ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 389/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Νικολέττα Λαμπρίδου, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των εκκαλουσών : 1) Της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «………….» (Α.Φ.Μ. : …), που έχει την έδρα της στη …. Αττικής, …. …. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Της εταιρίας με την επωνυμία «………» (Α.Φ.Μ. : ……), που έχει την έδρα της στην Κύπρο και δραστηριοποιείται με υποκατάστημα στην Ελλάδα, με έδρα στη …. Θεσσαλονίκης (οδός ….) και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες αμφότερες εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαχρονόπουλο (ΑΜΔΣΑ : …..).
Της εφεσίβλητης : Της εταιρίας με την επωνυμία «…………….», που έχει την έδρα της στη …… Κύπρου (…………..) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανάργυρο Κουτσούκο (ΑΜΔΣΠ : ……).
Οι ενάγουσες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 27-12-2022 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……………/2022 αγωγή τους κατά της εναγόμενης, επί της οποίας εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία η με αριθμό 3104/2024 οριστική απόφαση του παραπάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σε αυτή (απόφαση).
Οι ηττηθείσες στον πρώτο βαθμό ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες με την από 8-11-2024 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………/2024 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……./2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεσή τους, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλουν την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Κατά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, που εκφωνήθηκε με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις, ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα σε αυτές αναφέρονται, αντίστοιχα.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 8-11-2024 με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………./2024 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………./2024 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου έφεση των ηττηθεισών στον πρώτο βαθμό εναγουσών και ήδη εκκαλουσών κατά της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης και κατά της με αριθμό 3104/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), η οποία εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων στην πρωτοβάθμια δίκη, κατά την τακτική διαδικασία, επί της ασκηθείσας σε βάρος της εφεσίβλητης – εναγόμενης από 27-12-2022 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου …………/2022 αγωγής των εκκαλουσών – εναγουσών, που επιδιώκουν με αυτήν την επιδίκαση διαφόρων χρηματικών απαιτήσεών τους σε βάρος της εναγόμενης, συνολικού ποσού 5.356,11 ευρώ και 21.000 ευρώ αντίστοιχα για κάθε ενάγουσα, απορρεουσών από επικαλούμενη σύγκρουση σκαφών οφειλόμενη σε υπαιτιότητα του προστηθέντος από την εναγόμενη κυβερνήτη του σκάφους και με την οποία (πρωτόδικη απόφαση) απορρίφθηκε η αγωγή τους εν μέρει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και εν μέρει ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 498, 511, 513 παρ.1 στοιχ. β, 516 παρ.1, 517 εδ. α, 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την 27-11-2024 (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………../27-11-2024 στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), πριν από επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 495, 499 ΚΠολΔ), ήτοι εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ καταχρηστικής διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης, που έλαβε χώρα την 13-9-2024, καθότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, και δεν συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, ενώ για το παραδεκτό της, έχει κατατεθεί από τις εκκαλούσες το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α (β) ΚΠολΔ παράβολο ποσού 100,00 ευρώ (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……./27-11-2024 του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς με μνεία στο με αριθμό …../2024 e-παράβολο, ποσού 100,00 ευρώ). Πρέπει επομένως, η ένδικη έφεση, η οποία αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην, κατά τόπον και λειτουργικά αρμόδιο προς εκδίκασή της [άρθρα 18 και 19 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης απόφασης (13-9-2024), ήτοι πριν από την 16-9-2024, χρόνο έναρξης ισχύος του νέου άρθρου 18 παρ. 2 στοιχ. α ΚΠολΔ, που καθιερώνει, για το μετά την 16-9-2024 χρόνο, καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου για τις εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς του, όταν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς δεν υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ, κατ’ άρθρο 6 του Ν. 5134/2024, σε συνδυασμό και με άρθρο 51 παρ. 6 στοιχ. α του Ν. 2172/1993], να γίνει τυπικά δεκτή και να διερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την αυτή τακτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την από 27-12-2022 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………/2022 αγωγή τους οι ενάγουσες εξέθεταν ότι με την επικαλούμενη σύμβαση ασφάλισης, που καταρτίστηκε μεταξύ τους, η πρώτη ενάγουσα ανέλαβε έναντι συμφωνηθέντος ασφαλίστρου, το οποίο και καταβλήθηκε, την ασφάλιση του αναλυτικώς περιγραφόμενου ταχύπλοου επαγγελματικού σκάφους αναψυχής με το όνομα P…, νηολογημένου στο Λιμεναρχείο Σαρωνικού με αριθμό ……, ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας, ότι ειδικότερα η ασφάλιση αφορούσε, μεταξύ άλλων, τις ιδίες ζημίες σκάφους και μηχανών μέχρι του ποσού των 1.100.000,00 ευρώ, ενώ συμφωνήθηκε η απαλλαγή του ασφαλιστή στο ποσό των 4.000,00 ευρώ για κάθε ζημιογόνο γεγονός, καθώς και ότι την 23-7-2021 το ως άνω σκάφος ήταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι της Νάουσας της Πάρου, ενώ ακριβώς δίπλα του ήταν αγκυροβολημένο το σκάφος αναψυχής Ο, πλοιοκτησίας της εναγόμενης, με αριθμό νηολογίου Λεμεσού ……….., το οποίο ήταν προσδεμένο χαλαρά, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με την πλώρη του επί του σκάφους της δεύτερης ενάγουσας και ως εκ τούτου να προκληθεί ζημία στο τζάμι του πρωραίου πλευρικού παραθύρου του ανωτέρου σκάφους, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην αγωγή. Στη συνέχεια, ιστορούσαν ότι το επίδικο συμβάν δηλώθηκε στο αρμόδιο Λιμεναρχείο και σχηματίσθηκε σχετική δικογραφία, ότι κατόπιν εντολής της πρώτης ενάγουσας διενεργήθηκε αυτοψία και εκτίμηση της ζημίας από τον κατονομαζόμενο πραγματογνώμονα, ότι κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ των εναγουσών (ασφαλίστριας και ασφαλισμένης) συμφωνήθηκε ότι η δαπάνη για την αποκατάσταση των ζημιών, που προκλήθηκαν στο σκάφος της δεύτερης ενάγουσας, ανέρχεται στο ποσό των 8.987,33 ευρώ, ότι η πρώτη ενάγουσα ήδη κατέβαλε στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 4.987,33 ευρώ και ως εκ τούτου με την καταβολή του ως άνω ποσού, η πρώτη ενάγουσα υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της δεύτερης ενάγουσας εκ του νόμου, αλλά και δυνάμει ρητού όρου περί εκχωρήσεως των δικαιωμάτων της τελευταίας από την ανωτέρω αιτία έναντι παντός υπευθύνου, που περιλήφθηκε στην εξοφλητική απόδειξη και ήδη η παραπάνω εκχώρηση αναγγέλθηκε στην εναγόμενη με την ένδικη αγωγή τους, καθώς και ότι επιπλέον η πρώτη ενάγουσα κατέβαλε στον επικαλούμενο πραγματογνώμονα το ποσό των 368,78 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ) ως αμοιβή του για την αυτοψία και την εκτίμηση της ζημίας, που διενήργησε. Επίσης, ανέφεραν ότι η δεύτερη ενάγουσα υπέστη ζημία ίση με το ποσό των 4.000,00 ευρώ, που αφορά στο ποσό της συμφωνηθείσας απαλλαγής, ότι επιπρόσθετα η ίδια υπέστη ζημία ύψους 12.000,00 ευρώ, που αφορά σε απώλεια ναύλου, δηλαδή του ποσού που θα λάμβανε από τη ναύλωση του σκάφους κατά το αμέσως επόμενο της ζημίας διάστημα, καθόσον υπαναχώρησε της συμφωνηθείσας ναύλωσης, ενόψει του ότι έπρεπε να προηγηθεί έλεγχος για τυχόν άλλες ζημίες του σκάφους και πρόχειρη επισκευή της διαπιστωθείσας ζημίας, καθώς και ότι λόγω της αδυναμίας της να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της σε σχέση με τη συμφωνηθείσα ναύλωση, επλήγη η φήμη και η αξιοπιστία της δεύτερης ενάγουσας στην αγορά και ως εκ τούτου δικαιούται το ποσό των 5.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη. Ακόμα, ισχυρίζονταν ότι η εναγόμενη ως πλοιοκτήτρια του ζημιογόνου σκάφους ευθύνεται για την πρόκληση των επίδικων ζημιών στο σκάφος της δεύτερης ενάγουσας, καθότι το σκάφος της εναγόμενης ήταν αυτό που προσέκρουσε στο ορθά αγκυροβολημένο και προσδεμένο ασφαλισμένο σκάφος, ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας, καθώς και ότι σε κάθε περίπτωση η εναγόμενη ευθύνεται για τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις ή και παραλείψεις του κυβερνήτη/χειριστή του σκάφους της, ο οποίος αφενός δεν είχε λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την ασφαλή πρόσδεση του σκάφους, με σκοπό την αποφυγή του κινδύνου μετακίνησης αυτού λόγω κυματισμού και αφετέρου διανυκτέρευε εκτός του σκάφους, οπότε δεν είχε δυνατότητα άμεσης αντίδρασης σε περίπτωση ανάγκης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Με βάση δε το ιστορικό αυτό οι ενάγουσες ζήτησαν, κατόπιν νομότυπου περιορισμού του αρχικού αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις τους, αναφορικά (μόνο) με την αξίωση της δεύτερης ενάγουσας, α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 5.356,11 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, β) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στη δεύτερη ενάγουσα i) το ποσό των 4.000,00 ευρώ, που αφορά στη συμφωνηθείσα απαλλαγή, ii) το ποσό των 12.000 ευρώ, που αφορά σε απώλεια ναύλου και iii) το ποσό των 5.000 ευρώ, που αφορά σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη, ήτοι συνολικά το ποσό των 21.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, ζήτησαν να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγόμενη στα δικαστικά τους έξοδα. Επί της αγωγής αυτής το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του (3104/2024), αφού δέχθηκε ότι η αγωγή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εναγόμενη, έκρινε ότι έχει υλική και τοπική αρμοδιότητα προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς κατά την τακτική διαδικασία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 2, 35 ΚΠολΔ, 242 του Ν. 3816/1958 [Κ.Ι.Ν.Δ., όπως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (2022)], καθώς και 51 παρ. 1 στοιχ. α, παρ. 2 και 3 Α του Ν. 2172/1993, λόγω και του ναυτικού χαρακτήρα της διαφοράς, καθώς και διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση της υπόθεσης, ως δικαστήριο του τόπου της σύγκρουσης, που έλαβε χώρα εντός των ορίων λιμένος και σε εσωτερικά χωρικά ύδατα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 στοιχ. γ της από 10-5-1952 Διεθνούς Σύμβασης των Βρυξελλών «περί ενοποιήσεως κανόνων τινών αφορώντων εις τα αρμόδια δια την επίλυσιν ιδιωτικών διαφορών εκ συγκρούσεως πλοίων δικαστήρια», που επικυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν.Δ.4407/1964 και ισχύει στην ημεδαπή από την 15η-3-1965, η εφαρμογή της οποίας προηγείται του Κανονισμού αριθ. 1215/2012 (ΕΕ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (άρθρο 71 παρ. 1 του ανωτέρω Κανονισμού), αλλά και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 2, 4 παρ.1, 6, 62 παρ.1, 63 παρ.1, 66 παρ. 1-2, 80 και 81 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, λόγω της καταστατικής έδρας της εναγόμενης εταιρίας στην Κύπρο (Λευκωσία), λαμβάνοντας υπόψη και τη διάταξη του άρθρου 242 του προϊσχύοντος ΚΙΝΔ, σύμφωνα με την οποία τα ελληνικά δικαστήρια σε περίπτωση σύγκρουσης έχουν δικαιοδοσία, μεταξύ άλλων, εάν η σύγκρουση έλαβε χώρα στα ελληνικά χωρικά ύδατα, όπως εν προκειμένω (άρθρο 242 στοιχ. γ του Ν. 3816/1958 – Κ.Ι.Ν.Δ.). Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η ένδικη διαφορά διέπεται από τις διατάξεις της από 23-9-1910 Διεθνούς Σύμβασης των Βρυξελλών «περί ενοποιήσεως κανόνων τινών επί συγκρούσεως πλοίων», καθότι τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος (η τελευταία δια του Ηνωμένου Βασιλείου, καθεστώς που διατηρήθηκε και μετά την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας) έχουν κυρώσει την ανωτέρω Διεθνή Σύμβαση, και ότι συμπληρωματικά εφαρμόζονται κατ’ άρθρο 26 ΑΚ οι διατάξεις του δικαίου της πολιτείας στα χωρικά ύδατα της οποίας έγινε η σύγκρουση, ήτοι το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, περαιτέρω έκρινε την ένδικη αγωγή επαρκώς ορισμένη, πλην των αγωγικών κονδυλίων περί διαφυγόντος κέρδους και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τα οποία απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα λόγω αοριστίας, καθώς και νόμιμη κατά το μέρος που ασκείται από τη δεύτερη ενάγουσα, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 6, 12, 15 της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 345, 346 ΑΚ, 70, 176 ΚΠολΔ, και νόμιμη κατά το μέρος που ασκείται από την πρώτη ενάγουσα, στηριζόμενη στις διατάξεις του αγγλικού ουσιαστικού δικαίου περί θαλάσσιας ασφάλισης, πλην του αγωγικού κονδυλίου περί αμοιβής πραγματογνώμονα, το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο. Στη συνέχεια και αφού ερεύνησε την αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, επί της ουσίας, την απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, καταλήγοντας στην κρίση ότι η επίδικη πρόσκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα των προστηθέντων προσώπων της δεύτερης ενάγουσας. Κατά της απόφασης αυτής (3104/2024) παραπονούνται οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες με την κρινόμενη έφεσή τους, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή τους.
ΙΙΙ. Το σχετικό με τη θαλάσσια ασφάλιση αγγλικό ουσιαστικό δίκαιο περιέχεται κωδικοποιημένο στον αγγλικό Νόμο «Περί θαλασσίας ασφαλίσεως του 1906» (γνωστό ως «Marine Insurance Act 1906 – M.I.A. 1906»), στο Κοινό Δίκαιο (Common Law), εφόσον οι διατάξεις αυτού δεν προσκρούουν σε ρητή διάταξη του ως άνω Νόμου και στην Αγγλική Πρακτική (English Practice), όπως ερμηνεύεται από τα αγγλικά Δικαστήρια (νομολογία) και τους Άγγλους νομικούς συγγραφείς και ερμηνευτές του δικαίου, σε συνδυασμό, μεταξύ άλλων, και με τις Ρήτρες του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου της 1.11.1985, περί σκαφών αναψυχής, γνωστές υπό την κωδική ονομασία “Institute Yacht Clauses 1.11.1985”, οι οποίες με ρητή πρόβλεψη ενσωματώθηκαν στο κύριο σώμα του μεταξύ των διαδίκων καταρτισθέντος ασφαλιστηρίου, και αποτέλεσαν περιεχόμενο και αναπόσπαστο τμήμα αυτού. Επίσης, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν τα συναλλακτικά ήθη, τα οποία ρυθμίζουν πολλά θέματα, για τα οποία δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη στο νόμο, σε βαθμό, μάλιστα, τέτοιο, ώστε αυτά να επικρατούν και όταν ακόμη υπάρχει έμμεση ρύθμιση από το νόμο (ΕφΠειρ 519/2016 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, το Αγγλικό Δίκαιο της ναυτικής ασφάλισης περιέχεται κωδικοποιημένο στον Αγγλικό Νόμο περί θαλάσσιας Ναυτικής Ασφαλίσεως του 1906 (Marine Insurance Act 1906), οι δε διατάξεις του, ερμηνευόμενες και εμπλουτιζόμενες διαρκώς υπό της Νομολογίας των Αγγλικών Δικαστηρίων (Case Law) και τους Άγγλους συγγραφείς και ερμηνευτές του Δικαίου (Authorities), ισχύουν αναλλοίωτες μέχρι σήμερα. Οι διατάξεις του ως άνω Αγγλικού Νόμου (ΜΙΑ 1906), έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση ασφάλισης πλοίων ή πλωτών ναυπηγημάτων ή θαλασσίων μέσων αδιακρίτως μεγέθους, τύπου και προορισμού, περιλαμβανομένων και των θαλαμηγών πλοίων και των σκαφών αναψυχής. Αποτελεί διεθνή συναλλακτική συνήθεια στον κλάδο ασφάλισης πλοίων, σκαφών και φορτίων να διέπεται η ασφάλιση, πέραν των διατάξεων του ανωτέρω εφαρμοστέου νόμου και από έντυπους κωδικοποιημένους όρους ασφάλισης εκπονημένους κατά κανόνα από τον συλλογικό φορέα των Άγγλων Ασφαλιστών, που εδρεύει στο Λονδίνο με την επωνυμία Ινστιτούτο Ασφαλιστών του Λονδίνου (Institute of London Underwriters). Σε περίπτωση σύμβασης ναυτικής ασφάλισης, διεπομένης από το Αγγλικό Δίκαιο, αυτή ερμηνεύεται βάσει των διατάξεων του περί ναυτικής ασφάλισης νόμου, του κοινού δικαίου και της Αγγλικής πρακτικής, σε συνδυασμό προς τους εκάστοτε εντύπους όρους ασφάλισης του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών, οι οποίοι προσιδιάζουν στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο και κατά τη συμφωνία των μερών ενσωματώνονται στο ασφαλιστήριο. Για την περίπτωση ασφάλισης θαλαμηγών σκαφών η ασφάλιση σχεδόν κατά κανόνα παρέχεται βάσει των όρων της Ρήτρας Θαλαμηγών σκαφών του Ινστιτούτου με την Κωδική ονομασία Institute Yacht Clauses 1-11-1985 (ΕφΠειρ 232/2011 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Τέλος, το ζήτημα της αυτοδίκαιης ή μη υποκατάστασης του ασφαλιστή με την καταβολή του ασφαλίσματος στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του προξενήσαντος τη ζημία τρίτου, εκ του οποίου εξαρτάται και το της νομιμοποίησης ή μη δικαίωμα του ασφαλιστή να στραφεί κατά του υπαίτιου της ζημίας για το διαφέρον, κρίνεται κατά το δίκαιο που διέπει την ασφαλιστική σύμβαση. Από την παράγραφο 79 του νόμου περί θαλάσσιας ασφάλισης του 1906 (Marine Insurance Act 1906) προκύπτει ότι η υποκατάσταση (subrogation) συνίσταται στο δικαίωμα του ασφαλιστή να ασκήσει προς ίδιο συμφέρον όλα τα δικαιώματα και μέσα ένδικης προστασίας, τα οποία έχει ο ασφαλισμένος έναντι του ζημιώσαντος τρίτου σε σχέση προς το ασφαλισμένο αντικείμενο. Το δικαίωμα υποκατάστασης ανακύπτει από τότε που ο ασφαλιστής θα καταβάλει στον ασφαλισμένο το ποσό της αποζημίωσης. Έχει δε τη δυνατότητα να ζητήσει δια της αγωγής του όλο το καλύπτον τη ζημία ποσό, ανεξαρτήτως αν έχει πληρώσει λιγότερα στον ασφαλισμένο. Δικαιούται, όμως, να κρατήσει μόνο το ποσό το οποίο έχει πράγματι καταβάλει. Το υπόλοιπο ανήκει στον ασφαλισμένο, εκτός αν αυτός εκχώρησε στον ασφαλιστή τα δικαιώματά του ή υπήρχε εξ αρχής διαφορετική συμφωνία. Επομένως, ο ασφαλισμένος έχει καθήκον να μην προβεί σε ενέργειες που δύνανται να βλάψουν τα δικαιώματα του ασφαλιστή. Έτσι δεν δύναται να συμβιβαστεί ή να ζητήσει ένδικη προστασία χωρίς τη συναίνεση του ασφαλιστή. Στο πλαίσιο του αγγλικού δικονομικού δικαίου, σε αντίθεση με τη ρύθμιση που εισάγει η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 Ν. 2496/1997 (ταυτόσημη κατά περιεχόμενο με την προϊσχύσασα ρύθμιση του άρθρου 210 ΕμπΝ), η οποία ορίζει ότι, σε περίπτωση καταβολής του ασφαλίσματος, ο ασφαλιστής υποκαθίσταται αυτοδικαίως στις έναντι του τρίτου ζημιώσαντος αξιώσεις του ασφαλισμένου στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε, προβλέπεται ότι ο θεσμός της υποκατάστασης του καταβάλλοντος την ασφαλιστική αποζημίωση ασφαλιστή λειτουργεί μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων (ασφαλιστή και ασφαλιζομένου) και όχι έναντι τρίτων και επί ασφαλιστικής υποκατάστασης η αγωγή κατά του υπόχρεου τρίτου δεν δύναται να ασκηθεί επ’ ονόματι του ασφαλιστή, παρά μόνον αν έχει γίνει εκ μέρους του ασφαλισμένου εκχώρηση των δικαιωμάτων του. Άλλως ο ασφαλιστής ασκεί την αγωγή επ’ ονόματι του ασφαλισμένου, ο οποίος δεν μπορεί να αρνηθεί τη συναίνεσή του σε αυτό. Σε περίπτωση εκχώρησης (assignment of claim), η θέση του ασφαλιστή διαφοροποιείται και δικαιούται να ασκήσει την κατά του τρίτου αγωγή επ’ ονόματί του. Σε κάθε περίπτωση ο ασφαλιστής νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει, είτε επ’ ονόματι του ασφαλισμένου είτε ιδίω ονόματι, αναλόγως της περίπτωσης, αγωγή κατά του υπόχρεου τρίτου μόνο αν πράγματι κατέβαλε στον ασφαλισμένο την αποζημίωση και μέχρι του ποσού της καταβολής. Τα ανωτέρω αποδίδουν ενδοτικό δίκαιο και ισχύουν εφόσον τα μέρη δεν έχουν συμφωνήσει άλλως (ΑΠ 276/1982 ΕΕμπΔ 33 (1982). 419, ΕφΠειρ 7/2015, ΕφΠειρ 320/2013 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ) [ΤριμΕφΠειρ 199/2022 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς].
Στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η υπό κρίση αγωγή διαλαμβάνει αυτοτελή αγωγική βάση, στηριζόμενη σε απαίτηση της ζημιωθείσας ασφαλισμένης πλοιοκτήτριας εταιρίας έναντι του προξενήσαντος τη ζημία τρίτου, ασκούμενη από την πρώτη ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία λόγω ασφαλιστικής υποκατάστασης της τελευταίας στα δικαιώματα της ασφαλισμένης πλοιοκτήτριας εταιρίας, το ζήτημα της νομιμότητας της υποκαταστάσεως του ασφαλιστή – με την καταβολή του ασφαλίσματος – στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του προξενήσαντος τη ζημία τρίτου, εκ του οποίου εξαρτάται και το της νομιμοποιήσεως ή μη δικαίωμα του ασφαλιστή να στραφεί κατά του υπαίτιου της ζημίας για το διαφέρον, θα πρέπει να κριθεί σύμφωνα με το δίκαιο, που διέπει την ασφαλιστική σύμβαση, ήτοι σύμφωνα με το αγγλικό ουσιαστικό δίκαιο, δοθέντος ότι, όπως αποδεικνύεται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο ένδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, υπάρχει ρητή συμβατική υπαγωγή της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης στις διατάξεις και ρυθμίσεις του αγγλικού ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, δεδομένου ότι σύμφωνα με το ιστορικό της αγωγής και έτσι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων αποδείξεων εισπράξεως της ασφαλισμένης πλοιοκτήτριας εταιρίας, υπογεγραμμένων από το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, η τελευταία (δεύτερη ενάγουσα) εκχωρεί στην πρώτη ενάγουσα κάθε σχετιζόμενη με τις αναφερόμενες στις αποδείξεις ζημίες αξίωσή της εναντίον όποιου ήθελε αποδειχθεί υπαίτιος στην πρόκληση των ζημιών αυτών, καθόσον η εκχωρηθείσα απαίτηση διέπεται από το αγγλικό ουσιαστικό δίκαιο, πληρούται η τιθέμενη από τη διάταξη του άρθρου 79 του «Marine Insurance Act 1906» προϋπόθεση της συμβατικής εκχωρήσεως της επίδικης απαιτήσεως στην πρώτη ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία κατά την εκ μέρους της καταβολή του ασφαλίσματος, έτσι ώστε να μην περιορίζεται η λειτουργία της υποκαταστάσεως μεταξύ των συμβαλλομένων (ασφαλιστή και ασφαλισμένου), αλλά να επεκτείνεται και έναντι των τρίτων, συνεπώς δε, η πρώτη ενάγουσα νομιμοποιείται ενεργητικώς ως προς την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη.
IV. Η από τις διατάξεις των άρθρων 297 – 298 ΑΚ προβλεπόμενη αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί (ΑΠ 1364/2013, ΑΠ 83/2002 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Ως θετική ζημία νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού ή σε αύξηση του παθητικού του. Αποθετική ζημία ή διαφυγόν κέρδος είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 1364/2013, ΑΠ 1221/2001 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Δηλαδή, το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις δεν χαρακτηρίζονται από τη βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται. Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, αλλά και να θέσει φραγμό στις αχαλίνωτες υποθέσεις, ορίζει στην ΑΚ 298 εδ. 2 ότι ως διαφυγόν κέρδος “λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί”. Χρειάζεται δηλαδή η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο με βάση αντικειμενικά κριτήρια (“σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων”) και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος. Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους. Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα. Το τυχαίο ή απροσδόκητο ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται. Ο απαιτούμενος, στις κατ’ ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος, καθόσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες – συγκεκριμένες περιστάσεις (ΑΠ 1516/2018, ΑΠ 1364/2013 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, η διάταξη αυτή (298 ΑΚ) είναι δικονομικού χαρακτήρα μόνο καθ’ ο μέρος, προκειμένου περί διαφυγόντος κέρδους επιτρέπει στο δικαστήριο να αρκεσθεί μόνο στην πιθανολόγηση του κέρδους αυτού, κατά τα λοιπά όμως η διάταξη αυτή είναι ουσιαστικού περιεχομένου, λόγω του ότι καθορίζει τα στοιχεία, στα οποία στηρίζεται η αξίωση για το διαφυγόν κέρδος. Για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία διώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, τα περιστατικά, τα οποία προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα πρέπει, κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή, δεν είναι όμως ανάγκη να αναγράφεται στην αγωγή ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι τα περιστατικά αυτά ανάγονται στον καθορισμό του ύψους της ζημίας, ο οποίος γίνεται βάσει των αποδείξεων, μετά πρόταση του εναγόμενου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και από το εφετείο, εάν το ζήτημα του ύψους της αποθετικής ζημίας καταστεί αντικείμενο της κατ’ έφεση δίκης (Ολ ΑΠ 22/1995, ΑΠ 107/2003, ΑΠ 1457/1995 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Εντούτοις τα περιστατικά, τα οποία προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, ως και οι ειδικές περιστάσεις, ως και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η αναφορά του συνολικώς φερόμενου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων, τα οποία καθιστούν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επί μέρους κονδύλια, ως και η επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να καταστούν αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ 1308/2020, ΑΠ 419/2018, ΑΠ 823/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αγωγή κατά το μέρος που ασκείται από τη δεύτερη ενάγουσα και ως προς το αιτούμενο κονδύλιο για διαφυγόν κέρδος ύψους 12.000 ευρώ, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον η δεύτερη ενάγουσα δεν εκθέτει όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι η ίδια θα εισέπραττε με πιθανότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που τυχόν έλαβε, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, η δεύτερη ενάγουσα όλως επιγραμματικά και γενικόλογα αναφέρει ότι «υπέστη ζημία της τάξης των 12.000,00 ευρώ, που αφορά σε απώλεια ναύλου, δηλαδή του ποσού που θα ελάμβανε από τη ναύλωση του σκάφους το αμέσως επόμενο της ζημίας διάστημα…, λόγω αντικειμενικής αδυναμίας ακριβόχρονης παράδοσης του σκάφους στο νέο ναυλωτή», πλην όμως, η αόριστη αυτή αναφορά των ως άνω περιστατικών, δηλαδή της απώλειας ναύλου αξίας 12.000 ευρώ, δημιουργεί ασάφεια ως προς τον έλεγχο των κατά νόμο απαιτούμενων στοιχείων, αλλά και η εναγόμενη δεν δύναται να αμυνθεί και το Δικαστήριο δεν δύναται να τάξει τις δέουσες αποδείξεις, εφόσον ουδόλως εξειδικεύονται με πληρότητα οι συγκεκριμένες κατά περίπτωση περιστάσεις ή και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, τα οποία, με βάση και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, προσδιορίζουν και στηρίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη. Σημειωτέον ότι η δεύτερη εκκαλούσα με τον τρίτο λόγο έφεσης επιχειρεί να θεραπεύσει την αοριστία και να καταστήσει ορισμένο το σχετικό κονδύλιο, διευκρινίζοντας το κρίσιμο χρονικό διάστημα της ναύλωσης που είχε συμφωνηθεί, ήτοι από την 23-7-2021 έως την 3-8-2021, πλην όμως, ο ανωτέρω ισχυρισμός της πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 526 ΚΠολΔ). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του (3104/2024) απέρριψε το αγωγικό κονδύλιο για διαφυγόν κέρδος ως αόριστο, κατ’ αποτέλεσμα δεν έσφαλε και ορθώς εφάρμοσε το νόμο, έστω και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, που παραδεκτά συμπληρώνεται και αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), και συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τη δεύτερη εκκαλούσα με τον τρίτο συναφή λόγο έφεσης τυγχάνουν απορριπτέα, όπως και ο παραπάνω λόγος έφεσης στο σύνολό του.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αποκαθίσταται η μη περιουσιακή ζημία, ήτοι η μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται το πρόσωπο από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κλπ.) και συγκεκριμένα των αγαθών που απορρέουν από τη σωματική, ψυχική ή κοινωνική ατομικότητα του προσώπου. Δικαιούχοι χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να είναι και νομικά πρόσωπα, γιατί και αυτά είναι φορείς εννόμων αγαθών, εφόσον βέβαια επικαλεστούν και αποδείξουν μια συγκεκριμένη βλάβη, που έχει υλική υπόσταση. Έτσι, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν και οι εταιρίες με νομική προσωπικότητα, αν με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (ΑΠ 932/2019 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτής τα προσβαλλόμενα νομικά πρόσωπα πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, να αναφέρουν ορισμένως ότι με την αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον, προσβολές από τις οποίες τους προκλήθηκε συγκεκριμένη υλική ζημία, την οποία πρέπει να επικαλούνται και να αποδεικνύουν με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, διότι η ηθική βλάβη στα νομικά πρόσωπα δεν αναφέρεται, όπως στα φυσικά πρόσωπα, σε ενδιάθετο αίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό κόσμο και κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής χωρίς αποδείξεις, αλλά σε μια συγκεκριμένη βλάβη που έχει υλική υπόσταση (ΑΠ 1048/2020, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 382/2011, ΤρΕφΠειρ 33/2021 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή της η δεύτερη ενάγουσα ισχυρίζεται ότι «λόγω της αδυναμίας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της σε σχέση με την επόμενη ναύλωση, επλήγη η φήμη και αξιοπιστία της στην αγορά, με συνέπεια να δικαιούται χρηματική ικανοποίηση ποσού 5.000,00 ευρώ». Ωστόσο, με το παραπάνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, αναφορικά με το αίτημα της δεύτερης ενάγουσας περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Και τούτο διότι δεν εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην παραπάνω νομική σκέψη, όλα τα αναγκαία εκ του νόμου στοιχεία για τη θεμελίωσή του και συγκεκριμένα δεν γίνεται επίκληση από την ενάγουσα συγκεκριμένων στοιχείων σχετικά με την επιχειρηματική και περιουσιακή κατάστασή της, χωρίς την παρεμβολή της αδικοπραξίας και μετά από αυτήν, ώστε να προκύπτει διαφορά, η οποία συνιστά τη συγκεκριμένη βλάβη που υπέστη, η οποία έχει υλική υπόσταση και δικαιολογεί τη χρηματική της ικανοποίηση, λόγω προσβολής της εμπορικής της πίστης και της επαγγελματικής της υπόληψης. Δεν περιγράφονται δηλαδή, στο αγωγικό δικόγραφο περιστατικά, που συνιστούν συγκεκριμένη βλάβη, που να έχει υλική υπόσταση, την οποία η ενάγουσα έχει υποστεί ένεκα της περιγραφόμενης συμπεριφοράς της εναγόμενης και τα οποία διατάραξαν την επαγγελματική της λειτουργία και δραστηριότητα, προκάλεσαν απώλεια υφιστάμενων ή νέων πελατών, ανέστειλαν προπαρασκευαστικές επαγγελματικές δράσεις της και οδήγησαν σε οικονομική της ζημία ή μείωση των εσόδων της με συγκεκριμενοποίηση του είδους της ζημίας της. Οι ως άνω ελλείψεις και η προκληθείσα εξ αυτών σύγχυση συνεπάγεται την αοριστία της υπό κρίση αγωγής, ως προς το παραπάνω αίτημα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του (3104/2024) απέρριψε το αγωγικό κονδύλιο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ως αόριστο, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και ουδόλως έσφαλε και συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τη δεύτερη εκκαλούσα με το δεύτερο σχετικό λόγο έφεσης τυγχάνουν απορριπτέα, όπως και ο παραπάνω λόγος έφεσης στο σύνολό του.
VI. Η από 23.9.1910 Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών «περί ενοποιήσεως κανόνων τινών επί συγκρούσεως πλοίων», που κυρώθηκε με το ν. ΓΩΠΣΤ/1911, τυγχάνει εφαρμογής σε περίπτωση σύγκρουσης πλοίων διαφορετικής εθνικότητας στα ελληνικά ύδατα, όταν τα συγκρουσθέντα πλοία φέρουν τη σημαία πολιτείας, που συμβλήθηκε ή προσχώρησε σ’ αυτήν αργότερα (άρθρο 12 της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης), ενώ για τα μη ρυθμιζόμενα από αυτή ζητήματα αστικής ευθύνης εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του ημεδαπού δικαίου (ΕφΠειρ 1022/2006 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Εάν ένα από τα εμπλεκόμενα στη σύγκρουση πλοία έχει εθνικότητα μη συμβαλλόμενου κράτους, εφαρμογή έχουν οι κανόνες του δικαίου που ορίζει το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του κράτους, στο οποίο έχει εισαχθεί η δίκη ή, όταν η αγωγή έχει εισαχθεί ενώπιον ελληνικού Δικαστηρίου, το άρθρο 26 του ΑΚ και ήδη το άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 11ης Ιουλίου 2007 «για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη ΙΙ)». Από τις διατάξεις της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης, που αναφέρονται στην ευθύνη των πλοίων προκειμένου περί σύγκρουσης αυτών, προκύπτει ότι η ευθύνη του πλοιοκτήτη ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις ως άνω περί σύγκρουσης πλοίων διατάξεις και όχι από τις γενικές περί αδικοπραξίας διατάξεις, ενώ, αντιθέτως, τα υπαίτια πρόσωπα ευθύνονται ατομικά με βάση τις γενικές περί αδικοπραξιών διατάξεις (ΕφΠειρ 1022/2006 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 της από 23.9.1910 προαναφερθείσας Διεθνούς Σύμβασης των Βρυξελλών, προκύπτει ότι επί σύγκρουσης πλοίων η ευθύνη και η προς αποζημίωση υποχρέωση ρυθμίζεται αναλόγως του βαθμού υπαιτιότητας εκάστου πλοίου. Σε περίπτωση κοινής υπαιτιότητας κάθε πλοίο ευθύνεται σε αποζημίωση αναλόγως του βαθμού υπαιτιότητας που το βαρύνει, ενώ εάν η σύγκρουση συνέβη από υπαιτιότητα ενός εκ των πλοίων, τότε ο πλοιοκτήτης του καθίσταται υπόχρεος να αποκαταστήσει τις ζημίες του άλλου πλοίου ή του φορτίου ή των προσώπων, που βρίσκονται σ’ αυτό (ΑΠ 58/2003 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 777/2020 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς, ΕφΠειρ 682/2004, ΕφΠειρ 335/2003 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Εάν η σύγκρουση πλοίων συνέβη από τυχαίο γεγονός, ή από ανώτερη βία, ή εάν υπάρχει αμφιβολία για την αιτία της, τότε οι ζημίες βαρύνουν αυτούς που τις υπέστησαν. Υπαίτιο είναι το πλοίο, αν υπάρχει πταίσμα του πλοιοκτήτη, και/ή των προστηθέντων από αυτόν για τη χρήση του πλοίου προσώπων (πλοιάρχου, λοιπών μελών του πληρώματος κ.λ.π.), είτε ως προς τον εξοπλισμό, ή την κατάσταση του πλοίου, είτε ως προς τους χειρισμούς του, ή την κίνηση του, και την τήρηση των ως προς αυτά κανόνων, κανονισμών και συναλλακτικών ηθών, στα οποία ανήκουν και οι κανόνες της ναυτικής τέχνης (Λ. Γεωργακόπουλου, Ναυτικό Δίκαιο, σελ. 356-357, κατά την ερμηνεία ομοίου περιεχομένου διατάξεων του ΚΙΝΔ). Φορέας δε της κατά τα ανωτέρω ευθύνης «του πλοίου» είναι αυτός που εκμεταλλεύεται το πλοίο, δηλαδή καταρχήν ο πλοιοκτήτης [ΕφΠειρ 59/2011, ΕφΠειρ 1003/2003, ΕφΠειρ 335/2003, ΕφΠειρ 807/1992 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ, Λ. Γεωργακόπουλος, Ναυτικό Δίκαιο, Αθήνα 2006, σελ. 355 επ., Ι. Κοροτζής, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος τρίτος (άρθρα 190-297), Αθήνα – Κομοτηνή 2007, σελ.274-282 και 317-319] [ΕφΠειρ 199/2022 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς]. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 239 ΚΙΝΔ (lex fori), που εφαρμόζεται κατ’ άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς ο νέος ΚΙΝΔ (ν. 5020/2023) δημοσιεύτηκε στις 15-2-2023, η κατά τα άρθρα 235-238 ευθύνη των πλοίων σε περίπτωση σύγκρουσης αυτών, είναι ανεξάρτητη από την ευθύνη των υπαιτίων προσώπων προς τους ζημιωθέντες και τους πλοιοκτήτες. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι η από τη σύγκρουση ευθύνη του πλοιοκτήτη ρυθμίζεται αποκλειστικά από τα άρθρα 235-239 ΚΙΝΔ και είναι ανεξάρτητη της ευθύνης του παραλλήλως πραγματικώς πταίσαντος προσώπου (π.χ. του πλοιάρχου του πλοίου), το οποίο ευθύνεται ατομικά κατά τις γενικές περί αδικοπραξιών διατάξεις (ΕφΠειρ 615/2011, ΕφΠειρ 59/2010 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις ο δράστης ευθύνεται σε αποζημίωση του ζημιωθέντος μόνο αν συντρέχει πταίσμα αυτού, ήτοι, αν κατά την τέλεση της πράξης βρίσκεται σε υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια), κατά δε το άρθρο 235 ΚΙΝΔ, «επί συγκρούσεως πλοίων, εάν αύτη συνέβη εκ τυχαίου συμβεβηκότος ή ανωτέρας βίας ή εάν υφίσταται αμφιβολία περί των αιτίων της, αι ζημίαι βαρύνουν τους υποστάντας αυτάς». Η κρίση, όμως, για την ύπαρξη τυχαίου γεγονότος πρέπει να γίνεται σε σχέση με ορισμένο πρόσωπο του οποίου κρίνεται η υπαιτιότητα. Όταν αυτή λείπει, τότε το ζημιογόνο γεγονός πρέπει να χαρακτηρισθεί ως τυχαίο, δηλαδή, ως γεγονός το οποίο δεν προβλέφθηκε ούτε μπορούσε να προβλεφθεί ή να αποφευχθεί από ένα μέσο συνετό άνθρωπο (Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, ΑΚ, υπό άρθρο 330, αριθ. 53, σ. 181, ΕφΠειρ 985/2013 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα γίνονται δεκτά από τη θεωρία και τη νομολογία, ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης του μέσου ανθρώπου, έτσι ώστε το αποτέλεσμα να αποβαίνει αναπόφευκτο (Ολ ΑΠ 29/1992, ΑΠ 153/2015, ΑΠ 1440/2010 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Περίπτωση ανώτερης βίας συνιστά και η ορμητικότητα του ανέμου, η σφοδρότητα της θαλασσοταραχής και οι εν γένει εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες, συνεπεία των οποίων το πλοίο αδυνατεί να κυβερνηθεί ή να παραμείνει προσδεδεμένο στο αγκυροβόλιό του, εφόσον τα καιρικά αυτά φαινόμενα δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν ούτε να αποτραπούν οι δυσμενείς συνέπειές τους με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως, έτσι ώστε το αποτέλεσμα να αποβαίνει αναπόφευκτο (ΕφΠειρ 274/1999 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ). Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή πρόκειται για επίταση ήδη υφισταμένων δυσμενών καιρικών συνθηκών ή τα έντονα καιρικά φαινόμενα ήταν δυνατόν να προβλεφθούν από ορισμένες ατμοσφαιρικές ενδείξεις ή είχαν ήδη προαναγγελθεί με τα εκδιδόμενα σχετικώς από τις αρμόδιες υπηρεσίες (Ε.Μ.Υ.) δελτία καιρού και ο πλοίαρχος δεν λαμβάνει εγκαίρως τις προφυλάξεις που υπαγορεύουν οι κανόνες της ναυτικής τέχνης και η ναυτική πείρα προς εξουδετέρωση του κινδύνου, δεν συνιστά περίπτωση ανώτερης βίας η πρόσκρουση ή σύγκρουση του πλοίου συνεπεία των έντονων αυτών καιρικών φαινομένων (ΕφΠειρ 1003/2003, ΕφΠειρ 274/1999 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ) [ΕφΠειρ 135/2023, ΕφΠειρ 985/2013, ΕφΠειρ 682/2004 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ].
VII. Από τη με αριθμό …./16-9-2025 ένορκη βεβαίωση της …………. ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …………, η οποία λήφθηκε με επιμέλεια της πρώτης εκκαλούσας μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου της και δη δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της και κατά νόμο αντικλήτου της, …………… (ΑΜΔΣΠ : …..) [άρθρο 143 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ], όπως προκύπτει από τη με αριθμό …. Ε/11-9-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………… με συνημμένη σε αυτήν την από 11-9-2025 εξώδικη δήλωση – πρόσκληση – γνωστοποίηση εξέτασης μάρτυρα (άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ), που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει η πρώτη εκκαλούσα το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου παραδεκτά, κατ’ άρθρο 529 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι δεν προσκομίστηκε πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια της τελευταίας, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εφεσίβλητη, από τη με αριθμό ………./26-6-2023 ένορκη βεβαίωση του ………. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών …….., η οποία λήφθηκε με επιμέλεια της εναγόμενης μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων της και δη δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους και κατά νόμο αντικλήτου τους, ……………….. (ΑΜΔΣΑ : …..) [άρθρο 143 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ], όπως προκύπτει από τη με αριθμό …… Δ/21-6-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Πειραιώς …. . με συνημμένη σε αυτήν την από 19-6-2023 κλήση (άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ), που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει η εναγόμενη, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 277/2020, ΑΠ 386/2015 Τ.Ν.Π.ΝΟΜΟΣ), από την από 22-6-2022 έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του τεχνικού συμβούλου ……………, ναυπηγού – μηχανικού, με τα συνημμένα σε αυτήν έγγραφα (φωτογραφίες, προγνωστικό καιρού, άδεια χειριστή ταχύπλοου σκάφους, κ.α.), συνταχθείσα κατόπιν αιτήματος της πρώτης ενάγουσας, την οποία προσκομίζει μετ’ επικλήσεως η τελευταία, εκτιμώμενη ελεύθερα από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 390 ΚΠολΔ, καθώς και από τις φωτογραφίες των σκαφών και του λιμανιού, που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 παρ.1 στοιχ. γ, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Την 23-7-2021 το ταχύπλοο επαγγελματικό σκάφος αναψυχής P, ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας, νηολογημένο στο Λιμεναρχείο του Σαρωνικού με αριθμό 152, μήκους 15,37 μέτρων, ήταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι της Νάουσας της Πάρου. Το ανωτέρω σκάφος ήταν ασφαλισμένο στην πρώτη ενάγουσα δυνάμει του με αριθμό …………… ασφαλιστηρίου συμβολαίου για τη χρονική περίοδο από 24-5-2021 έως 24-5-2022. Η ασφάλιση – μεταξύ άλλων – αφορούσε τις ιδίες ζημίες σκάφους και μηχανών μέχρι του ποσού των 1.100.000 ευρώ, ενώ συμφωνήθηκε η απαλλαγή του ασφαλιστή για το ποσό των 4.000,00 ευρώ. Στην ίδια μαρίνα και παραπλεύρως του ανωτέρω σκάφους και δη από τη δεξιά πλευρά του ήταν προσδεμένο το σκάφος ιδιωτικής αναψυχής «Ο» πλοιοκτησίας της εναγόμενης, με αριθμό νηολογίου Λεμεσού ……, με κυβερνήτη τον ……… Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα ως άνω σκάφη κατά τις πρωινές ώρες της 23ης-7-2021 και δη περί ώρα 6.30 ήρθαν σε υλική επαφή, με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημία στο τζάμι του δεξιού πρωραίου πλευρικού παραθύρου της μικρής καμπίνας του σκάφους Ρ ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους και κατά συνέπεια παράγεται πλήρη απόδειξη ως προς τούτο. Οι ενάγουσες διατείνονται με την κρινόμενη αγωγή ότι ο κυβερνήτης του σκάφους της εναγόμενης, αφενός μεν δεν είχε λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την ασφαλή πρόσδεση του ανωτέρω σκάφους, ήτοι δεν φρόντισε να έχει πιο φερμαρισμένα σκοινιά, ενώ περαιτέρω δεν προέβη σε χρήση επιπρόσθετων σκοινιών, με σκοπό την αποφυγή του κινδύνου μετακίνησης του σκάφους λόγω κυματισμού και αφετέρου δε ότι την επίδικη ημεροχρονολογία διανυκτέρευε εκτός του σκάφους, οπότε δεν είχε δυνατότητα άμεσης αντίδρασης σε περίπτωση ανάγκης. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία στην ευρύτερη περιοχή της Νάουσας της Πάρου έπνεαν άνεμοι βόρειοι – βορειοδυτικοί ισχυροί (6) με ριπές έως θυελλώδεις (8) μποφόρ (σχετ. το από 5-4-2022 πιστοποιητικό της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, που υπογράφεται από τον ….., Διευθυντή της ΕΜΥ και το από 12-8-2022 ίδιου περιεχομένου πιστοποιητικό της ίδιας ως άνω υπηρεσίας, που υπογράφεται από την Τμηματάρχη …………. για τον απουσιάζοντα Διευθυντή). Μάλιστα, πρέπει να σημειωθεί ότι είχε προαναγγελθεί η επικράτηση ισχυρών ανέμων βόρειας διεύθυνσης στο κεντρικό Αιγαίο, που θα έπλητταν τη θαλάσσια περιοχή της Πάρου και τη μαρίνα της Νάουσας, ενώ το κρηπίδωμα, στο οποίο ήταν πρυμνοδετημένα αμφότερα τα σκάφη, δεν παρείχε την απαιτούμενη προστασία. Ο διορισθείς από την πρώτη ενάγουσα τεχνικός σύμβουλος, ………, στην από 22-6-2022 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αναφέρει ότι σύμφωνα με το προγνωστικό καιρικών συνθηκών από το σύστημα PS, την ημέρα του ένδικου συμβάντος στην περιοχή έπνεαν άνεμοι της τάξεως των 6-7 μποφόρ, επισημαίνοντας ότι οι έντονες καιρικές συνθήκες και η επίταση των ανέμων την ανωτέρω ημεροχρονολογία είχαν προβλεφθεί. Ακόμα, ο ανωτέρω τεχνικός σύμβουλος, αφού έλαβε υπόψη τις δηλώσεις του ασφαλισμένου, αλλά και τις ζημίες που υπέστη το ασφαλισμένο σκάφος, διατύπωσε τη γνώμη στην ως άνω έκθεσή του ότι η διαπιστωθείσα ζημία οφείλεται σε επαφή του σκάφους της εναγόμενης με το πλευρικό παράθυρο του σκάφους της δεύτερης ενάγουσας. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο ως άνω τεχνικός σύμβουλος στην ως άνω έκθεσή του, η αιτία της ζημίας, σύμφωνα με την εκπρόσωπο της ασφαλισμένης (πλοιοκτήτριας) εταιρίας (κα …..), αποδίδεται σε υπαιτιότητα τρίτου και δη σε υπαιτιότητα του κυβερνήτη του σκάφους της εναγόμενης, ο οποίος αφενός δεν επέβαινε σε αυτό, ώστε να δράσει άμεσα σε περίπτωση ανάγκης, λόγω της προβλεφθείσας επικείμενης κακοκαιρίας και αφετέρου δεν είχε λάβει τα απαραίτητα μέτρα (χαλαρή πρόσδεση του σκάφους του) για την αποφυγή του επικείμενου κινδύνου. Από την προσεκτική ανάγνωση της ως άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης διαπιστώνεται ότι ο τεχνικός σύμβουλος, που διορίστηκε από την πρώτη ενάγουσα, παραθέτει αυτούσια τα όσα του ανέφερε η εκπρόσωπος της δεύτερης ενάγουσας για το ένδικο συμβάν, ενώ ο ίδιος περιορίζεται να αναφέρει στην έκθεσή του ότι «η προαναφερθείσα ζημία μπορεί δίκαια να οφείλεται σε επαφή του τρίτου σκάφους «O» με το πλευρικό παράθυρο του ασφαλισμένου σκάφους», ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας, επιπλέον δε σε άλλο σημείο της γνωμοδότησής του, υιοθετώντας τους ισχυρισμούς, που διατύπωσε η ανωτέρω εκπρόσωπος της ασφαλισμένης – πλοιοκτήτριας εταιρίας, κατέληξε ότι, «εφόσον η επίταση των ανέμων είχε προβλεφθεί, ο κυβερνήτης του ζημιογόνου σκάφους όφειλε αφενός να βρίσκεται σε επιφυλακή ώστε να δράσει άμεσα σε περίπτωση ανάγκης και αφετέρου να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την ασφαλή πρόσδεση του σκάφους του (ήτοι πιο φερμαρισμένα σκοινιά και χρήση επιπρόσθετων σκοινιών) με σκοπό την αποφυγή του επικείμενου κινδύνου». Διευκρινίζεται ότι η μνεία, στην ανωτέρω τεχνική έκθεση, στην εκπρόσωπο της ασφαλισμένης εταιρίας, δεν έχει την έννοια της νόμιμης εκπροσώπου, αλλά αναφέρεται στο φυσικό πρόσωπο που ήρθε σε επαφή με τον ανωτέρω τεχνικό σύμβουλο εκ μέρους της ασφαλισμένης εταιρίας και τον ενημέρωσε για την ασφαλιστική περίπτωση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η προαναφερόμενη ως εκπρόσωπος της ασφαλισμένης εταιρίας, κα ….., που ενημέρωσε τον τεχνικό σύμβουλο της ασφαλιστικής εταιρίας, συμπίπτει με την …………., της οποίας μεταγενέστερα λήφθηκε ένορκη βεβαίωση (………/2025) με επιμέλεια της πρώτης εκκαλούσας, προσκομιζόμενη με επίκληση το πρώτον στο παρόν Δικαστήριο. Η …………, στα πλαίσια λήψης της ένορκης βεβαίωσής της, δήλωσε ενώπιον της ανωτέρω συμβολαιογράφου ότι είναι ιδιωτική υπάλληλος και εργαζόμενη ως νομική σύμβουλος της δεύτερης ενάγουσας και σύζυγος του ………., μετόχου και διευθυντή της δεύτερης ενάγουσας, πλοιοκτήτριας του σκάφους Ρ. Ειδικότερα, η ίδια στην ένορκη βεβαίωσή της δηλώνει αυτόπτης μάρτυρας, διότι κατά τον επίδικο χρόνο επέβαινε στο σκάφος μαζί με τον καπετάνιο σύζυγό της, ενώ χρέη ναύτη εκτελούσε ο ………….. Στη δε ανωτέρω τεχνική έκθεση της ασφαλιστικής εταιρίας επισυνάπτεται σε φωτοαντίγραφο η νόμιμη άδεια χειριστή ταχύπλοου σκάφους, που κατέχει ο ……….., καπετάνιος του σκάφους P κατά τον επίδικο χρόνο. Ακόμα, η ……….., μάρτυρας απόδειξης, κατέθεσε στην ένορκη βεβαίωσή της, μεταξύ άλλων, ότι ο κυβερνήτης του σκάφους Ο έλειπε από αυτό την ώρα του συμβάντος, όπως άλλωστε οι ενάγουσες ισχυρίζονται με την κρινόμενη αγωγή, ότι δηλαδή ο κυβερνήτης του σκάφους της εναγόμενης διανυκτέρευε εκτός αυτού, πλην όμως, ο ανωτέρω ισχυρισμός τους ελέγχεται ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του. Συγκεκριμένα, από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από την εναγόμενη ένορκη βεβαίωση (…../2023) του …….., κυβερνήτη του σκάφους της εναγόμενης, προκύπτει ότι ο τελευταίος, επαγγελματίας ψαράς με δικό του αλιευτικό σκάφος και κάτοχος νόμιμης άδειας χειριστή ταχύπλοου σκάφους, βρισκόταν επί του σκάφους την ως άνω ημερομηνία, όπως και κάθε ημέρα, όπου διανυκτέρευε σε δική του καμπίνα και μάλιστα, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «δεν έκλεισε μάτι» και ήταν διαρκώς σε ετοιμότητα, ενόψει των θυελλωδών ανέμων που επικρατούσαν στην περιοχή, ώστε να προβεί σε κάθε αναγκαία ενέργεια για την προστασία του σκάφους του οποίου είχε την ευθύνη. Κάποια στιγμή το επόμενο πρωί, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, αισθάνθηκε ένα χτύπημα στην πλώρη του σκάφους και βγήκε στο πρυμναίο κατάστρωμα και μετακινήθηκε στην πλώρη, προκειμένου να επιθεωρήσει την αλυσίδα της άγκυρας και το σκοινί του ρεμέτζου, χωρίς ωστόσο, να διαπιστώσει κάποια ζημία αρχικά, ενώ ενημερώθηκε ακολούθως από τον ιδιοκτήτη του σκάφους της δεύτερης ενάγουσας ότι είχε προκληθεί ζημία στο σκάφος του από την υλική πρόσκρουση μεταξύ των δύο σκαφών, καθώς, όπως εκείνος του είπε, το σκάφος O είχε επιπέσει στο σκάφος P. Μάλιστα, όπως αναφέρει ο εν λόγω μάρτυρας, κυβερνήτης του σκάφους της δεύτερης ενάγουσας ήταν ο …. (…..), με τον οποίο ο ……….. ανέπτυξε γνωριμία κατά το χρονικό διάστημα των λίγων ημερών κατά το οποίο τα δύο σκάφη ήταν πρυμνοδετημένα σε αυτές τις θέσεις, όπως και με τον προαναφερόμενο Λιβανέζο ιδιοκτήτη του γειτονικού σκάφους, καθώς και ότι ο κυβερνήτης του σκάφους ……… (……..) απουσίαζε στη Θεσσαλονίκη κατά την επίδικη ημέρα για οικογενειακούς λόγους και κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχαν, ο τελευταίος του ανέφερε ότι θα επέστρεφε στην Πάρο την Τρίτη, 27-7-2021. Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι ο κυβερνήτης του σκάφους O, πλοιοκτησίας της εναγόμενης, απουσίαζε από το ανωτέρω σκάφος κατά την ως άνω ημερομηνία (23-7-2021) και ως εκ τούτου δεν ασκούσε την πλήρη εποπτεία και επίβλεψη επί του σκάφους ενόψει των έντονων καιρικών φαινομένων που επικρατούσαν κατά τον επίδικο χρόνο στην περιοχή, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τις ενάγουσες. Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο θεωρεί πειστική και τεκμηριωμένη την κατάθεση του τελευταίου και δη ως προς την παρουσία του στον επίδικο τόπο και χρόνο, διότι στην ένορκη βεβαίωσή του αναφέρει λεπτομέρειες και ακριβή περιστατικά τέτοια που μόνο με την αυτοπρόσωπη παρουσία του μπορούσε να γνωρίζει, σε συνδυασμό και με τη λογική και χρονική αλληλουχία των γεγονότων, πριν και μετά την επίδικη ημέρα του συμβάντος, που περιγράφονται αναλυτικά και με σαφήνεια σε αυτήν (ένορκη βεβαίωση). Εξάλλου, τα όσα αναφέρει ο διορισθείς τεχνικός σύμβουλος στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης περί του αντιθέτου δεν βασίζονται σε ιδία γνώση και αντίληψή του, αλλά ουσιαστικά μεταφέρει αυτούσια όσα του ανέφερε η εκπρόσωπος της δεύτερης ενάγουσας, περί δήθεν απουσίας του κυβερνήτη από το σκάφος, τα οποία ωστόσο, καταρρίπτονται από την ένορκη βεβαίωση του ίδιου του κυβερνήτη του σκάφους O, το περιεχόμενο της οποίας κρίνεται αξιόπιστο, κατά τα προεκτεθέντα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το διάστημα της απουσίας του (βασικού) κυβερνήτη του σκάφους P, χρέη κυβερνήτη ασκούσε ο Λιβανέζος ιδιοκτήτης του, ….., κάτοχος, όπως προαναφέρθηκε, νόμιμης άδειας χειριστή ταχύπλοου σκάφους. Κατά δε το βράδυ της προηγούμενης ημέρας του ένδικου συμβάντος (22-7-2021) οι άνεμοι ήταν θυελλώδεις της τάξεως των 6-8 μποφόρ, με αποτέλεσμα να επηρεάζονται από τον ισχυρό άνεμο και τον κυματισμό όλα τα σκάφη που βρίσκονταν αγκυροβολημένα στη μαρίνα της Νάουσας της Πάρου. Επίσης, προέκυψε ότι το σκάφος της εναγόμενης είναι ανοικτού τύπου ταχύπλοο σκάφος μήκους 12,57 μέτρων και πλάτους 4,6 μέτρων, εξαιρετικά χαμηλό με χαμηλό κέντρο βάρους και με χαμηλές υπερκατασκευές, ενώ το σκάφος της δεύτερης ενάγουσας είναι πλαστικό θαλαμηγό σκάφος μήκους 15,37 μέτρων και πλάτους 4,83 μέτρων, με μεγάλο ύψος υπερκατασκευών και τέντα στη γέφυρα, με αποτέλεσμα να προβάλει μεγάλη επιφάνεια στον άνεμο και με υψηλό κέντρο βάρους. Επιπρόσθετα, αποδείχθηκε ότι ο κυβερνήτης του σκάφους της εναγόμενης, όταν κατέπλευσε στη μαρίνα της Νάουσας Πάρου την 1-7-2021, πόντισε άγκυρα 20 κιλών με έκταμα αλυσίδας περί τα 40 μέτρα, ασφάλισε την πλώρη του με πρόσδεση κάβου από τις δέστρες της πλώρης σε ρεμέτζο (μόνιμο σύστημα αγκυροβολίας) υπό τη μορφή τσιμεντένιου μπλοκ, που είναι μόνιμα ποντισμένο από το Δημοτικό Λιμενικό Ταμείο της Πάρου, ενώ είχε και δύο πρυμναίους κάβους πρόσδεσης. Επιπλέον, την προηγούμενη του συμβάντος ημέρα (22-7-2021), οπότε και το μελτέμι ενισχυόταν συνεχώς, από νωρίς είχε μαζέψει τα μπόσικα (είχε μαζέψει το σκοινί, που είχε χαλαρώσει, ώστε να τεντώσει και να σφίξει) των πρυμναίων κάβων πρόσδεσης, του κάβου της πλώρης από το ρεμέτζο και της αλυσίδας της άγκυρας, για να περιορίσει τις ακανόνιστες πλάγιες μετακινήσεις του σκάφους του και ακόμα, στην άκρη των πρυμναίων κάβων του προς την πλευρά του κρηπιδώματος είχε προσδέσει τεμάχια αλυσίδας και μεταλλικά ελατήρια (σχετ. η ένορκη βεβαίωση του εν λόγω κυβερνήτη, χωρίς να αναιρείται από άλλο αποδεικτικό μέσο). Τα ελατήρια στους κάβους (ή αμορτισέρ πρόσδεσης), κατά τους κανόνες της ναυτικής τέχνης, απορροφούν τις απότομες τάσεις και τα βίαια τραβήγματα στα σκοινιά κατά τη διάρκεια κυματισμού και συμβάλλουν τα μέγιστα στη σταθερότητα του σκάφους, καθώς εξομαλύνουν τη μετατόπισή του, προστατεύοντας ταυτόχρονα τις δέστρες (κοτσανέλα) από ζημιές και τα σκοινιά από θραύση. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο καπετάνιος του σκάφους P, όταν λίγες ημέρες αργότερα από το σκάφος της εναγόμενης κατέπλευσε στο λιμάνι της Νάουσας, πόντισε άγκυρα 40 κιλών με έκταμα αλυσίδας περί τα 70 μέτρα, ασφάλισε το σκάφος με ρεμέτζο στο λιμάνι, που υποδείχθηκε από τον καβοδέτη του λιμενικού σταθμού Νάουσας και έδεσε με δύο πρυμάτσες (κάβος πρόσδεσης που φεύγει από την πρύμνη) το σκάφος, μία από κάθε πλευρά της πρύμνης, σε μπίντα – δέστρα στο μόλο και μπεντένι, δηλαδή με πέρασμα της πρυμάτσας γύρω από την μπίντα του μόλου και επιστροφή της στο κοτσανέλο του σκάφους, ενώ επιπλέον, αφού έλαβε γνώση των επικίνδυνων καιρικών συνθηκών, που θα επικρατούσαν στην περιοχή, έδεσε δύο σκοινιά σε spring line, ήτοι δέσιμο από το μέσο του σκάφους προς την πρύμνη καταλήγοντας στο μόλο, με σκοπό να κρατάει το σκάφος στις πλάγιες κινήσεις του. Για τον παραπάνω τρόπο πρόσδεσης του σκάφους, στο οποίο επέβαινε η μάρτυρας απόδειξης ……., και τα εν γένει μέτρα ασφαλείας που έλαβε προληπτικά ο καπετάνιος του ενόψει των επικείμενων θυελλωδών ανέμων, καταθέτει η τελευταία στην ένορκη βεβαίωσή της, χωρίς να αναιρούνται από την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ανταπόδειξης ………. ή από άλλο αποδεικτικό μέσο. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο (23-7-2021) η διεύθυνση των ανέμων ήταν βόρεια – βορειοδυτική, ενώ εξ αριστερών του σκάφους Ρ βρίσκονταν δεμένα δύο ιστιοπλοϊκά σκάφη τύπου catamaran, μισθωμένα σε τουρίστες, τα οποία λόγω των ισχυρών ανέμων και της κακής πρόσδεσής τους μετακινούνταν προς κάθε κατεύθυνση, πιέζοντας κατά διαστήματα την αριστερή πλευρά του σκάφους Ρ, το οποίο, εξαιτίας της βόρειας – βορειοδυτικής διεύθυνσης των ισχυρών ανέμων, που έπνεαν στην περιοχή και «χτυπούσαν» την αριστερή μάσκα της πλώρης του και την αριστερή πλευρά των υπερκατασκευών του, σε συνδυασμό και με την εξ αριστερών πίεση, που δεχόταν από τα σκάφη τύπου catamaran, μετακινείτο ακανόνιστα και ανεξέλεγκτα ενίοτε προς τα δεξιά, ήτοι προς τη θέση πρυμνοδέτησης του σκάφους Ο, καλύπτοντας γρήγορα το κενό, που το χώριζε από το σκάφος αυτό, το οποίο λόγω του χαμηλού κέντρου βάρους, επηρεαζόταν λιγότερο από τους θυελλώδεις ανέμους και είχε μικρότερη μετατόπιση στο νερό, πραγματοποιώντας πλάγιες μετακινήσεις κυρίως προς τα δεξιά, λόγω της βορειοδυτικής διεύθυνσης του ανέμου, όπως προαναφέρθηκε. Ο δε κυβερνήτης του σκάφους της εναγόμενης αντιλαμβανόμενος ότι η απόσταση των δύο περίπου μέτρων, που μεσολαβούσε μεταξύ των επίδικων σκαφών, δεν επαρκούσε για την αποτροπή της υλικής επαφής μεταξύ τους, μετακίνησε και τους οκτώ ελαστικούς αποσβεστήρες πρόσκρουσης (μπαλόνια) του σκάφους και τους τοποθέτησε στην αριστερή πλευρά αυτού, προκειμένου να αποφευχθεί η σύγκρουση μεταξύ των δύο σκαφών. Το ίδιο έπραξαν και οι επιβαίνοντες του σκάφους Ρ, οι οποίοι τοποθέτησαν επίσης αποσβεστήρες πρόσκρουσης επί της δεξιάς πλευράς του σκάφους τους, όπως σαφώς επιβεβαιώνει ο μάρτυρας ……………., πλην, όμως, τούτο δεν ήταν αρκετό για να αποφευχθεί η σύγκρουση μεταξύ των ανωτέρω σκαφών. Οι ενάγουσες, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, ισχυρίζονται ότι η υλική πρόσκρουση μεταξύ των επίδικων σκαφών έλαβε χώρα, διότι τα σκοινιά του σκάφους της εναγόμενης δεν ήταν επαρκώς φερμαρισμένα και ότι περαιτέρω δεν χρησιμοποιήθηκαν επιπρόσθετα σκοινιά από τον κυβερνήτη του σκάφους, με σκοπό την αποφυγή κινδύνου μετακίνησης λόγω κυματισμού. Η δε ……………., επιβαίνουσα στο σκάφος Ρ, μάρτυρας απόδειξης, στην ένορκη βεβαίωσή της αποδίδει το ζημιογόνο συμβάν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του κυβερνήτη του σκάφους της εναγόμενης, κάνοντας λόγο κατά πρώτον, για την άγκυρα του σκάφους της εναγόμενης, η οποία είχε μόνο λίγα μέτρα αλυσίδας (μόλις 40 μέτρα) [γεγονός του οποίου έλαβε γνώση από την ένορκη βεβαίωση του καπετάνιου του σκάφους της εναγόμενης, που πρωτοδίκως προσκομίστηκε, αφού προφανώς δεν μπορούσε να το γνωρίζει με διαφορετικό τρόπο], ώστε λόγω των καιρικών συνθηκών να ξεσύρει (να χάσει το κράτημά της στο βυθό), ισχυρισμός που το πρώτον προβάλλεται στο παρόν Εφετείο, και κατά δεύτερον, για το ότι το ρεμέτζο (από την πλώρη) και τα δύο μόνο σκοινιά από την πρύμνη του σκάφους της εναγόμενης, σε συνδυασμό και με την απουσία του κυβερνήτη αυτού, οδήγησαν το ελαφρύ σκάφος της εναγόμενης να προσκρούσει στο βαρύ σκάφος των εναγουσών. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι ο κυβερνήτης του σκάφους της εναγόμενης βρισκόταν επί του σκάφους και μάλιστα σε επιφυλακή κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και επιπλέον είχε λάβει εγκαίρως τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή της σύγκρουσης, κατά τα αναλυτικώς εκτεθέντα ανωτέρω, μεταξύ των οποίων, είχε ρυθμίσει και ενισχύσει τους κάβους του και είχε φερμάρει εγκαίρως την αλυσίδα της άγκυρας του, η οποία (τεντωμένη αλυσίδα), κατά τους κανόνες της ναυτικής τέχνης, λειτουργεί ως ισχυρό αντίβαρο, κρατώντας την άγκυρα «θαμμένη» στο βυθό και αποτρέποντας το «ξεσέρσιμο» από τις ριπές του αέρα, απορριπτόμενης της προειρημένης αντίθετης άποψης της μάρτυρα απόδειξης ως αβάσιμης, αλλά και κατά τη διάρκεια του καιρικού φαινομένου άλλαξε τη θέση των ελαστικών αποσβεστήρων πρόσκρουσης (μπαλονιών) του σκάφους του και τους τοποθέτησε στην αριστερή πλευρά αυτού. Έτι περαιτέρω, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ουδόλως αποδείχθηκε ότι το σκάφος της εναγόμενης ήταν αυτό που επέπεσε επί του σκάφους της δεύτερης ενάγουσας, προκαλώντας τις αναλυτικά αναφερόμενες ζημίες. Και τούτο διότι αποδείχθηκε ότι το σκάφος Ρ δεχόμενο τις δυνατές ριπές του αέρα στην αριστερή πλευρά της πλώρης και των υπερκατασκευών του λόγω της βορειοδυτικής διεύθυνσης του ανέμου, σε συνδυασμό και με την πίεση από τη μετατόπιση των εξ αριστερών του ιστιοπλοϊκών σκαφών τύπου catamaran, άρχισε, λόγω και του υψηλού κέντρου βάρους του, να ταλαντεύεται ασύμμετρα και συνεπεία και του έντονου κυματισμού, ενίοτε να ωθείται προς τα δεξιά, ήτοι προς τη θέση πρυμνοδέτησης του σκάφους Ο, πλησιάζοντας επανειλημμένα σε επικίνδυνη απόσταση το σκάφος της εναγόμενης, παρά την προλεχθείσα ρύθμιση των κάβων πρόσδεσης, στην οποία είχε προβεί ο κυβερνήτης του σκάφους των εναγουσών. Οι δε πλάγιες μετατοπίσεις του σκάφους των εναγουσών επιδεινώθηκαν, διότι κατά τη διάρκεια του επικίνδυνου καιρικού φαινομένου και λόγω των θυελλωδών ανέμων το πρωραίο τμήμα αυτού μετακινείτο δεξιά – αριστερά, καθόσον ο κυβερνήτης αυτού παρέλειψε να φερμάρει την αλυσίδα της άγκυρας του (σχετ. ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ανταπόδειξης, χωρίς να γίνεται μνεία σε αυτό το μέτρο ασφάλειας από τη μάρτυρα απόδειξης), ώστε να το σταθεροποιήσει όσο το δυνατόν προς την κατεύθυνση του ανέμου (πλώρη στον καιρό), αποφεύγοντας κατά τον τρόπο αυτό τις ανεξέλεγκτες περιστροφές, αν και η αλυσίδα όφειλε να είναι καλά φερμαρισμένη (τεντωμένη) με τον εργάτη της πλώρης, δοθέντος ότι, κατά τους κανόνες της ναυτικής τέχνης, μια χαλαρή αλυσίδα επιτρέπει στην πλώρη να κάνει «πατήματα» (να «ξεπέφτει» δεξιά-αριστερά με τον άνεμο) και όσο πιο τεντωμένη είναι η αλυσίδα, τόσο λιγότερο θα μπορέσει το σκάφος να στρίψει πλευρικά. Επίσης, όπως καταθέτει ο …………., διαπίστωσε ότι το ραγισμένο τζάμι στο χώρο της πρωραίας καμπίνας ήταν σε σημείο όπου δεν υπήρχε κρεμασμένο μπαλόνι του σκάφους των εναγουσών, και σε άλλο σημείο της κατάθεσής του ανέφερε ότι τοποθετήθηκαν μπαλόνια κατά μήκος της δεξιάς πλευράς του σκάφους των εναγουσών, χωρίς όμως, στρατηγικό σχεδιασμό. Από την εν λόγω διαπίστωση, που δεν αμφισβητείται ειδικά από τις ενάγουσες, συνάγεται ότι ο κυβερνήτης του σκάφους των εναγουσών τοποθέτησε μεν μπαλόνια στη δεξιά πλευρά του σκάφους του, πλην όμως, δεν αποδείχθηκε ότι κρέμασε κατάλληλου τύπου μπαλόνια (μεγάλα ή διπλά μπαλόνια) με σωστό φούσκωμα ούτε αν τα κρέμασε με τον προσήκοντα τρόπο και ειδικά στα σημεία όπου το μήκος και το πλάτος των δύο σκαφών βρίσκονταν πιο κοντά, για να απορροφούν τυχόν χτυπήματα, ώστε να προστατεύεται το δεξιό πρωραίο τμήμα (όπου εντοπίστηκε το ραγισμένο τζάμι) από τυχόν ακούσιες μετατοπίσεις του σκάφους του προς την αριστερή πλευρά του σκάφους της εναγόμενης. Οι πιο πάνω παράγοντες, τελώντας σε αλληλεπίδραση μεταξύ τους και συνδυαστικά, οδήγησαν στην πρόσκρουση του δεξιού πρωραίου τμήματος του σκάφους P επί της αριστερής πλευράς του σκάφους O. Ενισχυτικό της πιο πάνω κρίσης του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα, την 28-7-2021, ο …………… μετέβη στο Λιμεναρχείο Πάρου και δήλωσε το επίδικο συμβάν της πρόσκρουσης, το οποίο απέδωσε σε μετατόπιση της πλώρης του σκάφους των εναγουσών αριστερά δεξιά λόγω καιρού (περί 7 μποφόρ), η οποία χτύπησε το δικό του σκάφος, καθώς και ότι το έτερο σκάφος υπέστη ένα ράγισμα στο δεξί τζάμι πάνω από την ίσαλο και το δικό του σκάφος δεν είχε καμία ζημία (σχετ. το απόσπασμα ημερολογίου συμβάντων του Λιμεναρχείου), χωρίς όμως, να σχηματιστεί σχετική ποινική δικογραφία. Με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές και ενόψει του ότι το βάρος απόδειξης των αγωγικών ισχυρισμών φέρουν οι ενάγουσες, στην προκειμένη περίπτωση ουδόλως αποδείχθηκε σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποίθησης ότι η επίδικη σύγκρουση μεταξύ των δύο σκαφών οφείλεται σε υπαιτιότητα και δη σε πράξεις ή παραλείψεις του κυβερνήτη του σκάφους της εναγόμενης, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τις ενάγουσες. Αντιθέτως, η ένδικη πρόσκρουση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα των προστηθέντων προσώπων της δεύτερης ενάγουσας, τα οποία από έλλειψη της προσοχής, που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν κατά τις περιστάσεις, παρέλειψαν να προβούν στις επιβαλλόμενες από τους κανόνες της ναυτικής τέχνης και της ναυτικής πείρας ενέργειες, ώστε να αποτρέψουν την υλική επαφή των δύο σκαφών. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Επομένως, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούσες παραπονούνται ότι κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν η αγωγή τους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όπως και ο σχετικός λόγος έφεσης στο σύνολό του.
VIII. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του (3104/2024) απέρριψε την ένδικη αγωγή εν μέρει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και κατά το μέρος που κρίθηκε ως ορισμένη και νόμιμη, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και δεν έσφαλε, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, που παραδεκτά συμπληρώνονται και αντικαθίστανται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις εκκαλούσες με τους σχετικούς τρεις λόγους έφεσης τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, πρέπει η ένδικη έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 εδ. α, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, καθώς επίσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προαναφερόμενου παραβόλου, που κατατέθηκε από τις εκκαλούσες για την άσκηση της έφεσης (βλ. τη με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……………../27-11-2024 του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς), στο Δημόσιο Ταμείο, διότι η ένδικη έφεσή τους απορρίφθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση κατά της με αριθμό 3104/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), κατ’ ουσίαν.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του αναφερόμενου στο σκεπτικό παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 2 Ιουνίου 2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ