Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 422/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

4ο ΤΜΗΜΑ

Αριθμός αποφάσεως  422 /2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α) Του εκκαλούντος: ………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κυπριώτη, με δήλωση κατ΄άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

 Της εφεσίβλητης: …………, ως ασκούσης την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου της ………….., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντιγόνη Παπαδοπούλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Β) Της εκκαλούσας: ………….., ως ασκούσης την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου της …….., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντιγόνη Παπαδοπούλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του εφεσίβλητου: ………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κυπριώτη, με δήλωση κατ΄άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η εκκαλούσα – εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 31-7-2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2024) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1502/2025 απόφαση του προαναφερόμενου Δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει αυτή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο μεν υπό στοιχ. Α’ εκκαλών – Β’ εφεσίβλητος (εναγόμενος) με την από 6-5-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ……./2025 έφεσή του (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, ………./2025), η δε υπό στοιχ. Β’ εκκαλούσα – Α’ εφεσίβλητη (ενάγουσα) με την από 25-6-2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά …./2025 έφεσή της (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, ……/2025). Δικάσιμος των ως άνω εφέσεων ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσαν προτάσεις, με τις οποίες ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου φέρονται προς συζήτηση: α) η από 6-5-2024 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ……./2025 και στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιά με ………./2025) έφεση του εκκαλούντος και β) η από 25-6-2025 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά …………/2025 και στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιά με ……/2025 έφεση της εκκαλούσας ως ασκούσας την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, αμφότερες στρεφόμενες κατά της υπ΄αριθμ. 1502/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση), το οποίο δέχτηκε εν μέρει την από 31-7-2024 αγωγή της ενάγουσας (εκκαλούσας – εφεσίβλητης). Οι εφέσεις αυτές, οι οποίες αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ εισάγονται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για να συζητηθούν με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία κατ’ άρθρο 591 παρ. 7 ΚΠολΔ πρέπει να συνεκδικασθούν κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 246 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ, καθώς εκκρεμούν ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου εκδικαζόμενες με την ίδια διαδικασία, αφορούν στην ίδια υπόθεση, στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και με τη συνεκδίκασή τους επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Οι ως άνω εφέσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ και  εμπρόθεσμα κατ’ άρθρο 518 ΚΠολΔ. Επομένως, αμφότερες οι εφέσεις πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ. Επισημαίνεται ότι κατ’ άρθρο 495 παρ.3 τελ. εδ. ΚΠολΔ η υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης δεν ισχύει για τις διαφορές του άρθρου 592 αρ.3, όπως τέτοιες είναι οι υπό το στοιχείο α’ διαφορές διατροφής λόγω συγγένειας που συνιστούν αντικείμενο της παρούσας δίκης.

Με την από 31-7-2024 αγωγή της η ενάγουσα, ως ασκούσα την αποκλειστική επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, ……., και δοθέντος ότι ο γάμος της με τον εναγόμενο έχει λυθεί, ισχυρίζεται ότι τα μηνιαία έξοδα διαβίωσης του ανηλίκου ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των 785 ευρώ. Ότι από το ποσό αυτό, ο εναγόμενος οφείλει και δύναται ευχερώς να καταβάλει το ποσό των 750 ευρώ μηνιαίως, ενώ το υπόλοιπο ποσό δέον όπως καταβάλει η ίδια η ενάγουσα με την προσωπική της προσφορά υπηρεσιών στο ανήλικο, η οποία και αυτή με τη σειρά της αποτιμάται σε χρήμα. Για τους λόγους αυτούς ζητεί, όπως το αίτημά της μετατράπηκε με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να της προκαταβάλλει, με την ανωτέρω ιδιότητά του και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου τους, το ποσό των 750 ευρώ μηνιαίως, εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, νομιμοτόκως από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε δόσης και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, ως μηνιαία συμμετοχή του στη διατροφή του σε χρήμα και ειδικότερα ως συνεισφορά του στη διατροφή του ανωτέρω ανήλικου τέκνου τους, καθώς το τελευταίο αδυνατεί να διαθρέψει τον εαυτό του και στερείται περιουσίας και εισοδημάτων. Επιπλέον, αιτείται να απειληθεί κατά του εναγόμενου χρηματική ποινή ύψους 1.000 ευρώ και προσωπική κράτηση έξι μηνών, για κάθε περίπτωση παραβίασης της απόφασης του Δικαστηρίου και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της εν γένει δικαστικής της δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη, εκτός από τα παρεπόμενα αιτήματα έμμεσης εκτέλεσης, τα οποία απέρριψε ως μη νόμιμα λόγω του αναγνωριστικού χαρακτήρα της αγωγής, κατόπιν εκτίμησης των αποδείξεων δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και, συγκεκριμένα, δέχθηκε ότι οι διατροφικές ανάγκες του ανηλίκου, που το ίδιο αδυνατεί εξ ιδίων να αντιμετωπίσει, ανέρχονται στο ποσό των 700 ευρώ τον μήνα, εκ των οποίων στο ποσό των 300 ευρώ συμμετέχει η ενάγουσα με το εισόδημα και την προσωπική της εργασία, ενώ το υπόλοιπο ποσό βαρύνει τον εναγόμενο, οπότε το Δικαστήριο αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλλει στην ενάγουσα υπό την ιδιότητά της ως ασκούσας αποκλειστικά την επιμέλεια του ανήλικου  και για μία διετία από την άσκηση της αγωγής ποσό 400 ευρώ μηνιαίως, προκαταβολικώς εντός του πρώτου πενθήμερου εκάστου μηνός, με το νόμιμο τόκο από τότε που εκάστη δόση κατέστη απαιτητή και μέχρι την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται αμφότεροι οι διάδικοι, με τις υπό κρίση εφέσεις τους, επικαλούμενοι εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητούν την εξαφάνισή της, προκειμένου, ως προς τον εκκαλούντα της υπό στοιχ. Α’ έφεσης να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή και ως προς την εκκαλούσα της υπό στοιχ. Β’ έφεσης, να γίνει δεκτή στο σύνολο της η πιο πάνω αγωγή της.

Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά, απ’ όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις φωτογραφίες η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 παρ. 1 στ. γ, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), τέλος δε από τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας κατ’ άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα και ο εναγόμενος τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στις 19-2-2016 στο Δημαρχείο Σαλαμίνας, κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν ένα άρρεν τέκνο, τον …………, γεννηθέντα στις 26-5-2016. Ωστόσο, η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και διασπάστηκε οριστικά την 1-7-2017, οπότε η ενάγουσα αποχώρησε από την οικογενειακή στέγη και μετοίκησε μαζί με το ως άνω τέκνο της στην πατρική της οικία στην Σαλαμίνα, επί της οδού ………… Έκτοτε το ανήλικο τέκνο των διαδίκων διαμένει μαζί με την μητέρα του, ενώ ο γάμος των διαδίκων λύθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2131/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που κατέστη αμετάκλητη. Ακόμη, με την υπ’ αριθμ. 1755/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, το γάμο κ.λ.π) ανατέθηκε στην ενάγουσα, οριστικά και αποκλειστικά, η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους. Περαιτέρω, ο εναγόμενος διατηρεί στα Μέγαρα από τις 15-6-2007επιχείρηση εμπορίας λευκών ειδών επ’ ονόματί του, στεγαζόμενη στο ισόγειο ακινήτου, ιδιοκτησίας της μητέρας του, επιφάνειας 120 τ.μ., με υπόγειο χώρο ιδίου εμβαδού, που χρησιμοποιείται ως αποθηκευτικός χώρος. Το ως άνω ακίνητο μισθώνει αντί συμβολικής αποζημίωσης – μισθώματος, ποσού 150 ευρώ μηνιαίως. Από την επαγγελματική του αυτή δραστηριότητα, αποκερδαίνει μηνιαίως το ποσό των 2.500 ευρώ περίπου, κρίση που δεν αναιρείται από τα δηλωθέντα εισοδήματά του, καθότι η ορθότητα των φορολογικών του δηλώσεων δεν έχει ελεγχθεί. Το Δικαστήριο καταλήγει σε αυτή την κρίση, λαμβάνοντας υπόψη και ότι πρόκειται για οικογενειακή επιχείρηση, την οποία ασκούσε επί σειρά ετών η μητέρα του (με αντικείμενο είδη ραπτικής) και στη συνέχεια, όπως προαναφέρθηκε, ο εναγόμενος. Επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο που κατέληξε στην αυτή κρίση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο πρώτος λόγος της Α΄ έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών αρνείται ότι αποκερδαίνει το πιο πάνω ποσό, αλλά και ο δεύτερος λόγος της Β’ έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι ο πρώην σύζυγός της λαμβάνει καθαρά μηνιαία κέρδη ποσού 3.000 ευρώ, τυγχάνουν απορριπτέοι. Επιπλέον, στον εναγόμενο ανήκουν κατά ψιλή κυριότητα: α) ο ισόγειος όροφος, επιφάνειας 115,44 τ.μ. και β) ο υπόγειος χώρος επιφάνειας, επίσης, 115,44 τ.μ. μίας τριώροφου οικοδομής ευρισκόμενης στα ……., επί της οδού ……….., κατασκευής έτους 1970, ενώ αντίστοιχα η επικαρπία των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών ανήκει στους γονείς του από κοινού. Όπως προαναφέρθηκε, οι τελευταίοι, για την στήριξή του στην άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, του έχουν παραχωρήσει την χρήση του ισογείου καταστήματος, όπου ασκεί την εμπορική του δραστηριότητα ο εναγόμενος, και του Β ορόφου, όπου έχει εγκαταστήσει την κύρια οικογενειακή στέγη του, της οικοδομής επί της οδού …………, στα …….. Περαιτέρω, ο εναγόμενος διαθέτει δύο μέσα μεταφοράς, και συγκεκριμένα ένα δίκυκλο μοτοποδήλατο μάρκας «Vespa – Piaggio», με αριθμό κυκλοφορίας …….. kai ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας την 16-9-2010, και ένα μικρό φορτηγό (κλειστό – μη ανατρεπόμενο) με επαγγελματική άδεια κυκλοφορίας προς εξυπηρέτηση της ασκούμενης ατομικής εμπορικής του δραστηριότητας, μεταφοράς λευκών ειδών, μάρκας «Mercedes – Vito», με αριθμό κυκλοφορίας ………. και ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας την 16-11-2007. Η ενάγουσα επικαλείται ότι διαθέτει και ένα IX αυτοκίνητο μάρκας «Nissan Qashqai», κυβισμού 1500 cc, με αριθμό κυκλοφορίας ……….., πλην όμως το εν λόγω όχημα ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στη μητέρα του εναγόμενου …….. (βλ. προσκομιζόμενη άδεια κυκλοφορίας). Επιπρόσθετα, ο εναγόμενος έχει τελέσει δεύτερο γάμο με την …….., η οποία δεν εργάζεται, έχει δε αποκτήσει μια θυγατέρα την …….., γεννηθείσα στις 22-7-2023. Περαιτέρω εισοδήματα δεν αποδείχτηκε ότι διαθέτει,  βαρύνεται δε με την  υποχρέωση διατροφής των τέκνων του. Ετέρωθεν, η ενάγουσα εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος στο super market με την επωνυμία «………..», έναντι μηνιαίου μισθού 836 ευρώ. Διαμένει μετά του ανηλίκου τέκνου της στην ιδιόκτητη μονοκατοικία των γονέων της και δεν επιβαρύνεται με καταβολή μισθώματος, πλην της συμμετοχής της στις λειτουργικές δαπάνες της οικίας (κοινόχρηστα, κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος και ύδατος κ.λ.π). Επίσης, η ενάγουσα δικαιούται και εισπράττει σχετικό επίδομα τέκνου, καθαρού μηνιαίου ποσού 41  ευρώ και διαθέτει στην πλήρη κυριότητά της ένα ΙΧΕ όχημα με αριθμό κυκλοφορίας ……. μάρκας «OPEL Corsa», κυβισμού 1200 cc, το οποίο απέκτησε κατά το μήνα Δεκέμβριο 2017, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι αυτή διαθέτει άλλη περιουσία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή. Τέλος, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα επιμελείται η ίδια το ως άνω ανήλικο τέκνο της, προς το οποίο παρέχει κάθε είδους εξυπηρετήσεις και φροντίδες, που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, συνδέονται με τη συνοίκηση και είναι αποτιμητές σε χρήμα. Περαιτέρω, το ανήλικο τέκνο των διαδίκων,  μαθητής της Δ΄ δημοτικού κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επιβαρύνεται με έξοδα ιδιωτικής ασφάλισης ποσού 27 ευρώ μηνιαίως. Παρακολουθεί ιδιαίτερα μαθήματα αγγλικών, δαπάνη για την οποία απαιτείται ποσό 54 ευρώ μηνιαίως και ρομποτικής για τα οποία απαιτείται ποσό 40 ευρώ μηνιαίως. Οι λοιπές δαπάνες διαβίωσης του ανήλικου τέκνου, που απαιτούνται μηνιαίως για διατροφή εν στενή έννοια, ένδυση, υπόδηση, εξωσχολικές δραστηριότητες, ψυχαγωγία και αυτές που αντιστοιχούν στην αναλογία του στις δαπάνες των λειτουργικών εξόδων της οικίας, όπου διαμένει με τη μητέρα του, είναι οι συνήθεις των συνομηλίκων του. Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων και τις εν γένει περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι, για την ανάλογη με τις ανάγκες του προαναφερόμενου τέκνου των διαδίκων διατροφή, όπως αυτές προκύπτουν από τις σημερινές συνθήκες της ζωής του και συγκεκριμένα τις ανάγκες του για διατροφή, ένδυση, υπόδηση, εκπαίδευση και ψυχαγωγία, απαιτείται, για το επίδικο χρονικό διάστημα, λαμβανομένης υπόψη και της οικονομικής κατάστασης των γονέων του, το ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως, όπου συμπεριλαμβάνεται και η, συνεπεία της εκεί διαβιώσεώς του, προκύπτουσα επιβάρυνση των λειτουργικών εξόδων της κατοικίας όπου διαμένει (βλ. και ΑΠ 826/1994 ΕλλΔνη 38. 1079, ΕφΘεσ 50/2006 Αρμ 2006. 1724), στο οποίο συνυπολογίζονται και οι αποτιμώμενες σε χρήμα, συναφείς για την ανατροφή του τέκνου υπηρεσίες της μητέρας συναφείς με την περιποίηση και φροντίδα του προσώπου του, υπηρεσίες (παρασκευή φαγητού, πλύσιμο, σιδέρωμα κλπ), των οποίων έχει ανάγκη για την ανατροφή του και, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, συνδέονται με τη συνοίκηση και του προσφέρονται από την ενάγουσα (βλ. και ΑΠ 884/2003 ΕλλΔνη 45. 117). Για τον προσδιορισμό της συνεισφοράς που βαρύνει τους γονείς του ανήλικου, πρέπει να γίνει αναγωγή της οικονομικής δυνατότητας εκάστου εξ αυτών (γονέων) στο σύνολο των εισοδημάτων τους. Έτσι, ο εναγόμενος πατέρας του πρέπει, με βάση την προαναφερθείσα οικονομική δυνατότητά του και την προσωπική κατάστασή του, συσχετιζόμενη με την αντίστοιχη οικονομική δυνατότητα και την προσωπική κατάσταση της ενάγουσας μητέρας του ανήλικου, να καλύψει το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως, ενώ το υπόλοιπο ποσό, που είναι αναγκαίο για τη διατροφή του ανήλικου κατά τα ανωτέρω, βαρύνει τη μητέρα του, με την προσφορά των προσωπικών της υπηρεσιών στην ανατροφή του και των λοιπών, συνδεόμενων με τη συνοίκησή τους, παροχών, αλλά και με την παροχή σε χρήμα από τα προαναφερόμενα εισοδήματά της, ως έχουσα, κατά νόμο, συντρέχουσα και ανάλογη των οικονομικών και εν γένει δυνατοτήτων της υποχρέωση διατροφής του. Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο προβαίνει στον ανωτέρω επιμερισμό του ποσού της καθορισθείσης διατροφής για το ανήλικο τέκνο μεταξύ των γονέων του, διότι με την αγωγή, ζητείται να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλλει το ποσό της συμμετοχής του στη διατροφή του ανήλικου, μετά την αφαίρεση της συμμετοχής σ’ αυτήν της μητέρας του. Εξ αυτού του λόγου ο ισχυρισμός του εναγόμενου, περί συνεισφοράς της έχουσας την οικονομική δυνατότητα ενάγουσας μητέρας του τέκνου τους για τη διατροφή του συνιστά, αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Εξάλλου, το παραπάνω ποσό ο εναγόμενος είναι σε θέση να καταβάλλει χωρίς να διακινδυνεύει η δική του διατροφή, αφού οι μηνιαίες οικονομικές δυνάμεις του, σε συνδυασμό με όλες τις προαναφερθείσες υποχρεώσεις αυτού, επαρκούν για την αντιμετώπιση της προσωπικής του διατροφής όσο και αυτής του ανήλικου τέκνου του, καθώς και του τέκνου του από τον επόμενο γάμο του. Συνεπώς, οι λόγοι της Α’ έφεσης, με τους οποίους ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν να καταβάλει την πρωτοδίκως επιδικασθείσα διατροφή, διότι έχει αποκτήσει και άλλο τέκνο, αλλά και διότι οι πραγματικές διατροφικές ανάγκες του ανηλίκου τέκνου που απέκτησε με την εφεσίβλητη υπολείπονται του επιδικασθέντος ποσού, τυγχάνουν απορριπτέοι. Ομοίως απορριπτέοι τυγχάνουν και ο λόγοι της Β’ έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα αιτείται να προσδιοριστεί η διατροφή του ανηλίκου σε μεγαλύτερο του επιδικασθέντος ποσού, καθώς και οι λόγοι που αφορούν στα εισοδήματα και τη συνεισφορά της στη διατροφή, αλλά και στα εισοδήματα του εφεσίβλητου. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε όμοια και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα μηνιαία διατροφή το ποσό των 400 ευρώ για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, προκαταβολικά εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, για χρονικό διάστημα 2 ετών από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, και δη νομιμότοκα από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε μηνιαίας δόσης, έως την εξόφληση, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, οι υπό κρίση εφέσεις πρέπει να απορριφθούν στην ουσία τους. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τις δύο εφέσεις, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ τους, λόγω της μεταξύ τους εξ αίματος συγγένειας πατέρα και τέκνου σύμφωνα με το διατακτικό (άρθρα 183 και 179 εδ.1 ΚΠολΔ).

ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις από 6-5-2024 και 25-6-2025 εφέσεις.

Δέχεται τυπικά αυτές και απορρίπτει στην ουσία τους.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

Kρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στον Πειραιά, στις     15-6-2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                            H ΓPAMMATEAΣ