ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός 383/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ναυτικό Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ – ΑΣΚΟΥΝΤΩΝ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΦΕΣΗΣ: 1) …….., 2) ……… 3) ………. και 4) …………… τους οποίους εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Αλέξανδρος Σταυριανός.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ – ΚΑΘΩΝ ΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ: 1) Της εταιρείας με την επωνυμία «………….», στερούμενης ελληνικού ΑΦΜ, η οποία εδρεύει στη ……. Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Νικόλαος Κουντούρης [ΔΕ ΜΙΚΕΣ Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ], με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, 2) …………, ατομικά και υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρείας με την επωνυμία «…………..», ο οποίος κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ήταν απών και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3) της εταιρείας με την επωνυμία «…………….» στερούμενης ελληνικού ΑΦΜ, η οποία εδρεύει στη ……. Λιβερίας, έχει νόμιμα εγκατεστημένο γραφείο στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Νικόλαος Κουντούρης [ΔΕ ΜΙΚΕΣ Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ], με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Οι εκκαλούντες – ασκούντες προσθέτους λόγους έφεσης, ήγειραν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά των ήδη εφεσιβλήτων και του …………., ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου της τρίτης των ήδη εφεσιβλήτων εταιρείας, την από 5.10.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………../5.10.2021 αγωγή, επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης την 12.4.2022, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, η με αριθμό 3211/2022 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αγωγής καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος του ήδη δευτέρου των εφεσιβλήτων …………. και απέρριψε κατά τα λοιπά την ως άνω αγωγή.
Οι εν όλω ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό και ήδη εκκαλούντες, με την από 25.10.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………./25-10-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/25-10-2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή τους, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση αρχικά για τη δικάσιμο της 18.9.2025 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, καθώς επίσης και με τους από 19.1.2026 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………/19.1.2025 προσθέτους λόγους, προσβάλλουν την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Κατά τη συζήτηση των ανωτέρω δικογράφων στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, τα οποία συνεκφωνήθηκαν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο δεύτερος των εφεσιβλήτων – καθού οι πρόσθετοι λόγοι …………….., ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης και τρίτης των εφεσιβλήτων – καθών οι πρόσθετοι λόγοι παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου και ανέπτυξε τις απόψεις του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων – ασκούντων προσθέτους λόγους αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΙΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι]. Από το συνδυασμό των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 513 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες «Έφεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στον πρώτο βαθμό: α) εκείνων που παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας, β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την Ανταγωγή. Κατά των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ερήμην έφεση επιτρέπεται από τη δημοσίευσή τους. Αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη» και των διατάξεων των άρθρων 308, 309, 321 και 539 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που προσβάλλεται με έφεση, είναι εκείνη που περατώνει τη δίκη με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής και απεκδύει τον Δικαστή της περαιτέρω εξουσίας του σχετικά με το αγωγικό αίτημα. Το αποτέλεσμα αυτό διατυπώνεται με σχετική διάταξη στο διατακτικό, το οποίο αποτελεί την ουσία της αποφάσεως και περιέχει τη θέληση και διαταγή του Δικαστηρίου ή και στο σκεπτικό, αλλά ρητώς και σαφώς (ΑΠ 709/2018 στην ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 203/1979 Δίκη 10, 334, ΕφΔωδ 63/2006, ΕφΠατρ 616/2006 ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΚερκ 22/2016, ΕφΑΔ 2016, σελ. 864). Αντίθετα, η απόφαση που κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι οριστική, γι` αυτό και δεν υπόκειται σε έφεση. Δεν έχει σημασία αν νόμιμα ή όχι κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, καθ` όσον εάν δεν συνέτρεχε λόγος απαραδέκτου της συζήτησης, η απόφαση ως μη οριστική υπόκειται σε ανάκληση από το ίδιο Δικαστήριο (βλ. ΜονΕφΑθ 2866/2016 στην ΤΝΠ Νόμος,ΕφΑθ 6264/2007 στην ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, κατά το άρθρο 532 του ιδίου Κώδικα, αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, στις οποίες περιλαμβάνεται και το εκκλητό της εκκαλούμενης απόφασης, το Δικαστήριο απορρίπτει αυτήν και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 156/2013, 382/2005, 7/2003,ΕφΔωδ 69/2015 στην ΤΝΠ Νόμος, Σ. Σαμουήλ, ό.π., παρ. 217, σελ. 91).
Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου προς συζήτηση μετ’ αναβολή από το πινάκιο από την αρχική δικάσιμο της 18.9.2025, η από 25.10.2024 (κατατεθείσα στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά με αριθμό ………/25.10.2024 και για προσδιορισμό στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιά με αριθμό …………/25.10.2024) έφεση των ήδη εκκαλούντων κατά των εφεσιβλήτων, καθώς και οι από 19.1.2026 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …………/19.1.2025 πρόσθετοι επ’ αυτής (εφέσεως) λόγοι, προς εξαφάνιση της με αριθμό 3211/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε επί της από 5.10.2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………../5.10.2021 αγωγής, ερήμην του ήδη δευτέρου των εφεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3, 621 ΚΠολΔ και 82 ΚΙΝΔ), με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο εφεσίβλητο …………….. διότι δεν απεδείχθη κλήτευση αυτού και απορρίφθηκε εν μέρει ως μη νόμιμη και κατά τα λοιπά ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη ως προς τις πρώτη και τρίτη των εναγομένων και ήδη πρώτη και τρίτη των εφεσιβλήτων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, για το παραδεκτό της οποίας, μολονότι ασκήθηκε μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της § 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω Νόμο, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής. Η ένδικη έφεση, καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της πρώτης και τρίτης των ήδη εφεσιβλήτων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών από της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως η οποία έλαβε χώρα την 12.07.2024, ενόψει του ότι η ένδικη έφεση κατετέθη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 6-8-2024. Παραδεκτώς δε ηγέρθησαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι, αφού το δικόγραφο αυτών κατετέθη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την 19.1.2026 [σχετικά με αριθμό ……………/19.1.2026 έκθεση κατάθεσης δικογράφου προσθέτων λόγων του Γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου] και αντίγραφο αυτών επεδόθη στην πρώτη και τρίτη των εφεσιβλήτων αυθημερόν [την 19.1.2026], όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες με αριθμό … και ….. από 19.1.2026 εκθέσεων επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών . ………., ήτοι σε διάστημα πέραν των οκτώ ημερών προ της συζήτησης της ένδικης έφεσης [άρθρο 591 παρ.1 περ. ζ ΚΠολΔικ]. Αφού δε αρμοδίως φέρονται τόσο η ένδικη έφεση όσο και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπο και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή τους (άρθρο 19 του ΚΠολΔ και 51 παρ.6 στοιχ. α΄ του N.2172/1993), πρέπει η ένδικη έφεση και οι επ’ αυτής πρόσθετοι λόγοι, καθό μέρος ηγέρθησαν σε βάρος της πρώτης και τρίτης των εφεσιβλήτων, να γίνουν τυπικά δεκτοί και, αφού ενωθούν και συνεκδικαστούν, με σκοπό τη διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 § 1 εδαφ. α και 591 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ, πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω, κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία, για να ελεγχθεί το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ. Εν τούτοις, η εκκαλούμενη απόφαση που εκδόθηκε επί της ως άνω αγωγής όσον αφορά στον δεύτερο των ήδη εφεσιβλήτων – καθών οι πρόσθετοι λόγοι, δεν είναι οριστική και δεν υπόκειται σε έφεση καθ` όσον δεν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αγωγή, αλλά κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής (της αγωγής). Κατ’ ακολουθίαν τούτων και σύμφωνα, με την προηγηθείσα νομική σκέψη, πρέπει να απορριφθούν από το παρόν αρμόδιο (κατ’ άρθρο 19 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 51 παρ.6 στοιχ.α’ του ν. 2172/1993) Δικαστήριο, δικάζον κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, η υπό κρίση έφεση και οι επ’ αυτής πρόσθετοι λόγοι ως απαράδεκτοι καθό μέρος ηγέρθησαν σε βάρος του δευτέρου των εφεσιβλήτων ……………, καθόσον ελλείπει μία από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτών ως προς τον εν λόγω (δεύτερο) εφεσίβλητο και δη το εκκλητό της εκκαλουμένης απόφασης, (βλ. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ,τόμ. Γ σελ. 363), καθώς η έφεση και οι επ΄ αυτής πρόσθετοι λόγοι όσον αφορά στον δεύτερο των εφεσιβλήτων, στρέφεται κατά πρωτόδικης κρίσης που δεν είναι οριστική, αφού το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της αγωγής με την παραδοχή ή την απόρριψη των προβαλλόμενων αξιώσεων των εναγόντων κατά του εν λόγω δευτέρου εφεσιβλήτου και δεν απεκδύθηκε από κάθε σχετική με την υπόθεση αυτή εξουσία, με συνέπεια η εκκαλουμένη απόφαση όσον αφορά στον ήδη δεύτερο εφεσίβλητο ……………… να μην υπόκειται σε έφεση. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν περιλαμβάνεται αφού ο δεύτερος εφεσίβλητος – καθού οι πρόσθετοι λόγοι δεν παρέστη κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου διαδικασία και δεν υπεβλήθη σε έξοδα.
[ΙΙ]. Οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους και κατά τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου αυτής, ισχυρίσθηκαν ότι, δυνάμει της από 20.12.2015 σύμβασης ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου που κατήρτισε ο ……….., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου των εναγόντων, στον Πειραιά με την πρώτη των εναγομένων [σελ. 3], αλλοδαπή και δη εδρεύουσα στη ….. Λιβερίας, εταιρεία με την επωνυμία «…………….», πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία (σελ. 4) φορτηγού πλοίου ΑΒ, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας τυγχάνει ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργούσας για λογαριασμό της αλλά και για λογαριασμό της τρίτης εναγομένης, αλλοδαπής και δη εδρεύουσας στις …….. και διατηρούσας νόμιμα εγκατεστημένο γραφείο στην Ελλάδα κατά τις διατάξεις του Α.Ν. 89/1967 και 378/1968 εταιρείας με την επωνυμία …………., διαχειρίστριας του ανωτέρω πλοίου, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο τέταρτος εναγόμενος, αυτός [………..], προσλήφθηκε με την ειδικότητα του Πλοιάρχου, αντί συμφωνημένης μηνιαίας αμοιβής εκ ποσού ευρώ 10.500 και ναυτολογήθηκε στο εν λόγω πλοίο την επομένη ημέρα (21.12.2015) στο λιμάνι της Damietta. Ότι στο πλοίο αυτό εργάσθηκε έως την 7.1.2016, οπότε απεβίωσε λόγω ανακοπής της καρδιάς του, στο λιμάνι Port Kamsar της Γουινέα. Ότι προ του θανάτου του ο ανωτέρω συγγενής τους ήταν απόλυτα υγιής και ξεκούραστος, αφού είχε μεσολαβήσει αρκετό χρονικό διάστημα από την προηγούμενη αποναυτολόγησή του, ουδέποτε δε είχε διαγνωστεί με πρόβλημα παρόμοιο με την αιτία θανάτου του, ουδέποτε είχε νοσηλευθεί αλλά έχαιρε άκρας υγείας και μάλιστα προ της ναυτολόγησής του είχε εξετασθεί από ιατρό υποβληθείς και σε τεστ κοπώσεως και είχε κριθεί ικανός να υπηρετήσει στο ανωτέρω πλοίο. Ότι με την έναρξη της εργασίας του στο ως άνω πλοίο, δοθέντος ότι η κατάσταση επ’ αυτού ήταν ανοργάνωτη αφού ο προηγούμενος Πλοίαρχος δεν είχε φροντίσει για την κατάρτιση των καταστάσεων μισθοδοσίας του πληρώματος αυτού με αποτέλεσμα τα μέλη του πληρώματος αυτού να είναι απλήρωτα κατά τους τελευταίους 2,5 μήνες, ο ανωτέρω ήδη αποβιώσας συγγενής των εναγόντων κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στο πλοίο αυτό εκτελούσε επιπλέον των αρμοδιοτήτων του εργασίες και συγκεκριμένα, κατά την έναρξη της εργασίας του, ανέλαβε τη διευθέτηση της μισθοδοσίας του πληρώματος, εργαζόμενος επί πολλές ώρες και υπό συνθήκες ασυνήθιστης ψυχολογικής πίεσης, έκδηλης αγωνίας, με το φόβο στάσης των μελών του πληρώματος, ενώ οι σχέσεις του με την τρίτη εναγομένη διαχειρίστριας του εν λόγω πλοίου δεν ήταν καλές. Ότι οι ανωτέρω συνθήκες εργασίας του, οι οποίες αποτελούσαν ασυνήθιστους όρους και δυσμενείς συνθήκες εργασίας, προκάλεσαν άγχος στον ήδη ως άνω αποβιώσαντα συγγενή των εναγόντων, λειτούργησαν επιβαρυντικά στη λειτουργία του μυοκαρδίου του και απετέλεσαν καταλυτικό παράγοντα για την πρόκληση του θανάτου του. Επικαλούμενοι περαιτέρω ότι, οι εναγόμενες εργοδότριες εταιρείες, συνεπεία των ανωτέρω συνθηκών εργασία του ήδη θανόντος συγγενή τους, παραβίασαν τις διατάξεις των άρθρων 662 ΑΚ, αλλά και τα γενικά μέτρα ασφάλειας που καθορίζονται με τις διατάξεις του Ν. 1568/1985, του ΠΔ 17/1996 και ιδίως τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ.1 και 5 του εν λόγω ΠΔ, καθώς επίσης ότι η πρώτη και τέταρτος εξ αυτών (εναγόντων) τυγχάνουν ανίκανοι προς εργασία, άπαντες δε διατρέφονταν προ του θανάτου του από τον ήδη αποβιώσαντα σύζυγο της πρώτης και πατέρα των λοιπών εναγόντων, ο οποίος ήταν εκ του νόμου υπόχρεος για τη διατροφή τους και μετά πιθανότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα συνέχιζε να εργάζεται επί πέντε ακόμη έτη και θα διέτρεφε άπαντες τους ενάγοντες και δη την πρώτη εξ αυτών σύζυγό του και τους δεύτερος, τρίτο και τέταρτο εξ αυτών ενήλικα τέκνα του, εκ των οποίων ο τέταρτος ήταν ανίκανος προς εργασία (σχετικά σελ. 27), εζήτησαν, δι’ αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, να υποχρεωθούν οι δεύτερη και τέταρτη των εναγομένων εταιρείες, να καταβάλουν εις έναν έκαστον εξ αυτών το ποσό των ευρώ 157.500 για απώλεια διατροφής και δη το ποσό των ευρώ 2.625 επί εξήντα μήνες από του θανάτου του, καθώς επίσης το ποσό των ευρώ 200.000 εις έκαστον ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του συζύγου και πατρός τους. Τέλος, εζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού έκρινε ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς και ότι εφαρμοστέο τυγχάνει το ελληνικό δίκαιο, περαιτέρω, έκρινε νόμιμη την ένδικη αγωγή, καθό μέρος υπό των εναγόντων ζητείται χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του ανωτέρω συγγενούς του και δη ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 346, 480, 914, 922, 932 ΑΚ 90, 908, 176, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, άρθρο 1 του Ν. 762/1978 και άρθρα 1, 2, 3, 6 και 16 του ΑΝ 551/1915, μη νόμιμη εν τούτοις και ως τέτοια απέρριψε αυτή καθό μέρος οι ενάγοντες ζητούσαν την επιδίκαση του ποσού των ευρώ 157.500 εις έναν έκαστο των εναγόντων λόγω αποστέρησης διατροφής, ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την ένδικη αγωγή, καθόσον κατά το αποδεικτικό της πόρισμα δεν απεδείχθη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων και οργάνων των πρώτης και τρίτης των εναγομένων εταιρειών. Τέλος καταδίκασε τους ενάγοντες στην καταβολη της δικαστικής δαπάνης των πρώτης και τρίτης των εναγομένων, το ύψος της οποίας όρισε στο ποσό των δέκα χιλιάδων [10.000] ευρώ. Ήδη, με την ένδικη έφεσή τους οι ενάγοντες, πλήττουν την εκκαλουμένη απόφαση, ως έχοντες προς τούτο έννομο συμφέρον ως ολικά ηττηθέντες, όπως προκύπτει από το διατακτικό της εκκαλουμένης αποφάσεως, πλήττοντας την εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Με τους πρόσθετους λόγους έφεσης, η εκκαλουμένη απόφαση πλήττεται ομοίως για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων με τους δεύτερο και τρίτο προσθέτους λόγους με τους οποίους επιπλέον πλήττεται για μη λήψη υπόψη της από 18.4.2022 έκθεσης του ………….. (δεύτερος πρόσθετος λόγος) καθώς επίσης και ουσιωδών αγωγικών ισχυρισμών (τρίτος πρόσθετος λόγος), και τέλος για εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 96 και 104 ΚΠολΔ, καθό μέρος δεν ελήφθησαν υπόψη υπό της εκκαλουμένης απόφασης οι προσκομισθείσες από τους ενάγοντες με αριθμό 443 και 444 από 11.4.2022 ένορκες βεβαιώσεις εκ του λόγου ότι ελήφθησαν χωρίς νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων τους, αφού η επίδοση αυτής έγινε προς τον Δικηγόρο των αντιδίκων τους, προ του διορισμού του (πρώτος πρόσθετος λόγος). Ζητούν δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την αποδοχή της ένδικης αγωγής. Με την ένδικη έφεση, δεν πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος απερρίφθη ως μη νόμιμη η ένδικη αγωγή.
[ΙΙΙ] Κατά το άρθρο 1 του Ν. 551/1915 “περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων”, όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α` του ΕισΝΑ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας (περιλαμβανομένου και του θανάτου), η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δεν θα συνέβαινε, αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες παροχή της εργασίας (ΟλΑΠ 1287/1986). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ως άνω Ν. 551/1915, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού δικαιούμενα πρόσωπα για τις αξιώσεις τους που αφορούν εργατικό ατύχημα, δικαιούνται να ασκήσουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον προαναφερόμενο νόμο και εφαρμόζονται για αυτή μόνον οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, ο εργαζόμενος που υπέστη βλάβη της υγείας του σε ατύχημα που επήλθε κατά την παροχή της εργασίας του ή εξ’ αφορμής αυτής και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν αυτός ήταν ή όχι ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α. αρκεί, να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων (άρθρ. 922 ΑΚ), με την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας και παράνομης πράξης ή παράλειψης συνεπεία της οποίας επήλθε αιτιωδώς η ζημία, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του Ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 18/2008). Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 914 του ΑΚ συνάγεται ότι η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Ακόμη, πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί, στην εν λόγω περίπτωση, και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς, οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν τους όρους υγιεινής και ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ. Τέτοια γενικά μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες καθορίζονται : α) με το άρθρο 32 στοιχ. Α’ παρ. 1 του Ν. 1568/1985, κατά το οποίο “ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και ο τρίτοι που παραβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα”, β) το άρθρο 7 παρ. 1, 5 και 6 του Π.Δ. 17/1996, με το οποίο θεσπίστηκαν μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ, κατά το οποίο “ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων” (παρ. 1), “στα πλαίσια των ευθυνών του, ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων” (παρ. 5) και “ο εργοδότης υποχρεούται να φροντίζει ώστε να προσαρμόζονται τα μέτρα της προηγουμένης παραγράφου ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφισταμένων καταστάσεων, να εφαρμόζει τις υποδείξεις των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και γενικά να διευκολύνει το έργο τους μέσα στην επιχείρηση κατά τους ελέγχους, να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, να γνωστοποιεί στους εργαζόμενους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους, να καταρτίζει πρόγραμμα προληπτικής δράσης και βελτίωσης των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση, να εξασφαλίζει τη συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων, να ενθαρρύνει και διευκολύνει την επιμόρφωση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 1568/85 και τα άρθρα 6 και 12 του παρόντος διατάγματος” (παρ. 6) [ΑΠ 617/2022 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου].
[IV] Οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ήδη από τα άρθρα 421 – 424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν, αρχικώς με το ν. 4335/2015 και στη συνέχεια με το Ν. 4842/2021, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη. Η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός της, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας αυτόν και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται. Με τις διατάξεις των άρθρων 422 και 424 του Κ.Πολ.Δ, τα οποία (άρθρα) εισήχθησαν με την παράγραφο 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, η ισχύς τους αρχίζει από την 01.01.2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, ορίζονται τα ακόλουθα: “1. Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2. Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ένορκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση” (άρθρο 422) και “Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων”(άρθρο 424). Επομένως, μετά την ισχύ των άρθρων 422 και 424 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά προστέθηκαν με τον ν. 4335/2015 (από την 01.01.2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν ο διάδικος, που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαιώσεως, επιδώσει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ` ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη. Επακολούθησε ο Ν. 4842/2021, ο οποίος, κατά την διάταξή του άρθρου 120 εδ. 2 αυτού, άρχισε να ισχύει για τις κατωτέρω τροποποιήσεις από 1/1/2022 και ο οποίος τροποποίησε τα ανωτέρω άρθρα, ειδικότερα δε με το άρθρο 22 τροποποίησε το άρθρο 422 ΚΠολΔ και μείωσε τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που μπορούν να προσκομίσουν οι διάδικοι, και με το άρθρο 23 τροποποίησε το άρθρο 424 ΚΠολΔ ως ακολούθως: ” Ένορκη βεβαίωση σε δίκη για την οποία δίδεται δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όταν: α) δεν έχει γίνει εμπρόθεσμη κλήση του αντιδίκου, β) δίδεται ενώπιον άλλου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 421 όργανα ή σε διαφορετικό τόπο, ημέρα και ώρα από αυτήν που αναφέρεται στην κλήση, γ) η κλήση δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα, την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα που θα δοθεί, και δ) όταν παραβιάζεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 421. Ένορκη βεβαίωση κατά παράβαση των λοιπών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν συντρέχει δικονομική βλάβη του αντιδίκου [ΑΠ 878/2025 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 142 παρ. 1 και 4 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αντίκλητος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίζει ο διάδικος για την παραλαβή αντ` αυτού δικαστικών ή εξωδίκων εγγράφων, που του απευθύνονται και αφορούν μια ή περισσότερες ή όλες τις υποθέσεις του, μπορεί να διοριστεί α) είτε με δήλωση ενώπιον της γραμματείας του πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος, β) είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει την επίδοση όλων των διαδικαστικών πράξεων, που έχουν σχέση με τη σύμβαση και γ) είτε με το διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου, κατ` άρθρο 96 ΚΠολΔ, οπότε αυτός είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος του διαδίκου για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 1287/2022). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ` αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού, κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 ΚΠολΔ (ΑΠ 741/2023, ΑΠ 1287/2022, ΑΠ 1305/2020). Επομένως, ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του. (ΑΠ 878/2025 ο.π.).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της ένδικης έφεσης αποδίδεται πλημμέλεια στην εκκαλουμένη απόφαση, διότι, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη επιτρεπτό από το νόμο αποδεικτικό μέσο, και ειδικότερα τις υπ` αριθμόν … και …. από 11.4.2022 ένορκες βεβαιώσεις των ……….. και ………….., οι οποίες ελήφθησαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς και προσκομίστηκαν από τους ενάγοντες, καθόσον, δεν ελήφθησαν κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεων των πρώτης και τρίτης εναγομένων εταιρειών. Όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη από τους εκκαλούντες – ενάγοντες με αριθμό …… από 6.4.2022 και ώρα 17.30 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, ………, με επιμέλειά τους επιδόθηκε στον …………, Δικηγόρο Αθηνών, ως πληρεξούσιο Δικηγόρο και νόμιμο αντίκλητο της πρώτης και τρίτης των εναγομένων εταιρειών, κλήση για να παραστεί κατά τη λήψη ένορκων βεβαιώσεων των ως μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς την 11.4.2022. Οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις ελήφθησαν πράγματι την 11.4.2022 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, χωρίς εν τούτοις από το περιεχόμενο αυτών να αποδεικνύεται ότι κατά τη λήψη τους παραστάθηκαν οι ως άνω πρώτη και τρίτη των εναγομένων εταιρειών. Η επίδοση όμως της από 5.4.2022 κλήσης των εναγόντων στον πληρεξούσιο δικηγόρο των πρώτης και τρίτης των εναγομένων της ένδικης αγωγής, για να παρασταθούν κατά τη λήψη των ένορκων βεβαιώσεων των μαρτύρων της αντιδίκου τους προς απόδειξη της αγωγής της τελευταίας, δεν ήταν νόμιμη. Τούτο διότι, ο ως άνω δικηγόρος δεν είχε καταστεί αντίκλητος αυτών (πρώτης και τρίτης των εναγομένων), κατά το χρόνο της κλήσης, για τις επιδόσεις που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή και ως εκ τούτου, δεν ήταν δεκτικός παραλαβής της κλήσης των εναγόντων σ` αυτήν, για να παραστεί κατά τη λήψη ένορκης βεβαίωσης προς απόδειξη της αγωγής. Πράγματι, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα ως σχετικά 30α και 30β από τις εναγόμενες έγγραφα πληρεξούσια, ο ως άνω Δικηγόρος διορίσθηκε πληρεξούσιος των πρώτης και τρίτης των εναγομένων εταιρειών δια ιδιωτικού εγγράφου, θεωρημένου από δημόσια αρχή και δη Δικηγόρο, την 7.4.2022 ήτοι την επομένη ημέρα επιδόσεως της ως άνω κλήσεως. Η ακυρότητα αυτή δεν θεραπεύεται με την παράσταση του δικηγόρου αυτού ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά τη δικάσιμο της 12ης.4.2022, οπότε συζητήθηκε η ένδικη αγωγή ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διότι η παράστασή του αυτή συνιστά εκ των υστέρων έγκριση μόνον των διαδικαστικών πράξεων εκείνου που ενήργησε ως δικαστικός πληρεξούσιος των πρώτης και τρίτης των εναγομένων, χωρίς να έχει διορισθεί νομότυπα και όχι πράξεις οι οποίες έγιναν με παραγγελία του αντιδίκου προς τον μη νομότυπα διορισμένο πληρεξούσιο, ως αντίκλητο (ΑΠ 991/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για τον ίδιο λόγο, σε αντίθετη κρίση το Δικαστήριο δεν δύναται να αχθεί και να θεωρήσει νόμιμη και παραδεκτή την κλήτευση της πρώτης και τρίτης των εναγομένων για τη λήψη των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων, ούτε εκ του γεγονότος ότι ο εν λόγω πληρεξούσιος δικηγόρος των πρώτης και τρίτης των εναγομένων την ίδια ημέρα, ήτοι την 6.4.2022, και μάλιστα προγενέστερα της προς αυτόν κοινοποίησης της κλήσης των εναγόντων προς εξέταση μαρτύρων, κοινοποίησε στον υπογράφοντα την ένδικη αγωγή πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων ……. κλήση με την οποία του γνωστοποιούσε ότι θα εξετάσει μάρτυρες για λογαριασμό της πρώτης και τρίτης των εναγομένων, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη με αριθμό ….. από 6.4.2022 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς …… Ενόψει αυτών το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μη λαμβάνοντας υπόψη του, τις ως άνω προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες ένορκες βεβαιώσεις, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως αβασίμως διατείνονται οι εκκαλούντες με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής τους, o οποίος σημειωτέον αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον ανεξαρτήτως της βασιμότητάς του, δεν άγει στην εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης.
[V] Από την περιεχομένη στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης της εκκαλουμένης απόφασης ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος με επιμέλεια των εναγόντων μάρτυρος ……………, τις περιεχόμενες στις με αριθμό …. και ….. από 11.4.2022, ληφθείσες με επιμέλεια των εναγομένων εταιρειών, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 422 παρ.1 του ΚΠολΔ, κλήσεως των εναγόντων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς ένορκες βεβαιώσεις των ………………. και …………….. [σχετικά με αριθμό ……./6.4.2022 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, …..] και των εγγράφων που προσκομίζονται μετ΄ επικλήσεως από τους διαδίκους, μεταξύ των οποίων και το προσκομιζόμενο ως σχετικό 14α από τους ενάγοντες έγγραφο το οποίο έχει συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα την οποία το Δικαστήριο κατανοεί και προσκομίζεται χωρίς να συνοδεύεται από την κατ’ άρθρο 454 ΚΠολΔ επίσημη μετάφραση, θα ληφθεί δε υπόψη για την διαμόρφωση τού αποδεικτικού πορίσματος συμπληρωματικά, ως αποδεικτικό μέσο που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εκτιμώμενα ελεύθερα [ΑΠ 124/2023 Ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου], απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων, μεταξύ των οποίων και αντίγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας για το ένδικο συμβάν, πλην των περιεχομένων στις με αριθμό … και …… από 11.4.2022 ένορκες βεβαιώσεις, των εξετασθέντων με επιμέλεια των εναγόντων ……………….. και …………….., οι οποίες δεν λαμβάνονται υπόψη ως ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, διότι ελήφθησαν χωρίς νόμιμη και εμπρόθεσμη κατά τις διατάξεις του άρθρου 422 ΚΠολΔ κλήτευση των εναγομένων, ως ειδικότερα αναλύεται ανωτέρω υπό στοιχείο [ΙΙΙ], απεδείχθησαν τα ακόλουθα: Ο ……………, γεννηθείς την 9.5.1955, σύζυγος της πρώτης των εναγόντων και πατέρας των λοιπών εναγόντων, Έλληνας απογεγραμμένος ναυτικός, κάτοχος του με αριθμό …. ναυτικού φυλλαδίου, δυνάμει της από 20.12.2015 έγγραφης, προσκομιζόμενης από τους ενάγοντες ως σχετικό 6, σύμβασης ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου που κατήρτισε στον Πειραιά με την πρώτη εναγομένη, αλλοδαπή και δη εδρεύουσα στη ………. Λιβερίας, εταιρεία με την επωνυμία «……………», πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική τότε σημαία φορτηγού πλοίου ΑΒ, προσλήφθηκε και ναυτολογήθηκε την επομένη ημέρα, ήτοι την 21.12.2015 και τοπική ώρα 08.03, στο λιμάνι Diametta της Αιγύπτου, στο ως άνω πλοίο, με την ειδικότητα του Πλοιάρχου, για διάστημα τριών μηνών. Αφού ο προηγούμενος Πλοίαρχος ……….., παρέδωσε την πλοιαρχία του πλοίου στον ………. την 22.12.2015 και ώρα 12.00, το πλοίο απέπλευσε αυθημερόν από το ως άνω λιμάνι, άφορτο, με προορισμό τον λιμάνι Port Kamsar της Γουινέα και με ενδιάμεσο λιμάνι προσέγγισης το λιμάνι του Πειραιά, όπου κατέπλευσε την 24.12.2015, του προηγουμένου Πλοιάρχου του εν λόγω πλοίου αποβιβασθέντος στο εν λόγω λιμάνι την 25.12.2015. Την 6.1.2016 και τοπική ώρα 11.36 πρωινή, το εν λόγω πλοίο κατέπλευσε στο εσωτερικό αγκυροβόλιο του λιμένα Port Kamsar της Γουινέα και την επομένη ημέρα (7.1.2016) και τοπική ώρα 06.54, εκκίνησε η διαδικασία φόρτωσής του, στον προβλήτα του ανωτέρω λιμένα. Όπως δε κατέθεσε ο ……………, Υποπλοίαρχος του εν λόγω πλοίου, στην από 20.1.2016 έγγραφη αναφορά – κατάθεσή του, η οποία ελήφθη από τον Πλοίαρχο ………., παρουσία μάρτυρος και δη του Α Μηχανικού του ως άνω πλοίου, ….., η κατάθεση του οποίου κρίνεται πειστική, αφού κανένα συμφέρον από την έκβαση της παρούσας δίκης δεν έχει, επρόκειτο για μια συνηθισμένη φόρτωση μεταλλεύματος, η οποία έβαινε σύμφωνα με το πρόγραμμα που ο ίδιος είχε καταρτίσει, δίχως προβλήματα. Περί ώρα 11.07 της ίδιας ημέρας (7.1.2016), ενώ η διαδικασία της φόρτωσης του ως άνω πλοίου έβαινε σύμφωνα με το πρόγραμμα και ο Πλοίαρχος του εν λόγω πλοίου, ….., ευρίσκονταν σε δωμάτιο του ως άνω προβλήτα της εγκατάστασης φόρτωσης, όπου είχε μεταβεί, κατ’ απαίτηση αξιωματικών ελέγχου του Κράτους του ως άνω λιμένα, παρουσία του Α Μηχανικού του πλοίου, ….., αυτός (…………..) απώλεσε τις αισθήσεις του. Ο Α Μηχανικός του πλοίου αρχικά επεχείρησε να συνεφέρει αυτόν, καλώντας μάλιστα σε βοήθεια και μέλη του πληρώματος του πλοίου. Καθώς οι προσπάθειες του Α Μηχανικού του πλοίου να συνεφέρει τον Πλοίαρχο απέβησαν άκαρπες, άμεσα, με αυτοκίνητο που του διέθεσε ο ανωτέρω τερματικός σταθμός και με τη συνοδεία δύο υπαλλήλων των ως άνω λιμενικών εγκαταστάσεων (τερματικού σταθμού), ο ίδιος (Α Μηχανικός του ως άνω πλοίου) μετέφερε αυτόν (……..) στο Νοσοκομείο …………, πλην όμως ο ….. απεβίωσε κατά τη διάρκεια της διακομιδής του. Ο χρόνος θανάτου αυτού, σύμφωνα με τη σχετικώς συνταχθείσα από το Προξενείο της Ελλάδας στην Αμπούτζα, από 19.1.2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου, προσδιορίσθηκε ώρα 11.30 της ως άνω ημερομηνίας (7.1.2016). Σύμφωνα με την προσκομιζόμενη από τις εναγόμενες ως σχετικό 12, σε αποσπασματική μετάφραση ιατροδικαστική έκθεση που συντάχθηκε από τον Ιατροδικαστή, Διευθυντή του Τμήματος της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας του ανωτέρω Νοσοκομείου …….., την 12.1.2016, ο θάνατος του …………. οφείλεται σε καρδιοαναπνευστικά αίτια. Κατά την εν λόγω έκθεση, παρατηρήθηκε στην καρδιά (α) ότι η καρδιακή όψη και η φυσιολογική πίεση εμφάνιζαν κοκκινωπό χρώμα, (β) άφθονη αιμορραγική διήθηση και στον ιστό του μυοκαρδίου και (γ) παρουσία θρόμβων του αίματος στην καρδιακή κοιλότητα. Επίσης, παρατηρήθηκε (i) απουσία εκχυμώσεων και πορφυρικές τριάννες, (β) απουσία της βλεγματικής ινώδους ζώνης της καταθλιπτικής έκστασης, (γ) βλάβη των στεφανιαίων αρτηριών και (δ) η πνευμονική αρτηρία ήταν φυσιολογικού διαμετρήματος. Τέλος, κατά την ίδια έκθεση παρατηρήθηκε εναπόθεση χοληστερόλης στην κοιλιακή χώρα, με τη σημείωση ότι αυτό αποτελεί παράγοντα που ευνοεί τον αιφνίδιο θάνατο και εν τέλει, κατέληξε ότι ο θάνατος του …… … αποτελεί περίπτωση φυσιολογικού θανάτου. Στα πλαίσια διενέργειας προκαταρκτική εξέτασης για το θάνατο του ….., κατόπιν παραγγελίας του Γραφείου Ανάκρισης του Τμήματος Ασφάλειας και Ανάκρισης του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς, διατάχθηκε η διενέργεια Νεκροψίας – Νεκροτομής από την Ιατροδικαστική Υπηρεσία Πειραιώς της σωρού του ως άνω θανόντος. Επίσης διενεργήθηκε ιστολογική εξέταση ιστοτεμαχίων των πνευμόνων, του εγκεφάλου, του εγκεφαλικού στελέχους, του ήπατος, του δεξιού νεφρού και της καρδιάς καθώς επίσης και τοξικολογικές εξετάσεις σε δείγματα πτωματικών υγρών αυτού, εκπλύματος της ουροδόχου κύστεως και της χοληδόχου κύστεως. Όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη από 21.7.2016 [αριθ. πρωτ. …, αριθ. εκθ. …..] Ιατροδικαστική έκθεση Νεκροψίας – Νεκροτομής, που συντάχθηκε από τον Ιατροδικαστή …………., την 19.1.2016, ο εν λόγω Ιατροδικαστής διενήργησε νεκροψία και νεκροτομή στη σορό του ………… Κατά την εν λόγω έκθεση, στα πλαίσια της εν λόγω νεκροψίας, διεπιστώθη ότι, επρόκειτο για σορό νεκροτομημένη αλλαχού, με νεκροτομικές τομές θώρακος, κοιλίας σχήματος Υ και δεξιού μηρού ως επί ταρίχευσης, χωρίς νεκροτομική τομή κεφαλής. Η σορός ήταν σε κατάσταση αρχόμενης σήψεως, εμφάνιζε πτωματικές υποστάσεις στην οπίσθια επιφάνεια του σώματος, εκδορές δεξιάς μετωπιαίας χώρας μήκους δύο εκ. με εφελκίδα και κυάνωση ονύχων χειρών. Στα πλαίσια της διενεργηθείσας από τον ίδιο ιατρό νεκροτομής (α) αναφορικά με το κρανίο, μετά τη διάνοιξη της κεφαλής δεν διεπιστώθησαν ιδιαίτερα ευρήματα ή κακώσεις, (β) αναφορικά με τον εγκέφαλο, μετά τη διάνοιξη του θόλου του κρανίου αφαιρέθηκε ο εγκέφαλος ο οποίος παρουσίαζε εικόνα εγκεφαλικού οιδήματος, συμφόρηση. Τα αγγεία της βάσεως του εγκεφάλου, διεπιστώθησαν άνευ ουσιών αθηρωματικών αλλοιώσεων, η δε ιστολογική εξέτασε ανέδειξε εγκεφαλικό οίδημα και συμφόρηση λεπτομηνίγγων (γ) στόμα – λαιμός ελεύθερα, (δ) Θώρακας άνευ κακώσεων (ε) οι πνεύμονες έδιναν την εικόνα Χ.Α.Π. και εντόνου βαθμού πνευμονικού οιδήματος, η δε ιστολογική ανέδειξε πνευμονικό οίδημα και πνευμονική συμφόρηση (στ) καρδιά ανηυρέθη διανοιγμένη, βάρους 460 γραμ, με αθηρωματικές αλλοιώσεις ανιούσης αορτής. Κατά τις διατομές του μυοκαρδίου διαπιστώθηκε εικόνα μακροσκοπικής ισχαιμίας στο μεσοκοιλιακό διάφραγμα, με επέκταση στο οπίσθιο τοίχωμα της αριστερής κοιλίας. Επίσης, τα στεφανιαία αγγεία ανηυρέθησαν με εντόνου βαθμού αρτηριοσκληρυντικές αλλοιώσεις. Η ιστολογική ανέδειξε πρόσφατες ισχαιμικές αλλοιώσεις του μυοκαρδίου επί εδάφους χρόνιας ισχαιμικής μυοκαρδιοπάθειας, καθώς επίσης και βαρύτατες αρτηριοσκληρυντικές αλλοιώσεις στεφανιαίων αρτηριών τύπου Va, VB και VI, που προκαλούν επί της δεξιάς στένωση του αυλού κατά 85% και επί της αριστεράς κατά 95%. (στ) το περιτόναιο και το έντερο ανηυρέθησαν σε αρχομένη σήψη, άνευ κακώσεων, (ζ) το ήπαρ σε αρχόμενη σήψη, λιπώδες εκφυλιστικό, κατά δε την ιστολογική εξέταση που διενεργήθηκε υπό καθολική λίπωση. (η) Άνευ κακώσεων ανηυρέθησαν η σπλήνα, το πάγκρεας και οι νεφροί. Σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση, από τα ευρήματα της νεκροψίας – νεκροτομής και τις εργαστηριακές εξετάσεις, προέκυψε ότι, ο θάνατος του ………… επήλθε συνεπεία προσφάτων ισχαιμικών αλλοιώσεων του μυοκαρδίου, σε έδαφος χρονίας ισχαιμικής μυοκαρδιοπάθειας. Κατά την εν λόγω νεκροψία παραστάθηκε ως τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων ο Ιατροδικαστής και Ιατρός Δημόσιας Υγείας ……….., ο οποίος συνέταξε την από 15.7.2016 προσκομιζόμενη έκθεσή του. Κατά τον εν λόγω έκθεση, ο θάνατος του ………….., αποδίδεται σε πρόσφατες ισχαιμικές αλλοιώσεις επί εδάφους βαρείας στεφανιαίας νόσου και χρόνιας ισχαιμικής μυοκαρδιοπάθεια, ήτοι σε παθολογικά αίτια – εσωτερική οργανική αιτία, η οποία εξελίχθηκε και επέδρασε δυσμενώς τουλάχιστον τα τελευταία 5 – 10 χρόνια ζωής – στεφανιαία νόσος. Κατά τις παρατηρήσεις της ίδιας ως άνω εκθέσεως, η διαπιστωθείσα στεφανιαία νόσος, αφορά εξελικτικό νόσημα, το οποίο είχε αναπτυχθεί τουλάχιστον τα τελευταία 5 -10 χρόνια ζωής, ανάλογα με τον τρόπο ζωής και τους παράγοντες κινδύνου (π.χ. αρτηριακή πίεση, κάπνισμα, κακή διατροφή, έλλειψη άσκησης, αυξημένο σάκχαρο, κληρονομικό ιστορικό κ.λπ.), η εν ζωή διάγνωση της οποίας (στεφανιαίας νόσου), απαιτεί ειδικό καρδιολογικό έλεγχο και επιβεβαίωση με στεφανιογραφία, εξέταση η οποία γίνεται μόνον μετά από ανάλογη σύσταση και ενδείξεις. Κατά την ίδια έκθεση, η διαπίστωση χρόνιας ισχαιμικής μυοκαρδιοπάθειας, καταδεικνύει τη σοβαρή υποάρδευση/ πλημμελή αιμάτωση της καρδίας, λόγω της βαρείας στεφανιαίας νόσου (κρίσιμης στένωσης των αγγείων της καρδιάς), υποδηλώνοντας μια κατάσταση ισορροπίας ιδιαίτερα εύθραυστη. Ο ίδιος ως άνω Ιατροδικαστής θεώρησε αυτονόητο ότι η οιαδήποτε μεταβολή του καρδιακού έργου (π.χ. μετά από άσκηση, συναισθηματική φόρτιση, περιβαλλοντικές συνθήκες – κρύο – ζέστη, γαστρικός φόρτος κ.λπ.) θα αύξανε τις απαιτήσεις του μυοκαρδίου σε αίμα, ανάγκη την οποία, τα σχεδόν πλήρως αποφραγμένα στεφανιαία αγγεία, δεν μπορούσαν να καλύψουν, με αποτέλεσμα το θάνατο λόγω ισχαιμίας/εμφράγματος του μυοκαρδίου. Επίσης, κατά τον ίδιο ιατρό, η επέλευση/εγκατάσταση της ισχαιμίας του μυοκαρδίου δεν μπορεί να προβλεφθεί ιατρικώς, ενώ η εικόνα του εντόνου βαθμού πνευμονικού οιδήματος, οφείλεται στις πρόσφατες ισχαιμικές αλλοιώσεις του μυοκαρδίου και αφορά σύμπτωμα λόγω της οξείας καρδιακής κάμψης συνεπεία των πρόσφατων ισχαιμικών αλλοιώσεων. Οι ενάγοντες προσκομίζουν ως σχετικό Π-5 την από 19.1.2016 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας – νεκροτομής του διορισθέντος από την πρώτη εξ αυτών ως τεχνικού συμβούλου στα πλαίσια της ανωτέρω προκαταρκτικής εξέτασης, Ιατροδικαστή ………, ο οποίος ομοίως παραστάθηκε κατά την ανωτέρω, διενεργηθείσα την 19.1.2016 νεκροψία – νεκροτομή. Κατά την εν λόγω έκθεση, η αιτία θανάτου του ……………, αποδίδεται σε πρόσφατη ισχαιμία του μυοκαρδίου επί εδάφους χρόνιας ισχαιμικής μυοκαρδιοπάθειας. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της εν λόγω έκθεσης, η καρδιά τρέφεται και οξυγονώνεται με τις στεφανιαίες αρτηρίες (επικαρδιακές αρτηρίες). Η χρόνια ισχαιμική καρδιοπάθεια είναι ευρύτερα γνωστή και ως στεφανιαία νόσος. Η τελευταία οφείλεται κυρίως στη δημιουργία πλουσίων σε χοληστερόλη αθηρωματικών πλακών (αθηροσκλήρυνση) στο τοίχωμα των επικαρδιακών (στεφανιαίων) αρτηριών, με αποτέλεσμα τη στένωση του αυλού τους και την παρεμπόδιση της ροής του αίματος μέσα από αυτές, με αποτέλεσμα, όταν το αίμα φθάνει στο μυοκάρδιο, μέσω των στεφανιαίων αρτηριών, να μην επαρκεί για τις ανάγκες της καρδιάς και εκ του λόγου τούτου να εμφανίζεται καρδιακή ισχαιμία. Η αθηρωματική πλάκα, αποτελεί την κύρια αιτία στένωσης του αυλού ενός αγγείου και δημιουργείται από τη σταδιακή συσσώρευση λιπιδίων, τα οποία επικάθονται στα τοιχώματα της αρτηρίας. Περαιτέρω, κατά την ίδια έκθεση, οι παράγοντες κινδύνου που έχουν ενοχοποιηθεί για την εμφάνιση της στεφανιαίας νόσου, χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες (α) τους τροποποιήσιμους (χοληστερόλη, άγχος, αρτηριακή υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα, παχυσαρκία, περιορισμένη φυσική δραστηριότητα) και (β) τους μη τροποποιήσιμους δηλαδή (α) φύλο (ο ανδρικός πληθυσμός έχει αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίας νόσου σε σχέση με το γυναικείο) (β) οικογενειακό ιστορικό στεφανιαίας νόσου – κληρονομικότητα, (γ) ηλικία (με την αύξηση της ηλικίας αυξάνεται και ο κίνδυνος εμφάνισης της νόσου και συγκεκριμένα στους άνδρες ο κίνδυνος αυξάνεται μετά την ηλικία των 45 ετών, ενώ στις γυναίκες μετά την ηλικία των 55 ετών ή και νωρίτερα αν εμφανίσουν πρώιμη εμμηνόπαυση χωρίς να υποβληθούν σε θεραπεία υποκατάστασης με οιστρογόνα). Η στεφανιαία νόσος, σύμφωνα με την έκθεση αυτή, μπορεί να εκδηλωθεί με δύσπνοια, πόνο στο στήθος, στηθάγχη ακόμα και με έμφραγμα του μυοκαρδίου. Υπάρχουν εν τούτοις και πολλές περιπτώσεις ασυμπτωματικής στεφανιαίας νόσου. Δηλαδή, οι πάσχοντες παραμένουν ασυμπτωματικοί και ο αιφνίδιος θάνατος, ο οποίος εξ ορισμού έχει τα στοιχεία του απροσδόκητου, της άγνωστης εσωτερικής αιτίας, αποτελεί την πρώτη τραγική επιπλοκή, δηλαδή ένα άτομο αποβιώνει αιφνίδια, χωρίς να έχει πιο πριν εκδηλώσει κανένα σύμπτωμα. Κατά τον ίδιο ιατρό, το άγχος και γενικά ένας στρεσογόνος παράγοντας μπορούν να λειτουργήσουν επιβαρυντικά στη λειτουργία του μυοκαρδίου και μάλιστα να αποτελέσουν καταλυτικό παράγοντα κινδύνου για την έμμεση πρόκληση του αιφνιδίου θανάτου μέσω του μηχανισμού ενεργοποίησης του συμπαθητικού συστήματος, δηλαδή της έκκρισης της αδρεναλίνης και της συστολής των αγγείων, με αποτέλεσμα την επιβάρυνση της τροφοδότησης και της λειτουργίας του μυοκαρδίου και τελικώς την ισχαιμία του. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, αποδεικνύεται επομένως ότι, ο θάνατος του . ……. επήλθε συνεπεία προσφάτων ισχαιμικών αλλοιώσεων του μυοκαρδίου επί εδάφους χρονίας ισχαιμικής μυοκαρδιοπάθειας, η οποία αποτελεί στεφανιαία νόσο. Η εν λόγω νόσος, από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, δεν εμφανίσθηκε αιφνιδίως στον θανόντα, αφού επιβιβάσθηκε στο ανωτέρω πλοίο, αλλά ο θανών έπασχε από αυτήν (στεφανιαία νόσο) ήδη προ της επιβίβασής του στο ως άνω πλοίο, καθόσον η ασθένειά του αυτή ήταν αποτέλεσμα χρόνιας εξελικτικής διαδικασίας. Επομένως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί ότι ο θανών έχαιρε άκρας υγείας καθόν χρόνο ναυτολογήθηκε στο ως άνω πλοίο, τυγχάνουν αβάσιμοι στην ουσία τους. Περαιτέρω, σύμφωνα και με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, απεδείχθη ότι, την ανωτέρω κατάσταση της υγείας του και δη ότι έπασχε από την ανωτέρω στεφανιαία νόσο ο θανών αγνοούσε καθόν χρόνο ναυτολογήθηκε στο ως άνω πλοίο. Αποδείχθηκε επίσης ότι, την ως άνω κατάσταση της υγείας του, αγνοούσε και η πρώτη εναγομένη εργοδότρια του θανόντος, αφού ο θανών δεν της είχε γνωστοποιήσει τούτο, επιπλέον δε αυτός (θανών) είχε επιτρεπτώς ναυτολογηθεί υπό της πρώτης εναγομένης, αφού διέθετε ιατρικό πιστοποιητικό ναυτολόγησης εν ισχύ, σύμφωνα με το οποίο είχε κριθεί ικανός προς εργασία σε πλοίο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, οι ενάγοντες, για πρώτη φορά με την προσθήκη των προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ισχυρίσθηκαν αορίστως ότι «Υπήρχαν αναφορές υπερκόπωσης και καρδιακών ενοχλήσεων» (σχετικά σελ 6), χωρίς να αναφέρουν σαφώς σε ποίον ο θανών ανέφερε, προ του θανάτου του, ότι είχε υποστεί υπερκόπωση ή εμφάνιζε καρδιακές ενοχλήσεις. Σε κάθε περίπτωση, δεν απεδείχθη, ότι ο θανών εμφάνιζε ενοχλήσεις συνεπεία της ανωτέρω χρόνιας στεφανιαίας νόσου ή τουλάχιστον είχε γνωστοποιήσει ότι ένιωθε ενοχλήσεις στην καρδιά, όπως σχετικά κατέθεσαν στην από 20.1.2016 αναφορά – κατάθεσή του ενώπιον του Πλοιάρχου ………………….. ο Υποπλοίαρχος του πλοίου ……… και ο Α Μηχανικός του πλοίου …………….. Τέτοιες ενοχλήσεις δεν ανέφερε ο θανών ούτε στην πρώτη ενάγουσα – σύζυγός του κατά την τελευταία μεταξύ τους επικοινωνία την 5.1.2016 και ώρα 22.54, όπως η ίδια κατέθεσε την 29.1.2016, στα πλαίσια της διενεγηθείσας για το ένδικο συμβάν προκαταρκτικής εξέτασης, η οποία σαφώς κατέθεσε ότι την 5.1.2016, ο ήδη θανών σύζυγός της, δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα υγείας, ούτε της ανέφερε κάτι σχετικό με την υγεία του. Για το εν λόγω συμβάν, διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιώς με την ολοκλήρωση της οποίας συντάχθηκε η από 21.3.2016 Πορισματική Έκθεση του Αντιπλοιάρχου του Λιμενικού Σώματος, ……….., Αξιωματικού Ανάκρισης του Κ.Λ. Πειραιά, σύμφωνα με την οποία, από τα έως της συντάξεως της εν λόγω Εκθέσεως στοιχεία, ο θάνατος του …………….. δεν ηδύνατο να καταλογισθεί σε κάποιο μέλος του πληρώματος του ανωτέρω πλοίου. Ακολούθως, με την από 7.12.2016 πράξη της η Αντεισαγγελέας Πειραιώς, απείχε από την άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος οιοδήποτε τρίτου για το θάνατο του ……………. και έθεσε την υπόθεση στο αρχείο, κατ’ άρθρο 43 ΚΠοινΔικ., αρχειοθέτηση η οποία εγκρίθηκε με την από 12.2.2017 πράξη του Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιώς. Οι ενάγοντες, με την ένδικη αγωγή τους αλλά και στα πλαίσια της ένδικης έφεσής τους, υποστηρίζουν ότι, ο θανών προ της ενδίκου ναυτολογήσεώς του έχαιρε εξαιρετικής σωματικής και ψυχικής κατάστασης, ο θάνατος του δε οφείλεται στις στρεσογόνες συνθήκες εργασίες του επί του εν λόγω πλοίου, οι οποίες λειτούργησαν επιβαρυντικά, επικαλούμενοι μάλιστα ότι η εργοδότρια αυτού εταιρεία, είχε αναθέσει στον θανόντα και αυτός εκτέλεσε, κατά τη διάρκεια της ως άνω ναυτολόγησής του, υπηρεσίες, επιπλέον και καθ’ υπέρβαση των συμβατικών όρων εργασίας του, εκτός της ειδικότητός του, αναφέροντας ειδικότερα ότι ο θανών συνέταξε τις καταστάσεις πληρωμής του πληρώματος. Εν τούτοις, από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων απεδείχθη ότι οι συνθήκες εργασίες του θανόντος επί του εν λόγω πλοίου ήταν οι συνήθεις για εμπορικό φορτηγό πλοίο και πάντως όχι έκτακτως και όλως εξαιρετικώς δυσμενείς. Ειδικότερα, απεδείχθη ότι, το ως άνω πλοίο της πρώτης εναγομένης ήταν καινούργιο, αφού σύμφωνα με την περιεχομένη στη με αριθμό …./2022 ένορκη βεβαίωση του ………….., κατ’ εκείνο το χρόνο ήταν μόλις τεσσάρων ετών, όπως δε οι ίδιοι οι ενάγοντες αναφέρουν στις προτάσεις του (σχετικά σελ. 8) είχε κατασκευασθεί το έτος 2010, χωρίς να αποδεικνύεται ότι αντιμετώπιζε προβλήματα κατά τη λειτουργία του, αφού μάλιστα καμία σχετική εγγραφή δεν περιέχεται στο προσκομιζόμενο ημερολόγιο γέφυρας. Καθόν χρόνο ο θανών ναυτολογήθηκε επί του εν λόγω πλοίου, αυτό (ως άνω πλοίο) ευρίσκονταν σε λιμάνι, άφορτο και εκκίνησε το ταξίδι του την 22.12.2015 για φόρτωση στο ανωτέρω λιμάνι της Γουινέα. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού οι καιρικές συνθήκες ήταν ομαλές, όπως αυτές αποτυπώνονται στο προσκομιζόμενο σε αντίγραφο απόσπασμα του ημερολογίου γέφυρας, ενώ κατέπλευσε στο ανωτέρω λιμάνι φορτώσεως την 6.1.2016 το πρωί. Η φόρτωση του εν λόγω πλοίου, εκκίνησε το πρωί της 7.1.2016 και μάλιστα τοπική ώρα 06.54 πρωινή, ήτοι μόλις τέσσερις περίπου ώρες προ του θανάτου του ………… Όπως δε ανέφερε – κατέθεσε ο Υποπλοίαρχος του πλοίου ………., στην από 20.1.2016 προμνημονευθείσα αναφορά του, η ένδικη φόρτωση του πλοίου ήταν μια συνηθισμένη φόρτωση μεταλλεύματος, η οποία έβαινε σύμφωνα με το πρόγραμμα που αυτός (Υποπλοίαρχος) είχε καταρτίσει. Και πράγματι, όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται με την αγωγή τους και όπως προκύπτει από την αποτυπωμένη στο προσκομιζόμενο ως σχετικό Π-6 από τους ενάγοντες απόσπασμα τηλεφωνικής συνομιλίας του θανόντος με τη σύζυγό του – πρώτη ενάγουσα η οποία έλαβε χώρα την 30.12.2015, ο θανών από της ναυτολογήσεώς του στο άνω πλοίο έως την 29.12.2015, όπως ο ίδιος ανέφερε στην εν λόγω τηλεφωνική συνομιλία, απασχολήθηκε με τη σύνταξη των καταστάσεων πληρωμής του πληρώματος, η οποία ήταν επίπονη, κατά τον θανόντα, αφού σύμφωνα με το ακριβές περιεχόμενο της εν λόγω συνομιλίας αυτός ισχυρίσθηκε στην πρώτη ενάγουσα σύζυγό του: «Θανών: Ναι, πρώτη ενάγουσα: έλα τί κάνεις; Θανών: αα τώρα είμαστε Γιβλαρτάρ …. Πρώτη ενάγουσα: Τί έπαθες; τί έγινε; που χάθηκε τόσες μέρες; Θανών: γιατί εδώ εεε ήταν ο άλλος μέσα (ο πλοίαρχος) καθόμουνα του έκανα λογαριασμούς, δυόμιση μήνες είχε να κάνει λογαριασμούς, ε πέθανα, δεν τους είχε κλείσει τα PAY, δεν πληρωνόντουσαν οι άνθρωποι ε τους έδωσα τα λεφτά εχθές. Ήμουνα κάθε μέρα πνιγμένος αφού ήμουνα έτοιμος να πάρω τη βαλίτσα μου και να έρθω πίσω από την Αίγυπτο τόσο πολύ είχα αγανακτήσει… Ε δεν είναι τίποτα σπουδαίο γραφείο εδώ, δηλαδή είναι καραγκιόζηδες ξέρω γω κατάλαβες; Τέλος πάντων…. Πήρα και τον καπετάν ….. τηλέφωνο… και μου λέει κράτα με ενήμερο, κάτσε λέει όσο κάτσεις και να έρθεις άμα ξεμπαρκάρεις από εδώ… Δηλαδή θέλω να διαχειριστώ τόσα λεφτά πρέπει να πάρω άδεια από το γραφείο να μου δώσουν ΟΚ κατάλαβες;… Τέλος πάντων, για να πάρουν οι Έλληνες λεφτά είδανε και πάθανε, προκαταβολές τώρα μιλάμε για βαπόρι με ελληνική σημαία είναι γραφείο ρεζιλίκια πράγματα…». Εν τούτοις, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες, η εν λόγω εργασία (σύνταξη καταστάσεων πληρωμής) δεν ήταν εργασία επιπλέον των καθηκόντων του θανόντος, ως Πλοιάρχου, αφού στην εν λόγω τηλεφωνική συνομιλία ο ίδιος ο θανών αποδίδει την καθυστέρηση εκτέλεσης της εν λόγω εργασίας στον προηγούμενο Πλοίαρχο του πλοίου, αποδεχόμενος τοιουτοτρόπως ότι η εν λόγω εργασία, ήτοι η σύνταξη των καταστάσεων πληρωμής του πληρώματος, εντάσσεται στα καθήκοντα του Πλοιάρχου. Το γεγονός δε ότι την εν λόγω εργασία, ήτοι τη σύνταξη των καταστάσεων πληρωμής του πληρώματος του ως άνω πλοίου, δεν εκτέλεσε κατ’ αρχήν ως όφειλε, κατά την εν λόγω τηλεφωνική συνομιλία, ο προηγούμενος Πλοίαρχος του πλοίου, δεν κατέστησε την εν λόγω εργασία επιπλέον των καθηκόντων του θανόντος ως Πλοιάρχου του πλοίου, αφού μόνο κατόπιν της συντάξεως των εν λόγω καταστάσεων πληρωμής υπό του Πλοιάρχου του πλοίου, το πλήρωμα του πλοίου ηδύνατο να λάβει το μισθό του. Οι ενάγοντες με τον μοναδικό λόγο της ένδικης έφεσής τους κάνουν λόγο για υπέρμετρη καταπόνηση του οργανισμού του θανόντος, κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης ναυτολόγησης, ενόψει της ηλικίας του θανόντος, της υγείας του, της φύσης και του είδους της εργασίας του, λαμβανομένων υπόψη και των κανονικών όρων εργασίας αυτού, όπως οι όροι αυτοί προκύπτουν από τη συγκεκριμένη ατομική σύμβαση εργασίας, την εφαρμοζόμενη ΣΣΕ και τη γενική εργατική νομοθεσία. Εν τούτοις, δοθέντος ότι το ως άνω πλοίο ήταν καινούργιο, άφορτο και σε αυτήν την κατάσταση, υπό φυσιολογικές καιρικές συνθήκες, ταξίδεψε έως τον ανωτέρω λιμένα φορτώσεως όπου κατέπλευσε την 6.1.2016, οπότε λίγες ώρες προ του θανάτου του συγγενούς των εναγόντων εκκίνησε η φόρτωση αυτού την 7.1.2016, οι συνθήκες εργασίες του ενάγοντος, λαμβανομένης υπόψη και της ηλικίας και ως εκ τούτου της εμπειρίας του θανόντος και της ειδικότητάς του, ως Πλοιάρχου του ως άνω πλοίου και επομένως, κατόχου θέσης ευθύνης, δεν προέκυψε ότι ήταν υπέρμετρα, πέραν του συνήθους, κουραστικές για τον θανόντα. Αναφορικά με την υγεία του, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω ο ίδιος αλλά και η πρώτη εναγομένη εργοδότριά του εταιρεία αγνοούσαν ότι αυτός (θανών) έπασχε από στεφανιαία νόσο. Ειδικώς δε όσον αφορά την απασχόλησή του, κατά το χρονικό διάστημα από 22.12.2015 έως 29.12.2015 οπότε ο θανών, κατά την ως άνω τηλεφωνική συνομιλία με τη σύζυγό του, είχε ολοκληρώσει την εργασία σύνταξης των καταστάσεων πληρωμής του πληρώματος, αποδεικνύεται μεν ότι ο ενάγων εργάσθηκε επί επτά ημέρες στην εν λόγω εργασία, πλην όμως δεν απεδείχθη ότι η απασχόλησή του αυτή, προκάλεσε τέτοιας εντάσεως ψυχολογική πίεση στον θανόντα η οποία αιτιωδώς οδήγησε στον αιφνίδιο θάνατό του εννέα ημέρες ακολούθως (7.1.2016), αφού αφενός μεν δεν απεδείχθησαν οι ακριβείς ώρες εργασίας του τις οποίες μάλιστα ο ίδιος καθόριζε για τον εαυτό του ως Πλοίαρχος του πλοίου επιπλέον δε, σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη εν προκειμένω, κατά συμφωνία των διαδίκων, όπως προκύπτει από το Ναυτικό Φυλλάδιο του θανόντος στην οποία αναγράφεται δίπλα στη λέξη «Μισθός» η συντομογραφία Σ.Σ., Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πλοιάρχων Φορτηγών Πλοίων από 4500 TDW και άνω, έτους 2010, ελλείψει νεωτέρας, η οποία υπεγράφη την 10-11-2010 και κυρώθηκε με τη με αριθμό 3525.1.1/01/2011 (ΦΕΚ Β΄ 123/09.02.2011) Απόφαση του Υπουργού Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας, για την ειδικότητα του Πλοιάρχου, δεν προβλέπονταν ωράριο εργασίας για τον Πλοίαρχο του ως άνω πλοίου [πρβλ. ΑΠ 515/2017 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου η οποία εξεδόθη για την ειδικότητα του Α Μηχανικού και παρεμπιπτόντως γίνεται αναφορά και στην ειδικότητα του Πλοιάρχου]. Εξάλλου, υπερωριακή αμοιβή για την ειδικότητα του Πλοιάρχου του πλοίου και ως εκ τούτου συγκεκριμένο ωράριο εργασίας δεν προβλέπεται ούτε από τις διατάξεις του ΚΙΝΔ [Ι. Κοροτζή, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος Ι, υπό του άρθρου 52 σελ. 288]. Οι ανωτέρω αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αποδεικνύονται ούτε από την προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες από 19.1.2016 έκθεση του Ιατροδικαστή Αλεξάνδρου Παντελίδη στην οποία αναφέρεται μεν, ως αναλύεται ανωτέρω ότι, το άγχος και γενικά ένας στρεσογόνος παράγοντας μπορούν να λειτουργήσουν επιβαρυντικά στη λειτουργία του μυοκαρδίου και μάλιστα να αποτελέσουν καταλυτικό παράγοντα κινδύνου για την έμμεση πρόκληση του αιφνιδίου θανάτου μέσω του μηχανισμού ενεργοποίησης του συμπαθητικού συστήματος, δηλαδή της έκκρισης της αδρεναλίνης και της συστολής των αγγείων, με αποτέλεσμα την επιβάρυνση της τροφοδότησης και της λειτουργίας του μυοκαρδίου και τελικώς την ισχαιμία του, πλην όμως δεν αναφέρεται, ως οι ενάγοντες υποστηρίζουν στη σελίδα 44 της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι, εν προκειμένω, ο θάνατος του συζύγου της πρώτης ενάγουσας και πατρός των λοιπών εναγόντων, προήλθε από κάποιον συγκεκριμένο μάλιστα στρεσογόνο παράγοντα. Οι αναφορές των εναγόντων στη σελίδα 10 της προσθήκης αντίκρουσης που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρονται στα πλαίσια του τρίτου προσθέτου λόγου της ένδικης έφεσης (σελ. 26-27) ότι ο θανών, κατά τη διάρκεια της εργασίας του στο ανωτέρω πλοίο, μέσα σε διάστημα τεσσάρων ημερών αναπαύθηκε μόλις μία ώρα, αφού αναφέρουν κατ’ ακριβή διατύπωση «… Επιπρόσθετα σημειώνεται εξάλλου και το τρανταχτό γεγονός ότι όπως προκύπτει από τον προσωπικό διάλογο του θανόντος με εμένα την πρώτη εξ ημών (βλ. Σχ ….) ο ίδιος παραπονέθηκε για την τρομερή κούρασή του διότι κατά το διάστημα 4 ημερών στο πλοίο συμπλήρωσε ύπνο μόλις 1 ώρας, λέγοντας ειδικότερα τα εξής «Ναι … τι να γίνει … είμαι κουρασμένος βρε ….. … μέχρι τώρα δεν έχω κλείσει μάτι … μία ώρα κοιμήθηκα …. 4 μέρες!»…», δεν ενισχύονται από κανένα αποδεικτικό μέσο, αφού σχετική συνομιλία με το ως άνω περιεχόμενο δεν προσκομίζεται από τους ενάγοντες, επιπλέον δε στην ως προσκομιζόμενη από 30.12.2015 τηλεφωνική συνομιλία του θανόντος μετά της συζύγου του, ο θανών δεν ανέφερε τούτο στη σύζυγό του, δεν ανέφερε δηλαδή ότι σε χρονικό διάστημα τεσσάρων ημερών, ξεκουράστηκε μόνον μία ώρα. Επίσης, δεν αποδεικνύονται ούτε οι αναφορές των εναγόντων στη σελίδα 6 και 43 της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι, στα πλαίσια της ως άνω από 30.12.2015 τηλεφωνικής συνομιλίας του ενάγοντος με την πρώτη ενάγουσα – σύζυγό του, αφού έτερη τηλεφωνική συνομιλία δεν προσκομίζεται, ο θανών της εκμυστηρεύθηκε «……. εγώ θα πεθάνω εδώ μέσα». Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, οι ενάγοντες, στη σελίδα 39 της προσθήκης επί των προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κάνουν λόγο για τηλεφωνικά μηνύματα του θανόντος προς την πρώτη ενάγουσα – σύζυγό του, χωρίς εν τούτοις να προσκομίζουν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τηλεφωνικά μηνύματα. Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει ειδικώς της ως άνω εργασίας σύνταξης των καταστάσεων πληρωμής, εργασία για την οποία μάλιστα δεν προέκυψαν οι ακριβείς ώρες εργασίας του θανόντος, δεν δύναται να γίνει λόγος για υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος για μεγάλο χρονικό διάστημα (σχετικά σελ. 25 ένδικης έφεσης και σελ. 22-23 εγγράφων προτάσεων εναγόντων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου), αφού ως απεδείχθη η εν λόγω εργασία δεν διήρκησε πέραν των επτά ημερών, ήτοι διήρκησε για μικρό χρονικό διάστημα, ο θανών δε ως Πλοίαρχος επί του πλοίου δεν έχει συγκεκριμένο ωράριο εργασίας, ως προελέχθη. Παράλληλα, στα πλαίσια της ως άνω τηλεφωνικής από 30.12.2015 συνομιλίας του θανόντος με την πρώτη ενάγουσα, απόσπασμα της οποίας εκτίθεται αυτούσιο ανωτέρω, ο θανών δεν αναφέρει προβλήματα υγείας ή αδιαθεσία του από την καταπόνηση του οργανισμού του από την εκτέλεση της εν λόγω εργασίας. Πρόβλημα σχετικά με την κατάσταση της υγείας του ο θανών δεν ανέφερε στη σύζυγό του ούτε σε νεότερη τηλεφωνική συνομιλία τους την 5.1.2016, όπως περί τούτου κατέθεσε η πρώτη ενάγουσα στην από 29.2.2016 ένορκη κατάθεσή της η οποία ελήφθη στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργήθηκε για το ένδικο συμβάν, αφού σε σχετική ερώτηση αυτή κατέθεσε κατ’ ακριβή διατύπωση «Στις 05-01-2016 στις 22.45 ήταν η τελευταία επικοινωνία που είχα μαζί του. Δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα υγείας, ούτε μου ανέφερε κάτι σχετικό με την υγεία του.». Περαιτέρω, από την 29.12.2015, οπότε ο ίδιος ο θανών στην ανωτέρω από 30.12.2015 τηλεφωνική συνομιλία που προσκομίζεται ανέφερε στην πρώτη ενάγουσα– σύζυγό του ότι είχε ήδη ολοκληρώσει την εργασία σύνταξης των καταστάσεων πληρωμής του πληρώματος και μάλιστα το πλήρωμα είχε λάβει και τη μισθοδοσία του, έως την 7.1.2016 οπότε έλαβε χώρα το ισχαιμικό επεισόδιο, δεν προέκυψε, αφού ούτε οι ενάγοντες αναφέρουν τούτο, κάποια ασυνήθιστη συγκεκριμένη στρεσογόνο εργασία επί του πλοίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρώτη ενάγουσα στην προμνημονευθείσα από 29.2.2016 ένορκη κατάθεσή της, κατέθεσε ότι υπεύθυνη για το θάνατο του συζύγου της θεωρούσε την πρώτη εναγομένη – πλοιοκτήτρια του ανωτέρω πλοίου εταιρεία δια των νομίμων εκπροσώπων της, την ποινική δίωξη των οποίων επιθυμούσε, αναφέροντας παράλληλα ότι «είχε αγχωθεί πάρα πολύ με την εταιρεία αυτή, δεν ήταν οργανωμένη, με αποτέλεσμα η δουλειά του να γίνεται εξαιρετικά δύσκολη και ψυχοφθόρα, προκαλώντας του υπερβολικό άγχος και στρες το οποίο δεν μπορούσε να καταπολεμήσει όσο διάστημα ήταν ναυτολογημένος. Ανέμενε την απόλυσή του, και έκανε υπομονή μέχρι να έρθει η ημερομηνία της απόλυσής του …». Όμοια, ο δεύτερος ενάγων ………., υιός του θανόντος, στην από 8.6.2016 ένορκη κατάθεσή του στα πλαίσια της ίδιας ως άνω προκαταρκτικής εξέτασης, κατέθεσε ότι, με τον θανόντα πατέρα του είχε την τελευταία τηλεφωνική επικοινωνία δέκα ημέρες περίπου προ του θανάτου του, στα πλαίσια της οποίας ο θανών του είχε αναφέρει ότι «ήταν πολύ στρεσαρισμένος» από την εργασία του, καθώς επίσης ότι η κατάσταση στο ανωτέρω πλοίο ήταν «χαοτική», λόγω του ότι τα μέλη του πληρώματος είχαν δυόμιση μήνες να πληρωθούν και ότι «τα τιμολόγια ήταν άγραφα» και όλα αυτά τον γέμιζαν άγχος, καθώς επίσης ότι ο θανών, στα πλαίσια της εν λόγω συνομιλίας του ανέφερε «… Θα πεθάνω. Σκέφτομαι να πάρω τη βαλίτσα μου και να φύγω…». Ο τρίτος ενάγων, ……………., ομοίως υιός του θανόντος, στην από 8.6.2016 ένορκη κατάθεσή του στα πλαίσια της ίδιας ως άνω διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, κατέθεσε ότι, τελευταία τηλεφωνική επικοινωνία με τον πατέρα του είχε την 27.12.2015 στα πλαίσια της οποίας ο ήδη θανών του είχε πει, κατ’ ακριβή διατύπωση ότι «ήταν στεναχωρημένος, διότι η κατάσταση στο πλοίο ήταν χαοτική και δεν συγκρίνονταν με ότι είχε αντιμετωπίσει στη δουλειά του στο παρελθόν». Τέλος, ο τέταρτος ενάγων, ……, υιός του θανόντος, στην από 8.6.2016 ένορκη κατάθεσή του, στα πλαίσια ομοίως της διενεργηθείσας για το ένδικο συμβάν προκαταρκτικής εξέτασης, κατέθεσε ότι, τελευταία επικοινωνία μετά του πατρός του είχε την Πρωτοχρονιά του έτους 2016. Κατέθεσε επίσης κατ’ ακριβή διατύπωση «… Μου ανέφερε ότι ήταν πολύ αγχωμένος και πιεσμένος από τη δουλειά του. Ανυπομονούσε να παρέλθει το τρίμηνο διάστημα που ήταν υποχρεωμένος να παραμείνει στο πλοίο έως ότου επιστρέψει. Μου μίλησε για την απογοήτευσή του καθώς η κατάσταση στο πλοίο ήταν απαράδεκτη, χωρίς καμιά οργάνωση και μάλιστα αναγκαζόταν να κάνει εργασίες που ήταν εκκρεμείς από την προηγούμενη πλοιαρχία, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το άγχος του. …». Εν τούτοις, πέραν της συντάξεως των ως άνω καταστάσεων μισθοδοσίας του πληρώματος, στις εν λόγω ένορκες καταθέσεις καμία αναφορά σε έτερα συγκεκριμένα περιστατικά, ικανά να δημιουργήσουν στρεσογόνες συνθήκες εργασίας για τον θανόντα, πέραν των συνηθισμένων για την ειδικότητα αυτού, δεν αναφέρονται. Σε διαφορετική κρίση δεν δύναται να οδηγηθεί το Δικαστήριο ούτε από την προσκομιζόμενη από 18.4.2022 έκθεση του …. ….., στη σελίδα 6 της οποίας αναφέρεται ως στρεσογόνο περιστατικό το γεγονός ότι οι λιμενικοί, στον ανωτέρω λιμένα φόρτωσης, ήλεγξαν το πλοίο εάν έχει καταβληθεί η μισθοδοσία του πληρώματος, αφενός μεν διότι όπως ο ίδιος ο …………… αναφέρει στην εν λόγω έκθεσή του, τα ανωτέρω αποτελούν προσωπική υπόθεση αυτού, αφ’ ετέρου δε, από την προσκομιζόμενη ως άνω από 30.12.2015 συνομιλία του θανόντος με τη σύζυγό του αποδεικνύεται ότι, η μισθοδοσία του πληρώματος είχε ήδη καταβληθεί από την 29.12.2015. Περαιτέρω, οι αναφορές των εναγόντων στα πλαίσια της ένδικης αγωγής τους ότι, ο θανών φοβόταν ότι το πλήρωμα θα στασίαζε, δεν ενισχύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο και ιδίως από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της τηλεφωνικής του συνομιλίας αυτού (θανόντος) με τη σύζυγό του, διότι όλα τα μέλη του πληρώματος, κατά την ανωτέρω προσκομιζόμενη τηλεφωνική συνομιλία είχαν εισπράξει τον μισθό τους ήδη από την 29.12.2015, κανένας δε έτερος λόγος ικανός να δικαιολογήσει στάση του πληρώματος δεν αναφέρεται αλλά ούτε απεδείχθη. Μάλιστα, η πρώτη ενάγουσα, στην από 29.2.2016 ένορκη εξέτασή της ως μάρτυρας στα πλαίσια της διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, σε ερώτηση του διενεργούντος την προκαταρκτική εξέταση, προανακριτικού οργάνου «Ποία η σχέση του με τα λοιπά μέλη του πληρώματος; Σας είχε αναφέρει κάτι σχετικά;» κατέθεσε κατ’ ακριβή διατύπωση «Από όσα γνωρίζω ήταν καλές οι σχέσεις του με όλα τα μέλη του πληρώματος». Εάν πράγματι ο θανών φοβόταν στάση του πληρώματος, τούτο θα είχε γνωστοποιήσει στην πρώτη ενάγουσα – σύζυγό του, με την οποία είχε την πλέον πρόσφατη, σε σχέση με το θάνατό του, συνομιλία και αυτή (πρώτη ενάγουσα) σαφώς θα κατέθετε τούτο στα πλαίσια της διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης. Επομένως, οι αναφορές των εναγόντων (σχετικά σελίδα 18 εγγράφων προτάσεών τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου) ότι ο θανών είχε εκμυστηρευθεί στη σύζυγό του το φόβο του ότι το πλήρωμα θα στασιάσει σε βάρος του, δεν κρίνονται πειστικές. Οι ενάγοντες περαιτέρω με την ένδικη αγωγή τους ισχυρίζονται (σχετικά σελίδα 18) ότι ο θανών είχε «κακή επικοινωνία» με την τρίτη εναγομένη διαχειρίστρια του πλοίου εταιρεία. Εν τούτοις, κανένα περιστατικό ικανό να προκαλέσει στρεσογόνα κατάσταση στον θανόντα δεν προέκυψε από τις αποδείξεις μεταξύ αυτού και των εκπροσώπων ή υπαλλήλων της τρίτης εναγομένης εταιρείας. Οι αναφορές του ιδίου του θανόντος στο ανωτέρω απόσπασμα της τηλεφωνικής του επικοινωνίας με τη σύζυγό του «Ε δεν είναι τίποτα σπουδαίο γραφείο εδώ, δηλαδή είναι καραγκιόζηδες ξέρω γω κατάλαβες; Τέλος πάντων…. Πήρα και τον καπετάν …… τηλέφωνο… και μου λέει κράτα με ενήμερο, κάτσε λέει όσο κάτσεις και να έρθεις άμα ξεμπαρκάρεις από εδώ… Δηλαδή θέλω να διαχειριστώ τόσα λεφτά πρέπει να πάρω άδεια από το γραφείο να μου δώσουν ΟΚ κατάλαβες;… Τέλος πάντων, για να πάρουν οι Έλληνες λεφτά είδανε και πάθανε, προκαταβολές τώρα μιλάμε για βαπόρι με ελληνική σημαία είναι γραφείο ρεζιλίκια πράγματα…» καταδεικνύουν ότι ο θανών δεν ήταν ικανοποιημένος από την εν λόγω εργασία. Παράλληλα, εν τούτοις, στην εν λόγω τηλεφωνική συνομιλία δεν γίνεται από τον θανόντα συγκεκριμένη αναφορά σε συγκεκριμένο περιστατικό μεταξύ αυτού και των εκπροσώπων ή προστηθέντων της τρίτης εναγομένης, ικανό μάλιστα να του προκαλέσει τον αιφνίδιο θάνατό του λόγω ισχαιμικού επεισοδίου την 7.1.2016. Έτι περαιτέρω, αν και στην προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες από 19.1.2016, ως άνω, έκθεση του Ιατροδικαστή ………., γίνεται αναφορά ότι το άγχος και γενικά ένας στρεσογόνος παράγοντας μπορούν να λειτουργήσουν επιβαρυντικά στη λειτουργία του μυοκαρδίου και μάλιστα να αποτελέσουν καταλυτικό παράγοντα κινδύνου για την έμμεση πρόκληση του αιφνιδίου θανάτου μέσω του μηχανισμού ενεργοποίησης του συμπαθητικού συστήματος, δηλαδή της έκκρισης της αδρεναλίνης και της συστολής των αγγείων, με αποτέλεσμα την επιβάρυνση της τροφοδότησης και της λειτουργίας του μυοκαρδίου και τελικώς την ισχαιμία του, στην ίδια έκθεση δεν αναφέρεται και μάλιστα σαφώς ότι, εν προκειμένω, ο θάνατος του συγγενούς των εναγόντων οφείλεται σε κάποιο συγκεκριμένο στρεσογόνο περιστατικό, το οποίο μάλιστα του προκάλεσε άγχος πέραν του συνήθους, ενόψει και της θέσης ευθύνης που κατείχε ο θανών, αφού ως Πλοίαρχος του πλοίου είχε την πλοιαρχία αυτού. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην σελίδα 26 της προσθήκης αντίκρουσης που οι ενάγοντες κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κάνουν λόγο για δύο συνομιλίες μεταξύ του θανόντος και της πρώτης ενάγουσας συζύγου του που έλαβαν χώρα την 24.12.2015 και 25.12.2015 αντίστοιχα, ακολούθως στη σελίδα 27 της ίδιας προσθήκης κάνουν λόγο για δύο συνομιλίες μεταξύ των αυτών προσώπων και δη μια την 24.12.2015 και μία την 30.12.2015, ενώ ο ……………. στην από 18.4.2022 τεχνική του έκθεση κάνει αναφορά σε μία συνομιλία μεταξύ των αυτών προσώπων την 24.12.2015. Εν τούτοις, εν προκειμένω προσκομίζεται μόνον η ανωτέρω από 30.12.2015 συνομιλία του θανόντος με την πρώτη ενάγουσα. Οι ενάγοντες περαιτέρω, επικαλούνται με την ένδικη αγωγή τους ότι, οι εναγόμενες εταιρείες δεν παρέδωσαν στα πλαίσια της διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης για το ένδικο συμβάν, τις καταγραφές του VDR, εντοπίζουν ανακρίβειες στις καταχωρήσεις του ημερολογίου της γέφυρας του ως άνω πλοίου κατά την ημέρα του ενδίκου συμβάντος, κάνοντας μάλιστα λόγο και για αλλοιώσεις αυτού και ήδη με την ένδικη έφεσή τους κάνουν λόγο για «πλαστογραφημένο» ημερολόγιο (σελίδα 27 ένδικης έφεσης), καθώς επίσης εντοπίζουν ανακρίβειες και στις καταθέσεις των μελών του πληρώματος σχετικά με τις συνθήκες που επικρατούσαν καθόν χρόνο έλαβε χώρα το ισχαιμικό επεισόδιο που οδήγησε στο θάνατο του συζύγου της πρώτης και πατρός των λοιπών εναγόντων, αμφισβητώντας την αλήθεια του περιεχομένου τους, αναφορικά με τον τόπο που έλαβε χώρα το ισχαιμικό επεισόδιο του θανόντος και τα πραγματικά περιστατικά όπως αυτά κατατέθηκαν από μέλη του πληρώματος ως προς το ένδικο συμβάν, αμφισβήτηση που επαναφέρουν με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της ένδικης έφεσής του. Μάλιστα, με επιμέλεια των εναγόντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εξετάσθηκε ως μάρτυρας ο ………….., Ναυπηγός, στον οποίο οι ενάγοντες ανέθεσαν τη διερεύνηση του ενδίκου συμβάντος. Κατά την εν λόγω ένορκη κατάθεση, ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ότι, του προκάλεσε εντύπωση η αναφορά επί του ημερολογίου γέφυρας του πλοίου ότι, ο θανών, αν και Πλοίαρχος, αποβιβάστηκε από το πλοίο, καθόν χρόνο ελάμβανε χώρα φόρτωση βοξίτη σε αυτό και εκ του λόγου τούτου υπήρχε κόκκινη σκόνη στο περιβάλλον. Επίσης, εντύπωση του προκάλεσε το γεγονός ότι, ο Πλοίαρχος του πλοίου, ………, αποβιβάστηκε από το πλοίο προκειμένου να συναντήσει εκπροσώπους των Αρχών της Γουινέας, γεγονός το οποίο δεν είθισται, αφού ο έλεγχος των Αρχών ενός ξένου Κράτους λαμβάνει χώρα επί του πλοίου. Επίσης, ο ίδιος κατέθεσε ότι, αν και στο εν λόγω ημερολόγιο είχε καταχωρηθεί ότι ο θανών είχε αποβιβαστεί από το ως άνω πλοίο, χωρίς να μεσολαβήσει εγγραφή ότι ο ίδιος είχε επιβιβασθεί εκ νέου σε αυτό, καταχωρήθηκε νεότερη εγγραφή σύμφωνα με την οποία εκπρόσωποι των Αρχών της Γουινέας κάλεσαν αυτόν (Πλοίαρχο του πλοίου) να αποβιβασθεί από το πλοίο. Παράλληλα, αν και στο ίδιο ημερολόγιο καταχωρήθηκε ότι έλαβε χώρα άνοιγμα των καπακιών στα αμπάρια του πλοίου κατά τη φόρτωσή του, δεν καταχωρήθηκαν ακολούθως εγγραφές για το κλείσιμο ορισμένων καπακιών. Τα ανωτέρω, με έτι περισσότερη λεπτομέρεια επανέλαβε ο ίδιος στην προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες από 18.4.2022, συνταχθείσα μετά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έκθεσή του, στην οποία ωστόσο καμία αναφορά σε αλλοίωση του ημερολογίου γέφυρας δεν γίνεται. Τέτοια αλλοίωση υπό την έννοια της διόρθωσης των αρχικών εγγραφών, επί του ημερολογίου γέφυρας του πλοίου, το οποίο σημειωτέον, κατά το άρθρο 49 του ΚΙΝΔ, με εξαίρεση τις μη συντρέχουσες επί του προκειμένου ειδικές περιπτώσεις όπου ο συντάσσων αυτό πλοίαρχος ενεργεί ως δημόσιος λειτουργός, μη συντασσόμενο από δημόσιο υπάλληλο κατά το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ., δεν είναι δημόσιο έγγραφο και δεν έχει την ορισμένη από τον νόμο (άρθρο 438 επ. Κ.Πολ.Δ.) αποδεικτική δύναμη των δημόσιων εγγράφων, αλλά μπορεί να χρησιμεύσει προς συναγωγή απλώς δικαστικών τεκμηρίων (Α.Π. 1046/1999 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ) δεν προκύπτει ούτε από τα αντίγραφα του ημερολογίου γέφυρας που προσκομίζονται, αντίθετα οι επ’ αυτού εγγραφές είναι καθαρογραμμένες και ευκρινείς, χωρίς διαγραφές και σβησίματα. Εν τούτοις, από τις προαναφερόμενες ως άνω ανακρίβειες στις εγγραφές στο ημερολόγιο γέφυρας του ως άνω πλοίου, δεν αποδεικνύεται κάποια συγκεκριμένη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων ή των προστηθέντων των εναγομένων εταιρειών, η οποία μάλιστα να συνδέεται αιτιωδώς με το ισχαιμικό επεισόδιο του θανόντος συγγενούς των εναγόντων, συνεπεία του οποίου, επί εδάφους στεφανιαίας νόσου, επέφερε το θάνατο αυτού. Σε διαφορετική κρίση δεν δύναται να οδηγηθεί το παρόν Δικαστήριο ούτε από τον ενόρκως εξετεσθάντα μάρτυρα των εναγόντων ……………. καθώς και την υπ’ αυτού συνταχθείσα προμνημονευθείσα έκθεση, αφού και αυτός (………..), στα πλαίσια της ως άνω ένορκης κατάθεσής του, δεν ανέφερε σαφώς ότι οι ανακριβείς κατ’ αυτόν καταχωρήσεις συνδέονται με το θάνατο του Πλοιάρχου του ως άνω πλοίου αφού σε ερώτηση που του υπεβλήθη, κατ’ ακριβή διατύπωση «Αυτό τώρα στο κατά πόσο επηρεάζει τον θάνατο και πώς σχετίζεται δεν μπορούμε να το καταλάβουμε» κατέθεσε σχετικά «όχι αυτό δεν μπορώ να το πω». Περαιτέρω, πράγματι απεδείχθη ότι οι εναγόμενες εταιρείες στα πλαίσια της διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης δεν προσεκόμισαν αντίγραφα των συνομιλιών του καταγραφέα (VDR) από τις οποίες να προκύπτουν οι εντός της γέφυρας του ως άνω πλοίου συνομιλίες κατά τις τελευταίες δώδεκα ώρες προ του θανάτου του Πλοιάρχου του εν λόγω πλοίου, όπως σχετικά αντίγραφα δεν προσεκόμισαν και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τις οποίες άλλωστε αναφέρουν ότι δεν κατέχουν καθόσον δεν έχουν διασωθεί. Οι ενάγοντες αποδίδουν τη μη προσκόμιση αντιγράφων των σχετικών συνομιλιών ήδη στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης σε δόλια απόκρυψη του VDR από την τρίτη εναγομένη, αναφέροντας παράλληλα με την προσθήκη επί των προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι η διαγραφή των συνομιλιών στο VDR από τις εναγόμενες εταιρείες συνιστά παράνομη συμπεριφορά και εκ της συμπεριφοράς αυτής πρέπει να συναχθεί δυσμενές τεκμήριο σε βάρος της εναγομένης και να θεωρηθεί αποδεδειγμένο ότι το VDR επιβεβαίωνε την υπερκόπωση και ψυχολογική πίεση προφανώς του θανόντος και την οργανωτική ανεπάρκεια και παράλειψη λήψης μέτρων προφανώς της πρώτης εναγομένης, πλοιοκτήτριας του πλοίου και εργοδότριας του θανόντος (σχετικά σελ. 7). Εν τούτοις, εκ της μη προσκόμισης αντιγράφων του εν λόγω καταγραφέα, δεν αποδεικνύεται ότι ο θάνατος του συγγενούς των εναγόντων ο οποίος επήλθε συνεπεία προσφάτων ισχαιμικών αλλοιώσεων του μυοκαρδίου του, σε έδαφος χρονίας ισχαιμικής μυοκαρδιοπάθειας, οφείλεται σε συγκεκριμένη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων και προστηθέντων της πρώτης και τρίτης των εναγομένων εταιρειών. Αξίζει μάλιστα να αναφερθεί ότι το εν λόγω πλοίο με την ολοκλήρωση της φόρτωσης, όπως αναφέρουν οι εναγόμενες χωρίς να αποδεικνύεται το αντίθετο, απέπλευσε από τον ανωτέρω λιμένα χωρίς να προκύπτει ότι εντοπίσθηκε κάποια παράνομη πράξη από τις αρχές του κράτους του ανωτέρω λιμένα. Οι ενάγοντες επιπλέον ισχυρίζονται ότι συνεπεία των ανακριβών εγγραφών επί του ημερολογίου γέφυρας, αλλά και της μη προσκόμισης αντιγράφου των συνομιλιών από τον καταγραφέα του πλοίου δεν δύνανται να αποδείξουν (α) εάν υπήρξαν παράπονα προφανώς του Πλοιάρχου του πλοίου προς την εταιρεία (β) αίτημα άμεσης αντικατάστασης του θανόντος λόγω θεμάτων υγείας (γ) αν στασίασε το πλήρωμα λόγω των προβλημάτων στις πληρωμές του ή (δ) εάν ο θανών δέχθηκε πιέσεις από μέλος του πληρώματος (σχετικά σελ. 18 ένδικης αγωγής). Πέραν του γεγονότος ότι στα πλαίσια της ένδικης αγωγής οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται και μάλιστα σαφώς ότι ο θανών σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των λοιπών εναγόντων, είχε διατυπώσει παράπονα και το είδος αυτών στην εργοδότριά του, καθώς επίσης ότι ο ίδιος είχε ζητήσει την άμεση αντικατάστασή του για ζητήματα υγείας, όπως επίσης ότι δέχονταν πιέσεις από μέλος του πληρώματος, τα ανωτέρω δεν αποδεικνύονται ούτε από την προαναφερομένη από 29.2.2016 ένορκη κατάθεση της συζύγου του θανόντος στα πλαίσια της διενεργηθείσας για το ένδικο συμβάν προκαταρκτικής εξέτασης, αφού η πρώτη ενάγουσα κατέθεσε ότι την 5.1.2016, ήτοι μόλις δύο ημέρες πριν από το ένδικο συμβάν αυτή (πρώτη ενάγουσα) είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον σύζυγό της, δίχως να αναφέρει στην κατάθεσή της αυτή ότι ο σύζυγός της είχε εκφράσει παράπονα για οιοδήποτε λόγο προς την εργοδότρια αυτού εταιρεία ή προς τη διαχειρίστρια του πλοίου εταιρεία, ότι είχε ζητήσει την άμεση αντικατάστασή του για λόγους υγείας, καθώς επίσης δεν κατέθεσε ότι είχε κάποια διαφορά με μέλος του πληρώματος του πλοίου, αντίθετα κατέθεσε ότι οι σχέσεις του με το πλήρωμα ήταν καλές. Εξάλλου, αφού το ως άνω πλοίο είχε καταπλεύσει ήδη στο ως άνω λιμάνι από το πρωί της προηγούμενης του ενδίκου συμβάντος ημέρας, εάν ο θανών είχε πράγματι αντιληφθεί οιοδήποτε πρόβλημα υγείας, ηδύνατο να απευθυνθεί σε ιατρό. Οι αναφορές εξάλλου περί στάσης του πληρώματος τυγχάνουν απλές υποθέσεις των εναγόντων, που δεν ενισχύονται από κάποιο αποδεικτικό μέσο, αφού στο πλήρωμα, όπως ο ίδιος ο θανών στην από 30.12.2015 συνομιλία του ανέφερε στην πρώτη ενάγουσα, είχαν καταβληθεί οι αποδοχές τους. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες ήδη με την ένδικη αγωγή τους αμφισβήτησαν ως αναληθείς τις αναφορές – καταθέσεις των μελών του πληρώματος του ως άνω πλοίου ως προς τα πραγματικά περιστατικά και τον τόπο στον οποίο έλαβε χώρα το ισχαιμικό επεισόδιο του θανόντος (σχετικά σελ. 4 ένδικης αγωγής). Επιπλέον, με την προσθήκη επί των προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο επί της ένδικης έφεσής τους, με τον οποίο πλήττουν την εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και μη λήψη υπόψη υπό του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου της, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ενόρκου καταθέσεως του ……….., καθώς και της από 18.4.2022 έκθεσης του ιδίου, δια της επισυνάψεως αντιγράφου αυτής, ισχυρίζονται ότι, αν και ο ναύτης του πλοίου …….. στην ως σχετικό (9) προσκομιζόμενη αναφορά – κατάθεσή του, κατέθεσε ότι, ειδοποιούμενος από τον Α Μηχανικό κατέβηκε στον προβλήτα του πλοίου και ότι φθάνοντας είδε τον Πλοίαρχο ….. να είναι αναίσθητος, γεγονός που μετέφερε μέσω VHF στον Υποπλοίαρχο του πλοίου, κατέθεσε περαιτέρω ότι ακολούθως επέστρεψε στο πλοίο, ενώ με τον Πλοίαρχο παρέμεινε ο Α Μηχανικός και ο Υποπλοίαρχος του πλοίου ωστόσο, ο ίδιος ο Υποπλοίαρχος δεν κατέθεσε αντίστοιχα ότι ο ίδιος μετέβη στον ντόκο όπου ευρίσκονταν ο Πλοίαρχος του πλοίου. Από την προσκομιζόμενη από 20.1.2016 αναφορά κατάθεση του Α Μηχανικού, ο οποίος ήταν παρόν καθόλη τη διάρκεια του ενδίκου συμβάντος και δη από το χρόνο κατά τον οποίο ο Πλοίαρχος του πλοίου ένιωσε αδιάθετος έως και του θανάτου του αποδεικνύεται ότι πράγματι ο ήδη θανών συγγενής των εναγόντων, καθόν χρόνο υπέστη το ισχαιμικό επεισόδιο ευρίσκονταν εκτός του πλοίου, εντός δωματίου των εγκαταστάσεις του ανωτέρω λιμένα. Επίσης, από την ίδια κατάθεση αποδεικνύεται ότι, ο ίδιος (Α Μηχανικός) προσπάθησε να επαναφέρει τον Πλοίαρχο όταν αυτός έχασε τις αισθήσεις του ζητώντας και τη συνδρομή μελών του πληρώματος. Εν τέλει αυτός, με τη συνδρομή δύο εργαζομένων των λιμενικών εγκαταστάσεων, με αυτοκίνητο που του παραχώρησαν οι λιμενικές εγκαταστάσεις, συνόδευσε τον Πλοίαρχο στο Νοσοκομείο. Και πράγματι κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του ……….. και την ως άνω συνταχθείσα υπ’ αυτού εκθέσεως δεν είναι σύνηθες ο Πλοίαρχος να κατεβαίνει στον «ντόκο» του πλοίου, εν τούτοις εν προκειμένω ο ………. δεν ήταν παρόν στο ένδικο συμβάν, η ως άνω δε κατάθεση του Α Μηχανικού του πλοίου κρίνεται πειστική, αφού αυτός (Α Μηχανικός) κανένα συμφέρον από την έκβαση της παρούσας δίκης δεν απεδείχθη ότι έχει. Περαιτέρω, η κατάθεση του Α Μηχανικού προσεπιβεβαιώνεται και από την προσκομιζόμενη από 20.1.2016 έγγραφη αναφορά – κατάθεσή του τρίτου αξιωματικού (Ανθυποπλοιάρχου) του ως άνω πλοίου ………, η οποία ελήφθη από τον ακολούθως Πλοίαρχο του πλοίου ……….., σύμφωνα με την οποία «Την πρώτη ημέρα είμασταν στην αποβάθρα στο Λιμένα Καμσάρ, Γουινέα την περασμένη 7η Ιανουαρίου 2016. Ήμουν σε υπηρεσία στο κατάστρωμα από τις 06.00 έως τις 12.00 η ώρα. Κατά τη διάρκεια της φυλακής μου, ήρθα μια φορά στον Πλοίαρχο ……… σε ένα κλειστό δωμάτιο στη δεξαμενή, γιατί μου ζήτησε να πάρω από το μαγαζί του πλοίου για τις αντιπροσωπείες για τις λιμενικές Αρχές και έδειχνε καλά εκείνη τη στιγμή. Μετά από λίγα λεπτά φέραμε κάτω τα πράγματα για τις αρχές, έπειτα σε λίγα λεπτά ο Α Μηχανικός μου ζήτησε να πάω κάτω στον Πλοίαρχο στην Δεξαμενή. Έτσι πήγα κάτω άμεσα. Έτσι όταν έφθασα και άνοιξα την πόρτα του δωματίου, είδα τον Πλοίαρχο να μην κινείται και τα μάτια του ήταν κλειστά. Έκατσα στην καρέκλα με τον Α Μηχανικό, τον υποστήριξα στην πλάτη του. Έπειτα, ο Πλοίαρχος έφυγε για το Νοσοκομείο, συνοδευόμενος από τον Α Μηχανικό και δύο υπαλλήλους από τον τερματικό σταθμό.». Επιπλέον, ότι ο Πλοίαρχος ευρίσκονταν εκτός του πλοίου στον «ντόκο» καθόν χρόνο υπέστη το ισχαιμικό επεισόδιο αποδεικνύεται και από την προσκομιζόμενη ως σχετικό 9 από τις εναγόμενες από 20.1.2016 αναφορά – κατάθεση του ναύτη Noel Asprec, ο οποίος κατέθεσε κατ’ ακριβή διατύπωση «Ο Υποπλοίαρχος μου είπε να πάω κάτω στον καπετάνιο στην δεξαμενή. Όταν ήμουνα εκεί, είδα τον Πλοίαρχο που ήδη ήταν αναίσθητος και άμεσα το ανέφερα στον Υποπλοίαρχο μέσω VHF ράδιο ότι ο Πλοίαρχος ήταν αναίσθητος. Έπειτα επέστρεψα στο πλοίο Ο τρίτος αξιωματικός …… και ο Υποπλοίαρχος είχαν παραμείνει εκεί.». Η εν λόγω κατάθεση, παρά τα υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες δια της παραπομπής στην προαναφερομένη έκθεση του . ….., δεν έρχεται σε αντίφαση με την από 20.1.2016 αναφορά – κατάθεση του Υποπλοιάρχου του πλοίου ………., αφού δεν αναφέρεται ότι ο Υποπλοίαρχος του πλοίου ήταν στον «ντόκο» του πλοίου. Όπως δε ο ίδιος ο Υποπλοίαρχος ……… κατέθεσε στην από 20.1.2016 αναφορά – κατάθεσή του προς τον Πλοίαρχο ……………………, αυτός, καθόν χρόνο έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν ευρίσκετο επί του πλοίου και μάλιστα εντός του δωματίου έρματος απ’ όπου εκτελούσε τον αφερματισμό του πλοίου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι από 20.1.2016 ενυπόγραφες αναφορές – καταθέσεις των ………….., Υποπλοιάρχου του εν λόγω πλοίου, ………….. Α Μηχανικού του εν λόγω πλοίου, ……… Ανθυποπλοιάρχου του εν λόγω πλοίου και ……………. υπηρετούντος ως Ναύτη στο εν λόγω πλοίο, οι οποίες εδόθησαν παρουσία μάρτυρα ενώπιον του Πλοιάρχου του πλοίου ……………, παραδεκτώς λαμβάνονται υπόψη αφού αποτελούν στοιχεία της σχηματισθείσας για το ένδικο συμβάν ποινικής δικογραφίας (σχετικά προσκομιζόμενο από 9.2.2016 με αριθμό πρωτοκόλλου έγγραφο του Ναυτιλιακού Ακολούθου Πλωτάρχη ΛΣ ………. της Ε.Ν.Α. Μασσαλίας του Αρχηγείου Λ.Σ. – ΕΛ. ΑΚΤ. με θέμα «Αναδιαβίβαση προανακριτικού Υλικού», που προσκομίζεται από τους ενάγοντες ως σχετικό 10β). Άπαντες οι ανωτέρω μάρτυρες κανένα συμφέρον από την παρούσα δίκη δεν έχουν. Οι περιεχόμενοι δε στην προσθήκη επί των προτάσεων που οι ενάγοντες κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 10) ισχυρισμοί αυτών ότι (α) ο θάνατος του συζύγου της πρώτης και πατρός των λοιπών εναγόντων έλαβε χώρα εντός του πλοίου, (β) οι εναγόμενες με δόλο και σατανικό σχέδιο συγκάλυψης σκηνοθέτησαν τον θάνατο αυτού ότι δήθεν έλαβε χώρα στον προβλήτα του λιμένα – εκτός πλοίου και εκ του λόγου τούτου απέκρυψαν το μοναδικό μέσο επιβεβαίωσης της αλήθειας των αιτιών θανάτου του θανόντος, αλλοίωσαν–νόθευσαν–παραποίησαν το ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου με ανακρίβειες και διέταξαν το πλήρωμα να υπογράψει ψευδείς ένορκες βεβαιώσεις του θανάτου για τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο θάνατος του Πλοιάρχου του πλοίου, ενώ παράλληλα (γ) καθυστέρησαν τη μεταφορά της σορού του συγγενούς του με σκοπό να καταστήσουν δύσκολα διαπιστώσιμες τις παθολογικές αιτίες θανάτου αυτού, δεν απεδείχθησαν. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων επομένως, δεν απεδείχθη ότι στα πλαίσια εργασίας του θανόντος στο ανωτέρω πλοίο, από ενέργειες ή παραλείψεις των νομίμων εκπροσώπων των εναγομένων εταιρειών (πλοιοκτήτριας και διαχειρίστριας του ανωτέρω πλοίου) και των προστηθέντων αυτών, επικρατούσαν ιδιαίτερα δυσμενείς – στρεσογόνες και μάλιστα έκτακτες συνθήκες εργασίες, ήτοι συνθήκες εργασίας μη συμφυείς προς τους συνηθισμένους όρους παροχής εργασίας από τον θανόντα, ως εκ της ειδικότητός του αφού υπηρετούσε σε ειδική θέση ευθύνης και δη ως Πλοίαρχο του πλοίου, οι οποίες προκάλεσαν σε αυτόν άγχος πέραν του συνήθους για την ειδικότητά του σε πλοία όπως το επίδικο, αφού ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω το ως άνω πλοίο ήταν καινούργιο, ταξίδευε άφορτο, με καλές καιρικές συνθήκες, η φόρτωσή του εκκίνησε λίγες ώρες μόλις προ του ισχαιμικού επεισοδίου, συνεπεία του οποίου επήλθε ο θάνατος του συγγενούς των εναγόντων, διεξάγονταν δε υπό φυσιολογικές συνθήκες, όπως ανέφερε στην από 20.1.2016 αναφορά του ο Υποπλοίαρχος του πλοίου …………, ο οποίος ανέφερε επιπλέον ότι επρόκειτο για μια συνηθισμένη φόρτωση μεταλλεύματος ρουτίνας, η οποία προχωρούσε σύμφωνα με το πρόγραμμα που αυτός είχε καταρτίσει, χωρίς προβλήματα. Επίσης, δεν απεδείχθη ότι προ του ισχαιμικού επεισοδίου ο θανών εξεδήλωσε σημάδια της νόσους του και παρά ταύτα απαιτήθηκε από την πρώτη εναγομένη εργοδότριά του να συνεχίσει να εργάζεται. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, ο Α Μηχανικός του εν λόγω πλοίου, παριστάμενος στον ίδιο χώρο με τον Πλοίαρχο αυτού, εκτός πλοίου, ήταν παρόν όταν ο συγγενής των εναγόντων έχασε τις αισθήσεις του, προσπάθησε να τον βοηθήσει και με τη συνδρομή δύο εργαζομένων στις λιμενικές εγκαταστάσεις με όχημα των εν λόγω εγκαταστάσεων ο θανών διεκομίσθη υπ’ αυτού (Α Μηχανικού του πλοίου) στο ανωτέρω Νοσοκομείο, χωρίς να αποδεικνύεται ότι τα μέλη του πληρώματος του πλοίου ηδύναντο να του παράσχουν έτι περαιτέρω βοήθεια. Εξάλλου και οι ίδιοι ενάγοντες δεν αποδίδουν στα μέλη του πληρώματος του πλοίου πλημμελή αντιμετώπιση του συμβάντος. Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι δεν αποδεικνύεται συγκεκριμένη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων και προστηθέντων της πρώτης και τρίτης των εναγομένων εταιρειών από την οποία, αιτιωδώς συνδεόμενη, επήλθε ο θάνατος του …………., έστω και με συνοπτική αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου μοναδικού λόγου της ένδικης έφεσης και δευτέρου και τρίτου πρόσθετου λόγου αυτής, ως αβασίμων στην ουσία τους.
Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου έφεσης και προσθέτου λόγου έφεσης προς διερεύνηση, πρέπει η ένδικη έφεση, καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της πρώτης και τρίτης των εναγομένων εταιρειών, να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της. Τέλος, κατ` εκτίμηση των περιστάσεων, κρίνεται ότι υπήρχε εύλογη αμφιβολία στους ενάγοντες για την έκβαση της παρούσας δίκης και πρέπει τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας των πρώτης και τρίτης των εφεσιβλήτων να συμψηφισθούν κατά ένα μέρος (άρθρο 179 τελ. εδ. ΚΠολΔ) και μέρος αυτών να επιβληθεί σε βάρος των εκκαλούντων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 25.10.2024 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …../25-10-2024 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …./25-10-2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση και τους από 19.1.2026 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……../19.1.2025 προσθέτους λόγους, ερήμην του δευτέρου εφεσιβλήτου ………… και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Απορρίπτει την ένδικη έφεση και τους προσθέτους αυτής λόγους καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος του δευτέρου εφεσιβλήτου ….. ως απαράδεκτη.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει στην ουσία τους την ένδικη έφεση και τους προσθέτου αυτής λόγους καθό μέρος ηγέρθη σε βάρος της πρώτης και τρίτης των εφεσιβλήτων.
Επιβάλλει σε βάρος των εκκαλούντων μέρος των δικαστικών εξόδων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας των πρώτης και τρίτης των εφεσιβλήτων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των εκατό (100) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του στον Πειραιά, δίχως την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων την 26.5.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ