ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός 381/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ναυτικό Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….» [ΑΦΜ ………..], η οποία εδρεύει στο …… Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η πληρεξουσία δικηγόρος Ευαγγελία Μηλολιδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: …………… τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Νικόλαος Μακρής.
Ο εφεσίβλητος – εκκαλών, ……….., ήγειρε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, την από 27.12.2023 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……./27.12.2023 αγωγή, σε βάρος της ήδη εκκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία «……………», επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης την 27.9.2024, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αφού ήδη είχε δημοσιευθεί ο Ν. 5134/2024, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, η με αριθμό 62/2024 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη.
Η εν μέρει ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό ως άνω εναγομένη εταιρεία, με την από 7.10.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………./07-10-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………../07-10-2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή της, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Την ίδια απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προσβάλλει και ο εν μέρει ηττηθείς στον πρώτο βαθμό ενάγων, με την από 21.10.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………./22-10-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/22.10.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή του, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Κατά τη συζήτηση των ανωτέρω δικογράφων στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, τα οποία συνεκφωνήθηκαν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος – εφεσιβλήτου – ενάγοντος, αφού έλαβε το λόγο από τη Δικαστή, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώ η πληρεξουσία δικηγόρος της εκκαλούσας – εφεσίβλητης – εναγομένης κατέθεσε εμπροθέσμως τις προτάσεις της και παρέστη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΙΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες αντίθετες α) από 7.10.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……./07-10-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……../07-10-2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση της εκκαλούσας –εναγομένης [Α έφεση] και β) από 21.10.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……../22-10-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/22.10.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση του εκκαλούντος – ενάγοντος [Β έφεση], που στρέφονται κατά της υπ’ αριθμ. 62/29.10.2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί της από 27.12.2023 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………/27.12.2023 αγωγής την οποία ο ενάγων ήγειρε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, με σκοπό τη διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 § 1 εδαφ. α και 591 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ.
ΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του 19 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 5134/2024 και ισχύει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 120 παρ.1 του αυτού Νόμου, από την 16η.9.2024 «Στην αρμοδιότητα των μονομελών εφετείων υπάγονται οι εφέσεις: α) κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους, για τις οποίες δεν είναι αρμόδια τα πολυμελή πρωτοδικεία κατά την παρ. 2 του άρθρου 18 και β) κατά των αποφάσεων του άρθρου 17. Στην αρμοδιότητα των τριμελών εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους.». Κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 18 του ιδίου Κώδικα, όπως ισχύει από 16.9.2024, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 6 του Ν.5134/2024 και πριν την τροποποίησή του με τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 5221/2025 «2. Στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους: α) όταν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς δεν υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, β) της περ. 1) του άρθρου 16, εφόσον το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα δεν υπερβαίνει τα οκτακόσια (800) ευρώ, γ) των περ. 2) έως 13) του άρθρου 16, εφόσον η αξία του αντικειμένου της διαφοράς δεν υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, δ) των περ. 14) έως 24) του άρθρου 16, ανεξάρτητα από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς.». Κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 περ. 3 του ιδίου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του Ν.5134/2024 και ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ. 1 του αυτού νόμου, από τη 16η.9.2024 «Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται πάντοτε:… 3) οι διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία, με αφορμή την εργασία αυτή, ανάμεσα σε εκείνους που εργάζονται από κοινού στον ίδιο εργοδότη.». Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Εισ.ΝΚΠολΔ «1. Όλα τα χρηματικά ποσά που ορίζουν οι διατάξεις του ΚΠολΔ σε δραχμές επιτρέπεται να αυξομειώνονται με διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης. 2. Για την εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 1 λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος … β) που εκδόθηκε η απόφαση, όταν πρόκειται για το επιτρεπτό ένδικου μέσου και την αρμοδιότητα του δικαστηρίου που το δικάζει,…». Κατά τη διάταξη αυτή, επομένως, κρίσιμος χρόνος για το επιτρεπτό του ενδίκου μέσου και την καθ’ ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου που το δικάζει το ένδικο μέσο είναι ο χρόνος έκδοσης, δηλαδή δημοσίευσης, της προσβαλλόμενης απόφασης. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46 του ΚΠολΔ η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου «Αν το δικαστήριο δεν είναι καθ` ύλην ή κατά τόπον αρμόδιο, αποφαίνεται γι` αυτό αυτεπαγγέλτως και προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση. Η παραπεμπτική απόφαση, όταν τελεσιδικήσει, είναι υποχρεωτική, τόσο για την αναρμοδιότητα του δικαστηρίου, που παρέπεμψε, όσο και για την Αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή. Οι συνέπειες που έχει η άσκηση της αγωγής διατηρούνται.». Τέλος, κατά το άρθρο 47 του ιδίου Κώδικα, όπως ισχύει από την 1.1.2026 δυνάμει των άρθρων 7 και 168 παρ. 3 του Ν. 5221/2025 «Απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για τον λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου. Το ίδιο εφαρμόζεται αναλόγως και για την απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο. Απόφαση δικαστηρίου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο, για τον λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην κατά τόπον αρμοδιότητα είτε της έδρας του Πρωτοδικείου είτε της παράλληλης ή περιφερειακής έδρας αυτού.». Και πράγματι, η τελευταία αυτή διάταξη, ως εκ του δικαιολογητικού λόγου της, που έγκειται στην έλλειψη ανάγκης δικαστικής προστασίας στην περίπτωση που η υπόθεση δικάστηκε από δικαστήριο, που είναι μεν αναρμόδιο, αλλά συγκεντρώνει κατά τεκμήριο περισσότερες εγγυήσεις ορθοκρισίας, εφαρμόζεται αναλόγως, πέρα των αναφερομένων ρητώς στο άρθρο 47 ΚΠολΔ, περιπτώσεων και σε κάθε άλλη περίπτωση που η υπόθεση δικάσθηκε από αναρμόδιο μεν καθ` ύλην, πλην όμως ανώτερο δικαστήριο, δεδομένου ότι πρόκειται για αξιολογικώς όμοια, κατά τα ουσιώδη, κατάσταση προς αυτήν που ρητώς ρυθμίζεται (ΑΠ 935/2013, ΑΠ 369/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), πλην όμως δεν επιτρέπεται το δικαστήριο που κρίνει τη διαφορά να παραβεί τους κανόνες της καθ’ ύλην αρμοδιότητας και να δικάσει διαφορά υπαγόμενη σε κατώτερο δικαστήριο, ιδίως όταν προβάλει αντιρρήσεις ο εναγόμενος.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών – εφεσίβλητος …………….., ήγειρε κατά της ήδη εκκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία …………, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, την από 27.12.2023 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……../27.12.2023 αγωγή του με την οποία ισχυρίσθηκε ότι, κατόπιν συμβάσεως ναυτικής εργασίας που κατήρτισε με την εναγομένη εταιρεία, ναυτολογήθηκε την 1.4.2022 με την ειδικότητα του Θαλαμηπόλου και απασχολήθηκε έως την 1.11.2022, στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό – οχηματαγωγό (Ε/Γ – Ο/Γ) πλοίο «Κ», Νηολογίου Πειραιώς, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής των προβλεπομένων αποδοχών (μηνιαίου μισθού και επιδομάτων) από τη Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας (στο εξής ΣΣΝΕ) για τα μέλη των πληρωμάτων των Μεσογειακών και Τουριστικών Επιβατηγών Πλοίων. Ο ίδιος ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι, ενόψει της ανωτέρω συμβάσεως, ναυτολογήθηκε και εργάσθηκε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, με την ανωτέρω ειδικότητα, παρείχε δε τις υπηρεσίες του στο εν λόγω πλοίο, εργαζόμενος επί δέκα έξι (16) ώρες ημερησίως. Με βάση τα περιστατικά αυτά και υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι, απασχολήθηκε χωρίς να λάβει το σύνολο των συμφωνημένων αποδοχών του, που αντιστοιχούσαν στις ώρες υπερωριακής εργασίας του κατά τις καθημερινές ημέρες, τις ημέρες Κυριακής, Σαββάτου και αργιών, καθώς επίσης τη διαφορά αναλογίας Δώρου Πάσχα 2022, διαφορά αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2022, πρόσθετη αμοιβή για δρομολόγια εξπρές, αποζημίωση για 4,00 μη χορηγηθείσες άδειες διανυκτέρευσης, καθώς και το αναλογούν επίδομα ιματισμού, ζήτησε κυρίως μεν λόγω των ενδίκων συμβάσεων εργασίας και επικουρικώς δια των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, να του επιδικαστεί, δι’ αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, το ποσό των ευρώ 17.609,24, νομιμότοκα από την ημέρα που κάθε επιμέρους απαίτησή του κατέστη απαιτητή, άλλως από της τελευταίας αποναυτολογήσεώς του, άλλως άλλως από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής. Ζήτησε, τέλος, να υποχρεωθεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Η αγωγή αυτή, συζητήθηκε την 27.9.2024, αφού μεσολάβησε η δημοσίευση του Ν. 5134/2024, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αντιμωλίαν των διαδίκων και επ’ αυτής εξεδόθη την 29.10.2024 η ήδη εκκαλουμένη με αριθμό 62/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της και υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα – εφεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη εκκαλών – εφεσίβλητο το ποσό των ευρώ 7.675,64, πλέον δικαστικών εξόδων εξ ποσού ευρώ 344,00. Ωστόσο, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, η κρινόμενη υπόθεση αφορά σε διαφορές από παροχή εξαρτημένης ναυτικής εργασίας ανάμεσα στον εργαζόμενο (ενάγοντα) και στον εργοδότη του (εναγόμενη) [άρθρο 51 παρ. 3 Α του Ν. 2172/1993], η αξία του αντικειμένου της διαφοράς (με βάση το αγωγικό αίτημα εκ ποσού 17.609,24 ευρώ) δεν υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και η εκκαλουμένη απόφαση εξεδόθη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την 29-10-2024, ήτοι μετά την 16-9-2024, οι ένδικες εφέσεις αναρμοδίως εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, ήταν καθ’ ύλην αναρμόδιο για την εκδίκασή τους, όπως προκύπτει από τη συνδυαστική εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του ΚΠολΔ, που αναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την αντικατάστασή τους με τον Ν. 5134/2024 και ισχύουν από την 16-9-2024. Συνακόλουθα, οι ένδικες εφέσεις, όπως σχετικά επισημάνθηκε κατά τη συζήτηση αυτών ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από τον εκκαλούντα – εφεσίβλητο – ενάγοντα, έπρεπε να εισαχθούν προς συζήτηση ενώπιον του αρμοδίου καθ’ ύλην Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών). Πρέπει, επομένως, κατόπιν και σχετικού αιτήματος του εκκαλούντος – εφεσιβλήτου – ενάγοντος που υπεβλήθη κατά τη συζήτηση των ενδίκων εφέσεων, να κηρυχθεί το Δικαστήριο τούτο καθ’ ύλην αναρμόδιο να δικάσει τις κρινόμενες εφέσεις και να παραπέμψει την υπόθεση προς εκδίκαση στο καθ’ ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), σύμφωνα με το άρθρο 46 ΚΠολΔ. Τα δικαστικά έξοδα, εν τούτοις, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους, καθότι ήταν ιδιαίτερα δυσχερής η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179 εδ. α, 191 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ, αντιμωλία των διαδίκων, την από 7.10.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …./07-10-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/07-10-2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση της εκκαλούσας –εναγομένης και την από 21.10.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …../22-10-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………./22.10.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση του εκκαλούντος – ενάγοντος.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ εαυτό καθ’ ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση των ενδίκων εφέσεων.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ τις ένδικες εφέσεις προς εκδίκαση στο καθ’ ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών).
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους την 26.5.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ