ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 388/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 4ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Της Ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την επωνυμία «……………..», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη ………. Αττικής, νομίμως αδειοδοτηθείσας με την με αριθμό 207/1/29-11-2016 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4354/2015 και της πράξης 118/19-5-2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την με αριθμό 153/8-1-2019 πράξη, υπό την ιδιότητά της ως βιαχειρίστριας απαιτήσεων, εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εταιρείας με την επωνυμία «………….», με έδρα το …. της Ιρλανδίας, 1…………… και αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών της Ιρλανδίας ……, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, δυνάμει του από 18-6-2021 ιδιωτικού συμφωνητικού διαχείρισης απαιτήσεων, το οποίο αποτελεί περίληψη της από 8-4-2021 σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 22-6-2021 με αριθμό πρωτοκόλλου …./22-6-2021, στον τόμο …., με αύξοντα αριθμό ….., σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 14 του άρθρου 10 ν. 3156/2003, όπως ισχύει, κατόπιν της από 10-4-2023 νεότερης συμπλήρωσής του δυνάμει της από 10-4-2023 περίληψης σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης απαιτήσεων, που καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 11η-4-2023 με αριθμό πρωτοκόλλου …/11-4-2023, στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό …, και του με αριθμό …./15-6-2021 ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ………….., της τελευταίας αλλοδαπής εταιρείας ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……….» και τον διακριτικό τίτλο «……», με Α.Φ.Μ. ……. (επωφελούμενης), νομίμως εκπροσωπούμενης, υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……..», ήδη μετονομασθείσα σε «………..», με Α.Φ.Μ. …… (διασπώμενη), κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στην ανωτέρω επωφελούμενη εταιρεία, εγκριθείσας της ως άνω διάσπασης με την με αριθμό πρωτοκόλλου 45.089/16-4-2021 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. και δημοσιεύθηκε στα στοιχεία της διασπώμενης και της επωφελούμενης με τις με αριθμούς πρωτοκόλλου …./16-4-2021 και …………/16-4-2021 ανακοινώσεις, δυνάμει της από 30-4-2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 30η-4-2020 με αριθμό πρωτοκόλλου …./30-4-2020, στον τόμο …., με αύξοντα αριθμό ….., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000, και όπως αυτή συμπληρώθηκε, συνεπεία της ανωτέρω καθολικής διαδοχής λόγω διάσπασης και απόσχισης, δυνάμει του από 20-4-2021 παραρτήματος μεταβολής της, ως προς το πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καταχωρηθέντος στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 20η-4-2021 με αριθμό πρωτοκόλλου …../20-4-2021, στον τόμο …., με αύξοντα αριθμό ……, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000, η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Γεώργιο Καρακίτσιου, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις.
Της εφεσίβλητης: ………….., η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, της πληρεξουσίας δικηγόρου της, Ασημίνας Καούνη, η οποία προκατέθεσε προτάσεις.
Η εφεσίβλητη με την από την από 25/6/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………../2024) ανακοπή της, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε τα όσα σε αυτή αναφέρονται. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 20/2025 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την υπό κρίση από 14/2/2025 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου με αριθμό κατάθεσης ………../2025 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. …………./2025 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατόπιν δήλωσής τους, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσαν προτάσεις.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 14/2/2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………./2025 έφεση της καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας, κατά της υπ` αριθ. 20/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ στις 20/2/2025 και εμπρόθεσμα, προ πάσης επιδόσεως, κατ’ άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ, καθώς η εκκαλούμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 3/1/2025, η δε κατ’ αυτής έφεση ασκήθηκε πριν την πάροδο διετίας από την ως άνω δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατ’ άρθρο 614 επ. ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής έχει καταβληθεί το απαιτούμενο παράβολο, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ (βλ. το υπ’ αριθμ. ……./2025 e-παράβολο).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με εκτελεστό τίτλο την υπ` αριθμ. ……./2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, για την ικανοποίηση απαιτήσεων της εκκαλούσας έναντι της εφεσίβλητης και την από 19/3/2024 επιταγή προς πληρωμή που επιδόθηκε στην εφεσίβλητη κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της άνω διαταγής πληρωμής, κατασχέθηκαν, με επίσπευση της εκκαλούσας, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. …./14-6-2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……….., 1) το με στοιχεία Ι-1 κατάστημα-οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου ορόφου, επιφάνειας 121,99 τετραγωνικών μέτρων, με αριθμό ΚΑΕΚ ……………, που βρίσκεται στη Δημοτική Ενότητα Κερατσινίου του Δήμου Κερατσινίου-Δραπετσώνας, στη θέση «……» και επί της διασταυρώσεως των οδών ……………, με πρόσοψη στην οδό …., στην οποία φέρει τον αριθμό ……, 2) α) το με στοιχεία Ε1 διαμέρισμα-οριζόντια ιδιοκτησία του πέμπτου πάνω από το ισόγειο –πυλωτής ορόφου, επιφανείας 43,63 τ.μ., με αριθμό ΚΑΕΚ ……………, με τις ανήκουσες σε αυτό αποκλειστικές χρήσεις (της υπό στοιχεία Ρ2 θέσης στάθμευσης και του τμήματος δώματος), β) την υπό στοιχεία ΥΑπ-3 αποθήκη-οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου, επιφανείας 4,83 τ.μ., με ΚΑΕΚ ………….., πολυκατοικίας, που βρίσκεται στη Δημοτική Ενότητα Δραπετσώνας του Δήμου Κερατσινίου-Δραπετσώνας, στη θέση «………….» και επί της οδού ……………. Με την ίδια κατασχετήρια έκθεση ορίστηκε ημέρα πλειστηριασμού η 22/1/2025. Η εφεσίβλητη με την υπό 25/6/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………../2025) ανακοπή και για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, κατ’ εκτίμηση του αιτητικού αυτής, ζήτησε α) την ακύρωση της από 19/3/2024 επιταγής προς πληρωμή, που έχει συνταχθεί κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ’ αριθμ. ……/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, β) την ακύρωση της υπ’ αριθμ. ……/14-6-2024 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …………. και την επιβολή στην καθ’ ης των δικαστικών εξόδων της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τον δεύτερο λόγο της ανακοπής και ακύρωσε την ανωτέρω επιταγή προς πληρωμή και την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης. Ήδη με την υπό κρίση έφεση της η καθ’ ης η ανακοπή παραπονείται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα έκανε δεκτή την ανακοπή και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, προκειμένου να απορριφθεί εξ ολοκλήρου η ανακοπή και να καταδικασθεί η εφεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία, την οποία έχει και το πρωτοβάθμιο και μπορεί να εξετάσει αυτεπάγγελτα αν η αγωγή είναι νόμιμη, ορισμένη ή παραδεκτή και να την απορρίψει, αν δε στηρίζεται στο νόμο ή στερείται των απαραιτήτων στοιχείων για τη θεμελίωσή της ή ασκήθηκε απαράδεκτα, με τις διακρίσεις που επιβάλλονται από τη λειτουργία του δεδικασμένου (άρθρ. 322 ΚΠολΔ) και την αρχή της απαγόρευσης της έκδοσης επιβλαβέστερης απόφασης για τον εκκαλούνται (άρθρ. 536 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, επί έφεσης του εναγομένου, αν η αγωγή είναι αβάσιμη κατά νόμο ή απαράδεκτη και έγινε πρωτοδίκως κατ` ουσίαν δεκτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να εξετάσει αυτεπάγγελτα τις ελλείψεις, αρκεί να ζητεί την απόρριψή της ο εναγόμενος, έστω για άλλους λόγους και να μην εκδοθεί επιβλαβέστερη απόφαση γι` αυτόν, χωρίς αντέφεση του ενάγοντος (βλ. ΑΠ 7/2001, ΕλλΔνη 2001.925, ΑΠ 1216/1997, ΕλλΔνη 39.573, ΑΠ 455/95, ΕλλΔνη 96, 1319, ΑΠ 1138/93, ΕλλΔνη 95,1052, ΕΑ 1939/2022, ΕΑ 1404/2014 ΤΝΠ Nomos, ΕφΙωαν 302/ 2004, ΑρχΝ 56. 670, ΕφΠατρ 440/2004, ΑρχΝ 56. 352, Σαμουήλ: Η έφεση, έκδ.Δ`, παρ. 851επ.).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένως έκανε δεκτό ως νόμω και ουσία βάσιμο τον δεύτερο λόγο της ανακοπής της εφεσίβλητης, καθώς έλαβε υπόψιν πράγματα, τα οποία ουδέποτε προτάθηκαν με τον λόγο αυτό, με συνέπεια, οι αιτιάσεις αυτές ως μη περιεχόμενες στο δικόγραφο της ανακοπής να μην είναι γνωστές στην εκκαλούσα και να μην είναι σε θέση να τις αντικρούσει. Στην προκειμένη περίπτωση η ανακόπτουσα-εφεσίβλητη με τον δεύτερο λόγο της ως άνω ανακοπής της επικαλείται την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της καθ’ ης η ανακοπή-εκκαλούσας, ως προς τη σύμβαση διαχείρισης και ειδικότερα, με τον λόγο αυτό, αφού αρχικά εκθέτει ότι η εκκαλούσα συγκοινοποίησε σε αυτήν, μαζί με το αντίγραφο εξ απογράφου της υπ’ αριθμ. ………/2011 διαταγής πληρωμής, μεταξύ άλλων και τα εξής έγγραφα: α) ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του από 18/6/2021 ιδιωτικού συμφωνητικού διαχείρισης απαιτήσεων, με επίσημη μετάφρασή του από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα, 2) ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της περίληψης του από 18/6/2021 ιδιωτικού συμφωνητικού διαχείρισης απαιτήσεων, όπως αυτό καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 22α-6-2021 με αριθμό πρωτοκόλλου …/22-6-2021, στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό ….., 3) ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 30/4/2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …/30-4-2020, στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό …., 4) ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο των αποσπασμάτων του παραρτήματος της από 30/4/2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 30η/4/2020 με αριθμό πρωτοκόλλου …/30-4-2020, στον τόμο …., με αύξοντα αριθμό …., στο οποίο περιλαμβάνονται και τα στοιχεία της απαίτησης που απορρέει από την με αριθμό ………/9-7-2008 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, 5) ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του από 20/4/2021 παραρτήματος μεταβολής της από 30/4/2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, ως προς το πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καταχωρηθέν νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 20η/4/2021 με αριθμό πρωτοκόλλου …./20-4-2021 στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό ….., 6) ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της περίληψης της από 10/4/2023 περίληψης σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης απαιτήσεων, μετά της επίσημης πιστής μεταφράσεως της από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα, 7) ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της περίληψης της από 10/4/2023 περίληψης σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης απαιτήσεων, όπως αυτή καταχωρήθηκε νομίμως στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών την 11/4/2023 με αριθμό πρωτοκόλλου …../11-4-2023 στον τόμο …. και αύξοντα αριθμό ……, καταλήγει ότι εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα δεν προσκόμισε εκείνα τα έγγραφα από τα οποία να αποδεικνύεται ότι μεταξύ των απαιτήσεων των οποίων ανέλαβε τη διαχείριση περιλαμβάνεται και η επίδικη και τέλος παραθέτει αυτούσιο το σκεπτικό της υπ’ αριθμ. 689/2023 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, που αφορά σε άλλη υπόθεση. Όμως, με αυτό το περιεχόμενο ο ανωτέρω λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται σε αυτόν με ορισμένο και σαφή τρόπο πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την έλλειψη νομιμοποίησης της εκκαλούσας, δεδομένου ότι μόνη η αναφορά της επίδοσης των ανωτέρω νομιμοποιητικών εγγράφων δεν αρκεί για να θεωρηθεί αυτός ορισμένος, καθώς η ανακόπτουσα δεν εξειδικεύει το λόγο για τον οποίο όσα έγγραφα της έχουν επιδοθεί δεν αποδεικνύουν τη διαχείριση της επίδικης απαίτησης, δεδομένου μάλιστα ότι στο υπό στοιχεία (4) ανωτέρω έγγραφο αναφέρονται ως τιτλοποιούμενες απαιτήσεις οι απορρέουσες από την υπ’ αριθμ. ……/9-7-2008 σύμβαση πίστωσης, που αφορά την επίδικη απαίτηση. Επιπλέον, σημειώνεται ότι πέραν των λοιπών νομιμοποιητικών εγγράφων στα οποία αναφέρεται η εκκαλούσα ότι της επιδόθηκαν, δεν αναφέρει ποια είναι τα αναγκαία εκείνα έγγραφα που έπρεπε να προσκομίσει (συγκοινοποιήσει) η εκκαλούσα, ώστε να αποδείξει ότι ανέλαβε τη διαχείριση της επίδικης απαίτησης, όπως αναφέρεται στον σχετικό λόγο ανακοπής (με αριθμ. Β.3, σελ. 50 της ανακοπής). Δηλαδή, η ανακόπτουσα επικαλείται την παραβίαση των διατάξεών του άρθρου 925 ΚΠολΔ από την καθ’ ης, χωρίς ουδόλως να εξειδικεύει με ποιον τρόπο η καθ’ ης δεν συμμορφώθηκε στις διατάξεις αυτού (πρβλ ΕφΠειρ 155/2025 ΤΝΠ Nomos). Επιπλέον, η ανωτέρω αοριστία δεν καλύπτεται από την αυτούσια, εντός εισαγωγικών, παράθεση του σκεπτικού μίας απόφασης (επί άλλης υπόθεσης), χωρίς υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στο νομικό συλλογισμό της νομολογίας αυτής και με την επιπλέον επισήμανση ότι η ανωτέρω απόφαση έκρινε επί ένστασης της εφεσίβλητης (και όχι επί λόγου ανακοπής), η οποία σε κάθε περίπτωση ήταν ορισμένη (όπως προκύπτει από το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης).
Ακολούθως, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο περιορισθεί στην έρευνα ενός μόνο λόγου ανακοπής, το δε εφετείο κρίνει εσφαλμένη την παραδοχή αυτού του λόγου, κατά του οποίου στρέφονται και οι λόγοι έφεσης και εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, τότε αυτό (εφετείο) οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τους άλλους λόγους της ανακοπής, που δεν ερευνήθηκαν πρωτοδίκως και για τους οποίους δεν υπάρχει παράπονο στην έφεση ή αντέφεση ούτε ειδικό αίτημα από τον ανακόπτοντα, κατ` εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 12 και 13 ΚΠολΔ (ΑΠ 866/2020 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 1123/2019, ΑΠ 959/20219, ΑΠ 2039/2014 ΤΝΠ Qualex, ΑΠ 1286/2012 ΕΠολΔ 2013.562, ΕΑ 4419/2018 ΤΝΠ Qualex, ΕφΠειρ 478/2020 https://www.efeteio-peir.gr). Συνεπώς, η εκκαλουμένη που έκρινε ως ορισμένο τον ανωτέρω δεύτερο λόγο της ανακοπής και ακολούθως, ως ουσιαστικά βάσιμο, έσφαλλε και πρέπει κατά παραδοχή του συναφούς λόγου έφεσης ως βάσιμου, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και να κρατηθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της ανακοπής ως αόριστος και να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο (νόμω και ουσία) των λοιπών μη ερευνηθέντων πρωτοδίκως λόγων ανακοπής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3156/2003 “Ομολογιακά δάνεια, Τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα κλπ”, για τους σκοπούς του νόμου αυτού, τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Ως “ιδιωτική τοποθέτηση” θεωρείται η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. “Μεταβιβάζων”, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και “αποκτών” μόνο νομικό πρόσωπο – ανώνυμη εταιρία – με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρία Ειδικού Σκοπού, σύμφωνα με την ορολογία που έχει επικρατήσει διεθνώς). Η εταιρία καταβάλλει το τίμημα και “τιτλοποιεί” τις απαιτήσεις εκδίδοντας αξιόγραφα, “ομολογίες”, ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 ευρώ η κάθε μία (βλ. παρ. 5 του άρθρου αυτού). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρίας προς μια άλλη εταιρία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου, το οποίο η λήπτρια εταιρία εκδίδει για το σκοπό αυτό και το διαθέτει σε τρίτους (επενδυτές) και στη συνέχεια με το αντίτιμο των ομολόγων εξοφλεί το τίμημα της αγοράς. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 6). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000 (παρ. 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης και η μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη (παρ. 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 8 του ιδίου άρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της παρ. 1. Η ανωτέρω καταχώριση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161337/30-10-2003, ΦΕΚ Β’ 1688/2003 υπουργική απόφαση και ήδη με την 20783/09-11-2020, ΦΕΚ Β’ 4944/09-11-2020 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως ενεχυροφυλακεία δε, έως την ίδρυση τους με Π.Δ, ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Συνοπτικώς, τα στοιχεία που περιέχονται στο άνω έντυπο με την προκαθορισμένη μορφή είναι: α) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, β) οι όροι της σύμβασης (λ.χ. νόμισμα και ποσό του τιμήματος της αγοράς), γ) ο τύπος των επιχειρηματικών απαιτήσεων, δ) το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ε) τα στοιχεία των οφειλετών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Περαιτέρω, ο ως άνω νόμος προβλέπει ότι επί μιας τέτοιας μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από Τράπεζα σε μία εταιρεία ειδικού σκοπού είναι δυνατό να ανατεθεί, με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως και σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 (παρ. 16), η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες, σύμφωνα με το σκοπό του, στον Ευρωπαϊκό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού (απόκτησης) δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διαχειριστή (παρ. 14). Εξάλλου, με τον Ν. 4354/2015 “Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ”, εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα οι “εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις” (ΕΑΑΔΠ) και οι “εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις” (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ προβλέπονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Αμφότερα τα συμβατικά μορφώματα υπόκεινται σε σοβαρούς περιορισμούς, ως προς τον τύπο, τα πρόσωπα που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενό τους, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 3 του άνω Ν. 4354/2015. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 β του Ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4643/2019, η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια, που έχουν χορηγήσει ή χορηγούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, όπως και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, πλην της περίπτωσης δ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014, μπορεί να λάβει χώρα μόνο λόγω πώλησης, δυνάμει σχετικής έγγραφης συμφωνίας, σύμφωνα και με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 3, προς τους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά, ήτοι: αα) Ανώνυμες εταιρίες που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, εδρεύουν στην Ελλάδα και καταχωρίζονται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), ββ) Εταιρίες που έχουν έδρα στον Ευρωπαϊκό Χώρο, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γγ) Εταιρίες που έχουν έδρα σε τρίτες χώρες, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας, οι οποίες έχουν διακριτική ευχέρεια να εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, υπό την προϋπόθεση ότι η έδρα τους δεν βρίσκεται σε κράτος που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς ή σε μη συνεργάσιμο κράτος. Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 4354/2015, στη σύμβαση μεταβίβασης (πώλησης) απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια που έχουν χορηγήσει πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να είναι, ως πωλητές μόνον πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα και ως αγοραστές μόνον ΕΑΑΔΠ (Εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 α του ως άνω Ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 4643/2019, η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς και των απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, εκτός των αναφερόμενων στην περίπτωση δ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014, ανατίθεται στους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά ήτοι: αα) σε ανώνυμες εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, υπό την επιφύλαξη της παρ. 20, που εδρεύουν στην Ελλάδα και ββ) σε εταιρίες που εδρεύουν σε κράτος – μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, με την προϋπόθεση ότι έχουν εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, με σκοπό τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων της Οδηγίας 2013/36 (EEL 176/338/27-6-2013), καθώς και της Οδηγίας 2004/39 (EEL 145/2004) και της περίπτωσης δ’ της παρούσας παραγράφου. Δηλαδή, στη σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) και αφετέρου ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις). Εξάλλου, οι ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) είναι ανώνυμες εταιρίες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, που αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα, λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εποπτεύονται, για τη συμμόρφωσή τους προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου από την Τράπεζα της Ελλάδος (άρθρο 1 παρ. 1 περ. α’, όπως το δεύτερο εδάφιο της περ. α’ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ. 1 του Ν. 4549/2018). Αντικείμενο της δραστηριότητάς τους ορίζεται η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα (καθώς και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας) (άρθρο 1 παρ. α’), οι οποίες (απαιτήσεις) μπορεί να είναι είτε καθυστερούμενες είτε ενήμερες. Περαιτέρω, το άρθρο 2 παρ. 1 – 3 του Ν. 4354/2015, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 70 του Ν. 4389/2016, προβλέπει ότι στις Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (περίπτωση δ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014). Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της, καθόσον, αφενός μεν εξουσιοδοτών (αναθέτων την διαχείριση) μπορεί να είναι μόνον πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις), αφετέρου δε διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον ΕΔΑΔΠ (Εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) που έχει λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος (1 παρ. 1α Ν. 4354/2015). Επίσης, η πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ρυθμίζεται στο άρθρο 3 του Ν. 4354/2015, και μπορεί να γίνει μόνον προς αδειοδοτημένη ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) ή ανάλογη αλλοδαπή εταιρεία που έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 β’ περ. ββ και γγ Ν. 4354/2015) και διέπονται (όπως και στις περιπτώσεις της μεταβίβασης απαιτήσεων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων), η μεν πώληση από τις διατάξεις του άρθρου 513 επομ. ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επομ. ΑΚ (άρθρο 3 παρ. 1). Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 4354/2015, η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων προς τις Ε.Δ.Α.Δ.Π (Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και περιλαμβάνει, κατ’ ελάχιστο περιεχόμενο, τα ακόλουθα: (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, (β) τις πράξεις της διαχείρισης, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871 – 872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπισθεί με την υπ’ αριθ. 116/25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 4224/2013 και (γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ του Ν. 4354/2015, η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή, μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρίας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά τον παρόντα νόμο από την Τράπεζα της Ελλάδος, τα δε δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες, λόγω πώλησης, απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του Ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης. Αμφότεροι οι ως άνω νόμοι 3156/2003 και 4354/2015 έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής, καθώς και οι δύο καθορίζουν τις προϋποθέσεις για την μεταβίβαση – πώληση των απαιτήσεων (ειδικά δε στην περίπτωση του Ν. 4354/2015 των τραπεζικών) από τους φορείς τους προς τρίτους, με τη διαφοροποίηση ότι στην περίπτωση του Ν. 3156/2003, μετά την πώληση ακολουθεί το στάδιο τη έκδοσης ομολογιών (της τιτλοποίησης) και ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών από εταιρείες διαχείρισης, ωστόσο ο Ν. 4354/2015 περιέχει πληρέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο για το καθεστώς λειτουργίας των εταιρειών διαχείρισης, τόσο στο πεδίο του ουσιαστικού, όσο και στο πεδίο του δικονομικού δικαίου. Όπως προεκτέθηκε, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση σύμφωνα με το Ν. 3156/2003, στο άρθρο 10 παρ. 14 αυτού ορίζεται ότι η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται συμβατικά σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, στον ίδιο τον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο – εγγυητή με τις προϋποθέσεις που ειδικότερα ορίζονται σ’ αυτή. Με τη διάταξη αυτή δεν παρέχεται ρητά στην εταιρεία διαχείρισης, η οποία, συμβαλλόμενη με την εταιρεία απόκτησης, αποκτά κατά το ουσιαστικό δίκαιο την εξουσία είσπραξης αλλότριας απαίτησης (ήτοι απαίτησης της εταιρείας απόκτησης), και η δικονομική εξουσία να εγείρει αγωγή και κάθε άλλο ένδικο βοήθημα για την είσπραξή της, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομά της, όπως ρητά προβλέπεται τούτο για τις εταιρείες διαχείρισης στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015, δυνάμει της οποίας ο νομοθέτης εξόπλισε τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, στις οποίες ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων, με βάση το νόμο αυτό, και με τη δικονομική εξουσία να ενεργούν, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, στο όνομά τους, το σύνολο των αναγκαίων δικαστικών, αλλά και εξώδικων ενεργειών, προς είσπραξη των υπό την διαχείρισή τους απαιτήσεων. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 εξαιρετική νομιμοποίηση της εταιρείας διαχείρισης ως μη δικαιούχου διαδίκου, διευκολύνει τις εταιρείες απόκτησης, οι οποίες συνήθως έχουν έδρα στην αλλοδαπή, καθώς απαλλάσσονται από το βάρος της διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών και της επιμέλειας της δικαστικής επιδίωξής τους, αφού αυτή ασκείται αποκλειστικά από τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (άρθρο 1 στοιχ. γ Ν. 4354/2015), χωρίς να βλάπτει τα ουσιαστικά δικαιώματα των δανειοληπτών – καταναλωτών, οι οποίοι ασκούν τα δικαιώματά τους ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων κατά εταιρειών, οι οποίες έχουν λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, που έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και οι οποίες εδρεύουν στην Ελλάδα και λειτουργούν εντός ενός συγκεκριμένου αυστηρού νομικού καθεστώτος εποπτευόμενες από την Τράπεζα της Ελλάδος. Ενόψει αυτών είναι ερευνητέο, αν οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων του Ν. 4354/2015 απολαμβάνουν την προβλεπόμενη από το νόμο αυτό εξαιρετική νομιμοποίηση ως μη δικαιούχοι διάδικοι και στην περίπτωση που τους έχει ανατεθεί η διαχείριση απαιτήσεων με το καθεστώς του Ν. 3156/2003, μολονότι τέτοια νομιμοποίηση δεν θεσπίζεται ρητά με το Ν. 3156/2003. Στην ελληνική έννομη τάξη η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση προϋποθέτει ειδική νομοθετική ρύθμιση, η οποία απονέμει στο πρόσωπο την ιδιότητα του μη δικαιούχου ή μη υπόχρεου διαδίκου, όπως λ.χ συμβαίνει με το σύνδικο της πτώχευσης, τον εκτελεστή διαθήκης, τον εκκαθαριστή κληρονομίας, τον αναγκαστικό διαχειριστή, τον Εισαγγελέα στη δίκη ακύρωσης του γάμου κλπ. Ωστόσο, η πρόβλεψη μιας περίπτωσης εξαιρετικής νομιμοποίησης από το νομοθέτη δεν απαιτεί πανηγυρική διατύπωση ότι πρόκειται για μη δικαιούχο ή μη υπόχρεο διάδικο, εφόσον από την τελολογική ερμηνεία της εφαρμοστέας διάταξης, σύμφωνα με την οποία μεταξύ των περισσοτέρων δυνατών νοημάτων, που καλύπτονται από το γράμμα του ερμηνευόμενου κανόνα δικαίου πρέπει να αναζητείται εκείνο που επιτυγχάνει την πληρέστερη πραγμάτωση του ρυθμιστικού σκοπού του, δηλαδή την πληρέστερη διασφάλιση της αξιολογικής στάθμισης των εκατέρωθεν συμφερόντων, προκύπτει ότι ο σκοπός του νομοθέτη είναι να εξοπλίσει το πρόσωπο, που νομιμοποιείται προς είσπραξη μιας απαίτησης τρίτου κατά το ουσιαστικό δίκαιο και με τη δικονομική εξουσία να ενεργεί κάθε αναγκαία για την είσπραξή της διαδικαστική πράξη και ενέργεια με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Προς τούτο συγκλίνει και η αντικειμενική θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο ερμηνευτής ενός κανόνα δικαίου αναζητεί το αντικειμενικό νόημα του νόμου, δηλαδή την ενυπάρχουσα στον κανόνα δικαίου λογική, έτσι ώστε αυτός, ενόψει του όλου συστήματος δικαίου, των υφισταμένων συνθηκών και των αντιμαχομένων συμφερόντων και αναγκών να μπορεί να επιτελέσει τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε. Ο νομοθέτης, στο άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015 ρύθμισε ρητά το ειδικό δικονομικό καθεστώς των εταιρειών διαχείρισης, απονέμοντας σ’ αυτές την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου. Ωστόσο, αυτές οι εταιρείες διαχείρισης υπάγονται σε μια ευρύτερη κατηγορία εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, όπως είναι και εκείνες του Ν. 3156/2003. Ως εκ τούτου η διαφορετική αντιμετώπιση των εταιρειών διαχείρισης του Ν. 3156/2003 από εκείνες του Ν. 4354/2015 θα έχει ως συνέπεια λογική ανακολουθία στο εσωτερικό σύστημα του νόμου. Αυτό, άλλωστε, συνάγεται και από τη συστηματική ερμηνεία των ως άνω κανόνων δικαίου, οι οποίοι παρουσιάζουν νοηματική και λειτουργική συνοχή μεταξύ τους, αφού και οι δύο ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη απαιτήσεων τρίτων. Γι’ αυτό οι ανωτέρω δύο νόμοι θα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να βρίσκονται σε αρμονία μεταξύ τους, ανεξαρτήτως αν η απόκτηση των απαιτήσεων από τις εταιρείες ειδικού σκοπού έγινε με τη διαδικασία της τιτλοποίησης και εκχώρησης βάσει του Ν. 3156/2003 ή με τη διαδικασία της πώλησης βάσει του Ν. 4354/2015. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 δ του Ν. 4354/2015 ορίζεται ότι οι διατάξεις του δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3156/2003, ενώ και στην αιτιολογική έκθεση αυτού σημειώνεται ότι παρέχονται στα πιστωτικά ιδρύματα τα θεσμικά εργαλεία αξιοποίησης του χαρτοφυλακίου τους, καθώς θα έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν είτε την εφαρμογή του νόμου περί τιτλοποίησης απαιτήσεων (Ν. 3156/2003) είτε το θεσμικό πλαίσιο που προκρίνεται με το Ν. 4354/2015). Η προβλεπόμενη με την πιο πάνω διάταξη παράλληλη εφαρμογή των δύο νομοθετημάτων αναφέρεται στη διαδικασία μεταβίβασης των απαιτήσεων και σκοπεύει να διευκολύνει τις συναλλαγές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3156/2003, απαλλάσσοντας τους συμβαλλόμενους από τις επιπλέον προβλεπόμενες ειδικότερες προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη μεταβίβαση των απαιτήσεων με βάση το Ν. 4354/2015. Η ως άνω ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται ενιαία εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, τόσο στις περιπτώσεις που η διαχείριση των απαιτήσεων έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, όσο και όταν έχει αναληφθεί με βάση τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, εξυπηρετεί το νομοθετικό σκοπό της διευκόλυνσης της διαχείρισης των απαιτήσεων και επιλύει κατά τρόπο ενιαίο το ζήτημα της δικονομικής υπόστασης των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, επιτυγχάνοντας έτσι την αρμονική ένταξη του ερμηνευόμενου Ν. 3156/2003 στο σύστημα, χωρίς η προσέγγιση αυτή να επηρεάζεται από τις διαφορετικές συνθήκες κάτω από τις οποίες θεσπίστηκαν τα ως άνω δύο νομοθετήματα. Η διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος, σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του Ν. 4354/2015 διαθέτουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 αυτού, μόνο όταν η μεταβίβαση και ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων στις εν λόγω εταιρείες γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015 και όχι όταν έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων του Ν. 3156/2003, θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ενότητας και ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδαφ. α του Συντάγματος και επιβάλλει τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε νομοθετικών ρυθμίσεων, η οποία πρέπει να τηρείται, ιδίως όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους ενδιαφερόμενους, όπως οι προαναφερόμενες διατάξεις. Τέλος, υπέρ της ανωτέρω ερμηνευτικής προσέγγισης ότι ο διαχειριστής των τιτλοποιημένων απαιτήσεων του Ν. 3156/2003 νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος αποτελεί και η ιστορική καταγωγή του Ν. 3156/2003. Ειδικότερα, η τιτλοποίηση απαιτήσεων προβλέφθηκε για πρώτη φορά στην ελληνική νομοθεσία με το άρθρο 14 του Ν. 2801/2000 και αφορούσε την τιτλοποίηση απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, στη συνέχεια δε, ο θεσμός αυτός επεκτάθηκε και στον ιδιωτικό τομέα με τη θέσπιση του Ν. 3156/2003. Με την παρ. 13 του άρθρου 14 του άνω Ν. 2801/2000 ορίστηκε ότι η είσπραξη των εκχωρούμενων απαιτήσεων συνεχίζει να γίνεται από το Ελληνικό Δημόσιο στο όνομα και για λογαριασμό αυτού, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, για την είσπραξη δημόσιων εσόδων και με όλα τα διαδικαστικά προνόμια του Ελληνικού Δημοσίου, σαν να μην είχε λάβει χώρα εκχώρηση ή μεταβίβαση των σχετικών απαιτήσεων, οι δε προβλεπόμενες επί των εσόδων κρατήσεις και δικαιώματα υπέρ τρίτων αποδίδονται στους δικαιούχους τους, με βάση τις ισχύουσες διατάξεις. Ο εκδοχέας των απαιτήσεων δεν νομιμοποιείται να παρέμβει ή να συμμετάσχει κατά οποιονδήποτε τρόπο στις σχετικές διαδικασίες. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται κατ` αναλογία και όταν πρόκειται για εκχώρηση απαιτήσεων ΝΠΔΔ. Συνεπώς, με βάση τον ως άνω νόμο, που προηγήθηκε του Ν. 3156/2003, το Ελληνικό Δημόσιο ως διαχειριστής των τιτλοποιημένων απαιτήσεων έχει την αποκλειστική εξουσία να ενεργεί στο όνομά του ως μη δικαιούχος διάδικος όλες τις αναγκαίες ενέργειες και διαδικασίες για την είσπραξη των εκχωρημένων ή μεταβιβασθεισών απαιτήσεων, ενώ ο εκδοχέας των απαιτήσεων στερείται νομιμοποίησης. Η υποστηριζόμενη άποψη ότι οι εταιρείες διαχείρισης νομιμοποιούνται ως μη δικαιούχοι διάδικοι μόνο όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισης σ’ αυτές γίνεται με βάση τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, λόγω του ότι προβλέπεται διαφορετική φορολογική μεταχείριση των εταιρειών διαχείρισης στους δύο νόμους, καθώς ο Ν. 3156/2003 θέτει τις τιτλοποιημένες απαιτήσεις υπό καθεστώς φορολογικής ατέλειας, ενώ οι μεταβιβάσεις που γίνονται με βάση το Ν. 4354/2015 υπόκεινται σε φορολογία, δεν μπορεί να στηρίξει πειστικά αυτή τη διαφορετική άποψη. Επίσης, το επιχείρημα υπέρ της ίδιας ως άνω άποψης, λόγω του ότι ο Ν. 4354/2015 θέτει ως απαραίτητη προϋπόθεση για την πώληση των μη εξυπηρετούμενων δανείων των καταναλωτών την προηγούμενη πρόσκληση του συνεργάσιμου δανειολήπτη και του εγγυητή για να διακανονίσουν τις οφειλές τους (άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 4354/2015), ενώ ο Ν. 3156/2003 δεν περιλαμβάνει τέτοια πρόβλεψη, είναι ατελέσφορο, διότι η τήρηση αυτής της προϋπόθεσης δεν απαιτείται σε όλες τις περιπτώσεις, αφού εξαιρούνται από την προϋπόθεση αυτή απαιτήσεις επίδικες ή επιδικασθείσες και απαιτήσεις κατά οφειλετών μη συνεργάσιμων (άρθρο 3 παρ. 2 εδαφ. β Ν. 4354/2015) (ΟλΑΠ 1/2023, areiospagos.gr). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ.4 Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμα και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισης τους στις ως άνω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων.
Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι ελλείπει η ενεργητική νομιμοποίηση της καθ’ ης, λόγω μη απονομής εκ του νόμου κατ’ εξαίρεση νομιμοποίησης της καθ’ ης, αφού η από 18/6/2021 σύμβαση ανάθεσης στην καθ’ ης της διαχείρισης της ένδικης απαίτησης συνήφθη στο πλαίσιο των διατάξεων του Ν. 3156/2003 και ως εκ τούτου αποκλείεται εκ του νόμου η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση της καθ’ ης υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας αναφορικά με την εκ μέρους της επίσπευση της εκτελεστικής διαδικασίας. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, με βάση τα διαλαμβανόμενα στη ανωτέρω μείζονα σκέψη, αφού χωρεί αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 4354/2015 στις εταιρείες που ασκούν διαχείριση στο πλαίσιο του Ν. 3156/2003, διότι, από την τελολογική ερμηνεία της εφαρμοστέας διάταξης, συνάγεται ότι ο σκοπός του νομοθέτη είναι να εξοπλίσει τον συμβατικώς νομιμοποιηθέντα προς είσπραξη και με τη δικονομική εξουσία να ενεργεί στη δίκη και στο στάδιο της εκτέλεσης, κάθε αναγκαία για την είσπραξη διαδικαστική πράξη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, διαφορετικά η όποια ανατιθέμενη διαχείριση δεν θα μπορούσε στην πράξη να ασκηθεί λυσιτελώς, τυχόν δε αξίωση ειδικής ρητής expressίs νerbis – πανηγυρικής στο νόμο διατύπωσης περί του ότι και οι εταιρείες του Ν. 3156/2003 νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά να ενεργούν δικονομικές διαδικαστικές πράξεις απαραίτητες για την άσκηση της συμβατικώς ανατεθείσας σε αυτές διαχειριστικής εξουσίας, κρίνεται ιδιαίτερα αυστηρή, εξόχως τυπολατρική και εκτός του πλαισίου τελεολογικής ερμηνείας του νόμου.
Ακολούθως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 954 παρ. 2 ΚΠολΔ η κατασχετήρια έκθεση πρέπει να περιέχει ……ε) αναφορά της ημέρας του πλειστηριασμού, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά επτά (7) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση οκτώ (8) μηνών από την ημέρα αυτή, του τόπου του πλειστηριασμού, καθώς και του ονόματος του υπαλλήλου του πλειστηριασμού». Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 993 παρ. 2 εδ. β’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 76 του Ν. 4842/2021, με ισχύ αυτού από την 1/1/2022, που εφαρμόζεται επί κατασχέσεων επιβληθεισών μετά την έναρξη ισχύος του, ο Αύγουστος δεν προσμετράται στην οριζόμενη ελάχιστη προθεσμία για τη διενέργεια του πλειστηριασμού μόνο σε περίπτωση που αυτή συμπληρώνεται τον μήνα αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι ενώ η περάτωση της κατάσχεσης έλαβε χώρα στις 14/6/2024 με την κοινοποίηση σ’ αυτή της προσβαλλόμενης έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, ως χρόνος πλειστηριασμού ορίστηκε η 22/1/2025, δηλαδή μετά 7 μήνες και 8 ημέρες, συμπεριλαμβανομένου όμως, και του χρονικού διαστήματος του Αυγούστου, με συνέπεια την ακυρότητα της εκτελεστικής διαδικασίας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, αφού ο Αύγουστος προσμετράται στην εν λόγω προθεσμία, μόνο όταν αυτή λήγει το μήνα αυτό, περίσταση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, συνεπώς ο πλειστηριασμός ορίσθηκε εντός της νόμιμης με το άρθρο 993 παρ. 2 εδ. α’ του ΚΠολΔ προθεσμίας (ΕφΠειρ 101/2026, ΕφΠειρ 81/2025 ΤΝΠ Nomos, ΕφΠειρ 512/2024, ΕφΠειρ 549/2023, ΕφΠειρ 353/2023, ΕφΠειρ 309/2023 σε https://www.efeteio-peir.gr/ ΕφΑθ 6316/2022, ΕφΑθ 5174/2022, ΕφΑθ 832/2022, ΕφΑιγ 9/2025 ΤΝΠ Nomos).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ και 25 § 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου. Συνεπώς, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδομένης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΕΑ 2634/2022 Αρμ 2022.1462, ΕΑ 5723/2022 ΤΝΠ Nomos). Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 2045/2014, ΑΠ 1627/2012, ΑΠ 1183/2009 ΤΝΠ Nomos, ΕΑ 2634/2022 Αρμ 2022.1462). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των «χρηστών ηθών» χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Προκειμένου δε να κριθεί αν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει αντικειμενική υπέρβαση των προαναφερομένων ορίων, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του ασκούντος το δικαίωμα, το είδος των μέσων, που χρησιμοποιήθηκαν και οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς (ΑΠ 119/2016 ΤΝΠ Nomos). Έτσι, η καταχρηστική συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος εμφανίζεται υπό διάφορες μορφές, όπως με την ύπαρξη δυσαναλογίας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου εκτέλεσης και του επιδιωκόμενου σκοπού ή με την άσκηση δικονομικού δικαιώματος κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη, δηλαδή όταν η συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος ωθείται από κακοβουλία με αποκλειστικό σκοπό τη βλάβη του άλλου ή όταν η πράξη της εκτέλεσης υπερβαίνει τα όρια της θυσίας του οφειλέτη. Επιπλέον, δε, απαιτείται οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαίτερα επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το δε ζήτημα εάν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, που είναι δυνατόν να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 139/2022, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 1603/2014, ΑΠ 385/2010 ΤΝΠ Nomos). Συνεπώς, κατά την έννοια της διατάξεως 281 AK το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνο δε το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι αυτό αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 333/2019 www.areiospagos.gr., ΕφΠειρ 54/2024 ΤΝΠ Nomos). Επίσης, στην αρχή της απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αναγκαστικής εκτέλεσης στηρίζεται και η παράγραφος 2 του άρθρου 951 ΚΠολΔ, η οποία προϋποθέτει κατάσχεση περισσοτέρων του ενός πραγμάτων (ΕΑ 13/2024 ΤΝΠ Nomos) και κατά την οποία αν το αντικείμενο της κατάσχεσης αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, η κατάσχεσή του δεν είναι άκυρη, ακόμη και αν υπάρχει εμφανής δυσαναλογία μεταξύ της αξίας του και της εκτελούμενης αξίωσης (Νικολόπουλος σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, τόμος II, άρθρο 951 αρ. 5).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής της η ανακόπτουσα διατείνεται ότι η από μέρους της εφεσίβλητης-καθ’ ης η ανακοπή επίσπευση της διενεργούμενης σε βάρος της εκτελεστικής διαδικασίας υπό τις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις της ένδικης υπόθεσης έχει καταστεί καταχρηστική, εν όψει του ότι αυτή ουδέν οικονομικό όφελος έχει από την επίσπευση αυτής, καθώς στο ακίνητο ενυπάρχουν βάρη τρίτων οφειλετών της, που αποκλείουν λόγω του ύψους τους την ικανοποίηση της.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η ανακόπτουσα, και αν υποτεθεί ότι είναι αληθινά, δεν αρκούν για να περιαγάγουν την άσκηση του δικαιώματος της καθ’ ής σε προφανή υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν στην ένδικη υπόθεση η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του, ενόψει και του ότι η ανακόπτουσα δεν επικαλείται συγκεκριμένες ενέργειες της καθ’ ης και, μάλιστα, επαναλαμβανόμενες για αρκετό χρόνο, από τις οποίες θα μπορούσε εύλογα να συναχθεί πρόθεσή της να μην ασκήσει το δικαίωμά της για επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε σχετικές περί τούτου διαβεβαιώσεις της, ώστε η μετέπειτα συμπεριφορά της που εντάσσεται στο πλαίσιο του δικαιώματός της για διαχείριση και προστασία της περιουσίας της, να παρίσταται τυχόν ως αιφνίδια μεταβολή της προηγηθείσας συμπεριφοράς της και ανατροπή μιας κατάστασης που αυτή είχε δημιουργήσει. Περαιτέρω, το δικαίωμα της επισπεύδουσας να εισπράξει την επιταχθείσα απαίτηση εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος το δικαίωμα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της, η δε ανακόπτουσα δεν εισφέρει, στην προκειμένη περίπτωση, πρόσθετα στοιχεία συμπεριφοράς της καθ’ ης, από τα οποία να προκύπτει ότι δημιουργήθηκε σε αυτήν η εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της, ούτε επικαλείται άλλα περιστατικά συμπεριφοράς της, ώστε να δύναται να θεωρηθεί ότι η επιχειρούμενη εκτέλεση είναι αντίθετη στην καλή συναλλακτική πίστη και στα χρηστά ήθη. Το γεγονός ότι υφίστανται και άλλα βάρη στα κατασχεθέντα ακίνητα δεν αναιρεί τα ανωτέρω (πρβλ ΕΑ 2472/2022 ΤΝΠ Nomos), με δεδομένο μάλιστα ότι η ανακόπτουσα αναφέρει στην ανακοπή της ότι σε περίπτωση εκπλειστηρίασης των κατασχεθέντων ακινήτων της, οι ενυπόθηκοι δανειστές αυτής θα καταταγούν προνομιακά στο 90% του πλειστηριάσματος, η δε καθ’ ης με τους λοιπούς εγχειρόγραφους δανειστές στο υπόλοιπο 10%. Η δε επιλογή της καθ’ ης να επιβάλει κατάσχεση στα ακίνητα της ανακόπτουσας, προκειμένου να ικανοποιήσει την απαίτησή της, δεν την καθιστά καταχρηστική, δεδομένου ότι δεν υπάρχει έλλειψη συμφέροντος όταν ο δανειστής αποφασίζει, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) μόνο αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός βέβαια αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει προφανής υπέρβαση, στοιχείο που δεν προκύπτει, εν προκειμένω, από τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της ανακοπής (ΑΠ 333/2019). Πολλώ δε μάλλον που η ανακόπτουσα δεν κάνει λόγο για προσωρινή οικονομική αδυναμία της που θα μπορέσει να αντιστραφεί στο άμεσο μέλλον, ώστε να μπορούσε να αξιωθεί μία εύλογη αναμονή από πλευράς της καθ’ ης στην ικανοποίηση της απαίτησής της, καθώς όπως αναφέρεται στην ανακοπή της ουδόλως έχει εξοφλήσει και τους αναφερόμενους στο δικόγραφο λοιπούς δανειστές αυτής.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η ως άνω ανακοπή. Μετά δε, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου που κατέθεσε η εκκαλούσα, κατ΄άρθρο 495 παρ.3 του ΚΠολΔ. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ τους κατ’ άρθρ. 179 περ. β` και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ΄ουσίαν την έφεση κατά της υπ΄αριθμ. 20/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί του δικογράφου της από 25/6/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………/2024) ανακοπής.
Απορρίπτει την ανακοπή.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων.
Διατάσσει την επιστροφή στην εκκαλούσα του κατατεθέντος εκ μέρους της παράβολου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 2 Ιουνιου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ