ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αριθμός 435/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
3° Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χριστίνα Λίμουρα Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………», με το διακριτικό τίτλο «…..», που εδρεύει στη ……. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Βασιλικής Αγγελοπούλου.
Των εφεσίβλητων: 1. …….. ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Νίκου Λιαπάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ 2. Της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «……..», που εδρεύει στο …… Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Δημήτριου Βουτσινό.
Του εκκαλούντος: ……………, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Νίκου Λιαπάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της εφεσίβλητης: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………..», με το διακριτικό τίτλο «….», που εδρεύει στη ……. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Βασιλικής Αγγελοπούλου.
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά άσκησε ο εκκαλών την με γενικό αριθμό καταθ. …../2024 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 4408/2025 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου οι εκκαλούντες με τις με γενικό αριθμ. καταθ. …/2026 και …../2025 εφέσεις, δικάσιμος επί των οποίων ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις τους ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου οι υπό κρίση εφέσεις, οι οποίες στρέφονται αμφότερες κατά της με αριθμ. 4408/2025 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 ΚΠολΔ), αντιμωλία των διαδίκων και οι οποίες πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν λόγω της φανερής συνάφειας τους και για οικονομία χρόνου και δαπάνης (άρθρα 246, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Οι υπό κρίση εφέσεις ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον φέρονται παραδεκτά προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (άρθρο 511 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτές, κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία, για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων τους (άρθρα 522, 533 σε συνδ. με 591 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αγωγή ισχυρίζεται ο ενάγων ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα του αποθηκάριου. Ότι εργαζόμενος κατά τις εκτιθέμενες στην αγωγή περιστάσεις υπέστη εργατικό ατύχημα υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες με συνέπεια τον σοβαρό τραυματισμό του για τον οποίο αποκλειστικά υπαίτια είναι η εναγόμενη εργοδότρια εταιρεία, η οποία δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα προστασίας των εργαζομένων της κατά τα αναφερόμενα στην υπό κρίση αγωγή. Ότι συνεπεία του τραυματισμού του υπέστη ηθική βλάβη αιτούμενος το ποσό των 99.900 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση και το ποσό των 175 ευρώ, που δαπάνησε για τη μίσθωση ειδικού κρεβατιού και συνολικά το ποσό των 100.075 ευρώ με το νόμιμο τόκο, από το οποίο όμως ανωτέρω ποσό κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος του από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, περιορίζει το καταψηφιστικό του αίτημα στο ποσό των 50.175 ευρώ.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι εκκαλούντες με την κρινόμενη έφεσή τους, επικαλούμενοι εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 «περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων» ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 (εργατικό ατύχημα), θεωρείται κάθε βλάβη η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε με αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής. Εξ αφορμής της εργασίας θεωρείται το ατύχημα όταν, παρά το γεγονός ότι λαμβάνει χώρα εκτός του τόπου ή του χρόνου εργασίας και δεν επέρχεται ως άμεση συνέπεια της εκτέλεσης αυτής, εμφανίζει με την εργασία μια σχέση αιτίου και αποτελέσματος υπό την έννοια ότι χωρίς την υποχρέωση του εργαζόμενου προς παροχή εργασίας δεν θα είχαν δημιουργηθεί οι ιδιαίτερες και αναγκαίες για την επέλευση του ατυχήματος πραγματικές συνθήκες (ΟλΑΠ 1287/1986).
Η υπό κρίση αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα εκ του άρθρου 216 ΚΠολΔ στοιχεία, που προσδιορίζουν τις απαιτήσεις του ενάγοντος αναφορικά με την αιτηθείσα από αυτόν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με σαφή περιγραφή των συνθηκών του ενδίκου ατυχήματος και του είδους της σωματικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων, απορριπτομένου του σχετικού λόγου εφέσεως ως αβάσιμου.
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία, είτε ως δικαστικά τεκμήρια σε συνδυασμό με τους εν γένει ισχυρισμούς τους που περιέχονται στις προτάσεις τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και παραδεκτά επαναφέρονται ενώπιον του παρόντος, αποδεικνύονται πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον τομέα της εμπορίας ειδών διατροφής και οικιακής χρήσεως προσέλαβε τον ενάγοντα την 10.2.2023 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί στο ευρισκόμενο στη …… Αττικής κατάστημα σούπερ μάρκετ που διατηρεί, με την ειδικότητα του αποθηκάριου. Την 4.1.2024 κατά τη διάρκεια της εργασίας του και κατόπιν εντολής της διευθύντριας του καταστήματος να αφαιρέσει διάφορα προϊόντα κυρίως χριστουγεννιάτικα είδη που διατίθεντο προς πώληση και τα οποία είχαν τοποθετήσει οι υπάλληλοι της εναγομένης σε προθήκη που βρισκόταν στις σκάλες μεταξύ ισογείου και πρώτου ορόφου, στην προσπάθεια του ο ενάγων να εκτελέσει την ανατιθέμενη σε αυτόν εργασία και προκειμένου να αφαιρέσει όλες τις συσκευασίες στηρίχθηκε στην ανωτέρω προθήκη, η οποία όμως ήταν κατασκευή από γυψοσανίδα με αποτέλεσμα να υποχωρήσει η ψευδοροφή να πέσει ο ενάγων στο έδαφος και να τραυματιστεί. Περαιτέρω κατόπιν εισαγωγής του στο Νοσοκομείο Τζάνειο, διαπιστώθηκε ότι υπέστη κάταγμα της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και της πυέλου και αφού παρέμεινε στο νοσοκομείο νοσηλευόμενος εξήλθε στις 8.1.2024 ενώ έκτοτε του χορηγήθηκαν αναρρωτικές άδειες λόγω δυσχέρειας στη βάδιση. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το ανωτέρω ατύχημα προκλήθηκε από υπαιτιότητα της εναγομένης, οι προστηθέντες υπάλληλοι της οποίας αφενός παρέλειψαν να τοποθετήσουν μεταλλική κατασκευή στη θέση της γυψοσανίδας, στην αντικατάσταση της οποίας προέβησαν αμέσως μετά το ατύχημα, αφετέρου δεν υπήρχε επίβλεψη κάποιου υπαλλήλου της εναγομένης κατά την διάρκεια της ανωτέρω εργασίας του ενάγοντος, γεγονός που καταδεικνύει ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην έλλειψη των όρων ασφαλείας, που θα έπρεπε να είχαν ληφθεί κατά την εκτέλεση της προαναφερόμενης εργασίας από τον ενάγοντα. Επομένως αποκλειστικά υπαίτια του επιδίκου ατυχήματος είναι η εναγομένη εταιρεία. Περαιτέρω λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε το ατύχημα, του είδους της σωματικής βλάβης του ενάγοντος, την ψυχική ταλαιπωρία την οποία υπέστη, την έκταση της σωματικής του βλάβης, του είδους της αμέλειας και του βαθμού του πταίσματος της εναγομένης, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση του ενάγοντος και την οικονομική κατάσταση της εναγομένης το δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη για την οποία δικαιούται χρηματική ικανοποίηση ποσού 10.000 ευρώ, την οποία υποχρεούται να καταβάλει η εναγόμενη.
Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγοντας και η εκκαλουμένη απόφαση ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης των εκκαλούντων με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση εφέσεις στο σύνολό τους ως ουσιαστικά αβάσιμες και να καταδικαστούν οι εκκαλούντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσίβλητων (άρθρα 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις υπό κρίση εφέσεις.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά τις εφέσεις.
Καταδικάζει τους εκκαλούντες στη δικαστική δαπάνη των εφεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25.6.2026 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ