ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός αποφάσεως 436/2026
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
(2ο Τμήμα)
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη – Εισηγητή και από την Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και τον διακριτικό τίτλο «…….», που εδρεύει στη ……… Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, με ΑΦΜ ……., ως μη δικαιούχος διάδικος, δυνάμει του Ν. 5072/2023 και της υπ’ αριθ. 225/2024 πράξης της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, και διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………..», με έδρα το ……. Ιρλανδίας, δυνάμει του από 25/6/2021 ιδιωτικού συμφωνητικού διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ελένης Ζαννιά (Α.Μ Δ.Σ.Α ……).
Του εφεσίβλητου ……………, ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιου Καλτσά (Α.Μ Δ.Σ Πειραιώς ….), με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε σε βάρος της καθ’ ής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 17/9/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………./2024 ανακοπή του, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της υπ’ αριθ. ……/2024 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο, συζήτησε την ως άνω ανακοπή στις 6/11/2024, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 1238/2025 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως η καθ’ ης η ανακοπή άσκησε την από 24/4/2025 έφεση της, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ……../2025 και β) δικογράφου ………../2025, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 24/4/2025 έφεση, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου …………/2025 και β) δικογράφου ……../2025, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 1238/2025 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, επί της από 17/9/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2024 ανακοπής του ανακόπτοντος και ήδη εφεσίβλητου κατά της καθ’ ής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520, 591 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 28/4/2025, ήτοι προ πάσης επιδόσεως της απόφασης στην καθ’ ης η ανακοπή και εντός δύο (2) ετών από της δημοσιεύσεως της, που έλαβε χώρα στις 21/3/2025 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατά την οποία δικάστηκε η πρωτόδικη υπόθεση (άρθρο 533, 591 παρ.7 ΚΠολΔ).
Α. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε από την άσκησή του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και, μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη, δε, η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και, πάντως, μικρότερο από αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης, να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς συνέπειες (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 1248/2018, ΑΠ 909/2017, areiospagos.gr).
B. Ειδικότερα, επί έκδοσης διαταγής πληρωμής, ο δανειστής, ο οποίος, ασκώντας συμβατικό δικαίωμά τoυ, επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα, καταρχήν, αποφασίζει, εκτός αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει υπέρβαση και, μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1472/2004, Νόμος), εναπόκειται δε στη διακριτική ευχέρεια του δανειστή ή των αρμοδίων κατά νόμο οργάνων του να κρίνουν ποιος είναι ο πλέον πρόσφορος τρόπος για την επιδίωξη είσπραξης της οφειλόμενης απαίτησης και, ιδίως, αν θα ασκηθεί αγωγή ή αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής κλπ., καθότι η σχετική επιλογή είναι συνυφασμένη με τη διαχείριση της περιουσίας του δανειστή. Εξάλλου, ναι μεν κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όμως μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του (ΑΠ 1352/2011, areiospagos.gr, ΕφΑθ 1587/2013 ΔΕΕ 2013.792). Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα καταρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1504/2014, ΑΠ 106/2013, areiospagos.gr). Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική (ΑΠ 1873/2014, ΑΠ 1352/2011, areiospagos.gr).
Γ. Το ζήτημα εάν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 736/2012, Νόμος). Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων από αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας, από την πλευρά των τραπεζών, των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι` αυτούς συνέπειες. Συνεπώς και για το λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών (άρθρα 200, 288 ΑΚ) και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους. Έτσι, σε περίπτωση δυσχέρειας του πιστούχου της Τράπεζας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την πιστωτική σύμβαση λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του, που όμως υπερβαίνει τα όρια της αντοχής του, η καλόπιστη από την πλευρά της Τράπεζας συμπεριφορά επιβάλλει σε αυτή την υποχρέωση να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ιδίως όταν η επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης της παροχής του πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή του, χωρίς ουσιαστικό κέρδος για την ίδια. Κατά την έννοια αυτή, η Τράπεζα θα πρέπει, σε περίπτωση πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του πελάτη της, να αποφύγει την εσπευσμένη καταγγελία τής μεταξύ τους πιστωτικής σύμβασης και το κλείσιμο του λογαριασμού τους, προπάντων όταν οι απαιτήσεις της είναι ασφαλισμένες με εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες, ο δε πελάτης της βρίσκεται σε άμεση οικονομική εξάρτηση από αυτή και δεν οφείλει σε τρίτους, αφού τότε οι παραπάνω ενέργειές της προσλαμβάνουν καταχρηστικό χαρακτήρα (ΑΠ 1352/2011, ΕφΘεσ 214/2020 Νόμος, ΕφΘεσ 1132/2011, ΕπισκΕμπΔ 2011.1050, ΕφΠειρ 711/2011 ΕΕμπΔ 2012.417, ΕφΘεσ 1027/2010 Αρμ 2012.577).
Δ. Περαιτέρω, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 Ν. 4224/2013, θεσπίστηκε, για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ιδιωτών και επιχειρήσεων, από την Τράπεζα της Ελλάδος, με την απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ Β` 2289/27.8.2014 «ΕΠΑΘ 116/25.8.2014» ή «Κώδικας») ο Κώδικας Δεοντολογίας, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 31.12.2014, τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων με αριθμούς 129/2/16.2.2015 (ΦΕΚ Β 486/31.3.2015) και 148/10/5.10.2015 (ΦΕΚ Β 2219/15.10.2015) και αναθεωρήθηκε με τη με αριθμό 195/1/29.7.2016 (ΦΕΚ Β 2376/2.8.2016) απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. Βασική υποχρέωση που συνεπάγεται η εφαρμογή του Κώδικα αποτελεί η τήρηση των διαδικασιών του, πριν την τυχόν καταγγελία της οικείας πιστωτικής σύμβασης. Ο Κώδικας πρέπει να τηρείται από κάθε πιστωτικό και χρηματοδοτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ και εφαρμόζεται σε κάθε μορφής οφειλή με καθυστέρηση άνω των 30 ημερολογιακών ημερών έναντι κάθε ιδρύματος που εφαρμόζει τον Κώδικα. Κάθε ίδρυμα, σύμφωνα με τον Κώδικα, υποχρεούται, μεταξύ άλλων, να θεσπίσει λεπτομερώς καταγεγραμμένη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (ΔΕΚ), στην οποία μπορούν να συμμετάσχουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα, πρωτοφειλέτες, συνοφειλέτες και εγγυητές, εφόσον διατηρούν του χαρακτηρισμό του «συνεργάσιμου δανειολήπτη», όπως ορίστηκε με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης ιδιωτικού Χρέους του Ν. 4224/2013. Ειδικότερα, ένας δανειολήπτης είναι συνεργάσιμος έναντι των δανειστών του όταν: (ί) παρέχει πλήρη και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας στους δανειστές, (ίί) είναι διαθέσιμος σε επικοινωνία με τον δανειστή και ανταποκρίνεται με ειλικρίνεια και σαφήνεια σε κλήσεις και επιστολές των ανωτέρω εντός 15 εργασίμων ημερών, (ίίί) προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών προς το ίδρυμα αναφορικά με την τρέχουσα οικονομική του κατάσταση εντός 15 εργασίμων ημερών από την ημέρα μεταβολής της ή από την ημέρα που θα του ζητηθούν ανάλογες πληροφορίες, από τους ανωτέρω, (ν) προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών οι οποίες θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην μελλοντική οικονομική του κατάσταση εντός 15 εργασίμων ημερών από την ημέρα που θα περιέλθουν σε γνώση του και (ν) συναινεί σε διερεύνηση εναλλακτικής πρότασης αναδιάρθρωσης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον κώδικα. Η ΔΕΚ του Κώδικα αποτελείται από πέντε στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο το ίδρυμα, μεταξύ άλλων, επικοινωνεί με τον πρωτοφειλέτη και, αν υπάρχει, τον εγγυητή, αποστέλλοντάς τους γραπτή ειδοποίηση εντός των επόμενων 15 ημερολογιακών ημερών, με την οποία, μεταξύ άλλων, αυτοί ενημερώνονται για τα στοιχεία της ληξιπρόθεσμης οφειλής και την ένταξή τους στη ΔΕΚ, λαμβάνουν το «Ενημερωτικό Φυλλάδιο προς τους Δανειολήπτες με οικονομικές δυσχέρειες» και, αν είναι φυσικά πρόσωπα, την «Τυποποιημένη Κατάσταση Δικονομικής Πληροφόρησης» (ΤΥ.Κ.Ο.Π.) ή, αν είναι νομικά πρόσωπα, το τυποποιημένο έντυπο του ιδρύματος για την υποβολή πληροφόρησης από νομικά πρόσωπα και καλούνται να συμπληρώσουν με ακρίβεια και πληρότητα το αντίστοιχο έντυπο και να το προσκομίσουν στο ίδρυμα εντός 15 εργασίμων ημερών, προκειμένου στη συνέχεια να έχουν τη δυνατότητα να ενταχθούν στο στάδιο 2 της ΔΕΚ. Αν ο δανειολήπτης δεν ανταποκριθεί εμπρόθεσμα στην ανωτέρω ειδοποίηση, τότε χαρακτηρίζεται ως «μη συνεργάσιμος» και το ίδρυμα δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση και να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του χωρίς περαιτέρω προειδοποίηση. Κατά το δεύτερο στάδιο γίνεται συγκέντρωση οικονομικών και λοιπών πληροφοριών τού δανειολήπτη. Κατά το τρίτο στάδιο γίνεται αξιολόγηση των υποβληθέντων οικονομικών στοιχείων. Ειδικότερα, για κάθε κατηγορίας δανειολήπτη και εγγυητή, αξιολογούνται στοιχεία όπως, ενδεικτικά, η οικονομική του κατάσταση, το συνολικό ύψος και η φύση των χρεών του, η τρέχουσα ικανότητά του για αποπληρωμή των οφειλών του, το ιστορικό της οικονομικής του συμπεριφοράς και η προβλεπόμενη ικανότητα αποπληρωμής των οφειλών. Το ίδρυμα, καθ’ όλη τη διάρκεια του σταδίου της αξιολόγησης, οφείλει να καταβάλει κάθε εύλογη προσπάθεια, για να συνεργαστεί με το δανειολήπτη, προκειμένου να προσδιορίσει με ακρίβεια την ικανότητά του για αποπληρωμή του χρέους, με στόχο να καταλήξουν σε μια κατάλληλη λύση. Επιπροσθέτως, τα ίδρυμα οφείλει να προβεί σε αξιολόγηση της αξίας τυχόν εμπράγματης εξασφάλισης (ή άλλου περιουσιακού στοιχείου που θα μπορούσε με τη συναίνεση του δανειολήπτη να αποτελέσει πρόσθετη εξασφάλιση). Κατά το τέταρτο στάδιο γίνεται πρόταση κατάλληλων λύσεων στον δανειολήπτη (λύση ρύθμισης, λύση οριστικής διευθέτησης). Από το ίδρυμα θα πρέπει να επιλέγεται η καταλληλότερη, κατά περίπτωση, λύση. Για τους σκοπούς του Κώδικα ως «κατάλληλη λύση» θεωρείται εκείνη που διασφαλίζει τη συμμόρφωση του ιδρύματος προς τις εποπτικές του υποχρεώσεις. Ειδικότερα, για την αξιολόγηση της καταλληλότητας κάθε λύσης, λαμβάνονται υπόψη, σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη συμμόρφωσης του ιδρύματος προς ισχύουσες εποπτικές απαιτήσεις, καθώς και οι ειδικότερες για τη διαχείριση των καθυστερήσεων κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες η ΤτΕ έχει θέσει με την ΠΕΕ 42/30.5.2014 στα εποπτευόμενα από αυτή ιδρύματα για το σχεδιασμό και αξιολόγηση βιώσιμων τύπων ρύθμισης. Το πέμπτο στάδιο περιλαμβάνει τη διαδικασία εξέτασης των ενστάσεων. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο Κώδικας επιβάλλει στα ιδρύματα που δεσμεύονται από αυτόν την τήρηση, μεταξύ άλλων, των πέντε σταδίων της ΔΕΚ του Κώδικα πριν το ίδρυμα προβεί σε καταγγελία της οικείας σύμβασης και εκκινήσει νομικές ενέργειες αναγκαστικής είσπραξης της καθυστερούμενης απαίτησης. Τίθεται ζήτημα κατά πόσο η μη τήρηση της ΔΕΚ από υπόχρεο στην τήρηση του Κώδικα ίδρυμα καθιστά, άνευ ετέρου, την καταγγελία της οικείας πιστωτικής σύμβασης άκυρη ως αντίθετη, κατά την ΑΚ 174, σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Καταρχάς, από καμία ρύθμιση του Κώδικα δεν προκύπτει ότι στον προστατευτικό του σκοπό εμπίπτει και ο έλεγχος του κύρους των επιχειρουμένων (συμβατικά προβλεπόμενων) καταγγελιών, των οποίων άλλωστε το περιεχόμενο δεν αποδοκιμάζεται από τον νόμο. Αντίθετα, σκοπός του Κώδικα είναι η επιλογή τής καταλληλότερης κατά περίπτωση λύσης για τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό πιστώσεων σε καθυστέρηση, αφού ληφθεί από τα ιδρύματα υπόψη η υποχρέωσή τους για συμμόρφωση προς τις ισχύουσες εποπτικές απαιτήσεις και τις κατευθυντήριες γραμμές της Τράπεζας της Ελλάδος. Η τελευταία, άλλωστε, ορίζεται, σύμφωνα με τον Κώδικα ως η αρμόδια αρχή για την παρακολούθηση και τον έλεγχο του τρόπου εφαρμογής του, για την πλήρη και αποτελεσματική ρύθμιση των οικείων συστημάτων από τα υπόχρεα ιδρύματα, καθώς και η μόνη δυνάμενη να απαιτεί τα απαραίτητα κατά την κρίση της διορθωτικά μέτρα και να επιβάλλει τις κατά νόμο κυρώσεις στο μη συμμορφούμενο ίδρυμα, σε περίπτωση συστηματικής μη εφαρμογής του Κώδικα και αδυναμιών των συστημάτων, δεν δύναται όμως να παρεμβαίνει ή να επιλαμβάνεται εξατομικευμένων διαφορών μεταξύ ιδρύματος και δανειολήπτη. Συνεπώς, και από το γράμμα του Κώδικα καθίσταται σαφές ότι η μη τήρηση της ΔΕΚ από υπόχρεο ίδρυμα συνιστά αθέτηση εποπτικής υποχρέωσης, παρέχουσα στην ΤτΕ ως ελέγχουσα αρχή τη δυνατότητα να απαιτεί από το μη συμμορφούμενο ίδρυμα τη λήψη των απαραίτητων μέτρων και να του επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να προκύπτει ότι ο Ν. 4224/2013 ή ο Κώδικας αποβλέπει και στην επαγωγή ακυρότητας στις περιπτώσεις όπου η καταγγελία έλαβε χώρα χωρίς την τήρηση της ΔΕΚ. Τέλος, και στο πλαίσιο εφαρμογής της Πράξης του Διοικητή της ΤτΕ (ΠΔ/ΤΕ) 2501/31.10.2002 και της κανονιστικής απόφασης 178/19.7.2004 της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΤΠΘ) της ΤτΕ, οι οποίες επιβάλλουν στα δεσμευόμενα από αυτές ιδρύματα συγκεκριμένες υποχρεώσεις ενημέρωσης των συναλλασσομένων με αυτά, γίνεται δεκτό ότι η αθέτηση των υποχρεώσεων αυτών συνεπάγεται μόνο εποπτικής φύσης συνέπειες, χωρίς να έχει τεθεί ζήτημα ακυρότητας συμβατικών όρων αποκλειστικά λόγω της αντίθεσης του περιεχομένου τους προς τις ανωτέρω κανονιστικές πράξεις. Ενόψει των ανωτέρω, από τον σκοπό και το κείμενο του Κώδικα συνάγεται ότι τυχόν παράβαση των κανόνων που συγκροτούν τη ΔΕΚ συνεπάγεται μόνον εποπτικής φύσης κυρώσεις και, συνεπώς, η μη τήρηση της ΔΕΚ από τα υπόχρεα ιδρύματα, δεν επιφέρει κατά την ΑΚ 174 αυτοδίκαιη ακυρότητα της πραγματοποιηθείσας καταγγελίας. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τους στόχους του Κώδικα, αλλά και την προηγηθείσα παράθεση των 5 Σταδίων της ΔΕΚ, ο Κώδικας εξειδικεύει τις σχετικές με την καταγγελία υποχρεώσεις που απορρέουν από την αντικειμενική (συναλλακτική) καλή πίστη κατά το στάδιο που προηγείται της άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας (ΑΚ 281), όπως το περιεχόμενο της συναλλακτικής καλής πίστης διαμορφώθηκε ειδικότερα στον χώρο των πιστωτικών συναλλαγών υπό τη υπάρχουσα οικονομική κρίση που οδήγησε στην αλματώδη αύξηση του αριθμού των καθυστερούμενων οφειλών. Επομένως, σε περίπτωση καθυστέρησης δανειολήπτη να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό σε χρηματοδοτικό ή πιστωτικό ίδρυμα κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας, χωρίς την προηγούμενη, εν όλω ή εν μέρει, τήρηση της ΔΕΚ του Κώδικα από το ίδρυμα, θα μπορούσε να ελεγχθεί ως προς το ενδεχόμενο καταχρηστικότητας κατά την ΑΚ 281, λαμβανομένων όμως υπόψη και των γενικότερων περιστάσεων της κρινόμενης εκάστοτε περίπτωσης, όπως η γενικότερη οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, το συνολικό ύψος και η φύση των χρεών του, η τρέχουσα ικανότητά του για αποπληρωμή των οφειλών του, το ιστορικό της οικονομικής του συμπεριφοράς και η προβλεπόμενη ικανότητα αποπληρωμής των οφειλών (ΕφΠατρ 142/2020, ΕφΑιγ 2/2022, Νόμος).
Με τον μοναδικό λόγο εφέσεως της, η καθ’ ης η ανακοπή παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της επίδικης ανακοπής και έκανε δεκτή την ανακοπή, ακυρώνοντας την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Ειδικότερα η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος ότι η καθ’ ης η ανακοπή καταχρηστικά επεδίωξε και πέτυχε τη σε βάρος του έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ενώ, ήδη προ του χρόνου υποβολής αίτησης προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών, προς εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης για την αποπληρωμή της ένδικης οφειλής του, οι οποίες μάλιστα κατέληξαν στην υπογραφή σύμβασης ρύθμισης, στις 7.6.2024, ήτοι προ της έκδοσης της ανακοπτόμενης, η οποία (ρύθμιση) τηρείται κανονικά έως σήμερα, η δε καθ’ ης του δημιούργησε την πεποίθηση, με τη θετική και ενεργή στάση της, ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά της, και, ως εκ τούτου, η άσκηση του δικαιώματος της τελευταίας, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, δεν είναι ούτε ανεκτή ούτε δικαιολογημένη, επιφέρουσα επαχθείς συνέπειες για τον ίδιο.
Από την εκτίμηση της ανωμοτί καταθέσεως του ανακόπτοντος, ο οποίος εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση, απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και έγγραφα που παραδεκτώς προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), εφόσον δεν προέκυψε ότι δεν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, πλήρως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει της με αριθμό ……/15.10.2007 σύμβασης στεγαστικού δανείου, μετά της από 15.10.2007 πρόσθετης πράξης αυτής, καταρτισθείσας στον Πειραιά μεταξύ αφενός της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», ως δανείστριας, και αφετέρου του ανακόπτοντος, ως οφειλέτη, η δανείστρια τράπεζα χορήγησε στον οφειλέτη στεγαστικό δάνειο ποσού 369.000 ευρώ, για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών και, συγκεκριμένα, για την αγορά ακινήτου υπό κατασκευή και την επισκευή ακινήτου, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην ως άνω σύμβαση. Περαιτέρω, στις 16.4.2021 εγκρίθηκε και καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. η διάσπαση της δανείστριας τραπεζικής εταιρείας, με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………………», η οποία υπεισήλθε αυτοδικαίως, ως καθολική διάδοχος της διασπώμενης, στα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία της διάσπασης και εν γένει σε κάθε δικαίωμα ή υποχρέωση ή έννομη σχέση ή δραστηριότητα που αφορά στον ανωτέρω κλάδο, μεταξύ των οποίων και οι απαιτήσεις εκ της ένδικης σύμβασης στεγαστικού δανείου. Εξάλλου, δυνάμει της από 25.6.2021 σύμβασης μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του άρθρου 10 Ν. 3156/2003, καταρτισθείσας μεταξύ της καθ’ ης η ανακοπή αφενός και της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………», αφετέρου, νόμιμα καταχωρισθείσας, με αριθμό πρωτοκόλλου …/28.6.2021, στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό ……., η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία απέκτησε, μεταξύ άλλων, και όλες τις απαιτήσεις και όλα τα δικαιώματα (διαπλαστικά και μη) που απορρέουν από την ένδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου, η διαχείριση των οποίων ανατέθηκε, από την προαναφερθείσα εταιρεία ειδικού σκοπού, δυνάμει του από 25.6.2021 ιδιωτικού συμφωνητικού διαχείρισης απαιτήσεων των άρθρων 10 και 14 Ν. 3156/2003, νόμιμα καταχωρισθέντος, με αριθμό πρωτοκόλλου ……/28.6.2021, στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο …….. και με αύξοντα αριθμό …., στην καθ’ ης η ανακοπή, λειτουργούσα αυτή εφεξής ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων στο όνομα και για λογαριασμό της προαναφερθείσας αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, ειδικής διαδόχου της αρχικής δανείστριας τραπεζικής εταιρείας. Περαιτέρω, λόγω της μη εμπρόθεσμης και κανονικής εξυπηρέτησης της ένδικης δανειακής σύμβασης, η καθ’ ης, στις 20.3.2024, προέβη στο κλείσιμο των τηρούμενων προς εξυπηρέτηση της ένδικης δανειακής σύμβασης λογαριασμών, οι οποίοι, τη δεδομένη χρονική στιγμή, εμφάνιζαν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο 466.355,53 ευρώ και κατήγγειλε την ένδικη δανειακή σύμβαση, δια της από 20.3.2024 εξώδικης δήλωσης – καταγγελίας, επιδοθείσας στον ανακόπτοντα στις 5.4.2024 (βλ. τη με αριθμό ……./5.4.2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ……………..), ακολούθως δε κατέθεσε, στις 31.5.2024, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την από 23.5.2024 αίτησή της προς έκδοση διαταγής πληρωμής για την απορρέουσα από την ένδικη δανειακή σύμβαση απαίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε, στις 25.7.2024, η ανακοπτόμενη με αριθμό ………/2024 διαταγή πληρωμής, σύμφωνα με την οποία διατάχθηκε ο ανακόπτων να καταβάλει στην καθ’ ης το ποσό των 466.355,53 ευρώ, εντόκως νομίμως μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, καθώς και το ποσό των 8.936 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα. Ήδη όμως προ της κατάθεσης, από την καθ’ ης, της αίτησης προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ο ανακόπτων επιχείρησε να ρυθμίσει την ένδικη οφειλή του. Συγκεκριμένα, αυτός γνωστοποίησε στην καθ’ ης πλήρη και ακριβή στοιχεία για την εισοδηματική και την περιουσιακή του κατάσταση, πραγματοποίησε συναντήσεις με τους εντεταλμένους προς τούτο υπαλλήλους της κ.κ. …. και ……. και συνεργάσθηκε με αυτούς για την εξεύρεση κατάλληλης λύσης, εν συνεχεία δε των ως άνω, μεταξύ των διάδικων μερών υπογράφηκε στην Αθήνα, στις 7.6.2024, συμφωνία όρων εξόφλησης οφειλής που απορρέει από την ένδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου, για την οποία συμφωνήθηκε η τοκοχρεωλυτική αποπληρωμή της, χορηγήθηκε μάλιστα στον ανακόπτοντα σχετικός πίνακας δόσεων – απόσβεσης δανείου, ο δε ανακόπτων τηρεί μέχρι σήμερα την ως άνω συμφωνία εξόφλησης, καταβάλλοντας τις συμφωνημένες δόσεις. Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι η καθ’ ης επέδειξε, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, θετική και ενεργή στάση στη ρύθμιση της επίμαχης οφειλής του ανακόπτοντος, γεγονός που ουδόλως αμφισβητείται από την ίδια, και του δημιούργησε εύλογα την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να αιτηθεί την έκδοση εκτελεστού τίτλου για τις οφειλές του εκ της ως άνω δανειακής σύμβασης (βλ. και τον υπό στοιχείο Β πρόσθετο όρο στην από 7.6.2024 συμφωνία όρων εξόφλησης οφειλής, σύμφωνα με τον οποίο «εφόσον ο Οφειλέτης τηρεί όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Συμφωνία και το Παράρτημα αυτής και εξοφλεί εμπροθέσμως, ολοσχερώς και προσηκόντως τα οφειλόμενα ποσά κατά τα εκεί συμφωνηθέντα, η Εταιρεία Ειδικού Σκοπού μέσω της Διαχειρίστριας παραιτείται οποιασδήποτε αξίωσής της έναντι του Οφειλέτη»). Επομένως, η από την καθ’ ης σε βάρος του ανακόπτοντος αίτηση προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ενώ ήταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις μεταξύ αυτών προς εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, οι οποίες μάλιστα κατέληξαν στην υπογραφή της προαναφερθείσας συμφωνίας ρύθμισης, στο χρόνο και υπό τις συνθήκες που συνέτρεχαν όταν αυτή υποβλήθηκε, είναι καταχρηστική κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Συγκεκριμένα, με δεδομένο ότι ο ανακόπτων ήλθε σε επικοινωνία με την καθ’ ης η ανακοπή και ζήτησε το διακανονισμό τής οφειλής του, η σπουδή της καθ’ ης η ανακοπή να αιτηθεί και να πετύχει την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ενώ ήταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις για την εξεύρεση τρόπου αποπληρωμής της ένδικης οφειλής του, αν και η όλη συμπεριφορά του εντάσσεται στο χαρακτηρισμό αυτού ως «συνεργάσιμου δανειολήπτη», σύμφωνα με το Ν. 4224/2013, κατά τα προεκτεθέντα στη υπό στοιχείο Δ νομική σκέψη τής παρούσας (παρείχε στοιχεία επικοινωνίας, στοιχεία της περιουσιακής του κατάστασης, είχε πυκνή και με δική του πρωτοβουλία επικοινωνία με την καθ’ ης προς εξεύρεση λύσης), δεν δικαιολογείται από την καλή πίστη και παρίσταται ως μέτρο ιδιαίτερης σκληρότητας για τον ανακόπτοντα, γεγονότα που δεν αμφισβητούνται ειδικά από την καθ’ ης, συναγόμενης συνεπώς ομολογίας της (άρθρο 261 εδ. β’ ΚΠολΔ). Η έκδοση, λοιπόν, της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, έστω και αν, κατά τους ισχυρισμούς της καθ’ ης, η κοινοποίηση αυτής στον οφειλέτη έγινε μόνο προς γνώση του, άνευ επιταγής προς πληρωμή και χωρίς καμία πρόθεση από την πλευρά της καθ’ ης να προχωρήσει σε εκτέλεση για όσο χρονικό διάστημα θα τηρείται η ρύθμιση, ελέγχεται ως καταχρηστική, και, συνακόλουθα, ορθά η εκκαλουμένη απόφαση έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο ανακοπής, κατά το πρώτο σκέλος του και ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, απορριπτομένου παράλληλα και του μοναδικού λόγου εφέσεως.
Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση στην έφεση της εκκαλούσας, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη στην ουσία και να καταδικασθεί η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 182 παρ.1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η εκκαλούσα, στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της (άρθρο 495 παρ.3 εδαφ.τελευτ ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου για την άσκηση της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 19/3/2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ
Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι στις 25 Ιουνίου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ