Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 437/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός αποφάσεως   437/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(2o Τμήμα)

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Βασίλειο Παπανικόλα, Πρόεδρο Εφετών, Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, Βασίλειο Πορτοκάλλη, Εφέτη – Εισηγητή και από την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις ………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος ………..ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κατσιβαρδά (Α.Μ Δ.Σ.Α …..).

Του εφεσίβλητου …………, ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιου – Αλέξανδρου Μούκα (Α.Μ Δ.Σ.Α ….).

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε σε βάρος του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 14/6/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………/2024 αγωγή, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το ως άνω Δικαστήριο, συζήτησε την ως άνω αγωγή στις 19/3/2025, αντιμωλία των διαδίκων και με την υπ’ αριθ. 2997/2025 οριστική απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως, ο εναγόμενος άσκησε την από 10/10/2025 έφεση του, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ………../2025 και β) δικογράφου ……./2025, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 10/10/2025 έφεση του εναγομένου, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: α) ένδικου μέσου ……./2025 και β) δικογράφου …………./2025, η οποία στρέφεται κατά της υπ’ αριθ. 2997/2025 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 14/6/2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……../2024 αγωγής του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου κατά της εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, αρμοδίως και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), έχει, δε, ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση της στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ.1 εδ. β΄, 516, 517, 520 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 10/10/2025, ήτοι εντός 30 ημερών από την επίδοση της απόφασης στον εναγόμενο, που έλαβε χώρα στις 12/9/2025 (βλ. σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ……………., σε ακριβές αντίγραφο της εκκαλουμένης) (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ), έχει, δε, κατατεθεί και το απαιτούμενο παράβολο (άρθρο 495 περ. 3A ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την διαδικασία περιουσιακών διαφορών, που εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 ΚΠολΔ).

Α. Σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, αξίωση δε αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί, η ικανοποίηση, δε, συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προστατεύεται έτσι, με τα ως άνω άρθρα, η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομα στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων ταυ για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παρανόμου προσβολής της προσωπικότητας. Στην περίπτωση αυτή, η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διατάξεως που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Β. Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και την υπόληψη του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρων 361 – 363 ΠΚ (όπως αυτά ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης – άρθρο 533 παρ.2 ΚΠολΔ), που μπορεί να περιέχονται σε κάθε σύγχρονο μέσο διάδοσης πληροφοριών και ειδήσεων (τύπος, τηλεόραση, ραδιόφωνο, διαδίκτυο), αφού η κατοχυρωμένη, με το άρθρο 14 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία, υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρο 25 παρ. 3 Σ). Όριο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρα 361 – 363 ΠΚ και, επομένως, με πρόσχημα την ελευθεροτυπία δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας με εκπομπές των μέσων μαζικής ενημέρωσης (Μ.Μ.Ε), εξυβριστικές ή δυσφημιστικές για το άτομο. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά, εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ως γεγονός, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφ’ όσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά αποδείξεως. Δεν αποκλείεται δε στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη και χαρακτηρισμός οσάκις μέσω αυτών, αμέσως ή εμμέσως, υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα και μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 361 του ΠΚ. Ισχυρισμό δε του γεγονότος συνιστά κάθε σχετική με αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοινώσεως που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της δυσφημήσεως απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν, ενώπιον τρίτου, γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή, που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ’ αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως του, τόσο ως ποινικό, όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361 -367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της εννόμου τάξεως και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Έτσι, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 367 Π.Κ. ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης κατ’ αρχήν αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις. Κατ’ εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 367 Π.Κ., και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ’ αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 1897/2006 ΤΝΠ Νόμος). Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του, που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικώς ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 2209/2013, ΑΠ 1265/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέτοιος τρόπος για την απόδειξη του σκοπού εξυβρίσεως συντρέχει, ιδίως, όταν αυτός δεν είναι αντικειμενικά αναγκαίος για την απόδοση της σκέψεως εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος, παρά ταύτα, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του άλλου (ΑΠ 1897/2006, ΑΠ 1573/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δεν είναι δε αναγκαίο, να προσδιορισθούν ειδικώς και οι φράσεις και οι εκφράσεις, οι οποίες ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν από τον εναγόμενο, αντί των χρησιμοποιηθέντων εξυβριστικών, λέξεων και φράσεων, για να αποδοθεί το νόημα των τελευταίων, χωρίς να θιγεί η τιμή και η υπόληψη του παθόντος (ΑΠ 628/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το ζήτημα εάν οι εκδηλώσεις, που προαναφέρθηκαν, ήταν πρόσφορες και αναγκαίες αντικειμενικά για τη διαφύλαξη του δικαιώματος του εναγομένου και περί του κατά πόσον οι εκδηλώσεις αυτές υπερέβησαν τελικά το αναγκαίο μέτρο για τη διαφύλαξη του ίδιου δικαιώματος, αποτελεί νομική έννοια υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 129/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με την υπό κρίση αγωγή, ο ενάγων εκθέτει ότι τυγχάνει συγγραφέας και ερευνητής επί θεμάτων ελληνικού πολιτισμού και μεγάλο μέρος των ερευνητικών ενδιαφερόντων του αφορά την ιστορία και τις παραδόσεις της νήσου Σαλαμίνας, με αφορμή, δε, μία ανάρτηση – δημοσίευσή του στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης «Facebook», σχετικά με το θέμα της ανάδειξης του αρχαίου τύμβου των Σαλαμινομάχων, την οποία κοινοποίησε, με αναφορά στο όνομά του ενάγοντος, στο ατομικό του προφίλ ο ………….., τέως ………………. του Δήμου Σαλαμίνας, στις 30-6-2023 ώρα 1:18 π.μ., κοινοποίηση η οποία παρατίθεται στο σύνολό της στην ένδικη αγωγή και στο κάτω μέρος της οποίας έγιναν τα ειδικότερα αναφερόμενα σχόλια από τον ίδιο (ενάγοντα) και τον εναγόμενο, στη συνέχεια ο τελευταίος προέβη στην ειδικότερα αναφερόμενη ανάρτηση σε βάρος του ενάγοντος, η οποία ήταν εξυβριστική και υποτιμητική προς το πρόσωπό του, με την οποία με δόλο προσέβαλε αυτόν παράνομα στην τιμή, την υπόληψη και την εν γένει προσωπικότητά του, ενώ παρά την κοινοποίηση της από 8-5-2024 σχετικής εξώδικης δήλωσης προς αυτόν, ο τελευταίας δεν έχει προβεί σε καμιά επανορθωτική ενέργεια. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητεί, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημα της αγωγής με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρίστηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, να απαγορευθεί στον εναγόμενο η επανάληψη της προσβολής της προσωπικότητάς του στο μέλλον, με απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος του εναγομένου για κάθε παραβίαση της ανωτέρω διάταξης, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση εις βάρος του εναγομένου λόγω της αδικοπραξίας και να καταδικασθεί ο τελευταίος στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Στη συνέχεια, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την υπ’ αριθ. 2997/2025 οριστική απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Ήδη, με την κρινόμενη έφεση του, ο εναγόμενος προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση κατά το μέρος αυτής που δέχθηκε την αγωγή, και παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή εν όλω.

Από την εκτίμηση της ενόρκου καταθέσεως του μάρτυρα του ενάγοντος, ………….. και της ανωμοτί καταθέσεως του εναγομένου, οι οποίοι εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση, απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι,  μεταξύ των οποίων και έγγραφα που παραδεκτώς προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 529 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ), εφόσον δεν προέκυψε ότι δεν προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια, και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004/723), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, πλήρως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων τυγχάνει συγγραφέας και ερευνητής επί θεμάτων ελληνικού πολιτισμού, έχοντας συγγράψει βιβλία με θέμα την ιστορία και τον πολιτισμό, τις παραδόσεις του τόπου μας και την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, μεγάλο δε μέρος των ερευνητικών ενδιαφερόντων του αφορά την ιστορία και τις παραδόσεις της νήσου Σαλαμίνας, στην οποία έχει πραγματοποιήσει αρκετές σχετικές ομιλίες. Οι διάδικοι δεν διατηρούσαν καμιά προηγούμενη σχέση ή αντιδικία πλην της τηλεφωνικής επικοινωνίας που έλαβε χώρα μεταξύ τους κατά τους μήνες πριν τις δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου 2023, κατά την περίοδο που ο εναγόμενος σκόπευε να θέσει υποψηφιότητα για δήμαρχος Σαλαμίνας και πραγματοποιούσε διερευνητικές επαφές με διάφορα πρόσωπα, μεταξύ αυτών και με τον ενάγοντα. Αφορμή για την επίδικη υπόθεση αποτέλεσε μία ανάρτηση -δημοσίευση του ενάγοντος στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης «Facebook», σχετικά με το ζήτημα της ανάδειξης ταυ αρχαίου τύμβου των Σαλαμινομάχων, ιστορικό μνημείο που δεν έχει ακόμη ανασκαφεί και αναδειχθεί, στα πλαίσια των ως άνω ενδιαφερόντων του, την οποία ανάρτηση κοινοποίησε, με αναφορά στο όνομα του ενάγοντος, στα ατομικό του προφίλ, ο ……………, τέως …………….. του Δήμου Σαλαμίνας, στις 30-6-2023 και περί ώρα 1:18 π.μ., το πλήρες περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται στην ένδικη αγωγή. Την εν λόγω κοινοποίηση ακολούθησαν σχόλια διαφόρων χρηστών του διαδικτύου, μεταξύ των οποίων και του εναγομένου, ο οποίος έγραψε χαρακτηριστικά τα εξής: «Όλα αυτά τα ακούμε 30 χρόνια… Ανίκανοι όλοι να πράξουν το σωστό… Και αυτοί που μιλάνε για τα αρχαία μας υποστηρίζουν αυτούς που δεν έχουν ουδείς διάθεση να πράξουν το αυτονόητο και το σωστό… Γράψε 2.000 σελίδες το αποτέλεσμα θα είναι όπως τώρα μηδέν… Είχατε μία ευκαιρία… Και η ευκαιρία σας αποχαιρέτησε… », υπονοώντας ως ευκαιρία την προτιθέμενη υποψηφιότητά του για δήμαρχος Σαλαμίνας, από την οποία ωστόσο είχε ήδη πλέον αποσυρθεί. Στο ως άνω σχόλια του εναγομένου τοποθετήθηκε ο ενάγων, ο οποίος απευθυνόμενος στον εναγόμενο έγραψε επί λέξει τα εξής: «…………… ποια ήταν η ευκαιρία; Τα ευχέλαια με τα λιβανιστήρια;», αναφερόμενος στην συμμετοχή του εναγομένου σε ανάλογες θρησκευτικές εκδηλώσεις, όπως αυτή προέκυπτε από σχετικό βιντεοληπτικό υλικό που είχε αναρτήσει δημόσια ο εναγόμενος στο ατομικό του προφίλ στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης «Facebook». Το παραπάνω σχόλιο του ενάγοντος προκάλεσε την έντονη αντίδραση του εναγομένου, ο οποίος θεωρώντας ότι θίγεται και απευθυνόμενος στον ενάγοντα έγραψε επί λέξει τα εξής: «………… . βρε ηλίθιε δεν έχεις το ένα τέταρτο της μόρφωσης μου και μιλάς; Είσαι ο κανένας που θες να είσαι κάποιος εγώ την καριέρα μου την έκανα στο εξωτερικό έχω φάει με προέδρους και γερουσιαστές φυσικά στη χώρα της ηλιθιότητας και παράδειγμα εσένα τι μπορεί κάποιας να κάνει όσο για το λιβανιστήρι ναι είμαι ορθόδοξος χριστιανός εσύ πέσε στα γόνατα και προσκύνα το Δία τα ρεμάλια να μείνουμε τα ρεμάλια και οι πολιτισμένοι με τους πολιτισμένους… παιδεία… μιλάς για αρχαιολογία που υπήρξε μεγάλη παιδεία και φαίνεσαι εδώ σαν αλήτης… Όταν φτάσεις εκεί που έχω φτάσει εγώ τότε μόνο έχεις το δικαίωμα να μου μιλήσεις βλάχε… και το βλάχε δεν έχει να κάνει με τους χωριάτες… Και μην ξανά ασχοληθείς μαζί μου ξανά… », με τον ενάγοντα πλέον να απαντά ως εξής: «……………. κατέβασε το σχόλιο πριν σε μηνύσω για τους υβριστικούς χαρακτηρισμούς σου. Χάρη σου κάνω… ». Αποδείχθηκε, δε, ότι με την επίδικη ανάρτησή του, ο εναγόμενος προσέβαλε την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, και συγκεκριμένα τον εξύβρισε με τις εκφράσεις: «βρε ηλίθιε», «Είσαι ο κανένας», «βλάχε» (με τη διευκρίνιση ότι: «… και το βλάχε δεν έχει να κάνει με τους χωριάτες»), καταφρόνησε τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του αποδίδοντάς του αντιλήψεις και πρακτικές που δεν τον αφορούν: «… εσύ πέσε στα γόνατα και προσκύνα το Δία», αμφισβήτησε την προσωπική εντιμότητα και αξιοπρέπεια και την ηθική υπόστασή του στην κοινωνία: «… τα ρεμάλια να μείνουμε τα ρεμάλια», «…φαίνεσαι εδώ σαν αλήτης», καθώς και την μόρφωση και εν γένει παιδεία του: «… δεν έχεις το ένα τέταρτο της μόρφωσης μου και μιλάς;». Παρά ταύτα, ο εναγόμενος δεν διέγραψε την επίδικη ανάρτησή του ούτε ανακάλεσε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τις προσβλητικές εκφράσεις που περιέχονταν σε αυτήν, οπότε ο ενάγων προέβη στην υποβολή της από 18-7-2023 και με ΑΒΜ …………… έγκλησής του κατά του εναγομένου ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, καθώς και στην άσκηση της από 27-7-2023 και με αριθμό κατάθεσης …………/­2023 αγωγής του κατά του εναγομένου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, από το δικόγραφο της οποίας εν τέλει παραιτήθηκε, στη συνέχεια δε, μετά την επίδοση της από 8-5-2024 εξώδικης πρόσκλησης προς τον εναγόμενο (βλ. υπ’ αριθ. ……./10-5-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, ………….), κατ’ εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν. 1178/1981, στην οποία ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε, όπως προκύπτει από την 6-6-2024 εξώδικη απάντησή του (βλ. υπ’ αριθ. ……………/10-6-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, …………), ακολούθως ο ενάγων προέβη στην άσκηση της ένδικης αγωγής. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι προέβη στην επίδικη ανάρτησή του από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και, δη, λόγω δικαιολογημένης αγανάκτησης, εξαιτίας της προηγούμενης προσβολής των θρησκευτικών του πεποιθήσεων συνταγματικώς προστατευόμενων, η οποία έλαβε χώρα με την προηγηθείσα και προσβλητική κατά τον ίδιο φράση του ενάγοντος: «Τα ευχέλαια με τα λιβανιστήρια;», κατ’ άρθρο 367 παρ. 1 περ. γ’ και δ’ ΠΚ, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, δεδομένου ότι, από τον τρόπο εκδηλώσεως και από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη του, και συγκεκριμένα την δημοσίευση της επίδικης ανάρτησής του, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής του ενάγοντος, με αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του και με ονειδισμό, καταφρόνηση και περιφρόνηση αυτού, ενόψει των ακραίων, απαξιωτικών και όλως προσβλητικών εκφράσεων και χαρακτηρισμών που χρησιμοποιήθηκαν σε βάρος του (ενάγοντος), για τις οποίες και έγινε εξιδιασμένη αναφορά παραπάνω, ο δε τρόπος εκδηλώσεως της προσβλητικής της τιμής του ενάγοντος συμπεριφοράς δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψεως του εναγομένου, που φέρεται ότι ενεργούσε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ο οποίος, μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή του ενάγοντος (ΑΠ 1783/2014, ΑΠ 1462/2005, ΑΠ 688/2003, ΑΠ 825/2002, ΑΠ 167/2000, ΤΝΠ Νόμος), και δεν περιορίστηκε, ως όφειλε και μπορούσε, να αποκρούσει με την δέουσα ευπρέπεια την άδικη και υπαίτια κατά τον ίδιο προσβολή των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, τυχόν αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της προτιθέμενης υποψηφιότητάς του για το Δήμο Σαλαμίνας, από την οποία ωστόσο είχε ήδη πλέον αποσυρθεί, καθώς και την ειλικρίνεια της συμμετοχής του σε ανάλογες θρησκευτικές εκδηλώσεις. Σε σχέση με τον έτερο ισχυρισμό του εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την πλευρά ταυ ενάγοντος, πέραν της αοριστίας του, δεν αποδείχθηκαν περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο ενάγων ασκεί τις σχετικές αξιώσεις του καταχρηστικά, ενώ η παραίτησή του από το δικόγραφο της από 27-7-2023 και με αριθμό κατάθεσης …………../2023 αγωγής του κατά του εναγομένου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οφείλεται αποκλειστικά στην μη τήρηση της προδικασίας της παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν. 1178/1981, και όχι διότι δήθεν δόθηκαν αμοιβαίες εξηγήσεις από τους διαδίκους που υποτίθεται ότι έγιναν αποδεκτές, ο δε ενάγων σε κανένα σημείο δεν παραιτήθηκε από το νόμιμα δικαιώματά του και επανήλθε σε εύλογο χρόνο μετά την κοινοποίηση της από 8-5-2024 εξώδικης πρόσκλησης προς τον εναγόμενο, στην οποία αυτός δεν ανταποκρίθηκε. Κατόπιν των ανωτέρω, ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, δεχόμενη την τέλεση της ως άνω αδικοπραξίας και επομένως συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και ο ενάγων δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη. Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη του το μέγεθος της προσβολής του ενάγοντος από την επίδικη δημόσια ανάρτηση του εναγομένου, η οποία καταχωρήθηκε στο λογαριασμό του ……………, τέως ………………. του Δήμου Σαλαμίνας, στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης «Facebook», και η οποία ήταν προσβάσιμη σε αόριστο αριθμό προσώπων, συνδεδεμένων χρηστών του ως άνω λογαριασμού αλλά και ευρύτερα του διαδικτύου, το προσβλητικό περιεχόμενό της, τον βαθμό του πταίσματος του εναγομένου, το γεγονός ότι ο ενάγων δοκίμασε στενοχώρια και θλίψη, καθόσον εξυβρίστηκε μέσω διαδικτύου και εκτέθηκε στον κοινωνικό του περίγυρο, εξαναγκαζόμενος να υποβληθεί σε δικαστικό αγώνα για την υπεράσπιση του προσώπου του, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, έκρινε ότι εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προμνησθείσα παράνομη και υπαίτια, κατευθυνόμενη στον σκοπό της εξύβρισής του, πράξη του εναγομένου, είναι αυτό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000), το οποίο και το παρόν Δικαστήριο θεωρεί εύλογο και δίκαιο.

Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση στην έφεση του εναγομένου, αυτή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη στην ουσία και να καταδικασθεί ο εκκαλών, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.

Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, τα οποία ορίζει, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά στις 19/3/2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ                                             ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ

Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι στις 25  Ιουνίου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ                                             ΕΛΕΝΗ ΔΟΥΚΑ