ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 384/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 4o
Αποτελούμενο από την Δικαστή Ελένη Πρέντζα, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την ………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αιτούντος: ……….. με την ιδιότητά του ως ομόρρυθμου εταίρου, της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……….», ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου, Σοφίας Αποστόλου (ΑΜ ΔΣΠ …………), η οποία δεν προσκόμισε γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, απαλλασσόμενη από την υποχρέωση της προκαταβολής, διότι, σύμφωνα με την από 19.05.2026 υπεύθυνη δήλωσή της, εκπροσωπεί τον σύζυγό της [άρθ. 61 αρ. 3 υπό β΄ εδ. α΄ και δ΄, σε συνδ. με άρθ. 82 αρ. 2 του ν. 4194/2013].
Των καθ΄ ων η αίτηση: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, της οποίας ο νόμιμος εκπρόσωπος, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 2)Της μη δικαιούχου διαδίκου ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία «…………..» και τον διακριτικό τίτλο «………..», πρώην με την επωνυμία «……….» (…………) και διακριτικό τίτλο «…………» (…………..), η οποία εδρεύει στο …… Αττικής, επί της οδού …………., με ΑΦΜ ………. ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά και με αριθμό ΓΕΜΗ ………….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το νόμο 4354/2015, δυνάμει τής με αριθμό 220/1/13.03.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (υπ’ αριθμ. 880/16.03.2Ο17 ΦΕΚ (τ. Β’)] και ήδη σύμφωνα με τον νόμο 5072/2023, δυνάμει τής με αριθμό 507/1/09.07.2024 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθμ. 4257/19.07.2024 ΦΕΚ (τ. Β’], ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, με την επωνυμία “………..“ (…………), που εδρεύει στην Ιρλανδία, οδός ………….., με αριθμό μητρώου ……., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, δυνάμει της από 17.12.2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, κατ’ άρθρο 10 παράγραφοι 14 και 16 ν. 3156/2003, περίληψη τής οποίας καταχωρήθηκε νόμιμα, την 04.02.2022, με αρ. πρωτ. …../04.02.2022, στα βιβλία του άρθρου 3 ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο …. και με αύξ. αριθμ. ….. (άρθρο 10 παράγραφος 16 ν. 3156/2003), στην οποία έγινε η πώληση και μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων από την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία “……….”, που εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, της οποίας ο νόμιμος εκπρόσωπος, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3)Της μη δικαιούχου διαδίκου, ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία «……………» και τον διακριτικό τίτλο «………..», πρώην με την επωνυμία «……….» (…………..) και διακριτικό τίτλο «…………» (………………..), η οποία εδρεύει στο …… Αττικής, επί της οδού ……….., με ΑΦΜ …….. ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά και με αριθμό ΓΕΜΗ ……, όπως εκπροσωπείται νόμιμα αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με το νόμο 4354/2015, δυνάμει τής με αριθμό 220/1/13.03.2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (υπ’ αριθμ. 880/16.03.2017 ΦΕΚ (τ. Β’)] και ήδη σύμφωνα με τον νόμο 5072/2023, δυνάμει τής με αριθμό 507/1/09.07.2024 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων [υπ’ αριθμ. 4257/19.07.2024 ΦΕΚ (τ. Β’], ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας, με την επωνυμία ”………….“ (…………), που εδρεύει στο … της Ιρλανδίας, επί της οδού …………, με αριθμό μητρώου …., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, δυνάμει τής από 28.06.2024 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, περίληψη της οποίας καταχωρίστηκε νόμιμα την 28.06.2024 στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου / Κτηματολογικού Γραφείου Αθηνών, στο Τόμο … και με αύξ. Αριθμ. ….. και έλαβε αρ. πρωτ. ……/28.06.2024 (άρθρο 14 παραγρ. 7 ν. 5072/2023, στην οποία, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. πρωτοκόλλου ……./28.02.2024 δημοσίευση της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων πωλήθηκαν και μεταβιβάστηκαν οι επιχειρηματικές απαιτήσεις από την αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία “……………..“ στην αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία “………….”, στην οποία μεταβιβάστηκαν οι απαιτήσεις από την υπ’ αριθμ. …../29.11.2001 (…..) σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό και οι πρόσθετες πράξεις αυτής, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου, Αναστασίας Μπόλη (ΑΜ ΔΣΑ ….), μέλους της δικηγορικής εταιρίας (ΔΕ), με την επωνυμία ΜΠΑΖΟΥΡΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, με ΑΜ …, η οποία (ΔΕ) κατέθεσε για λογαριασμό της, το με Νο ……/4.3.2026 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς.
Ο αιτών άσκησε σε βάρος της 1ης καθ΄ ης η αίτηση αναψηλάφησης και εναντίον της υπ΄ αριθμ. …../2008 Διαταγής Πληρωμής, μετά της από 10.07.2019 επιταγής προς πληρωμή, την από 22.07.2019, με γενικό και ειδικό, αντίστοιχα, αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………../30.07.2019 ανακοπή (κατ΄ άρθ. 933 ΚΠολΔ), που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδοθείσας της με αριθ. 3259/2020 οριστικής απόφασης, αντιμωλία των διαδίκων, που απέρριψε κατ΄ ουσίαν την ανακοπή και καταδίκασε τον ανακόπτοντα στην δικαστική δαπάνη της καθ΄ ης η ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο νυν αιτών, ηττηθείς διάδικος – ανακόπτων, με την από 22.05.2021 έφεση {και αίτηση αναστολής εκτέλεσης, κατ΄ άρθρο 937 ΚΠολΔ}, που κατατέθηκε με ΓΑΚ/ΕΑΚ αντίστοιχα, στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου ………/17.05.2021], ορίστηκε, δε, δικάσιμος της έφεσης [ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ………../18.05.2021], οπότε και συζητήθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσας της υπ΄ αριθμ. 718/2022 απόφασης που απέρριψε την έφεση και το αίτημα αναστολής εκτέλεσης. Ο ηττηθείς διάδικος – εκκαλών και νυν αιτών άσκησε εναντίον των εφεσίβλητων και νυν καθ΄ ων η παρούσα το έκτακτο ένδικο μέσο της αναψηλάφησης και ζήτησε την αναψηλάφηση της τελευταίας αυτής τελεσίδικης απόφασης, με το από 08.12.2025 δικόγραφο αίτησης αναψηλάφησης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου [με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../08.12.2025] και για την οποία ορίστηκε δικάσιμος {ΓΑΚ/ΕΑΚ στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ……/08.12.2025] η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο (αρ. πιν. ………….). Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνησή της από την σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρόντων διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ΄ αριθμόν …/08.12.2025 και ……./08.12.2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …….., που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναψηλάφησης, με κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε στην πρώτη και δεύτερη, αντίστοιχα, των καθ΄ων, νομότυπα [άρθ. 122, 123, 126 γ΄ ΚΠολΔ όσον αφορά την 1η καθ΄ ης και 122, 123, 126 γ΄σε συνδ. με άρθρο 128 αρ. 4 όσον αφορά την 2η καθ΄ ης] και εμπρόθεσμα, πλην, όμως, ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτών δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο. Πρέπει, ωστόσο, να θεωρηθεί ότι οι απολειπόμενοι διάδικοι αντιπροσωπεύονται από την τρίτη των καθ΄ ων, συνδεόμενες με τον δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας, ενόψει του ότι αντικείμενο της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της οποίας διώκεται η αναψηλάφηση είναι η απαίτηση που είχε η πρώτη και μετέπειτα η δεύτερη των καθ΄ ων (διαχειρίστριας της απαίτησης της ειδικής διαδόχου που εκπροσωπούσε) και εξ αυτού δικαιοπάροχοι της τρίτης εξ αυτών (διαχειρίστριας της απαίτησης της ειδικής διαδόχου που εκπροσωπεί), όπως θα εκτεθεί κατωτέρω.
I.Κατά τη διάταξη του άρθρου 539 αρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ, αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, ενώ αίτηση αναψηλάφησης, η οποία αποτελεί ρωγμή στο απρόσβλητο του ουσιαστικού δεδικασμένου, επιτρέπεται μόνον, εφόσον συντρέχουν οι υπό του άρθρου 544 ΚΠολΔ περιοριστικά αναφερόμενοι λόγοι και δεν χωρεί αναλογική εφαρμογή άλλων (ΑΠ 1342/2025 ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα, δε, με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 538 επ. ΚΠολΔ, το έκτακτο ένδικο μέσο της αίτησης αναψηλάφησης ασκείται με δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και εκδικάζεται από το ίδιο δικαστήριο, αφού η άσκηση της αναψηλάφησης δεν έχει μεταβιβαστικό αποτέλεσμα. Η δίκη ενώπιον του δικαστηρίου της αναψηλάφησης διέρχεται συνολικά τέσσερα στάδια. Στο πρώτο το δικαστήριο εξετάζει το παραδεκτό της αναψηλάφησης, αν δηλαδή αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις. Στο δεύτερο στάδιο εξετάζει το παραδεκτό και νόμιμο καθενός από τους λόγους της αναψηλάφησης, ενώ στο τρίτο εξετάζει την ουσιαστική βασιμότητά τους. Μετά ταύτα, αν κάποιος λόγος κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, επακολουθεί η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης και το τελευταίο στάδιο, κατά το οποίο το δικαστήριο εξετάζει την ουσία της υπόθεσης μέσα στα όρια που καθορίζονται από την αναψηλάφηση (ΑΠ 687/2025 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 538 ΚΠολΔ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 παρ. 1 του ν. 5134/2024 (ΦΕΚ Α΄146/11.09.2024) και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση αναψηλάφησης ασκήθηκε μετά την 16.09.2024 (άρθρο 120 παρ. 1 ν. 5134/2024) ορίζεται ότι: «Με αναψηλάφηση, μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων και του Αρείου Πάγου εφόσον δικάζει κατ’ ουσίαν». Εξάλλου, κατά το άρθρο 544 αριθμ. 7 ΚΠολΔ, όπως η εν λόγω παράγραφος τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 του ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α΄ 190/13.10.2021, με έναρξη ισχύος από 01.01.2022 – άρθρο 120 ν. 4842/2021), ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναψηλάφησης [κατάθεση στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου την 08.12.2025 –ΓΑΚ/ΕΑΚ ……/8.12.2025), το εν λόγω έκτακτο ένδικο μέσο επιτρέπεται, αν ο διάδικος, που ζητεί την αναψηλάφηση βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει ισχυρισμός που προβλήθηκε ή δεν μπορούσε να προβληθεί και τα οποία δεν μπορούσε να τα προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο, κατά τη διάρκεια της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το νέο έγγραφο που βρήκε ή έλαβε στην κατοχή του ο αιτών την αναψηλάφηση, για να μπορεί να στηρίξει την αίτησή του, πρέπει: α) να υπήρχε κατά το χρόνο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, έγγραφα, που συντάχθηκαν μετά τον χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης με αναψηλάφηση απόφασης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν αίτηση αναψηλάφησης. Κατ` εξαίρεση, μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναψηλάφησης και με τέτοια μεταγενέστερα έγγραφα, όταν, από το περιεχόμενό τους προκύπτει η ύπαρξη και το περιεχόμενο άλλου κρίσιμου εγγράφου, που είχε εκδοθεί πριν τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης (με την αίτηση αναψηλάφησης) απόφασης, του οποίου, όμως, η έγκαιρη προσκόμιση δεν ήταν δυνατή για έναν από τους λόγους που ορίζονται στην ανωτέρω διάταξη β) να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από το έγγραφο αυτό προκύπτει απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού, που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη [ή που δεν μπορούσε να προβληθεί], στην παραδοχή ή μη του οποίου στηρίζεται το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να καθίσταται εμφανές ότι, αν τούτο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, θα οδηγούσε σε διαφορετική επί της ουσίας κρίση της υπόθεσης υπέρ αυτού που ζητεί την αναψηλάφηση, δηλαδή, μόνον, όταν η αποδεικτική ισχύς του νέου αποδεικτικού εγγράφου είναι τόσο ισχυρή (αποφασιστική), ώστε να καθιστά οφθαλμοφανές το σφάλμα της απόφασης και να κλονίζει πλήρως τα θεμέλιά της. Για να κριθεί, εξάλλου, εάν το έγγραφο είναι κρίσιμο, πρέπει ο αιτών την αναψηλάφηση να προσδιορίζει ποιά πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται αμέσως από το έγγραφο αυτό, καθώς και ότι ο αιτών επικαλέστηκε ή ότι δεν μπορούσε να επικαλεστεί τα περιστατικά αυτά προς θεμελίωση είτε της αγωγής, είτε αυτοτελούς ισχυρισμού προς αντίκρουσή της και γ) η μη έγκαιρη προσκομιδή του να οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε παρακράτησή του από τον αντίδικο του αιτούντος ή από τρίτο, σε συνεννόηση με τον τελευταίο και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο, κατά τη διάρκεια της δίκης. Ανώτερη βία είναι κάθε απρόβλεπτο, εξωτερικό γεγονός, το οποίο, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, στο χώρο δε του δικονομικού δικαίου, τέτοιο γεγονός συνιστά και η ανυπαίτια άγνοια της ύπαρξης κρίσιμων εγγράφων, από την οποία άγνοια, συνακόλουθα, ανακύπτει και αδυναμία έγκαιρης προσκόμισής τους στη δίκη. Δεν αποτελεί ανώτερη βία το γεγονός ότι ο διάδικος από δική του προηγηθείσα ενέργεια δεν μπόρεσε να βρει εγκαίρως το έγγραφο. Επί εγγράφων, δε, που βρίσκονται στην κατοχή δημόσιας αρχής, δεν μπορεί να νοηθεί «κατακράτηση» από τον αντίδικο, ούτε υπάρχει ανώτερη βία, κατά την παραπάνω έννοια, όταν το έγγραφο είναι καταχωρημένο σε δημόσια βιβλία, τα οποία είναι προσιτά σε οποιονδήποτε, ο οποίος με επιμελή έρευνα μπορεί να πληροφορηθεί την ύπαρξή του και να λάβει αντίγραφο για την έγκαιρη προσαγωγή του στο Δικαστήριο (ΑΠ 830/2014, ΕφΔωδ 1/2025 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, έγγραφα ικανά να στηρίξουν τον ως άνω λόγο αναψηλάφησης είναι αυτά που προκαλούν πλήρη (αποφασιστική) και άμεση απόδειξη και, ως τέτοια, νοείται αυτή που δημιουργεί στο δικαστήριο, χωρίς ίχνος αμφιβολίας, δικανική πεποίθηση, σύμφωνα με τους περί αποδείξεως κανόνες του ΚΠολΔ. Επομένως, δεν είναι κρίσιμα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 544 αρ. 7 του ΚΠολΔ, εκείνα τα έγγραφα από τα οποία πηγάζει η καλούμενη αρχή έγγραφης απόδειξης (άρθρα 394 παρ.1 εδαφ.α`, 441 παρ. 2 εδαφ. β` του ΚΠολΔ) ή πιθανολόγηση επί των κρίσιμων, κατά τα ανωτέρω ισχυρισμών. Εξάλλου, ως άμεση χαρακτηρίζεται η απόδειξη, όταν το αποδεικτικό μέσο παρέχει ευθέως πληροφορίες για το αποδεικτέο γεγονός, ενώ η απόδειξη είναι έμμεση, όταν η δικαστική κρίση για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος συνάγεται συμπερασματικά από την απόδειξη άλλων γεγονότων. Το ζήτημα, εξάλλου, αν το νέο έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο, υπό την προεκτεθείσα έννοια, ως αναγόμενο σε πραγματικό γεγονός, εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου, που δικάζει την αίτηση αναψηλάφησης, απορρέει από την εκτίμηση αυτού τούτου του περιεχομένου του εγγράφου και, συνακόλουθα, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 1342/2025 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 545 παρ. 5 εδ. α` ΚΠολΔ, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία αναψηλάφησης είναι τρία χρόνια από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον είναι τελεσίδικη ή ανέκκλητη, αλλιώς από την ημέρα που έγινε τελεσίδικη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αυτή εφαρμόζεται και στην περίπτωση του προβλεπόμενου από το άρθρο 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ λόγου αναψηλάφησης, δηλαδή της ανεύρεσης από το διάδικο μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέων κρίσιμων εγγράφων. Με την προαναφερόμενη, δηλαδή, διάταξη του άρθρου 545 παρ. 5 εδ. α` ΚΠολΔ καθιερώνεται καταχρηστική προθεσμία, τριών (3) ετών για την άσκηση της αναψηλάφησης, προς το σκοπό ασφάλειας των συναλλαγών, με τη θέση ακραίου χρονικού σημείου, ώστε το ένδικο αυτό μέσο να μη μπορεί να ασκηθεί μετά από πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Η προθεσμία αυτή αρχίζει, σε κάθε περίπτωση, από τη δημοσίευση της τελεσίδικης ή ανέκκλητης απόφασης. Η αναφορά στην ανωτέρω διάταξη (545 παρ. 5 ΚΠολΔ) “αν δεν επιδόθηκε η απόφαση” δεν σημαίνει ότι στην περίπτωση, που αυτή έχει επιδοθεί, θα ισχύσει χρόνος μεγαλύτερος της τριετίας από τη δημοσίευσή της (προσβαλλόμενης) διότι, αφού ο νομοθέτης, για την ασφάλεια των συναλλαγών, όπως προαναφέρεται, καθιερώνει ως ανώτατο χρονικό σημείο την τριετία για τον διάδικο, στον οποίο δεν επιδόθηκε η απόφαση και ο οποίος, κατά τεκμήριο, αγνοεί το σε βάρος του περιεχόμενο της απόφασης, την οποία έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει με αναψηλάφηση, πολύ περισσότερο ισχύει το ακρότατο αυτό σημείο της τριετίας από τη δημοσίευσή της και για τον διάδικο, στον οποίο έχει αυτή (προσβαλλομένη απόφαση) επιδοθεί. Και ναι μεν στο άρθρο 545 παρ. 3 εδ. ε` ΚΠολΔ ορίζεται ότι στην περίπτωση του άρθρου 544 αρ. 7 η προθεσμία αναψηλάφησης αρχίζει από την ημέρα που εκείνος, ο οποίος ζητεί την αναψηλάφηση, έμαθε ότι υπάρχουν νέα κρίσιμα έγγραφα, πλην, όμως, ο χρόνος αυτός έναρξης της προθεσμίας στην περίπτωση αυτή, αφορά τη διαφοροποίηση τής έναρξης της προθεσμίας στην περίπτωση που αυτή έχει αρχίσει με την επίδοση της απόφασης και όχι επί συμπλήρωσης τριετίας από την έκδοσή της, αν και στην περίπτωση αυτή η συνηθισμένη βραχυχρόνια προθεσμία αναψηλάφησης, κατ` άρθ. 545 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, είναι εξήντα (60) ημερών, που αρχίζει, σύμφωνα με την παρ. 3 εδ. ε΄ του ίδιου άρθρου, από την ημέρα γνώσης των εγγράφων. Τέλος, η διάταξη αυτή του άρθρου 544 αριθμ. 7 ΚΠολΔ είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς η παραβίασή της δεν ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αλλά αυτόν του αριθμού 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 1005/2025 ΝΟΜΟΣ).
II. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 22 του Εμπορικού Νόμου (ΕμπΝ, β.δ. της 19ης Απριλίου-1ης Μαΐου 1835, Α΄ 15) οριζόταν ότι : «Οι ομόρρυθμοι συνεταίροι, οι αναφερόμενοι εις το καταστατικόν της εταιρίας έγγραφον, υπόκεινται αλληλεγγύως εις όλας τας υποχρεώσεις της εταιρίας, αν και υπογεγραμμένας παρ’ ενός μόνου των συνεταίρων, υπό την εμπορικήν όμως επωνυμίαν». Σύμφωνα, επομένως, με το άρθρο 22 ΕμπΝ, η απεριόριστη εις ολόκληρον ευθύνη του ομόρρυθμου εταίρου με το νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας εξακολουθεί να υπάρχει και μετά την αποχώρησή του από την εταιρεία για τα προ της αποχώρησής του εταιρικά χρέη, εφόσον, πάντως, η σχετική αξίωση κατά της εταιρείας γεννήθηκε προ της αποχώρησης του εταίρου από την εταιρεία. Κρίσιμος δε είναι ο χρόνος γένεσης των οφειλών της εταιρείας και όχι ο χρόνος ταμειακής βεβαίωσης αυτών. Εξάλλου, στο άρθρο 64 του ως άνω Εμπορικού Νόμου ορίζεται ότι: «Πάσα αγωγή κατά συνεταίρων μη εκκαθαριστών, κατά χηρών και των κληρονόμων αυτών, ή παντός άλλου έχοντος δικαίωμα, παραγράφεται πέντε έτη μετά την προθεσμίαν ή μετά την διάλυσιν της εταιρείας, αν το έγγραφον το προσδιορίζον την διάρκειαν αυτής, ή το της διαλύσεως, ετοιχοκολλήθη και κατεχωρίσθη κατά τας διατάξεις των άρθρων 42, 43, 44 και 46, και αν, μετά την εκπλήρωσιν της διατυπώσεως ταύτης, η παραγραφή δεν διεκόπη ως προς αυτούς δια δικαστικής τινός καταδιώξεως». Σύμφωνα με τα ανωτέρω, για να ξεκινήσει η 5ετής παραγραφή του παλαιού άρθρου 64 του Εμπορικού Νόμου, δεν αρκούσε η απλή καταχώριση στα βιβλία του Πρωτοδικείου αλλά απαιτείτο σωρευτικά και η τοιχοκόλληση της περίληψης του εγγράφου λύσης στο ακροατήριο του δικαστηρίου για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (άρθρα 42-44 ΕμπΝ), ενώ σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος δεν μπορούσε να αποδείξει τη νόμιμη τοιχοκόλληση στο ακροατήριο, θεωρούνταν ότι δεν είχαν ολοκληρωθεί οι νόμιμες διατυπώσεις και ως εκ τούτου δεν ενεργοποιούνταν η 5ετής παραγραφή, με αποτέλεσμα να εφαρμόζεται η γενική 20ετής παραγραφή (άρθρο 249 Αστικού Κώδικα). Περαιτέρω, με την έναρξη ισχύος του ν. 4072/2012, στις 11.4.2012, το άρθρο 64 του Εμπορικού Νόμου καταργήθηκε ρητά (άρθρο 294 παρ. 1) [ΑΠ1668/2023 ΝΟΜΟΣ). Σύμφωνα με το άρθρο 269 του Ν. 4072/2012 “Σε περίπτωση λύσης της εταιρείας οι αξιώσεις κατά των εταίρων για εταιρικά χρέη παραγράφονται μετά πέντε έτη από την καταχώριση της λύσης της εταιρείας στο Γ.Ε.ΜΗ., εκτός αν η αξίωση κατά της εταιρείας υπόκειται σε βραχύτερη παραγραφή. 2. Αν η αξίωση του δανειστή κατά της εταιρείας καταστεί ληξιπρόθεσμη μετά την καταχώριση της λύσης της στο Γ.Ε.ΜΗ., η παραγραφή αρχίζει από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη. 3. Οι δυο προηγούμενες διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και σε περίπτωση εξόδου ή αποκλεισμού εταίρου από την εταιρεία.”. Στην, δε, μεταβατική διάταξη του άρθρου 294 παρ. 1 του εν λόγω νόμου (4072/2012) ορίστηκε ότι οι νέες ρυθμίσεις του νόμου καταλαμβάνουν και εφαρμόζονται σε όλες τις υφιστάμενες εταιρείες, εφόσον κατά την έναρξη ισχύος του (11 Απριλίου 2012) οι εταιρείες αυτές δεν τελούν ήδη υπό καθεστώς εκκαθάρισης ή πτώχευσης, που σημαίνει ότι για τις «ενεργές» εταιρείες, οι διατάξεις του νόμου για τη λειτουργία και την εταιρική διακυβέρνηση τίθενται σε άμεση εφαρμογή, ενώ στην παρ. 3 του άρθρου 294 ν. 4072/2012 ορίστηκε ότι οι ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες εμπορικές εταιρείες που λειτουργούν κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου υποχρεούνται εντός εξαμήνου να προβούν σε καταχώριση της σχετικής εταιρικής σύμβασης στο Γ.Ε.ΜΗ., κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 251. Ο νέος νόμος αντικατέστησε το σύστημα δημοσιότητας του Πρωτοδικείου με το σύστημα του ΓΕΜΗ και σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 294 παρ. 2, για να επέλθει η 5ετής παραγραφή σε παλαιότερες εταιρείες, πρέπει η λύση τους να καταχωριστεί στο ΓΕΜΗ. Εφόσον η εταιρεία στερείται της οριστικής δημοσιότητας λύσης στο ΓΕΜΗ και εμφανίζεται ως «Ενεργή – Εκκρεμεί Απογραφή», η 5ετής προθεσμία δεν έχει καν ξεκινήσει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή, αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει, να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 Ι του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας (ΑΠ 1251/2020 ΝΟΜΟΣ).
ΙΙΙ. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ΄ του ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων….», «Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις». Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, «οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (ΦΕΚ Α΄ 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης».
Με την κρινόμενη από 08.12.2025 αίτηση αναψηλάφησης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου [με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./08.12.2025] και για την οποία ορίστηκε δικάσιμος {ΓΑΚ/ΕΑΚ στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ……………/08.12.2025] η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο (αρ. πιν. 53) και κατ΄ εκτίμηση του περιεχομένου της, ο αιτών ζητεί την εξαφάνιση της υπ’ αριθμ. 718/2022 τελεσίδικης απόφασης αυτού του δικαστηρίου -η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του αιτούντος την αναψηλάφηση – και την επανεκδίκαση της έφεσης, για λόγο ερειδόμενο στον αρ. 7 του άρθρου 544 ΚΠολΔ, ήτοι επειδή μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ο αιτών έλαβε στην κατοχή του νέο, κρίσιμο έγγραφο, με ημερομηνία 05.12.2025, από το οποίο προκύπτει ισχυρισμός, που δεν μπορούσε για την απόδειξή του να προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία και δη αυτός περί πενταετούς παραγραφής της, επιδικασθείσας με την ανωτέρω διαταγή πληρωμής, αξίωσης σε βάρος του. Τέλος, ζητεί και την καταδίκη των καθ΄ ων στην δικαστική του δαπάνη. Με το παραπάνω περιεχόμενο, η αίτηση αναψηλάφησης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 αρ. 1, 538 [όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 παρ. 1 ν. 5134/2024, ΦΕΚ Α΄146/11.09.2024 –έναρξη ισχύος 16.09.2024, άρθ. 120 παρ. 1 ν. 5134/2024], 539 παρ. 1, 542 παρ. 1 [όπως η παρ. 1 τροποποιήθηκε με το άρθρο 30 ν. 4842/2021, ΦΕΚ Α΄190/13.10.2021, έναρξη ισχύος 1.1.2022 – αρθ. 120 ν. 4842/2021], 543, 544 αρ. 7 σε συνδ. με άρθ. 545 αρ. 1, 3 υπό ε΄ και αρ. 5 εδ. α΄ ΚΠολΔ [όπως η παρ. 5 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 45 παρ. 5 ν. 3994/2011], δεδομένου ότι ασκήθηκε την τελευταία ημέρα της τριετούς προθεσμίας, καθόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης με αναψηλάφηση απόφασης, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση, από τη δημοσίευση, δε, αυτής, την 06.12.2022 μέχρι την άσκηση της αναψηλάφησης, με την κατάθεση του δικογράφου ενώπιον της Γραμματείας αυτού του Δικαστηρίου, την 08-12-2025, δεν έχει παρέλθει τριετία (άρθρο 545 παρ. 5 εδ. α` ΚΠολΔ) [σημειωτέον ότι η τριετής προθεσμία έληγε όχι την 07.12.2025, διότι ήταν ημέρα Κυριακή και άρα κατά το νόμο εξαιρετέα αλλά την επόμενη, μη εξαιρετέα, ημέρα Δευτέρα, 08.12.2025 [αρθ. 144 αρ. 1 ΚΠολΔ]. Κατόπιν αυτών η αναψηλάφηση αρμοδίως, κατ’ άρθρο 21 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, δεδομένου, επιπλέον, ότι για το παραδεκτό της καταβλήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 495 αρ. 3 υπό Γ΄ εδ. β΄ ΚΠολΔ, το υπ’ αριθ. ……………./2025 e – παράβολο, ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ, που επισυνάπτεται στην ως άνω έκθεση κατάθεσης του έκτακτου ένδικου μέσου, σε συνδυασμό και με την βεβαίωση επιτυχούς πληρωμής του, της τράπεζας Πειραιώς. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό, νόμιμο και βάσιμο των λόγων της. Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο αιτών άσκησε σε βάρος της 1ης καθ΄ ης η αίτηση την από 22.07.2019 ανακοπή (κατ΄ άρθ. 933 ΚΠολΔ), που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς [με γενικό και ειδικό, αντίστοιχα, αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./30.07.2019], με την οποία ζήτησε, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, να ακυρωθεί, άλλως, εξαφανιστεί η υπ΄ αριθμ. ……/2008 Διαταγή Πληρωμής, του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και του πρώτου αντιγράφου εξ απογράφου εκτελεστού, μετά της από 10.07.2019 επιταγής προς πληρωμή, που επιδόθηκε σε αυτόν την 16.07.2019, με την ιδιότητα του ομόρρυθμου εταίρου, της ομόρρυθμης εταιρείας (Ο.Ε.), με την επωνυμία «…………..» και να καταδικαστεί η καθ΄ ης στην δικαστική του δαπάνη. Επί της ανακοπής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθ. 3259/2020 οριστική απόφαση, που απέρριψε την ανακοπή και καταδίκασε τον ανακόπτοντα στην δικαστική δαπάνη της καθ΄ ης. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ανακόπτων, ηττηθείς διάδικος, με την από 17.05.2021 έφεση {και αίτηση αναστολής εκτέλεσης, κατ΄ άρθρο 937 ΚΠολΔ}, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου [με ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, ………/17.05.2021], προσδιορίστηκε, δε, δικάσιμος της έφεσης [ΓΑΚ/ΕΑΚ, αντίστοιχα, στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ………../18.05.2021], για την 07.04.2022, οπότε και συζητήθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσας της υπ΄ αριθμ. 718/2022 τελεσίδικης απόφασης, που απέρριψε την έφεση και το αίτημα αναστολής εκτέλεσης. Με τους δύο λόγους της έφεσης ο νυν αιτών και εκεί εκκαλών, ομόρρυθμος εταίρος, ομόρρυθμης εταιρείας (Ο.Ε.), με την επωνυμία «…………..», λυθείσας, κατά τους ισχυρισμούς του, την 09.03.2012, διαμαρτυρήθηκε για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δυνάμει της ανωτέρω υπ΄ αριθμ. 3259/2020 οριστικής απόφασης, του 2ου λόγου της ανακοπής του, που επανέφερε με την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμο και ο οποίος αφορούσε την υποβληθείσα εκ μέρους του ένσταση πενταετούς παραγραφής των αξιώσεων της εφεσίβλητης και 1ης καθ΄ ης σε βάρος του, σύμφωνα με το άρθρο 64 του εμπορικού νόμου (ΕΝ) και 269 παρ. 1 ν. 4072/2012 και ότι η επισπευδόμενη, με την από 10.07.2019 επιταγή προς πληρωμή, αναγκαστική εκτέλεση, είναι άκυρη, δεδομένου ότι η εφεσίβλητη επέδωσε σε αυτόν, με την ιδιότητά του ως ομόρρυθμου εταίρου της ως άνω εταιρείας, την 16.07.2019, αντίγραφο εξ απογράφου της επίδικης διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή, πλην, όμως, η ως άνω εταιρεία λύθηκε την 08.03.2012 και η λύση της καταχωρήθηκε στα Βιβλία Εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών, με αύξοντα αριθμό ……./2012, μετά δε την παρέλευση πενταετίας από την καταχώρηση της λύσης της εταιρείας η ως άνω αξίωση της εφεσίβλητης κατά αυτού, ως ομόρρυθμου εταίρου, έχει παραγραφεί, εφόσον δεν επιδόθηκε σε αυτόν η διαταγή πληρωμής μέχρι την 08.03.2017. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμο τον ισχυρισμό του. Ειδικότερα έκρινε τα εξής: «Με την υπ΄ αρ. …./2008 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι με αυτή καθ΄ ων [ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «……..» (πρώην «………..»] και τρίτο φυσικό πρόσωπο, μη διάδικο στην παρούσα δίκη, ως ομόρρυθμος εταίρος της ως άνω εταιρείας και εγγυητής – αυτοφειλέτης, υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στην αιτούσα, ήδη καθ΄ ης η ανακοπή, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………..», το ποσό των 776.335,69 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, προερχόμενο από την αναφερόμενη σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η οποία συνήφθη μεταξύ της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας και της ήδη καθ΄ ης η ανακοπή, και υπό την εγγύηση του προαναφερόμενου ομόρρυθμου εταίρου και τις αναφερόμενες πρόσθετες πράξεις. Στην ως άνω εταιρεία συμμετείχε από την σύστασή της το έτος 2001 ως ομόρρυθμος εταίρος ο ανακόπτων. Με το από 8-3-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της ως άνω εταιρείας με την επωνυμία «…………..», οι ομόρρυθμοι εταίροι, μεταξύ των οποίων και ο ανακόπτων, αποφάσισαν από κοινού τη λύση της ως άνω εταιρείας, το ως άνω δε συμφωνητικό καταχωρήθηκε στα Βιβλία Εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αύξοντα αριθμό …../2012 (9-3-2012). Περαιτέρω, από το υπ΄ αρ. πρωτ. …./26-1-2017 πιστοποιητικό του Τμήματος Εταιρειών-Σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι από την καταχώρηση της ως άνω λύσης, με αριθμό κατάθεσης ……/2012, μέχρι 31-12-2012, καμιά άλλη εγγραφή δεν καταχωρήθηκε. Ακολούθως, ο εκκαλών προσκομίζει και επικαλείται το υπ΄ αρ. πρωτ. …../21-1-2021 πιστοποιητικό του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Πειραιά, από το οποίο, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι η ως άνω εταιρεία διαγράφηκε από το Μητρώο του Επιμελητηρίου την 9-3-2012. Ωστόσο, από το από 4-4-2022 αντίγραφο στοιχείων καταχώρησης στο Γ.Ε.ΜΗ. (στοιχεία δημοσιότητας), που αφορά την ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «……………», προκύπτει ότι η ως άνω εταιρεία είναι σε κατάσταση ενεργή και εκκρεμεί απογραφή/έλεγχος απογραφής. Περαιτέρω, δεν προκύπτει πώς και από ποιον έγινε η εγγραφή της εταιρείας στο Γ.Ε.ΜΗ. και ακολούθως γιατί δεν καταχωρήθηκε η επικαλούμενη διαγραφή αυτής στη μερίδα της. Εξάλλου, ο εκκαλών, ενώ ισχυρίζεται ότι δεν έχει ενημερωθεί το ηλεκτρονικό σύστημα του Γ.Ε.ΜΗ., δεν επικαλείται, ούτε αποδεικνύεται, ότι ζητήθηκε από την αρμόδια υπηρεσία του Γ.Ε.ΜΗ. να προβεί στην ενημέρωση αυτού. Κατόπιν τούτων, ο εκκαλών δεν μπορεί να αντιτάξει στην εφεσίβλητη, τις πράξεις και τα στοιχεία για τα οποία δεν τηρήθηκαν οι κατά νόμο διατυπώσεις δημοσιότητας στο Γ.Ε.ΜΗ., εκτός εάν επικαλούταν και αποδείκνυε, γεγονός που δεν συμβαίνει εν προκειμένω, ότι η εφεσίβλητη, γνώριζε αυτά. Ακολούθως, ενόψει του ότι από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι έχει καταχωρηθεί η ως άνω εταιρεία στο Γ.Ε.ΜΗ., δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 64 του Ε.Ν., καθώς επίσης ενόψει του ότι από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ότι έχει καταχωρηθεί η λύση της ως άνω εταιρείας στο Γ.Ε.ΜΗ., δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 269 παρ. 1 του Ν. 4072/2012. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος ανακοπής, με τον οποίο ο ανακόπτων προβάλλει παραγραφή της απαιτήσεως για την ικανοποίηση της οποίας η καθ΄ ης επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του, πρέπει να απορριφθεί ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε όμοια (και απέρριψε τον δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής), έστω και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, ορθά κατ΄ αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε και επίσης ορθά εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και τα προκύψαντα απ΄ αυτές πραγματικά περιστατικά. Συνεπώς, αφού συμπληρωθεί η εν μέρει ελλιπής αιτιολογία της εκκαλουμένης με αυτή της παρούσας αποφάσεως (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), πρέπει οι σχετικοί λόγοι της ένδικης εφέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθούν ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμοι». Με την ένδικη αίτηση ο αιτών όσον αφορά το νέο κρίσιμο έγγραφο που επικαλείται και προσκομίζει αναγράφει επί λέξει τα εξής: «Η από 05.12.2025 Βεβαίωση του ΓΕΜΗ (στοιχεία δημοσιότητας), με αριθμό πρωτοκόλλου 1326 αποτελεί νέο έγγραφο το οποίο πήρα νομίμως στην κατοχή μου μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελεί νέο κρίσιμο έγγραφο, από το οποίο προκύπτει ισχυρισμός που δεν μπορούσα να προβάλλω και να προσκομίσω δεδομένου ότι ουδείς πολίτης μπορεί να παρέμβει στον τρόπο λειτουργίας των ηλεκτρονικών διαδικτυακών ενημερώσεων μέσω της πλατφόρμας των Επιμελητηρίων και εξ αυτών του ΓΕΜΗ». Η απλή όμως αναφορά του ως άνω εγγράφου στην ένδικη αίτηση χωρίς αναφορά από τον αιτούντα αφενός του περιεχομένου του [ώστε να κριθεί από το Δικαστήριο αν από αυτό προκύπτει πράγματι ισχυρισμός που προβλήθηκε ή που δεν μπορούσε να προβληθεί] και αφετέρου του λόγου για τον οποίο το έγγραφο αυτό είναι κρίσιμο, καθιστά πρωτίστως την αίτηση αναψηλάφησης απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Στη συνέχεια, ο αιτών, με τις έγγραφες προτάσεις του [στο παρόν Δικαστήριο], προβαίνει, όπως αναγράφει, σε διόρθωση τού ως άνω εγγράφου [ήτοι της από 05.12.2025 Βεβαίωσης του ΓΕΜΗ (στοιχεία δημοσιότητας) με αριθμό πρωτοκόλλου 1326] αναφέροντας επί λέξει τα εξής: «Επειδή διορθώνω ως προς την ημερομηνία και αριθμό πρωτοκόλλου την επικαλούμενη στην σελίδα 7 της επίδικης αίτησής μου αναψηλάφησης Βεβαίωση του ΓΕΜΗ (Στοιχεία Δημοσιότητας), η οποία δεν αναγράφει στοιχεία ημερομηνίας και αριθμό πρωτοκόλλου διότι έχει εκδοθεί μετά την συζήτηση της έφεσής μου και η εταιρία «……..» με ΑΦΜ …………. είναι διαγραμμένη και στην Αναζήτηση Στοιχείων Δημοσιότητας του ΓΕΜΗ στην ένδειξη αποτελέσματα αναζήτησης αναφέρεται «δεν βρέθηκαν αποτελέσματα», γεγονός που αποδεικνύει ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί νέο κρίσιμο έγγραφο, το οποίο δεν μπορούσα να προβάλλω και να προσκομίσω στο Δικαστήριο διότι ο έλεγχος της εταιρίας στο ΓΕΜΗ έγινε μετά την συζήτηση της έφεσής μου την 07.04.2022 και την έκδοση της υπ’ αριθμ. 718/2022 απόφασης του 4ου Τμήματος του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς». Επιπρόσθετα, ο αιτών, το πρώτον με τις έγγραφες προτάσεις του, επικαλείται και προσκομίζει και το υπ΄ αριθμ. …./04.03.2026 [ήτοι με ημερομηνία μεταγενέστερη της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης] Πιστοποιητικό του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Πειραιά, το οποίο ισχυρίζεται πως απεικονίζει την πραγματική κατάσταση της εταιρίας «………….» και ότι, επομένως, τα προσκομιζόμενα από την α ‘ αντίδικο αντίγραφα καταχώρισης στο ΓΕΜΗ (στοιχείων δημοσιότητας), στον α’ και β΄ βαθμό εκδίκασης της ανακοπής του είχαν αντληθεί από το μη ενημερωμένο σύστημα δημοσιότητας του Γ.Ε.Μ.Η. μη απεικονίζοντας, έτσι, την [πραγματική] κατάσταση της εταιρίας. Προς επίρρωση δε του ισχυρισμού του ο αιτών αναφέρει το περιεχόμενο του εν λόγω πιστοποιητικού, στο σημείο «ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ», όπου αναγράφονται τα εξής: «Κατόπιν αιτήματος με αριθμό πρωτ. …./04.03.2026 και σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. πρωτ. …../2017 Πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών αναφέρονται τα κάτωθι: «Η ως άνω εταιρία ουδέποτε εγγράφηκε και απογράφηκε στο ΓΕΜΗ διότι λύθηκε την 09.03.2012 με την καταχώριση του συμφωνητικού λύσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών με γενικό αριθμό κατάθεσης ……/2012. Σημειώνεται ότι κατά την περίοδο μετάβασης στο ΓΕΜΗ έγινε μετάπτωση των εταιρειών από τα Μητρώα Επιμελητηρίων στο ΓΕΜΗ χωρίς όμως να ταυτίζεται η μετάπτωση με την εγγραφή και την απογραφή τους στο ΓΕΜΗ στα στοιχεία δημοσιότητας», επαναφέροντας με τον τρόπο αυτόν τον λόγο έφεσής του, σχετικά με την μη ενημέρωση του ηλεκτρονικού συστήματος του Γ.Ε.Μ.Η. όσον αφορά την πραγματική κατάσταση της ως άνω Ο.Ε.. Επί των παραπάνω λεκτέα τα ακόλουθα: 1)Καταρχήν η, το πρώτον, με τις έγγραφες προτάσεις του αιτούντος, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, επίκληση νέου εγγράφου και όχι με το δικόγραφο της αίτησης αναψηλάφησης είναι απαράδεκτη και συνεπώς το υπ΄ αριθμ. …../04.03.2026 Πιστοποιητικό του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Πειραιά δεν δύναται κατά το νόμο να ληφθεί υπόψιν, 2) Η κατά τα παραπάνω από τον αιτούντα ισχυριζόμενη ως «διόρθωση» του νέου κρίσιμου εγγράφου, που επικαλείται στην αίτηση αναψηλάφησης, συνιστά, καταφανώς, ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αίτησης αναψηλάφησης. Ειδικότερα, ο αιτών προκειμένου να θεμελιώσει το ορισμένο και νόμιμο της αίτησης αναψηλάφησης, δεδομένου ότι για να γίνει δεκτή με βάση το άρθρο 544 αρ. 7 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα λέχθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας, το «νέο κρίσιμο έγγραφο» πρέπει να προσδιορίζεται με απόλυτη ακρίβεια στο εισαγωγικό δικόγραφο (ημερομηνία, εκδίδουσα αρχή, αριθμός πρωτοκόλλου), επικαλέστηκε στο δικόγραφο αυτής ένα ανύπαρκτο έγγραφο, κατά παράβαση και του καθήκοντος αληθείας (άρθ. 116 και 205 ΚΠολΔ), αφού δήλωσε για το έγγραφο αυτό πως φέρει ημερομηνία 05.12.2025 και έχει λάβει αριθμό πρωτοκόλλου 1326, το οποίο, όμως, τελικά, όπως ο ίδιος δηλώνει με τις προτάσεις του, δεν είχε τα στοιχεία αυτά, αν και το γνώριζε, αφού το είχε στην κατοχή του. Δηλώνοντας, δε, στη συνέχεια, με τις προτάσεις του, ότι το εν λόγω έγγραφο «δεν αναγράφει στοιχεία» ουσιαστικά ομολογεί ότι η από 05.12.2025 Βεβαίωση του ΓΕΜΗ (στοιχεία δημοσιότητας) με αριθμό πρωτοκόλλου 1326, ήτοι το έγγραφο που περιέγραψε στην αίτηση αναψηλάφησης, προκειμένου να στηρίξει τον, από το άρθ. 544 αρ. 7 ΚΠολΔ, λόγο αυτής, δεν ταυτίζεται με αυτό που τελικά προσκομίζει, επιχειρώντας μη νόμιμα να στηρίξει την αίτηση αναψηλάφησης σε διαφορετικό αποδεικτικό μέσο. Εξάλλου, το άρθρο 224 εδ. β’ ΚΠολΔ επιτρέπει στον διάδικο να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους δικούς του πραγματικούς ισχυρισμούς (δηλαδή τα γεγονότα που ο ίδιος εξιστορεί στο δικόγραφο), όχι όμως να «διορθώσει» αναδρομικά το περιεχόμενο, την ταυτότητα (όπως εν προκειμένω) ή τις ελλείψεις ενός δημόσιου εγγράφου (Βεβαίωσης ΓΕΜΗ) που προσκομίζει. Συνεπώς απαραδέκτως προβαίνει σε «διόρθωση» της αίτησής του. Σε κάθε περίπτωση, το έγγραφο που προσκομίζει στην πραγματικότητα, ήτοι αυτό που αναφέρεται στις έγγραφες προτάσεις του, δεν μπορεί να αποτελέσει νέο κρίσιμο έγγραφο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, διότι δεν φέρει υπογραφή και ημερομηνία της εκδούσας αυτό αρχής, ούτε φέρει ψηφιακή υπογραφή (οπότε η ημερομηνία και η ώρα προκύπτουν από το σύστημα) και επιπλέον διότι και αληθές υποτιθέμενου του περιεχομένου αυτού «Δεν βρέθηκαν αποτελέσματα» δεν άγει σε αντίκρουση του ισχυρισμού του περί παραγραφής, αφού η αναγραφή αυτή δεν οδηγεί σε ευθεία απόδειξη, όπως απαιτείται, για την αποδοχή της ένστασης παραγραφής των σε βάρος του αξιώσεων των καθ΄ ων λόγω παρέλευσης πενταετίας από την λύση της προαναφερόμενης ομόρρυθμης εταιρείας της οποίας ήταν ομόρρυθμος εταίρος. Και τούτο διότι δεν παράγεται εξ αυτού πλήρη (αποφασιστική) και άμεση απόδειξη, ήτοι τέτοια που δημιουργεί στο δικαστήριο, χωρίς ίχνος αμφιβολίας, δικανική πεποίθηση, σύμφωνα με τους περί αποδείξεως κανόνες του ΚΠολΔ, ούτε παρέχει ευθέως πληροφορίες για το αποδεικτέο γεγονός, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση της παρούσας. Σε κάθε περίπτωση, περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναψηλάφησης είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι το επικαλούμενο σ’ αυτήν κρίσιμο έγγραφο και δη η, χωρίς ημερομηνία και αριθμό πρωτοκόλου, Βεβαίωση του ΓΕΜΗ (στοιχεία δημοσιότητας), η οποία όπως ισχυρίζεται ο αιτών έχει εκδοθεί μετά την συζήτηση της έφεσής του και την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και ως εκ τούτου, σύμφωνα επίσης με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, δεν αποτελεί νέο έγγραφο που δεν μπορούσε ο αιτών να θέσει υπόψη του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση από ανώτερη βία, κατά την έννοια του αριθμ. 7 του άρθρου 544 ΚΠολΔ, ούτε συντρέχει τέτοια ανώτερη βία, δεδομένου ότι εάν επιμελώς έπραττε ο αιτών, όπως κρίθηκε και με την προσβαλλόμενη απόφαση, θα είχε εγκαίρως και ευχερώς ζητήσει από την αρμόδια υπηρεσία του Γ.Ε.Μ.Η. να προβεί στην ενημέρωση των στοιχείων της Ο.Ε. εταιρείας, όπως δικαιούται πας έχων έννομο συμφέρον. Εξάλλου, ακόμα και είχε εφαρμογή το άρθρο 64 του Εμπορικού Νόμου, που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, ο αιτών δεν επικαλέστηκε και άρα ούτε απέδειξε ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι το έγγραφο της διάλυσης της εν λόγω Ο.Ε., πέραν της καταχώρισής του στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών, τοιχοκολλήθηκε ακολούθως, σύμφωνα με το νόμο, και όσα λέχθηκαν παραπάνω στην μείζονα σκέψη της παρούσας, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, οπότε και μετά την εκπλήρωση και της διατύπωσης αυτής να αρχίσει η επικαλούμενη από αυτόν πενταετής παραγραφή των σε βάρος του αξιώσεων. Πλην, όμως, ο νέος νόμος 4072/2012 που αντικατέστησε το σύστημα δημοσιότητας του Πρωτοδικείου με το σύστημα του ΓΕΜΗ σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 294 παρ. 2, όρισε ότι για να επέλθει η 5ετής παραγραφή σε παλαιότερες εταιρείες [όπως εν προκειμένω], πρέπει η λύση τους να καταχωριστεί στο ΓΕΜΗ. Αποδείχθηκε δε ότι αναγράφηκε στο Γ.ΕΜ.Η. η εν λόγω Ο.Ε. εμφανίζεται, δε, κατά τον χρόνο που εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση ως «Ενεργή – Εκκρεμεί Απογραφή» και επομένως η εταιρεία στερείται της οριστικής δημοσιότητας λύσης στο ΓΕΜΗ και η 5ετής προθεσμία παραγραφής δεν έχει καν ξεκινήσει. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αναψηλάφηση πρωτίστως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και να καταδικαστεί ο αιτών λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της 3ης των καθ΄ ων (άρθρα 176 και 183 εδ. α΄ περ. α΄ ΚΠολΔ), κατ’ αποδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 106 και 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αιτούντα για την άσκηση της ένδικης αναψηλάφησης, υπ’ αριθ. ……………/2025 e – παράβολο, ποσού πεντακοσίων (500,00) ευρώ, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό. Όσον αφορά τον ορισμό παραβόλου για την τυχόν άσκηση εκ μέρους των απολιπόμενων διαδίκων ανακοπής ερημοδικίας εναντίον της παρούσας απόφασης δεν θα οριστεί, διότι κατόπιν της απόρριψης της ένδικης αίτησης κρίνεται ότι δεν έχουν έννομο συμφέρον οι απόντες διάδικοι προς άσκηση του έκτακτου αυτού ένδικου μέσου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, με την οριστική απόφασή του, επιβάλλει στο διάδικο ή στο νόμιμο αντιπρόσωπό του ή στο δικαστικό του πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη καθενός, χρηματική ποινή από χίλια (1.000) ευρώ έως δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ, που περιέρχεται στο Δημόσιο ως δημόσιο έσοδο, αν προκύψει από τη δίκη που έγινε, ότι αν και το γνώριζαν (1) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο ή (2) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον της αλήθειας. Με τη διάταξη αυτή, η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, χωρίς καμία επίδραση στο περιεχόμενο της απόφασης, η υποχρέωση του δικαστηρίου και όχι η διακριτική ευχέρεια αυτού, για την επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Δημόσιο, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή δικαιοσύνης. Η διάταξη αναφέρεται στην άσκηση προφανώς αβάσιμης αγωγής, ανταγωγής, παρέμβασης ή ενδίκου μέσου. Η απαρίθμηση όμως αυτή είναι ενδεικτική και πρέπει να γίνει δεκτό ότι, από το όλο πνεύμα και το σκοπό της διάταξης, καταλαμβάνει κάθε μορφής αίτηση παροχής έννομης προστασίας. Ως προφανώς αβάσιμο, κατά την έννοια της διάταξης, νοείται το μέσο προστασίας που ασκήθηκε, ενώ ήταν απαράδεκτο ή νομικώς ή ουσιαστικώς αβάσιμο ή ισχυρισμός που προτάθηκε ήταν αναληθής. Το καθήκον αληθείας επεκτείνεται και στην άρνηση ισχυρισμών (ΑΠ 738/2012). Κύρια προϋπόθεση για την επιβολή της ποινής τάξης του άρθρου 205 ΚΠολΔ, αποτελεί το στοιχείο της υπαιτιότητας με την μορφή αμέσου δόλου, χωρίς να αρκεί ενδεχόμενος δόλος ή βαριά αμέλεια (ΑΠ 489/2016, ΑΠ 1443/2014, ΑΠ 738/2012). Η απόρριψη της αγωγής ή του ενδίκου μέσου ως νόμω ή κατ’ ουσίαν αβασίμου δεν υποδηλώνει και παράβαση της παραπάνω διάταξης. Ο αιτών με το εισαγωγικό δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναψηλάφησης, προκειμένου να θεμελιώσει τον εκ του άρθρου 544 αρ. 7 ΚΠολΔ λόγο περί ανεύρεσης νέων κρίσιμων εγγράφων, επικαλέστηκε επί λέξει την “από 05.12.2025 Βεβαίωση του ΓΕΜΗ (στοιχεία δημοσιότητας) με αριθμό πρωτοκόλλου 1326”. Ακολούθως, με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο αιτών δήλωσε ότι “διορθώνει ως προς την ημερομηνία και αριθμό πρωτοκόλλου” το ως άνω έγγραφο, διότι τούτο, εντέλει, “δεν αναγράφει στοιχεία ημερομηνίας και αριθμό πρωτοκόλλου”. Η συμπεριφορά αυτή του αιτούντος συνιστά προφανή, δόλια και παρελκυστική διεξαγωγή της δίκης, καθόσον: α) Εισήγαγε μια προφανώς αβάσιμη αίτηση αναψηλάφησης στηριζόμενος σε αναληθή πραγματικά περιστατικά ως προς την ταυτότητα του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, β) Επιχείρησε με τις προτάσεις του να μεταβάλει ανεπίτρεπτα την ιστορική βάση του δικογράφου του κατ’ άρθρο 224 ΚΠολΔ, ομολογώντας την ανυπαρξία των στοιχείων του εγγράφου που ο ίδιος επικαλέστηκε, γ) Παρελκύει τη δίκη και επιβαρύνει σκοπίμως και άσκοπα τη λειτουργία της δικαιοσύνης, παραβιάζοντας εν γνώσει του (άμεσος δόλος) το καθήκον αλήθειας, δεδομένου ότι κατέχει ο ίδιος το έγγραφο αυτό. Περαιτέρω, ενόψει του ότι η άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, εναπόκειται στους χειρισμούς της πληρεξούσιας δικηγόρου του αιτούντος την αναψηλάφηση για να ασκήσει την αίτηση αυτή και όχι του ίδιου του αιτούντος, ο οποίος εκ των πραγμάτων δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τις προϋποθέσεις παραδεκτής και βάσιμης άσκησης του πιο πάνω έκτακτου ένδικου μέσου, συντρέχει νόμιμη περίπτωση όπως επιβληθεί αυτεπαγγέλτως εις βάρος της πληρεξουσίας δικηγόρου του αιτούντος χρηματική ποινή, το ύψος της οποίας, ενόψει των περιστάσεων, πρέπει να οριστεί στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500€) ευρώ, το οποίο περιέρχεται στο Δημόσιο, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην της 1ης και 2ης των καθ΄ ων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση αναψηλάφησης κατά της υπ’ αρ. 718/2022 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου ως απαράδεκτη.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αιτούντα την αναψηλάφηση υπ’ αριθ. ……/2025 e – παραβόλου, ποσού πεντακοσίων (500,00) ευρώ.
Καταδικάζει τον αιτούντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της τρίτης των καθ΄ ων, την οποία καθορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Επιβάλλει αυτεπαγγέλτως σε βάρος της πληρεξουσίας δικηγόρου του αιτούντος, ……………., δικηγόρου Πειραιώς, με ΑΜ ΔΣΠ …., κατοίκου Νίκαιας, οδός …….. και ΑΦΜ ………… Δ.Ο.Υ. ΚΕΦΟΔΕ Αττικής, ποινή ύψους χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, η οποία διατάσσει να περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο, ως δημόσιο έσοδο και διατάσσει την κοινοποίηση, με επιμέλεια της Γραμματείας του Δικαστηρίου τούτου, αντιγράφου της παρούσας απόφασης στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) φορολογίας της πληρεξούσιας δικηγόρου του αιτούντος για την είσπραξη της εν λόγω ποινής, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), καθώς και στο Υπουργείο Δικαιοσύνης (Ταμείο Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων).
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους, στον Πειραιά στις 26.05.2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ