ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 413/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Τζελέπη, Εφέτη, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου και από την Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία <<…………..>> που εδρεύει στη ….. Αττικής με ΑΦΜ …., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Γκιόλμα (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).
Της εφεσίβλητης : Ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «……………» που εδρεύει στη …… Αττικής με ΑΦΜ ……, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλέξανδρο Ελευθερίου.
Η εκκαλούσα – ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 21.3.2021 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2022 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, τμήματος Ναυτικών Διαφορών. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ.915/2025 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή. Την απόφαση αυτή εκκαλεί η ενάγουσα με την από 16.10.2025 [με ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2025 Πρωτ και …………./2025 Εφ.] έφεσή της, η οποία προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε με τις προτάσεις του δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ένδικη έφεση κατά της υπ’ αριθ.915/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία απορρίφθηκε η από 21.3.2021 με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………/2022 αγωγή, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016 εντός της προβλεπομένης στο νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης, η οποία έλαβε χώρα την 27.2.2025, δεδομένου ότι δεν προέκυψε η επίδοση αυτής με επιμέλεια των διαδίκων οι οποίοι μάλιστα δεν αντιλέγουν προς τούτο. Επομένως, πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα το παράβολο των 100,00 ευρώ με αριθμό ……………….., που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.
Η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή της εκθέτει ότι δυνάμει σύμβασης εφοπλισμού επιβατηγού οχηματαγωγού πλοίου που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στις 14.2.2020 και των μεταγενέστερων τροποποιήσεών της, η ενάγουσα εταιρεία είχε αναλάβει την εκμετάλλευση του Ε/Γ – Ο/Γ πλοίου «Π Ν.Π. ………», κυριότητας της εναγομένης, το οποίο εκτελούσε δρομολόγια στη γραμμή Κεραμωτή Καβάλας – Λιμένας Θάσου. Ότι σύμφωνα με τα όσα είχαν προβλεφθεί στην επίδικη σύμβαση, η εναγομένη όφειλε να ενημερώνει εγκαίρως για τη διενέργεια του δεξαμενισμού του πλοίου και να συνεργάζεται για την επιλογή ναυπηγείου και την πραγματοποίηση των απαιτούμενων εργασιών, πλην όμως παρέλειψε να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες και καθυστέρησε αδικαιολογήτως τη σχετική διαδικασία, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και εξώδικες δηλώσεις της ενάγουσας. Ότι η στάση της εναγομένης είχε ως αποτέλεσμα το πλοίο να οδηγηθεί τελικώς για δεξαμενισμό σε διαφορετικό ναυπηγείο, με συνέπεια να προκύψουν αυξημένες δαπάνες δεξαμενισμού, επισκευών και συναφών εργασιών, καθώς και πρόσθετα έξοδα για ηλεκτρολογικές και μηχανολογικές εργασίες, χρωματισμούς, αγορά ανοδίων και έκδοση πιστοποιητικών. Ότι, περαιτέρω, η εναγομένη δεν κατέβαλε πλήρως τους συμφωνημένους ναύλους των μηνών Απριλίου 2021 και Οκτωβρίου 2021, με αποτέλεσμα να οφείλεται υπόλοιπο ποσού 6.311,49 ευρώ για τον μήνα Απρίλιο 2021 και ποσού 2.857,51 ευρώ για τον μήνα Οκτώβριο 2021, ήτοι συνολικώς το ποσό 9.169 ευρώ. Ότι πλην αυτών, την οφείλει επιπλέον το ποσό των 38.702,88 ευρώ, που αφορά δαπάνες δεξαμενισμού και επισκευών του πλοίου, και συνεπώς συνολικά το ποσό των 47.871,88 ευρώ. Με βάση το πιο πάνω ιστορικό ζητεί να γίνει δεκτή η αγωγή της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 47.871,88 ευρώ, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθεί αυτή στη δικαστική της δαπάνη. Το ως άνω Δικαστήριο με την 915/2025 οριστική απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και καταδίκασε την ενάγουσα στη δικαστική δαπάνη αυτής. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ηττηθείσα πρωτοδίκως εκκαλούσα – ενάγουσα με την υπό κρίση έφεσή της για τους περιεχόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν στο σύνολό της.
Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης που εξετάστηκε νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αυτού και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του άνω Δικαστηρίου, της υπ’ αριθ. ……………/18.7.2022 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα …………. ενώπιον της συμβολαιογράφου Θάσου …….., η οποία ελήφθη με επιμέλεια της εναγομένης κατόπιν προηγούμενης νόμιμης κλήτευσης της ενάγουσας, των εγγράφων που κρίθηκαν από την εκκαλουμένη απόφαση ως απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα για το λόγο ότι τα προσκομισθέντα από την ενάγουσα με αριθμούς σχετικών 13-19, 21-28,30 έγγραφα δεν δόθηκαν προς αντίκρουση των ισχυρισμών εξόφλησης και συμψηφισμού που προβλήθηκαν από την εναγομένη αλλά προς απόκρουση της αιτιολογημένης απάντησης της εναγομένης επί της ιστορικής βάσης της αγωγής, τα οποία μάλιστα η εφεσίβλητη – εναγομένη με την προσθήκη – αντίκρουση επί των προτάσεων της που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου θεωρεί ομοίως ως απαράδεκτα, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος καθώς σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ στην έκκλητη δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων και ως τέτοια θεωρούνται και εκείνα που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως αλλά ήταν απαράδεκτα, ανεξαρτήτως αν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά ή όχι για το απαράδεκτο αυτού, οπότε σε κάθε περίπτωση παραδεκτώς προσκομίζονται αυτά το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (ΑΠ 484/2019, 284/2018) σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια, καθώς και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την από 14.2.2020 σύμβαση εφοπλισμού, όπως αυτή, τροποποιήθηκε αρχικά με την από 19.2.2020 τροποποίηση και ακολούθως με την από 15.10.2020 τροποποίηση, η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη εφόπλισε το Ε/Γ – Ο/Γ πλοίο Π, Ν.Π. …….. από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, που ήταν η πλοιοκτήτρια αυτού προκειμένου να το εντάξει στην δρομολογιακή γραμμή Κεραμωτής – Λιμένας Θάσου. Συμφωνήθηκε ρητά, μεταξύ άλλων, ότι η παράδοση του πλοίου θα γίνει στο Λιμένα της Θάσου με ευθύνη της πλοιοκτήτριας, η οποία ανέλαβε να ξεκινήσει το ταξίδι της παράδοσης εγκαίρως και πάντως εντός της επόμενης ημέρας από την έκδοση της απόφασης αποδρομολόγησης του πλοίου από την γραμμή Μεγάρων-Φανερωμένης Σαλαμίνας όπου ήταν μέχρι τότε δρομολογημένο. Προβλέφθηκε επίσης ρητά ότι σε περίπτωση που το πλοίο δεν παραδινόταν κατά τα ανωτέρω στην εναγομένη το αργότερο μέχρι την παρέλευση επτά (7) ημερών από την έκδοση της απόφασης αποδρομολόγησής του, θα κατέπιπτε, άνευ ετέρου, υπέρ της εταιρείας μας ποινική ρήτρα ποσού 30.000,00 ευρώ. Ο μηνιαίος ναύλος συμφωνήθηκε στο ποσό των 10.000,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ καταβαλλόμενος στον υπ’ αριθμ. … …… λογαριασμό της ενάγουσας στην ALPHA BANK, πλην του πρώτου μηνιαίου ναύλου που συμφωνήθηκε στο ποσό των 15.000,00 ευρώ πλέον ΦΠΑ και θα κάλυπτε την περίοδο μέχρι 31.3.2020. ανεξαρτήτως της ημερομηνίας παράδοσης του πλοίου. Επίσης προβλέφθηκε η υποχρέωση της εναγόμενης για παράδοση εγγυητικής επιστολής στον όρο (3) της από 19.2.2020 τροποποίησης και τελούσε υπό την προϋπόθεση της παράτασης της σύμβασης εφοπλισμού μέχρι και την 31.10.2021, προϋπόθεση η οποία εκπληρώθηκε. Στον όρο (4) της ίδιας ως άνω τροποποίησης, συμφωνήθηκε ότι το πλοίο θα υποβαλλόταν σε δεξαμενισμό για το έτος 2021 στο πλησιέστερο (στην Θάσο) διαθέσιμο ναυπηγείο, οπότε η εναγομένη αναλάμβανε μέρος του κόστους αυτού (δεξαμενισμό) κατά τα προβλεφθέντα, ενώ εάν ο δεξαμενισμός θα ελάμβανε χώρα σε ναυπηγείο του Πειραιά ή της Σαλαμίνας, τότε το κόστος θα αναλάμβανε εξ’ ολοκλήρου η ενάγουσα και την εναγομένη θα βάρυνε μόνο το κόστος μεταφοράς του πλοίου από και προς το ναυπηγείο. Εξάλλου, με την από 15.10.2020 τροποποίηση συμφωνήθηκε (όρος 11) ότι κατά τον δεξαμενισμό θα γινόταν έλεγχος των μηχανών και των ελικοπηδαλίων του πλοίου από εξουσιοδοτημένα συνεργεία των κατασκευαστών τους και θα πραγματοποιηθούν οι υποδειχθείσες από αυτούς επισκευές. Εφόσον ο δεξαμενισμός θα πραγματοποιείτο σε ναυπηγείο του Πειραιά ή της Σαλαμίνας, η εναγομένη δεν θα συμμετείχε στο κόστος αυτού. Τέλος συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη θα αναλαμβάναμε το κόστος της αποκατάστασης της ζημίας που προήλθε από πρόσκρουση του Πλοίου στον προβλήτα τον Σεπτέμβριο του 2020. Να σημειωθεί ότι ο έλεγχος και επισκευή μηχανών και ελικοπηδαλίων αφορούσε προβλήματα που προϋπήρχαν της παράδοσης του πλοίου στην εναγόμενη, τα οποία μάλιστα καταγράφηκαν στο σχετικό συνταχθέν πρωτόκολλο παράδοσης – παραλαβής [παρατηρήσεις υπό Α(11), (13), (14). (16). (17), (19) και (20)]. Ακολούθως το ένδικο πλοίο παραδόθηκε μετά την πάροδο της συμφωνηθείσας προθεσμίας την 2.3.2020, το δε σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης παραλαβής υπογράφηκε μόλις την 3.6.2020 και ακολούθως η εναγομένη ενέταξε τούτο στο πρόγραμμα δρομολογίων της Κοινοπραξίας της στις γραμμές Κεραμωτή – Λιμένας Θάσου με την επισήμανση ότι η ενάγουσα αναγνώρισε το δικαίωμα της εφοπλίστριας – εναγομένης περί συμψηφισμού του ναύλου Οκτωβρίου 2020 με το χρηματικό ποσό που κατέβαλε η ίδια για εργασίες επί του πλοίου και ανταλλακτικά. Επίσης πρέπει να αναφερθεί ότι η ενάγουσα σε χρόνο πριν την παράδοση του πλοίου είχε εισπράξει ήδη το ποσό των 30.000,00 ευρώ με την υπ’ αριθμ. ………………. επιταγή της Eurobank σε εκτέλεση όρου που προβλέφθηκε από τα προαναφερθέντα συμβατικά κείμενα. Μετά ταύτα η ένδικη σύμβαση εξελίχθηκε ομαλά μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, οπότε και η ενάγουσα κατέβαλε κανονικά τους οφειλόμενους συμφωνηθέντες μηνιαίους ναύλους. Στη συνέχεια μετά την παράταση του εφοπλισμού μέχρι και την 31.10.2021, η εναγομένη, κατά τους μεταξύ τους συμφωνηθέντες όρους, παρέδωσε στην ενάγουσα την υπ’ αριθμ. …………… εγγυητική επιστολή εκδόσεως της …………, ποσού 120.000,00 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης την 4.11.2020, που αντιστοιχούσε στο σύνολο των ναύλων για τους δώδεκα τελευταίους μήνες του εφοπλισμού, ήτοι από 1.11.2020 μέχρι 31.10.2021 (12 μήνες Χ 10.000 ευρώ το μήνα). Να σημειωθεί ότι το συμβατικό έρεισμα για την έκδοση της άνω εγγυητικής επιστολής ευρίσκεται στον όρο 4 της αρχικής από 14.2.2020 σύμβασης εφοπλισμού, ο οποίος στα κύρια σημεία αυτού προέβλεπε ότι για την εξασφάλιση της πλοιοκτήτριάς για την καταβολή του ναύλου από την εφοπλίστρια για όλο το χρονικό διάστημα της υποχρέωσης καταβολής σε αυτή ναύλου και την εν γένει τήρηση των όρων της παρούσας η εφοπλίστρια θα παραδώσει στην πλοιοκτήτρια εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης ποσού 205.000 ευρώ ισχύος μέχρι 31.10.2021 που θα εκδοθεί από την τράπεζα ………. εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την υπογραφή της παρούσας όχι αργότερα από 4.2.2020. Επίσης με τον ίδιο όρο η εφοπλίστρια σε εγγύηση εκτέλεσης της ανωτέρω υποχρέωσής της παρέδωσε στην πλοιοκτήτρια δύο τραπεζικές επιταγές εκδόσεως της ίδιας ως άνω τράπεζας, αξίας 80.000 και 5.000 ευρώ αντιστοίχως και θα παρέμεναν εις χείρας της τελευταίας μέχρι την έκδοση της προβλεπόμενης εγγυητικής επιστολής καλής εκτέλεσης. Επιπλέον ο όρος αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με τον όρο 3 της από 19.2.2020 τροποποιητικής σύμβασης εφοπλισμού σύμφωνα με τον οποίο η εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης ορίζεται στο ποσό των 85.000 ευρώ, ισχύος μέχρι την 31.10.2020 και θα παραδοθεί στην πλοιοκτήτρια εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την αποδρομολόγηση του πλοίου. Εφόσον η σύμβαση εφοπλισμού κατά τα ανωτέρω ή όταν γίνει νέα δήλωση εφοπλισμού, η εφοπλίστρια υποχρεούται να παραδώσει στην πλοιοκτήτρια μετά τη λήξη της ως άνω εγγυητικής επιστολής και εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την νέα δήλωση εφοπλισμού, νέα εγγυητική επιστολή ποσού 120.000 ευρώ με ισχύ μέχρι την 31.102021. Η ένδικη σύμβαση τελικά έληξε την 1.11.2021, οπότε και το πλοίο παραδόθηκε στην αντίδικο στην Φανερωμένη και το πλήρωμα του απολύθηκε. Προηγουμένως, ο πλοίαρχος που η ενάγουσα διόρισε, παρέλαβε το πλοίο από τον πλοίαρχο της επιλογής της εναγομένης, παρουσία του νομίμου εκπροσώπου της αντιδίκου, «σε καλή κατάσταση με όλα τα πιστοποιητικά του σε ισχύ, χωρίς καμία παρατήρηση και απαίτηση, όπως επί λέξει αναγράφηκε στο ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου και υπεγράφη από τον παραδίδοντα και τον παραλαμβάνοντα πλοίαρχο. Ωστόσο, κρίσιμο ζήτημα μεταξύ των διαδίκων αποτέλεσε η επιλογή του ναυπηγείου δεξαμενισμού του πλοίου και η κατανομή της σχετικής δαπάνης επισκευής, δεδομένου ότι αμφότερα τα μέρη συνομολογούν την αναγκαιότητα του δεξαμενισμού και της εκτέλεσης των απαιτούμενων επισκευαστικών εργασιών πριν από τη λήξη των πιστοποιητικών αξιοπλοΐας και λειτουργίας του πλοίου. Η διαφορά τους εντοπίζεται, συνεπώς, όχι στην ανάγκη πραγματοποίησης των εργασιών, αλλά στον τόπο, τον χρόνο, τον τρόπο εκτέλεσής τους και στην ευθύνη για την τελικώς επιλεγείσα λύση. Ειδικότερα, η πλοιοκτήτρια εταιρεία «……………….» ισχυρίζεται ότι ήδη από τον Νοέμβριο του 2020 επιδίωξε τον έγκαιρο προγραμματισμό του δεξαμενισμού και κάλεσε επανειλημμένως την εφοπλίστρια εταιρεία να υποδείξει κατάλληλο ναυπηγείο και να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες, χωρίς ουσιαστική ανταπόκριση. Κατά τους ισχυρισμούς της, ενόψει της επικείμενης λήξης του ΠΓΕ και των δυσχερειών που είχαν δημιουργηθεί λόγω της πανδημίας COVID-19, επέλεξε το ναυπηγείο «……………» στον ……. ως το πλησιέστερο διαθέσιμο ναυπηγείο και όρισε ως ημερομηνία έναρξης του δεξαμενισμού την 10.3.2021, γνωστοποιώντας την επιλογή αυτή στην αντίδικο ήδη από 1.2.2021. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και εξώδικες προσκλήσεις της, η αντίδικος δεν συμμορφώθηκε προς τον σχεδιασμό αυτό, αμφισβήτησε τις προτεινόμενες τεχνικές λύσεις και προκάλεσε καθυστερήσεις, καταλήγοντας τελικώς να μεταφέρει μονομερώς το πλοίο στο ναυπηγείο «……………..» στο Πέραμα στις 15.3.2021, γεγονός που, κατά την άποψή της, επέφερε αδικαιολόγητη αύξηση του κόστους. Αντιθέτως, η εφοπλίστρια εταιρεία «…………….» αρνείται ότι επέδειξε αδράνεια ή υπαιτιότητα και προβάλλει ότι η επιλογή του ναυπηγείου στον ……. έγινε μονομερώς από την πλοιοκτήτρια, χωρίς να έχει διασφαλισθεί η δυνατότητα εκτέλεσης του συνόλου των απαιτούμενων εργασιών. Κατά τους ισχυρισμούς της, το συγκεκριμένο ναυπηγείο δεν διέθετε την αναγκαία τεχνική υποδομή και τα εξειδικευμένα συνεργεία για την πλήρη και ασφαλή ολοκλήρωση των απαιτούμενων παρεμβάσεων, τα οποία βρίσκονταν κυρίως στην περιοχή Πειραιώς – Σαλαμίνας. Υποστηρίζει δε ότι είχε ήδη εξασφαλίσει τις αναγκαίες τεχνικές λύσεις και συνεργασίες στην περιοχή του Περάματος και ότι η επιλογή αυτού του ναυπηγείου υπαγορεύθηκε από αντικειμενικά τεχνικά και επιχειρησιακά δεδομένα, προκειμένου να διασφαλισθεί η έγκαιρη και ολοκληρωμένη επισκευή του πλοίου. Επομένως, μολονότι το πλοίο εν τέλει δεξαμενίσθηκε στο Πέραμα στις 15.3.2021, πραγματικό περιστατικό το οποίο δεν αμφισβητείται, εντούτοις τα διάδικα μέρη διαφωνούν ουσιωδώς ως προς τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην εγκατάλειψη της λύσης του ……., καθώς και ως προς το πρόσωπο που φέρει την ευθύνη για τη μεταβολή του αρχικού σχεδιασμού και τις συνακόλουθες οικονομικές επιπτώσεις. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, με βάση τις ίδιες ως άνω αποδείξεις το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η επιλογή της εναγομένης να οδηγήσει το ένδικο πλοίο για δεξαμενισμό σε διαθέσιμο ναυπηγείο του Περάματος αποτελούσε τη προσήκουσα λύση με βάση τα κρίσιμα συμβατικά κείμενα της επίδικης σύμβασης εφοπλισμού και υπαγορεύθηκε από αντικειμενικά τεχνικά, λειτουργικά και επιχειρησιακά δεδομένα και δεν συνιστούσε αυθαίρετη ή αντισυμβατική ενέργεια. Ειδικότερα, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που νομίμως προσκομίσθηκαν και εκτιμήθηκαν αποδείχθηκε ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο προγραμματισμένος δεξαμενισμός του επίδικου πλοίου δεν συνίστατο σε μία απλή διαδικασία ανέλκυσης και καθέλκυσης αυτού, αλλά προϋπέθετε την εκτέλεση εκτεταμένου φάσματος τεχνικών εργασιών, περιλαμβανομένων μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών επεμβάσεων, ελέγχων και επισκευών ελικοπηδαλίων, προμήθειας και τοποθέτησης εξειδικευμένων ανταλλακτικών, καθώς και εργασιών πιστοποίησης, οι οποίες ήταν αναγκαίες για τη διασφάλιση της τεχνικής αρτιότητας και της ασφαλούς επιχειρησιακής λειτουργίας του πλοίου. Οι εργασίες αυτές, λόγω της φύσεως και της πολυπλοκότητάς τους, απαιτούσαν τη συντονισμένη συμμετοχή εξειδικευμένων συνεργείων, τεχνικού προσωπικού και κατάλληλων υποδομών, τα οποία κατά κύριο λόγο συγκεντρώνονταν στην ευρύτερη περιοχή Πειραιώς – Περάματος – Σαλαμίνας. Η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει του ότι το ένδικο πλοίο εκτελούσε δρομολόγια συγκοινωνιακής εξυπηρέτησης, με αποτέλεσμα ο δεξαμενισμός του να πρέπει να οργανωθεί κατά τρόπο που να εξασφαλίζει όχι μόνο την πληρότητα και την ασφάλεια των απαιτούμενων τεχνικών παρεμβάσεων αλλά και την κατά το δυνατόν ταχύτερη επαναφορά του στην επιχειρησιακή του δραστηριότητα. Υπό το πρίσμα αυτό, η συγκέντρωση στην περιοχή του Περάματος των αναγκαίων τεχνικών μέσων, εξειδικευμένων συνεργείων, ανταλλακτικών και υποστηρικτικών υπηρεσιών καθιστούσε τη συγκεκριμένη επιλογή αντικειμενικά καταλληλότερη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος, ήτοι της πλήρους τεχνικής αποκατάστασης του πλοίου εντός εύλογου χρόνου και της άμεσης επανένταξής του στην πορθμειακή γραμμή που εξυπηρετούσε. Στο ίδιο συμπέρασμα συνηγορούν και τα προσκομισθέντα τιμολόγια και λοιπά παραστατικά των εργασιών που τελικώς πραγματοποιήθηκαν κατά τον δεξαμενισμό, από τα οποία προκύπτει ότι εκτελέστηκε ευρύ φάσμα παρεμβάσεων, περιλαμβανομένων εργασιών δεξαμενισμού, υδροβολής, χρωματισμών, τοποθέτησης ανοδίων, μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών επισκευών, ελέγχων μηχανικών συστημάτων, προμήθειας εξειδικευμένων ανταλλακτικών και έκδοσης πιστοποιητικών. Το εύρος των εργασιών αυτών επιβεβαιώνει ότι η επιτυχής ολοκλήρωση του δεξαμενισμού προϋπέθετε τη διαθεσιμότητα τεχνικών υποδομών και εξειδικευμένων υπηρεσιών αυξημένης έκτασης και πολυπλοκότητας. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν δύναται να αποδεχθεί τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η επιλογή του ναυπηγείου του …… αποτελούσε, άνευ ετέρου, τη συμβατικώς επιβεβλημένη λύση. Και τούτο διότι, μολονότι αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε ήδη γνωστοποιήσει από 1.2.2021 την πρόθεσή της να πραγματοποιηθεί ο δεξαμενισμός στο ναυπηγείο «………..» στον ………, δεν αποδείχθηκε ότι στο συγκεκριμένο ναυπηγείο είχε εξασφαλισθεί η δυνατότητα πλήρους και ολοκληρωμένης εκτέλεσης του συνόλου των απαιτούμενων εργασιών ούτε ότι διέθετε την αναγκαία τεχνική επάρκεια και επιχειρησιακή ετοιμότητα για την έγκαιρη ολοκλήρωσή τους. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι τα αναγκαία τεχνικά μέσα και οι εξειδικευμένες υπηρεσίες που απαιτούνταν για την εκτέλεση των εργασιών αυτών ήταν συγκεντρωμένα κατά κύριο λόγο στην περιοχή του Περάματος, όπου τελικώς πραγματοποιήθηκε το σύνολο σχεδόν των αναγκαίων παρεμβάσεων. Η ανωτέρω πραγματική παραδοχή συνδέεται άμεσα με την ερμηνεία της συμβατικής πρόβλεψης περί επιλογής του «πλησιέστερου διαθέσιμου ναυπηγείου. Πράγματι, η εν λόγω ρήτρα δεν δύναται να ερμηνευθεί αποκομμένα από τον συνολικό οικονομικό και λειτουργικό σκοπό της σύμβασης, αλλά, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να ερμηνεύεται κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Υπό την έννοια αυτή, ως «διαθέσιμο» ναυπηγείο δεν νοείται αποκλειστικά εκείνο που βρίσκεται εγγύτερα γεωγραφικά, αλλά εκείνο που διαθέτει την αναγκαία τεχνική υποδομή και επιχειρησιακή δυνατότητα να εκτελέσει, εντός του απαιτούμενου χρόνου, το σύνολο των εργασιών που απαιτούνται για την ασφαλή επαναφορά του πλοίου σε λειτουργία. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται και από το περιεχόμενο της από 14.2.2020 σύμβασης εφοπλισμού, όπως αυτή τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, καθώς και από το πρωτόκολλο παράδοσης – παραλαβής του πλοίου, στο οποίο είχαν ήδη καταγραφεί τεχνικές παρατηρήσεις και λειτουργικές δυσχέρειες σε κρίσιμα συστήματα αυτού. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεπαν απλώς στην εξεύρεση χώρου δεξαμενισμού, αλλά πρωτίστως στη διασφάλιση της πλήρους τεχνικής συντήρησης και της ασφαλούς επιχειρησιακής επαναφοράς του πλοίου. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιλογή του Περάματος από την εναγομένη δεν υπήρξε αυθαίρετη ούτε αντίθετη προς τη σύμβαση, αλλά συνιστούσε επιλογή τεχνικώς πρόσφορη, λειτουργικώς αναγκαία και απολύτως δικαιολογημένη υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης. Εφόσον δε δεν αποδείχθηκε αντισυμβατική ή υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης ως προς τον τόπο δεξαμενισμού, καταρρέει η βασική πραγματική και νομική παραδοχή επί της οποίας η ενάγουσα θεμελιώνει την αξίωσή της περί μετακύλισης του πρόσθετου κόστους δεξαμενισμού. Συνεπώς, η αξίωση καταβολής του ποσού των 38.702,88 ευρώ, η οποία ερείδεται αποκλειστικώς στην υποτιθέμενη υπαιτιότητα της εναγομένης για την επιλογή του Περάματος, στερείται νομικού και πραγματικού ερείσματος και πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Για τον ίδιο λόγο απορριπτέοι τυγχάνουν και οι αντίστοιχοι λόγοι της έφεσης της εκκαλούσας, καθόσον με αυτούς επαναφέρονται ισχυρισμοί οι οποίοι δεν επιβεβαιώθηκαν από το αποδεικτικό υλικό και έχουν ήδη ορθώς αξιολογηθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως. Ακολούθως, αναφορικά με το κρίσιμο αγωγικό κονδύλιο της αναζήτησης του υπολοίπου των μειωμένων ναύλων που κατέβαλε η εναγομένη για τους μήνες Απρίλιο 2021, έναντι του οποίου κατέβαλε το ποσό των 6.088,51 ευρώ και Οκτώβριο 2021 έναντι του οποίου κατέβαλε το ποσό των 9.542,49 ευρώ αντί του συνολικού οφειλόμενου ποσού των 12.400 ευρώ πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία πράγματι δεν κατέβαλε πλήρως τον ναύλο του μηνός Απριλίου 2021, καθόσον αντί του συνολικώς οφειλόμενου ποσού κατέβαλε ποσό 6.311,49 ευρώ, καθώς επίσης δεν κατέβαλε πλήρως και τον ναύλο του μηνός Οκτωβρίου 2021, καταβάλλοντας ποσό 9.542,49 ευρώ, γεγονός το οποίο κατ’ αρχήν δημιουργούσε οικονομική εκκρεμότητα μεταξύ των συμβαλλομένων. Ωστόσο η εκκαλουμένη απόφαση, κατά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας της προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης συμψηφισμού του αιτούμενου κονδυλίου μηνός Απριλίου 2021 με ανταπαίτηση που διατηρούσε η ίδια έναντι τη ενάγουσας, ποσού: α) 1.334,55 ευρώ για την ανανέωση πιστοποιητικών του πλοίου, δαπάνη η οποία, σύμφωνα με τον όρο 6β της Σύμβασης Εφοπλισμού, βάρυνε αποκλειστικά την ενάγουσα εταιρεία, β) 4.103,63 ευρώ από σχετικές δαπάνες προμήθειας χρωμάτων, ήτοι συνολικώς ποσό 5.438,18 ευρώ, δέχθηκε τη δια συμψηφισμού ισόποση απόσβεση της απαίτησης της ενάγουσας από ναύλους και ειδικότερα του μηνός Απριλίου 2021, πλην του ποσού των 650,33 ευρώ το οποίο η εναγομενη εξακολουθεί να οφείλει, κατ’ αρχήν, στην ενάγουσα. Να σημειωθεί ότι η ενάγουσα δεν πρόβαλε αντίρρηση για τα κονδύλια που υποβλήθηκαν σε συμψηφισμό από την εναγομένη με ιδιαίτερο λόγο έφεσης, οπότε και δεν έχουν μεταβιβαστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για επανέλεγχο. Αναφορικά με την οφειλή μέρους οφειλόμενου ναύλου μηνός Οκτωβρίου 2021 η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε την ύπαρξη οφειλής ποσού 2.871,51 ευρώ καθώς απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση συμψηφισμού για ανταπαίτησή της έναντι του ΝΑΤ από ευρώ 9.542,49 ευρώ, οπότε και υπολόγισε τη συνολική απαίτηση της ενάγουσας στο ποσό των (650,33 + 2.871,51=) 3.507,84 ευρώ. Επιπλέον, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις, η ενάγουσα, ήδη από 7.2.2022, προέβη σε κατάπτωση και είσπραξη της υπ’ αριθμ. …………. εγγυητικής επιστολής ποσού 120.000 ευρώ, η οποία είχε παρασχεθεί κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα σε εκτέλεση της συμβατικής πρόβλεψης των διαδίκων προς εξασφάλιση της προσήκουσας εκπλήρωσης των οικονομικών υποχρεώσεων της εναγομένης απορρεουσών από την ένδικη σύμβαση εφοπλισμού, περιλαμβανομένων απαιτήσεων από ναύλους, οικονομικές εκκρεμότητες και εν γένει χρηματικές υποχρεώσεις αναφυόμενες κατά την εκτέλεση της συμβατικής σχέσης. Η εκκαλουμένη απόφαση, μετά την κατάπτωση της άνω εγγυητικής επιστολής, δέχθηκε τον προβληθέντα από την εναγόμενη ισχυρισμό της περί αποσβέσεως της ένδικης οφειλής λόγω εξοφλήσεως αυτής και ακολούθως απέρριψε το ένδικο τούτο κονδύλιο, ως τούτο είχε περιοριστεί στο άνω ποσό ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο. Ωστόσο, η εκκαλούσα – ενάγουσα με τον έβδομο λόγο της έφεσης της ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη έσφαλε κρίνοντας νόμιμη την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής των 80.000 €, καθόσον η αντίδικος άσκησε το σχετικό δικαίωμα καταχρηστικά και κατά παράβαση της καλής πίστης, ενώ οι απαιτήσεις της ήταν αμφισβητούμενες και ως εκ τούτου εσφαλμενα έκρινε ότι δεν οφείλεται το ένδικο αγωγικό κονδύλιο. Επί του λόγου αυτού πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η κατάπτωση της προαναφερθείσας εγγυητικής επιστολής, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις δεν λειτούργησε αυτοτελώς ως λόγος αποσβέσεως απαιτήσεων ούτε ως ποινική ρήτρα, αλλά ως ενεργοποίηση συμβατικώς συμφωνημένου εξασφαλιστικού μηχανισμού προς οικονομική ικανοποίηση απαιτήσεων της δικαιούχου ενάγουσας εταιρείας. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι μετά την οικονομική εκκαθάριση των εκατέρωθεν απαιτήσεων και τον συνυπολογισμό των αποσβεσθεισών απαιτήσεων διά συμψηφισμού, η υπολειπόμενη απαίτηση της ενάγουσας από ανεξόφλητους ναύλους (3.507,84 ευρώ) ανερχόταν σε ποσό σαφώς κατώτερο του ποσού της ήδη εισπραχθείσας εγγυητικής επιστολής. Εφόσον η ενάγουσα είχε ήδη εισπράξει το χρηματικό ποσό της εγγυητικής επιστολής προς κάλυψη οικονομικών απαιτήσεων απορρεουσών από την ίδια έννομη σχέση, προέκυψε ότι η επίδικη απαίτηση είχε ήδη ικανοποιηθεί οικονομικώς κατά το αντίστοιχο μέρος, χωρίς να καταλείπεται ανεξόφλητο υπόλοιπο. Η κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, σε συνδυασμό με την έκταση της συμβατικής εξασφαλιστικής λειτουργίας αυτής και το ύψος των ήδη εισπραχθέντων ποσών, είχε ως αποτέλεσμα την κάλυψη και ικανοποίηση της επίδικης χρηματικής αξιώσεως, καθιστώντας αυτήν κατά το αντίστοιχο μέρος αποσβεσμένη διά καταβολής. Τυχόν δε αποδοχή διατηρήσεως αυτοτελούς δικαστικώς επιδιώξιμης απαίτησης για το ίδιο οικονομικό αντικείμενο, παρά την ήδη συντελεσθείσα οικονομική ικανοποίηση μέσω του συμβατικώς προβλεφθέντος εξασφαλιστικού μηχανισμού, θα οδηγούσε σε διπλή ικανοποίηση της ίδιας απαίτησης και σε υπέρβαση της αποκαταστατικής λειτουργίας της ενοχικής σχέσης, χωρίς να προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό ύπαρξη επιπλέον ακάλυπτης χρηματικής αξίωσης της ενάγουσας κατά της εναγομένης. Κατ΄ ακολουθία των ανωτέρω η εκκαλουμένη η οποία έκρινε ότι δεν υφίσταται η ένδικη αγωγική αξίωση του ενάγοντος για την καταβολή μέρους δεδουλευμένων ναύλων δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των καταλυτικών του αγωγικού δικαιώματος ισχυρισμού της εξοφλήσεως της ενάγουσας ύστερα από την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, ούτε και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, τα όσα δε αντίθετα διατείνεται η εκκαλούσα με το σχετικό λόγο της έφεσής της πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα.
Κατά συνέπεια, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης προς εξέταση πρέπει αυτή να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας κατόπιν του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό και να διαταχθεί η κατάπτωση του κατατεθέντος από την εκκαλούσα παραβόλου άσκησης έφεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 16.10.2025 [με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./2025 Πρωτ και ……../2025 Εφ.] έφεση.
Δέχεται τυπικά την έφεση.
Απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του αναφερομένου στο σκεπτικό της παρούσας e παραβόλου.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, την 8η Ιουνίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ