ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης 429 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Γεωργία Παναγιωτοπούλου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α) Της εκκαλούσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….», που εδρεύει στο ….. Μαγνησίας, επί της οδού …………, με ΑΦΜ ….. ΔΟΥ Βόλου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου [ΑΜ ΔΣΒ …, εταίρο της δικηγορικής εταιρείας ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ – ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕ με ΑΜ …..], που κατέθεσε την από 17.3.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Των εφεσίβλητων:1) Της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………» που εδρεύει στο ……., έχει δε εγκαταστήσει υποκατάστημα στην Ελλάδα με την επωνυμία «……………», με ΑΦΜ ……… ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών, στο ……….. Αττικής, επί της ………., με νόμιμο αντιπρόσωπο τον …………, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Παπαχρονόπουλο [ΑΜ ΔΣΑ …, εταίρο της δικηγορικής εταιρείας Ν.Παπαχρονόπουλος & Συνεργάτες ΔΕ με ΑΜ …….], που κατέθεσε την από 12.3.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ) και 2) Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………» που εδρεύει στην Αθήνα, επί της ……….. …….. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ……, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Δαλιάνη (ΑΜ ΔΣΑ …..), που κατέθεσε την από 18.3.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Β) Της εκκαλούσας: Της εταιρείας με την επωνυμία «……………» που εδρεύει στο …. και εκπροσωπείται νόμιμα, δραστηριοποιείται με υποκατάστημα στην Ελλάδα με την επωνυμία «………….», με ΑΦΜ ………….. ΔΟΥ ΦΑΕ Αθηνών με νόμιμο αντιπρόσωπο τον ……………, κάτοικο ………, επί της …………., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Παπαχρονόπουλο [ΑΜ ΔΣΑ …., εταίρο της δικηγορικής εταιρείας Ν.Παπαχρονόπουλος & Συνεργάτες ΔΕ με ΑΜ ……], που κατέθεσε την από 12.3.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Της εφεσίβλητης: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» που εδρεύει στο ……… Μαγνησίας, επί της οδού ………., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, με ΑΦΜ ……., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου [ΑΜ ΔΣΒ ………., εταίρο της δικηγορικής εταιρείας ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ – ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕ με ΑΜ ……], που κατέθεσε την από 17.3.2026 έγγραφη δήλωση (άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Η ενάγουσα, ήδη πρώτη εφεσίβλητη της υπό στοιχ Α’ έφεσης, εκκαλούσα της υπό στοιχ Β’ έφεσης, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 16.6.2022 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/……/ΕΑΚ/………./2022 αγωγή, με την οποία ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Η εναγόμενη, ήδη εκκαλούσα της υπό στοιχ Α’ έφεσης, εφεσίβλητη της υπό στοιχ Β’ έφεσης, άσκησε ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου την από 27.7.2022 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ/…../ΕΑΚ/…/2022 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση με σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή δικονομικού εγγυητή σε βάρος της δεύτερης εφεσίβλητης της υπό στοιχ Α’ έφεσης.
Το Δικαστήριο εκείνο, συνεκδικάζοντας την αγωγή και την προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση με τη σωρευμένη παρεμπίπτουσα αγωγή, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την υπ’αριθ. 1704/2024 οριστική απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή και την προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση με τη σωρευμένη παρεμπίπτουσα αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν α) η ηττηθείσα ενάγουσα με την από 3.7.2024, στο εκδόν δικαστήριο με γεν.αριθ.καταθ. …./3.7.2024 και αριθ.καταθ.ενδ.μέσου …./3.7.2024 και προσδιορισμού στο Εφετείο με γεν.αριθ.καταθ. …./12.7.2024 και ειδ.αριθ.καταθ. …./12.7.2024 έφεση και β) η εναγόμενη με την από 6.5.2025 στο εκδόν δικαστήριο με γεν.αριθ.καταθ. …../8.5.2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …./8.5.2025 και προσδιορισμού στο Εφετείο με γεν.αριθ.καταθ. …./8.5.2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …../8.5.2025 έφεση, την οποία άσκησε επικουρικά, άλλως υπό την αίρεση ευδοκίμησης της από 3.7.2024 έφεσης, η συζήτηση των οποίων ορίστηκε (κατόπιν νόμιμης αναβολής της υπό στοιχ Β’ έφεσης από τη δικάσιμο της 8.5.2025), για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκαν στο πινάκιο.
Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν στη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν αντιμωλία των διαδίκων.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου: α) η από 3.7.2024 (με γεν.αριθ.καταθ. …/12.7.2024 και ειδ.αριθ.καταθ. …../12.7.2024) έφεση και β) η από 6.5.2025 (με γεν.αριθ.καταθ. …./8.5.2025 και ειδ.αριθ.καταθ. …/8.5.2025) έφεση, ασκηθείσα επικουρικά άλλως υπό την αίρεση ευδοκίμησης της από 3.7.2024 έφεσης, στρεφόμενες κατά της υπ’αριθ. 1704/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, κατ’αντιμωλία των διαδίκων, οι οποίες (εφέσεις) πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, λόγω της προδήλου μεταξύ τους συνάφειας, καθ’ όσον βάλλουν κατά της αυτής οριστικής αποφάσεως, υπάγονται στην αυτή διαδικασία και με την ένωση και συνεκδίκασή τους επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και αποτρέπεται το ενδεχόμενο εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων (άρθρα 246 και 524παρ.1 ΚΠολΔ, ΕφΑθ4299/2006 ΕλλΔνη 47 1508).
Η από 3.7.2024 (υπό στοιχ Β’) έφεση, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του δικογράφου της, στις 3.7.2024, στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, κατ’ άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ούτε παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία από την δημοσίευσή της στις 24.5.2024, ενώ για το παραδεκτό αυτής έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα, το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 ΚΠολΔ παράβολο Δημοσίου, που μνημονεύεται ρητά στη συνταχθείσα από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό …………./2024, έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου. Πρέπει συνεπώς να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρ. 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων της, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (άρθρ. 522, 524 και 533 παρ.1 ΚΠολΔ).
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 88, 89, 277 αρ. 4 και 517 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν ο εναγόμενος προσεπικαλέσει στη δίκη εκείνον κατά του οποίου, σε περίπτωση ήττας του, δικαιούται να αναχθεί και να ζητήσει αποζημίωση για το ποσό που ενδεχομένως θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα και συγχρόνως ενώσει μαζί με την προσεπίκληση και αγωγή αποζημιώσεως, ο δε προσεπικληθείς και με την παρεμπίπτουσα αγωγή εναγόμενος προσήλθε στη δίκη, αλλά δεν παρενέβη σε αυτή ούτε επικουρικά, περιορισθείς μόνο στην απόκρουση της προσεπικλήσεως και την άρνηση της υποχρεώσεως του για αποζημίωση, δεν καθίσταται διάδικος στην κύρια δίκη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, ούτε δημιουργείται ομοδικία μεταξύ αυτού (προσεπικληθέντος) και του προσεπικαλέσαντος αυτόν εναγομένου. Από αυτά παρέπεται ότι αν απορριφθεί η αγωγή και ως εκ τούτου και η προσεπίκληση και η ενωμένη σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, ο ενάγων στην κύρια δίκη, ασκώντας έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, δεν δικαιούται να την απευθύνει και κατά του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναγομένου, διότι ο τελευταίος, εφόσον δεν παρενέβη, δεν κατέστη διάδικος στην κύρια δίκη, ενώ ο εναγόμενος προσεπικαλέσας και παρεμπιπτόντως ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση και κατά του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναγομένου (ΑΠ 1318/1980 ΝοΒ 29.665, ΑΠ 94/1980 ΝοΒ 28.1441, ΕφΑΘ 654/1987 Δνη 28.1114, ΕφΑΘ 877/1986 Δνη 27.149). Η τελευταία αυτή έφεση κατ` ανάγκη θα είναι επικουρική, θα τελεί δηλαδή υπό την αίρεση ευδοκιμήσεως της εφέσεως του ενάγοντος, γιατί αλλιώς δεν έχει ο προσεπικαλέσας – παρεμπιπτόντως ενάγων έννομο συμφέρον να προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση. Το έννομο αυτό συμφέρον δημιουργείται το πρώτον με την παραδοχή της εφέσεως του ενάγοντος, ανατρέχει όμως, κατά τη φύση και το σκοπό της αιρέσεως υπό την οποία τελεί η έφεση του εναγομένου, στο χρόνο ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου (ΑΠ 1315/1993 ΤΝΠ Ισοκράτης). Τούτο δε λόγω του ότι η προσεπίκληση και η ενωμένη με αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή έχει εκ των πραγμάτων επικουρικό χαρακτήρα, δηλαδή εξετάζονται μόνο σε περίπτωση παραδοχής της κύριας αγωγής, εάν δηλονότι η κύρια αγωγή απορριφθεί, το δικόγραφο της προσεπικλήσεως και της ενωμένης μ` αυτό παρεμπίπτουσας αγωγής δεν εξετάζεται ως άνευ αντικειμένου (ΑΠ 1353/2008, ΑΠ 1289/1989 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, για να μεταβιβαστεί η υπόθεση στο Εφετείο και κατά το μέρος αυτό (όσον αφορά δηλαδή την προσεπίκληση και την παρεμπίπτουσα αγωγή) πρέπει να ασκήσει έφεση (επικουρική) και ο ηττημένος προσεπικαλέσας – παρεμπιπτόντως ενάγων της αγωγής αυτής ζητώντας την επανεξέταση της σε περίπτωση που γίνει δεκτή η έφεση του κυρίως ενάγοντος (ΕφΠειρ 1/2025, ΕφΑθ 2416/2010, ΕΑ 6841/2008, ΕφΑαρ 55/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Η από 6.5.2025 (υπό στοιχ Α’) επικουρική έφεση της εναγόμενης της κύριας αγωγής κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», δεύτερης εφεσίβλητης, καθ’ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενης, ως δικονομικής εγγυήτριας της επικουρικώς εκκαλούσας εταιρείας, η οποία (καθ’ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία) παραστάθηκε πρωτοδίκως χωρίς να ασκήσει απλή πρόσθετη παρέμβαση, είναι παραδεκτή, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη και έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του δικογράφου της, στις 8.5.2025, στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, κατ’ άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ούτε παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία από την δημοσίευσή της στις 24.5.2024, ενώ για το παραδεκτό αυτής έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα, το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 ΚΠολΔ παράβολο Δημοσίου, που μνημονεύεται ρητά στη συνταχθείσα από το Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμό ……………./2025, έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου. Πρέπει συνεπώς να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρ. 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω υπό την αίρεση ευδοκίμησης της έφεσης της κυρίως ενάγουσας, με την οποία μεταβιβάζεται στο παρόν Δικαστήριο η υπόθεση και κατά το μέρος που αφορά στην από 27.7.2022 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή.
ΙΙ. Με το ν. 2107/1992 κυρώθηκε από την Ελλάδα η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών της 25-8-1924, για την ενοποίηση ορισμένων νομικών κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές και τα τροποποιητικά αυτής πρωτόκολλα της 23-2-1968 και της 21-12-1979 (Κανόνες Χάγης – Βίσμπυ). Από τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. β’, 2 παρ. 1-2, 3 παρ. 1, 5 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της άνω Δ.Σ, που εφαρμόζονται στην Ελλάδα από 23-6-1993, προκύπτει ότι αυτές έχουν ισχύ α) στις θαλάσσιες μεταφορές στις οποίες τα λιμάνια φόρτωσης και εκφόρτωσης βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη και εφόσον καλύπτονται από φορτωτική ή άλλο παρόμοιο έγγραφο που αποτελεί τίτλο για θαλάσσια μεταφορά πραγμάτων και β) στις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ ελληνικών λιμένων είτε εκδόθηκε φορτωτική είτε όχι (Α.Π. 343/2019, Α.Π. 376/2008, Εφ.Θεσ. 1241/2019, Εφ.Πειρ. 738/2009, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Κιάντου – Παμπούκη, Η κύρωση των Κανόνων Χάγης – Βίσμπυ και το δίκαιο της ναυλώσεως, Ε.Ν.Δ. 21, 287 επ.). Οι κανόνες Χάγης – Βίσμπυ (όπως ονομάζονται οι ρυθμίσεις της Σύμβασης και των Πρωτοκόλλων των Βρυξελλών) στα άρθρα 3 παρ. 1 και 4 παρ. 1 θεσπίζουν τη νόθο αντικειμενική ευθύνη του μεταφορέα, υπό την έννοια ότι σε περίπτωση απώλειας ή βλάβης του φορτίου, ο τελευταίος έχει το βάρος της απόδειξης του ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα. Η διαβάθμιση του πταίσματος είναι όμοια με αυτή του αστικού δικαίου στη συμβατική ευθύνη (ΑΚ 330, 334), δηλαδή ο μεταφορέας ευθύνεται για δόλο, βαριά και ελαφριά αφηρημένη αμέλεια. Η ελαφριά αφηρημένη αμέλεια έχει την έννοια της μη καταβολής της επιμέλειας του μέσου συνετού μεταφορέα. Η ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα αφορά καταρχήν τις απώλειες ή βλάβες πραγμάτων, αν και τούτο δεν αναφέρεται ρητά στο άρθρο 4 των κανόνων Χάγης – Βίσμπυ. Ο μόνος περιορισμός είναι ότι η απώλεια ή η βλάβη πρέπει να αναφύει σε συνάφεια με τη φόρτωση, μεταχείριση, στοιβασία, μεταφορά, φύλαξη, φροντίδα και εκφόρτωση των πραγμάτων (άρθρο 2 της Σύμβασης). Σύμφωνα με τους κανόνες Χάγης – Βίσμπυ (άρθρο 1 περ. ε) η θαλάσσια μεταφορά πραγμάτων καλύπτει μόνο τη χρονική περίοδο της θαλάσσιας αποστολής, που αρχίζει από τη φόρτωση των εμπορευμάτων και τελειώνει με την εκφόρτωση τους. Έτσι η Σύμβαση δεν καλύπτει ευθύνη του μεταφορέα για τα ακραία στάδια της μεταφοράς, δηλαδή από την παράδοση των πραγμάτων μέχρι την παραλαβή τους από τον παραλήπτη, για τα οποία έγκυρα αυτός μπορεί να συμφωνήσει μείωση ή απαλλαγή από την ευθύνη του για απώλειες ή βλάβες που επέρχονται κατά τη διάρκεια των δύο αυτών φάσεων της μεταφοράς (άρθρο 7 των κανόνων). Το βάρος της απόδειξης για την ύπαρξη της απαλλακτικής ρήτρας έχει ο εναγόμενος μεταφορέας, με βάση την αρχή της νόθου αντικειμενικής ευθύνης. Περαιτέρω κατά το άρθρο 3 παρ. 2 της Σύμβασης η φόρτωση και η στοιβασία, που συνίσταται στην τοποθέτηση και τη διευθέτηση των εμπορευμάτων μέσα στο κύτος του πλοίου ή στους ορισμένους χώρους για την υποδοχή τους και στη στερέωση αυτών με κάθε πρόσφορο τρόπο, εκτελείται από το μεταφορέα που είναι υπεύθυνος για κάθε επιμέλεια. Ακόμα και αν ο μεταφορέας προσέλαβε στοιβαστές, προκειμένου να εκτελέσουν το έργο, δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη για τις πράξεις τους ή την ανεπιτήδεια στοιβασία τους. Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. ια` της Σύμβασης προστηθέντες του μεταφορέα είναι όλα τα πρόσωπα που βρίσκονται στην υπηρεσία του και συμβάλλουν στην εκπλήρωση της υποχρέωσης του να μεταφέρει τα πράγματα, σ`αυτούς δε περιλαμβάνονται ο πλοίαρχος, το πλήρωμα, ο πλοηγός, οι υπάλληλοι του μεταφορέα στη ξηρά, ο πράκτορας, ο ναυλομεσίτης, ο φορτοεκφορτωτής, ο στοιβαδόρος (Ι. Κοροτζή Ναυτικό Δίκαιο 2ος τόμος 2005, παραγρ. 2, 3, 4, 6, 7 σελ. 15 επ.). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 περίπτωση θ` της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης, που θεσπίζει περίπτωση ανεύθυνου «ούτε ο μεταφορέας ούτε το πλοίο ευθύνονται για απώλεια ή ζημία που προέρχεται από … πράξη ή παράλειψη του φορτωτή ή του κυρίου των πραγμάτων ή του αντιπροσώπου του ή εκπροσώπου του». Η επίκληση του απαλλακτικού αυτού λόγου συνιστά ένσταση αποδεικτέα από τον μεταφορέα (Ι.Κοροτζή, όπ. π. παραγρ. 7.2.15 σελ. 34). Εκτός από τα βασικά πρόσωπα που μετέχουν στη σύμβαση μεταφοράς, δηλαδή τον αποστολέα ή φορτωτή, τον αγωγιάτη ή μεταφορέα και τον παραλήπτη, μπορεί να παρεμβληθεί και τέταρτο πρόσωπο, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ο οποίος διαφέρει από το μεταφορέα κατά το ότι ο τελευταίος διενεργεί ο ίδιος τη μεταφορά, ενώ ο παραγγελιοδόχος αναλαμβάνει τη μέριμνα απέναντι στο φορτωτή ή παραλήπτη να εξεύρει μεταφορέα, με τον οποίο συνάπτει ο ίδιος τη σύμβαση μεταφοράς στο όνομα του μεν αλλά για λογαριασμό του παραγγελέως – αποστολέα ή φορτωτή (Ολομ. ΑΠ 33/1998 Ελλ. Δικ. 39.1262 = Νοβ. 40.245, Εφ. Πειρ. 299/1996 ΕΝΔ 24.277, Εφ. Αθ. 7130/1995 ΕΕμπΔ 1995.593, Γεωργακόπουλου: Εμπορικό Δίκαιο παρ. 20, Λιακόπουλος: Γενικό Εμπορικό δίκαιο 1998 σελ. 99, Ψυχομάνης: Ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς ΕΕΝ 1987.325). Κατά την κρατούσα άποψη τα ισχύοντα στην παραγγελία μεταφοράς του ΕμπΝ έχουν ανάλογη εφαρμογή και στη θαλάσσια μεταφορά, ενόψει του ότι οι διατάξεις του ΚΙΝΔ για τη ναύλωση και των Κανόνων Χάγης – Βίσμπυ δεν περιέχουν διατάξεις για τους παραγγελιοδόχους που μεσολαβούν στη ναύλωση ή τη θαλάσσια μεταφορά (ΑΠ 89/2005 Ελλ.Δνη 2005.1454 = ΕΕμπΔ 2005.372). Έτσι ο εναγόμενος παραγγελιοδόχος θαλάσσιας μεταφοράς ευθύνεται μόνο για τους ίδιους λόγους που ευθύνεται και ο θαλάσσιος μεταφορέας ως εγγυητής των πράξεων αυτού ή του μεσολαβούντος άλλου παραγγελιοδόχου θαλάσσιας μεταφοράς, δηλαδή για την αυτή πραγματική και νομική αιτία (Εφ. Πειρ. 703/2006 ΔΕΕ 2006.1289, 305/2005 Πειρ. Νομ. 2005.205 = ΕΝΔ 2005.101 = ΕΕμπΔ 2005.793, Εφ. Πειρ. 286/2004 ΕΝΔ 32.27). Συνεπώς, αφού η ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς ως εγγυητή της μεταφοράς εξομοιώνεται με την ευθύνη του μεταφορέα, έπεται ότι (ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς) μπορεί να επικαλεστεί για την απαλλαγή του τους ίδιους λόγους ανεύθυνου, τους οποίους μπορεί να επικαλεσθεί και ο μεταφορέας (ΑΠ 303/1992 ΕΕμπΔ ΜΓ.563, ΑΠ 134/1991 ΕΕμπΔ MB.92). Τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω ισχύουν και όταν η αγωγή ασκείται από τον ασφαλιστή των εμπορευμάτων, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστέου κινδύνου και πληρωμής απ` αυτόν της ζημίας του ασφαλισμένου, αφού υποκαθίσταται κατ` άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2496/1997 στα δικαιώματα του ασφαλισμένου (Εφ. Πειρ. 305/2005 όπ.π, Εφ. Πειρ. 142/2003 ΕΕμπΔ 2003/680). Επομένως ο νόμιμος κομιστής της φορτωτικής, δηλαδή ο παραλήπτης ή ο υποκατασταθείς στα δικαιώματα του ασφαλιστής δικαιούται να στραφεί κατά του θαλάσσιου μεταφορέα και κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς και να ζητήσει εις ολόκληρο απ` αυτούς αποζημίωση για την απώλεια ή βλάβη του φορτίου επικαλούμενος για το ορισμένο της αγωγής την κατάρτιση της σύμβασης θαλάσσιας μεταφοράς, την παράδοση και την απώλεια του φορτίου με τη συνακόλουθη ζημία και την αξία των εμπορευμάτων, που υπολογίζεται με έναν από τους προαναφερόμενους τρόπους (Εφ. Πειρ. 830/2004 ΕΝΔ 32.294, Εφ. Πειρ. 216/2003 Πειρ. Νομ. 25.196). ΙΙΙ. Περαιτέρω κατά την εκτέλεση της σύμβασης είναι δυνατόν να ανακύψει αδικοπραξία των αντισυμβαλλομένων έναντι αλλήλων, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη είναι υπαίτια και παράνομη και χωρίς τη συμβατική σχέση (Ολομ. ΑΠ 967/1973 Νοβ. 22.505, ΑΠ 465/1995 Νοβ. 43.543, ΑΠ 19/1993 Νοβ. 41.1069, ΑΠ 1580/1992 Ελλ. Δικ. 1994.369, ΑΠ 1741/1987 ΕΕΝ 1988.906). Υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται κάποια σύμβαση, μπορεί πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη (Ολομ. ΑΠ 967/1973 Νοβ. 22.505, ΑΠ 555/1999 Ελλ. Δικ. 2000.87). Στην περίπτωση αυτή υπάρχει συρροή συμβατικής και εξωσυμβατικής (αδικοπρακτικής) ευθύνης, ο δε δανειστής έχει το δικαίωμα (τη διακριτική ευχέρεια) να στηρίξει τη σχετική αξίωση του για αποζημίωση είτε στη σύμβαση είτε στην αδικοπραξία είτε επιβοηθητικά και στις δύο (ΑΠ 555/1999 Ελλ. Δικ. 2000. 87). Ειδικότερα επί θαλλάσιας μεταφοράς, που διέπεται από τους κανόνες Χάγης-Βίσμπυ, περίπτωση κατά την οποία αντιμετωπίζεται συρροή συμβατικής και αντισυμβατικής ευθύνης του εκναυλωτή-θαλάσσιου μεταφορέα είναι η απώλεια ή βλάβη των μεταφερόμενων πραγμάτων. Κατά την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία άποψη η μη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προφύλαξη του φορτίου αποτελεί απλή συμβατική παράλειψη του εκναυλωτή-θαλάσσιου μεταφορέα και των προστηθέντων αυτού προσώπων. Ως εκ τούτου η συμπεριφορά αυτή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πράξη παράνομη και υπαίτια, χωρίς την ύπαρξη της σύμβασης ναύλωσης-θαλάσσιας μεταφοράς και συνεπώς δεν υπάρχει εν προκειμένω αδικοπραξία (Εφ. Πειραιώς 76/2006 Πειρ. Νομ. 2006.466 = ΕΝΔ 2006.278, Εφ. Πειρ. 286/2004 ΕΝΔ 32.27, Εφ. Πειρ. 106/1994 ΕΝΔ 22.375, Εφ. Πειρ. 1741/1990, Εφ. Πειρ. 604/1979 ΕΝΔ 7.540, Γ. Θεοχαρίδη: «Η Αδικοπρακτική Ευθύνη του Θαλάσσιου Μεταφορέα» έκδ. 2000, σελ. 128, 129, Εισήγηση Ι. Βρέλλου: «Η ευθύνη προς αποζημίωση στο Ελληνικό και το Διεθνές Ναυτικό Δίκαιο» στον τόμο 4ο Διεθνές Συνέδριο Ναυτικού Δικαίου 6 – 9/6/2001 σελ. 56 – 57).
IV. Επί αγωγής αποζημίωσης του ασφαλιστή των εμπορευμάτων, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου και πληρωμής απ` αυτόν της ζημίας του ασφαλισμένου, με συνέπεια την υποκατάσταση του πρώτου στα δικαιώματα του δεύτερου λόγω της ζημίας, ο νόμιμος κομιστής της φορτωτικής ή ο υποκατασταθείς στα δικαιώματα του ασφαλισμένου ασφαλιστής δικαιούται να στραφεί κατά του θαλάσσιου μεταφορέα καθώς και κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς και να ζητήσει αποζημίωση για την απώλεια ή βλάβη του φορτίου. Για το ορισμένο της αγωγής του ασφαλιστή απαιτείται μόνο να επικαλεστεί στο δικόγραφο της: α) την κατάρτιση των συμβάσεων παραγγελίας και θαλάσσιας μεταφοράς, β) την παράδοση και την απώλεια ή βλάβη του φορτίου με τη συνακόλουθη ζημία και αξία των εμπορευμάτων υπολογιζόμενη με τους τρόπους, που προαναφέρθηκαν και γ) την καταβολή του ασφαλίσματος στον ασφαλισμένο σε εκτέλεση της υφιστάμενης ασφαλιστικής σύμβασης. Ο ειδικός προσδιορισμός της αξίας των απολεσθέντων και βλαβέντων πραγμάτων, δηλαδή η αναφορά μιας από τις προεκτεθείσες αξίες αυτών και όχι υποχρεωτικά της προηγούμενης είναι ουσιώδες και αναγκαίο στοιχείο της ιστορικής βάσης της σχετικής αγωγής αποζημίωσης (ΕφΠειρ 631/2007 ΕΝΑΥΤΔ 2008/26, Εφ. Πειρ. 447/2005 ΕΝΔ 2005.331, Εφ. Πειρ. 142/2003 ΕΕμπΔ 2003.680 Εφ. Πειρ. 160/2003 ΕΝΔ 2003.261).
Με την από 16.6.2022 αγωγή η ενάγουσα εξέθετε ότι δυνάμει της υπ’αριθ. ………….. σύμβασης ασφάλισης που κατήρτισε με τη μη διάδικο, εδρεύουσα στο Βόλο εταιρεία με την επωνυμία «………..», με διάρκεια από 31.12.2020 έως 31.12.2021, ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη των εμπορευμάτων που μεταφέρονταν για λογαριασμό της, στο πλαίσιο των από 29.4.2021, 21.5.2021 και 24.5.2021 συμβάσεων πώλησης που συνήψε η ανωτέρω εταιρεία με την εδρεύουσα στην ….. αγοράστρια εταιρεία με την επωνυμία «………», έναντι παντός κινδύνου κατά τη μεταφορά τους και μέχρι την παραλαβή τους. Οτι μεταξύ της αγοράστριας αλλοδαπής εταιρείας και της εναγόμενης καταρτίστηκε σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε, έναντι αμοιβής, να εξεύρει μεταφορέα και να συνάψει στο όνομά της αλλά για λογαριασμό της αγοράστριας, σύμβαση για τη μεταφορά των αναλυτικά αναφερόμενων στην αγωγή εμπορευμάτων από το λιμάνι του Πειραιά στους λιμένες Σέκου και Ξιαμέν αντίστοιχα της Κίνας. Οτι η εναγόμενη κατήρτισε συμβάσεις μεταφοράς με τις εταιρείες «………….» και «………….», δυνάμει των οποίων οι τελευταίες ανέλαβαν να μεταφέρουν με πλοίο τα ένδικα εμπορεύματα, στοιβαγμένα σε εμπορευματοκιβώτια, στους λιμένες προορισμούς αυτών, εκδίδοντας τις υπ’αριθ. …./10.5.2021 (για την από 29.4.2021 σύμβαση πώλησης), …./29.5.2021 (για την από 21.5.2021 σύμβαση πώλησης) και …….. (για την από 24.5.2021 σύμβαση πώλησης) φορτωτικές θαλάσσιας μεταφοράς στις οποίες αναφέρεται ως αποστολέας – φορτωτής η πωλήτρια εταιρεία και ως παραλήπτρια η αγοράστρια εταιρεία. Οτι τα ένδικα εμπορεύματα παραδόθηκαν στις εγκαταστάσεις της αγοράστριας την 5.7.2021, την 27.7.2021 και την 19.7.2021 αντίστοιχα, όπου κατά την αποσυσκευασία διαπιστώθηκε ότι οι ετικέτες στα περισσότερα μπουκάλια αναψυκτικών (ποσοστό περίπου 80-84%) ήταν μουχλιασμένες και λερωμένες, με συνέπεια να μη δύνανται να διατεθούν στην αγορά. Οτι μετά την παραλαβή των εμπορευματοκιβωτίων και τη διαπίστωση της ζημίας, η πωλήτρια απέστειλε τις από 5.7.2021, 28.7.2021 και 19.7.2021 επιστολές διαμαρτυρίας στην εναγομένη, την οποία καθιστούσε υπεύθυνη για την ανωτέρω περιγραφόμενη ζημία. Οτι κατόπιν μερικής (ως προς τα ζημιωθέντα εμπορεύματα) υπαναχώρησης της αγοράστριας από τη σύμβαση πώλησης, η πωλήτρια εταιρεία εξέδωσε τα αντίστοιχα προς το ύψος της ζημίας πιστωτικά τιμολόγια υπέρ της αγοράστριας. Οτι η ζημία της πωλήτριας ανέρχεται στα ποσά των α) 17.943,95 ευρώ [20.892,73 ευρώ συνήθης τιμολογιακή αξία (ελλείψει χρηματιστηριακής ή τρέχουσας τιμής) εμπορεύματος ιδίου είδους και ποιότητας στον τόπο προορισμού και κατά το χρόνο εκφόρτωσης (22.6.2021) στο λιμένα Σέκου της Κίνας – 2.948,78 ευρώ (αξία μετά τη βλάβη)], β) 17.928,02 ευρώ [20.873,98 ευρώ συνήθης τιμολογιακή αξία (ελλείψει χρηματιστηριακής ή τρέχουσας τιμής) εμπορεύματος ιδίου είδους και ποιότητας στον τόπο προορισμού και κατά το χρόνο εκφόρτωσης (17.7.2021) στο λιμένα Σέκου της Κίνας – 2.945,96 ευρώ (αξία μετά τη βλάβη)] και γ) 18.186,91 ευρώ [21.183,45 ευρώ συνήθης τιμολογιακή αξία (ελλείψει χρηματιστηριακής ή τρέχουσας τιμής) εμπορεύματος ιδίου είδους και ποιότητας στον τόπο προορισμού και κατά το χρόνο εκφόρτωσης (15.7.2021) στο λιμένα Ξιαμέν της Κίνας – 2.996,54 ευρώ (αξία μετά τη βλάβη)]. Οτι λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, η ενάγουσα κατέβαλε στην ασφαλισμένη εταιρεία την 8.9.2021, την 17.9.2021 και την 11.10.2021 αντίστοιχα, τα ανωτέρω ποσά, υποκαθιστάμενη ως εκ τούτου, στα δικαιώματα αυτής εκ του νόμου και σε κάθε περίπτωση δυνάμει ρητού όρου περί εκχώρησης των δικαιωμάτων της ασφαλισμένης από την ανωτέρω αιτία, που περιλήφθηκε στις σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις, αναγγελόμενης της εκχώρησης αυτής με την αγωγή. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε, κατά τις διατάξεις περί εγγυητικής ευθύνης του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, κατόπιν παραδεκτού με τις νομίμως κατατεθείσες, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις της, κατ’άρθρα 223 εδ.β’, 295παρ.1 και 297 ΚΠολΔ, περιορισμού του αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει α) το ποσό των 17.943,95 ευρώ, νομιμότοκα από την 5.7.2021 άλλως από την 8.9.2021 άλλως από την επίδοση της αγωγής, β) το ποσό των 17.928,00 ευρώ, νομιμότοκα από την 27.7.2021, άλλως από την 17.9.2021 άλλως από την επίδοση της αγωγής και γ) το ποσό των 18.186,91 ευρώ, νομιμότοκα από την 19.7.2021 άλλως από την 11.10.2021 άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως καθώς και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεκδικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, την αγωγή και την προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση με τη σωρευμένη παρεμπίπτουσα αγωγή, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι η ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 96 και 97 ΕΚ εγγυητική (del credere) ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς (ιδιότητα με την οποία ενάγεται η εναγόμενη), υφίσταται μόνο έναντι του πελάτη του παραγγελέα, εν προκειμένω έναντι της εδρεύουσας στην Κίνα εταιρείας, αγοράστριας των ένδικων εμπορευμάτων και όχι έναντι της πωλήτριας αυτών, στη θέση της οποίας υποκαταστάθηκε η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, ενώ έκρινε την προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση απορριπτέα ως άνευ αντικειμένου και τη σωρευμένη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή, ασκηθείσα υπό την αίρεση ευδοκίμησης της κύριας αγωγής, απορριπτέα ελλείψει εννόμου συμφέροντος.
Με το προεκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή, για την εκδίκαση της οποίας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε διεθνή δικαιοδοσία (άρθρ. 4παρ.1 και 2, 62παρ.1 και 63 παρ.1 στοιχ.β’ Καν. (ΕΕ) 1215/2012) και η οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 90, 96 και 97 ΕμπΝ, τυγχάνει απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην ανωτέρω υπό στοιχ ΙΙ νομική σκέψη, καθόσον η εγγυητική ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς (άρθρο 91 ΕμπΝ) δεν λειτουργεί υπέρ τρίτων, αλλά γεννάται και υφίσταται αποκλειστικά και μόνο έναντι του αντισυμβαλλομένου του, παραγγελέα στη συγκεκριμένη σύμβαση (Εφ.Θεσ. 1856/2010, δημ. ΝΟΜΟΣ). Η ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς έναντι του αντισυμβαλλομένου του παραγγελέα, η οποία είναι ενδοσυμβατική, ανακύπτει από την παραβίαση της κύριας υποχρέωσής του να επιμεληθεί την καλή εκτέλεση της μεταφοράς από τους θαλάσσιους μεταφορείς που ο ίδιος επέλεξε, ή της παρεπόμενης υποχρέωσής του να φροντίζει για τη διατήρηση των δικαιωμάτων του παραγγελέα από την εκτέλεση της μεταφοράς. Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι εφόσον η ασφαλισμένη της ενάγουσας (πωλήτρια), στα δικαιώματα της οποίας αυτή υπεισήλθε επικαλούμενη τη συνδρομή περίπτωσης ασφαλιστικής υποκατάστασης, είναι τρίτο πρόσωπο προς τη σύμβαση μεταφοράς – παραγγελίας (την οποία είχε συνάψει η εναγόμενη με την αγοράστρια εταιρεία …………….), δεν νομιμοποιείται να αντλήσει δικαιώματα από αυτήν. Αλλωστε η ενάγουσα δεν αναφέρει στην αγωγή τυχόν περιστατικά νόμιμης εκχώρησης των δικαιωμάτων της παραγγελέα εταιρείας προς αυτήν, ώστε να νομιμοποιείται στην έγερση της κρινόμενης αγωγής, η δε αναφορά το πρώτον, στα επικαλούμενα με τις προτάσεις της ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου σχετικά έγγραφα με αριθμούς 7, 16 και 24, περί εκχώρησης, από την αγοράστρια εταιρεία προς την πωλήτρια, των ένδικων απαιτήσεων (βλ. αυτολεξεί παράθεση της επίκλησης του σχετικού εγγράφου: «την επιστολή – δήλωση της αγοράστριας εταιρείας ότι δεν είχε ασφαλίσει το συγκεκριμένο φορτίο και ότι δεν έχει λάβει καμία αποζημίωση γι’αυτό, με αντίστοιχη δήλωση εκχώρησης προς την πωλήτρια εταιρεία ……….. της αξίωσής της για αποζημίωση έναντι παντός υπαιτίου»), δεν δύναται να ληφθεί υπόψη για τη θεμελίωση της νομικής βασιμότητας της αγωγής καθώς συνιστά ανεπίτρεπτη, κατ΄άρθρο 224 εδ. α ΚΠολΔ μεταβολή της ιστορικής βάσης της. Σημειώνεται δε ότι η ενάγουσα δεν επικαλείται τα περιστατικά εκείνα που θα μπορούσαν ενδεχομένως να θεμελιώσουν αποζημιωτική αξίωση της πωλήτριας από αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης ή τυχόν ενοχική αξίωσή της ως νόμιμης κομίστριας της φορτωτικής θαλάσσιας μεταφοράς, δεδομένου ότι στο αγωγικό δικόγραφο ιστορείται ότι στις εκδοθείσες από τις θαλάσσιες μεταφορείς φορτωτικές, αναφέρεται ως φορτώτρια η πωλήτρια, ωστόσο δεν αναφέρεται ότι η τελευταία ήταν νόμιμη κομίστρια των φορτωτικών κατά τον κρίσιμο χρόνο της ζημίας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, απορρίπτοντας την αγωγή ως νομικά αβάσιμη, με την προεκτεθείσα αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται παραδεκτά από το παρόν Δικαστήριο, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της έφεσης της εκκαλούσας – ενάγουσας (υπό στοιχ Β’), ακολούθως δε πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του υπ’ αριθ. …………….. ηλεκτρονικού παραβόλου της έφεσης αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η αρχική παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και αναριθμήθηκε σε παρ. 3 με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015, ισχύοντος από 1.1.2016, και εν συνεχεία τροποποιήθηκε από το άρθρο 35 παρ. 2 Ν. 4446/2016) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, σε βάρος της ηττηθείσας εκκαλούσας (άρθρα 191 παρ. 2, 176 εδ.α’, 183, 189 παρ. 1ΚΠολΔικ), κατόπιν νομίμου αιτήματός της, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Μετά την απόρριψη της (κύριας) υπό στοιχ. Β` έφεσης, παρέλκει η έρευνα της (επικουρικής) υπό στοιχ. Α` έφεσης της νικήσασας εναγόμενης, καθόσον δεν πληρώθηκε η ενδοδιαδικαστική αίρεση της άσκησης αυτής (ΑΠ 693/2020, ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 1131/2012, ΑΠ 1368/2010). Πρέπει, επομένως, αυτή να απορριφθεί ως κατ’ουσίαν αβάσιμη (ΕφΑθ.2673/2025, ΕφΑθ. 1900/2024, δημ. ΝΟΜΟΣ) και να καταδικασθεί η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων, κατόπιν νόμιμου αιτήματος τους (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του υπ’αριθ. ……/2025 ηλεκτρονικού παράβολου, που κατατέθηκε από την εκκαλούσα για την έφεση αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 3.7.2024 (με αριθ.εκθ.καταθ…………/12.7.2024) έφεση και β) την από 6.5.2025 (με αριθ.εκθ.καταθ. ……./8.5.2025) έφεση.
Δέχεται τυπικά την από 3.7.2024 (αριθ. εκθ. καταθ. …………/12.7.2024) έφεση.
Απορρίπτει αυτήν κατ’ ουσίαν.
Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που κατατέθηκε από την εκκαλούσα για την έφεση αυτή, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Δέχεται τυπικά την από 6.5.2025 (αριθ.εκθ.καταθ. …………./8.5.2025) έφεση.
Απορρίπτει αυτήν κατ’ουσίαν.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την εκκαλούσα για την έφεση αυτή, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη των εφεσίβλητων, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους στις 19 Ιουνίου 2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ