Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 408/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός 408/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

3° Τμήμα

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χριστίνα Λίμουρα Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας: ……………η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας Λειβιδιώτου Σαξώνη.

Της εφεσίβλητης: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………» και το διακριτικό τίτλο «……….», που εδρεύει στην ………….. Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ελευθέριου Θεοδωρέλλη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά άσκησε η εκκαλούσα την με γενικό αριθμ. καταθ. ……./2024 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 4426/2025 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου η εκκαλούσα με την με γενικό αριθμ. καταθ. …../2026 έφεση, δικάσιμος επί της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις τους ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση της εκκαλούσας κατά της 4426/2025 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον φέρεται παραδεκτά προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (άρθρο 511 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτήν, κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία, για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της (άρθρα 522, 533 σε συνδ. με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση αγωγή ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα της καθαρίστριας και ότι απασχολήθηκε στην εναγομένη από την πρόσληψή της το έτος 2017 εργαζόμενη κατά τις αναφερόμενες ημέρες και ώρες με βάση τη σύμβαση εργασίας της. Ότι ενώ παρείχε επιπλέον εργασία κάθε Σάββατο και Κυριακή η εναγόμενη δεν της κατέβαλε αμοιβή για την ανωτέρω παρεχόμενη εργασία της, ενώ της οφείλει και διαφορές επιδομάτων εορτών. Ότι το έτος 2023 προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ζητεί περαιτέρω η ενάγουσα να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 35.267,43 ευρώ για τις ανωτέρω αιτίες, με το νόμιμο τόκο, όπως τα ανωτέρω ποσά αναφέρονται αναλυτικά στην υπό κρίση αγωγή.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της, επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, σε συνδυασμό με τους εν γένει ισχυρισμούς τους που περιέχονται στις προτάσεις τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και παραδεκτά επαναφέρονται ενώπιον του παρόντος, αποδεικνύονται πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται επιχειρηματικά παρέχοντας υπηρεσίες καθαρισμού επαγγελματικών χώρων προσέλαβε την ενάγουσα στις 10.3.2017 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης προκειμένου να εργαστεί παρέχοντας υπηρεσίες καθαρίστριας στις καθοριζόμενες από την εναγομένη περιοχές εντός του νομού Αττικής, με συμφωνηθέντα χρόνο εβδομαδιαίας απασχόλησης, ο οποίος έλαβε διαδοχικές τροποποιήσεις, όπως προκύπτει από την σύμβαση εργασίας της ενάγουσας και συνομολογείται από την εναγομένη. Η ενάγουσα, η οποία από το έτος 2018 εργαζόταν στον Πειραιά σε κτίριο της εταιρείας «………………..» κατόπιν αιτήματος της εναγομένης να εργαστεί από τον Ιανουάριο του έτους 2023 σε κτίριο της ανωτέρω εταιρείας στην ……… Αττικής αρνήθηκε, παρά τα συμφωνηθέντα στη σύμβαση εργασίας της, ενώ έκτοτε δεν εμφανίστηκε στην εργασία της. Περαιτέρω την άρνηση της ενάγουσας να απέχει από τα καθήκοντά της όπως υποχρεούταν εξέλαβε η εναγόμενη ότι αποτελεί οικειοθελή αποχώρηση από την εργασία της, την οποία και ανήγγειλε στις αρμόδιες αρχές. Επομένως το αίτημα της ενάγουσας για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης είναι ουσιαστικά αβάσιμο διότι όπως αποδείχθηκε η άρνηση της ενάγουσας να εργαστεί στον προαναφερόμενο τόπο εργασίας που της πρότεινε η εναγόμενη, όπως ήταν υποχρεωμένη από την σύμβαση εργασίας της και η μετέπειτα απόφασή της να απέχει από την εργασία της δεν στοιχειοθετεί μονομερή καταγγελία της σύμβασής της από την εναγομένη, όπως ισχυρίζεται, αλλά αποδεικνύει την οικειοθελή της αποχώρηση. Ισχυρίζεται περαιτέρω η ενάγουσα ότι από τον Ιούνιο του έτους 2018 έως και τον Φεβρουάριο του έτους 2022 εργαζόταν κάθε Σάββατο και Κυριακή χωρίς η εναγόμενη να της καταβάλει τη νόμιμη αμοιβή της και ότι της οφείλει και διαφορές επιδομάτων εορτών. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι η ενάγουσα κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα διαμαρτυρήθηκε στην εναγόμενη με οποιονδήποτε τρόπο προκειμένου να διεκδικήσει την αμοιβή της για την ανωτέρω εργασία της, ενώ δεν υφίστανται αποδεικτικά στοιχεία για την παρασχεθείσα εργασία της, όπως ισχυρίζεται, στο κτίριο της εταιρείας «……..», κατά το χρονικό διάστημα που επικαλείται, που να αποδεικνύουν το βάσιμο του ισχυρισμού της. Επομένως λαμβανομένου υπόψη ότι η ενάγουσα εργαζόταν κατά τις αναφερόμενες ημέρες και με βάση το καθοριζόμενο από τη σύμβαση εργασίας της ωράριο δεν δικαιούται αμοιβή για επιπλέον ημέρες εργασίας, απορριπτομένου και του ισχυρισμού της για καταβολή διαφορών επιδομάτων εορτών, που όπως ισχυρίζεται δεν της έχει καταβάλει η εναγομένη, αφού δεν αποδείχθηκε οφειλή της εναγομένης για την ανωτέρω αιτία.

Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγοντας και η εκκαλουμένη απόφαση ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης της εκκαλούσας με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης (άρθρο 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την υπό κρίση έφεση.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση.

Καταδικάζει την εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600 ) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8.6.2026 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

H ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ