ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός Αποφάσεως 418/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ναυτικό Τμήμα
Αποτελούμενο από την Δικαστή Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την …………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος εδρεύει στην Αθήνα και ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, από την Δικαστική Πληρεξουσία ΝΣΚ Μαρία Θεοχαροπούλου.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «……………….», η οποία εδρεύει στην …………. Ηλείας και εκπροσωπείται νόμιμα, και την οποία, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος Δικηγόρος της Δημήτριος Σκάλκος.
Η ήδη εφεσίβλητη ναυτική εταιρεία με την επωνυμία «…………..», ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τη Διαδικασία της Εκουσίας Δικαιοδοσίας, την από 16.11.2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………/21.11.2022 αίτησή της. Το ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, με την από 3.2.2023 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………./3.2.2023 κύρια παρέμβασή του, επί της δίκης που ανοίχθηκε με την προαναφερομένη αίτηση, εζήτησε την απόρριψη αυτής. Η ανωτέρω αίτηση και η κύρια παρέμβαση, αφού συνεκδικάσθηκαν, συζητήθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 4.4.2023 και επ’ αυτών, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας εξεδόθη η με αριθμό 3081/2023 οριστική απόφαση του Τμήματος Ναυτικών Διαφορών του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε της προαναφερομένη αίτηση ως βάσιμη στην ουσία της και απέρριψε ως αβάσιμη την κύρια παρέμβαση.
Το εν όλω ηττηθέν στον πρώτο βαθμό Ελληνικό Δημόσιο και ήδη εκκαλούν, με την από 02.09.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……………/02.09.2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………./12.11.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή του, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Κατά τη συζήτηση της ένδικης έφεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο και ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι έγγραφες προτάσεις τους
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 02.09.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …………../02.09.2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………/12.11.2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση του εκκαλούντος, που στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 3081/15.09.2023 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί της από 16.11.2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………/21.11.2022 αίτησης της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «…………», με την οποία η εταιρεία αυτή προσέφυγε κατά της άρνησης του τηρούντος το Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών να εγγράψει στα τηρούμενα από αυτόν βιβλία τα αναφερόμενα στην αίτηση στοιχεία και επί της από 3.2.2023 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………/3.2.2023 κύριας παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου επί της ανωτέρω αιτήσεως, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ), με την οποία έγινε δεκτή η ανωτέρω αίτηση ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της η κύρια παρέμβαση, για την άσκηση της οποίας νομιμοποιείται ενεργητικά το εκκαλούν (άρθρο 761 ΚΠολΔ) και παθητικά η ανωτέρω ναυτική εταιρεία (άρθρο 762 ΚΠολΔ) ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, ήτοι εντός δύο ετών από της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, η οποία έλαβε χώρα την 15.9.2023, αφού η ένδικη έφεση κατετέθη ενώπιον του του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 2.9.2025, όπως αποδεικνύεται από τη σχετική έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεδομένου ότι, αν και πράγματι η εφεσίβλητη επέδωσε την 10.11.2023 αντίγραφο της εκκαλουμένης αποφάσεως προς το Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών (σχετικά επικαλούμενη με αριθμό ……. έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ………. .), δεν εκκίνησε η προβλεπομένη με τις διατάξεις του άρθρου 518 παρ.1 ΚΠολΔ προθεσμία εφέσεως, αφού η εφεσίβλητη δεν επέδωσε αντίγραφο αυτής και προς τον Υπουργό Οικονομικών. Και τούτο διότι, όπως συνάγεται από τις διατάξεις του άρθρου 5 του “Κώδικος Νόμων περί δικών του Δημοσίου” (Διάταγμα 26.6/10.7.1944), σύμφωνα με τις οποίες “μόνον αι προς τον Υπουργόν Οικονομικών κατά τας διατάξεις του από 24/28 Μαρτίου 1867 Ν Ρ4Γ’ γενόμεναι κοινοποιήσεις οιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι εννόμους συνεπείας. Η διάταξις εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους άλλου, πλην του επί των Οικονομικών Υπουργού, είτε και εκ μέρους των διευθυντών ταμείων ή οικονομικών εφόρων ή τελωνών ή ετέρου οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργό Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί συνεπεία ακυρότητος αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης”, για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Ελληνικό Δημόσιο του σχετικού δικογράφου, πρέπει να γίνει, με ποινή απαραδέκτου στις δίκες του ΚΕΔΕ, ακυρότητας δε στις λοιπές και στον Υπουργό Οικονομικών, επιπλέον της κοινοποίησης προς το αρμόδιο όργανο, για μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου (ΑΕΔ 27/2004). Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν επιδοθεί το δικόγραφο και στον Υπουργό Οικονομικών, η επίδοση δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παράγει έννομες συνέπειες [ΑΠ 244/2024 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]. Περαιτέρω, αφού για το παραδεκτό της συζήτησης αυτής δεν απαιτείται η κατάθεση του προβλεπομένου, με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., παραβόλου, διότι το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 του Ν 2579/1998, απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση μεταξύ άλλων και ενδίκου μέσου ενώπιον των Δικαστηρίων, συμπεριλαμβανόμενου και του γραμματίου προείσπραξης Δικηγορικού Συλλόγου, αρμόδια δε καθ’ ύλην και κατά τόπον φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει αυτή (ένδικη έφεση) τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Η ναυτική εταιρεία με την επωνυμία «…………….» ήγειρε, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, την ένδικη από 16.11.2022 αίτησή της, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι, την 2.11.2022, έλαβε με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο την αναφερομένη σε αυτή πράξη της Υπηρεσίας Μητρώου Ναυτικών Εταιρειών, με την οποία της γνωστοποιήθηκε η άρνηση του τηρούντος το Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών, να καταχωρήσει σε αυτό τα στοιχεία των μελών του ΔΣ και των εκπροσώπων της, τα οποία περιέχονταν στο από 27.10.2022 Πρακτικό της ΓΣ αυτής και στο από 27.10.2022 Πρακτικό του ΔΣ αυτής, εκ του λόγου ότι, δεν τηρήθηκαν τα προβλεπόμενα στην παρ.2 του άρθρου 39 του Ν. 959/1979 και συνακόλουθα, τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 29 της εταιρικής σύμβασης αυτής (αιτούσας εταιρείας), μεταξύ δε των δύο ως άνω Πρακτικών [ΓΣ και ΔΣ της αιτούσας] εντοπίσθηκε αναντιστοιχία αφ’ ενός στα πρόσωπα των μετόχων της ως άνω εταιρείας και αφ’ ετέρου στα ποσοστά κυριότητας των μετοχών από τους μετόχους της. Ότι η άρνηση καταχώρησης των στοιχείων αυτών τυγχάνει μη νόμιμη, διότι ο τηρών το εν λόγω Μητρώο (α) δεν είχε δικαίωμα άρνησης καταχώρησης, αφού εάν αμφέβαλε για τη νομιμότητα του αιτήματός της, όφειλε να παραπέμψει το αίτημά της αυτό στον Πρόεδρο Πρωτοδικών, σε κάθε δε περίπτωση (β) διότι αυτός (τηρών το εν λόγω Μητρώο) δεν είχε αρμοδιότητα να αποφανθεί επί του νομοτύπου του τεθέντος στην ΓΣ των μετόχων της (αιτούσας) αιτήματος χορήγησης αναβολής συνεδρίασης αυτής διότι τούτο (i) δεν άπτεται του νομοτύπου της διαδικασίας για τη νόμιμη σύγκληση και πρόσκληση των μετόχων στη ΓΣ, κατά τα άρθρα 22 και 23 του Ν. 959/1979, (ii) δεν άπτεται του νομοτύπου των προϋποθέσεων συμμετοχής των μετόχων στη ΓΣ και έγκυρης συνεδρίασης αυτής, κατά τα άρθρα 24 και 25 του Ν. 959/1979, (iii) δεν άπτεται του νομοτύπου των δικαιουμένων ψήφου, ψηφοφορίας και τρόπου λήψης αποφάσεων των μετόχων στη ΓΣ, κατά τα άρθρα 26 και 27 του Ν. 959/1979, (iv) η αντιπρόσωπος του μετόχου ……………. ζητούσε την αναβολή της Γενικής Συνέλευσης και όχι επί κάποιου θέματος της ημερήσιας διατάξεως, όπως προβλέπεται στο άρθρο 39 παρ.2 του ίδιου ως άνω Νόμου, (v) τυχόν παράβαση της εν λόγω διάταξης, συνεπάγεται ακυρότητα, η οποία κηρύσσεται μόνον με δικαστική απόφαση, χωρίς να γεννάται δικαίωμα του τηρούντος το εν λόγω Μητρώο να καταχωρήσει τα, στην αίτησή της, αναφερόμενα στοιχεία και (vi) η Γενική Συνέλευση των μετόχων αυτής (αιτούσας), ολοκληρώθηκε και ελήφθη απόφαση, χωρίς αντίρρηση από την πλευρά της εκπροσώπου του μετόχου της ……………, η οποία υπέβαλε αίτημα εκλογής αυτού ως μέλος του ΔΣ και επιπλέον, υπέγραψε το πρακτικό συνεδρίασης της ΓΣ χωρίς επιφύλαξη. Ειδικώς δε όσον αφορά στο από 27.10.2022 Πρακτικό του ΔΣ αυτής (αιτούσας), εσφαλμένα ο τηρών το Μητρώο, αρνήθηκε την καταχώρησή του λόγω αναντιστοιχίας αυτού με το πρόσωπο των μετόχων και το ποσοστό των μετοχών, αφού τα στοιχεία αυτά δεν καταχωρούνται στη μερίδα της εν λόγω εταιρείας. Εζήτησε δε να αρθεί από το Δικαστήριο με απόφασή του, η δημιουργηθείσα με το ανωτέρω έγγραφο της ΥΜΝΕ εκκρεμότητα από την άρνηση του τηρούντος το Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών να καταχωρήσει τα προβλεπόμενα από την παράγραφο 3 του άρθρου 52 του Ν. 959/1979 στοιχεία και δη τα ονόματα, τα επώνυμα, τη διεύθυνση κατοικίας, τον αριθμό των δελτίων αστυνομικής ταυτότητας και τον ΑΦΜ των μελών του ΔΣ, καθώς και των προσώπων, τα οποία από κοινού ή χωριστά, εκπροσωπούν την εν λόγω εταιρεία, στοιχεία που περιέχονται στα ως άνω από 27.10.2022 πρακτικά ΓΣ και ΔΣ της εν λόγω εταιρείας και εσφαλμένα δεν καταχώρησε ο τηρών το Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών και να διαταχθεί αυτός (τηρών το εν λόγω Μητρώο) να καταχωρίσει στη μερίδα της ως άνω εταιρείας τα ως άνω στοιχεία των μελών του ΔΣ και των εκπροσώπων της, όπως τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τα από 27.10.2022 Πρακτικά ΓΣ και ΔΣ της ως άνω εταιρείας. Τέλος, εζήτησε να καταδικασθεί το Ελληνικό Δημόσιο στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Το Ελληνικό Δημόσιο, με την από 3.2.2023 κύρια παρέμβασή του, επικαλούμενο έννομο συμφέρον διότι ο τηρών το Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών αποτελεί όργανο του Κράτους, με αποτέλεσμα αυτό να φέρει την ευθύνη για τις πράξεις και τις παραλείψεις του κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εζήτησε γενομένης δεκτής της κύριας παρεμβάσεώς του, να απορριφθεί η ως άνω αίτηση της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «……………» και να καταδικασθεί αυτή στη δικαστική του δαπάνη, υποστηρίζοντας ότι νόμιμα ο τηρών το εν λόγω Μητρώο αρνήθηκε την καταχώρηση των ως άνω στοιχείων, με τη σημείωση ότι ειδικώς όσον αφορά την δεύτερη αιτιολογία άρνησης καταχώρησης των ανωτέρω πρακτικών, δεν συνιστά κύριο λόγο άρνησης του τηρούντος το εν λόγω Μητρώο καταχώρησης των ανωτέρω στοιχείων, αλλά γίνεται μνεία στην αναντιστοιχιών των μετόχων και του ποσοστού μετοχών ώστε, η ως άνω αιτούσα εταιρεία, σε τυχόν επόμενο πρακτικό που θα κατέθετε προς αυτό (Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών) να προβεί σε διόρθωση των εν λόγω ανακολουθιών. Η ως άνω αίτηση, αλλά και η ως άνω κύρια παρέμβαση συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επ΄ αυτών εξεδόθη η εκκαλουμένη, με αριθμό 3082/2023, οριστική απόφαση με την οποία, αφού κρίθηκε νόμιμη και ορισμένη η ως άνω αίτηση, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 791 παρ.2 και 5 και 746 ΚΠολΔ, καθώς επίσης νόμιμη και ορισμένη και η ως άνω κύρια παρέμβαση, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 68, 79, 741 και 176 ΚΠολΔ και ότι παραδεκτώς ηγέρθη από το Ελληνικό Δημόσιο, ως έχον έννομο συμφέρον ως υπερκείμενη αρχή του τηρούντος το Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών, ακολούθως, έγινε δεκτή η ως άνω αίτηση της αιτούσας ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….» ως βάσιμη και στην ουσία της, διότι κατά το αποδεικτικό της πόρισμα η παραβίαση του άρθρου 39 παρ.2 του Ν. 959/1979 και δη η απόρριψη του αιτήματος αναβολής που υπεβλήθη από τη μειοψηφία, προκαλεί σχετική μόνον ακυρότητα της απόφασης της ΓΣ, η οποία κηρύσσεται με δικαστική απόφαση με αποτέλεσμα, η εκ του λόγου τούτου, άρνηση του τηρούντος το Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών να προβεί στην αιτηθείσα καταχώρηση των κατ’ άρθρο 52 παρ.3 του ιδίου Νόμου, στοιχείων, να αποτελεί μη νόμιμη πράξη του τηρούντος το εν λόγω Μητρώο, απορρίπτοντας ως αβάσιμη στην ουσία της την ως άνω κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου και διέταξε όπως ο τηρών το Μητρώο Ναυτικών εταιρειών, καταχωρήσει στα υπ’ αυτού τηρούμενα βιβλία και στη μερίδα της αιτούσας, τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 52 του Ν. 959/1979 στοιχεία, τα οποία περιέχονται στα από 27.10.2022 Πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου της αιτούσας. Την απόφαση αυτή, πλήττει το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, με την ένδικη έφεσή του, ως έχον προς τούτο έννομο συμφέρον, ως ολικώς ηττηθείς διάδικος, πλήττοντας την εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 52, 53 και 39 του Ν. 959/1979, καθώς επίσης και για εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία, ζητώντας γενομένης δεκτής της ένδικης εφέσεώς του, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και ακολούθως, γενομένης δεκτής της ως άνω κύριας παρέμβασής του να απορριφθεί η ως άνω αίτηση της αιτούσας ναυτικής εταιρείας.
ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α` του Ν. 959/1979 “περί της Ναυτικής Εταιρίας”, ναυτική εταιρία είναι εκείνη που έχει συσταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και έχει ως αποκλειστικό σκοπό την κυριότητα, εκμετάλλευση ή διαχείριση ελληνικών εμπορικών πλοίων. Κατά το άρθρο 2 του ιδίου Νόμου η σύμβαση σύστασης της ναυτικής εταιρείας καταρτίζεται εγγράφως και καταχωρείται στο Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών, από της καταχωρήσεως δε αυτής η εταιρεία αποκτά νομική προσωπικότητα. Ως νομικό πρόσωπο η ναυτική εταιρία διοικείται και εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο, που απαρτίζεται από τρία τουλάχιστον άτομα (άρθρο 12) και είναι αρμόδιο και υπεύθυνο να αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικώς στην επιδίωξη του εταιρικού σκοπού (άρθρο 19 παρ. 1). Σύμφωνα με το άρθρο 28 εδ. α΄ του Ν. 959/1979, η ΓΣ των μετόχων της εν λόγω εταιρείας, είναι το ανώτατο όργανο αυτής (εταιρείας) και αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση, ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 29 του ιδίου Νόμου, ορίζονται περιοριστικά τα θέματα για τα οποία αυτή (ΓΣ των μετόχων) είναι αποκλειστικά αρμόδια να αποφασίζει. Η γενική συνέλευση συγκαλείται τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συνεδρίαση, στη δε πρόσκληση πρέπει να αναγράφονται ο τόπος, ο χρόνος και τα θέματα προς συζήτηση (άρθρο 23 παρ. 1 και 2). Η πρόσκληση γίνεται με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή αν πρόκειται για κατόχους ονομαστικών μετοχών με πρόσκληση που θα τους ταχυδρομηθεί (άρθρο 23 παρ. 3 και 4). Στην περίπτωση δε που δεν τηρηθούν οι τύποι των παρ. 3 και 4 του ως άνω άρθρου, η παρατυπία καλύπτεται αν είναι παρόντες ή αντιπροσωπεύονται όλοι οι μέτοχοι (άρθρο 23 παρ. 5). Η ΓΣ των μετόχων στη ναυτική εταιρεία κατέχει την ίδια θέση όπως και στην ΑΕ (παλαιό άρθρο 33 του Ν.2190/1920). Η απόφασή της είναι η έκφραση της βούλησης του οργάνου που προκύπτει από μια ψηφοφορία. Τα μέλη του οργάνου-μέτοχοι δηλώνουν τη βούλησή τους αναφορικά με τις υποθέσεις της εταιρείας διά της ψήφου τους και από τις κατ’ ιδίαν δηλώσεις βούλησης των μελών, σχηματίζεται συλλογικά η κοινή βούληση που λογίζεται, όχι ως βούληση των ψηφισάντων, ούτε ως βούληση του συνόλου των μετόχων, αλλά ως η βούληση του νομικού προσώπου της ναυτικής εταιρείας στις προς τα έσω σχέσεις τους. Η σημασία δηλαδή της ΓΣ των μετόχων για τη διοίκηση, τη διαχείριση και την εν γένει ζωή της εταιρείας είναι σπουδαία και αποφασιστική. Οι αποφάσεις της ΓΣ της ναυτικής εταιρείας για να αναγνωριστούν από το δίκαιο πρέπει πρώτα να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, θετικές και αρνητικές, τυπικές και ουσιαστικές, που αναγράφονται στον νόμο και στο καταστατικό της. Εάν λείπει μία εξ αυτών, τότε πρόκειται περί ελαττωματικών αποφάσεων, οι οποίες δεν παράγουν, υπό όρους, τα επιδιωκόμενα έννομα αποτελέσματα. Βεβαίως, αξίζει να επισημανθεί ότι, προκειμένου να γίνεται λόγος για ελαττωματικές αποφάσεις, πρέπει καταρχήν αυτές να είναι υπαρκτές (υποστατές), καθώς οι ανύπαρκτες αποφάσεις, παραμένουν «εσαεί» ανύπαρκτες για το Δίκαιο (βλ. σχετ. Ελ.Λεβαντή, Το δίκαιο των εμπορικών εταιρειών, τόμος Γ΄, Ανώνυμες Εταιρείες, εκδ.Σάκκουλα, 1989, σελ.985, Ν.Ρόκα, Εμπορικές Εταιρείες, εκδ.Σάκκουλα, 1996, σελ.136). Οι περιπτώσεις ανύπαρκτων αποφάσεων της ΓΣ των μετόχων της ναυτικής εταιρείας περιορίζονται μόνο σε αυτές που απουσιάζει ο σκοπός των μετόχων να ασκήσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχουν στα πλαίσια της γενικής συνέλευσης ως οργάνου της εταιρείας (ΑΠ 662/1998 ΤΝΠ Νόμος). Εξυπακούεται ότι πρέπει να πρόκειται για απόφαση στην οποία συμμετέχουν άπαντες και μόνο οι μέτοχοι ή έστω αντιπρόσωποι αυτών που αποδεικνύουν τη σχετική εξουσία αντιπροσώπευσης των μετόχων (με προσήκουσα εξουσιοδότηση). Στην ελαττωματικότητα των αποφάσεων της ΓΣ της ναυτικής εταιρείας και στις επερχόμενες κυρώσεις αναφέρεται το άρθρο 31 του Ν.959/1979. Κάθε απόφαση της ΓΣ που αντίκειται στον νόμο ή την εταιρική σύμβαση είναι άκυρη, τη δε ακυρότητα έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν το ΔΣ ή μέτοχοι που εκπροσωπούν το 1/20 του εταιρικού κεφαλαίου, εάν δεν συναίνεσαν στη λήψη της απόφασης ή δεν παραστάθηκαν στη ΓΣ, από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρείας, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από τη λήψη της απόφασης. Ο νόμος περί ναυτικής εταιρείας δεν απαριθμεί, συγκεκριμένες περιπτώσεις – λόγους ακύρωσης των αποφάσεων της ΓΣ, αλλά ορίζει ότι κάθε αντίθεση προς τον νόμο ή το καταστατικό, καθιστά την απόφαση άκυρη. Σύμφωνα, όμως, με την ίδια διάταξη, η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί μόνο από το ΔΣ, ως συλλογικό όργανο της εταιρείας και από τη μειοψηφία του 1/20 του εταιρικού κεφαλαίου των μετόχων και όχι από οιονδήποτε τρίτο που έχει έννομο συμφέρον στην εξαφάνιση της απόφασης, όπως θα έπρεπε να ισχύει εάν επρόκειτο περί ακυρότητας. Έτσι, παρότι το άρθρο 31 και η Εισηγητική Έκθεση του Ν. 959/1979 (ΕΝΔ 7.606) ομιλούν περί ακυρότητας των αποφάσεων της ΓΣ μετόχων της ναυτικής εταιρείας, που προσκρούουν στον νόμο ή στο καταστατικό, από την ανάλυση του άρθρου 31 παρ.2 του ιδίου Νόμου, συνάγεται ότι, αναφορικά με τη ναυτική εταιρεία, οι ελαττωματικές λόγω αντίθεσης στον νόμο ή στο καταστατικό αποφάσεις της ΓΣ των μετόχων της, είναι στην πραγματικότητα ακυρώσιμες και όχι άκυρες, γεγονός που έχει σχέση με τη φύση της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθήσει το Δικαστήριο, προκειμένου να εξαφανίσει την ελαττωματική απόφαση της ΓΣ, καθώς και με τον περιορισμό του αριθμού των δικαιούχων να ζητήσουν την εξαφάνισή της (βλ. Antapassis, La societe maritime: une originalite du droit hellenique, Τhe Droit Maritime Francais, 1987, σελ.435, Σ.Κιντή, Ο νόμος περί ναυτικής εταιρείας, ΕΕμπΔ Λ΄, σελ.511). Ειδικότερα, όταν τίθεται θέμα ακυρότητας αυτή επέρχεται αυτοδικαίως, η απόφαση είναι άκυρη εξ αρχής, εκ των προτέρων και συνεπώς, αγωγή μπορεί να εγερθεί μόνο προς βεβαίωση και όχι προς κήρυξη της ακυρότητας. Στα πλαίσια όμως της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η δικαστική απόφαση έχει χαρακτήρα διαπλαστικό και όχι αναγνωριστικό, όπως θα έπρεπε εάν επρόκειτο περί αυτοδίκαιης ακυρότητας (λ.χ. και στις αποφάσεις που αναγνωρίζονται ως άκυρες ή ανυπόστατες με την τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου). Κατά τις γενικές αρχές του δικαίου, η ακυρότητα ισχύει υπέρ και κατά παντός, συνεπώς, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον δύναται να την επικαλεσθεί. Εξάλλου, παρόλο που δεν ορίζεται ρητώς, γίνεται δεκτό ότι, η δικαστική απόφαση κήρυξης της ακυρότητας, ανατρέχει στον χρόνο λήψης της απόφασης, όπως και κάθε ακυρότητα ή ακύρωση και περαιτέρω ότι, χωρίς αυτήν την κήρυξη, η απόφαση είναι έγκυρη (βλ. σχετ. Λ.Γεωργακόπουλου, Η Ανώνυμος Ναυτική Εταιρεία, ΝοΒ 24 (1976).369, σελ.373-374). Τα μέχρι τότε κτηθέντα δικαιώματα των καλόπιστων τρίτων, που στηρίζονται στην ελαττωματική απόφαση της ΓΣ που ακυρώθηκε δεν θίγονται από τη μετέπειτα ακύρωσή της, σύμφωνα με τη γενική αρχή που καθιερώνεται στο άρθρο 54 παρ.1 του Ν.959/1979. Περαιτέρω, τα άρθρα 38, 39 και 40 του ιδίου Νόμου, καθορίζουν και περιγράφουν τα δικαιώματα της μειοψηφίας, συνιστάμενα ειδικότερα: α) μέτοχοι που αντιπροσωπεύουν το 1/20 του εταιρικού κεφαλαίου έχουν δικαίωμα σύγκλησης έκτακτης γενικής συνέλευσης (αρ. 39 παρ. 1), β) με αίτηση μετόχων που είναι κάτοχοι του 1/20 του εταιρικού κεφαλαίου, μπορεί να αναβληθεί για μία μόνο φορά η λήψη απόφασης της Γ.Σ. σε κάποιο θέμα της ημερησίας διατάξεως (αρ. 39 παρ. 2). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, παρά τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διάταξης, η μειοψηφία δικαιούται να ζητήσει την αναβολή λήψης αποφάσεως από τη ΓΣ επί όλων των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης, η δε αναβολή τυγχάνει υποχρεωτική και συνεπώς, σε περίπτωση μη παροχής της αναβολής υπό της Γενικής Συνελεύσεως, η απόφαση αυτή υπόκειται σε ακύρωση, κατ’ άρθρο 31 παρ.1 του ιδίου Νόμου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 48 του ιδίου Νόμου, συνεστήθη Υπηρεσία Μητρώου Ναυτικών Εταιρειών, υπαγόμενη στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, στο οποίο καταχωρίζονται όλες οι ναυτικές εταιρείες (άρθρο 50). Ειδικότερα, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 52 του ιδίου Νόμου, στο βιβλίο μητρώου καταχωρίζεται κατά χρονολογική σειρά η επωνυμία κάθε ναυτικής εταιρείας, η οποία έγινε δεκτή προς καταχώρηση, ενώ στον φάκελο της εταιρείας τηρούνται η εταιρική σύμβαση, καθώς και όλα τα έγγραφα τα οποία υποβάλλονται προς αναγραφή στη μερίδα της. Στη μερίδα δε αυτής, αναγράφονται, αμέσως μετά την καταχώρισή της, η χρονολογία της εταιρικής σύμβασης, η επωνυμία, η έδρα, η διάρκεια και η διεύθυνση της εταιρείας, το κεφάλαιό της, τα ονοματεπώνυμα, οι διευθύνσεις της κατοικίας, οι αριθμοί των δελτίων αστυνομικής ταυτότητας ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων ταυτότητας που εκδίδονται με βάση την ειδική νομοθεσία κάθε χώρας και οι αριθμοί φορολογικού μητρώου των μελών του διοικητικού συμβουλίου, των προσώπων τα οποία από κοινού ή χωριστά εκπροσωπούν την εταιρεία δικαστικά και εξώδικα και δεσμεύουν αυτήν έναντι τρίτων, καθώς και του προσώπου που είναι εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή των εγγράφων που κοινοποιούνται προς την εταιρεία. Ενώ κατά τις προβλέψεις του ιδίου άρθρου, στη μερίδα της εταιρείας σημειώνονται αμέσως μετά την υποβολή των σχετικών εγγράφων και μεταγενέστερες μεταβολές των ανωτέρω στοιχείων. Κατά το άρθρο 53 του ιδίου Νόμου «1. Επί τη υποβολή της εταιρικής συμβάσεως ο τηρών το μητρώον οφείλει να καταχωρίση την εταιρείαν εις το βιβλίον μητρώου και ν’ ανοίξη φάκελλον και μερίδα της εταιρείας, εφ’ όσον η εταιρεία συνεστήθη νομοτύπως. 2. Εάν ο τηρών το μητρώον αμφιβάλη διά το νομότυπον της εταιρικής συμβάσεως δεν προβαίνει εις την καταχώρισιν, αλλά παραπέμπει την σύμβασιν εις τον Προϊστάμενον Πρωτοδικείου Πειραιώς, ειδοποιών περί τούτον εγγράφως τους ιδρυτάς της εταιρείας. Η καταχώρισις της εταιρείας εις την τελευταίαν ταύτην περίπτωσιν γίνεται μόνον μετά πράξιν του Προϊσταμένου Πρωτοδικείου Πειραιώς. Κατ’ απορριπτικής πράξεως του Προϊσταμένου Πρωτοδικείου Πειραιώς επιτρέπεται προσφυγή εις το Πολυμελές Πρωτοδικείον Πειραιώς, κατά την διαδικασίαν των άρθρων 739 και επ. του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας. 3. Τα οριζόμενα εις την παράγραφον 2 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και επί τροποποιήσεων τής εταιρικής συμβάσεως ή μεταβολής εις την εκπροσώπησιν αυτής ως και εις την περίπτωσιν πάσης ετέρας πράξεως ή γεγονότος καταχωριτέου εις το μητρώον. 4. …». Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 54 του ιδίου Νόμου, η ναυτική εταιρεία δεν δύναται να αντιτάξει σε τρίτους πράξεις ή γεγονότα μη αναγραφόμενα εις την μερίδα της, εκτός εάν αποδεικνύει ότι ο τρίτος τελούσε σε γνώση αυτών, ενώ πράξεις ή γεγονότα αναγραφόμενα στο Μητρώο δεν αντιτάσσονται στους τρίτους προ της παρόδου δέκα πέντε (15) ημερών από της αναγραφής, εφόσον οι τρίτοι αποδεικνύουν ότι δεν ήταν δυνατόν να τελούν εν γνώσει αυτών. Η καταχώρηση στο Μητρώο Ν. Ε. αποτελεί ατομική διοικητική πράξη με διαπλαστική ενέργεια για έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου. Η συνέπεια της δημοσιότητος των με τις ανωτέρω διατάξεις περιστατικών που καταχωρίζονται στο Μητρώο, παραλλάσσει από περίπτωση σε περίπτωση και εκδηλώνεται με διαφορετικό βαθμό έντασης κάθε φορά. Άλλοτε η δημοσιότητα αυτή έχει συστατικό χαρακτήρα, άρα γίνεται λόγος για συστατική ενέργεια της καταχώρησης, όταν χωρίς τη συντέλεση της καταχώρησης του περιστατικού, αυτό δεν ολοκληρώνεται, δηλαδή η καταχώρηση είναι όρος του ενεργού των δικαιοπραξιών αυτών. Άλλοτε η δημοσιότητα έχει θεραπευτική ενέργεια, οπότε αναπληρώνεται το ελλείπον ή ελαττωματικό στοιχείο του πραγματικού της καταχωριζόμενης δικαιοπραξίας και τέλος, άλλοτε η καταχώρηση έχει απλή δηλωτική ενέργεια, αφού το καταχωριστέο περιστατικό ολοκληρώνεται και αποκτά πλήρη ισχύ ήδη προ της καταχωρήσεώς του στο Μητρώο Ν. Ε., πλην όμως για να αντιταχθεί στους τρίτους που το αγνοούν, θα πρέπει προηγουμένως να καταχωρηθεί νόμιμα. Τέτοια καταχώρηση με δηλωτική ενέργεια είναι οι καταχωρήσεις που αφορούν τα μέλη του εκπροσωπευτικού οργάνου, που επιβάλλονται με τις διατάξεις του άρθρου 52 παρ.3 του ως άνω Νόμου (περί των ανωτέρω και Πέτρος Σελέκος, Το Μητρώο Ναυτικών εταιρειών, εκδ. 1996 σελ. 43 επ.). Περαιτέρω, με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 53 του ιδίου Νόμου, κατόπιν της αναγγελίας του δημοσιευτέου, με τις ανωτέρω διατάξεις, περιστατικού στο Μητρώο Ν.Ε., ακολουθεί ο έλεγχος του αναγγελλόμενου δημοσιευτέου περιστατικού από το Μητρώο. Η καταχώρηση στο Μητρώο δεν αποτελεί απλή πρωτοκόλληση και αρχειοθέτηση των δημοσιευτέων περιστατικών και των συνοδευτικών τους εγγράφων, αλλά συνιστά πράξη δημόσιας αρχής, η οποία διαπλάθει έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου. Δηλαδή, η Υπηρεσία του Μητρώου οφείλει να ελέγξει τις προϋποθέσεις έκδοσης της προς καταχώρηση πράξης. Η έλεγχος αυτός αφορά κατ΄ αρχήν την τυπική νομιμότητας της προς δημοσίευση πράξης και δη την καθ’ ύλην αρμοδιότητα της Υπηρεσίας Μητρώου, τη συμπερίληψη του αναγγελλομένου περιστατικού στον περιοριστικό κατάλογο των δημοσιευτέων στο Μητρώο Ν.Ε. περιστατικών, το παραδεκτό της αναγγελίας, δηλαδή τη συμφωνία της με το διαδικαστικό δίκαιο του Μητρώου, την τήρηση του εγγράφου τύπου για την κατάρτιση του καταστατικού καθώς και την υπογραφή του από δύο τουλάχιστον ιδρυτές, το νόμιμο ελάχιστο περιεχόμενο του καταστατικού, την πληρότητα του περιεχομένου της αναγγελίας και την επισύναψη των δικαιολογητικών που κατά το νόμο πρέπει να συνοδεύουν την αναγγελία, την υπογραφή της αναγγελίας από τα νομιμοποιούμενα πρόσωπα, τη συμφωνία της αναγγελίας με το περιεχόμενο των δικαιολογητικών που τη συνοδεύουν και τη σαφήνεια και συνέπεια του περιεχομένου της αναγγελίας καθώς και του ιδίου του καταχωριστέου περιστατικού. Για την ουσιαστική νομιμότητα της αναγγελίας περιστατικού ως προϋπόθεση καταχώρισής του στο Μητρώο Ν.Ε., ο ως άνω Νόμος δεν είναι σαφής. Από το περιεχόμενο του συνόλου των διατάξεων του Ν. 959/1979, η Υπηρεσία του Μητρώου ΝΕ υποχρεούται να ελέγξει τη συμφωνία του αναγγελλόμενου περιστατικού με τις διατάξεις του Νόμου της Ναυτικής εταιρείας, εκτός από εκείνες που προστατεύουν ιδιωτικά μόνο συμφέροντα των ιδρυτών και των μετόχων [περί των ανωτέρω και Σελέκος ο.π. σελ. 32 επ.]. Υπό αυτά τα δεδομένα, εάν προσκομίζεται προς καταχώρηση απόφαση ΓΣ Ναυτικής Εταιρείας, με την οποία εκλέγονται τα μέλη του ΔΣ της εταιρείας, η κατά περιεχόμενο συμφωνία της απόφασης αυτής με τις διατάξεις του Νόμου περί Ναυτικών Εταιρειών εντάσσεται στην ουσιαστική νομιμότητα της απόφασης. Όταν η Υπηρεσία του Μητρώου καταλήξει μετά από έλεγχο ότι η προς δημοσίευση πράξη δεν πληροί τις προϋποθέσεις νομιμότητας, υπό την έννοια που αναλύεται ανωτέρω, σαφώς δύναται να αρνηθεί την καταχώρηση της πράξης και μόνον σε περίπτωση αμφιβολίας αυτής παραπέμπει την υπόθεση στον Προϊστάμενο Δικαστή.
IV. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των εγγράφων που οι διάδικοι προσεκόμισαν μετ’ επικλήσεως, απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της από 14.9.1991 συμβάσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ των …………. και της συζύγου του ………….., συνεστήθη την 14.9.1991, Ναυτική Εταιρεία με την επωνυμία «…………» (άρθρο 1), με έδρα την ……….. Νομού Ηλείας (άρθρο 2), με προβλεπόμενη διάρκεια αυτής, από της καταχωρήσεώς της στο Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών έως την 31.12.2010 και με αποκλειστικό σκοπό αυτής την κυριότητα και εκμετάλλευση ή διαχείριση ιδίων ή αλλότριων Ελληνικών Εμπορικών πλοίων, ιδία δε αλιευτικών πλοίων ως και εμπορία, των εκ της εκμετάλλευσης των ανωτέρω πλοίων, αλιευμάτων (άρθρο 4). Το μετοχικό κεφάλαιο της εν λόγω εταιρείας ορίσθηκε στο ποσό των δραχμών 80.000.000 και διαιρέθηκε σε χίλιες ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας ογδόντα χιλιάδων [80.000] εκάστη (άρθρο 5), εκ των οποίων ο εκ των ιδρυτών ………….. ανέλαβε [998] μετοχές, καταβάλλοντας το ποσό των δρχ. [79.840.000] και η σύζυγός του …….. ανέλαβε δύο [2] μετοχές, καταβάλλοντας το ποσό των δρχ. 160.000. Το εν λόγω καταστατικό καταχωρήθηκε την 19.9.1991 στο Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών με αριθμό ………. Αφού μεσολάβησε τροποποίηση του καταστατικού και δη μετατροπή του κεφαλαίου σε ευρώ και αντικατάσταση των παλαιών μετοχών με νέες, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο Πρακτικό ΓΣ της ως άνω εταιρείας, την 29.10.2004 μέτοχοι της εν λόγω εταιρείας ήταν ο . ………., ιδρυτής αυτής με 198 μετοχές και τα τέκνα του …. και ….. με 401 μετοχές έκαστος. Μεσολάβησε δηλαδή μεταβίβαση μετοχών. Παράλληλα, σύμφωνα με τον ίδιο πρακτικό, άπαντες οι μέτοχοι ορίσθηκαν μέλη του ΔΣ της εν λόγω εταιρείας και συμφωνήθηκε η τροποποίηση του άρθρου 3 του ως άνω καταστατικού με το οποίο η διάρκεια της εν λόγω εταιρείας παρατάθηκε έως την 31.12.2030. Από την προσκομιζόμενη με αριθμό 89/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, που εξεδόθη κατά την Διαδικασία της Εκουσίας Δικαιοδοσίας, αποδεικνύεται ότι, από την ………….., μέτοχο της ανωτέρω εταιρείας, ατομικά, ηγέρθη η από 28/12/2020 αίτηση, ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία αυτή ισχυρίσθηκε ότι, ο αδελφός της, …………….., μέτοχος σε ποσοστό 40% και μέλος του ΔΣ αυτής, κοινοποίησε προς την ως άνω ναυτική εταιρεία την 23.9.2020, την από 15.9.2020 αγωγή του, ισχυριζόμενος ότι, κατά τα έτη 2015 και 2016, η ως άνω ναυτική εταιρεία δεν πραγματοποίησε διανομή κερδών, κατόπιν σχετικής απόφασης της ΓΣ αυτής, αξιώνοντας μερίσματα, καθώς επίσης και την από 16.9.2020 αίτησή του με την οποία ζητούσε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της ως άνω ναυτικής εταιρείας, προς εξασφάλιση των οφειλομένων σε αυτόν μερισμάτων αλλά και δεδουλευμένων αποδοχών του, δυνάμει επικαλούμενης από αυτόν σύμβασης εργασίας που τον συνέδεε με την ίδια εταιρεία, καθόσον επίκειτο η πώληση του αλιευτικού σκάφους της ως άνω εταιρείας. Με βάση το ιστορικό αυτό, η αιτούσα, ζητούσε ως μέτοχος της ανωτέρω ναυτικής εταιρείας, το διορισμό τριμελούς προσωρινής διοίκησης στην ως άνω εταιρεία, με σκοπό την εκπροσώπησή της κατά τη διεξαγωγή των ως άνω δικών. Παράλληλα, ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, ηγέρθη από την ……………… και τον πατέρα της ……… η, από 14.1.2020, αίτηση με την οποία οι αιτούντες ισχυρίζονταν ότι, λόγω της συμπεριφοράς του μετόχου και μέλους του ΔΣ της ως άνω εταιρείας …………, κατά τα ειδικότερα στην αίτηση αυτή, καθώς και λόγω της υφιστάμενης σύγκρουσης συμφερόντων αυτού με την ως άνω εταιρεία, ήταν αδύνατη πλέον η λήψη οιασδήποτε απόφασης από το ΔΣ της εν λόγω ναυτικής εταιρείας και ζητούσαν τον διορισμό τριμελούς προσωρινής διοίκησης της εν λόγω εταιρείας. Αμφότερες οι εν λόγω αιτήσεις συζητήθηκαν ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 14.10.2021 και επ’ αυτών εξεδόθη την 9.11.2021, η με αριθμό 89/2021 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία διορίσθηκε τριμελές προσωρινό ΔΣ στην ως άνω ναυτική εταιρεία, για δύο έτη από τη δημοσίευση της εν λόγω αποφάσεως, αποτελούμενο από τον ……….., τη θυγατέρα του …………… και τη σύζυγό του …….., επιπλέον δε παρασχέθηκε στην ως άνω προσωρινή διοίκηση η εξουσιοδότηση, όπως εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής, προβούν σε σύγκληση έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εν λόγω ναυτικής εταιρείας, με σκοπό την ανάδειξη νέου ΔΣ αυτής, ενώ έως τη νόμιμη εκλογή του νέου ΔΣ αυτής, χορηγήθηκε στο εν λόγω προσωρινό ΔΣ η εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί την εν λόγω ναυτική εταιρεία δικαστικώς και εξωδίκως και επιπλέον, το προσωρινό ΔΣ να παραλαμβάνει όλα τα προς αυτήν επιδιδόμενα έγγραφα, να διαχειρίζεται τις επείγουσες υποθέσεις της ως άνω εταιρείας, καθώς επίσης να διενεργεί τις αναγκαίες σχετικές πράξεις. Ακολούθως, σε μη προσδιορισθέντα από τις αποδείξεις χρόνο, πάντως προ της 22.9.2022, ο ………………., μεταβίβασε τις 198 μετοχές του στην εν λόγω εταιρεία, προς την θυγατέρα του ……… και αυτή απέκτησε πλέον 599 μετοχές έναντι συνολικά 1000 μετοχών της εν λόγω εταιρείας. Τούτο συνομολογείται εξωδίκως από τον αδελφό της ……………., με την από 7.10.2022 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση την οποία κοινοποίηση προς την εν λόγω ναυτική εταιρεία, αλλά και προς την αδελφή του …………, αφού στο εν λόγω εξώδικο αναφέρεται ότι η προς ην η εξώδικη πρόσκληση, τυγχάνει μέτοχος της εν λόγω ναυτικής εταιρείας σε ποσοστό 60%. Η …………, ως Πρόεδρος του προσωρινού ΔΣ της εν λόγω ναυτικής εταιρείας, με την από 22.9.2022 πρόσκλησή της, κάλεσε τους μέτοχους της εν λόγω ναυτικής εταιρείας, ήτοι τον αδελφό της …………….., σε έκτακτη Γενική Συνέλευση, την 27.10.2022 και ώρα 10.00, στα γραφεία της εν λόγω ναυτικής εταιρείας, με θέμα συζήτησης την ανάδειξη νέου ΔΣ της ως άνω εταιρείας. Πράγματι, την 27.10.2022, συνήλθε εκτάκτως η Γενική Συνέλευση των μετόχων της ως άνω Ναυτικής Εταιρείας, με θέμα την εκλογή νέου ΔΣ αυτής, σύμφωνα με τα οριζόμενα με την ανωτέρω με αριθμό 89/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος. Όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο Πρακτικό Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της ως άνω Ναυτικής Εταιρείας της 27.10.2022, στην ως άνω Έκτακτη Γενική Συνέλευση παρέστη η …………….. ως κάτοχος 599 μετοχών της εν λόγω εταιρείας και ο αδελφός της ………………. ως κάτοχος των υπολοίπων 401 μετοχών αυτής, εκπροσωπούμενος, δυνάμει εξουσιοδοτήσεως, από τη Δικηγόρο …………….. Αφού διαπιστώθηκε νόμιμη απαρτία, η ………… πρότεινε να εκλεγούν ως μέλη του νέου ΔΣ η ίδια, ο πατέρας της ……………, η μητέρα της ……………… και ο ……………… Η εκπρόσωπος του …………… στην εν λόγω Έκτακτη ΓΣ, πρότεινε να εκλεγεί ως μέλος του ΔΣ και ο …………. και περαιτέρω, εζήτησε να αναβληθεί η εν λόγω Έκτακτη Γενική Συνέλευση για την 2.11.2022, καταθέτοντας μάλιστα εγγράφως το σχετικό αίτημά της, προκειμένου να ενημερωθεί σχετικά με οικονομικά στοιχεία της ως λόγω ναυτικής εταιρείας, κατά τα ειδικότερα στην εν λόγω αίτηση, καθώς επίσης προκειμένου να προσκομισθούν τα αιτηθέντα στοιχεία τα οποία ανέφερε στην από 7.10.2022 εξώδικη δήλωση – πρόκλησή του προς το ΔΣ της ως άνω ναυτικής εταιρείας. Κατά το ίδιο πρακτικό συνεδρίασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, η ………. πρότεινε να απορριφθεί το αίτημα αναβολής, διότι δεν αποτελούσε ουσιώδες προαπαιτούμενο στα πλαίσια συζήτησης με μοναδικό θέμα την εκλογή νέων μελών ΔΣ η παροχή πληροφοριών από το ΔΣ, αλλά αφού ολοκληρωθεί η διαδικασία εκλογής νέου ΔΣ, αμέσως μετά, στο πλαίσιο της ΓΣ να παρασχεθούν από αυτήν, ως Προέδρου του ΔΣ, το σύνολο των πληροφοριών που ζητούσε ο ……………… με το από 7.10.2022 εξώδικό του. Η εκπρόσωπος του ……………… ότι δεν συμφωνεί με τη συνέχιση της συνεδρίασης της ΓΣ. Ακολούθως, με φανερή ψηφοφορία και με πλειοψηφία 599 μετοχών, τις οποίες, όπως αναφέρει το εν λόγω πρακτικό, κατείχε η ……………….. επί συνόλου 1.000 μετοχών, αποφασίσθηκε η συνέχιση της συνεδρίασης και η απόρριψη του αιτήματος της εκπροσώπου του ………….. περί αναβολής της συνεδρίασης της Εκτάκτου ΓΣ και ακολούθως εξελέγη νέο ΔΣ, αποτελούμενο από τον ……………….., τη . …………, την ………….. και τον ………………., με θητεία τριών ετών, αρχής γενομενης από της εκλογής του νέου ΔΣ. Την ίδια ημέρα (27.10.2022) στα γραφεία της ως άνω Ναυτικής Εταιρείας, συγκροτήθηκε σε σώμα το νεοκλεγέν ΔΣ, σύμφωνα δε με το εν λόγω πρακτικό κατά την εν λόγω συνεδρίαση παρέστη ο ……………….., ο οποίος, κατά το ίδιο πρακτικό εμφανίζεται ως κάτοχος ποσοστού 20% των μετοχών της ως άνω ναυτικής εταιρείας, η ………, η οποία εμφανίζεται ως κάτοχος ποσοστού μόλις 40% των μετοχών της εν λόγω ναυτικής εταιρείας, η ………………… και ο …………………….. και αποφασίσθηκε η εκλογή της ………….ως Προέδρου του ΔΣ, του …………….. ως Αντιπροέδρου αυτού και των λοιπών δύο, ως μελών του ΔΣ της ως άνω εταιρείας. Ενόψει των ανωτέρω, η ως άνω Ναυτική Εταιρεία, υπέβαλε προς την Υπηρεσία Μητρώου Ναυτικών Εταιρειών του Τμήματος Ναυτιλιακών Εταιρειών της Διεύθυνσης Ποντοπόρου Ναυτιλίας του Αρχηγείου Λ.Σ. – Ελ. Ακτ. του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, την από 27.10.2022 αίτησή της, με συνημμένα σε αυτήν το με αριθμό …….. φύλλο της …….. ημερήσιας εφημερίδας της Αθήνας ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, στην οποία καταχωρήθηκε η από 22.9.2022 Πρόσκληση της Προέδρου του ΔΣ της ως άνω εταιρείας ………. με την οποία καλούσε τους μετόχους αυτής σε Έκτακτη Γενική Συνέλευση την 27.10.2022 και ώρα 10.00 στα γραφεία της εταιρείας και με θέμα την ανάδειξη Νέου ΔΣ, αντίγραφο της από 23.9.2022 έκθεσης επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών . …., από την οποία αποδεικνύεται ότι, κατόπιν παραγγελίας της …………….. ως Προέδρου του ΔΣ της ως άνω ναυτικής εταιρείας, επεδόθη στον ……………….., ως μετόχου της εν λόγω ναυτικής εταιρείας, η ως άνω από 22.9.2022 Πρόσκληση σε έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων αυτής, αντίγραφο του ως άνω από 27.10.2022 Πρακτικού ΓΣ της ως άνω ναυτικής εταιρείας, μετά της συνημμένης σε αυτήν από 18.10.2022 εξουσιοδότησης του …………….. προς τους ……………, ………. και ……………… όπως τον αντιπροσωπεύουν, ο καθένας μόνος του, στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων της ως άνω Ναυτικής Εταιρείας την 27.10.2022, καθώς και σε κάθε τυχόν έτερη ημερομηνία, φέρουσα θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής αυτού από Δημόσια Αρχή, την από 27.10.2022 έγγραφη αίτηση αυτού για αναβολή της ΓΣ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 2 του Ν. 959/1979, καθώς και αντιγράφου της από 7.10.2022 εξώδικης δήλωσης πρόσκλησης του ιδίου προς την ως άνω ναυτική εταιρεία και την ………… ως μετόχου αυτής σε ποσοστό 60% και ως νομίμου εκπροσώπου της εν λόγω εταιρείας, καθώς επίσης αντίγραφο του ως άνω από 27.10.2022 Πρακτικού ΔΣ της ίδιας ως άνω εταιρείας και εζήτησε την καταχώρηση των στοιχείων που απαιτούνται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 52 του Ν. 959/1979 στο Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών, καθώς επίσης, μετά την καταχώρηση αυτών, την αποστολή από την ως άνω Υπηρεσίας προς την εν λόγω ναυτική εταιρεία, τεσσάρων πρωτοτύπων βεβαιώσεων που θα περιελάμβαναν τη σύνθεση του νέου ΔΣ και τη νόμιμη εκπροσώπηση της εν λόγω εταιρείας. Επί της αιτήσεως αυτής η προς ην η αίτηση Υπηρεσία Μητρώου Ναυτικών Εταιρειών, εξέδωσε την από 2.11.2022 με αριθμό πρωτοκόλλου ……………./2022 πράξη της και σε απάντηση της ως άνω από 27.10.2022 αίτησης της ως άνω ναυτικής εταιρείας, της εδήλωσε ότι της επιστρέφει τα ως άνω πρακτικά ΓΣ και ΔΣ αυτής, διότι αυτά δεν μπορούν να καταχωρηθούν για δύο λόγους. Κατά πρώτον, διότι δεν τηρήθηκαν τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 39 του Ν. 959/1979 και συνακόλουθα, τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 29 της εταιρικής σύμβασης της εν λόγω εταιρείας και κατά δεύτερον, διότι μεταξύ των επισυναπτόμενων πρακτικών ΓΣ και ΔΣ της 27.10.2022, εντοπίζεται αναντιστοιχία, αφενός στα πρόσωπα των μετόχων της εταιρείας και αφ’ ετέρου στα ποσοστά κυριότητας των μετοχών από τους μετόχους της εταιρείας. Κατά της άρνησης αυτής της ως άνω Υπηρεσίας Μητρώου Ναυτικών Εταιρειών, να καταχωρήσει τα προκύπτοντα από τα εν λόγω δύο πρακτικά συνεδρίασης του ΓΣ και ΔΣ της ως άνω εταιρείας στοιχεία, η ως άνω ναυτική εταιρεία, ήγειρε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την ένδικη προσφυγή της, με την οποία ζητούσε να αρθεί από το Δικαστήριο με απόφασή του, η δημιουργηθείσα με το ανωτέρω έγγραφο της ΥΜΝΕ εκκρεμότητα από την άρνηση του τηρούντος το Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών, να καταχωρήσει τα προβλεπόμενα από την παράγραφο 3 του άρθρου 52 του Ν. 959/1979 και δη τα ονόματα, τα επώνυμα, η διεύθυνση κατοικίας, ο αριθμός των δελτίων αστυνομικής ταυτότητας και ο ΑΦΜ των μελών του ΔΣ, καθώς και των προσώπων τα οποία από κοινού ή χωριστά εκπροσωπούν την εν λόγω εταιρεία, στοιχεία που περιέχονται στα ως άνω από 27.10.2022 πρακτικά ΓΣ και ΔΣ της εν λόγω εταιρείας και εσφαλμένα δεν καταχώρησε ο τηρών το Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών και να διαταχθεί ο τηρών το εν λόγω Μητρώο να καταχωρίσει στη μερίδα της ως άνω εταιρείας τα ως άνω στοιχεία των μελών του ΔΣ και των εκπροσώπων της εν λόγω εταιρείας, όπως τα στοιχεία αυτών προκύπτουν από τα από 27.10.2022 Πρακτικά ΓΣ και ΔΣ της ως άνω εταιρείας. Εν προκειμένω, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, εσφαλμένως πράγματι υπό του τηρούντος το Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών δεν καταχωρήθηκαν τα κατ’ άρθρο 52 παρ.3 του Ν. 959/1979 στοιχεία και δη τα ονόματα, τα επώνυμα, η διεύθυνση κατοικίας, ο αριθμός των δελτίων αστυνομικής ταυτότητας και τον ΑΦΜ των μελών του ΔΣ, καθώς και των προσώπων, τα οποία από κοινού ή χωριστά, εκπροσωπούν την εν λόγω εταιρεία, στοιχεία που περιέχονταν στα ως άνω από 27.10.2022 πρακτικά ΓΣ και ΔΣ της εν λόγω εταιρείας, που προσκομίσθηκαν με την αίτηση και τυγχάνουν δημοσιευτέα, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 52 του Ν. 959/1979, εκ του λόγου ότι δεν τηρήθηκε η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 39 του του Ν. 959/1979, ήτοι εκ του λόγου ότι δεν αναβλήθηκε η συνεδρίαση της ΓΣ της ως άνω εταιρείας κατόπιν αιτήματος του μετόχου αυτής …………., καθώς ο έλεγχος της νομιμότητας της εν λόγω απόφασης της ΓΣ, ο οποίος τυγχάνει ουσιαστικός έλεγχος και όχι τυπικός έλεγχος νομιμότητας (έλεγχος εξωτερικής τυπικής νομιμότητας) και δη έλεγχος της διαδικασίας λήψης απόφασης από τη Γενική Συνέλευση της ανωτέρω εταιρείας, όπως υποστηρίζει το εκκαλούν, εξέφευγε της αρμοδιότητός του, αφού η εν λόγω διάταξη (άρθρο 39 παρ.2) προστατεύει ιδιωτικά συμφέροντα των μετόχων της μειοψηφίας και εν προκειμένω του μετόχου ……………., επιπλέον δε ο έλεγχος αυτός προϋπέθετε ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, ήτοι πέραν των εγγράφων που προσκομίσθηκαν, αφού η έρευνα περί του αν ορθώς απορρίφθηκε το αίτημα για αναβολή της συζήτησης από τη ΓΣ της ως άνω εταιρείας του μοναδικού θέματος της ημερήσιας διάταξής της, έρευνα στην οποία περιλαμβάνεται και η έρευνα περί του αν το δικαίωμα της μειοψηφίας ασκήθηκε εν προκειμένω καταχρηστικώς. Περαιτέρω, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο ως σχετικό 7β από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο έγγραφο του Προϊσταμένου του ΥΜΝΕ, η αναφορά στο ως άνω έγγραφο άρνησης καταχώρησης των ως άνω στοιχείων, η επισήμανση της αναντιστοιχίας της ποσόστωσης των μετοχών και των μετόχων, είχε την έννοια της διόρθωσης αυτής, σε τυχόν επόμενο πρακτικό που θα κατατίθετο στην ίδια Υπηρεσία προς καταχώρηση, με αποτέλεσμα όπως αποσαφηνίζεται με το ίδιο έγγραφο να μην διατυπώνεται αμφιβολία ως προς τη σαφήνεια του καταχωρητέου περιστατικού, το Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών όφειλε να προβεί στην καταχώρηση των ως άνω αιτουμένων στοιχείων στη μερίδα της εταιρείας. Όμοια, κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία κατ’ αποδοχή της ένδικη αίτησης της αιτούσας ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….» δέχθηκε ότι η άρνηση του τηρούντος το Μητρώο Ναυτικών Εταιρειών να προβεί στην αιτηθείσα καταχώρηση των, κατ’ άρθρο 52 παρ.3 του ιδίου Νόμου, στοιχείων, αποτελεί μη νόμιμη πράξη του τηρούντος το εν λόγω Μητρώο και ακολούθως, απορρίπτοντας ως αβάσιμη στην ουσία της την ένδικη κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, διέταξε όπως ο τηρών το Μητρώο Ναυτικών εταιρειών, καταχωρήσει στα υπ’ αυτού τηρούμενα βιβλία και στη μερίδα της αιτούσας, τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 52 του Ν. 959/1979 στοιχεία, τα οποία περιέχονται στα από 27.10.2022 Πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου της αιτούσας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), απορριπτομένου του περί του αντιθέτου λόγου έφεσης του εκκαλούντος.
Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου έφεσης προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη έφεση ως αβάσιμη στην ουσία της, πλην όμως να συμψηφισθεί η μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη, του παρόντος βαθμού Δικαιοδοσίας, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει στην ουσία της την ένδικη έφεση.
Συμψηφίζει τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, δίχως την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων την 8.6.2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ