ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός 434 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
3° Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χριστίνα Λίμουρα Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Της Μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στον Πειραιά, νόμιμα εκπροσωπούμενη, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου Τσουκαλά.
Του εφεσίβλητου: ……………, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Γεωργίας Θεοδωροπούλου με δήλωση άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά άσκησε ο εφεσίβλητος την με γενικό αριθμό εκθ. καταθ. …./2023 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 4543/2025 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου η εκκαλούσα με την με γενικό αριθμ. καταθ. ……./2026 έφεση, δικάσιμος επί της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις τους ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση της εκκαλούσας κατά της 4543/2025 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον φέρεται παραδεκτά προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (άρθρο 511 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτήν, κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία, για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της (άρθρα 522, 533 σε συνδ. με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αγωγή ισχυρίζεται ο ενάγων ότι προσελήφθη από την εναγομένη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου το έτος 2005 προκειμένου να εργαστεί με την ιδιότητα του ηλεκτροσυγκολλητή στην επιχείρηση της εναγομένης. Ότι ενώ παρείχε την εργασία του αδιαλείπτως η εναγόμενη το έτος 2020 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης γεγονός που καθιστά την καταγγελία άκυρη. Επειδή η εναγόμενη δεν έχει καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενώ παρά τις προσπάθειες του δεν μπορεί να εξεύρει άλλη εργασία ζητεί να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 55.112,45 ευρώ που αφορά μισθούς υπερημερίας από τον Ιούνιο του έτους 2020 μέχρι και το έτος 2023 επιδόματα εορτών καθώς και επιδόματα και αποδοχές αδείας κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή και το ποσό των 50.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητας του από την εναγομένη, με το νόμιμο τόκο τα ανωτέρω ποσά.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα με την κρινόμενη έφεσή της, επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου, από τις υπ’ αριθμ. …………../27.9.2023 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της εναγόμενης, οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομίμου κλητεύσεως του ενάγοντος και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, σε συνδυασμό με τους εν γένει ισχυρισμούς τους που περιέχονται στις προτάσεις τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και παραδεκτά επαναφέρονται ενώπιον του παρόντος, αποδεικνύονται πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη εταιρεία έχουσα αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας τις μεταλλικές κατασκευές προσέλαβε τον ενάγοντα στις 5.9.2005 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί με την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ενώ ο ενάγων παρείχε ανελλιπώς τις υπηρεσίες του η εναγόμενη καθυστερούσε την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του με συνέπεια να συναφθεί από τους διαδίκους το από 28.2.2020 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης οφειλής με το οποίο η εναγόμενη συνομολόγησε ότι το οφειλόμενο στον ενάγοντα ποσό ανέρχεται σε 2.100 ευρώ, το οποίο και ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει σε αυτόν. Εν συνεχεία όμως η εναγόμενη αρνήθηκε έκτοτε την προσφορά της εργασίας του ενάγοντος ενώ στις 6.4.2020 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ενόψει των ανωτέρω κατόπιν ασκηθείσας από τον ενάγοντα αγωγής εκδόθηκε η με αριθμ. 105/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά με την οποία αφού κρίθηκε ότι η σύμβαση εργασίας του δεν είχε λυθεί λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως του επιδικάστηκαν σε αυτόν μισθοί υπερημερίας μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2020 ποσού 3.306,75 ευρώ. Το αίτημα της εναγομένης περί αναβολής της παρούσας υπόθεσης μέχρι να περατωθεί η δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της με αριθμ. 105/2024 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, το οποίο είναι δυνητικό για το δικαστήριο, είναι απορριπτέο διότι δεν υφίστανται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις της αμετάκλητης περάτωσης της προγενέστερης δίκης, που απαιτείται όταν οι κύριες συνέπειες της δίκης αυτής προϋποθέτουν αμετάκλητη απόφαση (ΑΠ 190/2000). Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η εναγόμενη, η οποία παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να μην αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία του ενάγοντος δεν έχει προβεί σε καταγγελία της συμβάσεως του προκειμένου να μην καταβάλει σε αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση, συνεχίζει να καθίσταται υπερήμερη και για το μεταγενέστερο του Ιουνίου 2020 χρονικό διάστημα μέχρι και τον Ιούλιο του έτους 2023 και επομένως οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα, οι μηνιαίες μεικτές αποδοχές του οποίου ανέρχονται σε 1.102,25 ευρώ, το ποσό των 40.783,25 ευρώ με το νόμιμο τόκο, απορριπτομένου του ισχυρισμού της περί μερικής εξόφλησης του ενάγοντος, αφού οποιοδήποτε καταβληθέν από την εναγομένη ποσό οφειλής αφορά το χρονικό διάστημα πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ενώ πρόθεση του ενάγοντος να παραιτηθεί από την εργασία του δεν αποδείχθηκε, δοθέντος ότι ο ενάγων είναι 62 ετών και με προβλήματα υγείας, γεγονός που καθιστά αδύνατη την απασχόλησή του σε άλλη εργασία με την ειδικότητα του. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η αξίωση μισθών υπερημερίας εκ μέρους του ενάγοντος είναι καταχρηστική είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ασκεί την υπό κρίση αγωγή για προσπορισμό οφέλους, αλλά διότι η εναγόμενη αφενός δεν αποδέχεται την εργασία του, αφετέρου για τους προαναφερόμενους λόγους δεν βρίσκει άλλη εργασία. Περαιτέρω η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα για το ανωτέρω χρονικό διάστημα επιδόματα εορτών Πάσχα ποσού 2.755,60 ευρώ και Χριστουγέννων 3.306,75 ευρώ και επιδόματα αδείας και αποδοχές αδείας 2.755,60 ευρώ και 5.511,25 ευρώ αντίστοιχα με το νόμιμο τόκο τα ανωτέρω ποσά και συνολικά το ποσό των 55.112,45 ευρώ.
Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγοντας και η εκκαλουμένη απόφαση ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης της εκκαλούσας με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου (άρθρο 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την υπό κρίση έφεση.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση.
Καταδικάζει την εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη του εφεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600 ) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25.6.2026 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ