιχ. α΄του ν.2172/1993), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 522 και 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), κατά την ίδια όπως και πρωτοδίκως διαδικασία με την επισήμανση ότι για το παραδεκτό της άσκησης της έφεσης καταβλήθηκε το με αριθμό ……………. e- παράβολο ποσού 150 ευρώ σε συνδυασμό με το από 26.9.2024 αποδεικτικό πληρωμής της ΑLPHΑ ΒΑΝΚ.

Με την από  28.3.2023 αγωγή της η, ήδη  εφεσίβλητη, εταιρία πλοιοκτησίας, εφοπλισμού και διαχείρισης εμπορικών πλοίων, εξέθετε ότι δυνάμει του από 4.5.2018 ναυλοσυμφώνου, ναύλωσε από την κυρία του πλοίου εταιρία με την επωνυμία «………….», το υπό σημαία …. φορτηγό πλοίο με το όνομα «C» νηολογίου ….. ……., δυνάμενη να το εκναυλώνει περαιτέρω σε τρίτους, σύμφωνα με τους όρους του ως άνω ναυλοσυμφώνου. Ότι ο εναγόμενος τυγχάνει ναυτιλιακός επιχειρηματίας ασχολούμενος με ναυλώσεις πλοίων, ο οποίος δραστηριοποιείται από το 2009 υπό το εταιρικό όχημα με το όνομα – τίτλο «………..», που έδρευε στη …….., όντας ο μοναδικός άλλως ο κύριος μέτοχος λαμβάνων τις αποφάσεις διοίκησης και διαχείρισης της εταιρίας. Ότι στα πλαίσια  των δραστηριοτήτων τους, τον Αύγουστο του 2018 ήρθαν σε διαπραγματεύσεις διά της ναυλομεσίτριας εταιρίας με την επωνυμία «……….» για την υπεκναύλωση του ανωτέρω πλοίου  προς την ως άνω εταιρία που εκπροσωπούσε ο εναγόμενος, ο οποίος έκανε προσωπικά τις διαπραγματεύσεις για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας του και έπεισε την ενάγουσα, ότι αντισυμβαλλόμενη υποναυλώτρια του πλοίου ήταν η αναφερθείσα εταιρία με την επωνυμία «……………..», με έδρα στη …….., η οποία ήταν φερέγγυα και αξιόπιστη έχουσα μακρά και επιτυχημένη επιχειρηματικά ιστορική διαδρομή στο χώρο. Ότι ο εναγόμενος έδωσε την από 1-9-2018 εντολή προς τους ναυλομεσίτες να καταρτίσουν το οριστικό Ανακεφαλαιωτικό Μήνυμα Ναύλωσης (FIXTURE RECAP), στο όνομα της εταιρίας αυτής («……………..»), επισυνάπτοντας πολυσέλιδη παρουσίασή της με εκτενές ιστορικό και αναφορά στις ναυλώσεις που είχε καταρτίσει ως τότε. Ότι η ενάγουσα, βασιζόμενη στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις του εναγόμενου, προέβη στην κατάρτιση του ανωτέρω από 1-9-2018 ναυλοσυμφώνου πεπεισμένη ότι κατήρτισε τη συμφωνία με αντισυμβαλλόμενη τη δανέζικη εταιρία «………………», που δραστηριοποιούνταν στον ναυτιλιακό χώρο από το 2009, έχοντας μακρύ ιστορικό ναυλώσεων και μεγάλο κύκλο εργασιών. Ότι όπως έγινε αργότερα γνωστό, οι ανωτέρω παραστάσεις του εναγομένου ήταν ψευδείς καθώς η ανωτέρω δανική εταιρία είχε λυθεί ήδη από το έτος 2015. Ειδικότερα ότι η παράδοση του πλοίου έγινε στην υποναυλώτρια στις 2-9-2018 και έκτοτε αυτή το χρησιμοποίησε για τους εμπορικούς της σκοπούς, ότι σύμφωνα με τον όρο 89 του από 1-9-2018 μεταξύ τους ναυλοσυμφώνου, η υποναυλώτρια είχε αναλάβει  την υποχρέωση να μην επιβαρύνει την ενάγουσα με οποιαδήποτε έξοδα λειτουργίας, περιλαμβανόμενων ρητά των καυσίμων. Ότι την 1-10-2018 η υποναυλώτρια προμηθεύτηκε καύσιμα αξίας 239.689,90 δολ. ΗΠΑ από την εταιρία με την επωνυμία «……………..» στο λιμάνι Ceuta της Ισπανίας, η οποία εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο στο όνομα της εταιρίας με επωνυμία «……………..», ότι η ανωτέρω εταιρία, που έδρευε στις ………., εισήλθε στην έννομη σχέση αυθαίρετα, από τον εναγόμενο χωρίς προηγούμενη δική της έγκριση και ενημέρωση, ότι η υποναυλώτρια δεν εξόφλησε την αξία των καυσίμων που προμηθεύτηκε και για τον λόγο αυτό η προμηθεύτρια εταιρία κίνησε νομικές διαδικασίες, πετυχαίνοντας την απαγόρευση του απόπλου του πλοίου, δυνάμει της από 29-11-2018 απόφασης του Εμπορικού Δικαστηρίου του Mykolaiv της Ουκρανίας, προς εξασφάλιση της ανωτέρω ναυτικής της απαίτησης. Ότι η ίδια, προκειμένου να μειώσει την περαιτέρω ζημία της εκ της καθυστερήσεως του πλοίου δεδομένου ότι οι υποχρεώσεις της ήταν ενεργές προς την κυρία του πλοίου εταιρία με την επωνυμία «…………», εξόφλησε  στις 30-11-2018, που είναι η ημερομηνία επέλευσης της ζημίας της, την αξία του τιμολογίου των παραπάνω καυσίμων και έτσι επετράπη ο απόπλους του πλοίου διά της από 3-12-2018 αποφάσεως του Εμπορικού Δικαστηρίου του Mykolaiv της Ουκρανίας. Επιπρόσθετα, λόγω της κράτησης του πλοίου η ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει αφενός μεν σε τρίτους διά της πράκτορα του πλοίου πρόσθετα έξοδα και δαπάνες (κόστος μεθόρμισης σε θέση ακινησίας, λιμενικά τέλη κτλ) ανερχόμενα στο ποσό των 118.859 δολ. ΗΠΑ, αφετέρου δε στην κυρία του πλοίου τον ημερήσιο ναύλο που η ίδια της όφειλε το διάστημα που το πλοίο παρέμενε δεσμευμένο με υπαιτιότητα των υποναυλωτών αξίας 43.143,75 δολ. ΗΠΑ, ενώ η υποναυλώτρια της όφειλε επιπλέον και το ποσό των 37.050,88 δολ. ΗΠΑ για δεδουλευμένους ναύλους του πλοίου, πληρωτέους κατά την επαναπαράδοση του πλοίου στις 11-10-2018 καθώς και την αξία των καυσίμων που το πλοίο κατανάλωσε κατά το διάστημα της ακινησίας του, ποσού 6.204 δολ. ΗΠΑ. Προς ικανοποίηση των αξιώσεών της κίνησε την προβλεπόμενη διαιτητική διαδικασία σε βάρος της εταιρίας με την επωνυμία «…….» σύμφωνα με σχετικό όρο του ναυλοσυμφώνου, στην οποία η τελευταία δεν συμμετείχε, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των 239.689 δολ. ΗΠΑ και 156.910.70 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Ακολούθως η ενάγουσα άσκησε την υπ’ αριθ. καταθέσεως ……../2018 αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης των τραπεζικών λογαριασμών της εταιρίας «………….» μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ προς εξασφάλιση των ανωτέρω απαιτήσεών της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, που έγινε δεκτή δυνάμει της υπ’ αριθ. 471/2019 απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, πλην όμως οι λογαριασμοί της δεν είχαν διαθέσιμο υπόλοιπο προς κατάσχεση. Έκτοτε η ενάγουσα ουδέν έλαβε ούτε από τη «………..», που έδρευε στη …… ούτε από τη «……….», που έδρευε στις νήσους …….. ούτε από τον εναγόμενο. Ότι στη συνέχεια η ενάγουσα μετά από έρευνά της πληροφορήθηκε ότι οι δύο εταιρίες, η δανέζικη και η των …………, που είχαν ίδια επωνυμία, ίδια ηλεκτρονική διεύθυνση και ίδια διεύθυνση γραφείων στην Ελλάδα, ουδέποτε συνυπήρξαν στην Ελλάδα ταυτόχρονα έχοντας κοινό σύνδεσμο μεταξύ τους, όπως νόμιζε, αλλά ουσιαστικά μετά τη λύση της πρώτης στη …….. ιδρύθηκε το γραφείο εγκατάστασης της δεύτερης στην Ελλάδα, ότι επομένως ο εναγόμενος, κάνοντας χρήση διαφορετικών νομικών οντοτήτων με διευθυντή τον ίδιο και την ίδια πάντοτε εγκατάσταση στην Ελλάδα, προσπαθούσε να διαφύγει των αυξανόμενων οικονομικών του υποχρεώσεων. Ότι κατά συνέπεια, λόγω της παραπάνω απατηλής και παραπλανητικής συμπεριφοράς του εναγόμενου, η ενάγουσα υπέστη τη στο δικόγραφο αναλυτικά περιγραφόμενη ζημία, την οποία δικαιούται να αξιώσει από τον τελευταίο. Με αυτό το ιστορικό, η ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να της καταβάλει για την αναφερόμενη ως άνω αιτία, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση, το ποσό των: α) 104.921,76 ευρώ, για τα αναλυόμενα στην αγωγή έξοδα στα οποία υπεβλήθη συνεπεία της δέσμευσης του πλοίου στο Mykolaiv, και β) το ισόποσο σε ευρών των 326.087,39 δολ. ΗΠΑ και δη i) 239.689 δολ. ΗΠΑ για την εξόφληση της οφειλής της …………., ii) 37.050,64 δολ. ΗΠΑ, ως υπόλοιπο λογαριασμού ναύλωσης κατά τη στην αγωγή ανάλυση, iii) 43.143,75 δολ. ΗΠΑ για ναύλους που υποχρεώθηκε να καταβάλει στην πλοιοκτήτρια για το διάστημα δέσμευσης του πλοίου από τις 30.11.2018  έως τις 4.12.2018, οπότε της παραδόθηκε και iv) 6.204 δολ. ΗΠΑ για ανάλωση καυσίμων ίδιου διαστήματος, ήτοι συνολικά ποσό 286.690,40 ευρώ με βάση την ισοτιμία ευρώ / δολαρίου ΗΠΑ κατά τους αναφερόμενους χρόνους επέλευσης εκάστου επιμέρους κονδυλίου ζημίας, άλλως, κατά σειρά επικουρικότητας με βάση την ισοτιμία ευρώ / δολαρίου, κατά τον χρόνο καταβολής των επιδικασθεισών οφειλών, άλλως κατά τον χρόνο κατάθεσης της αγωγής (301.555,84 ευρώ), άλλως κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής, με το νόμιμο τόκο δε τα ανωτέρω ποσά από την ημερομηνία, που η ενάγουσα υπέστη έκαστη των ανωτέρω ζημιών άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση μέχρι ενός έτους κατά του εναγομένου ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσής της και τέλος, να καταδικαστεί ο εναγόμενος  στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη  και νόμιμη, πλην του ανωτέρω υπό (βiii) κονδυλίου το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο και του αιτήματος τοκοδοσίας το οποίο έκρινε νόμιμο μόνο για το μετά την επίδοση της αγωγής διάστημα, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 343.365,72 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης ενώ απέρριψε τα παρεπόμενα αιτήματα κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής και απαγγελίας προσωπικής κράτησης του εναγομένου. Με την ένδικη  έφεσή του, ο εκκαλών ζητεί, για τους λόγους που εκτίθενται ειδικότερα σε αυτή και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αντιφατική και ελλιπή αιτιολογία και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η εναντίον του αγωγή, καταδικαζομένης της  εφεσίβλητης στη δικαστική του δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης, που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής του από τις αντανακλαστικές συνέπειές της. Ως τρίτος, δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ., νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιονδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 1171/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου ή της εκτελεστότητας ή της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του (βλ. Νίκα σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ I 2000, άρθρο 83, αριθ. 1, σελ. 193). Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Ο τρίτος, στην περίπτωση της πρόσθετης παρέμβασης, αντιδικεί μόνο με τον αντίδικό του υπέρ ου και στο πλαίσιο της εκκρεμούς ήδη έννομης σχέσης δίκης, η οποία εξακολουθεί να έχει ως υποκείμενα τον υπέρ ου και τον αντίδικό του, υπό την έννοια ότι δεν δημιουργείται με την πρόσθετη παρέμβαση νέα έννομη σχέση δίκης (βλ. Κουτσούκο, Η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή 1999, παρ. 1.1, σελ. 29 – 30). Εν προκειμένω, εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η ασκηθείσα με ιδιαίτερο δικόγραφο από 2.5.2025 με αριθμό κατάθεσης ……………../2025 πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας «……….» υπέρ της εφεσίβλητης. Επικαλούμενη, δε, άμεσο έννομο συμφέρον, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια της κύριας δίκης, κατέστη δικαιούχος της επίδικης απαίτησης κατόπιν εκχώρησής της σε αυτήν από την αρχική δικαιούχο εφεσίβλητη (άρθρο 225 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠολΔ), δυνάμει της από 16.9.2024 σύμβασης εκχώρησης, την οποία ανήγγειλε στον εκκαλούντα μέσω της ένδικης παρέμβασης, ζητεί να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση, για τους λόγους που αναφέρει στο δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης, καθώς και να καταδικαστεί ο εκκαλών – καθ’ ου η πρόσθετη παρέμβαση στα δικαστικά της έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η παρέμβαση αρμοδίως εισάγεται στο παρόν Δικαστήριο, είναι παραδεκτή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι έχει κοινοποιηθεί τόσο στον εκκαλούντα – καθ’ ου η παρέμβαση, όσο και στην εφεσίβλητη – υπέρ ης η παρέμβαση (όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. …΄ και …΄/5.5.2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών . ………) και είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 80 και 83 ΚΠολΔ, φέροντας τον χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (άρθρο 83 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτής που -κατά τη διάρκεια της δίκης- κατέστη ειδική διάδοχος του επιδίκου, κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1731/2011 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 1191/2003 ΧρΙΔ 2004/36, Δ/ΝΗ 2005/427). Από τα μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύεται ότι, πράγματι,  δυνάμει της από 16.9.2024 σύμβασης εκχώρησης που καταρτίσθηκε μεταξύ της εφεσίβλητης και της παρεμβαίνουσας, η τελευταία απέκτησε λόγω εκχώρησης από την πρώτη, μεταξύ άλλων και, όλες τις απαιτήσεις και τα δικαιώματά της κατά του εκκαλούντος από την έννομη σχέση που περιγράφεται στην αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη, η εκχώρηση δε αναγγέλθηκε στον εκκαλούντα δια της επίδοσης της ένδικης παρέμβασης, που έλαβε χώρα στις 5.5.2025, όπως προκύπτει από την αναφερθείσα έκθεση επίδοσης. Επομένως πρέπει να συνεκδικαστεί, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω, με την έφεση.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 75/2020, ΤΝΠ Νόμος). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη. Για τη θεμελίωση του αιτιώδους συνδέσμου, στην περίπτωση αδικοπρακτικής απάτης, είναι αδιάφορο, αν οι παραπλανητικές ενέργειες ήταν η μοναδική αιτία της πλάνης, δεν αποκλείει δε τον αιτιώδη σύνδεσμο η ελαφρότητα, η αμέλεια και το ευεπίφορο του παθόντος στη δημιουργία πλάνης, που δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί σε ένα προσεκτικότερο ή συνετότερο άτομο (ΑΠ 1288/2025, ΑΠ 832/2022, ΑΠ 932/2014, Ιστοσελίδα ΑΠ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε άλλος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον ενέργεια. Ως “γεγονότα” νοούνται πραγματικά περιστατικά, αναγόμενα στο παρελθόν ή το παρόν, αλλά όχι εκείνα, τα οποία πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις και οι συμβατικές υποχρεώσεις, εκτός εάν οι τελευταίες συνδέονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, αναφερομένων στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζομένη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, ο οποίος έχει λάβει την απόφαση και έχει εξαρχής πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του (ΑΠ 766/2024, ΑΠ 1301/2015, Ιστοσελίδα ΑΠ). Ως πλάνη νοείται η ανεπίγνωστη διάσταση μεταξύ των παραστάσεων στη συνείδηση του διαθέτοντος και της πραγματικότητας, αρκεί δε και ελλιπής γνώση της πραγματικότητας, την οποία ο εξαπατώμενος θεωρεί πλήρη. Η πλάνη προϋποθέτει εσφαλμένη παράσταση, δηλαδή θετική παράσταση ενός αντιθέτου προς την πραγματικότητα γεγονότος, η δε απλή έλλειψη της παράστασης ενός αληθινού γεγονότος (ignorantia facti) δεν αποτελεί πλάνη, ενώ δεν παραπλανάται όποιος τελεί εν γνώσει της αναλήθειας των παραστάσεων ή διέγνωσε την αναλήθειά τους (ΣυμβΑΠ 1118/2014 ΠοινΧρ ΞΕ` 506, ΑΠ 372/2002 ΠοινΧρ ΝΒ` 983), παρά ταύτα δε προέβη σε επιζήμια για αυτόν δικαιοπρακτική ενέργεια. Εξάλλου όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 147, 149, 150, 151, 152 ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως ή εξαναγκάστηκε σε δήλωση βούλησης με απειλή, που ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη από τον άλλο ή από τρίτο, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (αρθρ.914 επ. ΑΚ), εφόσον η απάτη ή απειλή περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, δηλαδή να απαιτήσει αποζημίωση, κατά την έκταση που δικαιούται σε κάθε αδικοπραξία (ΑΠ 715/2011, Ιστοσελίδα ΑΠ). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις η απάτη και απειλή αντιμετωπίζονται στο δίκαιο υπό δύο έννοιες, ήτοι: α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος ή απειληθέντος, εξαιτίας της οποίας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσής του και β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απατήσαντος ή απειλήσαντος, η οποία γεννά σε βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης, κατά το άρθρο 914 του ΑΚ. Δεν ενδιαφέρει αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή ή μη, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βούλησης αίτια, αρκεί αυτή να υφίσταται κατά το χρόνο της δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος (ΑΠ 745/2020, Ιστοσελίδα ΑΠ). Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 156 ΑΚ “Η παραίτηση του δικαιούχου επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Η παραίτηση, ρητή ή σιωπηρή, δεν είναι αναγκαίον να απευθυνθεί σε άλλον”. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση παραίτησης από δικαιώματος (ρητή ή σιωπηρή) μπορεί να συναχθεί και από δηλώσεις ή πράξεις που γίνονται κυρίως για άλλο σκοπό, ενέχουν όμως συμπερασματικώς και άλλη δικαιοπρακτική βούληση, εκείνη της παραίτησης (ΑΠ 95/2010, ΑΠ 232/2005, ΤΝΠ Νόμος). Η παραίτηση προϋποθέτει γνώση του ελαττώματος και, συνεπώς, παραίτηση εκ των προτέρων δεν είναι δυνατή (ΑΠ 745/2020, ο.π.). Γενικώς, πρέπει να υπάρχει αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος αφ’ ενός μεν μεταξύ της απατηλής ενέργειας του δράστη και της πλάνης του άλλου, αφ’ ετέρου δε μεταξύ της πλάνης και της συμπεριφοράς, στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς και ενέχει περιουσιακή διάθεση, εάν δε ελλείπει ο αιτιώδης σύνδεσμος σε κάποια από τις ως άνω περιπτώσεις, δεν στοιχειοθετείται απάτη (ΣυμβΑΠ 1188/2014 όπ. π., ΑΠ 338/2013 ΠοινΧρ ΞΓ` 603, ΑΠ 743/2012 ΠοινΧρ ΞΓ` 604). Μετά ταύτα, για το κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ ορισμένο αγωγής με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, πέραν των αναφερομένων στα άρθρα 117 και 118 ΚΠολΔ αναγκαίων για κάθε δικόγραφο στοιχείων, η αγωγή πρέπει επιπλέον να διαλαμβάνει: α) σαφή έκθεση των θεμελιούντων κατά νόμον αυτή στοιχείων, τα οποία δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Σκοπός της επιβολής της υποχρεώσεως αυτής στον ενάγοντα είναι αφ’ ενός μεν η παροχή στον εναγόμενο της δυνατότητας να αμυνθεί κατά της αγωγής με ανταπόδειξη ή ένσταση, αφ’ ετέρου δε η παροχή δυνατότητας στο Δικαστήριο να προβεί στη νομική αξιολόγηση της αγωγής, να διεξαγάγει τις αποδείξεις και να σχηματίσει από αυτές ορθή δικανική κρίση. Ειδικότερα, στο αγωγικό δικόγραφο πρέπει να διαλαμβάνονται όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτούνται από τον εφαρμοστέο στην εκάστοτε συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου, ώστε να παραχθεί η επικαλουμένη από τον ενάγοντα έννομη συνέπεια (θεωρία του «συγκεκριμένου ή ουσιαστικού προσδιορισμού» υπό τη σύγχρονη εκδοχή της «λειτουργίας του κανόνα δικαίου» – ΑΠ 1966/2008 ΕΠολΔ 2009 625, ΑΠ 1192/2007 ΝοΒ 56 641), ενώ δεν απαιτείται λεπτομερής αναφορά και ανάλυση των χαρακτηριστικών εκάστης νομικής έννοιας, αλλά αρκεί η παράθεση εκείνων των βασικών περιστατικών, τα οποία επιτρέπουν στο μεν Δικαστήριο να ελέγξει εάν πληρούται το πραγματικό του κανόνα (η νομική έννοια), στον δε εναγόμενο να αμυνθεί αποτελεσματικώς (ΑΠ 1966/2008 όπ. π.). Η αοριστία της αγωγής δεν θεραπεύεται με τις προτάσεις ή την προσθήκη των προτάσεων ή με παραπομπή στο περιεχόμενο εγγράφου ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, διότι η κατ’ αυτόν τον τρόπο θεραπεία της αοριστίας αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 111 ΚΠολΔ περί προδικασίας, η τήρηση της οποίας ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΑΠ 399/2020, ΑΠ 219/2020, ΑΠ 1149/2019 Τ.Ν.Π. «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 94/2018 ΧρΙδΔ 2019 99, ΑΠ 407/2009 ΕλλΔνη 50 1333, ΑΠ 1611/2008 ΕλλΔνη 49 1438, Β. Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση, Τ. Α`, 1996, υπό το άρθρο 216, αρ. 15). Στην προκειμένη περίπτωση, με το παρατεθέν περιεχόμενο, η κρινόμενη αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη τυγχάνει ορισμένη, καθώς διαλαμβάνει όλα τα αναγκαία για τη κατά το νόμο θεμελίωσή της στοιχεία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 περ.4 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα αναφέρονται με σαφήνεια τα ψευδή γεγονότα που παρέστησε ο εναγόμενος στην ενάγουσα, ήτοι ότι τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος μιας υφιστάμενης από το 2009 και φερέγγυας εταιρείας με έδρα τη …….., αν και γνώριζε ότι η εταιρεία αυτή ήταν ανύπαρκτη καθώς είχε ήδη λυθεί, την παραπλάνηση της ενάγουσας με αποτέλεσμα να προβεί στην κατάρτιση σύμβασης ναύλωσης με την ανύπαρκτη εταιρία και την παράδοση του ναυλωθέντος πλοίου,  τα περιστατικά υπαιτιότητας (δόλου) του εναγομένου, τη ζημία που της προκλήθηκε εκ της αδυναμίας της να εισπράξει την περιγραφόμενη απαίτησή της από την ανύπαρκτη εταιρεία και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της ανωτέρω συμπεριφοράς του εναγομένου και της επελθούσας ζημίας, χωρίς να απαιτούνται, επιπλέον στοιχεία για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής του ευθύνης, και δη τα επικαλούμενα από τον εκκαλούντα με τον πρώτο λόγο της έφεσής του (α) περί μη θεμελίωσης του στοιχείου του παρανόμου λόγω μη αναφοράς από την ενάγουσα ότι, αν γνώριζε ότι η …………………. με έδρα τη …….. ήταν αφερέγγυα, δεν θα συμβαλλόταν μαζί της ή ότι αν γνώριζε ότι αντισυμβαλλόμενή της ήταν η …………………. Ltd με έδρα τις νήσους …….., δεν θα συμβαλλόταν ούτε με αυτή και (β) ως προς το στοιχείο του αιτιώδους συνδέσμου, και δη ότι δεν συνδέεται αιτιωδώς η ζημία της ενάγουσας λόγω κατάρτισης της σύμβασης με την πρώτη εταιρεία αντί της δεύτερης, αφού αμφότερες ταυτίζονται, με μόνη διαφορά την καταστατική έδρα τους και ότι η απαίτηση γεννήθηκε όχι από την κατάρτιση της σύμβασης αλλά από την εξέλιξή της. Κι αυτό διότι αμφότερες οι άνω  οι αιτιάσεις ερείδονται επί της υπόθεσης ότι η ενάγουσα εκθέτει πως συμβλήθηκε με την πρώτη που ήταν αφερέγγυα, η οποία τυγχάνει αναληθής, αφού κατά την ιστορική βάση της αγωγής δεν καταρτίσθηκε καν σύμβαση, διότι η εμφανισθείσα ως αντισυμβαλλόμενή της εταιρεία, που δήθεν εκπροσωπούσε ο εναγόμενος ήταν ανύπαρκτη, έχοντας από ετών λυθεί. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας όμοια την αγωγή ως ορισμένη και απορρίπτοντας τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του εναγομένου ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε ο δε πρώτος λόγος της έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται για την απόρριψή τους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Για τους αυτούς λόγους απορριπτέος τυγχάνει και ο έκτος λόγος της έφεσης κατά το σκέλος του που, με τις ως άνω αιτιάσεις, παραπονείται για εσφαλμένη μη απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης.

Από την επανεκτίμηση της υπ’ αριθ. ………./4-9-2023 ένορκης βεβαίωσης του ……….., ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς …….., η οποία ελήφθη με επιμέλεια της ενάγουσας, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου της όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. …………/30- 8-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών …….., καθώς και της υπ’ αριθ. ……/14-9-2023 ένορκης βεβαίωσης της ……………, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς ……….., η οποία ελήφθη με επιμέλεια του εναγόμενου, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της ενάγουσας, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. ……………/11-9-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά ………., των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, λαμβανομένων υπόψη είτε ως αυτοτελών αποδεικτικών μέσων είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από όσα συνομολογούνται από τους διαδίκους  (άρθρα 261, 352 του ΚΠολΔ) όπου ειδικά κατωτέρω αναφέρονται, καθώς επίσης και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα τυγχάνει εταιρία πλοιοκτησίας, εφοπλισμού και διαχείρισης εμπορικών πλοίων με κύριο αντικείμενο τις μεταφορές φορτίων, ανήκουσα σε μεγάλο όμιλο εταιρειών συναφών αντικειμένων, υπό τη μητρική εταιρεία «………………» με έδρα στη …… Δυνάμει του από 4-5-2018 ναυλοσυμφώνου, ναύλωσε από την εταιρία με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στις …….., το υπό σημαία …… φορτηγό πλοίο κυριότητάς της με το όνομα «C», νηολογίου …., δυνάμενη να το εκναυλώνει περαιτέρω σε τρίτους. Σύμφωνα δε με τους όρους του ως άνω ναυλοσυμφώνου, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει πέραν του ναύλου, την αξία των καυσίμων του πλοίου και να μην επιβαρύνει την κυρία του πλοίου με οποιαδήποτε έξοδα εκ της λειτουργίας του, περιλαμβανομένων ρητά των καυσίμων του, η αξία των οποίων θα τη βάρυνε καθόλη τη διάρκεια της ναύλωσης. Ο εναγόμενος, αντίστοιχα, τυγχάνει ναυτιλιακός επιχειρηματίας ασχολούμενος με ναυλώσεις πλοίων από το 2009. Στις 18.6.2009 συνεστήθη η εταιρία με την επωνυμία «…..», με έδρα τον Δήμο …… στη …… με αντικείμενο ναυτιλιακές και άλλες συναφείς δραστηριότητες, στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας συμμετείχαν η εταιρία με την επωνυμία «………..» και η εταιρία με την επωνυμία «……….». Το πρώτο διοικητικό συμβούλιο της ανωτέρω εταιρίας αποτελούνταν από τον εναγόμενο, ως Πρόεδρο, τον ………, ως Διευθυντή – μέλος και τον ………….., ως μέλος. Η εταιρεία αυτή εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα στις 2.10.2009, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν.27/1975, έχοντας έδρα στην Αθήνα, οδός …………, αρχικό νόμιμο εκπρόσωπό της τον ……… και αντικείμενο την εκμετάλλευση, ναύλωση, μεσιτεία ναυλώσεων πλοίων με ελληνική ή ξένη σημαία πάνω από 500 κ.ο.χ. με εξαίρεση τα επιβατηγά ακτοπλοϊκά πλοία και τα εμπορικά πλοία, που εκτελούν εσωτερικούς πλόες, καθώς και με την αντιπροσώπευση πλοιοκτητριών εταιριών ως και επιχειρήσεων που έχουν σαν αντικείμενο εργασιών τις ίδιες με τις προαναφερόμενες δραστηριότητες. Η παραπάνω εταιρία λύθηκε στις 31.3.2014 και στις 22.9.2016 ανακλήθηκε και η άδεια του γραφείου εγκατάστασής της στην Ελλάδα, λόγω μη υποβολής στοιχείων δραστηριότητας κατά το προηγηθέν έτος στο Υπουργείο Ναυτιλίας (βλ. ΦΕΚ τ.Β΄ 3025/22-9-2016). Στο ενδιάμεσο διάστημα, τέσσερις περίπου μήνες πριν τη λύση της εταιρίας αυτής, ιδρύθηκε στις 26.11.2013 η εταιρία με την επωνυμία «…………..», με έδρα τα Νησιά …….. με όμοιο σκοπό με την πιο πάνω δανέζικη εταιρία (βλ. πιστοποιητικό έγκρισης της εταιρίας του Γραφείου Μητρώου Νήσων …… από 26-11-2013). Αληθινός και νόμιμος πληρεξούσιος της εταιρίας αυτής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του νόμου «περί εμπορικών εταιριών» των Νήσων ….. ήταν ο εναγόμενος (βλ. σχετ. το από 26-11-2013 πληρεξούσιο της ………… υπό την ιδιότητά της ως ιδρύτριας, χορηγηθέν κατά την ίδρυση της εταιρίας). Όπως προκύπτει από το από 13-6-2016 πρακτικό συνεδρίασης του ΔΣ της ανωτέρω εταιρίας, με έδρα τα Νησιά ……….., μετά την παραίτηση των μελών αυτού ……….. και ……….. από τις θέσεις των αντιπροέδρου – διευθυντή και γραμματέα – ταμία-  διευθυντή, αντίστοιχα, ο εναγόμενος κατέστη μοναδικός διευθυντής, μέλος, γραμματέας και ταμίας της εταιρίας αυτής. Η τελευταία υπήχθη επίσης στις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν.27/1975 και απέκτησε νόμιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα στις 7.3.2018 στην ίδια διεύθυνση με την με όμοιο όνομα δανική εταιρία και δη στην Αθήνα, στην οδό ……………. (βλ. ΦΕΚ τ. Β΄ 801/7-3-2018), με τον ίδιο σκοπό με τη δανική εταιρεία. Στα πλαίσια των ανωτέρω δραστηριοτήτων τους, και του ενδιαφέροντός τους η μεν ενάγουσα να (υπ)εκναυλώσει το ανωτέρω πλοίο εκμετάλλευσής της, ο δε εναγόμενος να το ναυλώσει για λογαριασμό της εταιρείας που εκπροσωπούσε, ήλθαν σε επαφή μέσω της ναυλομεσίτριας εταιρίας με την επωνυμία «…………….» η οποία διαβίβασε στα διάδικα μέρη τις αναγκαίες πληροφορίες ενδιαφέροντός τους, προς τον σκοπό κατάρτισης σύμβασης ναύλωσης. Ειδικότερα, με το από 31-8-2019 και ώρα Ελλάδος 14:59 μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, απευθυνόμενο στον εναγόμενο (αναφερόμενο ως …………) και τη συνεργάτιδά του  ………….. (αναφερόμενη ως …….) για λογαριασμό της …., αφενός, και στην ενάγουσα (δια του στελέχους της …..) αφετέρου, η  ναυλομεσίτρια, αποτύπωνε τους βασικούς όρους της επικείμενης συμφωνίας ναύλωσης και κοινοποιούσε τα απαραίτητα πληροφοριακά για κάθε πλευρά έγγραφα, και δη τα έγγραφα και πιστοποιητικά του πλοίου για λογαριασμό της ενάγουσας και ενδεκασέλιδη παρουσίαση της υποψήφιας ναυλώτριας εταιρείας που εκπροσωπούσε ο εναγόμενος, για λογαριασμό του τελευταίου.  Στο έγγραφο αυτό εταιρικής παρουσίασης που διέθεσε ο εναγόμενος στη ναυλομεσίτρια, προκειμένου αυτή να το προωθήσει στην εκναυλώτρια ώστε να πειστεί για τη φερεγγυότητα και την αξιοπιστία της υποψήφιας ναυλώτριας εταιρείας που εκπροσωπούσε, αναφερόταν ότι «Η……………. είναι μια εταιρία διαχείρισης πλοίων μεταφοράς χύδην φορτίου, η οποία ασχολείται με φορτία και πλοία, με έμφαση στον τομέα του ξηρού χύδην φορτίου. Η εταιρία ιδρύθηκε από τον ………. και τον …………… τον Ιούνιο του 2009. Η αποστολή της Εταιρίας είναι να παράσχει στους πελάτες της επαγγελματικές και ευέλικτες υπηρεσίες και να προμηθεύει τους πελάτες της γρήγορα και με ανταγωνιστικές τιμές. Η ………… λειτουργεί σε παγκόσμια κλίμακα ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των πελατών της…. Οι ναυτιλιακές δραστηριότητες της ……………… εκτελούνται από έμπειρο προσωπικό 10 ατόμων στην ξηρά, από τα κεντρικά γραφεία της εταιρίας, επί της οδού ……………, Κτίριο …….., Ελλάδα…» ενώ κατωτέρω, στο ίδιο έγγραφο, ακολουθεί βιογραφικό του διευθυντή της – εναγομένου όπου μεταξύ άλλων αναγράφεται : «Ο ……….., Διευθύνων Σύμβουλος, έχει εκτεταμένη ναυτιλιακή εμπειρία και έχει μετάσχει στην ιδιοκτησία και διαχείριση πλοίων μεταφοράς χύδην φορτίου. … Το 2009, ο …….. με τον …………, ίδρυσαν την …………., μια εταιρία διαχείρισης πλοίων ξηρού χύδην φορτίου και φορτίων με έδρα την …….., και ειδίκευση σε πλοία και φορτία panamax. Η Εταιρία έκτοτε έχει εξαπλωθεί στη ναύλωση μικρότερων πλοίων με έμφαση επί του παρόντος κυρίως στον τομέα των πλοίων handy/handymax» ενώ περιλαμβανόταν παρουσίαση της επαγγελματικής δραστηριότητας της εν λόγω εταιρείας και δη αναλυτική παράθεση σειράς 23 ναυλώσεων πλοίων κατά τα έτη 2017 και 2018 και αντίστοιχη αναφορά 25 αναθέσεων μεταφοράς φορτίων (CARGOS BOOKED). Ως διεύθυνση της άνω εταιρείας που εκπροσωπούσε ο εναγόμενος αναγραφόταν το επί της οδού ………. Κτίριο ………………στην Αθήνα. Με τον τρόπο αυτό ο εναγόμενος παρέστησε στους εκπροσώπους της ενάγουσας ότι εκπροσωπούσε μια εταιρεία με έδρα στη …….., με πολυετή παρουσία (από το 2009) και συνεχόμενη επιτυχημένη επιχειρηματική πορεία και με πληθώρα συγκεκριμένων ναυλώσεων κατά την πλέον πρόσφατη διετία. Ακολούθησαν σύντομες διαπραγματεύσεις με τη μεσολάβηση της ναυλομεσίτριας, ως κατάληξη των οποίων, ο εναγόμενος απέστειλε την 1.9.2018 και ώρα Ελλάδος 10:59 π.μ., μήνυμα από την ηλεκτρονική διεύθυνση «…………» στη ναυλομεσίτρια, με εντολή να προετοιμάσει αυτή το τελικό (καθαρό) ανακεφαλαιωτικό μήνυμα (Fixture Recap) με τους όρους του ναυλοσυμφώνου, δηλώνοντας ότι ενεργεί υπό την ιδιότητά του ως διευθύνων σύμβουλος της ως άνω εταιρείας «…………..». Στη συνέχεια, η εν λόγω ναυλομεσίτρια εταιρία κοινοποίησε το καθαρό ανακεφαλαιωτικό μήνυμα (Fixture Recap) με τους όρους του ναυλοσυμφώνου στους διαδίκους με το από 1-9-2018 και με ώρα Ελλάδος 15:28 ηλεκτρονικό μήνυμα, στο οποίο αναφερόταν μεταξύ άλλων ότι οι πλοιοκτήτες εγγυώνται ότι το πλοίο είναι κατάλληλο για μεταφορά σιτηρών, ότι η σύμβαση (ναυλοσύμφωνο) καταρτίζεται μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρίας με την επωνυμία «………….», ενώ περιλήφθηκε όρος ότι το πρόσωπο της ναυλώτριας θα υπόκειτο σε έλεγχο και έγκριση της εκναυλώτριας (sub owns approval, checking and reverting). Συμφωνήθηκε δε ότι η ναύλωση αφορά σε ένα ταξίδι χρονοναύλωσης με έμφορτο νόμιμο και ακίνδυνο φορτίο σιτηρών, ότι το πλοίο θα παραδοθεί στους ναυλωτές στο λιμένα Rio Haina της Δομινικανής Δημοκρατίας και θα επαναπαραδοθεί στην ενάγουσα – εκναυλώτρια στον λιμένα Sfax στην Τυνησία. Ο δε ημερήσιος ναύλος συμφωνήθηκε στο ποσό των 10.400 δολ. ΗΠΑ, πληρωτέος προκαταβολικά εντός 2 εργασίμων τραπεζικών ημερών μετά την παράδοση του πλοίου, ενώ συμφωνήθηκε και ρήτρα καυσίμων, ώστε να πληρωθεί η αξία των καυσίμων που έφερε το πλοίο κατά την παράδοση μαζί με τον πρώτο ναύλο και να επαναπαραδοθεί το πλοίο με την ίδια ποσότητα καυσίμων την οποία παρέλαβε η ναυλώτρια αφαιρουμένης της αξίας αυτής από την τελευταία πληρωμή του ναύλου. Τέλος, συμφωνήθηκε ως εφαρμοστέο δίκαιο της συμφωνίας το αγγλικό. Στη συνέχεια, εκδόθηκε το ναυλοσύμφωνο με τα παραπάνω στοιχεία και την κωδική ονομασία του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων της Νέας Υόρκης «…….», το οποίο δεν υπογράφηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη αλλά, καταρτίστηκε, όπως είθισται στην πράξη, διά της ανταλλαγής των ανωτέρω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, και δη το τελευταίο ανακεφαλαιωτικό μήνυμα, το οποίο οριστικοποιήθηκε ελλείψει υποβολής παρατηρήσεων / διορθώσεων από τα εμπλεκόμενα μέρη, όπως είχε υποδειχθεί και από τη μεσολαβήσασα ναυλομεσίτρια. Μετά την κατάρτιση της ναύλωσης και πριν την παράδοση του πλοίου, ακολούθησε η αποστολή του από 1.9.2028 και ώρα Ελλάδος 19.19 μηνύματος από την πλευρά της ναυλώτριας, από την ηλεκτρονική διεύθυνση «……………», προς στον πλοίαρχο του ναυλωθέντος πλοίου με οδηγίες για τον επικείμενο πλου, πλην όμως, το μήνυμα αυτό δεν παραδόθηκε στον πλοίαρχο, λόγω προβλήματος στην ηλεκτρονική του διεύθυνση. Για τον λόγο αυτό, ο εναγόμενος  προώθησε το μήνυμα στη ναυλομεσίτρια στις 2.9.2018 και ώρα 12.48 π.μ. (ώρα Ελλάδος), προκειμένου να προωθήσει αυτή στον πλοίαρχο το μήνυμα οδηγιών της ναυλώτριας. Ο πλοίαρχος, με το από 2.9.2018 και ώρα 11.40 (τοπική ώρα) μήνυμα προς τη ……………. (σταλέν στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις «……………» και «………….») και τη ναυλομεσίτρια (στην ηλεκτρονική διεύθυνση «…………………») και κοινοποιηθέν στην υπεκναυλώτρια, επιβεβαίωσε ότι το πλοίο παραδόθηκε στη ναυλώτρια  …………… στις 2.9.2018 και ώρα 04.18 (τοπική) στον λιμένα Rio Haina της Δομινικανής Δημοκρατίας φέροντας καύσιμα IFO 448,50 ΜΤ και LSMGO 164,20 MT.  Ακολούθως, η πλευρά του εναγομένου απέστειλε στις 4.9.2018 τον πρώτο αναλυτικό λογαριασμό ναύλου, στον οποίο ως ναυλώτρια αναγραφόταν η «………», η οποία προέβη και στις καταβολές του συμφωνημένου ναύλου μέσω τραπεζικών εμβασμάτων που έλαβαν χώρα στις 5.9.2018 (248.250 δολ. ΗΠΑ), 28.9.2018 (49.650 δολ.ΗΠΑ) και 4.10.2018 (69.510 δολ ΗΠΑ). Μετά το πέρας του ταξιδιού, το πλοίο παραδόθηκε από τους ναυλωτές, στον λιμένα Sfax της Τυνησίας στις 11-10-2018 ώρα 7:00 τοπική ώρα, με τις ακόλουθες ποσότητες καυσίμων : IFO 454,30 ΜΤ και LSMGO 150,70 MT, όπως προκύπτει από το από 11-10-2018 σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα του πλοιάρχου προς τους διαδίκους, στο οποίο μνημονευόταν ότι το πλοίο παραδόθηκε από τη «……………….». Προ της ημερομηνίας αυτής και συγκεκριμένα την 1η Οκτωβρίου 2018, οι ναυλωτές προμηθεύθηκαν καύσιμα για τις ανάγκες λειτουργίας του πλοίου στο λιμάνι Ceuta της Ισπανίας, από την εταιρεία ………… (εδρεύουσα στην ….., …………) και δη 400,007 μετρικούς τόνους μαζούτ (τύπου RMG 380HS) και 70,009 μετρικούς τόνους gasoil, για τα οποία η προμηθεύτρια εξέδωσε το υπό στοιχεία ………../1.10.2018 τιμολόγιό της, συνολικής αξίας 239.689,90 Δολ. ΗΠΑ επ’ ονόματι της «……………….» με έδρα τη Δημοκρατία των Νήσων …….. ως αγοράστριας, το οποίο η τελευταία όφειλε να εξοφλήσει μέχρι τις 30.10.2018 (30 ημέρες μετά την παράδοση). Πλην όμως, η αγοράστρια εταιρεία δεν εξόφλησε την αξία των αγορασθέντων καυσίμων και για τον λόγο αυτό, στις 26.11.2018, ενώ το πλοίο βρισκόταν στο λιμάνι του Mykolaiv της Ουκρανίας, η ……………… υπέβαλε ενώπιον του Εμπορικού Δικαστηρίου του Mykolaiv αίτηση κατά της κυρίας του πλοίου εταιρείας ………….. και της αγοράστριας των καυσίμων ………….., ζητώντας την απαγόρευση του απόπλου του. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την από 29.11.2018 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου και διατάχθηκε η απαγόρευση του απόπλου του πλοίου προς εξασφάλιση της ανωτέρω ναυτικής απαίτησης. Η ενάγουσα, μόλις πληροφορήθηκε τη δέσμευση του πλοίου, έσπευσε να εξοφλήσει την προμηθεύτρια των καυσίμων, όπως υποχρεούνταν έναντι της πλοιοκτήτριας ……………….., προκειμένου να μειώσει την περαιτέρω ζημία της εκ της κράτησης του πλοίου και κατόπιν αίτησής της, πέτυχε την έκδοση της από 3/12/2018 απόφασης του Εμπορικού Δικαστηρίου του Mykolaiv της Ουκρανίας με την οποία επετράπη ο απόπλους του πλοίου. Η ενάγουσα απευθύνθηκε στη ναυλώτρια οχλώντας τη να της καταβάλει την αξία των καυσίμων που είχε αγοράσει και τις δαπάνες στις οποίες είχε υποβληθεί συνεπεία της δέσμευσης του πλοίου, πλην όμως, ούτε αυτή ούτε ο εναγόμενος ανταποκρίθηκαν και ακολούθως η ενάγουσα ξεκίνησε στις 6.12.2018 την προβλεπόμενη από τους όρους 17 και 93 του ναυλοσυμφώνου διαδικασία διαιτησίας κατά της ναυλώτριας «………………», που αναγραφόταν στο ναυλοσύμφωνο. Παράλληλα η ενάγουσα άσκησε εναντίον της «………..», την από 18.12.2018 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (αρ. κατ.  ………./2018), η οποία, συζητήθηκε ερήμην της καθ΄ης  στις 11.1.2019, εκδοθείσης της 471/2019 απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου που τη δέχθηκε και διέταξε τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της καθ’ ης μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ. Ωστόσο, η απόφαση αυτή δεν κατέστη δυνατόν να εκτελεστεί καθώς, παρά τις προσπάθειες της ενάγουσας, δεν ανευρέθηκαν περιουσιακά στοιχεία της καθ’ ης. Ακολούθως εκδόθηκε, ερήμην της καθ΄ης ναυλώτριας, η από 18.3.2019 απόφαση διαιτησίας, που την καταδίκαζε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 239.689 δολ. ΗΠΑ και 156.910,70 ευρώ πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, αντίγραφο της οποίας κοινοποιήθηκε και στην καταστατική έδρα της «……………» στο ……. Η ενάγουσα  ξεκίνησε τις διαδικασίες εκτέλεσης της απόφασης, στα πλαίσια των οποίων πληροφορήθηκε ότι η εταιρεία με την οποία είχε συμβληθεί ήταν ανύπαρκτη καθώς είχε λυθεί από το έτος 2014 και έτσι περιήλθε σε γνώση της ότι οι σχετικές παραστάσεις του εναγομένου, ότι τύγχανε νόμιμος εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρείας, ήταν ψευδείς. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι εξαρχής γνώριζε η ενάγουσα ότι αντισυμβαλλόμενή της στο ναυλοσύμφωνο ήταν η εταιρεία «…………», με έδρα τα Νησιά …….. και όχι η εταιρεία με έδρα τη ……… Ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται βάσιμος καθώς μέχρι και  τον χρόνο κατάρτισης του ναυλοσυμφώνου, η ενάγουσα μόνον τη «………….» με έδρα τη …….. γνώριζε ως αντισυμβαλλόμενη, καθώς ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής εμφανίστηκε να ενεργεί ο εναγόμενος, o  οποίος δεν έκανε την παραμικρή νύξη στην συνεπώνυμη εταιρεία «Ltd» με έδρα τις Νήσους ……… Η ενάγουσα δικαιολογημένα  θεωρούσε τη δανική εταιρεία ως υπαρκτό νομικό πρόσωπο, πειθόμενη από τις απατηλές διαβεβαιώσεις του εναγομένου, όπως αυτές παρέχονταν μέσω της ενδεκασέλιδης παρουσίασης της εταιρίας στο από 31-8-2019 ηλεκτρονικό μήνυμα της ναυλομεσίτριας που αναφέρθηκε παραπάνω, της υπογραφής των ηλεκτρονικών μηνυμάτων στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας αυτής ως νόμιμος εκπρόσωπός της και της αναγραφής της επωνυμίας αυτής ως ναυλώτριας στο ναυλοσύμφωνο που από κοινού κατήρτισαν. Ο ισχυρισμός του εναγομένου, που επαναφέρεται με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου, ότι η μη αναγραφή του «Ltd» στην επωνυμία της εταιρείας που δήλωσε ότι εκπροσωπεί ήταν μια τυπική και συνήθης παράλειψη, δεν κρίνεται βάσιμος ενόψει και των λοιπών παραστάσεών του προς την ενάγουσα, αφού στην ενδεκασέλιδη παρουσίαση της εταιρείας του γινόταν λόγος για εταιρεία ιδρυθείσα το 2009 με έδρα τη …….., όπως και στην αντίστοιχη αναφορά στον ιστότοπο της εταιρείας (…………..) όπου γινόταν λόγος για εταιρεία ιδρυθείσα το 2009 από τον εναγόμενο και τον …….., ενώ ουδεμία αναφορά γινόταν σε λύση αυτής και ίδρυση της συνεπώνυμης εταιρείας με έδρα τις νήσους ……… Ο τρόπος παρουσίασης αυτός της εταιρείας δεν μπορεί να αποδοθεί σε παραδρομή και τυπικό σφάλμα, όπως επικαλείται ο εναγόμενος, αλλά σε εσκεμμένη προσπάθεια δημιουργίας στους συναλλασσόμενους, και εν προκειμένω στην ενάγουσα, της εντύπωσης ότι η εταιρεία που εκπροσωπούσε έδρευε στη …….. και είχε συνεχόμενη επιχειρηματική δράση από το 2009. Εξάλλου, η δεύτερη, νεότερη εταιρεία επ’ ουδενί αποτελούσε συνέχεια της αρχικής, όπως αβάσιμα υποστηρίζει, καθώς δεν τύγχανε καθοιονδήποτε τρόπο καθολική ή ειδική διάδοχός της ή εταιρική μετεξέλιξή της, λόγω μετατροπής ή μετεγκατάστασης, αλλά αποτέλεσε νέο αυτοτελές νομικό πρόσωπο,  με διαφορετική καταστατική έδρα, διαφορετικό χρόνο έναρξης λειτουργίας και διαφορετική μετοχική σύνθεση, αν και με παρόμοια επωνυμία, μέσω αυτού δε συνέχισε ο εναγόμενος να μετέρχεται τις αυτές ναυτιλιακές δραστηριότητες από τον ίδιο χώρο στην Αθήνα, επιχειρώντας έτσι, μέσω της χρήσης κοινών στοιχείων με τη λυθείσα εταιρεία (παρόμοιας επωνυμίας, κοινών διευθύνσεων ηλεκτρονικών και φυσικών, ίδιου προσωπικού), να δημιουργεί προς τους τρίτους την εικόνα μιας εταιρείας με συνεχόμενη εμπορική δράση, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα που το ένα δραστηριοποιήθηκε μετά το άλλο και ανεξάρτητα από αυτό, χωρίς να το διαδέχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Χαρακτηριστικό της τακτικής του αυτής, προς δημιουργία σύγχυσης στους συναλλασσόμενους σε σχέση με την ταυτότητα των νομικών προσώπων που εκπροσωπεί και της δικαιοδοσίας υπαγωγής τους, είναι ότι, στην επωνυμία της νεότερης εταιρείας Νήσων …….., τύπου περιορισμένης ευθύνης (Ltd), διατήρησε και το αρκτικόλεξο «Α/S», συντομογραφία της δανικής λέξης «Aktieselskab» που συνιστά εταιρικό τύπο του δανικού δικαίου, αντίστοιχου της ανώνυμης εταιρείας (Α.Ε.) του ελληνικού δικαίου. Συναφώς προς τα ανωτέρω, ο εναγόμενος ουδέποτε συμβλήθηκε θέτοντας την υπογραφή του κάτωθι της επωνυμίας της νέας του εταιρείας, με έδρα τα νησιά …….., αλλά μόνον ως εκπρόσωπος της πρώτης εταιρείας, με έδρα τη …….., θέτοντας την υπογραφή του κάτωθι της επωνυμίας της, και συνεπώς ουδέποτε συμβλήθηκε η δεύτερη αυτή εταιρεία, με έδρα τα νησιά …….., ως ναυλώτρια.  Υπό τις περιστάσεις και παραστάσεις αυτές η ενάγουσα πείστηκε ότι συναλλάσσεται με ναυλώτρια που διαθέτει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και δήλωσε τη βούλησή της να παραχωρήσει το πλοίο της, κίνηση στην οποία δεν θα προέβαινε αν γνώριζε ότι η εταιρεία που φερόταν να εκπροσωπεί ο εναγόμενος είχε λυθεί, για όσα δε παραπονείται ο τελευταίος με το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου της έφεσής του, περί φερεγγυότητας της εταιρείας των Ν. …….. που, κατ΄ αυτόν, ναύλωσε το πλοίο, τυγχάνουν απορριπτέα ως αλυσιτελώς προβαλλόμενα, αφού, κατά την αγωγή και την εκκαλουμένη, η απατηλή και ζημιογόνος συμπεριφορά του εναγομένου συνίσταται στο ότι η ενάγουσα παραπείστηκε να συμβληθεί με ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο και όχι ότι συμβλήθηκε με διαφορετικό, λιγότερο φερέγγυο, όπως υποστηρίζει. Επιπλέον, ο ισχυρισμός του εναγομένου, που επαναφέρεται με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου έφεσης,  ότι στο μήνυμα ανακεφαλαίωσης των όρων της ναύλωσης αναφερόταν ως έδρα της ναυλώτριας η Αθήνα, ουδόλως συνεπάγεται γνώση ή υπόνοια της ενάγουσας ότι συναλλάσσεται με διαφορετική εταιρεία από αυτήν που της παρουσιάστηκε, καθώς και για την εταιρεία αυτή είχε δηλωθεί ως έδρα της πραγματικής της εγκατάστασης η Αθήνα, η αναφορά δε της ίδιας διεύθυνσης ως πραγματικής έδρας αμφοτέρων των εταιρειών, κατέτεινε σε πρόκληση σύγχυσης ως προς την ταυτότητά τους και όχι σε διάκρισή τους. Συνεκδοχικά, η παράλειψη αναφοράς από τον εναγόμενο κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων και της κατάρτισης της σύμβασης, της επωνυμίας της εταιρείας που πράγματι εκπροσωπούσε («……………..») και η αναφορά από αυτόν της επωνυμίας της εταιρείας που εκπροσωπούσε κατά το παρελθόν και είχε από ετών λυθεί («…………»), ουδόλως αποδεικνύεται ότι οφείλεται σε τυπική παράλειψή του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσης, αφού η ταυτότητα του προσώπου του ναυλωτή συνιστά ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης ναύλωσης και εν προκειμένω από το σύνολο των περιστάσεων, είναι σαφές ότι ο εναγόμενος πράγματι επιδίωκε να δημιουργήσει στην ενάγουσα την πεποίθηση ότι συναλλάσσεται με την εταιρία «………….» με καταστατική έδρα στη …….. και έναρξη λειτουργίας το 2009, στοιχεία τα οποία και αναφέρονταν στην παρουσίαση που της απέστειλε, αποκρύπτοντας ταυτόχρονα ότι η ανωτέρω εταιρεία είχε ήδη λυθεί και ότι το εταιρικό σχήμα μέσω του οποίου επεδίωκε να συμβληθεί ήταν νεότερη συνεπώνυμη εταιρεία με έδρα τις νήσους ……… Ακολούθως και σε συνάφεια με αυτά, ο εκκαλών επαναφέρει με τον πέμπτο λόγο της έφεσής του τον ισχυρισμό ότι η ναυλομεσίτρια ενήργησε αυτοβούλως και απέστειλε την ενδεκασέλιδη παραπλανητική παρουσίαση της υποψήφιας ναυλώτριας στην εφεσίβλητη, άνευ εντολής και εγκρίσεώς του. Η σύμβαση ναυλομεσιτείας είναι άτυπη και ετεροβαρής σύμβαση βασιζόμενη στη διάταξη του άρθρου 703 ΑΚ με την οποία ο ναυλομεσίτης, που είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας και έμπορος, συνήθως μεσολαβεί μόνο και δεν μετέχει στην κατάρτιση της σύμβασης μεταξύ των ενδιαφερομένων, τους οποίους φέρνει απλώς σε επαφή, οπότε και δεν ευθύνεται για την καλή εκτέλεση αυτής. Μερικές φορές, βέβαια, ο ναυλομεσίτης, που εξυπηρετεί μία ή και περισσότερες ναυτιλιακές επιχειρήσεις ή εμπόρους, δεν περιορίζεται στο να φέρει σε επαφή τους ενδιαφερομένους, αλλά παίρνει μέρος και στην κατάρτιση της σύμβασης, οπότε μπορεί να ενεργεί κατ’ ουσίαν ως ναυτικός πράκτορας και να υπόκειται στη μεταχείριση του τελευταίου (ΤρΕφΠειρ 456/2000, ΕΕμπΔ 2000, σελ. 544, ΜονΕφΠειρ 1/2024, ΤΝΠ Νόμος). Εν προκειμένω, εκ του περιεχόμενου του εγγράφου αυτού, σαφώς συνάγεται ότι αποτελεί παρουσίαση της εταιρικής και επιχειρηματικής δράσης του εκκαλούντος και των εταιρειών του, περιέχον στοιχεία και πληροφορίες που μόνον αυτός δύναται να γνωρίζει και να κοινοποιεί και, όπως είναι προφανές, ο ίδιος το διέθεσε στη ναυλομεσίτρια προς προώθησή του στην εφεσίβλητη και αυτή κατ’ εντολή του το έπραξε, χωρίς να λαμβάνει η ίδια μέρος στην κατάρτιση της σύμβασης. Άλλωστε τα στοιχεία αυτά εν πολλοίς ταυτίζονται με τα στοιχεία που ήταν αναρτημένα στον ιστότοπο της εταιρείας του εναγομένου και των οποίων έλαβε γνώση η ενάγουσα, ενώ, περαιτέρω, από ουδέν στοιχείο αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του αυτός και δη από την ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα ανταπόδειξης, που ουδεμία μνεία κάνει σε δήθεν αυθαίρετη ενέργεια της ναυλομεσίτριας. Σε κάθε περίπτωση η διαβίβαση του εγγράφου στην εφεσίβλητη, γνωστοποιήθηκε και στον εκκαλούντα μέσω του ανωτέρω ηλεκτρονικού μηνύματος, ο ίδιος δε ουδόλως αντέδρασε στην κοινοποίηση του εγγράφου αυτή, αποδεχόμενος το περιεχόμενό του και επιβεβαιώνοντας έτσι στην παραλήπτρια-εφεσίβλητη την ορθότητα των πληροφοριών του εγγράφου που τον αφορούσαν. Συνεπώς, κατ’ ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού απορρίφθηκε ο ισχυρισμός αυτός πρωτοδίκως και σχετικός πέμπτος λόγος της έφεσης τυγχάνει αβάσιμος. Ακολούθως αποδείχθηκε, ότι η ύπαρξη συνεπώνυμης εταιρείας συμφερόντων του εναγομένου, με προσθήκη στην επωνυμία της του διακριτικού “Ltd”, εμφανίστηκε το πρώτον μετά την κατάρτιση του ναυλοσυμφώνου και δη με την αποστολή από τον εναγόμενο του από 1.9.2018 και ώρα 19:19  μηνύματος προς τον πλοίαρχο του πλοίου, με το οποίο αφενός τον ενημέρωνε ότι «είμαστε η ………..  επερχόμενοι χρονοναυλωτές του πλοίου σας C…»  και αφετέρου, όλως αντιφατικά, έφερε υπογραφή «…….». Ακολούθησε στις 4.9.2018, μετά και την παράδοση του πλοίου από την ενάγουσα, η αποστολή από τον εναγόμενο του πρώτου αναλυτικού λογαριασμού ναύλων, που ήταν συνταγμένος σε επιστολόχαρτο της ……., στον οποίο αναγραφόταν ως ναυλώτρια «………….», με έδρα στην Αθήνα (…………..), και αντίστοιχο αποδεικτικό πληρωμής της τράπεζας Πειραιώς με αποστολέα «……………», με έδρα στην Αθήνα (……………….). Αντίστοιχη ανάλυση ναύλου απέστειλε ο εναγόμενος στις 28.9.2018 και στο συναφές από 28.9.2018 παραστατικό πληρωμής της τράπεζας ………………………, αναγράφεται ως αποστολέας η «……….» και για πρώτη φορά στην επικοινωνία των διαδίκων αναγράφεται ως έδρα της εταιρείας αυτής το ……. και περιέρχεται σε γνώση της εκναυλώτριας η σχετική πληροφορία, ενώ στον από 5.10.2018 αναλυτικό λογαριασμό ναύλων,  ομοίως συνταγμένο σε επιστολόχαρτο …., με αναγραφόμενη ναυλώτρια τη «………………….», με έδρα στην Αθήνα (………………….), στο σχετικό από 4.10.2018 αποδεικτικό πληρωμής της τράπεζας Πειραιώς, με αποστολέα «……………….», αναγράφεται ως έδρα της η Αθήνα (…..). Την 1.10.2018 η εταιρεία του εναγομένου προμηθεύτηκε τα ανωτέρω καύσιμα από τη ………….. επ’ ονόματι της «……………» με αναγραφόμενη έδρα της το ….. των ….. ISLANDS. Σε όλες τις ανωτέρω ενέργειες αναφοράς ως ναυλώτριας της «…………», προέβη ο εναγόμενος μονομερώς και αυτοβούλως, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση, συναίνεση ή έγκριση της ενάγουσας και χωρίς  ουδέποτε να την ενημερώσει για το, κατά τους ισχυρισμούς του, σφάλμα του κατά την αναγραφή της επωνυμίας της εταιρείας του στο ναυλοσύμφωνο, παρά τη σαφή γνώση του ότι το νομικό πρόσωπο, του οποίου εμφανίστηκε ως εκπρόσωπος και συμβλήθηκε με την ενάγουσα, είχε λυθεί και ήταν ανύπαρκτο, η δε ενάγουσα με ουδένα τρόπο, ρητό ή σιωπηρό δήλωσε τη βούλησή της να συμβληθεί με άλλη εταιρεία του εναγομένου, διαφορετική από εκείνη που της παρουσιάστηκε και με την οποία ευλόγως θεωρούσε ότι είχε συμβληθεί. Άπαντα τα περιστατικά που επικαλείται ο εναγόμενος ως θεμελιωτικά της γνώσης της ενάγουσας περί του ότι συμβλήθηκε με τη «…………….», ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο της κατάρτισης του ναυλοσυμφώνου και επομένως η πλάνη της ενάγουσας εκ της εις βάρος της απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου είχε σχηματισθεί και υφίστατο κατά τον χρόνο δήλωσης της βούλησής της, όταν η απάτη του είχε τελεστεί. Επιπλέον σε κανένα χρονικό σημείο μέχρι την επιστροφή του πλοίου στην ενάγουσα, δεν δηλώθηκε από τον εναγόμενο, σε διόρθωση του κατά τους ισχυρισμούς του τυπικού σφάλματός του, ότι ναυλώτρια τυγχάνει όχι η εταιρεία που είχε εμφανίσει στην ενάγουσα, αλλά διαφορετικό, νέο και άσχετο με αυτή νομικό πρόσωπο. Σε όλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων μετά την κατάρτιση της σύμβασης ναύλωσης και μέχρι την απόπειρα της ενάγουσας να εκτελέσει τη διαιτητική απόφαση, αυτή ευλόγως θεωρούσε ότι η ανάμιξη της δεύτερης εταιρείας («………..  Ltd»), στο ναυλοσύμφωνό της με την πρώτη («……….. »), λάμβανε χώρα αποκλειστικά λόγω της σύνδεσής της με αυτή, ως εταιριών κοινών συμφερόντων, στα πλαίσια, προφανώς, των μεταξύ τους σχέσεων, εξ ου και το ότι στο από 11-10-2018 ηλεκτρονικό μήνυμα του πλοιάρχου αναφέρθηκε ότι το πλοίο παραδόθηκε από τη «…………………. LTD», ακριβώς λόγω της σύγχυσης που προκαλούσε ο εναγόμενος μέσω της εναλλασσόμενης χρήσης των επωνυμιών. Το ανωτέρω σαφώς προκύπτει από την κατάθεση του ενόρκως βεβαιούντος μάρτυρα απόδειξης και δεν αποκρούεται από την κατάθεση της ενόρκως βεβαιούσας μάρτυρα ανταπόδειξης, η αναφορά της οποίας ότι η ενάγουσα γνώριζε ότι συμβάλλεται με την εταιρεία των Ν. …….. και ότι ήταν γνωστή στη ναυτιλιακή αγορά η διαδοχή των εταιρειών αυτών δεν κρίνεται πειστική, αφού δεν εκθέτει τον τρόπο με τον οποίο έγινε γνωστή η διαδοχή στην αγορά και την ενάγουσα, τη στιγμή που ούτε στα στοιχεία δημοσιότητας της εταιρείας (ενημερωτικά έντυπα, site) γινόταν σχετική αναφορά ούτε στην παρατεθείσα επικοινωνία των διαδίκων. Εξάλλου η εταιρεία με την επωνυμία «………………….» λύθηκε στις 31-3-2014, ενώ η εταιρεία με την επωνυμία «…………………. LTD» είχε ήδη ιδρυθεί στις 26-11-2013, όπως προαναφέρθηκε. Το γεγονός ότι η ενάγουσα στράφηκε με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της εταιρείας «…………………. LTD», με έδρα τα Νησιά …….., ισχυριζόμενη ότι με αυτή κατήρτισε το ναυλοσύμφωνο, ναι μεν συνιστά εξώδικη ομολογία της περί του γεγονότος αυτού (και όχι δικαστική, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο εκκαλών, καθώς, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε ομολογία που δεν γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης, πολιτικής ή ποινικής, είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο -βλ. AΠ 145/2024, ΑΠ 751/2021, ΑΠ 116/2020), η οποία, όμως, έχει νόμιμα ανακληθεί. Ειδικότερα, ακόμα και επί δικαστικής ομολογίας, κατά το άρθρο 354 του ΑΚ, όποιος ομολόγησε μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του, να αμφισβητήσει, δηλαδή, μεταγενέστερα το ομολογημένο γεγονός αν αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η ανάκληση ομολογίας – δικαστικής ή εξώδικης – δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, δεδομένου ότι δεν ενέχει προβολή νέου πραγματικού ισχυρισμού, ώστε να έχουν εφαρμογή τα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, πρέπει δε να προταθεί, χωρίς να είναι αναγκαία πανηγυρική δήλωση του διαδίκου ότι ανακαλεί το ομολογημένο γεγονός, αλλά αρκεί να προκύπτει ότι ήδη το αμφισβητεί (ΑΠ 1701/2025, ΑΠ 755/2023, ΑΠ 791/2017, 319/2015 ΤΝΠ Νόμος). Εν προκειμένω πράγματι η ενάγουσα επικαλέστηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ότι ναυλώτρια του πλοίου ήταν η «…………………. LTD», καθώς ήταν η εταιρεία στο όνομα της οποίας είχε αναληφθεί η υποχρέωση έναντι της ……. και η συνακόλουθη ζημία της, επειδή γνώριζε ότι η εταιρεία αυτή διέθετε συγκεκριμένους τραπεζικούς λογαριασμούς, μέσω των οποίων της είχε καταβάλει τον ναύλο για λογαριασμό της υποναυλώτριας, τους οποίους και ήλπιζε να κατάσχει συντηρητικά προς εξασφάλιση της απαίτησής της. Οπότε, προκειμένου να επιτύχει τη δέσμευση των λογαριασμών αυτών το ταχύτερο δυνατόν προς περιορισμό της ζημίας της, προέβη στη διατύπωση του ανωτέρω ισχυρισμού που ναι μεν συνιστά εξώδικη ομολογία, πλην όμως αυτός δεν ανταποκρίνεται  στην πραγματικότητα, λαμβανομένων υπόψη των λοιπών προεκτεθεισών περιστάσεων και δη του γεγονότος ότι λίγες ημέρες προ της κατάθεσης της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, η ενάγουσα εκκίνησε κατά της αντισυμβαλλομένης της εταιρείας «………………….», τη διαδικασία διαιτητικής επίλυσης της διαφοράς και όχι κατά της «…………………. LTD», που επίσης συνιστά εξώδικη ομολογία της, χωρίς να ασκεί επιρροή ότι η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση, κατά τους ισχυρισμούς των διαδίκων, επιδόθηκε και στην έδρα της …………………. LTD στα νησιά …….., αφού διάδικος στην απόφαση αυτή, ήταν η εταιρεία ………………….. Συνεπώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συνάγεται ότι τόσο κατά την κατάρτιση της σύμβασης όσο και ακολούθως, η ενάγουσα είχε την πεποίθηση ότι συμβάλλεται με την εταιρεία «………………….», με έδρα τη …….. η οποία είχε συνεχή λειτουργία από την ίδρυσή της το 2009, η δε ανωτέρω ομολογία της περί σύναψης σύμβασης με την εταιρεία των Νήσων …….., δεν υποδηλώνει την αντίστοιχη πεποίθησή της, καθώς στα πλαίσια της ελεύθερης εκτίμησής της κρίνεται ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και, επιπλέον, έχει εγκύρως ανακληθεί, όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο εκκαλών με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της έφεσης, τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, ο εκκαλών επαναφέρει τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του, ότι η ενάγουσα γνώριζε κατά την κατάρτιση της σύμβασης ότι ναυλώτρια ήταν η «…………………. LTD» επικαλούμενος ότι στο από 1.9.2018 ώρα 15.28 ανακεφαλαιωτικό μήνυμα έθεσε όρο έγκρισης, ελέγχου και απάντησης των πλοιοκτητών για αποδοχή του προσώπου της ναυλώτριας, που κατά το διέπον τη ναύλωση αγγλικό δίκαιο είχε την έννοια δήλωσης της εκναυλώτριας ότι διεξήγαγε έρευνα για το πρόσωπο της ναυλώτριας και επομένως, αφού προχώρησε στη σύναψη της σύμβασης, έλεγξε και ενέκρινε ως ναυλώτρια τη «…………………. LTD» που ήταν η μόνη τότε υφιστάμενη τότε εταιρεία, καθώς η «………………….» είχε ήδη λυθεί. Και η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη καθώς με τον σχετικό όρο (sub owns approval, checking and reverting), κατά το διέπον την ένδικη ναύλωση αγγλικό δίκαιο, δεν μετατίθεται στον πλοιοκτήτη η ευθύνη να ελέγξει αν είναι ειλικρινείς ή μη οι δηλώσεις του ναυλωτή ώστε να απαλλάσσεται αυτός, καθόσον μια τέτοια μετάθεση ευθύνης πρέπει να δηλώνεται ρητά, προϋπόθεση που εν προκειμένω δεν συντρέχει, αλλά έχει την έννοια εξουσιαστικής αναβλητικής αίρεσης υπέρ του δικαιούχου εκναυλωτή περί αποδοχής ή μη της πρότασης σύναψης σύμβασης, από τον προτείνοντα ναυλωτή, ήτοι εν προκειμένω την εμφανισθείσα «………………….» …….., που τίθεται με σκοπό την προστασία του εκναυλωτή και όχι, βεβαία, την ανάληψη υποχρέωσης ελέγχου, νομικού ή οικονομικού της διαπραγματευόμενης εταιρείας προς απαλλαγή της από τυχόν ψευδείς και απατηλές δηλώσεις της, ως εν προκειμένω. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς του εναγομένου αν και με εν μέρει διαφορετική και ελλιπή αιτιολογία που συμπληρώνεται δια της παρούσας, ορθά κατ΄ αποτέλεσμα έκρινε και το αποδεικτικό υλικό εκτίμησε, ο δε τρίτος λόγος της έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται για το αντίθετο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως και ο συναφής κατά το πρώτο σκέλος του όγδοος λόγος έφεσης με τον οποίο επαναφέρεται η επικουρικώς προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας, επί των ιδίων πραγματικών περιστατικών σε σχέση με την έννοια και εφαρμογή του άνω όρου του ναυλοσυμφώνου, αφού ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα συνετέλεσε με τη συμπεριφορά της στην πρόκληση ή επέκταση της ζημίας της. Ακολούθως, με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του, ο εκκαλών επαναπροβάλλει τον ισχυρισμό ότι ακόμα και αν η ενάγουσα αρχικά θεωρούσε ότι συμβλήθηκε με την …………………., εν συνεχεία πληροφορήθηκε ότι ναυλώτρια ήταν η εταιρεία των νήσων  …….., την οποία αποδέχθηκε ως ναυλώτρια και κατήρτισε μεταγενέστερα έγκυρη σύμβαση μαζί της με αποτέλεσμα την άρση του τυχόν άδικου χαρακτήρα της πράξης του. Με  την επίκληση αυτή, ο εκκαλών υπολαμβάνει ότι η εφεσίβλητη παραιτήθηκε σιωπηρά των αξιώσεών της εκ της εις βάρος της τελεσθείσας αδικοπραξίας δια της ανωτέρω απατηλής συμπεριφοράς του και ακολούθως συνήψε σύμβαση ναύλωσης με τη νέα εταιρεία που μονομερώς αυτός επέβαλε. Ωστόσο, ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος καθώς, όπως εκτίθεται στη νομική σκέψη της παρούσας,  η δήλωση παραίτησης από τα δικαιώματα των άρθρων 149, 914 ΑΚ, προϋποθέτει γνώση του ελαττώματος, περίπτωση που δεν συνέτρεξε εν προκειμένω, αφού η εφεσίβλητη πληροφορήθηκε την ανυπαρξία της εταιρείας με την οποία πίστευε ότι συναλλάχθηκε, μετά την επιστροφή του πλοίου σε αυτή (ενάγουσα) και μάλιστα δη μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης και της απόπειρας εκτέλεσής της, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, ουδέποτε της ζητήθηκε από τον εκκαλούντα να υποκατασταθεί η πρώτη εταιρεία («………..»), στο ναυλοσύμφωνο με τη δεύτερη («……….. Ltd»), η δε μη διαμαρτυρία της εφεσίβλητης στην ανάμιξη της δεύτερης εταιρείας («Ltd») σε αυτό, επ’ ουδενί δύναται να εκληφθεί ως δήλωση βούλησής της να αποδεχθεί τέτοια μεταβολή και να παραιτηθεί των δικαιωμάτων της εκ της εις βάρος της απάτης, την τέλεση της οποίας πληροφορήθηκε, όπως εκτέθηκε, σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο.  Επιπροσθέτως, η παράλειψη της εφεσίβλητης να διαμαρτυρηθεί και να ζητήσει διευκρινίσεις, όταν διαπίστωσε ανάμιξη της δεύτερης εταιρείας («Ltd») που θα μπορούσε ενδεχομένως να κινήσει τις υποψίες της, ακόμα και αν ήθελε αποδοθεί σε αμέλειά της, δεν ασκεί επιρροή στην ευθύνη του εναγομένου αφενός επειδή ανάγεται σε γεγονότα που ακολούθησαν την εκτέλεση από πλευράς της, της σύμβασης για την κατάρτιση της οποίας πλανήθηκε κατά τα ανωτέρω, η δε δημιουργία και διατήρηση της πλάνης αυτής, εκ της απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ασύγγνωστη, και πάλι δεν άγει σε απαλλαγή του εξαπατήσαντος, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Πέραν αυτών, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η εφεσίβλητη είχε περιθώρια αντίδρασης καθώς θα μπορούσε να καταγγείλει τη σύμβαση ναύλωσης μετά τη φόρτωση και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, τυγχάνει αλυσιτελής, καθώς δεν είναι νοητή η καταγγελία μιας σύμβασης που δεν καταρτίστηκε, δεδομένου ότι η ναυλώτρια ήταν ένα ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο. Εξάλλου σε κανένα χρονικό σημείο μέχρι την παραλαβή του πλοίου της δεν διαπίστωσε την κατάσταση πλάνης στην οποία την είχε περιαγάγει ο εναγόμενος ώστε να προβεί σε ενέργειες για την προστασία των δικαιωμάτων της, αλλά η πλάνη της ήρθη σε πολύ μεταγενέστερο χρονικό σημείο, λαμβανομένου υπόψη και ότι, κατά τη διάρκεια της ναύλωσης η ενάγουσα λάμβανε κανονικά τον ναύλο, η δε ζημία της επήλθε σε χρόνο απώτερο της παραλαβής του πλοίου, ως αποτέλεσμα ενεργειών στις οποίες είχε προβεί ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια της κατοχής του πλοίου από την εταιρεία του. Άλλωστε, η επίκληση του εκκαλούντος περί δυνατότητας της εφεσίβλητης να καταγγείλει τη ναύλωση και να συνεχίσει το ταξίδι προς παράδοση του φορτίου βάσει της σύμβασης φόρτωσης, πέραν του ότι στηρίζεται επί της αβάσιμης υπόθεσης ότι η εφεσίβλητη γνώριζε την επικαλούμενη μεταβολή στο πρόσωπο της ναυλώτριας, προβάλλεται αλυσιτελώς και για τον λόγο ότι δεν εκτίθεται, σε τί θα την ωφελούσε μια τέτοια κίνηση και κατά ποιόν τρόπο θα απέκλειε τη ζημία της, δεδομένου ότι ο εναγόμενος δεν επικαλείται την ύπαρξη συγκεκριμένων δικαιωμάτων της εκναυλώτριας επί του φορτίου προς εξασφάλιση των αξιώσεών της. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας όμοια και απορρίπτοντας τους ανωτέρω ισχυρισμούς του εναγομένου, δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε αν και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παραπάνω, ο τέταρτος δε λόγος της έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με το ίδιο σκεπτικό τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος και ο όγδοος λόγος της έφεσης κατά το δεύτερο σχετικό σκέλος του, που με βάση τα αυτά ως άνω πραγματικά περιστατικά επαναφέρει την, επικουρικώς προβληθείσα πρωτοδίκως, ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας σε ποσοστό 90%, αφού ενόψει των ανωτέρω, η ενάγουσα ουδόλως συντέλεσε στην πρόκληση ή τη μεγέθυνση της ζημίας της, αποκλειστικά υπαίτιος της πρόκλησης της οποίας τυγχάνει ο εναγόμενος. Περαιτέρω αποδέχθηκε, πέραν της παράνομης και υπαίτιας ανωτέρω συμπεριφοράς του εναγομένου, η προκληθείσα ζημία στην ενάγουσα, το ύψος της οποίας προσδιορίσθηκε με την εκκαλουμένη και δεν αμφισβητείται με λόγο έφεσης και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ανωτέρω απατηλής συμπεριφοράς του εναγομένου και της ζημίας, ο δε ισχυρισμός του εναγομένου περί έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης του και της ζημίας, τον οποίο επαναφέρει με τον έκτο λόγο της έφεσης, κατ΄εκτίμηση του οικείου δικογράφου, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, η πράξη του εναγομένου να παρουσιαστεί στην ενάγουσα ως εκπρόσωπος μιας εταιρείας που δεν υφίστατο με χαρακτηριστικά που δεν διέθετε, την έπεισε να συνάψει σύμβαση ναύλωσης με την ανύπαρκτη εταιρεία αυτή και να παραχωρήσει το πλοίο της, το οποίο αυτός εκμεταλλεύτηκε μέσω της εταιρείας που πράγματι εκπροσωπούσε, εκ της οποίας εκμετάλλευσης προκλήθηκε αιτιωδώς η επίδικη ζημία στην ενάγουσα. Επομένως,  αποδεικνύεται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του εναγομένου και της προκληθείσας ζημίας, αφού η ανωτέρω ζημιογόνος πράξη του, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και υπό τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 41/2010, ΑΠ 468/2003, ΤΝΠ Νόμος). Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι αν δεν είχε παρουσιάσει τα παραπλανητικά γεγονότα, ήτοι την έδρα της ναυλώτριας στη …….. και τη λειτουργία της από το 2009, αλλά τα πραγματικά στοιχεία της εν λειτουργία εταιρείας που εκπροσωπούσε (με έδρα τα νησιά …….. και έτος  ίδρυσης το 2013), τότε η ενάγουσα θα συμβαλλόταν με την εταιρεία αυτή, καθώς κατά τον χρόνο κατάρτισης της ναύλωσης ήταν φερέγγυα, οπότε και πάλι θα υφίστατο την επίδικη ζημία, λόγω της επιγενόμενης οικονομικής αδυναμίας της, τυγχάνει όλως υποθετικός και προδήλως αβάσιμος, αφού, αν πράγματι πίστευε ο εναγόμενος ότι μετά βεβαιότητας θα παραχωρούνταν η ναύλωση στην εταιρεία του αυτή, δεν θα προέβαινε στις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις. Ως εκ τούτου, απορρίπτοντας τον συγκεκριμένο ισχυρισμό η εκκαλουμένη, ορθά έκρινε κατ’ αποτέλεσμα αν και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία που αντικαθίσταται ως ανωτέρω, ο δε λόγος έφεσης αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην έλασσον του δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του. Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει ναι αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 351/2011, ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις του πρότεινε την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, την οποία επαναφέρει και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με τον έβδομο λόγο της έφεσης. Για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής ισχυρίστηκε, ότι η ενάγουσα, καθ όλο το διάστημα από την πρόκληση της ζημίας της και μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε, δικαστικώς ή εξωδίκως, για την επίδικη απάτη από πλευράς εναγομένου, η δε μη προβολή της σχετικής αξίωσης επί μακρόν, του είχε δημιουργήσει ευλόγως την πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν θα ασκήσει την αγωγή, η τυχόν αποδοχή της οποίας θα του επιφέρει επαχθείς συνέπειες. Ο ανωτέρω ισχυρισμός τυγχάνει μη νόμιμος και απορριπτέος, αφού τα επικαλούμενα προς επιστήριξή του πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα,  δε συγκροτούν την έννοια της καταχρηστικότητας σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του νόμου (ΑΚ 281) καθόσον δεν γίνεται επίκληση συμπεριφοράς της ενάγουσας τέτοιας που να του δημιούργησε ευλόγως την πεποίθηση ότι η ανάγουσα δεν θα ασκήσει την εναντίον του εξ αδικοπραξίας αξίωσή της. Επομένως, κρίνοντας όμοια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και απορρίπτοντας την ένσταση αυτή ως νόμω αβάσιμη, ορθά το νόμο ερμήνευσε κι εφάρμοσε ο δε σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.  Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως για όλα τα ανωτέρω ζητήματα, με αιτιολογία που συμπληρώνεται και αντικαθίσταται κατά περίπτωση με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι λόγοι της υπό κρίση έφεσης με τους οποίους ο εκκαλών παραπονείται για το αντίθετο πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, σύμφωνα και με τα όσα διαλαμβάνονται ανωτέρω. Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση η έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη, να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση και να καταδικασθεί ο εκκαλών, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 182 παρ.1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε ο εκκαλών, στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την έφεση και την πρόσθετη παρέμβαση.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.

Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου για την άσκηση της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Δέχεται την πρόσθετη παρέμβαση.

Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις   22 Μαϊου   2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση,  χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 15 Ιουνίου   2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ