ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Απόφασης 428 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 4ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αγγελική Καγιούλη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των εκκαλούντων-εφεσίβλητων: 1) ……………., 2) …………., 3) ………., 4) ………………, οι οποίοι παραστάθηκαν οι μεν πρώτη και δεύτερη εξ αυτών με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βλάχο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του εφεσίβλητου-εκκαλούντος: Του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΚΕΡΑΤΣΙΝΙΟΥ» και μετά την ισχύ του νόμου 3852/2010 «ΔΗΜΟΣ ΚΕΡΑΤΣΙΝΙΟΥ-ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ», εδρεύοντος στο Κερατσίνι και νομίμως εκπροσωπούμενου, ο οποίος παραστάθηκε δια δηλώσεως, κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, της πληρεξουσίας δικηγόρου του, Χρυσούλας Μυργιαλή, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 89/2025 απόφασης της Δημοτικής Επιτροπής, η οποία προκατέθεσε προτάσεις.
Οι ενάγοντες-εκκαλούντες-εφεσίβλητοι με την από 18/10/2010 (αριθ. εκθ. κατάθ. ……../2010) αγωγή τους στρεφόμενη κατά του Ο.Τ.Α «Δήμος Κερατσινίου» και του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεως Ελλάδος» (Ο.Κ.Χ.Ε.), απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, ζήτησαν όσα αναφέρονται σε αυτήν. Το ανωτέρω Δικαστήριο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 5100/2013 απόφασή του, με την οποία έκρινε εαυτό καθ’ ύλη αναρμόδιο και παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αποτελούμενο από κτηματολογικό δικαστή. Εν συνεχεία, με την υπ’ αριθμ. ……./2014 κλήση, η αγωγή επαναφέρθηκε σε συζήτηση και εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 3215/2015 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη …………….. ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο κατά τα λοιπά, για να προσκομισθεί από τους ενάγοντες η εισήγηση από την εταιρία «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» περί της συνδρομής των τεχνικών προϋποθέσεων της απεικόνισης των αιτούμενων με την αγωγή γεωμετρικών μεταβολών στο επίδικο ακίνητο. Εν συνεχεία, με υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ………/2017 κλήση επανήλθε προς συζήτηση η αγωγή, επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 1427/2023 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν α) οι εκκαλούντες με την υπό κρίση από 18/9/2023 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης ……………/2023 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής, με την υπ’ αριθμ. ………../2023 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, η 5/12/2024 και μετά από αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος και γράφτηκε στο πινάκιο, β) ο εκκαλών ΟΤΑ με την υπό κρίση από 22/11/2024 έφεση, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης …………/2024 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής, με την υπ’ αριθμ. …………./2024 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση των ανωτέρω υποθέσεων, οι οποίες συνεκφωνήθηκαν, η πληρεξουσία δικηγόρος του εκκαλούντος ΟΤΑ, κατόπιν δήλωσής της, που έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσε προτάσεις, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων-εφεσίβλητων ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις του και στα πρακτικά
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση η από 18/9/2023 έφεση (αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2023) και η από 22/11/2024 έφεση (αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2024), οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν τους ίδιους διαδίκους (άρθρα 246 και 520 παρ.2 ΚΠολΔ).
Οι υπό κρίση εφέσεις κατά της υπ’ αριθμ. 1427/2023 οριστικής αποφάσεως (άρθρο 513 παρ. 1 β ΚΠολΔ) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκαν εμπροθέσμως (άρθρα 499, 518 ΚΠολΔ) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, με κατάθεση του δικογράφου στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρα 495 επ., 511 επ. ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, καθώς από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης και από τη δημοσίευση αυτής μέχρι την άσκηση των υπό κρίση εφέσεων δεν έχει παρέλθει διετία (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 παρ. 2 και 520 ΚΠολΔ), ενώ α) δεν απαιτείται η κατάθεση εκ μέρους του εκκαλούντος ν.π.δ.δ. του παραβόλου, που ορίζεται από το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 12 παρ. 2 ν. 4055/2012, αφού ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου απαλλάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998 κάθε δικαστικού τέλους σε κάθε δίκη του, όπως και το Δημόσιο σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 κ.δ. από 26-6/10-7-1944 «Περί κώδικος νόμων περί δικών του Δημοσίου» και την αναλογικά εφαρμοζόμενη, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, διάταξη του άρθρου 30 ν.δ. 22-4/16-5-1926 «Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης», β) οι εκκαλούντες της υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ………/2023 εφέσεως έχουν καταθέσει το απαιτούμενο παράβολο (βλ. το υπ’ αριθμ. ……………/2023 e-παράβολο, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/22-12-2016, ΦΕΚ Α-240). Πρέπει, επομένως, οι υπό κρίση εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές (532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, κατά την ίδια διαδικασία (άρθρ. 533 παρ.1 ΚΠολΔ) και κατά το μέρος, που μεταβιβάζονται οι υποθέσεις, με τις εφέσεις, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (άρθρο 522 ΚΠολΔ).
Οι ενάγοντες-εκκαλούντες-εφεσίβλητοι με την από 18/10/2010 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………../2010) αγωγή τους, στρεφόμενη κατά του Ο.Τ.Α «Δήμος Κερατσινίου» και του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεως Ελλάδος» (Ο.Κ.Χ.Ε.), απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, εκθέτουν ότι, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ………./2001 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιώς …………., που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιώς, άλλως με τα προσόντα της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα και προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους εφεξής του έτους 1943, είναι συγκύριοι ενός ακινήτου- γεωτεμαχίου, όπως ειδικότερα περιγράφεται, κείμενου στον πρώην Δήμο Νίκαιας. Ότι η δικαιοπάροχος μητέρα τους, ………….., είχε αποκτήσει το ανωτέρω ακίνητο δυνάμει του υπ’ αριθμ. ………/1953 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς …………., νομίμως μεταγραφέντος, με αναφερόμενη έκταση 150,38 τ.μ. και στην πράξη ως ένα ακίνητο με σχήμα τετράπλευρο και με σταθερά διαχρονικά όριά του, στα βορειοδυτικά και βορειοανατολικά τις ιδιωτικές οδούς, που μετέπειτα αποτέλεσαν τις οδούς …………… και στα νότια και δυτικά, τις κατοικίες που αργότερα ανεγέρθηκαν στα όμορα οικόπεδα. Ότι με το από 22/12/1970 βασιλικό διάταγμα, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Φ.Ε.Κ. επεκτάθηκε το σχέδιο πόλης στην περιοχή «…….» ή «…..» ή «……..» του Δήμου Νίκαιας, όπου κείται το ακίνητο τους και προβλέφθηκε αρχικά η ολοκληρωτική του ρυμοτόμηση, με τη διέλευση μέσω αυτού της οδού ……………….. και ότι με το από 21/7/1971 βασιλικό διάταγμα, νομίμως δημοσιευθέντος, κατά τροποποίηση του προηγούμενου, διαπλατύνθηκε το προκήπιο (πρασιά) των οικοπέδων της περιοχής και στα τοπογραφικά διαγράμματα των ετών 1970 και 1971 που συνοδεύουν τα ανωτέρω διατάγματα αποτυπώνονται τα σταθερά και πραγματικά όρια του ακινήτου τους, ήτοι η συρματοπερίφραξη του επί των προσόψεων των οδών ……………….. και ……… Ότι το έτος 1985 η μητέρα τους ζήτησε με την υπ’ αριθμ. ……./1985 αίτησή της από το Τμήμα Απαλλοτριώσεων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Πειραιώς, τη σύνταξη πράξης προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας για την ιδιοκτησία της και αφού υπέδειξε τα όρια του ακινήτου της, συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. 6/90 πράξη της εν λόγω Υπηρεσίας, με την οποία καθορίστηκαν οι υπόχρεοι προς αποζημίωση με βάση το από 11/5/1990 τοπογραφικό διάγραμμα της αυτής υπηρεσίας, στο οποίο όμως το εν λόγω ακίνητο εμφανώς δεν απεικονίσθηκε ορθώς, παρότι υποδείχθηκε από την ιδιοκτήτριά του κατά τα πραγματικά όριά του. Ότι παράλληλα ο εναγόμενος Δήμος προωθούσε εν κρυπτώ έτερη τροποποίηση του σχεδίου πόλης και παρά τις μέχρι τότε εξελίξεις, με την υπ’ αριθμ. 270/19-12-1990 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του, ενέκρινε τροποποίηση του σχεδίου πόλης με ρυμοτόμηση μέρους μόνο του ακινήτου της μητέρας τους, με την κατάργηση τμήματος της οδού ……………….. και αποτέλεσμα το υπόλοιπο ακίνητο να καθίσταται τριγωνικού σχήματος και άνευ αξίας. Ότι εν συνεχεία, πριν την έγκριση του σχεδίου πόλης και τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης με την καταβολή αποζημίωσης στη δικαιούχο μητέρα τους, ο εναγόμενος Δήμος αυθαίρετα και παράνομα περί τα μέσα του έτους 1991 εισήλθε στο ακίνητο και διά των οργάνων ή προστηθέντων του κατέλαβε δι’ ασφαλτοστρώσεως και δημιουργίας κρασπέδου – πεζοδρομίου, το περιγραφόμενο τμήμα της ιδιοκτησίας της. Ότι άμεσα η δικαιοπάροχός τους υπέβαλε κατά της ανωτέρω απόφασης την με αρ.πρωτ. ……../2-9-1991 ένστασή της, διαμαρτυρόμενη για την κακόπιστη συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου και την παράνομη κατάληψη της ιδιοκτησίας της και ζήτησε την ανάκληση της ανωτέρω απόφασης τροποποίησης του σχεδίου πόλης με σκοπό τη συνέχιση της διαδικασίας με την προαναφερόμενη πράξη αναλογισμού κατά την ολική ρυμοτόμηση, άλλως την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου πόλης, ώστε να της αποδοθεί ολόκληρο το ακίνητό της. Ότι η ένσταση έγινε δεκτή με την υπ’ αριθμ. 295/30-10-1991 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου. Ότι εν συνεχεία η δικαιοπάροχός τους επανήλθε με την υπ’ αριθμ. ……/16-9-1992 αίτησή της προς τον εναγόμενο Δήμο με σκοπό την απόδοση ολόκληρου του ακινήτου της, ωστόσο το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Κερατσινίου, με την υπ’ αριθμ. ……./23-11-1992 πράξη -απόφασή του επέμεινε στην ίδια τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου. Ότι μετά από μία πενταετία με την με αριθμό 13801/29-12-1997 απόφαση, το δημοτικό συμβούλιο ενέκρινε την ήδη στην πράξη γενόμενη τροποποίηση του σχεδίου πόλης στην επίδικη περιοχή, με την οποία καταργήθηκε τμήμα της οδού ……………….. και τμήμα πρασίνου και για το ακίνητό τους προβλεπόταν ρυμοτόμηση τμήματος μόνο, στην νοτιοανατολική συμβολή των οδών ……………….. και ….., η οποία καθιστούσε το εναπομένον ακίνητο έκτασης 135,13 τ.μ. μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο ούτε κατά παρέκκλιση. Ότι έκτοτε ουδέποτε ο Δήμος προώθησε την ρυμοτομική διαδικασία και ουδέποτε συντάχθηκε πράξη αναλογισμού ή προσκύρωσης, ούτε προσδιορίστηκε ή καταβλήθηκε αποζημίωση, περαιτέρω δε, ουδέποτε αποδόθηκε το καταληφθέν τμήμα στην ιδιοκτήτρια. Ότι με επόμενη αίτησή της με αριθμό ……/1-3-2000, η δικαιοπάροχός τους επεσήμανε ότι η ιδιοκτησία της δεν αποτυπώνεται ορθώς και ζητούσε να της αποδοθεί το τμήμα του ακινήτου της που είχε καταλάβει ο εναγόμενος Δήμος Κερατσινίου. Ότι και μετά το θάνατό της, που επήλθε στις 11/7/2000, οι ενάγοντες προέβησαν στην αποδοχή κληρονομιάς της και ως δικαιούχοι υπέβαλαν το έτος 2007 προς το Δήμο Κερατσινίου αίτηση ανάκλησης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, προκειμένου να αποδεσμεύσουν το ακίνητό τους και λόγω του ότι δεν υπήρξε απάντηση, άσκησαν ενώπιον του αρμοδίου Διοικητικού Πρωτοδικείου προσφυγή, ζητώντας την ανάκληση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης. Ότι τελικά ο εναγόμενος Δήμος με το υπ’ αριθμ. ……../28-5-2009 έγγραφό του αρνήθηκε ρητώς την ανάκληση της απαλλοτριώσεως – ρυμοτομίας και εξακολουθεί να κατακρατεί αυθαίρετα τμήμα του οικοπέδου τους. Ότι οι ενάγοντες αναγκάστηκαν να προβούν στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων με τον εναγόμενο Δήμο για πρώτη φορά σε επακριβή καταμέτρηση της ιδιοκτησίας τους σύμφωνα με τους τίτλους κτήσης, αλλά και σύμφωνα με τη μέχρι το έτος 1991 πραγματική κατάσταση χρησιδεσποτείας της μητέρας τους επί αυτού, η οποία ιδιοκτησία αποτυπώνεται στο από Οκτώβριο του 2010 και συνταγμένο κατά το ΕΓΣΑ του 87 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ………….., με έκταση 198,99 τ.μ., κείμενη στη συμβολή των οδών ……………….. και ….. στο Δήμο Κερατσινίου – Δραπετσώνας. Ότι στο εν λόγω τοπογραφικό αποτυπώνεται υπό τους αριθμούς 1-18-17-19-16-15-14-1 το τμήμα του ακινήτου τους έκτασης 61,02 τ.μ. που κατέλαβε παράνομα ο εναγόμενος Δήμος, καθιστώντας το εναπομένον ακίνητο έκτασης 137,97 τ.μ. μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο με μηδενική αξία κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα και προσκυρωτέο στις όμορες ιδιοκτησίες στην περίπτωση που εφαρμοστεί το σχέδιο πόλης. Ότι αν δεν αποδοθεί από τον εναγόμενο Δήμο στους ενάγοντες το καταληφθέν τμήμα, αυτός υπέχει ευθύνη να αποζημιώσει τη συνολική αξία του ακινήτου εφόσον αυτό απαξιώθηκε, όπως αυτή (αξία) προκύπτει από τα χαρακτηριστικά του ακινήτου κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα και δη ποσό 218.889 ευρώ. Ότι ο εναγόμενος Δήμος οφείλει άλλως να αποκαταστήσει την επελθούσα στους ενάγοντες ζημία, από την παράνομη κατάληψη τμήματος του ακινήτου και την απότοκη μείωση σε ποσοστό 80% της αξίας του εναπομένοντος ακινήτου, το οποίο δεν δύναται να αξιοποιηθεί και ειδικότερα, ποσό 121.413,60 ευρώ για το υπόλοιπο ακίνητο, δηλαδή 47.133,90 ευρώ για κάθε ενάγοντα. Ότι άλλως σε κάθε περίπτωση ο εναγόμενος Δήμος οφείλει τα ανωτέρω ποσά, άλλως ποσό 67.122 ευρώ συνολικά που αντιστοιχεί στην αξία του κατακρατούμενου τμήματος, ήτοι 16.780,50 σε έκαστο των εναγόντων, με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι θα όφειλε να τα καταβάλλει με τη νόμιμη συντέλεση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης και απέφυγε να τα καταβάλλει πλουτίζοντας αδικαιολόγητα και διατηρώντας τον πλουτισμό μέχρι σήμερα και με ισόποση ζημία των εναγόντων. Ότι τόσο η μητέρα τους όσο και οι ίδιοι επιθυμούσαν να αξιοποιήσουν το ακίνητο στο οποίο σύμφωνα με τις ισχύουσες στην περιοχή πολεοδομικές διατάξεις κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, αν δεν είχε λάβει χώρα η παράνομη κατακράτηση και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα είχε αποπερατωθεί προ του έτους 2004 τετραώροφη οικοδομή μικτού εμβαδού 198,99 τ.μ. X 1,8 συντελεστής δόμησης = 358,18 τ.μ., ήτοι αποτελούμενη από 4 οροφοδιαμερίσματα καθαρής επιφάνειας 74,55 τ.μ., τα οποία από το έτος 2005 θα χρησιμοποιούνταν ή θα εκμισθώνονταν από τους ενάγοντες, λύνοντας το στεγαστικό ζήτημα ενός εκάστου εξ αυτών. Ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά των εν λόγω διαμερισμάτων κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, οι ενάγοντες θα είχαν εισπράξει από την εκμίσθωσή τους από 1/11/2005 έως σήμερα το ποσό των 120.000 ευρώ συνολικά, με μίσθωμα μηνιαίο 500 ευρώ, ήτοι 30.000 ευρώ έκαστος, ωφελήματα που έχουν απωλέσει. Άλλως, λόγω της παράνομης κατάληψης του ακινήτου τους από τον εναγόμενο, δεν κατάφεραν να αποκτήσουν στέγη και η πρώτη εξ αυτών αναγκάστηκε να καταβάλλει από 1/1/2007 μέχρι την άσκηση της αγωγής ποσό 13.222,86 ευρώ σε μισθώματα, η δεύτερη εξ αυτών ποσό 21.885 ευρώ, η τρίτη εξ αυτών κατέβαλε μηνιαία δόση δανείου για την κάλυψη της στεγαστικής της ανάγκης και συνολικά 15.763,80 ευρώ, και ο τέταρτος εξ αυτών κατέβαλε μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση δανείου και συνολικά 30.000 ευρώ. Ότι άλλως, στην περίπτωση που είχαν αναθέσει σε εργολάβο την ανοικοδόμηση του ακινήτου από το 2001, θα λάμβαναν δύο διαμερίσματα, τα οποία θα εκμίσθωναν προς 400 ευρώ έκαστο και από 1/11/2005 έως σήμερα 0α είχαν αποκομίσει ως ωφελήματα το ποσό των 48.000 ευρώ, ήτοι από 12.000 ευρώ έκαστος. Ότι επίσης ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλλει και το ποσό των 15.000 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών, ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής και κοινωνικής θέσεως εκάστου και της βαρύτητας του πταίσματος των οργάνων και προστηθέντων του Δήμου. Ότι το εν λόγω ακίνητο, κατά την έναρξη λειτουργίας του κτηματολογίου στην περιοχή στις 11/6/2007 δεν καταχωρήθηκε ορθώς στους κτηματολογικούς χάρτες, αλλά μόνο τμήμα αυτού με σχεδόν τριγωνική αντί τετράπλευρη μορφή επιφάνειας 158 τ.μ. καταχωρήθηκε ως συνιδιοκτησία των εναγόντων υπό ΚΑΕΚ ………… και με τη διαδικασία διόρθωσης προδήλων σφαλμάτων διόρθωσαν τα κοινά όρια με το όμορο ΚΑΕΚ ………, ώστε το ακίνητό τους να εμφαίνεται με εμβαδόν 161 τ.μ. Ότι πέραν αυτού και το λοιπό τμήμα του ακινήτου τους, που αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό υπό τους αριθμούς 18,17,19,5,4,18 επιφάνειας 41,06 τ.μ., περιλήφθηκε στους κτηματολογικούς χάρτες ως τμήμα του ακινήτου – δρόμου με ΚΑΕΚ …….. μείζονος επιφάνειας 74.582 τ.μ. καταχωρημένου στην κυριότητα του εναγομένου Δήμου, ανακριβώς, εφόσον δεν έχει συντελεστεί απαλλοτρίωση και καταλήφθηκε παρανόμως από τον Δήμο, ο οποίος δεν έχει κυριότητα. Ότι στην πράξη ο εναγόμενος Δήμος έχει καταλάβει και παρανόμως παρακρατεί δι’ ασφαλτοστρώσεως έκταση 61,02 τ.μ. εμφαινόμενη υπό στοιχεία 1- 18-17-19-16-15-14-1, η οποία κατά το μείζον μέρος της 41,06 τ.μ. φαίνεται στο κτηματολόγιο να εμπίπτει στο ΚΑΕΚ ……..…. και κατά μικρότερο μέρος 19,96 τ.μ. στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ……….. Με βάση αυτό το ιστορικό και επικαλούμενοι το έννομο συμφέρον τους από την προσβολή του εμπραγμάτου δικαιώματος κυριότητάς τους από την παράνομη κατάληψη του τμήματος του ακινήτου τους από τον εναγόμενο και από την ανακριβή πρώτη κτηματολογική εγγραφή, ζητούν, κατά την προσήκουσα εκτίμηση των αιτημάτων τους: 1) να αναγνωριστεί η διά παραγώγου, άλλως διά πρωτοτύπου τρόπου κτηθείσα συγκυριότητα των εναγόντων σε ποσοστό ¼ εξ αδιαιρέτου για τον καθένα, επί του τμήματος ακινήτου συνιδιοκτησίας τους περιγραφόμενου στο από Μαρτίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του ………. υπό στοιχεία 1-18-17-19-16-8-9-10-11 -12-13-14-1, το οποίο τμήμα έχει επιφάνεια 61,02 τ.μ., όπως αποτυπώνεται στο από Μαρτίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του ……….. υπό στοιχεία 1-18-17-19-16-15-14-1, φερόμενο ανακριβώς να εμπίπτει κατά το μεγαλύτερο μέρος του 41,06 τ.μ. στο ΚΑΕΚ ……. και κατά το μικρότερο μέρος του 19,96 τ.μ. στο ακίνητο με ΚΑΕΚ …… ιδιοκτησίας των εναγόντων και το οποίο παρανόμως έχει καταλάβει ο εναγόμενος Δήμος διά ασφαλτοστρώσεως και να διαταχθεί αυτός και κάθε τρίτος που έλκει δικαιώματα να το αποδώσει στους ενάγοντες κατά το ποσοστό του ¼ εξ αδιαιρέτου στον καθένα, άλλως να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλλει σε έκαστο των εναγόντων κατά τις διατάξεις της κυριότητας και των αδικοπραξιών, άλλως του αδικαιολόγητου πλουτισμού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αγωγή, ποσό 54.722,25 ευρώ, άλλως 47.133,90 ευρώ, άλλως 16.780,50 ευρώ με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Επιπλέον, ζητούν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλλει, λόγω της αδικοπραξίας του εκ της παράνομης κατάληψης του τμήματος ακινήτου και της μακρόχρονης στέρησης της δυνατότητας αξιοποίησής του και της απώλειας των ωφελημάτων του γι’ αυτό το διάστημα, συνολικά 180.000 ευρώ, ήτοι 45.000 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών για διαφυγόντα κέρδη – απωλεσθέντα μισθώματα και ηθική βλάβη, άλλως στην πρώτη ενάγουσα ποσό 28.222,86 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη – καταβληθέντα μισθώματα και ηθική βλάβη, στη δεύτερη το ποσό των 36.885 ευρώ για καταβληθέντα μισθώματα και ηθική βλάβη, στην τρίτη το ποσό των 30.763,80 ευρώ για καταβληθείσες τοκοχρεολυτικές δόσεις στεγαστικού δανείου και ηθική βλάβη, στον τέταρτο το ποσό των 45.000 ευρώ για καταβληθείσες τοκοχρεολυτικές δόσεις και ηθική βλάβη, άλλως ποσό 27.000 ευρώ στον καθένα εκ των εναγόντων, για απωλεσθέντα μισθώματα δύο διαμερισμάτων και ηθική βλάβη με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από 1/11/2005 κατά το άρθρο 934 ΑΚ άλλως, από την επίδοση της αγωγής και να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς τις ανωτέρω καταψηφιστικές διατάξεις. Επίσης ζητούν να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών αρχικών κτηματολογικών εγγραφών στο κτηματολογικό γραφείο Πειραιώς και στα ΚΑΕΚ …….. και ΚΑΕΚ ……… με την απόδοση στο ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγόντων με ΚΑΕΚ ………… στο κτηματολογικό φύλλο του οποίου τυγχάνουν ήδη καταχωρημένοι δικαιούχοι, του τμήματος που αποτυπώνεται στο από Μάρτιο του 2018 και συνταγμένο κατά το ΕΕΣΑ 87 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ………….., υπό αριθμούς 18,17,19,5,4,18 με επιφάνεια 41,06 τ.μ. που εμπεριέχεται ανακριβώς στο ΚΑΕΚ …………, ώστε το ακίνητο ιδιοκτησίας τους να εμφαίνεται ορθώς με εμβαδόν 202,06 τ.μ. ή κατά στρογγυλοποίηση 202 τ.μ., άλλως 198,99 τ.μ. Τέλος, ζητούσαν να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Το ανωτέρω Δικαστήριο αρχικά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 5100/2013 απόφασή του, με την οποία έκρινε εαυτό καθ’ ύλη αναρμόδιο και παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αποτελούμενο από κτηματολογικό δικαστή. Εν συνεχεία, η αγωγή επαναφέρθηκε προς συζήτηση και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3215/2015 απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη (……………) ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο κατά τα λοιπά, για να προσκομισθεί από τους ενάγοντες η εισήγηση από την εταιρία «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» περί της συνδρομής των τεχνικών προϋποθέσεων της απεικόνισης των αιτούμενων με την αγωγή γεωμετρικών μεταβολών στο επίδικο ακίνητο. Εν συνεχεία, με υπ’ αριθμ. …………/2017 κλήση, στην οποία αναφέρεται η έκδοση της εισήγησης του κτηματολογίου, για την προσκόμιση της οποίας είχε διαταχθεί επανάληψη της συζήτησης, επανήλθε προς συζήτηση η αγωγή, επί της οποίας εξεδόθη η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 1427/2023 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία αφού έκρινε ότι Α) στην ως άνω αγωγή, σωρεύονται στο δικόγραφο κατ’ άρθρο 218 ΚΠολΔ, α) μια διεκδικητική αγωγή τμήματος ακινήτου παρανόμως καταληφθέντος και ταυτόχρονα αγωγή διόρθωσης πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, λόγω της ανακριβούς καταχώρησης μέρους του εν λόγω τμήματος του ακινήτου σε όμορο ΚΑΕΚ, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 6 παρ. 2 του ν.2664/1998, επικουρικά δε, αγωγή ανάλογης αποζημίωσης για την περίπτωση που το παρανόμως καταληφθέν τμήμα ακινήτου με υπαιτιότητα του κατόχου δεν μπορεί να αποδοθεί, κατ’ άρθρο 1097 ΑΚ και β) αγωγή αποζημίωσης του κυρίου ακινήτου για τα διαφυγόντα κέρδη του από την παράνομη και υπαίτια κατάληψη και κατακράτηση του τμήματος ακινήτου (αδικοπραξία) από τον εναγόμενο Δήμο, Β) έχει δικαιοδοσία έναντι των Διοικητικών Δικαστηρίων και για την σωρευόμενη αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία, Γ) έχει προσκομισθεί η εισήγηση του Κτηματολογίου για την απεικόνιση των γεωμετρικών μεταβολών που επέρχονται στα ακίνητα των οποίων ζητείται η διόρθωση, σύμφωνα με όσα διέταξε η ανωτέρω μη οριστική υπ’ αριθμ. 3215/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, Δ) η αγωγή έχει ασκηθεί παραδεκτά, εντός της αποκλειστικής, τασσόμενης στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2.664/1998 προθεσμίας και έχει τηρηθεί η εκ του άρθρου του άρθρου 220 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 περιπτ. ιβ’ και παρ. 5 και 13 παρ. 2 εδ. δ’ ν. 2.664/1998, προδικασία, έκρινε την αγωγή Α) α) απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας αναφορικά με τη βάση του παραγώγου τρόπου κτήσης κυριότητας με νομίμως μεταγραμμένο συμβολαιογραφικό τίτλο κτήσης και στη βάση της τακτικής χρησικτησίας θεμελιωμένης στον εν λόγω τίτλο, β) ορισμένη και νόμιμη ως προς τη βάση της κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, πλην του αιτήματος περί απόδοσης του επιδίκου από κάθε τρίτο που έλκει δικαιώματα από τον εναγόμενο και Β) έκανε αυτή δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και α) αναγνώρισε τη συγκυριότητα των εναγόντων με τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία σε ποσοστό ¼ εξ αδιαιρέτου για τον καθένα, για την ως άνω έκταση επιφανείας 61,02 τ.μ, β) υποχρέωσε τον εναγόμενο Δήμο να αποδώσει το τμήμα αυτό στους ενάγοντες κατά το ποσοστό συγκυριότητάς του, γ) διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής στο κτηματολογικό γραφείο Πειραιώς και Νήσων με την απόσπαση μέρους του ανωτέρω τμήματος επιφάνειας 41,06 τ.μ. από το ΚΑΕΚ …. μείζονος επιφάνειας 74.582 τ.μ. στο οποίο καταχωρημένος δικαιούχος τυγχάνει ο εναγόμενος Δήμος και με την απόδοση του στο ΚΑΕΚ …./…….. με καταχωρημένους κυρίους τους ενάγοντες και με την καταχώρηση στο κτηματολογικό φύλλο του ως επιπλέον τίτλου κτήσης της έκτακτης χρησικτησίας, δ) υποχρέωσε τον εναγόμενο Δήμο να καταβάλλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των 10.500 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 1/11/2005 και μέχρι την εξόφληση και επέβαλε τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων σε βάρος του εναγομένου Δήμου. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται, αφενός οι ενάγοντες-εκκαλούντες με την υπό κρίση έφεση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά το μέρος που δεν τους ωφελεί και την αποδοχή της αγωγής στο σύνολό της, αφετέρου το εκκαλούν-εναγόμενο, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της, προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολό της η εν λόγω αγωγή.
Επειδή η ρυμοτομική απαλλοτρίωση με το καθεστώς του ν.δ. της 17.7/16-8-1923 «περί σχεδίων, πόλεων, κωμών κλπ» (άρθρο 2 §1 και άρθρα 32 έως 34 του ως άνω ν.δ., όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, άρθρο 2 § § 1, 2 και 4 και άρθρο 6 § § 1 έως 3 του ν.5269/1931 του κατ’ εξουσιοδότηση του ν.5269/1931 εκδοθέντος β.δ. 7/13 Μαΐου 1936 περί εκτελέσεως της παραγράφου 3 του άρθρου 6 του ν.5269/1931) κηρύσσεται με τη δημοσίευση στο ΦΕΚ (τεύχος Δ’ Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών θεμάτων) του σχετικού Προεδρικού (παλαιότερα βασιλικού) διατάγματος έγκρισης ή τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου και όχι από την πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης (άρθρ. 42 επ.ν.δ. 17.7/16.8.1923), η οποία αποτελεί μέρος της διαδικασίας συντέλεσης της απαλλοτρίωσης των ρυμοτομούμενων αλλά και των προσκυρούμενων τμημάτων και δεν δημοσιεύεται στο ΦΕΚ, αφού στις απαλλοτριώσεις για την εφαρμογή εγκεκριμένου σχεδίου πόλης, για την έναρξη της δίκης καθορισμού της αποζημίωσης αλλά και της αναγνώρισης δικαιούχων, είναι αναγκαία η «προδικασία» και συγκεκριμένα η σύνταξη της πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία, η οποία, αφού κυρωθεί από το Νομάρχη, αποτελεί προϋπόθεση κίνηση της δίκης. (ΑΠ 57/2014 ΤΝΠ Nomos). Επιπλέον, κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης…». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει: α) ότι είναι επιτρεπτή με διάταξη νόμου, η θέσπιση γενικών και αντικειμενικών περιορισμών της ιδιοκτησίας, χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης, προς εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, εφόσον αυτοί δεν θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας αναιρώντας ή αποδυναμώνοντάς το σε μεγάλο βαθμό, είναι δε αναγκαίοι για την επίτευξη του σκοπούμενου αποτελέσματος (ΟλΑΠ 896/1985) και β) ότι επιτρέπεται η οριστική στέρηση ή αφαίρεση της ιδιοκτησίας (με μετάθεση ολική της κυριότητας του πράγματος σε άλλο πρόσωπο ή δημιουργία άλλου εμπράγματου δικαιώματος) με πράξη της πολιτείας μόνο αν επιβάλλεται προς θεραπεία δημόσιας ωφέλειας, εφόσον προηγηθεί της καταλήψεως καταβολή πλήρους αποζημίωσης που καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια κατά το άρθρο 24 (παρ. 2-4) του Συντάγματος «2. Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών, γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης…3. Για να αναγνωρισθεί μία περιοχή ως οικιστική και για να ενεργοποιηθεί πολεοδομικά οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτή συμμετέχουν υποχρεωτικά, χωρίς αποζημίωση από τον οικείο φορέα, στη διάθεση των εκτάσεων που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθούν δρόμοι, πλατείες και χώροι για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς, καθώς και στις δαπάνες για την εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, όπως νόμος ορίζει. 4. Νόμος μπορεί να προβλέπει τη συμμετοχή των ιδιοκτητών περιοχής που χαρακτηρίζεται ως οικιστική στην αξιοποίηση και γενική διαρρύθμισή της σύμφωνα με εγκεκριμένο σχέδιο, με αντιπαροχή ακινήτων ίσης αξίας ή τμημάτων ιδιοκτησίας κατά όροφο, από τους χώρους που καθορίζονται τελικά ως οικοδομήσιμοι ή από κτίρια της περιοχής αυτής». Σε εκτέλεση και εφαρμογή των ως άνω συνταγματικών διατάξεων του άρθρου 24, εκδόθηκαν αρχικά ο Ν. 947/1979 «Περί οικιστικών περιοχών» και στη συνέχεια ο Ν. 1337/1983 «Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, κ.λπ.», με τους οποίους θεσμοθετήθηκαν νέες διαδικασίες διαφέρουσες από τη ρυμοτομία των ΝΔ 17.7.1923 και 797/1971 (ΕΑ 3242/2021 ΤΝΠ Nomos). Με τα άρθρα 8 και 12 του ν. 947/1979 ρυθμίστηκε νέα διαδικασία απόκτησης κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, η οποία εφαρμόζεται στις περιοχές ένταξης ή επέκτασης του σχεδίου και προβλέπεται ο τρόπος υλοποίησης της διαχείρισης με την έκδοση της Πράξεως Εφαρμογής, η έγκριση της οποίας έχει τις συνέπειες της έγκρισης σχεδίου πόλης. Για τη δημιουργία των κοινόχρηστων χώρων που αυτή προβλέπει καθιερώνεται, αντιστοίχως, υποχρέωση εισφοράς σε γη….Μετά την κύρωσή της με απόφαση του Νομάρχη, η πράξη εφαρμογής γίνεται οριστική και αμετάκλητη και αποτελεί ταυτοχρόνως και πράξη βεβαίωσης για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη, όπως και κάθε μεταβολής που επέρχεται στα ακίνητα. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 7 περ. α’ του Ν. 1337/1983 (και αντιστοίχως του άρθρου 48 παρ. 7 περ. α του από 14/277/1999 ΠΔ ΚΒΠΝ) με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής επέρχονται όλες οι αναφερόμενες σε αυτήν μεταβολές στις ιδιοκτησίες, εκτός από εκείνες για τις οποίες οφείλεται αποζημίωση και για τη συντέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ΝΔ από 177/16.8.1923 και του ΝΔ 797/1971 «Περί Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων» (ήδη του Ν. 2882/2001 «Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων»). Οι μεταβολές των ιδιοκτησιών χωρίζονται δηλαδή σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι μεταβολές που συνίστανται σε εισφορά σε γη, με την αφαίρεσή τους και τη διάθεση τους για τους προβλεπόμενους στο νόμο σκοπούς (άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 947/1979-άρθρο 8 παρ. 8 του Ν. 1337/1983-άρθρο 45 παρ. 8 ΚΒΠΝ). Με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής επέρχονται όλες οι μεταβολές της κατηγορίας αυτής στις ιδιοκτησίες. Στη δεύτερη κατηγορία μεταβολών ανήκουν εκείνες που αφορούν προσκυρώσεις, τακτοποιήσεις και ρυμοτομήσεις ή και δεσμεύσεις ιδιοκτησιών, πέραν της οφειλόμενης εισφοράς σε γη. Οι επεμβάσεις αυτές, εφόσον συνίστανται σε αναγκαστικές αφαιρέσεις ιδιοκτησιών ή τμημάτων ιδιοκτησιών επιπλέον εκείνων που περιλαμβάνονται στην καθορισμένη έκταση εισφοράς σε γη, δεν ολοκληρώνεται με τη μεταγραφή της πράξης εφαρμογής, αλλά, σύμφωνα, με το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος θα πρέπει να προηγηθεί η πλήρης αποζημίωση των θιγόμενων ιδιοκτησιών και μόνο μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης των εν λόγω ακινήτων, με την καταβολή της αποζημίωσης ή τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της παρακατάθεσής της, επέρχεται μεταβολή της πρώτης κατηγορίας αυτής. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, που ιδιοκτήτης στερήθηκε το απαλλοτριούμενο ακίνητο πριν από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, ήτοι πριν την καταβολή της αποζημίωσης ή την παρακατάθεση αυτής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, έχει δικαίωμα να ανακτήσει τη νομή του και συγχρόνως να ζητήσει αποζημίωση, κατά τις γενικές διατάξεις, για το χρόνο που στερήθηκε την κατοχή του. Η μη καταβολή της πλήρους αποζημίωσης της απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας εμποδίζει όχι μόνο τη μετάσταση της κυριότητας, αλλά και τη μετάσταση της νομής. Την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ιδιοκτήτη πριν από την καταβολή της αποζημίωσης προβλέπει ο συνταγματικός νομοθέτης στο άρθρο 17 παρ. 4 εδ. γ’ του Συντάγματος, ορίζοντας ότι «πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση, διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη». Το Σύνταγμα, με τη διάταξή του αυτή, κατοχυρώνει κυρίως τη νομή του ιδιοκτήτη και καθιστά παράνομη κάθε ενέργεια εναντίον της. (ΑΠ 771/1977, ΕΑ 3242/2021, ΕΑ 4131/2021 ΤΝΠ Nomos). Οι προηγούμενες του ν.δ. 797/1971 απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν σε εφαρμογή της νομοθεσίας για τα σχέδια πόλεων, μη καταλαμβανόμενες από τη ρύθμιση του άρθρου 36 του ν. 1337/1983, δεν υπάγονται στον κανόνα του άρθρου 2 §3 του προϊσχύοντος κ.ν. 1731/1939 (β.δ. της 29/30.4.1953) κατά τον οποίο αίρονται αυτοδικαίως οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν συντελέσθηκαν με την καταβολή ή την παρακατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της σχετικής πλήρους αποζημιώσεως. Διότι οι απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται κατά τη νομοθεσία για τα σχέδια πόλεων εξαιρέθηκαν ρητά από τον κανόνα αυτόν με το άρθρο 17 του α.ν. 2003/1939 και 43 §4 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, κατά τα οποία ως προς τις απαλλοτριώσεις αυτές ισχύουν οι προϋφιστάμενες των ανωτέρω νόμων ειδικές διατάξεις. Τέτοιες διατάξεις προκειμένου για απαλλοτριώσεις για εφαρμογή σχεδίων πόλεων, είναι οι διαλαμβανόμενες στα άρθρα 1 και 2 του ν.5269/1931 «περί αδειών οικοδομών των ρυμοτομουμένων ακινήτων», όπως αυθεντικώς ερμηνεύθηκαν με το ν. 1740/1951 που ορίζουν ότι, όταν παρέλθουν άπρακτες οι καθοριζόμενες με αυτές προθεσμίες για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως, χορηγείται η ζητούμενη άδεια για επισκευή ή ανοικοδόμησή του για ρυμοτομία απαλλοτριωθέντος ακινήτου, χωρίς να αίρεται όμως αυτοδικαίως η για την εφαρμογή του σχεδίου επιβληθείσα απαλλοτρίωση και χωρίς να δημιουργείται η υποχρέωση της Διοικητικής Αρχής για την ανάκληση ή τροποποίηση του σχεδίου ρυμοτομίας για την άρση της απαλλοτριώσεως. Αλλά οι ανωτέρω απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν, λόγω ρυμοτομίας, εφ’ όσον μετά την κήρυξή τους διατηρούνται χωρίς να πραγματοποιείται η συντέλεσή τους, σύμφωνα με το νόμο, για μακρό χρονικό διάστημα, το οποίο με τις ιδιαίτερες συνθήκες, που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, υπερβαίνει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα εύλογα όρια, με αποτέλεσμα να στερείται ο ιδιοκτήτης το δικαίωμα ελεύθερης διάθεσης του ακινήτου κατά την πραγματική αξία του και ελεύθερης οικονομικής εκμετάλλευσης αυτού, αποτελούν οικονομικό και νομικό βάρος της ιδιοκτησίας, που έρχεται σε αντίθεση προς τη συνταγματική προστασία αυτής. Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές ανακύπτει υποχρέωση της Διοίκησης να άρει την αναγκαστική απαλλοτρίωση, την υποχρέωση, δε, αυτή δεν αναιρεί το ότι για την άρση απαιτείται τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, για την οποία ο νόμος προβλέπει την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων, διότι η τροποποίηση προς το σκοπό να αρθεί η απαλλοτρίωση είναι υποχρεωτική για τη Διοίκηση. Επομένως, ιδιοκτήτης ακινήτου, που έχει ρυμοτομηθεί κατ’ εφαρμογή του σχεδίου πόλεως, εφόσον από την επιβολή της απαλλοτρίωσης παρήλθε μακρύ χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου δεν συντελέστηκε η απαλλοτρίωση αυτή με την καταβολή ή την παρακατάθεση της οφειλομένης αποζημίωσης, μπορεί να απευθυνθεί στη Διοίκηση και να ζητήσει την άρση της απαλλοτρίωσης του ακινήτου, γιατί η διατήρηση της στην περίπτωση αυτή προσκρούει στις συνταγματικές διατάξεις για την προστασία της ιδιοκτησίας. Εάν η διοίκηση αρνηθεί να προβεί στη νόμιμη (οφειλομένη) αυτή ενέργεια της, ο θιγόμενος ιδιοκτήτης μπορεί να προσφύγει στα Διοικητικά Δικαστήρια και να ζητήσει την ακύρωση της ρητής ή σιωπηρής άρνησης της Διοίκησης. Το Διοικητικό Δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, θα κάνει δεκτή την αίτηση του θιγομένου ιδιοκτήτη, ακυρώνοντας την άρνηση της Διοίκησης και θα αναπέμψει την υπόθεση στη Διοίκηση προκειμένου αυτή και μόνον, αφού προβεί στην άρση της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως σε συμμόρφωση προς την εκδοθείσα δικαστική απόφαση, είτε να τροποποιήσει το ρυμοτομικό σχέδιο κατά τρόπο ώστε να μεταβάλλεται ο συνεπαγόμενος την αναγκαστική απαλλοτρίωση χαρακτηρισμός του ακινήτου, είτε, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, να επανεπιβάλει την αρθείσα αναγκαστική απαλλοτρίωση και δεσμεύσει εκ νέου το ακίνητο, είτε τέλος να θεωρήσει για κάποιο νόμιμο λόγο (δασικός χαρακτήρας, οριοθέτηση αιγιαλού ή ρέματος) ότι το ακίνητο παραμένει εκτός πολεοδομικού σχεδιασμού. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι με μόνη τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης με την οποία βεβαιώνεται η άρση της απαλλοτρίωσης, μέχρι την τροποποίηση του σχεδίου πόλεως, ή την επανεπιβολή σ’ αυτό ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, το ακίνητο παραμένει πολεοδομικώς αρρύθμιστο. (ΑΠ 57/2014 ΤΝΠ Nomos).
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 1099 ΑΚ, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή με παράνομη πράξη, αφαίρεσε δηλαδή υπαίτια από τον κύριο χωρίς τη θέλησή του τη νομή του πράγματος, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις περί αδικοπραξίας διατάξεις των άρθρων 914 επ., 934 επ. ΑΚ. Η αποζημίωση κατά τη διάταξη αυτή συνίσταται σε πλήρες διαφέρον, το οποίο περιλαμβάνει τόσο τη θετική όσο και την αποθετική ζημία που υπέστη ο κύριος από την αφαίρεση και τη μη απόδοση σ’ αυτόν της νομής του πράγματος, άρα και το διαφυγόν κέρδος, χωρίς να ενδιαφέρει η καλή ή κακή πίστη αυτού ή αν η ενέργεια του αποτελεί ή όχι ποινικό αδίκημα, προϋποθέτει δε πταίσμα του εναγομένου (ΑΠ 822/2014 ΤΝΠ Nomos, ΕΑ 7934/2007 ΕλλΔνη 2008/1106, ΕΑ 2073/1987 ΕλλΔ/νη 1988/550). Ειδικότερα στην αγωγή που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ πρέπει να αναφέρονται: α) η ζημιογόνος συμπεριφορά του εναγομένου, β) το παράνομο αυτής, γ) η υπαιτιότητα (αμέλεια ή δόλος), δ) η ζημία (θετική και αποθετική) και ε) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και ζημίας (ΕΑ 3421/2021 ΤΝΠ Nomos). Περαιτέρω, η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού έχει επικουρικό (επιβοηθητικό) χαρακτήρα, με την έννοια ότι χορηγείται από το νόμο όταν δεν υπάρχει ανάμεσα στα ίδια πρόσωπα και βάσει των πραγματικών περιστατικών άλλη αξίωση που να πηγάζει από άλλη έννομη σχέση (ΟλΑΠ 22/2003 ΕλλΔνη 2003/1261, ΑΠ 1433/2010, ΧρΙΔΔ 2011/502, ΑΠ 1014/2010 ΤΝΠ Nomos). Υπό το πρίσμα αυτό όταν με την αγωγή ασκείται αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με την αξίωση του δικαιούχου από αδικοπραξία θα πρέπει, για την πληρότητα του αγωγικού δικογράφου, να αναφέρεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής αξίωσης ή ότι η τελευταία αξίωση έχει παραγραφεί (άρθρο 938 ΑΚ). Αν όμως η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού χρησιμοποιείται ως επικουρική βάση της αγωγής, δηλαδή σωρεύεται στο δικόγραφο κατά δικονομική επικουρικότητα (υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από αδικοπραξία, άρθρο 219 ΚΠολΔ), για την πληρότητά της αρκεί να μνημονεύεται η ωφέλεια που αποκόμισε ο εναγόμενος από την αδικοπραξία («περιελθόν») σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος (άρθρο 938ΑΚ, ΑΠ 28/2010, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠατρ 281/2002), χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης ή ότι η αξίωση του δικαιούχου έχει παραγραφεί, αφού η έλλειψη των στοιχείων της αδικοπραξίας ή η παραγραφή της αξίωσης που πηγάζει από αυτή θα διαγνωσθούν στην ίδια δίκη (ΑΠ 1468/2010, ΕΑ 3124/2021 ΤΝΠ Nomos). Άλλωστε, την αγωγή αποζημιώσεως κατ’ άρθρο 914 ΑΚ προβλέπεται να έχει ο νομέας του πράγματος και κατά τις διατάξεις των άρθρων 987 παρ.2 και 989 παρ.2 ΑΚ που αφορούν στις περιπτώσεις αποβολής και διατάραξης της νομής και στοιχείο βάσης της σχετικής αγωγής αποτελεί μεταξύ άλλων, η ύπαρξη ζημίας συνιστάμενης, στην περίπτωση της αφαιρέσεως, στους καρπούς που έχασε ο νομέας από την εκμετάλλευση του πράγματος, όπως στην περίπτωση που το Δημόσιο καταλαμβάνει με τα όργανα που έχει προστήσει το ακίνητο που έχει απαλλοτριωθεί πριν από τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως και ο ιδιοκτήτης έχει ενοχικό δικαίωμα για αποκατάσταση της περιουσιακής του βλάβης που συνίσταται στην ωφέλεια του ακινήτου που αυτός στερήθηκε από την παράνομη και πρόωρη κατάληψή του, αγωγή που απευθύνεται στο καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για την αξία του αντικειμένου της δίκης των άρθρων 7 έως 10 και 10 έως 14 ΚΠολΔ. (βλ. Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, Κεφάλαιο Πέμπτο, Αγωγή Αποζημίωσης, σελ. 195,196, έκδοση 1989). Συνεπώς, στις περιπτώσεις που οι υλικές ενέργειες του Δημοσίου ή των Ο.Τ.Α. και των προστηθέντων τους υπό την μορφή πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων τους, αναγόμενες στις έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου, θεμελιώνουν αξίωση αποζημίωσης τρίτων σε βάρος τους, δικαιοδοσία για την εκδίκαση των σχετικών αγωγών έχουν τα πολιτικά δικαστήρια. Η μη καταβολή της αποζημίωσης από τον υπέρ’ ου η απαλλοτρίωση φορέα του δημοσίου στον ιδιοκτήτη της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας, εμποδίζει την συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την κατ’ επέκταση αυτής μετάσταση του δικαιώματος της κυριότητας στο δημόσιο, κατά ρητή πρόβλεψη του Συντάγματος και πλέον αυτού εμποδίζει την μετάσταση της νομής στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση, συνεπώς ο ιδιοκτήτης του βεβαρημένου με απαλλοτρίωση ακινήτου, έχει δικαίωμα να αιτηθεί την απόδοση του ακινήτου του με τις γενικές διατάξεις προστασίας της κυριότητας καθώς και τυχόν αποζημίωση για το χρονικό διάστημα της παράνομης κατάληψης και στέρησης κάρπωσης της ιδιοκτησίας του άνευ της νομιμοποιητικής βάσης συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών του ΑΚ.
Περαιτέρω, το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998 για το εθνικό κτηματολόγιο, ως ισχύει προβλέπει ότι: «1. Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως αρχικές εγγραφές στο Κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με την παράγραφο 2 περίπτωση β’ του άρθρου 3. Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, υπόκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος κεφαλαίου. «2. α) Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, μπορεί να ζητηθεί, με αγωγή ενώπιον του αρμόδιου καθ’ ύλην και κατά τόπο Πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή, αναγνωριστική ή διεκδικητική, ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία που λήγει την 31η Δεκεμβρίου του έτους, εντός του οποίου συμπληρώνονται οκτώ (8) έτη από την έναρξη της προθεσμίας, σύμφωνα με την περ. γ’ της παρούσας. «2. Για τις περιοχές που κηρύχθηκαν υπό κτηματογράφηση πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3481/2006 (Α’ 162), η αποκλειστική προθεσμία της περ. α’ της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 2664/1998, εάν δεν είχε λήξει η ίδια ή οι παρατάσεις της μέχρι τις 30.1 1.2018, λήγει στις 31.12.2023. Η ανωτέρω καταληκτική ημερομηνία ισχύει και για τις περιοχές στις οποίες οι πρώτες εγγραφές καταχωρίσθηκαν από την 1η. 1.2013 έως και την 31η. 12.2014…«γ) Η αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση της αγωγής της περ. α αρχίζει από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Δ.Σ. του Φορέα, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 1. Η αγωγή απευθύνεται κατά του αναγραφόμενου ως δικαιούχου του δικαιώματος στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή ή κατά των καθολικών του διαδόχων..».
Επειδή το άρθρο 1094 ΑΚ προβλέπει: «Ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος» ενώ το άρθρο 1097 ΑΚ ότι: « Ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, αν από υπατιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιον άλλο λόγο.». Επίσης, αν ο επικαλούμενος τρόπος κτήσης κυριότητας είναι η έκτακτη χρησικτησία κατ’ άρθρο 1045 του ΑΚ, τότε ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί την εικοσαετή νομή (974 του ΑΚ) και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Τέτοιες δε εμφανείς πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου, είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κλπ, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 80/2015, ΑΠ 27/2015, ΑΠ 26/2015 ΤΝΠ Nomos).
Ακολούθως, στο άρθρο 290 παρ.7 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας της 14/7/1999 «Η επιβάρυνση των ιδιοκτητών δεν μπορεί να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το μισό του εμβαδού του βαρυνόμενου οικοπέδου, μετά την αφαίρεση της τυχόν υπάρχουσας πρασιάς και, σε περίπτωση ρυμοτόμησης, το μισό του εμβαδού που απομένει μετά τη ρυμοτομία ή εκείνου που προκύπτει από τακτοποίηση ή προσκύρωση. Η πέραν των ανωτέρω ορίων έκταση βαρύνει τον οικείο δήμο ή κοινότητα.» Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 6 του Ν. 5269/1931 (ΦΕΚ 274/τΑ714-8-1931), «Περί αδειών οικοδομικής επί των ρυμοτομουμένων ακινήτων», ιδιοκτήτες ακινήτων τα οποία με τη διάνοιξη νέας οδού αποκτούν πρόσωπο σ’ αυτή, τεκμαίρεται ότι αντλούν οικονομικό όφελος, από το γεγονός ότι το ακίνητό τους μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση έχοντας πρόσοψη στη διανοιγόμενη οδό, αποκτά περισσότερη αξία. Για το λόγο αυτό, μέρος από το ρυμοτομούμενο τμήμα του ακινήτου τους, έμπροσθεν από το πρόσωπο αυτού επί της νέας οδού, δεν αποζημιώνεται». Με το άρθρο 3 του ν. 653/1977 προβλέπεται η αντικατάσταση της ανωτέρω διάταξης ως εξής: «3. Δι’ αυτό το απαλλοτριωτέον οικόπεδον, συνυπόχρεοι καθίστανται ο τε Δήμος ή η Κοινότης και οι οφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται, θεωρουμένων ως τοιούτων των ιδιοκτητών ακινήτων, ών τα οικόπεδα έχουν ή δύνανται να αποκτήσουν δια προσκυρώσεων ή τακτοποιήσεων πρόσωπον επί του εν ώ περιλαμβάνεται το απαλλοτριωτέον ακίνητον κατά την ανωτέρω παράγραφον 1, χώρου. Οι παρόδιοι υποχρεούνται εις την πληρωμήν της αποζημιώσεως προς διάνοιξιν οδών πλάτους μόνον μέχρι τριάκοντα μέτρων, είτε απ’ ευθείας διανοιγομένων εις το πλάτος τούτο, είτε δια διαδοχικάς ευρύνσεων. Δια την διάνοιξιν οδών πλατυτέρων των τριάκοντα μέτρων, ή δια μεταγενεστέρας οιανδήποτε υπέρ το πλάτος τούτο διεύρυνσης το επί πλέον των τριάκοντα μέτρων πλάτος, βαρύνει τον Δήμον ή Κοινότητα. Εις πάσαν περίπτωσιν η υποχρέωσις των παρόδιων της αυτής πλευράς της οδού, δεν δύναται να υπερβαίνη την αποζημίωσιν ζώνης πλάτους μείζονος των δεκαπέντε μέτρων. Δια την διάνοιξιν πλατειών, αλσών, απλών διευρύνσεων κατά τας διασταυρώσεις οδών και εν γένει κοινοχρήστων χώρων, οι παρόδιοι ιδιοκτήται της αυτής πλευράς, υποχρεούνται εις την πληρωμήν της αποζημιώσεως της αναλογούσης εις επιφάνειαν ζώνης οικοπέδων πλάτους είκοσι μέτρων, περιλαμβανομένης εντός του όλου απαλλοτριωτέου χώρου, ασχέτως θέσεως. Εις πάσας τας περιπτώσεις της παρούσης παραγράφου, η επιβάρυνσις των ιδιοκτητών, δεν δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου οικοπέδου, μετά τη αφαίρεσιν της τυχόν υπαρχούσης πρασιάς και εν περιπτώσει ρυμοτομήσεως του απομένοντος μετά την ρυμοτομίαν ή του τακτοποιήσεως ή προσκυρώσεως προκύπτοντος. Η πέραν των ως άνω ορίων έκτασις, βαρύνει τον οικείον Δήμον ή Κοινότητα. Ο τρόπος αναλογισμού της αποζημιώσεως μεταξύ των τελευταίων, καθ’ όλας τας ανωτέρω περιπτώσεις και πάσα σχετική λεπτομέρεια, ορίζονται δια διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει του επί των Δημοσίων ΄Εργων Υπουργού». Στο άρθρο 62 παρ.10 του ν. 9471/1979 προβλέπεται ότι : Οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977 (ΦΕΚ 169 Α’) όπως αυτές έχουν συμπληρωθεί και ισχύουν, εφαρμόζονται και επί επαρχιακών, δημοτικών ή κοινοτικών οδών για το μέχρι είκοσι (20) μέτρων πλάτος της οδού”. Με την προηγούμενη νομοθεσία το τεκμήριο ωφέλειας ήταν αμάχητο, με το άρθρο 33 του Ν.2971/2001, καθιερώθηκε διαδικασία ανατροπής του, κατά τον οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης (ΕφΙωαν 226/2009 ΤΝΠ Nomos, ΟλΑΠ 11/2011) και στην περίπτωση που σε ρυμοτομούμενο ακίνητο, υπάρχουν τμήματα τα οποία αποζημιώνονται από παρόδιους ιδιοκτήτες (ή από τον ΟΤΑ) και τμήμα αυταποζημιούμενο, μόλις συντελεστεί η απαλλοτρίωση με τη δημοσίευση στην ΕτΚ της γνωστοποίησης των παρακαταθέσεων όλων των υπόχρεων και δεν υπολείπεται ποσό για να καταβληθεί στον δικαιούχο, η απαλλοτρίωση συντελείται με τη δημοσίευση στην ΕτΚ της γνωστοποίησης για την αυταποζημίωση, κατά τον τρόπο που η τελευταία καθορίστηκε με τη σχετική διοικητική πράξη (εδ. β παρ. 2 άρθρου 7 ΚΑΑΑ). Δηλαδή, για την αυταποζημίωση απαιτείται πράξη αναλογισμού αποζημίωσης, με την οποία να έχει διαπιστωθεί η ανυπαρξία δικαιώματος αποζημίωσης του ιδιοκτήτη και, αντιστοίχως, υποχρέωση του ιδίου προς αυτοαποζημίωση (ΣτΕ 3570/2002 ΤΝΠ Nomos). Ειδικότερα, με την παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 5269/1931 (ΦΕΚ 274) ορίζεται ότι “Υπόχρεοι προς καταβολήν της αποζημιώσεως διά την απαλλοτρίωσιν ακινήτων καταλαμβανομένων υπό των υπό του εγκεκριμένου σχεδίου προβλεπομένων χώρων ως κοινοχρήστων, ήτοι οδών …. είναι ο δήμος ή η κοινότητα κατά τους ακολούθους όρους και αναλογίας” ενώ με την παρ. 3 αφενός μεν καθορίζονται βασικώς οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες υποχρεούνται προς αποζημίωση ο Δήμος και οι ιδιοκτήτες και η από αυτές προκύπτουσα αναλογία της συμμετοχής τους σε αυτή, αφετέρου δε, με το τελευταίο εδάφιο, παρέχεται εξουσιοδότηση προκειμένου να ορισθούν με διάταγμα “ο τρόπος αναλογισμού της αποζημιώσεως μεταξύ Δήμου ή Κοινότητας και παρόδιων ιδιοκτητών και μεταξύ των τελευταίων, καθ’ όλας τας ανωτέρω περιπτώσεις και πάσα σχετική λεπτομέρεια”. Κατ’ επίκληση δε της τελευταίας αυτής διατάξεως εκδόθηκε το από 7-13.5.1936 β.δ. κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, σε περίπτωση ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως, ο υπόχρεος αποζημιώσεως και η αναλογία συμμετοχής του σε αυτήν καθορίζονται με την προβλεπόμενη από αυτές πράξη αναλογισμού αποζημιώσεως. Τούτου δε, έπεται ότι εάν υποβληθή στη Διοίκηση αίτηση τροποποιήσεως ρυμοτομικού σχεδίου για το λόγο ότι η επιβληθείσα με αυτό απαλλοτρίωση έχει ανακληθεί αυτοδικαίως λόγω μη καθορισμού εντός της ανωτέρω οκταετίας της σχετικής αποζημιώσεως, η απόρριψη του αιτήματος με την αιτιολογία ότι δεν οφείλεται στον αιτούντα αποζημίωση συνεπεία της απαλλοτριώσεως διότι υπάρχει υποχρέωση αυτοαποζημιώσεώς του και ότι κατ’ ακολουθίαν, δεν συντρέχει περίπτωση καθορισμού οφειλομένης αποζημιώσεως, είναι νόμιμη μόνον αν στηρίζεται σε πράξη αναλογισμού αποζημιώσεως, με την οποία διαπιστώνεται η έλλειψη δικαιώματος προς αποζημίωση κατά την προβλεπόμενη με τις ανωτέρω διατάξεις διαδικασία εκδόσεως των πράξεων αυτών, με την οποία κατοχυρώνεται η δυνατότητα συμμετοχής των ενδιαφερομένων ιδιοκτητών για να εκθέσουν τις απόψεις τους. (ΣΤΕ 3570/2002 ΤΝΠ Nomos).
Επίσης, στο άρθρο 3 του ν.δ. 31/1968 «περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και ρυθμίσεως ετέρων τινών θεμάτων» (Α’ 281) ορίζεται: «Αι υπό των αστικών εν γένει νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων περί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμενα εις το δημόσιον προνομίαι ή τεθεσπισμέναι ειδικαί προστατευτικοί διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφ’ όσον αι τυχόν υφιστάμεναι αντίστοιχοι δια τους οργανισμούς τούτους προνομίαι εν γένει δεν είναι ευρύτεροι ή ευνοϊκότεροι των επί του δημοσίου ισχυουσών». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τους ΟΤΑ ισχύει κατ’ αρχήν η νομοθεσία περί δημοσίου λογιστικού, εάν όμως υπάρχουν περί παραγραφής διατάξεις του κοινού δικαίου ευνοϊκότερες, εφαρμόζονται αυτές υπέρ των ΟΤΑ (ΑΠ 1310/2009, ΑΠ 420/2002 ΤΝΠ Nomos). Αντιστοίχως, με την παρ. 4 του άρθρου 29 του ν. 3202/2003 (Α’ 284) προστέθηκαν στο άρθρο 304 του π.δ. 410/1995 (Α’ 231, «Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας») ως προς την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ οι εξής διατάξεις: «Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ έχουν εφαρμογή οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ καταργείται». Αντιστοίχως στο Ν.Δ. 321/1969 «περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού», το οποίο εφαρμόζεται εφόσον η σχετική αξίωση γεννήθηκε πριν από τη θέση σε ισχύ του Ν. 2362/1995 «περί Δημοσίου Λογιστικού ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλων διατάξεων» (ήτοι πριν από την 1/1/1996) ορίζεται στο άρθρο 91 παρ. 1 ότι «ο χρόνος της παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, είναι πέντε ετών, εφόσον υπό ετέρας γενικής ή ειδικής διατάξεως δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής» και στο άρθρο 93 του ίδιου Ν.Δ. ότι «η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους, καθ’ ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις». Αντιστοίχως, στο άρθρο 90 παρ. 1 του προαναφερόμενου Ν. 2362/1995 «περί Δημοσίου Λογιστικού ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλων διατάξεων» ορίζεται ότι: «οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής», ενώ αντιστοίχως στο άρθρο 91 εδ. α’ του ίδιου νόμου ότι «επιφυλασσόμενης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής», σύμφωνα δε με το άρθρο 107 του τελευταίου ως άνω νόμου «οι διατάξεις… περί παραγραφής εφαρμόζονται επί απαιτήσεων που γεννώνται μετά την έναρξη της ισχύος του», η οποία με βάση το άρθρο 119 αυτού προσδιορίζεται την 1η/1/1996. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι υπέρ του Δημοσίου και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ισχύει παραγραφή κάθε ενοχικού χρέους μετά παρέλευση πέντε (5) ετών αφότου γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι νομικώς δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ, ο οποίος έχει γενική εφαρμογή και ανεξάρτητα από το χρόνο, κατά τον οποίο – αν πρόκειται για αξίωση από αδικοπραξία – αυτός που ζημιώθηκε έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Οι ανωτέρω ρυθμίσεις που εισάγονται με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν είναι ειδικές ως προς την παραγραφή των ενοχικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου και των ΟΤΑ, (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και εκείνες που πηγάζουν από αδικοπραξία), με βάση τις οποίες, είτε πρόκειται γι’ αυτές του άρθρου 91 παρ. 1 του Ν.Δ. 321/1969, είτε γι’ αυτές του άρθρου 90 παρ. 1 του Ν. 2362/1995, σε καμία περίπτωση ο χρόνος παραγραφής, κατά τη νομοθετική βούληση που εκφράσθηκε σαφώς, δεν μπορούσε να υπερβαίνει την πενταετία, (με αφετηρία το χρονικό σημείο που προαναφέρθηκε), ενώ ο χρόνος αυτός θα κινδύνευε να εκταθεί σε εικοσαετία, αν η αφετηρία μετακινείτο στο χρόνο γνώσης από τον παθόντα της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου, όπως ορίζει το άρθρο 937 ΑΚ (ΟλΑΠ 33/1988 ΤΝΠ Nomos, ΑΠ 878/2004, ΕλλΔ/νη 2006/1435). Εξάλλου, σε περίπτωση αδικοπραξίας που έλαβε χώρα με πράξη ή παράλειψη άπαξ τελεσθείσα, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός (πράξη ή παράλειψη), γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη θετική και αποθετική ζημία, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής αρχίζει για όλες τις ζημίες ενιαίως (ΟλΑΠ 24/2003). Διαφορετικά όμως έχουν τα πράγματα όταν η γενεσιουργός της ζημίας παράνομη και υπαίτια, συμπεριφορά του υπόχρεου δεν έλαβε χώρα άπαξ, αλλά συνεχίζεται, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο δράστης υπαιτίως παραλείπει να άρει δημιουργηθείσα από αυτόν επιζήμια κατάσταση, από τη διατήρηση της οποίας προκαλείται ζημία σε άλλον. Στην περίπτωση αυτή η ζημία που προκαλείται σε άλλον από την υπαίτια παράλειψη του δράστη να άρει τη γενεσιουργό της ζημίας κατάσταση δεν είναι άμεση συνέπεια της άπαξ τελεσθείσης και ολοκληρωθείσης πράξεως του δράστη, με την οποία δημιουργήθηκε η κατάσταση, αλλά της διατηρήσεως και μη άρσεως της ζημιογόνου αυτής καταστάσεως, γεννάται δε όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αυτή και όχι άπαξ με την τέλεση της πράξεως με την οποία η κατάσταση αυτή δημιουργήθηκε. Επομένως, η παραγραφή της αξιώσεως του ζημιωθέντος προς αποζημίωση για τη ζημία που υφίσταται από την διατήρηση της καταστάσεως αυτής και την παράλειψη του αδικοπρακτούντος να ενεργήσει προς άρση της, δεν αρχίζει από τον χρόνο της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς του αδικοπρακτούντος με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά σημεία που εξακολουθεί να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να προκαλεί ζημία σε άλλον (ΑΠ 1604/2014 ΤΝΠ Nomos). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094, 1096-1100, 1099, 249, 937 ΑΚ προκύπτει ότι οι αξιώσεις των άρθρων 1096-1100 ΑΚ, μεταξύ των οποίων και η αξίωση για αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητα του χειροτέρεψε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιον άλλο λόγο το πράγμα, υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και αρχίζει από την τέλεση της πράξης, που σημαίνει ότι στην περίπτωση αυτή, η εικοσαετής παραγραφή αρχίζει και αν δεν έχει ακόμη γεννηθεί η αξίωση και, μόνο κατ’ εξαίρεση, η από το άρθρο 1099 ΑΚ αξίωση για αδικοπραξία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 508/201 1 ΧρΙΔ ιβ’ 39). Εξάλλου, κατά το άρθρο 91 του ν.δ. 321/17.8.1969 “Περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού” (το οποίο ν.δ. ήδη αντικαταστάθηκε με το ν. 2362/1995) και το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν.δ/τος 31/1968, εφαρμόζεται αναλόγως και για τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.), ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου είναι πέντε ετών, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, κατά δε το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι στην περίπτωση της αξίωσης αποζημίωσης λόγω αδυναμίας απόδοσης του πράγματος η γέννηση αυτής, και συνακόλουθα, η παραγραφή της αρχίζει από τότε που βεβαιώνεται με την απόφαση επί της σχετικής αγωγής ή κατά την εκτέλεση ότι δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του διεκδικούμενου πράγματος (ΑΠ 427/2009 ΕλλΔνη 50.1406, ΑΠ 599/2013, ΑΠ 1932/2014, ΕφΔυτΣτ 17/2023 ΤΝΠ Nomos).
Τέλος, κατά το άρθρο 28 του ν. 1337/1983 «ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα. Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση. Σε περίπτωση, όμως, που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις». Η διάταξη αυτή δεν παρέχει στους Δήμους αρμοδιότητα έκδοσης εκτελεστής διοικητικής πράξης για τον χαρακτηρισμό οδού ή διόδου ως «δημοτικής οδού», ούτε για τον χαρακτηρισμό χώρων ως κοινοχρήστων ή ως περιελθόντων στην ιδιοκτησία τους. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όπως διαφωτίζεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισής της, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον α) προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλης ως κοινόχρηστοι χώροι και β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από τις ενέργειες του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, με την ανοχή του ιδιοκτήτη. Έτσι για την μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου Ο.Τ.Α. δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 46/2018 ΤΝΠ Nomos). Συνεπώς εφόσον συντρέχουν οι άνω δύο προϋποθέσεις του άρθρου 28 του ν. 1337/1983 επέρχεται μετάθεση της κυριότητος υπέρ του οικείου Δήμου ή Κοινότητας, αδιαφόρως αν το ακίνητο είχε τεθεί σε κοινή χρήση πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, δεδομένου ότι τέτοια διάκριση δεν συνάγεται από την παραπάνω διάταξη, αλλά αντιθέτως ο δικαιολογητικός λόγος που οδήγησε το νομοθέτη να εισαγάγει αυτή την ρύθμιση συντρέχει σε αμφότερες τις περιπτώσεις. Ούτε, άλλωστε απαιτείται οι χώροι που τέθηκαν σε κοινοχρησία με την βούληση του ιδιοκτήτη να ταυτίζονται με τους δρόμους και τις πλατείες του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, το οποίο ενδέχεται κατά περίπτωση να τροποποιηθεί και να προσαρμοσθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις (ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 1178/ 2011, ΑΠ 1151/2010, ΑΠ 157/2009, ΣτΕ 1200/2015, ΣτΕ 3211/ 2014, ΣτΕ 392/2014, ΣτΕ 2924/2012, ΕφΠατρ 439/2020 ΤΝΠ Nomos).
O εναγόμενος Δήμος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με τις προτάσεις του ισχυρίσθηκε ότι: α) δυνάμει του από 22-10-1970 Β. Διατάγματος με το οποίο τροποποιήθηκε και επεκτάθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου Κερατσινίου καθώς και δυνάμει του από 21-7-1971 Β. Διατάγματος (ΦΕΚ Δ201/1971), τυγχάνει αποκλειστικός κύριος και νομέας του ακινήτου με ΚΑΕΚ ……………. το οποίο αφορά στις δημοτικές οδούς …… και ……………….. στην περιοχή του …………….στο Δήμο Κερατσινίου συνολικής εκτάσεως 74.582 τ.μ., εντός του οποίου περιλαμβανόταν τμήμα έκτασης ιδιοκτησίας των εναγόντων, που βρισκόταν στις υπό διαμόρφωση οδούς ……………….., ……………….. και ……., με εμβαδόν 29,30 τ.μ. εμφαινομένου υπό στοιχεία Δ-Δ1-Δ2-Δ στο από 21-10-1997 τοπογραφικό διάγραμμα της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Κερατσινίου, το οποίο ο Δήμος απέκτησε διότι η ιδιοκτησία των αντιδίκων του, έκτασης 150,38 τ.μ. κατά τους τίτλους κτήσης των εναγόντων και της δικαιοπαρόχου τους, βρισκόταν εκτός σχεδίου πόλης και ρυμοτομήθηκε πλήρως με τα ανωτέρω βασιλικά διατάγματα. Ότι εντός του ανωτέρω ΚΑΕΚ ιδιοκτησίας του περιλαμβανόταν και έκταση υπό στοιχεία Γ1-Δ-Δ1-Γ1 που αποτελούσε ιδιωτική οδό άλλων ιδιοκτητών και ουδέποτε αποτέλεσε τμήμα της ιδιοκτησίας των αντιδίκων. Ότι περαιτέρω, ακολούθησε η σύνταξη της με αριθμό 6/1990 πράξης αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Νομαρχίας Πειραιώς που κυρώθηκε με την με αριθμό 442932/Ξ324/90/19-2-1991 απόφαση του Διευθυντή Διεύθυνσης Πολεοδομίας Νομαρχίας Πειραιώς, σύμφωνα με την οποία το ακίνητο των εναγόντων έχει έκταση 150,38 τ.μ. και κατά αυτού δεν προβλήθηκε ένσταση από την ιδιοκτήτρια, β) Ότι το έτος 1997 ακολούθησε εκ νέου τροποποίηση του άνω αναφερόμενου εγκεκριμένου σχεδίου πόλης με την από 20/10/1997 απόφαση του Δημοτικού του Συμβουλίου (ΦΕΚ Δ’1169/1997), με το οποίο καταργήθηκε α) τμήμα της οδού ……………….. από ……………….. και β) τμήμα πρασίνου μεταξύ των οδών ……………….. με αποτέλεσμα να αναβιώσει εκ νέου τμήμα του πλήρως ρυμοτομηθέντος ακινήτου των εναγόντων υπό στοιχεία Α-Β-Γ2-Δ, στο οποίο προσκυρώθηκε και τμήμα εκτάσεως 18,70 τ.μ. υπό στοιχεία Γ1-Δ1-Γ2-Γ-Γ1, με αποτέλεσμα το ακίνητο να αναχθεί σε οικοδομικό τετράγωνο άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση με εμβαδόν 136,30 τ.μ. αποκτώντας πρόσοψη επί της οδού ….. και εμφαινόμενο με τα στοιχεία Α-Β-Γ2-Γ-Γ1-Δ1-Δ2-Α. Ότι το τμήμα υπό στοιχεία Δ1-Δ-Δ2-Δ, συνιστώντας κοινόχρηστο χώρο δημοτικής οδού, παρέμεινε παρά την τροποποίηση ρυμοτομούμενο χωρίς να οφείλεται αποζημίωση λόγω αυτοαποζημίωσης των εναγόντων, κατ’ άρθρο 290 παρ. 6 και 7 π.δ. 14/7/1999, λόγω του ότι ήταν μικρότερο του ημίσεως της επιφάνειας του ακινήτου των εναγόντων και λόγω του ότι με τη ρυμοτόμηση του το ακίνητο αποκτούσε πρόσωπο σε οδό. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε γ) ότι ο Δήμος χρησιδεσπόζει το ανωτέρω τμήμα του ακινήτου εφεξής του έτους 1971 που ρυμοτομήθηκε και κατέστη τμήμα κοινόχρηστης δημοτικής οδού, ασκώντας τις αναφερόμενες πράξεις νομής, εμποδίζοντας κάθε τρίτο να εισέλθει σε αυτό, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθούν τα κυριαρχικά του συμφέροντα από την πλευρά των εναγόντων και της δικαιοπαρόχου τους, οι οποίοι ανέχτηκαν την πραγματική κατάσταση, ουδέποτε αντέδρασαν και αποξενώθηκαν πλήρως από το εν λόγω τμήμα και έτσι απέκτησε το τμήμα με τα προσόντα της τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας, δ) άλλως ότι η επίδικη έκταση περιήλθε σε αυτόν, σύμφωνα με το άρθρο 28 εδ. α και β του ν. 1337/1983 διότι αποτελεί τμήμα κοινόχρηστου δρόμου ευρισκόμενου εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλης, η κοινοχρησία του οποίου είναι μια πραγματική κατάσταση κατά συναγόμενη συναίνεση του ιδιοκτήτη, ο οποίος την ανέχθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα, ε) άλλως ότι το επίδικο τμήμα ουδέποτε αποκτήθηκε από τους ενάγοντες ή τη δικαιοπάροχό τους με χρησικτησία, διότι σε βάρος του Δήμου θα έπρεπε να είχε συμπληρωθεί η χρησικτησία μέχρι τις 2/12/1968, οπότε και άρχισε να ισχύει το ν.δ. 31/1968 «περί προστασίας της περιουσίας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδικοικήσεως», πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση από το έτος 1953 που η δικαιοπάροχος των εναγόντων απέκτησε το ακίνητο μέχρι το έτος 1968, δεν συμπληρώθηκαν είκοσι χρόνια προς θεμελίωση χρησικτησίας, στ) ότι η κρινόμενη διεκδικητική αγωγή έχει υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή καθότι νέμεται και κατέχει το επίδικο τμήμα από το έτος 1970, πλην όμως οι ενάγοντες άσκησαν την αγωγή τους στις 27/10/2010, ήτοι μετά την πάροδο σαράντα ετών, ζ) ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.5 του ν.δ. 797/1971 το οποίο προβλέπει ότι: «Μόνη η απόδειξις νομής επί του απαλλοτριωθέντος ουδέν δικαίωμα προς αποζημίωσιν θεμελιοί», η) ότι η επικουρική αξίωση αποζημίωσης των εναγόντων στην περίπτωση αδυναμίας απόδοσης του πράγματος έχει υποπέσει στην εικοσαετή άλλως στην πενταετή παραγραφή των άρθρων 90 του ν.2362/1995 περί Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού: «Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής» (πλέον άρθρο 140 του ν. 4270/2014) και 48 του ν.δ. 496/1974 «Λογιστικό των Ν.ΙΙ.Δ.Δ -Συμβάσεις – Παραγραφές» που προβλέπει : «1. Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.δ.δ. είναι πέντε ετών, εφ’ όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος.», θ) ότι η αξίωση αποζημίωσης με βάση την αδικοπραξία των εναγόντων έχει υποπέσει στην πενταετή αλλά και στην εικοσαετή παραγραφή του ΑΚ αλλά και των ανωτέρω ειδικότερων διατάξεων, διότι από το χρόνο τέλεσης της πράξης που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο εκδηλώθηκε η παράνομη και ζημιογόνος κατάσταση την οποία επικαλούνται οι ενάγοντες, ήτοι η παράνομη κατάληψη του επίδικου κτήματος από το έτος 1971, μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, στις 27/10/2010 παρήλθε χρονικό διάστημα άνω των πέντε κι άνω των είκοσι ετών. Ο εκκαλών-εναγόμενος Δήμος επαναφέρει με την υπό κρίση έφεσή του τους ανωτέρω ισχυρισμούς, εκ των οποίων ο πρώτος ισχυρισμός κτήσης κυριότητας δυνάμει διενεργηθείσας απαλλοτρίωσης και ο τρίτος δυνάμει θεμελίωσης έκτακτης χρησικτησίας είναι απορριπτέοι ως μη νόμιμοι, ελλείψει αναφοράς της καταβολής της πλήρους αποζημίωσης προς συντέλεση της κηρυχθείσας απαλλοτρίωσης σύμφωνα με τη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, δοθέντος ότι εκ του Συντάγματος προστατεύεται η ιδιοκτησία του βεβαρημένου με απαλλοτρίωση ακινήτου, η κυριότητα και η νομή του οποίου, δεν μετατίθενται στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση πριν την καταβολή της πλήρους αποζημίωσης σε αυτόν. Ο δεύτερος ισχυρισμός περί ιδίας κυριότητας με την επίκληση της επιβάρυνσης του ακινήτου σε έκταση μικρότερη του ημίσεος του εναπομείναντος ακινήτου και της εκ του νόμου αυταποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου λόγω κτήσης πρόσοψης σε οδό, είναι επίσης απορριπτέος ως μη νόμιμος δοθέντος ότι, σύμφωνα με όσα περιλαμβάνονται στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, δεν εκδόθηκε η προβλεπόμενη διοικητική πράξη, βάσει της νόμιμης διοικητικής διαδικασίας, που να βεβαιώνει την αυταποζημίωση του ρυμοτομούμενου ακινήτου, καθόσον η απαλλοτρίωση συντελείται με τη δημοσίευση στην ΕτΚ της γνωστοποίησης για την αυταποζημίωση, κατά τον τρόπο που η τελευταία καθορίστηκε με τη σχετική διοικητική πράξη (εδ. β παρ. 2 άρθρου 7 ΚΑΛΑ), ήτοι με πράξη αναλογισμού αποζημίωσης, που διαπιστώνει την ανυπαρξία δικαιώματος αποζημίωσης του ιδιοκτήτη και, αντιστοίχως, υποχρέωση του ιδίου προς αυτοαποζημίωση. Ακολούθως, ο ισχυρισμός υπό στοιχείο ε, ήτοι ότι η δυνατότητα θεμελίωσης χρησικτησίας σε βάρος ακινήτων των Ο.Τ.Α. δύναται να συντελεστεί έως το έτος 1968 και ότι για το λόγο αυτό η νομή των εναγόντων δεν προσέδωσε σε αυτούς κυριότητα, τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, δοθέντος ότι ο εκκαλών-εναγόμενος δεν αναφέρεται σε ακίνητο που τυγχάνει ιδιοκτησία του (δημοτικό ακίνητο) προ του έτους 1968, αντιθέτως ομολογεί ότι κατά την κηρυχθείσα απαλλοτρίωση του έτους 1970 το επίδικο αποτελεί ιδιοκτησία της δικαιοπαρόχου των εναγόντων. Ο έβδομος ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, δοθέντος ότι ο εναγόμενος δεν επικαλείται ότι οι ενάγοντες ή η δικαιοπάροχός τους προέβαλλε μόνο δικαίωμα νομής στο επίδικο αξιώνοντας αποζημίωση από την απαλλοτρίωση, αλλά ότι πρόβαλε δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο. Ο όγδοος ισχυρισμός περί του ότι η επικουρική αξίωση αποζημίωσης των εναγόντων στην περίπτωση αδυναμίας απόδοσης του πράγματος έχει υποπέσει στην εικοσαετή άλλως στην πενταετή παραγραφή, τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, δοθέντος ότι απαιτείται επίκληση δικαστικής απόφασης, η οποία να βεβαιώνει την αδυναμία απόδοσης του πράγματος, οπότε και άρχεται ο χρόνος παραγραφής, περίσταση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Ο ένατος ισχυρισμός περί παραγραφής της αγωγής αποζημίωσης από αδικοπραξία τυγχάνει μη νόμιμος και απορριπτέος σύμφωνα με τη νομική σκέψη της παρούσας, εφόσον ο εναγόμενος Δήμος επικαλείται ότι εξακολουθεί να κάνει χρήση του ρυμοτομούμενου και συνεπώς εξακολουθεί να υφίσταται η ισχυριζόμενη από τους ενάγοντες ζημιογόνος κατάσταση, κατ’ επέκταση αναβάλλεται ο χρόνος έναρξης της παραγραφής της αξίωσής τους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ορθώς εφήρμοσε το νόμο και οι σχετικοί λόγοι έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ εκ των ανωτέρω ισχυρισμών υπό στοιχεία δ’ και στ΄, που αποτελούν και λόγους έφεσης και αφορούν ο άρθρο 28 εδ. α και β του ν. 1337/1983 και την παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω στην ουσία τους.
Από την επανεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, οι οποίοι εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά της υπ’ αριθμ. 10627/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, από την υπ’ αριθμ. ………../2011 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα απόδειξης …………., που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών και λήφθηκε νομότυπα κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγόμενου Δήμου (όπως προκύπτει από την από 20/7/2011 κλήση των εναγόντων και την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. ………../2-8-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς …………), από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 παρ. 1 περ. Γ, 445, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 και 458 ΚΠολΔ), από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ’ ουσία διάγνωση της διαφοράς (ενώ τα διδάγματα της λογικής και κοινής πείρας λαμβάνονται υπ΄ όψιν και αυτεπαγγέλτως κατ΄ αρθ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η ……………. πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στην μητέρα των εκκαλούντων-εναγόντων, ……………….., δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/8-10-1953 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς ……….., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφέντος του υποθηκοφυλακείου Πειραιά, στον τόμο … και με αριθμό …, ένα αγροτεμάχιο κείμενο στη θέση «……» ή «…………» του Δήμου Νίκαιας τέως Δήμου Πειραιώς, κείμενο εκτός σχεδίου πόλης. Το εν λόγω ακίνητο, κατά τον ανωτέρω τίτλο κτήσης έχει έκταση 150,38 τ.μ. και αποτελεί τμήμα του με αριθμό 4 τετραγώνου εμφαινόμενου στο από 17 Ιουνίου του 1943 σχεδιάγραμμα του μηχανικού ………., συνημμένου στον τίτλο κτήσης της πωλήτριας, ήτοι στο διανεμητήριο συμβόλαιο με αριθμό …………/18-7-1943 του συμβολαιογράφου Πειραιώς ………., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιώς στον τόμο …….. Το ακίνητο κατά την ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη συνορεύει ανατολικά με ανώνυμη οδό επί προσόψεως μέτρων 13,60 μέτρα, δυτικά με γήπεδο της ίδιας πωλήτριας επί πλευράς 15,60 μέτρων, βόρεια με ιδιωτική ανώνυμη οδό επί προσόψεως μέτρων 10,30 τ.μ. και νότια με έτερο γήπεδο της ίδιας πωλήτριας, προσυμφωνηθέν να πωληθεί στη . …… επί πλευράς επίσης 10,30 μέτρα, όπως αποτυπώνεται στο από 23 Αυγούστου του 1953 διάγραμμα του μηχανικού ……….., ήτοι φέρει σχήμα τετράπλευρο και πρόσοψη σε δύο ιδιωτικές οδούς, στα βόρεια και ανατολικά του, με ορθή γωνία την νοτιοδυτική του γωνία. Η δε αγοράστρια έκτοτε εγκαταστάθηκε στη νομή του, το περιέφραξε με συρματόπλεγμα και διαδέχθηκε στη νομή την πωλήτρια, κυρία του ευρύτερου οικοπέδου. Με το βασιλικό διάταγμα της 22/12/1970 (ΦΕΚ Δ/φύλλο 10/20-1-1971) επεκτάθηκε το σχέδιο πόλης του 1956 στην περιοχή «…………….» ή «…..» ή «……..» του Δήμου Νίκαιας, κατά το πρωτότυπο διάγραμμα που θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Οικισμού, με την υπ’ αριθμ. ……./1970 πράξη του και το επίδικο ακίνητο, που αποτυπώνεται τετράπλευρο, ρυμοτομείται πλήρως με τη προβλεπόμενη διέλευση μέσω αυτού της οδού ……………….., ενώ οι ιδιωτικές οδοί στις οποίες έχει πρόσοψη τόσο στην ανατολική όσο και στη βόρεια πλευρά του, αποτελούν πλέον τις μέλλουσες οδούς ……. και ………………… Εν συνεχεία με το από 21/7/1971 βασιλικό διάταγμα, (ΦΕΚ Δ/201 φύλλο/2.9.1971) αποφασίσθηκε κατά τροποποίηση του προηγούμενου, η διαπλάτυνση του προκήπιου (πρασιά) των οικοπέδων της περιοχής σύμφωνα με το πρωτότυπο διάγραμμα που θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Οικισμού με την με αριθμό ………/1971 πράξη του, όπου επίσης το ακίνητο εμφαίνεται με πρόσοψη σε δύο οδούς. Η μητέρα των εναγόντων, εξακολουθούσε να νέμεται το ακίνητο, εποπτεύοντας και επισκεπτόμενη αυτό και με επιμέλειά της εκδόθηκε η με αριθμό ………../8.6.1983 πράξη διακοπής εργασιών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Πειραιά, επί γειτονικής οικοδομής, στην οδό ……………….. αρ……., στην ανατολική πλευρά της οποίας, όμορη με το επίδικο, δημιουργήθηκαν ανοίγματα για φωτισμό καθ’ υπέρβαση των εγκεκριμένων σχεδίων της οικοδομικής του αδείας. Επιπλέον, στις 3/5/1985, η ίδια με το υπ’ αριθμ. …../1971 και από 5/2/1985 αντίγραφο του διαγράμματος απαλλοτρίωσης και βάσει αυτού, αιτήθηκε τη σύνταξη πράξης αναλογισμού αποζημίωσης και προσκύρωσης για το οικόπεδό της σύμφωνα με το σχέδιο πόλης και ως εκ τούτου, η Διεύθυνση Πολεοδομίας Πειραιά, με την με αριθμό πρωτοκόλλου ………./20-2-1989 κλήση της, που επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο στις 23/2/1989, κάλεσε τους επηρεαζόμενους από το σχέδιο πόλης ιδιοκτήτες ……………….., ……………….., …………. και τον Δήμο Κερατσινίου, νομίμως εκπροσωπούμενο, να βρίσκονται στις 2/3/1989 στις ιδιοκτησίες τους, προκειμένου να συνταχθεί η πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας επί των οδών ……………….. και ……………….., ημερομηνία κατά την οποία όντως έλαβε χώρα η αυτοψία της περιοχής με παρουσία των ιδιοκτητών και της αρμόδιας πολεοδομίας, όπου η ……………….. υπέδειξε τα όρια της ιδιοκτησίας της. Ακολούθως, στις 3/5/1990, η δικαιοπάροχος των εναγόντων μην έχοντας βρει σχετική συναινετική λύση με τον υπέρ’ ου η προσκύρωση γείτονά της κατά το προηγούμενο διάστημα, όπως της είχε υποδειχθεί από την πολεοδομία, αιτήθηκε προς το πολεοδομικό γραφείο Πειραιά να ληφθεί απόφαση αναγκαστικής προσκύρωσης του οικοπέδου της στην όμορη ιδιοκτησία …… και στις 11/5/1990 εκδόθηκε από το Τμήμα Απαλλοτριώσεων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας η με αρ. πρωτ. ……./6/90 Πράξη Προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησιών που βρίσκονται στην περιοχή Δήμου Κερατσινίου επί των οδών …. και ……, κατόπιν της μνημονευόμενης από 2/3/1989 αυτοψίας. Η εν λόγω πράξη, κοινοποιηθείσα στον εναγόμενο στις 18/6/1990, με την οποία αποφασίσθηκε η ……… να αποζημιωθεί από τον …………….. για έκταση 22,60 τ.μ. που προσκυρώνεται στην ιδιοκτησία του, από τον Δήμο Κερατσινίου σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 625/68 και ν.653/77 για τμήματα εκτάσεως 26 τ.μ. και 25 τ.μ., όπως αυτά περιγράφονται και από ιδιοκτήτες ………… και ……… για έκταση 25 τ.μ., λόγω ρυμοτομίας, κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. ……/Ξ 324/90 πράξη του Διευθυντή της Δ.Π.Ν.Π, την οποία το Τμήμα Απαλλοτριώσεων κοινοποίησε μεταξύ άλλων και στον Δήμο Κερατσινίου στις 29/3/1991. Στο δε από 11/5/1990 τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης, το ολοκληρωτικά ρυμοτομούμενο ακίνητο εμφαίνεται τετράπλευρο, πλην όμως σε αντίθεση με τα διαγράμματα που συνόδευαν τις αποφάσεις για την απαλλοτρίωση των ετών 1970 και 1971, εμφαίνεται να μην έχει πρόσοψη στην οδό ………… αλλά να απέχει αυτής και περαιτέρω, η νοτιοανατολική γωνία του ακινήτου να εμφαίνεται μεγαλύτερη των ενενήντα μοιρών, ενώ η βορειοανατολική γωνία να εμφαίνεται ενενήντα μοιρών, σε πλήρη αντιστροφή από την πραγματική κατάσταση και τις προηγούμενες χρονικά αποτυπώσεις, (όπως στο τοπογραφικό του τίτλου κτήσης της ………….), πλημμέλεια για την οποία η ιδιοκτήτρια δεν προέβη σε ένσταση λόγω του ότι ενδιαφερόταν για την πρόοδο της διαδικασίας τακτοποίησης του οικοπέδου της και την απόληψη της αποζημίωσής της. Παρά την έκδοση της ανωτέρω πράξης αναλογισμού αποζημίωσης και την προαγωγή της διοικητικής διαδικασίας προς το τελικό της στάδιο, απρόσμενα ο εναγόμενος Δήμος, προώθησε έτερη τροποποίηση του σχεδίου πόλης που ενέκρινε με την με αριθμό ……/14-19.12.1990 απόφαση του Δημοτικού του Συμβουλίου, ληφθείσα ένα εξάμηνο αφότου του γνωστοποιήθηκε η υποχρέωσή του να αποζημιώσει την ιδιοκτησία της ……………. και με την υπ’ αριθμ. ……./1991 ανακοίνωση του, που επιδόθηκε στη ……….. στις 21/8/1991, γνωστοποίησε την εν λόγω έγκριση της τροποποίησης του σχεδίου πόλης, ενώ ήδη μέσα στο έτος 1991 υλοποίησε αυθαιρέτως και εν τοις πράγμασι την τροποποίηση διά ασφαλτοστρώσεως τμήματος του υπό ολική ρυμοτόμηση ακινήτου, ήτοι ένα μεγάλο τμήμα της βορειοανατολικής γωνίας του, αφήνοντας ελεύθερο το λοιπό σε τριγωνικό επίσης σχήμα, κατά τρόπο που ουδέποτε προβλεπόταν στην κηρυχθείσα απαλλοτρίωση. Η νέα τροποποίηση προέβλεπε την κατάργηση τμήματος της οδού ……….. από την οδό …… μέχρι ……. (ουσιαστικά την κατάργηση της οδού που προβλεπόταν να διέλθει μέσα από το επίδικο ακίνητο και επέφερε την ολική του ρυμοτόμηση) με αποτέλεσμα τη διαγώνια διχοτόμηση του τετράπλευρου ακινήτου σε δύο τριγωνικά τμήματα, τη ρυμοτόμηση του ενός τμήματος και την κατά πεποίθησή του πολεοδομική αναβίωση του έτερου τριγωνικού τμήματος, κατά το σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την απόφαση. Η διοικούμενη προέβη άμεσα στην υποβολή της με αριθμό …………/2.9.91 ένστασης της κατά της ανωτέρω πράξης του Δημοτικού Συμβουλίου διαμαρτυρόμενη: α) για το χρόνο και τα χρήματα που ήδη δαπάνησε κατά πως απαιτήθηκε από τη διοίκηση, στο πλαίσιο προώθησης της διοικητικής διαδικασίας υλοποίησης της ρυμοτόμησης του ακινήτου της, όπως είχε προβλεφθεί με το σχέδιο πόλης, ιδίως για τη δημοσίευση πράξεων και αποφάσεων σε εμπλεκόμενους ιδιοκτήτες άγνωστης διαμονής και για τη συμμετοχή της όποτε χρειάστηκε στη διαδικασία μέχρι την έκδοση της πράξης αναλογισμού και την κύρωση αυτής, β) για την αντίθετη στη χρηστή διοίκηση στάση του εναγόμενου Δήμου, ο οποίος καθ’ όλη την εξέλιξη της προηγούμενης διοικητικής διαδικασίας, ουδέποτε γνωστοποίησε την αντίθεσή του σε αυτή, αλλά αμέσως μετά την έκδοση της πράξεως αναλογισμού αποζημίωσης και την κύρωση αυτής και πριν το τελικό της στάδιο, εξέδωσε πράξη έτερης τροποποίησης, με αλλαγή δεδομένων για την ιδιοκτησία της ενιστάμενης, η οποία τύγχανε σε οικονομική δυσχέρεια, με σύζυγο συνταξιούχο και ανάπηρο και με τέσσερα παιδιά εκ των οποίων τρία άνεργα και νεαρά κορίτσια. Περαιτέρω, πρότεινε και αιτήθηκε, σε περίπτωση τροποποίησης του σχεδίου πόλης με την κατάργηση της οδού ………., η οποία ουδέποτε ανοίχθηκε και ουδόλως υφίστατο ανάγκη ευρείας διέλευσης οχημάτων στην περιοχή για να την εξυπηρετήσει, αυτό να γίνει κατά τρόπο, ώστε να της αποδοθεί ολόκληρο το ακίνητό της, άρτιο και οικοδομήσιμο. Με την ίδια ένσταση επιπλέον, διαμαρτυρήθηκε για τον χωρίς προηγούμενη αποζημίωσή της, συνταγματικώς παράνομο κατακερματισμό του οικοπέδου της με την ασφαλτόστρωση της μισής του επιφάνειας και με τη φύτευση δενδρυλλίων, επιφυλάχθηκε δε, για την εμπρόθεσμη άσκηση των δικαιωμάτων της. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο εναγόμενος Δήμος αυτοβούλως είχε καταλάβει το ακίνητο μέσα στο έτος 1991 και όχι κατά τα προηγούμενα έτη, άλλως η ενιστάμενη δε θα έκανε λόγο για φύτευση δενδρυλίων, αλλά ίσως για τυχόν συντήρηση δένδρων, περαιτέρω δε, το σχέδιο πόλης των διαταγμάτων του 1970 και 1971 ουδόλως προέβλεπε τέτοιου είδους ρυμοτομική παρέμβαση, ώστε να θεωρηθεί ότι ο δήμος έπραξε προς υλοποίησή της. Η παρέμβαση εκ μέρους του και η απότμηση της μιας γωνίας του ακινήτου της, ώστε αυτό να απομένει τριγωνικό, αποφασίσθηκε και υλοποιήθηκε το πρώτον το 1991 και η εν λόγω αιφνιδιαστική και λογικά ασυνεχής κίνηση του εναγόμενου, διενεργηθείσα άνευ προηγούμενης ένδειξης των προθέσεών του ή των πραγματικών απόψεών του για το σχέδιο πόλης στην περιοχή στο πλαίσιο των προηγούμενων διοικητικών διαδικασιών που έλαβαν χώρα κατά τα ανωτέρω εν πλήρη γνώση και συμμετοχή του, έθεσε την διοικούμενη, ενόψει μιας στην πράξη παράνομης και τετελεσμένης πράξης προσβολής της νομής και της ιδιοκτησίας της. Στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμό 295/30.10.1991 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου με την οποία η ένσταση της ιδιοκτήτριας κατά της απόφασης του δημοτικού συμβουλίου φαίνεται να γίνεται δεκτή και η τελευταία προσπαθώντας να επιμεληθεί εκ νέου την περιουσία της, με την με αριθμό ………./31-3-1992 αίτησή της ζητά από την Κτηματική Υπηρεσία Πειραιά την πρόοδο της προηγούμενης διοικητικής διαδικασίας, δυνάμει της με αριθμό 6/1990 πράξης αναλογισμού για το οικόπεδό της και ειδικότερα να της χορηγηθεί πιστοποιητικό περί μη προβολής δικαιωμάτων από το Δημόσιο και το Παλαιό Εκκλησιαστικό Ταμείο σε βάρος του οικοπέδου της, ενόψει καθορισμού τιμής μονάδος αποζημίωσης. Επίσης, με την από 14/9/1992 αίτησή της προς τον Δήμο Κερατσινίου, έχοντας η ίδια την πεποίθηση ότι η προηγούμενη απόφασή του περί τροποποίησης δεν ήταν πλέον σε ισχύ, ζήτησε την εκκίνηση της νόμιμης διαδικασίας, ώστε να της αποδοθεί ελεύθερο και ολόκληρο το οικόπεδό της κάνοντας αναφορά στην από 22/12/1970 ρυμοτόμηση του ακινήτου της, προκειμένου να διέλθει εξ αυτού η οδός ………., στο ότι η εν λόγω οδός δεν έχει ακόμη στην πράξη υλοποιηθεί και δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό η υλοποίησή της, δοθέντος ότι η κίνηση οχημάτων στην περιοχή τυγχάνει αραιή, δηλώνει ότι το εν λόγω οικόπεδο αποτελεί την μοναδική της περιουσία και επισημαίνοντας τη κακή υγεία και οικονομική κατάσταση του συζύγου της, ότι θα επιθυμούσε με την ολική του αποδέσμευση από τη ρυμοτόμηση να το χρησιμοποιήσει για την αποκατάσταση των δύο άγαμων θυγατέρων της. Ο Δήμος με την από 8/10/1992 απάντησή του απέρριψε την επανεξέταση του θέματος από το Δημοτικό Συμβούλιο με την αιτιολογία της έλλειψης νέων στοιχείων και με την υπ’ αριθμ. ……../23-11-1992 πράξη του αποφασίζει πάλι την τροποποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλης, κατά το ίδιο περιεχόμενο με την υπ’ αριθμ. ……./90 προηγούμενη πράξη του, πλην όμως αναφέροντας στο σκεπτικό του ότι λαμβάνει υπόψη την με αρ. πρωτ. ……../92 αίτηση της ……….. με την οποία εκείνη αιτείται κατάργηση της οδού ………. και τμήματος πρασίνου, σε παράφραση της αληθούς πρόθεσης και βούλησης της ιδιοκτήτριας του ακινήτου, η οποία είχε προβάλλει ένσταση κατά αυτής της απόφασης, επιδιώκοντας και αιτούμενη την κατάργηση της οδού ……………….. επί σκοπώ της ολικής αποδέσμευσης του ακινήτου της. Οι εν λόγω πράξεις ενίσχυσαν περαιτέρω την αντίθετη στη χρηστή διοίκηση συμπεριφορά του εναγόμενου Δήμου, ο οποίος μέσω των οργάνων και προστηθέντων του έπραξε έναντι της διοικούμενής του με λογική και διοικητική ασυνέχεια και ειδικότερα ενώ είχε λάβει γνώση και συμμετάσχει στη διοικητική διαδικασία της ολικής ρυμοτόμησης του ακινήτου της, γνωρίζοντας παράλληλα τη δύσκολη οικονομική και οικογενειακή της κατάσταση, λίγο πριν την ολοκλήρωση της απαλλοτρίωσης, προώθησε διαφορετικό πολεοδομικό πρόγραμμα, αποφάσισε την τροποποίηση του σχεδίου πόλης και κατέλαβε στην πράξη τμήμα του οικοπέδου της, αφήνοντας το λοιπό τριγωνικό και άνευ δυνατότητας εκμετάλλευσης χωρίς προηγούμενη καταβολή αποζημίωσης, ενώ η απόφαση του από τη μία περί αποδοχής της ένστασής της και η εν συνεχεία, σε αντιδιαμετρικά αντίθετη θέση, εμμονή του στην τροποποίηση του σχεδίου πόλης, παρουσιάζει εμφανή στάση εμπαιγμού της. Ακόμη και οι ανωτέρω αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου ωστόσο, δε δημοσιεύθηκαν και δεν προωθήθηκε ούτε βάσει αυτών διοικητική διαδικασία απαλλοτρίωσης, ενώ παράλληλα η κατάληψη τμήματος του ακινήτου της διοικούμενης με την ασφαλτόστρωση εξακολουθούσε. Εν τέλει μετά από πέντε έτη, με την υπ’ αριθμ. 13801/29-12-1997 απόφασή του ο Δήμος ενέκρινε για τρίτη φορά την τροποποίηση σχεδίου πόλης με το ίδιο περιεχόμενο και αυτή τη φορά τη δημοσίευσε στο ΦΕΚ Δ1169/31-12-1997, προς νομιμοποίηση της κατάληψης στην οποία είχε προβεί από το έτος 1991 με ασφαλτόστρωση, με την αναφορά στο περιεχόμενο της ότι δεν προκαλεί δαπάνη σε βάρος του οικονομικού προϋπολογισμού του Δήμου. Στην ουσία, η εκ μέρους του Δήμου αυθαίρετη κατάληψη του ακινήτου, απέκτησε μια διοικητική θεμελίωση το 1997 με την εν λόγω δημοσίευση στο ΦΕΚ της σχετικής απόφασης για την τροποποίηση, με την οποία το εναπομένον της ρυμοτόμησης οικόπεδο, ήτοι αυτό που «αναβίωσε» κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου ως άρτιο και οικοδομήσιμο εμφαίνεται στο από 21/10/1997 τοπογραφικό διάγραμμα της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Κερατσινίου υπό στοιχεία Α-Β-Γ2-Δ, στο οποίο προσκυρώθηκε και τμήμα εκτάσεως 18,70 τ.μ. υπό στοιχεία Γ1-Δ1-Γ2-Γ-Γ1, με αποτέλεσμα το ακίνητο να αναχθεί σε οικοδομικό τετράγωνο άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση με εμβαδόν 136,30 τ.μ. αποκτώντας πρόσοψη επί της οδού ……… και εμφαινόμενο με τα στοιχεία Α-Β-Γ2-Γ-Γ1-Δ1-Δ2-Α. Ωστόσο, σύμφωνα με την πρόσφατη αποτύπωσή του και κατά δήλωση του αρμοδίου μηχανικού ……………., το εναπομένον της ρυμοτόμησης οικόπεδο τυγχάνει έκτασης 137,97 τ.μ., μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, ούτε κατά παρέκκλιση, διότι δεν υφίστατο ως τέτοιο προ της ισχύος των ν. 651/1977 του ν. 1337/1983 και του ΓΟΚ/1985, αλλά προέκυψε ως τέτοιο από και με την ως άνω απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Κερατσινίου. Περαιτέρω, δεν αντέχει σε λογική βάσανο να θεωρηθεί, υπό το πρίσμα της χρηστής διοίκησης και του ορθού πολεοδομικού σχεδιασμού κατά τις συνταγματικές επιταγές, ότι από την ολική ρυμοτόμηση και την καταβολή ανάλογης αποζημίωσης για ακίνητο που εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης, προκρίνεται η διαγώνια διχοτόμησή του, η ρυμοτόμηση ενός τμήματος άνευ αποζημίωσης και ταυτόχρονη αναγωγή του έτερου τμήματος σε ένα μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο οικόπεδο τριγωνικού σχηματισμού. Έκτοτε, ουδόλως προέκυψε εξέλιξη της διοικητικής διαδικασίας και στο πλαίσιο κτηματογράφησης της περιοχής η ……………. δήλωσε το οικόπεδό της στο κτηματολόγιο το έτος 1999 και εν συνεχεία με την με αριθμό ………./1-3-2000 αίτησή της προς το Δήμο Κερατσινίου, αιτήθηκε για ακόμη μία φορά την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, ώστε να ανακτήσει τετράπλευρο το ακίνητό της διότι με τη νέα τροποποίηση και αντίθετα στο προηγούμενο σχέδιο, της αποδίδεται ακίνητο τριγωνικού σχήματος όπου εγγράφεται τριγωνική κάτοψη κτιρίου επιφάνειας μόλις 39 τ.μ., το οποίο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας δε θα μπορούσε να εξυπηρετήσει λειτουργικά κάποια, κατά προορισμόν ενός οικοπέδου, χρήση. Πλην όμως, η ως άνω δικαιοπάροχος των διαδίκων απεβίωσε στις 11/7/2000 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλειπε κληρονόμους της τους ενάγοντες, οι οποίοι προέβησαν στην υπ’ αριθμ. ………../2-2-2001 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιά ……………, νομίμως μεταγραφείσας στο υποθηκοφυλακείο Πειραιά, στον τόμο …….. και με αριθμό …. και εγκαταστάθηκαν στη νομή του ακινήτου με διάνοια συγκυριών σε ποσοστό ¼ εξ αδιαιρέτου έκαστος κατά την κληρονομική τους μερίδα, εφόσον ο πατέρας τους ………… προέβη πριν νομίμως σε αποποίηση της κληρονομιάς. Στην συμβολαιογραφική ως άνω πράξη, οι ενάγοντες επανέλαβαν την περιγραφή του ακινήτου τους κατά την περιγραφή του τίτλου κτήσης της μητέρας τους, αποδεχόμενοι ένα ακίνητο εκτός σχεδίου πόλης έκτασης 150,38 τ.μ. με πρόσωπο στις δύο του πλευρές σε ιδιωτικές οδούς, διότι μέχρι τότε ουδέποτε είχε γίνει ακριβής επιμέτρηση του ακινήτου, στη νομή του οποίου πραγματικά είχε εγκατασταθεί η δικαιοπάροχός τους, σύμφωνα με τα όρια που στην πραγματικότητα είχε εκείνη υλοποιήσει κατά τον τίτλο κτήσης της. Ακόμη και η τροποποίηση του σχεδίου πόλης, όπως προβλέφθηκε από τον Δήμο το 1997, ουδέποτε προωθήθηκε προς συντέλεση της απαλλοτρίωσης με κατάρτιση πράξης αναλογισμού αποζημίωσης και καταβολή αυτής και ο εναγόμενος Δήμος εξακολούθησε, παρά τις οχλήσεις ενστάσεις και διαμαρτυρίες των εναγόντων και της δικαιοπαρόχου τους να χρησιμοποιεί το καταληφθέν τμήμα του ακινήτου της ως δρόμου. Οι ενάγοντες πληροφορηθέντες τη στασιμότητα αυτή, υπέβαλαν εκ νέου τον Μάϊο του 2007 προς την Πολεοδομία του Δήμου Κερατσινίου, την Περιφέρεια Αττικής και τον εναγόμενο Δήμο αίτηση ανάκλησης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, προς το σκοπό αποδέσμευσης του ακινήτου τους από το οικονομικό και νομικό βάρος και οι ανωτέρω υπηρεσίες παρέπεμπαν η πρώτη στη δεύτερη και αυτή στον εναγόμενο χωρίς να υπάρχει επί της ουσίας κρίση του αιτήματος και χωρίς από την άλλη να προωθηθεί η διαδικασία της απαλλοτρίωσης ώστε να αποζημιωθεί το απαλλοτριούμενο ακίνητο, έστω κατά την τελευταία τροποποίηση διά της αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου. Τελικά, οι ενάγοντες κατέθεσαν την από 28/12/2007 προσφυγή τους στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά ζητώντας την ακύρωση της σιωπηρής άρνησης της διοίκησης, η οποία απορρίφθηκε για τον τυπικό λόγο της εκπρόθεσμης άσκησής της. Ακολούθησε αλληλογραφία των εναγόντων με τον εναγόμενο Δήμο, ο οποίος αρχικά για την εξέταση του αιτήματος ανάκλησης αξίωσε κτηματογραφικά στοιχεία, εν συνεχεία πλήρες τοπογραφικό διάγραμμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων επικαλούμενος διαφορετικές επιφάνειες μεταξύ τίτλων και κτηματολογίου, το οποίο, αφού συντάχθηκε και προσκομίσθηκε, αρνήθηκε να παραλάβει, ζητώντας αποτύπωση όλων των ιδιοκτησιών του οικοδομικού τετραγώνου και εν τέλει παρέλαβε το τοπογραφικό κατόπιν εξωδίκου δηλώσεως των εναγόντων. Καθόλα δε τα χρόνια εφεξής της κατάληψης του ακινήτου ποτέ ο Δήμος δεν ενήργησε επί σκοπώ προώθησης της νόμιμης διαδικασίας απαλλοτρίωσης, ώστε να αποζημιωθεί η ιδιοκτησία των εναγόντων, ουδόλως δε ενημέρωσε τους ενάγοντες ότι συντρέχει τυχόν περίπτωση αυταποζημιούμενού ακινήτου λόγω απόκτησης πρόσοψης σε κοινόχρηστο χώρο, ουδόλως ήρε την παράνομη κατάληψη ή προώθησε έτερη τροποποίηση του ρυμοτομικού κατά τις επανειλημμένες αιτήσεις των εναγόντων και της μητέρας τους, οι οποίοι υφίσταντο μια συνεχή προσβολή στη νομή τους και εξακολουθούμενη απαξίωση της ιδιοκτησίας τους, όντας οι ίδιοι σε δυσχερή οικονομική κατάσταση. Στην υπ’ αριθμ. ………/28-5-2009 απάντησή του ο Δήμος αναφέρει ότι τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων είναι εντός του Ο.Τ. με επιφάνεια 136,30 τ.μ. και ότι τυγχάνει άρτιο και οικοδομήσιμο και ότι το υπόλοιπο τμήμα της ιδιοκτησίας τους βρίσκεται εντός πλήρως διαμορφωμένου δρόμου και δεν μπορεί να γίνει ανάκληση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης διότι θα επερχόταν απαγορευμένη μείωση κοινοχρήστου χώρου, ενώ στο υπ’ αριθμ. ………/28-2-2013 έγγραφό του γίνεται πρώτη φορά λόγος περί του ότι η ρυμοτόμηση καθιστά το ακίνητο με πρόσοψη σε οδό και το ακίνητο αυτοαποζημιώνεται, χωρίς βέβαια για αυτήν τη διαπίστωση να εκδοθεί διοικητική πράξη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ακριβής αποτύπωση της πραγματικής καθ’ όρια έκτασης του ακινήτου, προέκυψε από αίτημα του εναγόμενου Δήμου κατά την προσπάθεια των εναγόντων να ανακτήσουν την ιδιοκτησία τους και οδήγησε στην κατάρτιση του από Οκτωβρίου του 2010 τυπογραφικού διαγράμματος του ………….., πανομοιότυπου στην αποτύπωση με το από Μάρτιο του 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου, όπου εμφαίνεται υπό στοιχεία 1-18-17-19-16-8-9-10-11-12-13-14-1 το επίδικο ακίνητο με έκταση 198,99 τ.μ., που μετά την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου καταλήγει υπό στοιχεία 14-15-16-8-9-10-11-12-13-14 με έκταση 137,97 τ.μ. λόγω αφαίρεσης του καταληφθέντος παρανόμως και ασφαλτοστρωμένου τμήματος υπό στοιχεία 1-18-17-19-16-15-14-1, έκτασης 61,02 τ.μ. Η εκπόνηση του τοπογραφικού έλαβε χώρα με υπόδειξη ορίων και οι ρυμοτομικές γραμμές εφαρμόσθηκαν σύμφωνα με την απάντηση με αρ.πρωτ. …………/21.7.2008 στην αίτηση τους με αριθμό ………/…….. και σύμφωνα με την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου. Η κατά τα ως άνω ορθότητα της ακριβούς αποτύπωσης του ακινήτου και της πραγματικής έκτασης αυτού ενισχύεται, πέραν από το γεγονός ότι βασίστηκε στην υπόδειξη των πραγματικών ορίων του ακινήτου, στο ότι σε ανύποπτο χρόνο και έξω από τη σφαίρα επιρροής και συμφερόντων των εναγόντων, στο υπ’ αριθμ. ………/20-7-2000 συμβόλαιο αγοραπωλησίας οικοπέδου της συμβολαιογράφου ……….., που αφορά στην πώληση του όμορου στα νότια ακινήτου, αναφέρεται ότι σύμφωνα με το από Απριλίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού …………. το πωλούμενο ακίνητο συνορεύει βόρεια σε πλευρά ΑΒ μήκους δεκαέξι (16) μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου και κατά τον τίτλο κτήσης με ιδιοκτησία …….. και …………. Αντίθετα, η αριθμητική ένδειξη στο τοπογραφικό που συνόδευε τον τίτλο κτήσης της …………….. γι αυτήν την πλευρά ήταν 10,30 μέτρα και προφανώς δεν ήταν ορθή τιμή. Συνεπώς, το γεγονός ότι η εν λόγω πλευρά τυγχάνει κατά πραγματική μέτρηση αρκετά μεγαλύτερη από την αναγραφόμενη στον τίτλο κτήσης της, οδηγεί στο λογικό συμπέρασμα ότι και το εμβαδόν του ακινήτου τυγχάνει μεγαλύτερο από το αναγραφόμενο στον τίτλο, με δεδομένο το σχήμα και τη θέση του, το οποίο ήταν εξ αρχής τετράπλευρο και διαχρονικά με πρόσοψη στις οδούς ………. και ………… Η πλημμελής αποτύπωση του ακινήτου στο τοπογραφικό που συνόδευε τον τίτλο κτήσης της ……….. και στον οποίο εν γένει βασίστηκαν οι επόμενες αποτυπώσεις, προκύπτει και από τον οπτικό του έλεγχο, δοθέντος ότι σε αυτό, οι δύο απέναντι και μη παράλληλες πλευρές του, εκ των οποίων η μία κάθετη στη δυτική του πλευρά και η άλλη μη κάθετη, φέρονται να έχουν το ίδιο μήκος, ήτοι 10,30 τ.μ. Η δικαιοπάροχος των εναγόντων ωστόσο, γνώριζε τα όρια της ιδιοκτησίας της όπως το νεμόταν και το είχε υποδείξει στην οικογένειά της, στους ενάγοντες, πιστεύοντας ότι η έκτασή του είναι αριθμητικά αυτή που φέρεται στον τίτλο κτήσης της, που επιμελήθηκαν συμβολαιογράφος και τοπογράφος, επικαλούνταν αυτήν καθόλα τα έτη συναλλασόμενη με την διοίκηση όποτε χρειάστηκε, πλην όμως αποδείχθηκε αριθμητικά λανθασμένη. Εν προκειμένω πρέπει να επισημανθεί ότι η έκταση υπό στοιχεία Γ1-Δ-Δ1-Γ1, που απεικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα που προσκόμισε μετ’ επικλήσεως ο εναγόμενος Δήμος και συνοδεύει την υπ’ αριθμ. 349/1997 απόφαση του Δημοτικού του Συμβουλίου, περί τροποποίησης του σχεδίου πόλης, την οποία χαρακτηρίζει δημοτική οδό και πριν το έτος 1970 ιδιωτική οδό, αποδείχθηκε ότι περιλαμβάνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα του ……….. ως τμήμα του επιδίκου ακινήτου και όχι ιδιωτική οδός, όπως εμφαίνεται και στο τοπογραφικό διάγραμμα της υπ’ αριθμ. ………/1971 πράξης του Υπουργείου Δημοσίων έργων που συνοδεύει το από 21/7/1971 διάταγμα, στο οποίο η εν λόγω έκταση εμφαίνεται οπτικά περιεχόμενη εντός της συρματοπερίφραξης της δικαιοπαρόχου των εναγόντων στην πλευρά που το ακίνητό της έχει πρόσωπο στην οδό που κατόπιν έγινε η οδός ………… Εκ των ανωτέρω αποδειχθέντων προκύπτει ότι οι ενάγοντες με το θάνατο της μητέρας τους το έτος 2000 ως κληρονόμοι διανοία συγκυριών σε ποσοστό ¼ εξ αδιαιρέτου έκαστος, εγκαταστάθηκαν στη νομή του ακινήτου επισκεπτόμενοι αυτό, διατηρώντας το, επιμετρώντας το και διαδέχθηκαν στη νομή την δικαιοπάροχο μητέρα τους, η οποία εφεξής του έτους 1953, περιέφραξε, επόπτευε, διατηρούσε και διαχειριζόταν το ακίνητο, αναγνωριζόμενη από κάθε τρίτο αλλά και από τον εναγόμενο Δήμο, ως κυρία αυτού και με την προσμέτρηση στο χρόνο νομής τους του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου τους, συμπλήρωσαν την απαιτούμενη εκ του νόμου εικοσαετία στη νομή και καταστάθηκαν συγκύριοι στο ακίνητο. Το ακίνητο εμφαίνεται στο από Μάρτιο του 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του ………. υπό στοιχεία 1-18-17-19-16-8-9-10-11 -12-13-14-1 έκτασης 198,99 τ.μ. και αρχικά κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο τα έτη 1970 και 1971, άνευ συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, εν συνεχεία το έτος 1991 τμήμα του υπό στοιχεία 1-18-17-19-16-15-14-1 έκτασης 61,02 τ.μ. καταλήφθηκε παρανόμως από τον εναγόμενο Δήμο με ασφαλτόστρωση άνευ νόμιμης βάσης. Συνεπώς, οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι σε ποσοστό ¼ εξ αδιαιρέτου έκαστος και του επίδικου τμήματος έκτασης 61,02 τ.μ. που αυθαιρέτως κατέλαβε ο Δήμος, η νομή του οποίου ουδέποτε μεταβιβάσθηκε σε αυτόν ελλείψει συντέλεσης της απαλλοτρίωσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά την έναρξη λειτουργίας του κτηματολογίου στην περιοχή του Κερατσινίου όπου κείται το επίδικο στις 11/6/2007, αυτό καταχωρήθηκε κατά τριγωνικό τμήμα του εμφαινόμενο στο από Μάρτιο του 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του ………….., υπό στοιχεία 1,2,3,18,4,5,19,6,7,8,9,10,11,12,13,14,1 έκτασης 161 τ.μ. στο ΚΑΕΚ …….. με καταχωρημένους κυρίους τους ενάγοντες σε ποσοστό ¼ εξ αδιαιρέτου έκαστος δυνάμει της με αριθμό ………/2001 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ……….., νομίμως μεταγραφείσης, ενώ το λοιπό τριγωνικό τμήμα του ακινήτου επιφάνειας 41,06 τ.μ., που τυγχάνει μέρος της ανωτέρω έκτασης των 61,02 τ.μ. που κατέλαβε ο εναγόμενος Δήμος, εμφαινόμενο στο ίδιο τοπογραφικό υπό στοιχεία 18,17,19,5,4,18 φέρεται περιεχόμενο στο ΚΑΕΚ ………… μείζονος επιφάνειας 74.582 τ.μ. στο οποίο καταχωρημένος δικαιούχος τυγχάνει ο εναγόμενος Δήμος. Η εν λόγω καταχώρηση τυγχάνει ανακριβής, δοθέντος ότι κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα οι ενάγοντες τόσο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, όσο και κατά το χρόνο έναρξης λειτουργίας του κτηματολογίου το έτος 2007, τύγχαναν ήδη συγκύριοι σε ποσοστό ¼ εξ αδιαιρέτου του εν λόγω τμήματος του ακινήτου τους έχοντας θεμελιώσει χρησικτησία με προσμέτρηση στη νομή τους, του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου τους. Περαιτέρω, η αξίωσή των εναγόντων να ζητήσουν την αναγνώριση της κυριότητάς τους και την απόδοση του ακινήτου τους δεν υπέπεσε σε παραγραφή, διότι από την κατάληψη του τμήματος του ακινήτου τους το έτος 1991 μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής (2010) δεν διέδραμε ο χρόνος εικοσαετούς παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής. Άλλωστε, η αποδειχθείσα κατά τα ανωτέρω προστατευτική και διεκδικητική στάση των εναγόντων έναντι της περιουσίας τους και ιδίως της δικαιοπαρόχου τους προς διασφάλιση της ιδιοκτησίας τους, ουδόλως καταδεικνύει βούληση παραχώρησης αυτού για να γίνει δημοτικός δρόμος. Ειδικότερα, η δικαιοπάροχος των εναγόντων α) υπέβαλε ένσταση το έτος 1991 προς τον εναγόμενο Δήμο για την κοινοποιηθείσα σε αυτήν τροποποίηση του ρυμοτομικού, διαμαρτυρόμενη για την παράνομη κατάληψη του τμήματος του ακινήτου της που ασφαλτοστρώθηκε, β) το έτος 1992 αιτήθηκε από το Δήμο την τροποποίηση του ρυμοτομικού προκειμένου να της αποδοθεί ελεύθερο όλο το ακίνητό της, γ) την επανέλαβε δε με την με αριθμό ………./1.3.2000 αίτησή της προς το Δήμο Κερατσινίου, ενώ οι ενάγοντες α) υπέβαλαν εκ νέου τον Μάϊο του 2007 προς την Πολεοδομία του Δήμου Κερατσινίου, την Περιφέρεια Αττικής και τον εναγόμενο Δήμο αίτηση ανάκλησης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης επί σκοπώ αποδέσμευσης του ακινήτου τους, β) εν συνεχεία άσκησαν προσφυγή στα Διοικητικά Δικαστήρια και γ) εν τέλει την κρινόμενη διεκδικητική ακινήτου αγωγή, ώστε σε κανένα χρονικό σημείο, εφεξής της κατάληψης του ακινήτου τους, να μη μπορεί να συναχθεί βούλησή τους να αφεθεί το ακίνητό τους σε κοινή χρήση και για ανοχή τους έναντι της πραγματικής αυτής κατάστασης. Για το λόγο αυτό οι ενστάσεις του εναγομένου Δήμου, περί παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής και περί ανοχής της κοινοχρησίας εκ μέρους των εναγόντων τυγχάνουν απορριπτέες ως ουσία αβάσιμες.
Περαιτέρω όπως αποδείχθηκε κατά τα ανωτέρω, ο εναγόμενος Δήμος παρότι είχε λάβει γνώση για την εξέλιξη της διαδικασίας ολικής απαλλοτρίωσης του ακινήτου των εναγόντων, η οποία είχε φτάσει στο στάδιο έκδοσης και κύρωσης της πράξης αναλογισμού αποζημίωσης και προσκύρωσης το έτος 1990, που αποτελεί αναγκαία προδικασία για την αίτηση προσδιορισμού τιμής μονάδος απαλλοτρίωσης, ενώ ήταν υπόχρεος κατά την πράξη αυτή να αποζημιώσει το ακίνητο για ορισμένα τμήματά του και προφανώς προτιθέμενος να μην καταβάλλει την αποζημίωση, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, μέσω των οργάνων του το έτος 1991 παρανόμως κατέλαβε και ασφαλτόστρωσε τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων κατά τρόπο που δεν προβλεπόταν και άνευ ουδεμίας νομίμου βάσεως, με την παράλληλη λήψη σχετικής απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου, για την τροποποίηση του σχεδίου πόλης, κατά τρόπο που δεν εξυπηρετούσε κάποια δημόσια ωφέλεια κι έκτοτε ουδόλως υπαναχώρησε από την εν λόγω προσβολή της νομής και κυριότητας των ιδιοκτητών του ακινήτου, παρότι οχλήθηκε επανειλημμένα. Επιπλέον, ουδέποτε καταβλήθηκε ανάλογη αποζημίωση ώστε να συντελεσθεί η απαλλοτρίωση, στερώντας το εν λόγω τμήμα από τους ενάγοντες, ενώ παράλληλα κατέστησε άνευ αξίας το εναπομείναν, ως μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο τμήμα, το οποίο κατά ρητή δήλωση του μηχανικού ………….. σε περίπτωση που εφαρμοσθεί νομίμως το σχέδιο πόλης τυγχάνει προσκυρωτέο σε γειτονικές ιδιοκτησίες. Με αυτόν τον τρόπο, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου, οι ενάγοντες απώλεσαν το κέρδος που κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα είχαν αποκτήσει με την κατά προορισμό αξιοποίηση του ακινήτου τους. Το εν λόγω οικόπεδο η δικαιοπάροχος στη νομή μητέρα τους επιθυμούσε να αξιοποιήσει, προκειμένου να αποκαταστήσει οικονομικά τα παιδιά της και κυρίως τα δύο κορίτσια της, όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της με αρ.πρωτ. ……../16.9.1992 αίτησης που είχε απευθύνει στο Δήμο. Την αξιοποίηση της περιουσίας τους επιθυμούσαν από το χρόνο απόκτησής της και οι ενάγοντες, που τυγχάνουν πολίτες χαμηλής οικονομικής στάθμης και οι οποίοι, στην περίπτωση που το επίδικο ακίνητο ήταν αυτοτελές, ενιαίο, τετράπλευρο κατά σχήμα και δεν είχε μεσολαβήσει η αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου Δήμου, θα επιμελούνταν την ανέγερση επί αυτού πολυόροφης οικοδομής, με την επιπλέον παραδοχή ότι λόγω παρέλευσης του ευλόγου χρόνου της κηρυχθείσας απαλλοτρίωσης άνευ συντέλεσής της, αυτή ήρθη αυτοδίκαια και απέμενε η τυπική διοικητική διαδικασία της τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου από το αρμόδιο διοικητικό όργανο, όσον αφορά μόνο το επίδικο ακίνητο, προκειμένου αυτό να αποδεσμευθεί, υπό την συνταγματικά υπαγορευόμενη παραδοχή, ότι η τυχόν ολιγωρία ή αδυναμία των διοικητικών οργάνων να προβούν εντός νομίμου χρόνου στις απαιτούμενες διοικητικές πράξεις προς εύρυθμη λειτουργία του μηχανισμού τους, δεν δύναται να καταλήγει στην πολύχρονη παράνομη δέσμευση, απαξίωση και στέρηση της προστατευόμενης από το Σύνταγμα ιδιοκτησίας ενός πολίτη και του εμπραγμάτου και απόλυτου δικαιώματος του κυριότητας, η προστασία του οποίου υπάγεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών Δικαστηρίων. Ως προς το ζήτημα αυτό, δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες έχουν την οικονομική δυνατότητα να προβούν με ίδιους πόρους σε τέτοια επενδυτική κίνηση, ήτοι στην ανέγερση 4 κατοικιών – διαμερισμάτων προκειμένου είτε να τα μισθώσουν, είτε να κατοικήσουν οι ίδιοι, αποφεύγοντας να μισθώνουν κατοικίες τρίτων και να εξοικονομήσουν την αντίστοιχη δαπάνη. Ειδικότερα, α) η …………… το οικονομικό έτος 2011 είχε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 11.221,87 ευρώ, το έτος 2010 είχε 3874,29 ευρώ ενώ τα προηγούμενα δύο δεν εμφάνισε εισόδημα σύμφωνα με τις αντίστοιχες δηλώσεις εισοδήματος του συζύγου της ……………., β) ο ………………, ανάπηρος και συνταξιούχος γήρατος πατέρας των εναγόντων, με τον οποίο διαμένει η δεύτερη ενάγουσα, εμφανίζει φορολογητέο εισόδημα για τα οικονομικά έτη από 2006 έως και το 2011 που κυμαίνεται από οκτώ μέχρι εννιά χιλιάδες ευρώ περίπου κατ’ έτος, γ) η …………. για τα έτη από 2006 έως και έτος 2010 εμφανίζει εισοδήματα φορολογητέα κατ’ έτος από δέκα οκτώ χιλιάδες ευρώ μέχρι είκοσι πέντε χιλιάδες ευρώ, δ) ο ………. εμφανίζει για τα ίδια έτη ετήσια φορολογητέα εισοδήματα από έξι έως και δέκα επτά χιλιάδες ευρώ. Άλλωστε, ουδόλως αποδείχθηκε ότι είχαν λάβει προπαρασκευαστικά μέτρα προκειμένου να δανειοδοτηθούν για το σκοπό αυτό, όμως αποδείχθηκε όμως η επιθυμία τους να διερευνήσουν την πώλησή του (βλ. την από 28/9/2005 δημοσίευση αγγελίας για οικόπεδο προς πώληση στο Κερατσίνι, ……………….. με …….), άλλως να το εκμεταλλευτούν με το σύστημα της αντιπαροχής συμβαλλόμενοι με εργολάβο, ο οποίος με δική του οικονομική δύναμη θα αναλάμβανε την ανέγερση οικοδομής επωφελούμενος το εργολαβικό αντάλλαγμα (βλ. την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ………….). Ειδικότερα, η οικιστική περιοχή στην οποία ανήκει το ακίνητο έχει συντελεστή δόμησης 1,80 και ποσοστό καλύψεως 75% και αριθμό ορόφων 4 και το σύνηθες κατά τις συναλλαγές ποσοστό αντιπαροχής των οικοπεδούχων ανέρχεται στο 45%. Συνεπώς, θα ήταν δυνατόν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, με βάση τη βούληση κατά τις οικονομικές περιστάσεις των εναγόντων, να ανεγερθεί επί του γωνιακού οικοπέδου τους, μια τετραόροφη οικοδομή συνολικού μικτού εμβαδού 358,18 τ.μ. και οι ενάγοντες να λάβουν ως αντιπαροχή (198,99 τ.μ. εμβαδόν οικοπέδου χ 1,8 συντελεστής δόμησης X 45%=) 161,47 τ.μ. μικτού κτισμένου χώρου, μείον δέκα 10 τ.μ. για κλιμακοστάσιο, δηλαδή δύο διαμερίσματα ωφέλιμου χώρου εμβαδού 65,74 τ.μ. το καθένα (151,47:2 = 80,74 τ.μ. το ένα, μείον 15 τ.μ. για χώρο κλιμακοστασίου), τα οποία θα είχαν αποκτήσει ετοιμοπαράδοτα το έτος 2004 σε ποσοστό ¼ εξ αδιαιρέτου έκαστος, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου ανέγερσης της οικοδομής από εργολάβο να ανέρχεται σε δύο έτη. Επίσης, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων τα διαμερίσματα αυτά θα εκμισθώνονταν, το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1/11/2005 και για 60 μήνες, όπως ζητείται με την αγωγή, βλ. σελ. 24 αυτής), αντί ποσού μηνιαίου μισθώματος 250 ευρώ, λαμβανομένης υπόψη της περιοχής όπου κείνται, της νεότητάς τους αλλά και της απόστασής τους από το κέντρο της περιοχής (βλ. χαρακτηρισμό της δικαιοπαρόχου των εναγόντων που χαρακτήρισε το οικόπεδο ως κείμενο «τέρμα θεού» αλλά και της απόφασης του δημοτικού συμβουλίου του εναγομένου με την οποία εγκρίθηκε η τροποποίηση στην οποία γίνεται λόγος για απόκεντρη περιοχή), οπότε από την εκμίσθωσή τους, εφεξής της 1/11/2005 έως την άσκηση της αγωγής (Οκτώβριος 2010), οι ενάγοντες θα λάμβαναν 250 ευρώ μηνιαίως, επί εξήντα μήνες επί δύο διαμερίσματα, ήτοι συνολικά 30.000 ευρώ, άρα 7.500 ευρώ έκαστος, τα οποία απώλεσαν λόγω της παράνομης και υπαίτιας στάσης του εναγομένου, με την επισήμανση ότι η εκτίμηση της ανωτέρω μισθωτικής αξίας των εν λόγω ακινήτων ανάγεται στο χρονικό διάστημα από την 1/11/2005 και επί 60 μήνες και όχι στο χρόνο συζήτησης της αγωγής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος Δήμος, φερόμενος καταχρηστικά και εκμεταλλευόμενος τις αρμοδιότητές του αντίθετα με τη χρηστή διοίκηση επιβλήθηκε εν τοις πράγμασι σε τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων και περιήγαγε το λοιπό οικόπεδο τους άνευ αξίας, φέρνοντάς τους σε ανασφάλεια και αναγκάζοντάς τους να επιδοθούν σε έναν ψυχοφθόρο και δαπανηρό αγώνα αιτήσεων, απευθύνσεων, οχλήσεων και δικαστικών ενεργειών, με την κλιμάκωση του οποίου παράλληλα κλιμακωνόταν και η εκ μέρους του υπαίτια παράλειψη να άρει την επιζήμια για τους διοικούμενους κατάσταση, συνεπεία της οποίας διήλθαν σημαντική ηθική βλάβη, η οποία για καθένα από τους ενάγοντες, και για το ανωτέρω χρονικό διάστημα που υπολογίστηκε η αποθετική τους ζημία (2005-2010), ανέρχεται στο ποσό των 3.000 ευρώ, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής και κοινωνικής τους κατάστασης, αλλά και του γεγονότος ότι τη μεγαλύτερη ηθική βλάβη είχε υποστεί η θανούσα μητέρα τους, βιώνοντας εξ αρχής και μέχρι το θάνατό της, την αγωνία αποκατάστασης της ιδιοκτησίας της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως, για όλα τα ανωτέρω ζητήματα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι λόγοι της έφεσης τόσο του εναγομένου Δήμου, όσο και των εναγόντων, οι οποίοι παραπονούνται για το ύψος της επιδικασθείσας σε αυτούς της χρηματικής ικανοποίησης και αποζημίωσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υφίστανται άλλοι λόγοι των ένδικων εφέσεων προς έρευνα θα πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση εφέσεις ως αβάσιμες και να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (178, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, λόγω της απόρριψης της έφεσης των εκκαλούντων-εναγόντων, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που προκαταβλήθηκε κατά την κατάθεσή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις από 18/9/2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………/2023) και από 22/11/2024 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………/2024) εφέσεις.
Δέχεται τις ως άνω εφέσεις τυπικά και τις απορρίπτει κατ’ ουσίαν.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου της από 18/9/2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. ………./2023) έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 18 Ιουνιου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ