ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός απόφασης 399/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ναυτικό Τμήμα
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Τζελέπη, Εφέτη, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ………………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελευθερία Χαμηλάκη (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Εταιρείας με την επωνυμία «……………..», που εδρεύει στις νήσους ….., ………………, και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2) εταιρείας με την επωνυμία «…………..», που εδρεύει στις νήσους …., ………., ….., και διατηρεί γραφείο αντιπροσώπευσης στη ….. Αττικής, λεωφόρος ……………, και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ …………., οι οποίες αμφότερες εκπροσωπήθηκαν από τον ληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Ντεντιδάκη, (ΔΕ Ν. ΓΩΓΙΟΣ -ΝΑΣΙΚΑΣ) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Ο εκκαλών ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 15.7.2024 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/ …………/25.7.2024 αγωγή σε βάρος των ήδη εφεσίβλητων εταιρειών, επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης την 5.12.2024, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 επ. του ΚΠολΔ (άρθρο 82 του ΚΙΝΔ, η με αριθμό 4215/2025 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της.
Ο ηττηθείς στον πρώτο βαθμό ενάγων, με την από 16.10.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ΓΑΚ …./ΕΑΚ …./21.10.2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ΓΑΚ …./ΕΑΚ …../27.10.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή του, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Κατά την συζήτηση της ένδικης έφεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, η υπόθεση εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις νομίμως προκατατεθείσες προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΙΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Η κρινόμενη από 16.10.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ΓΑΚ …./ ΕΑΚ …./21.10.2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ΓΑΚ …./ ΕΑΚ …../ 27.10.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση του εκκαλούντος, η οποία ασκήθηκε κατά της υπ’ αριθμ. 4215/2025 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί της από 15.7.2024 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ/…/……/25.7.2024 αγωγής, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 επ. του ΚΠολΔ (άρθρο 82 του ΚΙΝΔ, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών από της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στις 15.9.2025, με την επισήμανση ότι ως προς τις διαφορές αυτές υπάρχει απαλλαγή από το παράβολο εφέσεως του άρθρου 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το ν. 4055/2012. Εφόσον δε, η ένδικη έφεση, αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπο και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή της (άρθρο 19 του ΚΠολΔ και 51 παρ.6 στοιχ. α΄ του N.2172/1993), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω, κατά την αυτή ως άνω τακτική διαδικασία, για να ελεγχθεί το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 εδαφ. α ΚΠολΔ.
[ΙΙ] Με την υπό κρίση αγωγή του, ο ενάγων, ηλικίας 35 ετών κατά τον ένδικο χρόνο, εκθέτει ότι με την από 15.11.2020 σύμβαση ναυτικής εργασίας που συνήψε στη Βούλα Αττικής με τη δεύτερη εναγόμενη, η οποία ασκεί τον εφοπλισμό και την οικονομική εκμετάλλευση του υπό σημαία Μάλτας και ελληνικών συμφερόντων δεξαμενόπλοιου «………………..», κυριότητας της πρώτης εναγομένης, που εδρεύει καταστατικά στην αλλοδαπή και πραγματικά στην Ελλάδα, ναυτολογήθηκε στο προαναφερόμενο πλοίο με την ειδικότητα του υποπλοιάρχου από τις 17.11.2020 μέχρι και την απόλυση του στις 2.12.2020. Ότι στις 21.11.2020, από αμέλεια των προστηθέντων των εναγομένων, εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο χώρο ενδιαίτησης του πληρώματος (ακκομοδέσιο), κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο συνθήκες, η οποία είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο δύο αλλοδαπών ναυτικών και τη δική του πλήρη διαρκή ανικανότητα προς εργασία. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητεί: α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον εκάστη, η πρώτη ως κυρία άλλως ως πλοιοκτήτρια του ως άνω πλοίου και η δεύτερη ως εφοπλίστρια άλλως ως αντιπρόσωπος της πλοιοκτήτριας – διαχειρίστρια του πλοίου στην Ελλάδα, η οποία συνήψε με αυτόν (ενάγοντα) στα γραφεία της στη …….. Αττικής την ένδικη σύμβαση παροχής ναυτικής εργασίας, και διά προσωπικής κράτησης των νομίμων εκπροσώπων τους, να του καταβάλουν τα εξής ποσά: α) το ποσό των 312.321 € ως αποζημίωση για απώλεια αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 3.12.2020 έως 3.12.2023, σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου περί αδικοπραξιών σε συνδυασμό με το άρθρο 16 ν. 551/1915, επειδή το ατύχημα επήλθε εξαιτίας της μη τήρησης των αναφερόμενων ειδικών διατάξεων για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων της Διεθνούς Σύμβασης για την Ασφάλεια της Ανθρώπινης Ζωής στη Θάλασσα (SOLAS), του Διεθνούς Κώδικα Ασφαλείας Συστημάτων Πυρασφάλειας του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ), του Διεθνούς Κώδικα για την αποφυγή ατυχημάτων σε πλοία και λιμένες του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (ILO) 1994, του π.δ. 395/1994, του π.δ. 1349/1981 και του β.δ. 806/1970, άλλως το ποσό των 189.592,60 € ως κατ’ αποκοπή αποζημίωση του άρθρου 3 περ. 1 του ν. 551/1915, λόγω της πλήρους διαρκούς ανικανότητας του προς εργασία, β) το ποσό των 5.669,28 € για μισθούς ασθενείας τεσσάρων μηνών του άρθρου 66 του ισχύοντος κατά τον ένδικο χρόνο ΚΙΝΔ και γ) το ποσό των 100.000 € ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου περί αδικοπραξιών, άπαντα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την ημέρα της απόλυσης του, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, και μέχρι την πλήρη εξόφληση, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στα δικαστικά του έξοδα. Η ως άνω υπόθεση συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά την δικάσιμο της 5ης.12.2024 επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 4215/2025 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία αφού η αγωγή κρίθηκε νόμιμη ως προς την κύρια βάση της με την οποία ζητείται επιδίκαση πλήρους αποζημίωσης στον ενάγοντα με βάση τις διατάξεις του κοινού δικαίου περί αδικοπραξιών ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 345, 346, 361, 481, 648, 662, 914, 922, 926 και 932 ΑΚ, 1 και 3 περ. 1 ν. 551/1915, 66 ΚΙΝΔ (ν. 3816/1958), 1 παρ. 1 ν. 762/1978, 176, 907, 908 παρ. 1δ και 1047 ΚΠολΔ, απορριπτομένης, ωστόσο αυτής ως προς το κονδύλιο ύψους 312.321 € ως μη νόμιμης, διότι οι επικαλούμενες από τον ενάγοντα διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης για την Ασφάλεια της Ανθρώπινης Ζωής στη Θάλασσα (SOLAS), του Διεθνούς Κώδικα Ασφαλείας Συστημάτων Πυρασφάλειας του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ), του Διεθνούς Κώδικα για την αποφυγή ατυχημάτων σε πλοία και λιμένες του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (ILO) 1994, του π.δ. 395/1994, του π.δ. 1349/1981 και του β.δ. 806/1970 δεν θεσπίζουν ειδικούς όρους ασφαλείας των εργαζομένων στη ναυτική εργασία, που να μνημονεύουν συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειας του πληρώματος, κατά την έννοια του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, στη συνέχεια απορρίφθηκε ως κατ’ ουσία αβάσιμη, καθώς κατά την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε η εργασιακή ανικανότητα του ενάγοντος εκ ψυχικής του νόσου αιτιωδώς συνδεόμενης με το συμβάν της πυρκαγιάς και παραγωγικής ηθικής του ιδίου βλάβης, απορριπτομένων των κονδυλίων της κατ’ αποκοπή αποζημίωσης του άρθρου 3 του ν. 551/1915, των μισθών ασθενείας και της ηθικής βλάβης ως ουσιαστικά αβάσιμων, παρελκούσης ως αλυσιτελούς της κρίσης περί του, κρίσιμου για το κονδύλιο της ηθικής βλάβης, ζητήματος της υπαιτιότητας των προστηθέντων των εναγομένων στην πρόκληση της ένδικης πυρκαγιάς. Τέλος, ο ενάγων καταδικάσθηκε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων, τα οποία ορίσθηκαν στο χρηματικό ποσό των 5.000 ευρώ. Ήδη ο ενάγων, ως έχων έννομο συμφέρον εκ του διατακτικού της εκκαλουμένης απόφασης, πλήττει αυτή (εκκαλούμενη απόφαση) για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να γίνει δεκτή η έφεση του, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να γίνει δεκτή η αγωγή του ως κατ’ ουσία βάσιμη.
[ΙΙΙ] Από τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 551/1915, όπως τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ της 24/7-25/8/1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 εδ. α Εισ.Ν.ΑΚ, έχει δε εφαρμογή και στη σύμβαση ναυτολογήσεως, κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου και το άρθρο 66 του ν. 3816/1958 «περί κυρώσεως του Κωδ. Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου», προκύπτει ότι αυτός που έπαθε ανικανότητα από εργατικό ατύχημα ή σε περίπτωση θανάτου του, οι κατά το άρθρο 6 του ίδιου νόμου συγγενείς του, έχουν δικαίωμα να εγείρουν την αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ, πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων ή όταν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων σ` αυτές, βρίσκεται δε σε αιτιώδη συνάφεια με την μη τήρηση των διατάξεων τούτων. Τέτοιες διατάξεις είναι εκείνες οι οποίες ειδικώς προβλέπουν τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, δηλ. προσδιορίζουν τους όρους που πρέπει να τηρηθούν μνημονεύοντας συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων. Δεν αρκεί δηλαδή ότι το ατύχημα επήλθε από την μη τήρηση όρων, οι οποίοι επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση προνοίας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 26/1995 ΕλλΔνη 37.38, ΑΠ 274/2000 ΕλλΔνη 39.105, ΑΠ 1858/2011, ΑΠ 11/2012, ΕφΠειρ 281/2011 δημ. νόμος). Οι αξιώσεις συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι σε περίπτωση επιλογής της μιας απ` αυτές τις αξιώσεις αποζημίωσης αποκλείεται να ζητήσει ταυτόχρονα ή διαδοχικά την άλλη, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 306 ΑΚ, που αφορά την διαζευκτική ενοχή. Οι διατάξεις των άρθρων του Β.Δ/τος 806/16.12.1970 περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήν Κανονισμού «περί εργασίας επί των ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω» (ΦΕΚ Α 275), εκδοθέντος κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 67 του ν. 6392/1934 «περί Ποινικού και Πειθαρχικού Κώδικος του Εμπορικού Ναυτικού» και των άρθρων 1 παρ. 1και 8 του ν. 3141/1955 «περί συστάσεως παρά τω ΥΕΝ Συμβουλίου Εμπορικού Ναυτικού», αναφέρονται στα καθήκοντα και την εν γένει ευθύνη του πλοιάρχου και των λοιπών προστηθέντων της πλοιοκτήτριας και δεν προβλέπουν ειδικώς όρους ασφαλείας του προσωπικού του πλοίου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 551/1915 (ΑΠ ολομ. 26/1995 Ελλ Δικ. 37 σελ. 38). Σε κάθε, όμως, περίπτωση, δηλαδή και όταν ακόμη ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση για αποζημίωση, ο παθών από εργατικό ατύχημα διατηρεί την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά του εργοδότη, εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα (δόλο ή αμέλεια οποιασδήποτε μορφής) αυτού ή των προστηθέντων απ` αυτόν προσώπων, που κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ), μη απαιτουμένης της συνδρομής του ειδικού πταίσματος της μη τηρήσεως επιβαλλομένων όρων ασφαλείας (ΟλΑΠ 1117/1986 ΝοΒ 35. 891, ΑΠ 1438/2002 ΕλλΔνη 45. 716), ενώ η αντικειμενική ευθύνη του εργοδότη κατά το ν. 551/1915 δεν επεκτείνεται και στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον γι` αυτήν απαιτείται υπαιτιότητα (ΑΠ 274/2000 ό.π.).
[IV] Από την επανεκτίμηση των προσκομιζομένων με επίκληση από τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα με τις προτάσεις του με αρ. πρωτ. ΔΣΑ_ΕΒ_…._2024 και ΔΣΑ_ΕΒ_………._2024 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων ………… και ……… αντίστοιχα, που λήφθηκαν ενώπιον της δικηγόρου Αθηνών ……………, ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων του – εναγομένων (βλ. με αριθμό …./27.11.2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………….., που προσκομίζει με επίκληση ο ενάγων), από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, χωρίς να έχει παραλειφθεί κάποιο από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως-από το Δικαστήριο και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με σύμβαση ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου (διάρκειας έως 14.5.2021), που καταρτίστηκε στη …… Αττικής στις 15.11.2020 μεταξύ του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος και της δεύτερης εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης αλλοδαπής και νομίμως εγκατεστημένης στην Ελλάδα εταιρείας, διαχειρίστριας του με σημαία Μάλτας δεξαμενόπλοιου «……….» με αριθμό νηολογίου Valletta …….., κόρων ολικής χωρητικότητας 81.467, ως αντιπροσώπου στην Ελλάδα της πρώτης εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης αλλοδαπής εταιρείας, πλοιοκτήτριας του εν λόγω πλοίου, ο ενάγων ναυτολογήθηκε σ’ αυτό στις 17.11.2020, ως υποπλοίαρχος, με μηνιαίο κλειστό μισθό 10.000 €, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας Συλλογικής Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας (ΣΣΝΕ) για τα πληρώματα των φορτηγών πλοίων χωρητικότητας άνω των 4.500 τόνων. Ο ενάγων εργάστηκε στο πλοίο αυτό μέχρι τις 2.12.2020, ημερομηνία κατά την οποία απολύθηκε, και ακολούθως επαναπατρίστηκε στις 9.12.2020. Στις 20.11.2020 το ως άνω πλοίο κατέπλευσε στον λιμένα Ras Laffan του Κατάρ, προερχόμενο από το αγκυροβόλιο Port Rashid των Η.Α.Ε., προκειμένου να φορτώσει πετρέλαιο. Στις 21.11.2020 περί ώρα 8.49 π.μ. και ενώ το πλοίο φόρτωνε φορτίο στον ως άνω λιμένα εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε καμπίνα του καταστρώματος Β στο χώρο ενδιαίτησης του πλοίου, η οποία κατασβέστηκε από ομάδα πυρόσβεσης της ξηράς περί ώρα 10.18 π.μ. της ίδιας ημέρας και συνεπεία της οποίας δύο μέλη του πληρώματος (ναύτες) έχασαν τη ζωή τους. Ωστόσο από το σύνολο των ισχυρισμών που προβάλλονται εκατέρωθεν από τους διαδίκους και των προσκομιζόμενων με επίκληση αποδεικτικών μέσων προκύπτει ότι κρίσιμο και σφόδρα ερειδόμενο ζήτημα της παρούσας διαφοράς συνιστά η διερεύνηση της ύπαρξης, της φύσης, της βαρύτητας και της αιτιώδους συνάφειας της φερόμενης ψυχικής βλάβης του ενάγοντος με το ένδικο ναυτικό ατύχημα και ειδικότερα με την πυρκαγιά που εκδηλώθηκε επί του πλοίου «……………….» την 21η.11.2020, συνεπεία της οποίας απώλεσαν τη ζωή τους δύο μέλη του πληρώματος. Πλέον συγκεκριμένα, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι βίωσε το συμβάν εκ του σύνεγγυς, ευρισκόμενος επί του πλοίου κατά τον χρόνο εκδήλωσης της πυρκαγιάς, παρακολούθησε τις προσπάθειες διάσωσης των εγκλωβισμένων ναυτικών, βρέθηκε αντιμέτωπος με εικόνες και καταστάσεις εξαιρετικά τραυματικές για την ψυχική του υγεία και έκτοτε εμφάνισε σοβαρή ψυχική ά συμπτωματολογία, η οποία εκδηλώθηκε με έντονο άγχος, διαταραχές ύπνου, εφιάλτες, επαναβιώσεις του συμβάντος, αποφυγή ερεθισμάτων συνδεόμενων με το ατύχημα, συναισθηματική απορρύθμιση και αδυναμία επανόδου στην προηγούμενη επαγγελματική και κοινωνική του λειτουργικότητα. Προς θεμελίωση των ισχυρισμών του επικαλείται και προσκομίζει, μεταξύ άλλων, ιατρικές γνωματεύσεις και βεβαιώσεις ψυχιάτρων και ψυχιατρικών δομών, από τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, προκύπτει διάγνωση μετατραυματικής διαταραχής στρες (Post Traumatic Stress Disorder – PTSD), καθώς και ανάγκη μακροχρόνιας ψυχιατρικής παρακολούθησης και φαρμακευτικής αγωγής. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι η εν λόγω ψυχική διαταραχή συνδέεται ευθέως και αιτιωδώς με το επίδικο συμβάν, ενώ προβάλλει ότι η πάθησή του επέφερε πλήρη αδυναμία συνέχισης της ναυτικής του σταδιοδρομίας. Αντιθέτως, οι εναγόμενες εταιρείες αμφισβητούν σφόδρα, στο σύνολό τους, τους ως άνω ισχυρισμούς του ενάγοντος καθώς αρνούνται ότι ο ενάγων υπέστη ψυχική νόσο συνδεόμενη αιτιωδώς με το επίδικο ατύχημα και υποστηρίζουν ότι τα προσκομιζόμενα ιατρικά έγγραφα δεν επαρκούν για τη θεμελίωση διάγνωσης μετατραυματικής διαταραχής στρες κατά τα διεθνώς αποδεκτά ψυχιατρικά κριτήρια. Επιπλέον προβάλλουν ότι η ψυχιατρική συμπτωματολογία που επικαλείται ο ενάγων εμφανίσθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο, ότι τα ιατρικά πιστοποιητικά στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στις υποκειμενικές αναφορές του ιδίου χωρίς να συνοδεύονται από εξειδικευμένες ψυχομετρικές δοκιμασίες ή αντικειμενική ψυχιατρική αξιολόγηση ικανή να τεκμηριώσει τη διάγνωση, ενώ αμφισβητούν τόσο τη βαρύτητα όσο και τη διάρκεια των προβαλλόμενων συμπτωμάτων. Επίσης, υποστηρίζουν ότι δεν αποδεικνύεται επαρκώς ότι τυχόν ψυχικές εκδηλώσεις του ενάγοντος οφείλονται αποκλειστικά στο ένδικο συμβάν και όχι σε άλλους παράγοντες της προσωπικής, κοινωνικής ή επαγγελματικής του ζωής, προβάλλοντας ότι δεν στοιχειοθετείται με την απαιτούμενη βεβαιότητα η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πυρκαγιάς και της φερόμενης ψυχικής διαταραχής.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 107, 254 παρ. 1, 368, 387, 522, 527, 529, 532, 533 και 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για την ολοκλήρωση της έρευνας για τη βασιμότητα του λόγου έφεσης και την καλύτερη διάγνωση της διαφοράς μπορεί χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση να διατάξει νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις με τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων η πραγματογνωμοσύνη, οσάκις πρόκειται για ζήτημα, για την αντίληψη του οποίου απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, έτσι ώστε μετά τη συνεκτίμηση των αποδείξεων αυτών και των αποδείξεων, που εκτιμήθηκαν από την εκκαλουμένη απόφαση, να κρίνει αν είναι εσφαλμένη η απόφαση αυτή και σε καταφατική περίπτωση να αποφανθεί για τη βασιμότητα του λόγου έφεσης και να εξαφανίσει συνεπεία αυτού κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1285/1982 Δ. 14.568, ΑΠ 2/2006 ΕλλΔνη 47.1047, ΕφΛαμ 63/2013). Η άρνηση ή η παράλειψη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, είτε στην περίπτωση του άρθρου 368 παρ. 1 του ΚΠολΔ είτε στην περίπτωση του άρθρου 368 παρ. 2 του ΚΠολΔ, μπορεί να αποτελέσει λόγο έφεσης, οπότε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αν διαπιστώνει την ανάγκη της διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης, μπορεί να διατάξει αυτήν, με την αναβολή της απόφασής του για την ουσία της κρινόμενης έφεσης (ΕφΙωαννίνων 95/2005, ΕφΘεσ 10/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, υπό τα δεδομένα που εκτέθηκαν ανωτέρω, το παρόν Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το ζήτημα της ύπαρξης ή μη μετατραυματικής διαταραχής στρες ή άλλης ψυχικής νόσου, της βαρύτητας αυτής, της διάρκειάς της, της επίδρασής της στη λειτουργικότητα του ενάγοντος, καθώς και της αιτιώδους συνδέσεώς της με το ένδικο ατύχημα, αποτελεί ζήτημα ιδιαίτερα εξειδικευμένο, η δε διάγνωσή του προϋποθέτει ειδικές γνώσεις της επιστήμης της ψυχιατρικής και της κλινικής ψυχολογίας, τις οποίες το Δικαστήριο δεν διαθέτει. Ενόψει δε του ότι οι προσκομιζόμενες ιατρικές γνωματεύσεις και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία αξιολογούνται κατά τρόπο εκ διαμέτρου αντίθετο από τους διαδίκους, ενώ η επίλυση του ζητήματος αυτού ασκεί αποφασιστική επιρροή στην έκβαση της υπό κρίση αγωγής, κρίνεται ότι η πλήρης και ασφαλής διάγνωση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών δεν είναι δυνατή χωρίς τη συνδρομή ειδικού επιστήμονα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει το Δικαστήριο, προκειμένου να αχθεί σε κρίση για τη βασιμότητα των λόγων της κρινόμενης έφεσης, που ανάγονται, όπως προαναφέρθηκε, και σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 254 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, βλ. και ΑΠ 1088/2018, ΕφΠατρ 303/2011), πριν από την προηγούμενη εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την περαιτέρω έρευνα της ένδικης υπόθεσης, να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης της ένδικης υπόθεσης, που έχει κηρυχθεί περατωμένη, στο σύνολό της, (οπότε στην επαναλαμβανόμενη δίκη θα ερευνηθούν και όσοι από τους ισχυρισμούς προβλήθηκαν στην πρωτόδικη δίκη και επανυποβάλλονται νομίμως κατ΄ άρθρο 240 του ΚΠολΔ στην παρούσα δίκη ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου), προκειμένου να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη, σύμφωνα με τα άρθρα 368 επ. του ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος δε θα γίνει λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς την έφεση που έγινε τυπικά δεκτή, διότι η παρούσα δεν είναι οριστική.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 16.10.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ΓΑΚ …../ΕΑΚ …./21.10.2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ΓΑΚ …../ ΕΑΚ ……./ 27.10.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση.
Δέχεται τυπικά την έφεση
Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, επιμελεία του επιμελέστερου των διαδίκων.
Διορίζει πραγματογνώμονα τον ……………, Ψυχίατρο, κάτοχο τίτλου ιατρικής ειδικότητας της ψυχιατρικής την ……., μέλος ……, τηλ. …………., ο οποίος περιέχεται στον κατάλογο πραγματογνωμόνων του Εφετείου αυτού και ο οποίος, αφού δώσει τον όρκο του πραγματογνώμονα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της παρούσας και σε ημέρα και ώρα, που θα οριστεί αρμοδίως, κατόπιν κλήσεως του επιμελέστερου των διαδίκων, θα γνωμοδοτήσει με αιτιολογημένη έκθεση του την οποία θα καταθέσει στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου εντός ενενήντα (90) ημερών από το νόμιμο όρκο που θα δώσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, μετά από εξέταση του εκκαλούντος ναυτικού και από μελέτη του συνόλου του ιατρικού φακέλου, των ιατρικών γνωματεύσεων, βεβαιώσεων, συνταγογραφήσεων και κάθε άλλου σχετικού εγγράφου της δικογραφίας και να γνωμοδοτήσει:
1) Αν ο εκκαλών πάσχει ή έπασχε από ψυχική διαταραχή και ποια είναι αυτή.
2) Αν η πάθηση συνδέεται αιτιωδώς με το συμβάν της 21.11.2020.
3) Αν προϋπήρχε ψυχική νόσος ή άλλος παράγοντας που επηρεάζει τη σημερινή του κατάσταση.
4) Αν η πάθηση επηρεάζει την ικανότητά του για εργασία και σε ποιο βαθμό.
5) Ποια είναι η πρόγνωση της υγείας του και αν απαιτείται περαιτέρω θεραπεία.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 5 Ιουνίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων όσων εξ αυτών παραστάθηκαν.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ