ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός 431/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ναυτικό Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
[Α] ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……………. τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Στέφανος Λύρας [Δ.Ε. ΣΤΕΦΑΝΟΣ Μ. ΛΥΡΑΣ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ], με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», η οποία εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Μονοπρόσωπης ναυτιλιακής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………….», η οποία εδρεύει στην ……… Αττικής [ΑΦΜ ………] και εκπροσωπείται νόμιμα, τις οποίες εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η πληρεξουσία δικηγόρος τους Αγγελική Κυνηγαλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
[Β] ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Μονοπρόσωπης ναυτιλιακής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..», η οποία εδρεύει στην …………. Αττικής [ΑΦΜ ……..] και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η πληρεξουσία δικηγόρος της Αγγελική Κυνηγαλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: …………..τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Στέφανος Λύρας [Δ.Ε. ΣΤΕΦΑΝΟΣ Μ. ΛΥΡΑΣ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ], με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Ο εκκαλών – εφεσίβλητος, ……….., ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 9.11.2023 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ……./19.12.2023 αγωγή, σε βάρος των ήδη εφεσιβλήτων η πρώτη κρινόμενη έφεση και δη σε βάρος της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «………..» και σε βάρος της μονοπρόσωπης ναυτιλιακής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….», επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης την 06.02.2024, εκδόθηκε, ερήμην της πρώτης εναγομένης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, η με αριθμό 3143/2024 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη.
Ο εν μέρει ηττηθείς στον πρώτο βαθμό ενάγων, με την από 26.6.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……../16-07-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……./16-07-2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή του, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προσβάλλει την ανωτέρω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Την ίδια απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προσβάλλει και η εν μέρει ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία «………», με την από 01.09.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……../02-09-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …………../08-09-2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσή της, η οποία προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Κατά τη συζήτηση των ανωτέρω δικογράφων στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, τα οποία συνεκφωνήθηκαν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, με τον προσήκοντα τρόπο από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσεαν τις προτάσεις τους και με σχετική δήλωσή τους δήλωσαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, ότι συμφωνούν να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς να παρασταθούν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΙΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες αντίθετες α) από 26.6.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ………/16-07-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ………../16-07-2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση του εκκαλούντος – ενάγοντος [Α έφεση] και β) από 01.09.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……../02-09-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……../08-09-2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση της εκκαλούσας – δεύτερης εναγομένης [Β έφεση], που στρέφονται κατά της υπ’ αριθμ. 3143/16.09.2024 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί της από 9.11.2023 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου ………/19.12.2023 αγωγής, σε βάρος των ήδη εφεσιβλήτων η πρώτη κρινόμενη έφεση και δη σε βάρος της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και της μονοπρόσωπης ναυτιλιακής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……………..», ερήμην της πρώτης εναγομένης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3, 621 ΚΠολΔ και 82 ΚΙΝΔ), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανωτέρω αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 495, 511, 513, 516 § 1, 517 εδαφ. α, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών από της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως στις 16.09.2024, αφού όπως αποδεικνύεται από τις σχετικές εκθέσεις κατάθεσης ενδίκου μέσου, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η πρώτη των ενδίκων εφέσεων κατετέθη την 16.07.2025 και η δεύτερη εξ αυτών την 02.09.2025, ενώ για το παραδεκτό τους, μολονότι ασκήθηκαν μετά την ισχύ του άρθρου 12 § 2 του Ν. 4055/2012, δεν απαιτείται η κατάθεση του παραβόλου της § 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με τον ανωτέρω Νόμο, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής. Εφόσον δε οι ένδικες εφέσεις αρμοδίως φέρονται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 § 2 του Ν. 3994/2011), πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και, αφού ενωθούν και συνεκδικαστούν, με σκοπό την διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 524 § 1 εδαφ. α΄ και 591 § 1 εδαφ. α΄ ΚΠολΔ, πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία, για να ελεγχθούν το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 § 1 και 591 § 1 εδαφ. α΄ ΚΠολΔ. Η συζήτηση της Α έφεσης θα χωρήσει σαν να ήταν παρούσα και η πρώτη εφεσίβλητη ως άνω ναυτική εταιρία, η οποία μολονότι κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 122 § 1, 123 § 1, 124 § 1, 126 § 1 περ. γ΄, 127 § 1, 128 §§ 1, 3 και 228 ΚΠολΔ) να παραστεί κατ’ αυτήν, όπως αποδεικνύεται από τη με αριθμό …../23.10.2025 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ………, εντούτοις δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στο ακροατήριο από τη σειρά του οικείου πινακίου (άρθρο 524 § 4 ΚΠολΔ) κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δεν κατέθεσε προτάσεις, όπως επίσης δεν κατέθεσε ούτε δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, αν και από παραδρομή κατά την εκφώνηση της ένδικης υπόθεσης θεωρήθηκε ότι κατέθεσε σχετική δήλωση. Επιπλέον, για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας αποφάσεως εκ μέρους της ερημοδικαζόμενης πρώτης εφεσίβλητης πρέπει, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 501, 502 § 1 και 505 § 2 ΚΠολΔ, να οριστεί το νόμιμο παράβολο, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΙΙ. Ο ενάγων, …………., με την ένδικη αγωγή του, την οποία ήγειρε κατά της κυρίας του υπό ελληνική σημαία επιβατηγού – οχηματαγωγού (Ε/Γ – Ο/Γ) πλοίου G, ολικής χωρητικότητας δεκαπέντε χιλιάδων εκατόν πενήντα κόρων (15.150 κ.ο.χ.) ως άνω ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία «……….» και κατά της εταιρείας με την επωνυμία «…………», που κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ασκούσε τον εφοπλισμό του πλοίου, ισχυρίσθηκε ότι, κατόπιν συμβάσεων ναυτικής εργασίας που κατήρτισε με την δεύτερη εναγομένη, εφοπλίστρια του ανωτέρω πλοίου εταιρεία με την επωνυμία «…………», ναυτολογήθηκε τέσσερις (4) φορές, εντός του χρονικού διαστήματος από 31.12.2021 έως 3.8.2023, με την ειδικότητα του Ναύτη, στο ανωτέρω πλοίο, αντί των προβλεπόμενων από την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας (στο εξής ΣΣΝΕ) πληρωμάτων επιβατηγών ακτοπλοϊκών πλοίων μηνιαίου μισθού και επιδομάτων, που αποτελούσε και τον ειθισμένο μισθό. Με βάση τις συμβάσεις αυτές και επικαλούμενος περαιτέρω ότι, κατά τα περιγραφόμενα δρομολόγια του πλοίου, εργαζόταν καθημερινά επί δέκα τέσσερις [14] ή δέκα έξι [16] ώρες, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή, πλην των ημερών Σαββάτου του χρονικού διαστήματος από 7.6.2023 έως 3.8.2023 οπότε εργάζονταν επί δέκα (10) ώρες καθώς επίσης επί οκτώ [8] ώρες κατά το χρονικό διάστημα από 13.2.2023 έως 26.2.2023, καθόν χρόνο επί του εν λόγω πλοίου διενεργούντο επισκευές, χωρίς όμως να λάβει το σύνολο της αμοιβής του για τις ώρες της υπερωριακής εργασίας του κατά τις καθημερινές ημέρες, τις Κυριακές, τα Σάββατα και τις αργίες, ούτε το σύνολο της αναλογίας δώρων εορτών των ετών 2022 και 2023, καθώς επίσης και αποζημίωση απόλυσης κατά την τελευταία αποναυτολόγησή του, αφού τυπικά μεν απολύθηκε λόγω αδείας, αλλά στην ουσία λόγω καταγγελίας, χωρίς υπαιτιότητά του, από τον Πλοίαρχο του πλοίου αφού παρά τις οχλήσεις του, με το πέρας της άδειάς του, δεν επαναυτολογήθηκε στο εν λόγω πλοίο, ζητούσε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό [α] να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν εις ολόκληρον, το συνολικό χρηματικό ποσό των 19.014,16 ευρώ, ως υπόλοιπο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση κατά το έτος 2022, καθώς επίσης για υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Πάσχα 2022 και 2023 και ως αποζημίωσή του λόγω απολύσεως την 3.8.2023 και [β] να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν να του καταβάλουν εις ολόκληρον, το συνολικό χρηματικό ποσό των 11.612,16 ευρώ ως υπόλοιπο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση κατά το έτος 2023, καθώς επίσης ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου εορτών Χριστουγέννων των ετών 2022 και 2023. Άπαντα δε τα ανωτέρω ποσά αξίωνε με το νόμιμο τόκο από την τελευταία αποναυτολόγησή του, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε, ερήμην της πρώτης εναγομένης και ήδη απολιπομένης πρώτης εφεσίβλητης η πρώτη κρινόμενη έφεση, ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..» και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, η υπ’ αριθμ. 3143/2024 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού έγινε δεκτή ως νόμιμη η ένδικη αγωγή, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 481, 648, 652, 653, 655 ΑΚ, 70, 176, 907 και 908 παρ.1 ΚΠολΔ, 1, 2, 53, 54, 60, 72 επ., 82, 84 και106 εδ.β του ΚΙΝΔ, άρθρο μόνο ΥΑ 70109/8008 (Εμπορικής Ναυτιλίας) της 14.12.81/7.1.82 «Προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β’ 1/1982), της ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων έτους 2022 που κυρώθηκε με την ΥΑ 2242.5-1.5/8785/2022 (ΦΕΚ Β 663/15.2.2922) και της από 10.3.2023 ΣΣΝΕ Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων έτους 2023, που κυρώθηκε με την ΥΑ 2242.5-1.5/51894/2023 (ΦΕΚ Β 4621/19.7.2023), πλην του αιτήματος συνυπολογισμού στις τακτικές αποδοχές, προς υπολογισμό των επιδομάτων εορτών, του επιδόματος ιματισμού το οποίο κρίθηκε μη νόμιμο και ως τέτοιο απορρίφθηκε και επαρκώς ορισμένη, αφού απορρίφθηκε ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης, ακολούθως, απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ο περί συμβατικού καταλογισμού στις απαιτήσεις του ενάγοντος περί καταβολής υπολοίπου αμοιβής για την υπερωριακή του απασχόληση στο ανωτέρω πλοίο κατά τα έτη 2022 και 2023 τα ποσά που η δεύτερη εναγομένη του κατέβαλε με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές» και «ρολόγια ναυτών», εκ του λόγου ότι δεν αναπτύχθηκε και προφορικά από τη δεύτερη εναγομένη, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (άρθρο 591 παρ.1 περ.δ ΚΠολΔ), έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και οι εναγόμενες, ενεχόμενες εις ολόκληρον, εκ των οποίων η πρώτη ως κυρία του πλοίου, τον εφοπλισμό του οποίου είχε παραχωρήσει στη δεύτερη εναγομένη, έως της αξίας αυτού (α) υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στον ενάγοντα συνολικά το ποσό των ευρώ 2.563,53 και δη ευρώ 825,25 ως υπόλοιπο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας κατά το έτος 2022 και το ποσό των ευρώ 556,61 ως υπόλοιπο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα, ο ενάγων εργαζόταν επί δέκα (10) ώρες καθ’ εκάστη κατά τις ημέρες που το πλοίο εκτελούσε ένα δρομολόγιο και επί δέκα τέσσερις (14) ώρες καθ’ εκάστη κατά τις ημέρες που το πλοίο εκτελούσε και ημερήσιο δρομολόγιο στη γραμμή Πειραιάς – Χανιά, με επιστροφή και αφού δέχθηκε ως βάσιμη στην ουσία της την περί μερικής καταβολής ένταση της εναγομένης, το ποσό των ευρώ 501,19 ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Πάσχα 2022 και το ποσό των ευρώ 680,50 ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Πάσχα 2023, αφού έκανε στο σύνολό της δεκτή την περί μερικής καταβολής ένσταση της εναγομένης και (β) αναγνωρίσθηκε ότι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα συνολικά, το ποσό των ευρώ 2.820,27 και δη το ποσό των ευρώ 1.128,54 ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2022 και το ποσό των ευρώ 444,97 ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2023, αφού έκανε στο σύνολό της δεκτή την περί μερικής καταβολής ένσταση της εναγομένης, χωρίς να συνυπολογίσει στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος την αναλογία επιδόματος διατροφής και το ποσό των ευρώ 54,88 ως υπόλοιπο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου και αργίας κατά το έτος 2023 και το ποσό των ευρώ 1.191,88 ως υπόλοιπο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής του ιδίου έτους, αφού κατά το αποδεικτικό της πόρισμα ο ενάγων εργαζόταν επί δέκα (10) ώρες καθ’ εκάστη κατά τις ημέρες που το πλοίο εκτελούσε ένα δρομολόγιο Πειραιάς – Χανιά με επιστροφή, κατά τις ημέρες Σαββάτου του χρονικού διαστήματος από 7.6.2023 έως 3.8.2023 και κατά το χρονικό διάστημα από 27.2.2023 έως 14.3.2023, πλην των ημερών Σαββάτου του αυτού χρονικού διαστήματος ως προς τις οποίες κατά το αποδεικτικό της πόρισμα ο ενάγων εργαζόταν επί οκτώ ώρες και επί δέκα τέσσερις (14) ώρες καθ’ εκάστη κατά τις ημέρες που το πλοίο εκτελούσε και ημερήσιο δρομολόγιο στο δρομολόγιο Πειραιάς – Χανιά, με επιστροφή, καθώς επίσης και κατά το χρονικό διάστημα από 7.6.2023 έως 3.8.2023, πλην των ημερών Σαββάτου του εν λόγω χρονικού διαστήματος οπότε εργάζονταν επί δέκα (10) ώρες και τέλος, επί οκτώ ώρες κατά το χρονικό διάστημα από 13.2.2023 έως 26.2.2023 οπότε το πλοίο ήταν ακινητοποιημένο για εργασίες ετήσιες επιθεωρήσεως, συνυπολογίζοντας στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος για τον υπολογισμό της δικαιούμενης υπ΄ αυτού αναλογίας δώρων εορτών το μέσο όρο αμοιβής έχμασης και μέσο όρο αμοιβής για το κούρδισμα των ρολογιών, χωρίς να συνυπολογίσει στις τακτικές αποδοχές για τον υπολογισμό των δώρων εορτών το αντίτιμο τροφής, εκ του λόγου ότι, ο ενάγων διατρέφονταν επί του πλοίου. Με την ίδια ως άνω οριστική απόφαση, αναγνωρίσθηκε και υποχρεώθηκαν κατά περίπτωση οι εναγόμενες, ως ενεχόμενες εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα το σύνολο των επιμέρους ποσών, που έγινε δεκτό ότι του οφείλονται, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολογήσεώς του (4.8.2023) μέχρι την εξόφληση, απορρίπτοντας το αίτημα της δεύτερης εναγομένης περί μη επιδίκασης τόκων επιδικίας, ως αβάσιμο στην ουσία του και περαιτέρω, κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το σύνολο της καταψηφιστικής της διάταξης και επέβαλε μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, το οποίο ορίσθηκε στο ποσό των ευρώ διακοσίων ογδόντα (280) σε βάρος των εναγομένων. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται και ο ενάγων και η δεύτερη των εναγομένων, ως εν μέρει ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό, έχοντες έννομο συμφέρον, που απορρέει από τη βλάβη τους, η οποία προκύπτει αμέσως από το διατακτικό της ως άνω απόφασης, με τις συνεκδικαζόμενες με την παρούσα απόφαση εφέσεις τους. Ειδικότερα: 1) Ο ενάγων άσκησε κατά της ως άνω απόφασης την ανωτέρω υπό στοιχείο Α έφεσή του, με την οποία πλήττει αυτήν με τους τρεις λόγους έφεσής του, οι οποίοι εκτιμώμενοι, ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικά με την κρίση του ως προς τις ώρες ημερήσιας απασχόλησής του στο εν λόγω πλοίο κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, καθό μέρος απέρριψε τους αγωγικούς του ισχυρισμούς με τον πρώτο λόγο έφεσης, επί των γενομένων εν μέρει δεκτών ως κατ’ ουσίαν βασίμων κονδυλίων δώρων εορτών ετών 2022 και 2023, όσον αφορά στον τρόπο υπολογισμού αυτών από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τον δεύτερο λόγο έφεσης διότι, όπως διατείνεται, τούτο υπολογίσθηκε εσφαλμένα επί τη βάσει μικρότερων συνολικών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, συμπεριληφθέντος σ’ αυτό, χαμηλότερου ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση σε σχέση με το πράγματι οφειλόμενο, καθώς επίσης διότι δεν συνυπολόγισε το αντίτιμο τροφής και τέλος, καθό μέρος απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία του την απαίτησή του καταβολής αποζημίωσης λόγω απολύσεως. Ζητά δε με την ένδικη έφεσή του να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης, να γίνει δεκτή η αγωγή του στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι εναγόμενες στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Και 2) η δεύτερη εναγόμενη άσκησε την υπό στοιχείο Β έφεσή της, με την οποία πλήττει την εκκαλουμένη απόφαση για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται στο εφετήριο και συνιστούν αιτιάσεις, οι οποίες εκτιμώμενες, ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικά με την κρίση του α) ότι εφαρμοστέα καθόλο το διάστημα εργασίας του ενάγοντος εντός του έτους 2022 ήταν η ανωτέρω ΣΣΝΕ έτους 2022 και για το διάστημα εργασίας αυτού εντός του έτους 2023 εφαρμοστέα ήταν η ανωτέρω ΣΣΝΕ 2023 με τον πρώτο λόγο έφεσης, ενώ οι εν λόγω ΣΣΝΕ άρχισαν να ισχύουν από της δημοσιεύσεως στο ΦΕΚ των σχετικών Υπουργικών Αποφάσεων κυρώσεως αυτών και δη, η πρώτη από την 15.2.2022 και η δεύτερη από την 19.7.2023, επιπλέον δε διότι παρείδε ότι, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, καθόν χρόνο δεν ευρίσκονταν σε ισχύ ΣΣΝΕ, θα ίσχυε ο συνομολογηθείς με τις ένδικες συμβάσεις ναυτικής εργασίας μισθός, άλλως και επικουρικώς, υπό την εκδοχή ότι οι εν λόγω ΣΣΝΕ έχουν χρόνο έναρξης προ της κυρώσεώς τους, εσφαλμένως δέχθηκε ότι για το χρονικό διάστημα από 1.1.2023 έως 18.4.2023 ίσχυσε η ανωτέρω ΣΣΝΕ 2023 στην ένδικη περίπτωση, αφού η τρίτη των ενδίκων ναυτολογήσεων έληξε την 18.4.2023, ήτοι δεν ευρίσκονταν σε ισχύ κατά το χρόνο κύρωσης της ως άνω ΣΣΝΕ και ακολούθως, εσφαλμένως υπελόγισε τα αιτούμενα κονδύλια, β) επί του κονδυλίου της αμοιβής του ενάγοντος λόγω υπερωριακής του απασχόλησης, ως προς το οποίο (κονδύλιο) με τον δεύτερο και τέταρτο λόγο έφεσης ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, εάν είχαν εκτιμηθεί ορθά τα προσαχθέντα από την ίδια αποδεικτικά μέσα, που κατονομάζει και είχαν ληφθεί υπόψη οι ισχυρισμοί που παραθέτει στην έφεση της, θα είχε γίνει δεκτό ότι αυτός (ενάγων) δεν εργάσθηκε υπερωριακώς κατά τις ημέρες που αναφέρει στην έφεσή της, αφού το πλοίο δεν εκτέλεσε δρομολόγιο ή κατά περίπτωση ο ενάγων δεν εργάσθηκε, διότι είχε λάβει άδεια διανυκτέρευσης και ουδέποτε εργάσθηκε υπερωριακά κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή του, άλλως και σε κάθε περίπτωση ότι, για την όποια τυχόν υπερωριακή του απασχόληση για την αντιμετώπιση εξαιρετικών και έκτακτων αναγκών εκ της λειτουργίας του πλοίου, έχει πλήρως εξοφληθεί διά χρηματικών ποσών που ελάμβανε κάθε μήνα, όπως συνάγεται από τους λογαριασμούς μισθοδοσίας του με τον τρίτο λόγο έφεσης, γ) ότι τυγχάνει απαράδεκτος ο περί καταλογισμού ισχυρισμός της στις απαιτήσεις του ενάγοντος για αμοιβή του για υπερωριακή απασχόληση τις υπέρτερες των νομίμων καταβολές των ποσών που αναφέρει στον πέμπτο λόγο έφεσης και κατέβαλε στον ενάγοντα με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές», δ) ότι ο ενάγων δικαιούται υπόλοιπο δώρων εορτών, ενώ κανένα ποσό δεν δικαιούται για την εν λόγω αιτία, αφού οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονταν από τον συνομολογηθέντα «κλειστό μισθό», κονδύλιο που πλήττεται με τον έκτο λόγο έφεσης και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, αφού κατά τον υπολογισμό των τακτικών αποδοχών επί τη βάση των οποίων υπελόγισε τις εν λόγω απαιτήσεις, έλαβε υπόψη της και το επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας, καθώς επίσης μέσο όρο αμοιβής για έχμαση, ως προς την οποία πλήττεται το αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης και ως προς το ποσό που συνυπολογίσθηκε ως μέσος όρος τέτοιας αμοιβής, καθώς και αμοιβή του ενάγοντος για κούρδισμα ρολογιών, τις οποίες εν τούτοις ο ενάγων έλαβε για ορισμένο χρονικό διάστημα και επομένως, δεν περιλαμβάνονται, οι ανωτέρω αποδοχές, στις τακτικές αποδοχές του και τέλος, υπολογίσθηκαν εσφαλμένα επί τη βάσει, συμπεριληφθέντος σ’ αυτά μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα, ποσού ως μέσου όρου της αμοιβής του ενάγοντος για υπερωριακή αυτού απασχόληση και ε) καθό μέρος απέρριψε το αίτημα αυτής περί μη επιδίκασης τόκων επιδικίας με τον έβδομο λόγο έφεσης. Ζήτησε δε με την έφεσή της, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτως ώστε ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η, σε βάρος της ασκηθείσα ανωτέρω, αγωγή, καθώς επίσης την καταδίκη του ενάγοντος στη δικαστική της δαπάνη, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Επιπλέον, η εκκαλούσα με την ένδικη έφεσή της, υπέβαλε αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση, κατ’ άρθρο 914 Κ.Πολ.Δ. επειδή, όπως ισχυρίζεται, κατέβαλε στον αντίδικό της το χρηματικό ποσό των (2.946,78) ευρώ, το οποίο η εκκαλουμένη απόφαση του επιδίκασε και ως προς το οποίο κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή. Το ποσό αυτό αξίωσε με το νόμιμο τόκο από της καταβολής αυτού στον ενάγοντα. Το τελευταίο αυτό αίτημα, ήτοι το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, είναι νόμιμο (άρθρο 914 ΚΠολΔ), πλην του παρεπομένου αιτήματος επιδίκασης τόκων από την ημερομηνία καταβολής, το οποίο είναι νόμιμο από την επίδοση της προκειμένης απόφασης, εφόσον στο μείζον αίτημα περιλαμβάνεται και το έλασσον, καθόσον πριν από την έκδοση της, περί επαναφοράς των πραγμάτων, απόφασης, δεν υπάρχει απαίτηση για επιστροφή των καταβληθέντων, δυνάμει προσωρινώς εκτελεστής απόφασης και, κατά τα άρθρα 340, 345 και 346 ΑΚ, απαιτείται επίδοση της απόφασης, για να επέλθει όχληση (Εφ.Πειρ. 31/2022, Εφ.Πειρ. 593/2021, www.efeteio-peir.gr, Εφ.Αθ. 490/2010, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
ΙΙΙ. Με το άρθρο 1 § 1 του ΑΝ. 3276/1944 «Περί Συλλογικών Συμβάσεων εν τη Ναυτική Εργασία», που εκδόθηκε στο Κάιρο και αναδημοσιεύθηκε στην Ελλάδα με τη Συντακτική Πράξη 21/1945, που κυρώθηκε με το Ν. 32/1945, ο οποίος δεν τον κατάργησε ρητώς με αποτέλεσμα να εξακολουθεί, όπως συνάγεται έμμεσα, να ισχύει, ορίζεται ότι «Δύνανται να συνάπτωνται συλλογικαί συμβάσεις μεταξύ οργανώσεων εφοπλιστών και εργατών θαλάσσης εκ των κρινομένων ελευθέρως υπό του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας ως περισσότερον αντιπροσωπευτικών καθορίζουσαι τον μισθόν, τα πολιτικά επιδόματα…», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 5 § 1 εδαφ. α΄ του ίδιου νόμου «Συλλογικαί συμβάσεις συναφθείσαι συμφώνως προς τους ορισμούς του παρόντος νόμου, εφόσον ήθελον κυρωθή δι’ αποφάσεως του Υπουργού της Εμπορικής Ναυτιλίας, θεωρούνται ισχυραί και δεσμεύουσι κατά την εν αυταίς χρονικήν διάρκειαν και οιασδήποτε τυχόν άλλας υφισταμένας εργοδοτικάς ή εργατικάς οργανώσεις ως και άπαντας εν γένει τους Έλληνας πλοιοκτήτας και εργάτας θαλάσσης, πληρώματα πλοίων ανηκόντων εις την κατηγορίαν, ήτις προεβλέφθη υπό των συλλογικών συμβάσεων». Οι νομοθετικές αυτές διατάξεις αποτελούν το κανονιστικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη σύναψη των συλλογικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας (ΜονΕφΠειρ 739/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), επί των οποίων δεν εφαρμόζεται ο Ν.1876/1990 «Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 27/8.3.1990), όπως προκύπτει από την όλη διατύπωση και το πνεύμα του, μολονότι ο ίδιος δεν περιέχει σχετική ρητή διάταξη, όπως συνέβαινε με τον προϊσχύσαντα Ν.3239/1955 «Περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας (ΦΕΚ Α 125/18.5.1955), ο οποίος στο άρθρο 42 § 3 όριζε ρητά ότι οι διατάξεις του δεν εφαρμόζονται επί της ρυθμίσεως των όρων, των συνθηκών και της αμοιβής της εργασίας των πληρωμάτων των πλοίων της εμπορικής ναυτιλίας (ΑΠ 87/2000 Δνη 2000, 967). Επομένως, στις ΣΣΝΕ δεν εφαρμόζονται ούτε οι διατάξεις του Ν.1876/1990 για τη χρονική διάρκεια της συλλογικής διευθέτησης, την έναρξη της ισχύος της και τη λήξη της. Έτσι, οι ΣΣΝΕ μπορεί να είναι ορισμένου ή αόριστου χρόνου, χωρίς ως προς το ζήτημα της χρονικής διάρκειας τους να τίθεται νόμιμος περιορισμός, όπως συμβαίνει στις συλλογικές ρυθμίσεις της χερσαίας εργασίας, κατ’ άρθρο 12 του Ν. 1876/1990. Κατά την ορθότερη άποψη, ratione personae, η ΣΣΝΕ ισχύει και πριν την κύρωση της από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας [ΥΕΝ] και δεσμεύει τις οργανώσεις που συμβλήθηκαν για τη σύναψη της και τα μέλη τους, μετά δε την κύρωση της και τη νόμιμη δημοσίευση της κυρωτικής υπουργικής απόφασης, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν των οργανώσεων αυτών δεσμεύοντας έκτοτε εργοδότες και εργαζομένους, που είναι τρίτοι ως προς τα συμβληθέντα μέρη (ΑΠ 1905/1987 ΕΕΔ 1989/275, ΑΠ 1263/1987 ΕΕΝ 1988/669, ΑΠ 1267/1987 ΕΕΝ 1988/673, ΕφΠειρ 543/2022, ΜονΕφΠειρ 603/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Χ. Αγαλλόπουλος, Ελληνικόν Ναυτεργατικόν Δίκαιον, 1960, σελ. 195, Α. Βερνάρδος, Το δίκαιον της ναυτικής εργασίας, 1980. Σελ. 88), υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι σχετίζονται με πλοίο το οποίο ανήκει στην ίδια κατηγορία, την οποία αφορά η επεκτεινόμενη συλλογική σύμβαση (ΑΠ 1702/1991 ΕλΔνη 1992/1606). Ειδικότερα, η δια του άρθρου 5 § 1 του ΑΝ 3276/1944 παρεχόμενη στον ΥΕΝ νομοθετική εξουσιοδότηση για την κύρωση της ΣΣΝΕ, που καταρτίστηκε υπό τους όρους του ιδίου νόμου, αφορά μόνον την επέκταση της συμβατικής δέσμευσης σε τρίτους, που δεν έχουν συμπράξει στη σύναψη της, η οποία είναι φυσικό να άρχεται από το χρονικό σημείο της δημοσιεύσεως της κυρωτικής απόφασης, αφού αυτή, ως κανονιστική διοικητική πράξη, μπορεί να ορίζει μόνο για το μέλλον, δεδομένου ότι με την πιο πάνω διάταξη δεν παρασχέθηκε στον Υπουργό νομοθετική εξουσιοδότηση αναδρομικής επεκτάσεως των κυρουμένων συλλογικών συμβάσεων, αλλά απλώς προσδιορίστηκε η χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως των τρίτων, η οποία αρχίζει από της επεκτάσεως και συνεχίζεται μέχρι τη λήξη της χρονικής διάρκειας της επεκτεινόμενης συλλογικής συμβάσεως (ΜονΕφΠειρ 285/2015, ΜονΕφΠειρ 459/2015, ΜονΕφΠειρ 591/2014, ΜονΕφΠειρ 842/2014, σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ 12/2011, ΕΝαυτΔ 2011/406). Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 5 § 1, επιτρέποντας τον μη ετεροκαθοριζόμενο ορισμό της χρονικής διάρκειας της δεσμεύσεως των συμβαλλομένων, θέτει η ίδια εξουσιοδοτικό κανόνα προς τους φορείς της συλλογικής αυτονομίας να καθορίσουν τα χρονικά όρια ισχύος της κοινής βουλήσεως τους. Επομένως, εφόσον εγκύρως δίδεται στις ΣΣΝΕ αναδρομική ισχύς κατά τη σύναψη τους, οι ρυθμίσεις τους καταλαμβάνουν και όσες ατομικές συμβάσεις καταρτίστηκαν πριν την υπογραφή τους και δεν είχαν λυθεί ή λήξει μέχρι αυτήν (ΜονΕφΠειρ 371/2016, ΜονΕφΠειρ 376/2016, ΜονΕφΠειρ 719/2014, σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 1132/2005 ΕΝαυτΔ 2005/425, ΕφΠειρ 457/2000, ΔΕΕ 2000/895). Αυτά αποδεχόμενος ο νομοθέτης διευθέτησε το ζήτημα με το άρθρο 49 του Ν. 4597/2019 «Για την κύρωση των Συμβάσεων Παραχώρησης που έχουν συναφθεί μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των Οργανισμών Λιμένος Α.Ε. – Διατάξεις για τη λειτουργία του συστήματος λιμενικής διακυβέρνησης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 35/28.2.2019), με το οποίο ορίστηκε ότι «Η αληθής έννοια της παρ. 1 του άρθρου 5 του α.ν. 3276/1944 (Α΄ 24, αναδημ. Α΄ 172/1945) είναι ότι η απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, με την οποία κυρώνεται συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας σύμφωνα με τον ανωτέρω νόμο ισχύει αναδρομικά από την έναρξη ισχύος που ορίζεται στην οικεία συλλογική σύμβαση, ανεξαρτήτως του χρόνου σύναψης ή/και κύρωσής της από τον Υπουργό». Εξάλλου, στις ΣΣΝΕ δεν εφαρμόζονται ούτε οι διατάξεις των §§ 4 και 5 του άρθρου 9 του Ν.1876/1990 για την επιβίωση των κανονιστικών όρων της συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε υπό τη μορφή αρχικώς της παράτασης της ισχύος τους για ένα διάστημα και ακολούθως, μετά την παρέλευση του, της μετενέργειας τους επί των ατομικών συμβάσεων εργασίας (ΑΠ 1107/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, με τη λήξη της χρονικής διάρκειας της ΣΣΝΕ παύει ευθύς αυτή να ισχύει και τις συνθήκες παροχής και τις αμοιβές της ναυτικής εργασίας ρυθμίζουν στο εξής οι όροι της ατομικής σύμβασης ναυτικής εργασίας για την υπόλοιπη συμφωνημένη διάρκεια της (Α. Καρδαράς, Συλλογικές Συμβάσεις στη ναυτική εργασία, σε ΔΕΕ 2008/444 επομ. [447]). Συναφώς, αν ατομική σύμβαση ναυτικής εργασίας συναφθεί σε χρόνο μεταγενέστερο της λήξης της ισχύος της τελευταίας σχετικής ΣΣΝΕ, το εργασιακό καθεστώς δεν διέπεται πλέον από τη λήξασα ΣΣΝΕ, αλλά προσδιορίζεται αυτοτελώς από τους όρους της ατομικής σύμβασης. Το αντίθετο, βέβαια, θα συμβεί αν οι συμβαλλόμενοι στην ατομική σύμβαση ναυτικής εργασίας συμφωνήσουν να καταστούν περιεχόμενο της σύμβασης αυτής οι όροι κάποιας ΣΣΝΕ ή και αυτής που έληξε. Τούτο είναι σύμφωνο με τις αρχές της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης και της ελευθερίας των συμβάσεων, που απορρέουν από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, από την οποία συνάγεται ότι είναι δυνατόν να συμφωνηθεί εγκύρως λ.χ. το ύψος του μισθού με παραπομπή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός (ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 51/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 228/2014 ΔΕΕ 2014, 864, ΑΠ 251/2012, ΑΠ 1494/2010, ΑΠ 637/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 225/2002 ΔΕΕ 2003/331, ΑΠ 443/1999 ΔΕΝ 2000/151, ΑΠ 332/1997 ΔΕΕ 1997/1104, ΜονΕφΠειρ 205/2019, ΤριμΕφΠειρ 720/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΤριμΕφΠειρ 12/2011 ΕΝαυτΔ 2011/406, ΤριμΕφΘεσ 262/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γ.Λεβέντης, – Κ. Παπαδημητρίου, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2011, σελ. 521, Ι. Ληξουριώτης, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 2013, σελ. 301). Αν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει ρητή παραπομπή στους όρους συγκεκριμένης ΣΣΝΕ, τότε οι όροι αυτοί καθίστανται και θεωρούνται εξαρχής περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης εργασίας σα να είχαν συμφωνηθεί με ελεύθερη των μερών διαπραγμάτευση σε ατομικό επίπεδο και γενεσιουργός όρος της δεσμευτικότητας τους είναι η ατομική βούληση του εργοδότη και του προσλαμβανομένου εργαζομένου (ΑΠ 256/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Στ.Βλαστός, Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις, 2017, αρ. 124, σελ. 263 – 264). Η παραπομπή μπορεί να γίνει και σε ΣΣΝΕ της οποίας η ισχύς έχει ήδη λήξει, καθόσον εν προκειμένω τα μέρη δεν ενδιαφέρει η δεσμευτική της δύναμη, αλλά η ποιότητα των κανονιστικών ρυθμίσεων που περιείχε. Για το κύρος της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου (ΑΠ 567/2004 ΕΕΔ 2005, 589, ΕφΑθ 6808/1994 ΔΕΝ 1995, 665). Για να καταστεί όμως οποιοσδήποτε όρος ΣΣΝΕ και όρος της ατομικής σύμβασης ναυτικής εργασίας, πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΝΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και των ναυτικών ΣΣΝΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει είτε η νεότερη, αν υπάρχει, ΣΣΝΕ, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους ναυτικούς διατάξεις, αφού ρητά συμφωνήθηκε µε την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα εφαρμοστεί η εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΝΕ (ΑΠ 277/2009 ΕΕΔ 2010, 1353, ΑΠ 860/2010 ΔΕΝ 2010, 1061, Δ.Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο – Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 2011, αρ. 1050α, σελ. 662) είτε, ελλείψει νεότερης, η τελευταία ισχύσασα ΣΣΝΕ εωσότου συναφθεί νέα (ΣΣΝΕ), η οποία για τον ίδιο λόγο θα καταλάβει και την ατομική σύμβαση. Αποτελεί δε, αυτονόητα, ζήτημα πραγματικό το περιεχόμενο της σχετικής συμφωνίας των μερών και το Δικαστήριο κρίνει περί αυτού με βάση τους όρους που αποτυπώθηκαν στο έγγραφο της ατομικής συμφωνίας και, σε περίπτωση άτυπης κατάρτισης της σύμβασης ναυτολόγησης, με βάση το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, όπως και το ναυτικό φυλλάδιο του ενάγοντος (ΜονΕφΠειρ 160/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ή τις αποδείξεις πληρωμής της μισθοδοσίας του (ΜονΕφΠειρ 740/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ασχέτως αν αυτές συντάχθηκαν σε συμμόρφωση προς τις επιταγές του Ν.4254/2014 «Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 85/7.4.2014), αφού μεταξύ των σκοπών του τελευταίου περιλαμβάνεται και η διευκόλυνση της απόδειξης ότι ο εργαζόμενος έλαβε πράγματι τις συμφωνηθείσες αποδοχές (ΑΠ 1385/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
ΙV. Από την εκτίμηση της, περιεχομένης στη ληφθείσα ενώπιον των Δικηγόρου Πειραιώς …………., υπ’ αριθ. ΔΣΠ_ΕΒ_…._2024 από 5.2.2024 ένορκη βεβαίωση, ένορκης κατάθεσης του ……….. ……….., ο οποίος απασχολήθηκε στο κατωτέρω αναφερόμενο πλοίο υπό της δεύτερης εναγομένης με την ειδικότητα του Ναύτη και η οποία (ένορκη βεβαίωση) ελήφθη με την επιμέλεια του ενάγοντος, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης, κατά τα άρθρα 421 και 422 ΚΠολΔ, κλητεύσεως των εναγομένων, όπως προκύπτει από τις με αριθμό ….. και ….. από 31.1.2024 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς ………, της περιεχομένης στη ληφθείσα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, υπ’ αριθ. ……. από 05.02.2024 ένορκη βεβαίωση, ενόρκου καταθέσεως του μάρτυρος …………., ο οποίος απασχολήθηκε στο κατωτέρω αναφερόμενο πλοίο υπό της δεύτερης εναγομένης με την ειδικότητα του Ναυκλήρου και η οποία (ένορκη βεβαίωση) ελήφθη με την επιμέλεια της δεύτερης εναγομένης, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης, κατά τα άρθρα 421 και 422 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τη με αριθμό …… από 31.1.2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……….., κλητεύσεως του ενάγοντος, με επίδοση της σχετικής κλήσεως στον υπογράφοντα την ένδικη αγωγή (σχετικά άρθρο 96, 100 και 143 παρ.1 του ΚΠολΔ) Δικηγόρο Πειραιώς …………, έστω κι αν η επίδοση έλαβε χώρα προ της συζητήσεως αυτής (ένδικης αγωγής), εφόσον ο ανωτέρω υπογράφων την αγωγή δικηγόρος, κατά νόμιμο αμάχητο τεκμήριο, θεωρείται, μέχρι την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο πληρεξούσιος και αυτοδικαίως αντίκλητος του ενάγοντος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στην ανοιγείσα με την αγωγή δίκη, στις οποίες περιλαμβάνεται και η κλήση του εναγομένου, για να παραστεί κατά τη λήψη ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 1330/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), οι οποίες άπασες (οι ένορκες βεβαιώσεις) εκτιμώνται κατά το μέτρο της γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας εκάστου μαρτυρούντος, χωρίς το γεγονός ότι ο ενόρκως υπέρ του ενάγοντος βεβαιών τυγχάνει αντίδικος της δεύτερης εναγομένης, επειδή έχει ασκήσει εναντίον της άλλη, δική του, αγωγή με το ίδιο αντικείμενο να αποκλείει μόνον αυτό την αποδεικτική αξία των λεγομένων του (ΜονΕφΠειρ. 509/2022, αδημ.), όπως αβασίμως υποστηρίζει η δεύτερη εναγομένη, μη εξαρτώντας αυτός (ανωτέρω ενόρκως βεβαιών), εκ του λόγου τούτου, συμφέρον από την παρούσα δίκη, όπως η ίδια (δεύτερη εναγομένη) διατείνεται, ενόψει μάλιστα του ότι, ήδη η διάταξη του άρθρου 400 αρ. 3 ΚΠολΔ κατά το οποίο «Δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες,1) …,2) …, 3) πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη», καταργήθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο ενόρκως βεβαιών μάρτυρας της δεύτερης των εναγομένων τυγχάνει εργαζόμενος σε αυτήν, να αποκλείει την αποδεικτική αξία των λεγομένων του, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο ενάγων και από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι νομότυπα με επίκληση προσκομίζουν, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν για ορισμένα θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω, σε συνδυασμό προς τις μερικές μόνον παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους, αναφέρονται στα παρακάτω ειδικώς μνημονευόμενα θέματα αποδείξεως και εκτιμώνται κατ’ άρθρα 261 εδαφ. β, 352 § 1 και 591 § 1 ΚΠολΔ αλλά και προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει συμβάσεων ναυτικής εργασίας που καταρτίσθηκαν μεταξύ του ενάγοντος, ………, Έλληνα απογεγραμμένου ναυτικού, κατόχου του με αριθμό …… ναυτικού φυλλαδίου της ΝΒ ναυτικής περιφέρειας και των νομίμων εκπροσώπων της δεύτερης εναγόμενης μονοπρόσωπης ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία «……..», ο ενάγων ναυτολογήθηκε την 31.12.2021, 1.4.2022, 27.4.2022, 1.10.2022, 22.11.2022, 1.4.2022 και 25.4.2022, με την ειδικότητα του Ναύτη, στο υπό ελληνική σημαία Ε/Γ – Ο/Γ πλοίο “G”, αριθ. νηολογίου β’ κλάσεως Πειραιά ….., κοχ 15150, κυριότητος της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία «………………», τον εφοπλισμό του οποίου, κατά το ένδικο διάστημα, διέθετε η ανωτέρω δεύτερη εναγομένη εταιρεία. Ο ενάγων υπηρέτησε στο εν λόγω πλοίο από 31.12.2021 έως 1.4.2022, οπότε απολύθηκε λόγω αντικατάστασης ναυτολογίου και μεταφοράς σε νέο, από 1.4.2022 έως 6.4.2022 οπότε απολύθηκε λόγω αδείας έως την 26.4.2022, από 27.4.2022 έως 1.10.2022 οπότε απολύθηκε λόγω αντικατάστασης ναυτολογίου και μεταφοράς σε νέο, από 1.10.2022 έως 25.10.2022 οπότε απολύθηκε λόγω αδείας έως την 13.11.2022, από 22.11.2022 έως 1.4.2023 οπότε απολύθηκε λόγω αντικατάστασης ναυτολογίου και μεταφοράς σε νέο, από 1.4.2023 έως 18.4.2023, οπότε απολύθηκε λόγω ασθενείας και από 25.4.2023 έως 3.8.2023 οπότε απολύθηκε λόγω αδείας έως την 3.9.2023. Όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από 1.1.2022, 27.4.2022, 14.2.2023, 26.2.2023, 25.4.2023 και 7.6.2023 έγγραφες συμβάσεις ναυτικής εργασίας, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων, είχε συμφωνηθεί ότι ο ενάγων θα αμείβεται με «κλειστό μισθό», ανερχόμενο στο ποσό των ευρώ 3.350,49 μικτά με την πρώτη, δεύτερη και πέμπτη εξ αυτών, στο ποσό των ευρώ 3.148,75 μικτά με την τρίτη εξ αυτών και στο ποσό των ευρώ 3.461,43 με την τέταρτη και έκτη εξ αυτών. Στις ίδιες συμβάσεις περιελήφθησαν όροι κατά τους οποίους «Ο βασικός μισθός ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της κατηγορίας που υπάγεται το Πλοίο», «…στον εν λόγω κλειστό μηνιαίο μισθό συμπεριλαμβάνονται: βασικός μισθός, επίδομα Κυριακών, επίδομα Σαββάτων και αργιών, επίδομα άδειας και τροφοδοσίας, επίδομα υπερωριών, τυχόν επίδομα εταιρίας καθώς και όλα τα διάφορα επιδόματα που προβλέπονται από την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας» και «Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας που έχει εφαρμογή: Εφαρμοστέα τυγχάνει η εκάστοτε Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων.». Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2022 έως 6.4.2022 της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων που είναι επίδικο, αφού ο ενάγων δεν προβάλει απαιτήσεις από την εργασία του γεννηθείσες προγενεστέρως, ίσχυσε η ΣΣΝΕ των Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2022, που υπογράφηκε στις 13.12.2021, κυρώθηκε στις 9.2.2022 με την υπ’ αριθμ. 2242.5-1.5/8785/2022 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 663) στις 15.2.2022 και τούτο διότι οι φορείς της συλλογικής αυτονομίας που την συνομολόγησαν περιέλαβαν σ’ αυτήν ρήτρα (την ακροτελεύτια) περί αναδρομικής από 1.1.2022 ισχύος της, η οποία κατέλαβε έτσι και τους διαδίκους, οι οποίοι αμφότεροι ήσαν, κατά το έτος 2022, μέλη των συλλογικών οργανώσεων που συνυπέγραψαν τη συγκεκριμένη ΣΣΝΕ και, ειδικότερα, ο μεν ενάγων μέλος της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας [ΠΝΟ], όπως πιστοποιείται από το γεγονός της παρακρατήσεως από τις μηνιαίες αποδοχές του εισφοράς υπέρ αυτής, η δε δεύτερη εναγόμενη μέλος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας [ΣΕΕΝ], όπως ισχυρίσθηκε ο ενάγων ήδη με την αγωγή του, αφού αυτός ισχυρίσθηκε σχετικά « … ως μέλη, τόσο εγώ, όσο και οι αντίδικοι, των σωματείων που συμβάλλονται για την υπογραφή των ΣΣΝΕ αυτών…» και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς υπό της δεύτερης εναγομένης, για το λόγο ότι κατά το χρόνο της υπογραφής της εν λόγω ΣΣΝΕ η εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος δεν είχε λυθεί (περί του ότι η αναδρομική ισχύς που εγκύρως δίδεται στις ΣΣΝΕ κατά τη σύναψή τους καταλαμβάνει ενοχικώς όσες ατομικές συμβάσεις των μελών των οργανώσεων που συμβλήθηκαν καταρτίστηκαν πριν την υπογραφή τους και δεν είχαν λυθεί ή λήξει μέχρι τότε βλ. ΜονΕφΠειρ. 464/2021 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς και 371/2016, 376/2016, 719/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η εν λόγω ΣΣΝΕ ίσχυσε και κατά το χρονικό διάστημα από 27.4.2022 έως 31.12.2022. Επίσης, απεδείχθη ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2023 έως 3.8.2023 των ενδίκων ναυτολογήσεων, ίσχυσε μεταξύ των συμβαλλομένων (ενάγοντος και δεύτερης εναγομένης) η ΣΣΝΕ των Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2023, που υπογράφηκε στις 10.3.2023, κυρώθηκε στις 17.7.2023 με την υπ’ αριθμ. 2242.5-1.5/51894/2023 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 4621) στις 19.7.2023 και τούτο διότι, οι φορείς της συλλογικής αυτονομίας που την συνομολόγησαν περιέλαβαν σ’ αυτήν ρήτρα (άρθρο 39 Α Μέρους) περί αναδρομικής από 1.1.2023 ισχύος της, η οποία κατέλαβε έτσι και τους διαδίκους [ενάγων και δεύτερη εναγομένη εταιρεία], οι οποίοι αμφότεροι ήσαν κατά το έτος 2023 μέλη των συλλογικών οργανώσεων που συνυπέγραψαν τη συγκεκριμένη ΣΣΝΕ και, ειδικότερα, ο μεν ενάγων μέλος της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας [ΠΝΟ], όπως πιστοποιείται από το γεγονός της παρακρατήσεως από τις μηνιαίες αποδοχές του εισφοράς υπέρ αυτής, η δε δεύτερη εναγόμενη μέλος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας [ΣΕΕΝ], όπως αναλύεται ανωτέρω, για το λόγο ότι κατά το χρόνο της υπογραφής της εν λόγω ΣΣΝΕ (10.3.2023) η τρίτη των ενδίκων εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος, ως προς την οποία ειδικώς αμφισβητείται από την δεύτερη εναγομένη η ορθότητα της εφαρμογής της εν λόγω ΣΣΝΕ με την εκκαλουμένη απόφαση, δεν είχε λυθεί, αφού αυτή ελύθη την 18.4.2023. Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα εργασίας του ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίου κατά το έτος 2022, στη σχέση εργασίας του με τη δεύτερη εναγομένη εφαρμόζονταν η ΣΣΝΕ των Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2022 και καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα εντός του έτους 2023 στη σχέση εργασίας αυτού (ενάγοντος) εφαρμόζονταν η ΣΣΝΕ των Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2023, έστω και χωρίς ειδική αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου πρώτου λόγου της έφεσης της δεύτερης εναγομένης, Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 και 13 § 1 των ως άνω εφαρμοζομένων εν προκειμένω ΣΣΝΕ, οι ώρες υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας εν πλω και στο λιμένα, ορίζονται σε σαράντα (40) εβδομαδιαίως, δηλαδή οκτώ (8) ώρες ημερησίως από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 6, για τις διανυόμενες μηνιαίως Κυριακές εν πλω και στο λιμένα καταβάλλεται ιδιαίτερη αμοιβή, υπό τύπο επιδόματος, για τις μέχρι οκταώρου εργασίες κατά Κυριακή, ανερχόμενη μηνιαίως σε ποσοστό 22% επί του βασικού μισθού (μισθού ενέργειας). Όπως διευκρινίζεται με την § 2 του ίδιου άρθρου, το επίδομα αυτό θα καταβάλλεται σε όλο το πλήρωμα και για όλες τις Κυριακές, ανεξαρτήτως παροχής υπηρεσίας εκ μέρους του. Η διευκρίνιση αυτή έχει προδήλως την έννοια ότι, εάν παρασχεθεί παρά ταύτα εργασία εντός του οκταώρου, αυτή δεν θεωρείται υπερωριακή, αλλά εμπίπτει στην αμοιβή του 22% του βασικού μισθού, που καλύπτει το επίδομα αυτό, ενώ υπερωριακή είναι η πέραν του οκταώρου εργασία της Κυριακής (ΜονΕφΠειρ 328/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 626/2014 ΕλλΔνη 2015.508, όπου και περαιτέρω παραπομπές στη νμλγ.), αμειβομένη, όμως, με προσαύξηση 25% και όχι 50% (ΕφΠειρ 630/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 735/2006 ΕΝαυτΔ 34.351, ΕφΠειρ 567/2005 ΕΝαυτΔ 33.345). Επίσης, εξ ολοκλήρου υπερωριακά αμείβεται και η εργασία που παρέχεται κατά τα Σάββατα και τις αργίες (άρθρα 11 και 13 § 5), δηλαδή την 1η του έτους, την εορτή των Θεοφανίων, την Καθαρά Δευτέρα, την 25η Μαρτίου, τη Μεγάλη Παρασκευή, την Δευτέρα του Πάσχα, την εορτή του Αγίου Γεωργίου, την 1η Μαΐου, την εορτή της Αναλήψεως, την 15η Αυγούστου, την 14η Σεπτεμβρίου, την 28η Οκτωβρίου, την εορτή του Αγίου Νικολάου, την εορτή των Χριστουγέννων, την 26η Δεκεμβρίου και τις καθορισμένες ως ημέρες αργίας τοπικές εορτές ελληνικών λιμένων ναυλοχίας του πλοίου (άρθρο 18). Η πρόσθετη υπερωριακή απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις ως άνω αργίες αμείβεται ανά ώρα με βάση το ωρομίσθιο, που κατ’ άρθρο 13 § 1 εδαφ. β και γ των ιδίων ΣΣΝΕ, υπολογίζεται ως πηλίκο της διαίρεσης του μισθού ενέργειας, όπως αυτός καθορίζεται στη διάταξη του άρθρου 1 § 1 αυτής, δια του αριθμού των ωρών της μηνιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης των ναυτικών, δηλαδή δια του αριθμού εκατόν εβδομήντα τρία (52 εβδομάδες του έτους 12 μήνες = 4,33 Χ 40 ώρες εβδομαδιαίας υποχρεωτικής απασχόλησης = 173). Ακολούθως, το ωρομίσθιο προσαυξάνεται κατά 50% (άρθρο 13 § 5). Επίσης, η υπερωριακή εργασία που παρέχεται κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές (πέραν του πρώτου οκταώρου εργασίας) αμείβεται ανά ώρα με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% (άρθρο 13 § 2), ενώ, κατά το άρθρο 18 § 2, για τον υπολογισμό των ωρών εργασίας κατά τις ημέρες αργίας ανά μήνα πολλαπλασιάζεται ο μέσος μηνιαίος όρος αργιών (16 αργίες ετησίως δια 12 μήνες = 1,33) με τον αριθμό των ωρών της ημερήσιας απασχόλησης για κάθε αργία (1,33 Χ 8 ώρες = 10,67 ώρες μηνιαίως). Ενόψει όσων προεκτέθηκαν, κατά τη ΣΣΝΕ του έτους 2022 (άρθρα 1, 3, 6, 8 § 13, 10 § 4 και 15 §§ 1, 2) ο μηνιαίος μισθός ενεργείας του Ναύτη ορίστηκε στο ποσό των χιλίων διακοσίων σαράντα ευρώ και ενενήντα ενός λεπτών (1.240,91 €), το επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενέργειας, δηλαδή σε διακόσια εβδομήντα τρία ευρώ (273,00 €), το αντίτιμο της σε είδος παρεχόμενης τροφοδοσίας σε είκοσι ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (20,58 €) την ημέρα, δηλαδή σε εξακόσια δέκα επτά ευρώ και σαράντα λεπτά (20,58 € Χ 30 ημέρες = 617,40 €) το μήνα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας σε τριάντα επτά ευρώ και εβδομήντα τέσσερα λεπτά (37,74 €) και οι αποδοχές της άδειας του ως έχοντα συμπληρώσει διετή τουλάχιστον θαλάσσια υπηρεσία μετά τροφοδοσίας σε τετρακόσια σαράντα έξι ευρώ και ενενήντα επτά λεπτά [(μισθός ενεργείας 1.240,91 ευρώ + επίδομα Κυριακών 273,00 ευρώ δια 22 επί 5 =) 344,07 + (20,58 ευρώ Χ 5 ημέρες =) 102,90 =] 446,97 €, το δε ωρομίσθιο του Ναύτη καθορίστηκε στο χρηματικό ποσό των επτά ευρώ και δέκα επτά λεπτών (7,17 €) και με τις προσαυξήσεις 25% και 50% σε οκτώ ευρώ και ενενήντα έξι λεπτά (8,96 €) και σε δέκα ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτά (10,76 €), αντίστοιχα. Οι συνολικές, επομένως, με βάση την αμέσως ανωτέρω ΣΣΝΕ ελάχιστες αποδοχές του ενάγοντος κατά το έτος 2022, μη συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος ιματισμού, ανέρχονταν σε δύο χιλιάδες εξακόσια δέκα έξι ευρώ και δύο λεπτών (2.616,02 €). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη ΣΣΝΕ του έτους 2023, ο μηνιαίος μισθός ενεργείας του Ναύτη ορίστηκε στο ποσό των χιλίων τριακοσίων δέκα πέντε ευρώ και τριάντα έξι λεπτών (1.315,36 €), το επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενέργειας, δηλαδή σε διακόσια ογδόντα εννέα ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτών (289,38 €), το αντίτιμο της σε είδος παρεχόμενης τροφοδοσίας σε είκοσι ένα ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών (21,81 €) την ημέρα, δηλαδή σε εξακόσια πενήντα τέσσερα ευρώ και τριάντα λεπτών (21,81 € Χ 30 ημέρες = 654,30 €) το μήνα, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας σε σαράντα ευρώ (40,00 €) και οι αποδοχές της άδειας του ως έχοντα συμπληρώσει διετή τουλάχιστον θαλάσσια υπηρεσία μετά τροφοδοσίας σε τετρακόσια εβδομήντα τριών ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτά [(μισθός ενεργείας 1.315,36 ευρώ + επίδομα Κυριακών 289,38 ευρώ : 22 Χ 5 ημέρες =) 364,71 + (21,81 Χ5=) 109,05 =] 473,76 €, το δε ωρομίσθιο του Ναύτη καθορίστηκε στο χρηματικό ποσό των επτά ευρώ και εξήντα λεπτών (7,60 €) και με τις προσαυξήσεις 25% και 50% σε εννέα ευρώ και πενήντα λεπτά (9,50 €) και σε ένδεκα ευρώ και σαράντα λεπτά (11,40 €) αντίστοιχα. Οι συνολικές, επομένως, ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος κατά το έτος 2023, μη συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος ιματισμού, ανέρχονταν σε δύο χιλιάδες επτακόσια εβδομήντα δύο ευρώ και ογδόντα λεπτών (2.772,80 €). Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, τα γενικά και ειδικά καθήκοντα και οι λοιπές εργασιακές υποχρεώσεις των Ναυτών που εργάζονταν στο ανωτέρω πλοίο, ορίζονται στον Κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας που ισχύει για τα, υπό ελληνική σημαία, επιβατηγά πλοία χωρητικότητας μείζονος των πεντακοσίων (500) κόρων (ΒΔ 683/1960, ΦΕΚ Α΄ 158/4.8.1960), στις διατάξεις των άρθρων 62 και 63 του οποίου, ορίζεται ότι, οι ναύτες τελούν υπό τις διαταγές και τον έλεγχο του ναύκληρου και βοηθούν αυτόν και τον υποναύκληρο στην εκτέλεση των καθηκόντων τους και, ειδικότερα, εκτελούν, αφενός μεν κατά φυλακές (βάρδιες), τις εργασίες πηδαλιούχου, οπτήρα και αγγελιοφόρου γέφυρας, αφετέρου δε εκτός φυλακής (βάρδιας), μεταξύ άλλων, τις εργασίες καθαριότητας και συντηρήσεως του σκάφους και των σωσιβίων μέσων του, όπως και κάθε εργασία σχετική προς την ειδικότητά τους. Επιπλέον, στις διατάξεις των άρθρων 136 § 1 και 137 του ιδίου Κανονισμού, ορίζεται ότι: «Οι διηρημένοι εις τας γενικάς εργασίας καταστρώματος άνδρες εργάζονται υπό την επίβλεψιν του Ναυκλήρου και του Υπαναυκλήρου ένδον εις καθαρισμούς, αποσκωρίασιν ελασμάτων, χρωματισμούς, καθαρισμόν των υδροσυλλεκτών και δεξαμενών πρωραίας και πρυμναίας ζυγοσταθμίσεως, προετοιμασίαν των κυτών διά φόρτωσιν ή εκφόρτωσιν, ευθέτισιν εξαρτίων και αγομένων, εις πρωρατικά έργα, ευθέτισιν των αποθηκών υλικών συντηρήσεως σκάφους και των κυτών προς πρόληψιν μετατοπίσεως, αναμίξεως, βλάβης, φθοράς ή κλοπής του φορτίου πυρκαϊάς, τοποθέτησιν παραφραγμάτων φορτίου και εις πάσαν άλλην εργασίαν της ειδικότητός των, διατασσομένην υπό του Υπάρχου (άρθρο 136 § 1) και ότι: “1. Το προσωπικόν καταστρώματος κατανέμεται κατά τον κατάπλουν, την αγκυροβολίαν, την άπαρσιν και τον απόπλουν επί τη βάσει του οικείου πίνακος διαιρέσεως προσωπικού ως εξής: α) Ο Πλοίαρχος επί της γεφύρας, β) ο Ύπαρχος όπου θεωρείται αναγκαίον, γ) ο Υποπλοίαρχος εις το πρόστεγον μετά του Ναυκλήρου και ανδρών καταστρώματος, δ) ο Ανθυποπλοίαρχος εις το επίστεγον μετά του Υποναυκλήρου και ανδρών καταστρώματος…, ε) ο Δόκιμος αξιωματικός επί της γεφύρας διά την διαβίβασιν των παραγγελμάτων, στ) ο Πηδαλιούχος εις το πηδάλιον. 2. Κατά τον κατάπλουν και την αγκυροβολίαν, την μεθόρμισιν ως και την άπαρσιν και τον απόπλουν, δεν τηρούνται αι συνήθεις ώραι εργασίας, αλλά πάντες εργάζονται διά την κανονικήν και ασφαλή αγκυροβολίαν και όρμισιν του πλοίου ή διά την κανονικήν άπαρσιν αυτού και πέραν έτι των ωρών εργασίας, χωρίς τούτο να θεωρήται υπερωρία. Εάν το πλοίον είναι ηγκυροβολημένον εις ανοικτόν όρμον ή εις άλλο αγκυροβόλιον ουχί ασφαλές δύναται κατά την κρίσιν του Πλοιάρχου να εξακολουθήση η εργασία κατά φυλακάς ως εν πλώ” (άρθρο 137). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 146 § 2 του ιδίου ΒΔ «εν όρμω το προσωπικόν καταστρώματος υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπάρχου και υπό την διεύθυνσιν του Ναυκλήρου, ασχολείται εις καθαρισμούς, υποσκωρίασιν ελασμάτων χρωματισμούς, καθαρισμόν υδροσυλλεκτών και δεξαμενών, ευθέτισιν εξαρτίων και αγομένων, πρωρατικά έργα και εις πάσαν άλλην εργασίαν σκάφους, διατασσομένην υπό του Υπάρχου, συμφώνως προς το ωρολόγιον πρόγραμμα ημερησίας εργασίας εν όρμω, χειμερινόν ή θερινόν, αναλόγως της εποχής του έτους». Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, μεταξύ άλλων, πρώτον, ότι στα λιμάνια προσέγγισης του πλοίου το προσωπικό καταστρώματος μετέχει σύσσωμο στις εργασίες κατάπλου (πρόσδεση και αγκυροβολία) και απόπλου (απόδεση και άπαρση) και δεύτερον, ότι η εργασία αυτή, ακόμα και αν εκτείνεται πέραν του οκταώρου της καθημερινής απασχόλησης των ναυτών, δεν θεωρείται υπερωριακή. Όμως, η τελευταία αυτή ρύθμιση υποχωρεί, καθόσον στη (μεταγενέστερη και ειδικότερη) διάταξη του άρθρου 13 § 1 της ως άνω ΣΣΝΕ, που έχει ισχύ νόμου, ορίζεται αντιθέτως ότι, για όλες τις εργασίες που εκτελούνται στο λιμάνι πέραν των κανονικών εργασίμων ωρών, ο ναυτικός δικαιούται πρόσθετη αμοιβή, επειδή οι εργασίες αυτές, στις οποίες ρητά συμπεριλαμβάνονται και αυτές κατά τον κατάπλου και τον απόπλου, θεωρούνται υπερωριακές (ΜονΕφΠειρ 602/2015, 85/2015, 618/2014, 539/2014, 23/2014, όλες δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια των ενδίκων ναυτολογήσεων του ενάγοντος, όπως έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και δεν αμφισβητείται ειδικώς υπό των διαδίκων, το ανωτέρω πλοίο, εκτελούσε τα ακόλουθα δρομολόγια: [Α] Κατά τη διάρκεια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων ήτοι από 1.1.2022 έως 6.4.2022: (α) Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2022 έως 24.2.2022 εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Χανιά με επιστροφή και συγκεκριμένα αφού κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 06.30 αναχωρούσε εκ νέου ώρα 21.00 της ίδιας ημέρας με προορισμό τα Χανιά, όπου κατέπλεε ώρα 06.00 της επομένης ημέρας και απέπλεε εκ νέου με προορισμό τον Πειραιά την ίδια ημέρα ώρα 21.00, κατέπλεε δε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 06.30 της επομένης ημέρας, και συνέχιζε το ίδιο δρομολόγιο και (β) κατά το χρονικό διάστημα από 25.2.2022 έως 6.4.2022 εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Χανιά με επιστροφή και συγκεκριμένα, αφού κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 06.00, αναχωρούσε εκ νέου ώρα 21.00 της ίδιας ημέρας με προορισμό τα Χανιά, όπου κατέπλεε ώρα 05.30 της επομένης ημέρας και απέπλεε εκ νέου με προορισμό τον Πειραιά την ίδια ημέρα ώρα 22.00, κατέπλεε δε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 06.00 της επομένης ημέρας, και συνέχιζε το ίδιο δρομολόγιο. [Β] Κατά τη διάρκεια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων από 27.4.2022 έως 25.10.2022 (α) εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Χανιά με επιστροφή και συγκεκριμένα, αφού κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 06.00, αναχωρούσε εκ νέου ώρα 21.00 της ίδιας ημέρας με προορισμό τα Χανιά, όπου κατέπλεε ώρα 05.30 της επομένης ημέρας και απέπλεε εκ νέου με προορισμό τον Πειραιά την ίδια ημέρα ώρα 22.00, κατέπλεε δε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 06.00 της επομένης ημέρας, και συνέχιζε το ίδιο δρομολόγιο, πλην (β) των ημερών 2, 3, 8, 9, 10, 15, 16, 17, 20, 21, 22, 23, 24, 27, 28, 29, 30 και 31.7, και 3, 4, 5, 6, 7, 12, 13, 14, 17, 18, 19, 20, 21, 24, 25, 27, 28 και 30.9.2022οπότε εκτελούσε το αμέσως ανωτέρω δρομολόγιο και επιπλέον ένα ημερήσιο δρομολόγιο και δη αναχωρούσε κατά περίπτωση από το λιμάνι του Πειραιά και των Χανίων ώρα 10.00 και κατέπλεε αντίστοιχα στο λιμάνι Χανίων ή Πειραιά ώρα 18.00. [Γ] Κατά τη διάρκεια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων από 22.11.2022 έως 18.4.2023 (α) κατά το χρονικό διάστημα από 22.11.2022 έως 12.2.2023 εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Χανιά, με επιστροφή και συγκεκριμένα, αφού κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 06.00, αναχωρούσε εκ νέου ώρα 21.00 της ίδιας ημέρας με προορισμό τα Χανιά, όπου κατέπλεε ώρα 05.30 της επομένης ημέρας και απέπλεε εκ νέου με προορισμό τον Πειραιά την ίδια ημέρα ώρα 22.00, κατέπλεε δε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 06.00 της επομένης ημέρας, και συνέχιζε το ίδιο δρομολόγιο, (β) κατά το χρονικό διάστημα από 13.2.2023 έως 26.2.2023 ήταν ακινητοποιημένο προς εκτέλεση εργασιών ετήσιας επιθεώρησης, (γ) κατά το χρονικό διάστημα από 27.2.2023 έως 14.3.2023 κάθε Τετάρτη, αφού κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 08.40, απέπλεε εκ νέου ώρα 18.00 της ίδιας ημέρας (Τετάρτης) για Σύρο, όπου κατέπλεε ώρα 22.05 απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 22.30 για Πάτμο, όπου κατέπλεε ώρα 02.40 της επομένης ημέρας Πέμπτης και αναχωρούσε την ίδια ημέρα ώρα 03.10 για Λέρο (αφ. 04.15 – αν. 04.45), Κάλυμνο (αφ. 05.50 – αν. 06.20), Κω (αφ. 07.10 – αν. 07.57) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ρόδου ώρα 11.05 της ίδιας ημέρας, από το οποίο απέπλεε εκ νέου ώρα 16.00 για Κω (αφ. 19.10 – αναχ. 19.55), Κάλυμνο (αφ. 20.40 – αν. 21.15), Λέρο (αφ. 22.20 – αναχ. 22.50), Πάτμο (αφ. 23.55 – αναχ. 00.25 της επομένης ημέρας Παρασκευής) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 09.10 της ίδιας ημέρας (Δευτέρας). Απέπλεε δε εκ νέου από τον εν λόγω λιμένα την ίδια ημέρα ώρα 18.00 για Σύρο (αφ. 22.05 – αν. 22.35), Πάτμο (αφ. 02.40 της επομένης ημέρας Σάββατο – αν. 03.10), Λέρο (αφ. 04.15 – αν. 04,45), Κάλυμνο (αφ. 05.50 – αν. 06.20), Κω (αφ. 07.10 – αν. 07.55) κατέπλεε δε στο λιμάνι της Ρόδου ώρα 11.05 της ίδιας ημέρας, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 16.00 της επομένης ημέρας (Κυριακής) για Κω (αφ. 19.10 – αναχ. 19.55), Κάλυμνο (αφ. 20.45 – αναχ. 21.15), Λέρο (αφ. 22.20 – αναχ. 22.50), Πάτμο (αφ. 23.25 – αναχ. 00.25 της επομένης ημέρας Δευτέρας), Σύρο (αφ. 04.30 – αν. 05.00), κατέπλεε δε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 09.10 της ίδιας ημέρας (Δευτέρα). Απέπλεε δε εκ νέου από το εν λόγω λιμάνι ώρα 18.00 της ίδιας ημέρας για Σύρο (αφ. 22.05 – αν. 22.35), Πάτμο (αφ. 02.40 της επομένης ημέρας Τρίτης – αν. 03.10), Λέρο (αφ. 04.15 – αν. 04.45), Κώ (αφ. 06.35 – αν. 07.20) κατέπλεε δε στο λιμάνι της Ρόδου ώρα 10.25 της ίδιας ημέρας, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 16.00 για Κω (αφ. 19.10 – αναχ. 19.55), Λέρο (αφ. 21.40 – αν. 22.10), Πάτμο (αφ. 23.15 – αν. 23.45) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 08.40 της επομένης ημέρας Τετάρτης, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 18.00 της ίδιας ημέρας και ακολουθούσε το ίδιο ως άνω δρομολόγιο. (γ) κατά το χρονικό διάστημα από 15.3.2023 έως 18.4.2023 εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Χανιά με επιστροφή και συγκεκριμένα, αφού κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 06.00, αναχωρούσε εκ νέου ώρα 21.00 της ίδιας ημέρας με προορισμό τα Χανιά, όπου κατέπλεε ώρα 05.30 της επομένης ημέρας και απέπλεε εκ νέου με προορισμό τον Πειραιά την ίδια ημέρα ώρα 22.00, κατέπλεε δε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 06.00 της επομένης ημέρας, και συνέχιζε το ίδιο δρομολόγιο, πλην (β) των ημερών 13.4 και 18.4.2023, οπότε εκτελούσε το αμέσως ανωτέρω δρομολόγιο και επιπλέον ένα ημερήσιο δρομολόγιο και δη αναχωρούσε κατά περίπτωση από το λιμάνι του Πειραιά και των Χανίων ώρα 10.00 και κατέπλεε αντίστοιχα στο λιμάνι Χανίων ή Πειραιά ώρα 18.30 και [Δ] Κατά τη διάρκεια της τέταρτης των ενδίκων ναυτολογήσεων από 25.4.2023 έως 3.8.2023 (α) κατά το χρονικό διάστημα από 25.4.2023 έως 6.6.2023, εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Χανιά με επιστροφή και συγκεκριμένα, αφού κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 06.00, αναχωρούσε εκ νέου ώρα 21.00 της ίδιας ημέρας με προορισμό τα Χανιά, όπου κατέπλεε ώρα 05.30 της επομένης ημέρας και απέπλεε εκ νέου με προορισμό τον Πειραιά την ίδια ημέρα ώρα 22.00, κατέπλεε δε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 06.00 της επομένης ημέρας, και συνέχιζε το ίδιο δρομολόγιο, (β) κατά το χρονικό διάστημα από 7.6.2023 έως 27.7.2023 κάθε Τρίτη, αφού κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 12.20, απέπλεε εκ νέου ώρα 18.00 της ίδιας ημέρας (Τρίτης) για Βαθύ, όπου κατέπλεε ώρα 02.55 της επομένης ημέρας (Τετάρτης) απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 03.35 για Κω (αφ. 08.00 – αν. 08.45) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ρόδου ώρα 12.00 της ίδιας ημέρας, από το οποίο απέπλεε εκ νέου ώρα 16.00 για Κω (αφ. 19.15 – αναχ. 19.45), Βαθύ (αφ. 00.10 της επομένης ημέρας Πέμπτης– αν. 00.40) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 09.35 της ίδιας ημέρας (Πέμπτης). Απέπλεε δε εκ νέου από τον εν λόγω λιμένα την ίδια ημέρα ώρα 18.00 για Βαθύ, όπου κατέπλεε ώρα 02.55 της επομένης ημέρας (Παρασκευής) απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 03.35 για Κω (αφ. 08.00 – αν. 08.45) και κατέπλεε στο λιμάνι της Ρόδου ώρα 12.00 της ίδιας ημέρας, από το οποίο απέπλεε εκ νέου ώρα 16.00 για Κω (αφ. 19.15 – αναχ. 19.45), Βαθύ (αφ. 00.10 της επομένης ημέρας Σαββάτου– αν. 00.40) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 09.35 της ίδιας ημέρας (Σαββάτου). Απέπλεε δε εκ νέου από τον εν λόγω λιμένα την επομένη ημέρα Κυριακή ώρα 18.00 για Βαθύ, όπου κατέπλεε ώρα 02.55 της επομένης ημέρας (Δευτέρας) απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 03.35 για Πάτμο (αφ. 06.00 – αν. 06.20), Λέρο (αφ. 07.30 – αν. 07,50), Κω (αφ. 09.45 – αν. 10.10), Σύμη (αφ. 12.45 – αν. 13.00), κατέπλεε δε στο λιμάνι της Ρόδου ώρα 14.10 της ίδιας ημέρας, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 16.00 της ίδιας ημέρας (Δευτέρας) για Σύμη (αφ. 17.10 – αναχ. 17.25), Κω (αφ. 20.00 – αναχ. 20.30), Λέρο (αφ. 22.25 – αναχ. 22.45), Πάτμο (αφ. 23.55 – αναχ. 00.15 της επομένης ημέρας Τρίτης), Βαθύ (αφ. 03.00 – αν. 03.25), κατέπλεε δε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 12.20 της ίδιας ημέρας (Τρίτης), απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 18.00 της ίδιας ημέρας και ακολουθούσε το ίδιο ως άνω δρομολόγιο. Ειδικώς την 22.7.2023 ημέρα Σάββατο, το πλοίο μετά την άφιξή του στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 09.35 απέπλευσε εκ νέου ώρα 12.00, με προορισμό το λιμάνι της Ρόδου όπου κατέπλευσε ώρα 00.30 της επομένης ημέρας Κυριακής, απ’ όπου απέπλευσε εκ νέου ώρα 02.30 της ίδια ημέρας με προορισμό το λιμάνι του Πειραιά, όπου κατέπλευσε ώρα 15.00 και συνέχισε το ανωτέρω τακτικό του δρομολόγιο. Ειδικώς την 22.7.2023 ημέρα Σάββατο, το εν λόγω πλοίο μετά την άφιξή του ώρα 09.36 στο λιμάνι του Πειραιά απέπλευσε εκ νέου ώρα 12.00 με προορισμό το λιμάνι της Ρόδου όπου κατέπλευσε ώρα 00.30 της επομένης ημέρας Κυριακής απ’ όπου απέπλευσε εκ νέου ώρα 02.30 της ίδιας ημέρας με προορισμό τον Πειραιά, όπου κατέπλευσε ώρα 15.00, απ’ όπου απέπλευσε εκ νέου ώρα 18.00 προς εκτέλεση του τακτικού του δρομολογίου. Και (γ) κατά το χρονικό διάστημα από 28.7.2023 έως 3.8.2023, την 28.7.2023 ημέρα Παρασκευή, αναχώρησε από το λιμάνι της Ρόδου ώρα 22.00 για Κω (αφ. 01.15 της επομένης ημέρας Σαββάτου 29.7.2023 – αν. 01.45), Βαθύ (αφ. 06.10 – αν. 06.40) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 15.35 της ίδιας ημέρας (Σαββάτου). Απέπλεε δε εκ νέου από τον εν λόγω λιμένα την ίδια ημέρα ώρα 18.30 για Ρόδο, όπου κατέπλεε ώρα 07.00 της επομένης ημέρας (Κυριακής 30.7.2023) απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 09.00 για το λιμάνι του Πειραιά όπου κατέπλευσε ώρα 21.30 της ίδιας ημέρας. Από το εν λόγω λιμάνι απέπλευσε την επομένη ημέρα Δευτέρα 31.7.2023 για Βαθύ, όπου κατέπλεε ώρα 09.25 απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 09.45 για Πάτμο (αφ. 12.30 – αν. 12.50), Λέρο (αφ. 14.00 – αν. 14.20), Κω (αφ. 16.15 – αν. 16.40), Σύμη (αφ. 19.15 – αν. 19.30), κατέπλεε δε στο λιμάνι της Ρόδου ώρα 20.40, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 22.30 της ίδιας ημέρας (Δευτέρας) για Σύμη (αφ. 23.40 – αναχ. 23.55), Κω (αφ. 02.30 της επομένης ημέρας Τρίτης 1/8/2023 – αναχ. 03.00), Λέρο (αφ. 04.55 – αναχ. 05.15), Πάτμο (αφ. 06.25 – αναχ. 06.45), Βαθύ (αφ. 09.30 – αν. 09.55), κατέπλεε δε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 18.50, απ’ όπου απέπλεε εκ νέου ώρα 23.30 της ίδιας ημέρας (Τρίτης) για Βαθύ (αφ. 08.25 της επομένης ημέρας Τετάρτης – αν. 09.05), Κω (αφ. 13.30 – αν. 14.15), Ρόδος (αφ. 17.30 – αν. 20.00), Κω (αφ. 23.15- αν. 23.45) Βαθύ (αφ. -04.10 της επομένης ημέρας Πέμπτης (3.8.2023) – αν. 04.40) και κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά ώρα 13.35 της ίδιας ημέρας (Πέμπτης). Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες μηνιαίες αποδείξεις μισθοδοσίας, η δεύτερη εναγόμενη κατέβαλε στον ενάγοντα για κάθε μήνα πλήρους απασχόλησής του, σταθερή κατ’ αποκοπή αμοιβή για υπερωριακή εργασία κατά τα Σάββατα και τις αργίες, ανερχομένη στο ποσό των ευρώ 491,27 κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Δεκέμβριο 2022 και Ιανουάριο, Μάιο και Ιούνιο 2023, το ποσό των ευρώ 491,26 τον μήνα Φεβρουάριο 2023, το ποσό των ευρώ 491,28 τον μήνα Μάρτιο 2023, το ποσό των ευρώ 520,74 τον μήνα Ιούλιο 2023. Κατά τους υπόλοιπους μήνες ναυτολογήσεως του ενάγοντος, του καταβάλλονταν αμοιβή για την ανωτέρω αιτία, αλλά αναλογούσα στις ημέρες απασχόλησής του καθ’ έκαστο μήνα και συγκεκριμένα για την ίδια αιτία του κατεβλήθη για το χρονικό διάστημα από 1.4. έως 6.4.2022 το ποσό των ευρώ 98,25, για το χρονικό διάστημα από 27.4.2022 έως 30.4.2022 το ποσό των ευρώ 65.50, για το χρονικό διάστημα από 1.10 έως 25.10.2022 το ποσό των ευρώ 409,38, για το χρονικό διάστημα από 22.11. έως 30.11.2022 το ποσό των ευρώ 147,38, για το χρονικό διάστημα από 1.4 έως 18.4.2023 το ποσό των ευρώ 294,76, για το χρονικό διάστημα από 25.4 έως 30.4.2023 το ποσό των ευρώ 98,25 και για το χρονικό διάστημα από 1.8 έως 3.8.2023 το ποσό των ευρώ 52,07. Προσθέτως, από τα αυτά ως άνω έγγραφα της μισθοδοσίας του ενάγοντος, αποδεικνύεται ότι, η δεύτερη εναγόμενη κατέβαλε στον ενάγοντα παγίως, χρηματικά ποσά, προκειμένου να καλύπτεται η υπερωριακή του εργασία κατά τις καθημερινές εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και τις Κυριακές. Συγκεκριμένα, στον ενάγοντα καταβλήθηκε για την αιτία αυτή το ποσό των ευρώ 537,97 κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Δεκέμβριο 2022 και Ιανουάριο, Μάιο 2023, το ποσό των ευρώ 473,41 τον μήνα Φεβρουάριο 2023, το ποσό των ευρώ 587,28 τον μήνα Μάρτιο 2023, το ποσό των ευρώ 616,87 τον μήνα Ιούνιο 2023, το ποσό των ευρώ 674,78 τον μήνα Ιούλιο 2023. Κατά τους υπόλοιπους μήνες ναυτολογήσεως του ενάγοντος, του καταβάλλονταν αμοιβή για την ανωτέρω αιτία, αλλά αναλογούσα στις ημέρες απασχόλησής του καθ’ έκαστο μήνα και συγκεκριμένα, για την ίδια αιτία, του κατεβλήθη για το χρονικό διάστημα από 1.4. έως 6.4.2022 το ποσό των ευρώ 107,59, για το χρονικό διάστημα από 27.4.2022 έως 30.4.2022 το ποσό των ευρώ 71.73, για το χρονικό διάστημα από 1.10 έως 25.10.2022 το ποσό των ευρώ 448,31, για το χρονικό διάστημα από 22.11. έως 30.11.2022 το ποσό των ευρώ 161,39, για το χρονικό διάστημα από 1.4 έως 18.4.2023 το ποσό των ευρώ 322,78, για το χρονικό διάστημα από 25.4 έως 30.4.2023 το ποσό των ευρώ 107,59 και για το χρονικό διάστημα από 1.8 έως 3.8.2023 το ποσό των ευρώ 67,48. Κατά την επίδικη περίοδο, στο ανωτέρω πλοίο, σύμφωνα με την οργανική του σύνθεση, υπηρετούσαν ένας (1) Ναύκληρος, δύο (2) Υποναύκληροι, δώδεκα (12) Ναύτες και δύο (2) Ναυτόπαιδες. Κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ο ενάγων εργαζόταν τουλάχιστον επί δέκα τέσσερις (14) ώρες καθ’ εκάστη, ενώ κατά τις ημέρες κατά τις οποίες το ανωτέρω πλοίο εκτελούσε και ημερήσιο δρομολόγιο, εργαζόταν επί δέκα έξι (16) ώρες. Περαιτέρω, κατά το χρονικό διάστημα από 13.2.2023 έως 26.2.2023, οπότε στο πλοίο διενεργούντο εργασίες επισκευής ενόψει της ετήσιας επιθεώρησης, εργάζονταν επί οκτώ (8) ώρες και τέλος, τις ημέρες Σαββάτου, κατά το χρονικό διάστημα από 7.6.2023 έως 3.8.2023 εργάζονταν επί δέκα (10) ώρες καθ’ εκάστη. Η δεύτερη εναγομένη, με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αρνήθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν τις ώρες που αυτός (ενάγων) αναφέρει στην αγωγή του, ισχυριζόμενη περαιτέρω ότι για όσες τυχόν ώρες εργάστηκε υπερωριακά, έχει πλήρως και ολοσχερώς εξοφληθεί. Ως προς τις συνθήκες απασχόλησης του ενάγοντος και την ημερήσια διάρκεια της εργασίας του, κατέθεσαν ενόρκως οι μάρτυρες των διαδίκων, οι καταθέσεις των οποίων λαμβάνονται υπόψη κατά το μέτρο αξιοπιστίας και κατά το λόγο γνώσεως εκάστου και συνεκτιμώνται ελευθέρως, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής. Συγκεκριμένα, ο με επιμέλεια του ενάγοντος ενόρκως βεβαιώσας, ……………, ο οποίος εργάσθηκε στο ανωτέρω πλοίο με την ειδικότητα του Ναύτη επί σειρά ετών και συνυπηρέτησε με τον ενάγοντα, στα πλαίσια των ενδίκων ναυτολογήσεων, από 11.1.2022 έως 22.1.2022, από 12.2.2022 έως 30.6.2022, από 20.7.2022 έως 13.8.2022 και από 23.8.2022 έως 14.12.2022, καθόν χρόνο το εν λόγω πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Χανιά με επιστροφή, κατέθεσε ότι, το εν λόγω πλοίο διαθέτει εννέα καταστρώματα, εκ των οποίων τρία χρησιμοποιούνται ως γκαράζ, έχει δε μεταφορική ικανότητα 780 οχημάτων και 1.790 επιβατών. Ότι κατά τη διάρκεια όλου του χρόνου είχε αυξημένη επιβατική κίνηση. Ότι όλοι οι ναύτες του πλοίου, καθόν χρόνο αυτός συνυπηρέτησε με τον ενάγοντα, εργάζονταν είτε σε βάρδιες, είτε ως ημερεργάτες (ντειμάνιδες), με συχνή εναλλαγή καθηκόντων. Ότι οι απασχολούμενοι ως ναύτες βάρδιας, εκτελούσαν δύο τετράωρες βάρδιες εντός του εικοσιτετραώρου και δη, εργάζονταν είτε από ώρα 00.00 έως ώρα 04.00 και από ώρα 12.00 έως ώρα 16.00, είτε από ώρα 04.00 έως ώρα 08.00 και από ώρα 16.00 έως ώρα 20.00, είτε από ώρα 08.00 έως ώρα 12.00 και από ώρα 20.00 έως ώρα 00.00. Ότι στο εν λόγω πλοίο εφαρμόζονταν το σύστημα «δύο ώρες μπρος – δύο ώρες πίσω», δηλαδή, όταν το πλοίο προσέγγιζε σε λιμάνι ή σε αυτό εκτελείτο φόρτωση ή εκφόρτωση μέσα στο δίωρο προ της έναρξης της βάρδιας ή και μετά τη λήξη της, η βάρδια επεκτείνοναν κατά δύο ώρες. Ότι καθόν χρόνο το πλοίο ήταν εν πλω, οι ναύτες της βάρδιας εκτελούσαν εναλλάξ φυλακή γέφυρας και περιπολίες σε όλους του χώρους του πλοίου, οπότε «κούρδιζαν» τα ρολόγια πυρασφάλειας. Ότι όταν το πλοίο προσέγγιζε σε λιμάνι, οι ναύτες βάρδιας απασχολούνταν και στις εργασίες κατάπλου, φορτοεκφόρτωσης, έχμασης και απόπλου του πλοίου, ομού μετά των ημερεργατών. Ότι οι βάρδιες διατηρούνταν και στο λιμάνι, οπότε οι ναύτες βάρδιες απασχολούνταν στις φορτοεκφορτώσεις, εκτελούσαν δε και εργασίες συντήρησης και καθαριότητας, ομού μετά των ημερεργατών. Ότι οι εργασίες προετοιμασίας για τον κατάπλου και την εκφόρτωση εκκινούσαν μία ώρα προ της αφίξεως του πλοίου στο λιμάνι του Πειραιά ή στο λιμάνι των Χανίων, κατά περίπτωση, οπότε οι ναύτες έλυναν τα φορτηγά που ήταν δεμένα με κάβους και ετοίμαζαν τους κάβους προσδέσεως. Ότι οι απασχολούμενοι ως ημερεργάτες ναύτες, εκκινούσαν την εργασία τους μία ώρα προ του κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι, απασχολούμενοι στην προετοιμασία του κατάπλου του πλοίου και ακολούθως, στην εκφόρτωση αυτού. Ότι με το πέρας της εκφορτώσεως, απασχολούνταν σε εργασίες καθαριότητας και συντήρησης του πλοίου, καθημερινά δε έπλεναν το πλοίο τόσο εξωτερικά, ήτοι τα καταστρώματα αυτού, όσο και τα γκαράζ του πλοίου αυτού, καθώς επίσης ότι πραγματοποιούσαν και μικρής εκτάσεως εργασίες, όπως βαψίματα και «ματσακονίσματα». Ότι με την ολοκλήρωση των εν λόγω εργασιών, (οι ημερεργάτες) αναπαύονταν για δύο έως τρεις ώρες, οπότε εκκινούσε η φόρτωση του πλοίου, εργασίες στις οποίες αυτοί απασχολούνταν. Ειδικώς όσον αφορά στα ασυνόδευτα φορτηγά, ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι φορτώνονταν κατά τη διάρκεια όλης της ημέρας. Ότι αμέσως μετά τη φόρτωση του πλοίου, οι ημερεργάτες ναύτες απασχολούνταν στις εργασίες απόπλου, οι οποίες διαρκούσαν έως και μία ώρα μετά την αναχώρηση του πλοίου από το λιμάνι. Ότι τις ημέρες κατά τις οποίες το πλοίο εκτελούσε και ημερήσιο δρομολόγιο, οι ημερεργάτες εργάζονταν από το πρωί, μία ώρα προ της αφίξεως του πλοίου στο λιμάνι έως και μία ώρα μετά την αναχώρηση του πλοίου με διακοπή μιας ώρας το μεσημέρι για φαγητό, αφού εργάζονταν και στις εργασίες φόρτωσης και απόπλου του πλοίου τις πρωινές ώρες, αλλά και το βράδυ στις εργασίες κατάπλου και εκφόρτωσης. Ότι κατά τη διάρκεια του πλου, οι ντειμάνιδες επιμελούντο για την καθαριότητα και ασφάλεια των καταστρωμάτων, ενώ εκτελούσαν και μικρής εκτάσεως επισκευές. Τοιουτοτρόπως, οι ναύτες εργάζονταν επί δέκα τέσσερις ώρες καθ’ εκάστη, ενώ κατά τις ημέρες που το πλοίο εκτελούσε και δεύτερο δρομολόγιο, εργάζονταν επί δέκα έξι ώρες καθ΄ εκάστη. Καθόν χρόνο το εν λόγω πλοίο εκτελούσε δρομολόγιο σε άγονη γραμμή, προσεγγίζοντας είτε τις νήσους Σύρο, Λέρο, Πάτμο, Κάλυμνο, Κώ και Ρόδο, είτε τους λιμένες Βαθύ, Πάτμο, Λέρο, Κώ, Σύμη, Ρόδο, ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι, όπως τον πληροφόρησε ο ενάγων, αυτός (ενάγων) εργαζόταν κυρίως με το σύστημα των βαρδιών, αλλά απασχολείτο και με τις εργασίες φόρτωσης και εκφόρτωσης σε κάθε λιμάνι του δρομολογίου. Κατά τη διάρκεια της βάρδιας εν πλω, οι ναύτες βάρδιας απασχολούνταν εναλλάξ σε φυλακή στη γέφυρα του πλοίου και σε περιπολίες σε όλους του χώρους αυτού, οπότε κούρδιζαν και τα ρολόγια πυρασφάλειας. Ότι στο λιμάνι διατηρούνταν οι βάρδιες και οι ναύτες βάρδιες απασχολούνταν στις φορτοεκφορτώσεις και σε εργασίες συντήρησης και καθαριότητας μαζί με τους ημερεργάτες. Τοιουτοτρόπως, ο ενάγων εργαζόταν επί δέκα τέσσερις ώρες, πλην των ημερών του Σαββάτου, κατά το χρονικό διάστημα από 7.6.2023 έως 3.8.2023, οπότε ο ενάγων εργαζόταν επί δέκα ώρες, διότι το πλοίο διανυκτέρευε στο λιμάνι του Πειραιά. Ο ίδιος μάρτυρας, προσεπιβεβαίωσε την αλήθεια όσων ο ενάγων του ανέφερε για τις συνθήκες εργασίας του στα τελευταία αυτά δρομολόγια λόγω της ιδικής του (μάρτυρος) εμπειρίας από την εργασία του στο παρελθόν και δη το έτος 2019 στο ίδιο δρομολόγιο με το ίδιο πλοίο. Ο μάρτυρας ο οποίος εξετάσθηκε με επιμέλεια της δεύτερης εναγομένης, ……………………, ναυτολογημένος στο ίδιο πλοίο με την ειδικότητα του Ναυκλήρου από μηνός Οκτωβρίου 2020 και συνυπηρετήσας με τον ενάγοντα, κατέθεσε ότι, καθόν χρόνο το πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς–Χανιά με επιστροφή, το πλοίο δεν προσέγγιζε σε πολλά λιμάνια, με αποτέλεσμα η φόρτωση και το λύσιμο του πλοίου, καθώς επίσης και η εκφόρτωση και το δέσιμο αυτού, να λαμβάνει χώρα μία φορά. Στο εν λόγω πλοίο, υπηρετούσαν δώδεκα ναύτες εκ των οποίων οι έξι απασχολούνταν σε δύο τετράωρες βάρδιες, ενώ εκ των υπολοίπων έξι, οι πέντε απασχολούνταν ως ημερεργάτες και ένας ως νυχτοφύλακας. Από τις θέσεις αυτές, περνούσαν όλοι οι ναύτες κυκλικά και δη οι υπηρετούντες σε βάρδια ναύτες, ανά δέκα πέντε ημέρες, άλλαζαν τις ώρες βάρδιάς τους. Αφού δε περνούσαν από όλα τα ωράρια βάρδιας, ακολούθως υπηρετούσαν για περίπου τριάντα επτά ημέρες ως ημερεργάτες, ενώ άπαντες επί μία εβδομάδα ανά τρεις μήνες, υπηρετούσαν ως νυχτοφύλακες. Καθόν χρόνο ο ενάγων απασχολήθηκε ως ναύτης βάρδιας (α) όταν υπηρετούσε στη βάρδια 08.00-12.00, εκκινούσε την εργασία του ώρα 08.00, οπότε το πλοίο ευρίσκονταν ήδη στο λιμάνι και είχε ήδη ολοκληρωθεί η εκφόρτωση αυτού, ο ενάγων απασχολείτο από ώρα 08.00 έως ώρα 12.00 στον καταπέλτη του πλοίου, ελέγχοντας την είσοδο σε αυτό. Ότι ώρα 12.00 αυτός ολοκλήρωνε την εργασία του αυτή και αφού ξεκουράζονταν, εκκινούσε εκ νέου την εργασία του ώρα 18.00, οπότε βοηθούσε στη φόρτωση του πλοίου έως ώρα 21.00 ή 22.00, ακολούθως δε έως ώρα 24.00 απασχολείτο ως ναύτης βάρδιας. Με την ολοκλήρωση της βάρδιάς του ώρα 24.00, αυτός (ενάγων) αναπαύονταν. Ότι ανά ορισμένες, μη προσδιοριζόμενες από τον μάρτυρα, ημέρες, «αν τον έπιανε το standby», ο ενάγων έπρεπε να βοηθήσει, από ώρα 06.00 έως ώρα 07.00 και στον κατάπλου του πλοίου, κατά το δέσιμο αυτού και την εκφόρτωσή του. Ακολούθως, αναπαύονταν έως ώρα 08.00 οπότε εκκινούσε η βάρδιά του. Καθόν χρόνο το πλοίο εκτελούσε και πρωινό δρομολόγιο ο ενάγων στην πρωινή του βάρδια 08.00 – 12.00 συμμετείχε στις φορτοεκφορτώσεις αυτού και ακολούθως, εν πλω, εκτελούσε τη βάρδιά του. (β) Καθόν χρόνο ο ενάγων εκτελούσε τη βάρδια 12.00 – 16.00, το πλοίο ήταν δεμένο στο λιμάνι, οπότε αυτός (ενάγων) εκτελούσε βάρδια στον καταπέλτη του πλοίου. Ακολούθως, από ώρα 16.00 έως τα μεσάνυχτα ο ενάγων αναπαύονταν και εργαζόταν εκτελώντας τη βάρδιά του από ώρα 00.00 έως ώρα ο4.00. Μετά τη λήξη της βάρδιάς του δε αναπαύονταν. Ότι κάποιες φορές και δη «αν τον έπιανε το standby», ο ενάγων έπρεπε έως ώρα 18.00, να βοηθήσει και στον κατάπλου του πλοίου για το δέσιμο αυτού και στην εκφόρτωση αυτού. (γ) Καθόν χρόνο ο ενάγων εκτελούσε τη βάρδια 16.00 – 18.00, εκκινούσε την εργασία του ώρα 16.00 και εργάζονταν έως ώρα 21.00, στην προετοιμασία του απόπλου του πλοίου και στη φόρτωση αυτού. Ακολούθως, αναπαύονταν έως ώρα 04.00, οπότε εκκινούσε εκ νέου την εργασίας του και εργάζονταν έως ώρα 08.00, απασχολούμενος στην εκφόρτωση του πλοίου και ακολούθως εκτελούσε βάρδια στον καταπέλτη αυτού. Καθόν χρόνο ο ενάγων υπηρετούσε ως ημεργάτης στο εν λόγω πλοίο, κατά τον ίδιο μάρτυρα, αυτός (ενάγων) εκκινούσε την εργασία του ώρα 06.00, κατά την πρόσδεση του πλοίου. Ακολούθως, επί μία ώρα εργαζόταν στην εκφόρτωση αυτού. Μετά από διακοπή μιας ώρας, από ώρα 08.00 έως ώρα 12.00, ομού μετά των λοιπών ημεργατών, απασχολείτο με τη σάρωση και το πλύσιμο των καταστρωμάτων του πλοίου, καθώς επίσης και σε εργασίες βαψίματος αυτού, όποτε τούτο απαιτείτο, με ενδιάμεσο διάλλειμα είκοσι λεπτών για καφέ. Ακολούθως, ο ενάγων αναπαύονταν από ώρα 12.00 έως ώρα 18.00 ή έως ώρα 19.00, ανάλογα με το λιμάνι απόπλου του πλοίου, οπότε αναλάμβανε εκ νέου υπηρεσία στη φόρτωση αυτού, εργασία στην οποία απασχολείτο μαζί με τους άλλους πέντε ημερεργάτες και τους δύο ναυτόπαιδες. Με την αναχώρηση του πλοίου από το λιμάνι ώρα 21.00 όταν αναχωρούσε από τον Πειραιά και ώρα 22.00 όταν αναχωρούσε από το λιμάνι των Χανίων, αυτός (ενάγων) αναπαύονταν έως την επομένη ημέρα, οπότε το πλοίο έφθανε στο λιμάνι. Κατά τις ημέρες κατά τις οποίες το πλοίο εκτελούσε και ημερήσια δρομολόγια, αντί των εργασιών καθαριότητος αυτού (πλοίου) ο ενάγων συμμετείχε στην φορτοεκφόρτωση αυτού έως της αναχωρήσεώς του από το λιμάνι ώρα 10.00 και ακολούθως, το απόγευμα στον κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι ώρα 19.00, συμμετείχε στην φορτοεκφόρτωση του πλοίου έως ώρα 21.00, οπότε το πλοίο αναχωρούσε εκ νέου. Καθόν χρόνο τέλος ο ενάγων υπηρετούσε ως νυχτοφύλακας στο ως άνω πλοίου, εκτελούσε βάρδια από ώρα 20.00 έως ώρα 07.00 και από ώρα 21.00 έως 06.00, ήλεγχε την καλή στοιβασία και λειτουργία των φορτηγών ψυγείων αφού ήταν συνδεδεμένα στο ρεύμα, καθώς επίσης «χτυπούσε» τα ρολόγια πυρασφάλειας, εργασία που διαρκούσε περί τη μισή ώρα. Κατά τον ίδιο μάρτυρα, όταν το εν λόγω πλοίο εκτελούσε δρομολόγια στα Δωδεκάνησα, οι ναύτες ακολουθούσαν το ίδιο κυκλικό πρόγραμμα. Ενόψει, εντούτοις, του γεγονότος ότι το πλοίο προσέγγιζε περισσότερους λιμένες, κατά τη διάρκεια του δρομολογίου, οι εκτελούντες βάρδια φυλακής γέφυρας του πλοίου ναύτες, καθώς επίσης και οι ντειμάνιδες εκκινούσαν την εργασία του του 1-2 ώρες προ της ενάρξεως της βάρδιάς τους και παρέμεναν 1-2 ώρες μετά τη λήξη αυτής, προκειμένου να βοηθήσουν στην πρόσδεση και απόδεση του πλοίου και στην φορτοεκφόρτωση αυτού, ενώ ο νυχτοφύλακας εργαζόταν σταθερά από ώρα 21.00 έως ώρα 06.00. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, ο ενάγων δεν εκτέλεσε υπερωριακή εργασία (α) λόγω μη εκτέλεσης δρομολογίου την 12.1.2022, την 24.1.2022 και την 19.12.2022, συνεπεία απαγορευτικού απόπλου του εν λόγω πλοίου και την 2.4.2022, ημέρα Σάββατο, λόγω ομοίως μη εκτέλεσης δρομολογίου, κατά τους σχετικούς βασίμους ισχυρισμούς της δεύτερης εναγομένης, οπότε δεν απεδείχθη η ανάγκη παροχής από τον ενάγοντα εργασίας πέραν του νομίμου ωαρίου, (β) λόγω διανυκτέρευσης αυτού (ενάγοντος) εκτός του πλοίου, την 16.2.2022, την 17.2.2022, την 4.3.2022, 5.3.2022, 6.3.2022, 7.3.2022, την 25.5.2022, 26.5.2022, την 23.6.2022 και την 9.10.2022, οπότε από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων δεν απεδείχθη ότι ο ενάγων παρείχε εργασία πέραν του νομίμου ωραρίου και (γ) την 25.10.2022 και 18.4.2023, αφού ο ενάγων, με την άφιξη του πλοίου στο λιμάνι του Πειραιά, αποναυτολογήθηκε. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, ο ενάγων δεν αμφισβήτησε ειδικώς ότι τις ανωτέρω ημέρες το πλοίο πράγματι δεν εκτέλεσε δρομολόγιο όπως ισχυρίσθηκε η δεύτερη εναγομένη, όπως επίσης δεν αμφισβήτησε ότι τις ανωτέρω ημέρες, ο ίδιος διανυκτέρευσε εκτός του πλοίου. Η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι ο ενάγων εργάσθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου και κατά τις αμέσως ανωτέρω αναφερόμενες ημέρες, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τους εν μέρει βασίμους στην ουσία τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους έφεσης της δεύτερης εναγομένης εταιρείας. Αντίθετα, οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι ο ενάγων δεν εργάσθηκε υπερωριακά κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες δεν κρίνονται βάσιμοι στην ουσία τους και δη (α) την 3.2.2022, οπότε πράγματι το ανωτέρω πλοίο δεν εκτέλεσε δρομολόγιο λόγω απαγορευτικού, όπως ισχυρίσθηκε η δεύτερη εναγομένη και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς από τον ενάγοντα, ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης ότι ο ενάγων δεν εργάσθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου των οκτώ ωρών δεν κρίνεται πειστικός, αφού η ίδια (δεύτερη εναγομένη) στο προσκομιζόμενο από αυτήν βιβλίο ωρών αναπαύσεως, έχει καταχωρήσει ότι, την εν λόγω ημερομηνία, ο ενάγων εργάσθηκε επί 9,5 ώρες, (β) την 19.3.2022, ημέρα Σάββατο, ημέρα κατά την οποία, όπως ισχυρίσθηκε η δεύτερη εναγομένη, το πλοίο δεν εκτέλεσε δρομολόγιο λόγω μειωμένης κίνησης και επιπλέον ο ενάγων απεδείχθη ότι έλαβε άδεια διανυκτέρευσης, ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης ότι ο ενάγων δεν εργάσθηκε κρίνεται αβάσιμος στην ουσία του, αφού η ίδια (δεύτερη εναγομένη) στο βιβλίο ωρών αναπαύσεως αναφέρει ότι την εν λόγω ημερομηνία ο ενάγων εργάσθηκε επί 6,5 ώρες, (γ) την 26.3.2022, ημέρα Σάββατο, αν και το πλοίο πράγματι δεν εκτέλεσε δρομολόγιο λόγω μειωμένης κίνησης, ο ενάγων εργάσθηκε, αφού η ίδια η δεύτερη εναγομένη στο βιβλίο ωρών αναπαύσεων ανέγραψε ότι ο ενάγων εργάσθηκε επί 12,5 ώρες, (δ) την 22.6.2022 και 10.10.2022 οπότε η δεύτερη εναγομένη στα πλαίσια της ένδικης έφεσής της με τον τέταρτο λόγο έφεσης ισχυρίζεται ότι ο ενάγων δεν εργάσθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου, διότι έλαβε άδεια διανυκτέρευσης, τις ημέρες αυτές, απεδείχθη ότι ο ενάγων εργάσθηκε, όπως σχετικά αποδεικνύεται και από το αντίγραφο του αρχείου των ωρών αναπαύσεως, χωρίς να προσκομίζεται αντίγραφο του ημερολογίου γέφυρας για την 22.6.2022 από το οποίο να προκύπτει η ακριβής ώρα αποχώρησης του ενάγοντος από το πλοίο, ενώ όσον αφορά στην 10.10.2022 προσκομίζεται αντίγραφο του ημερολογίου γέφυρας από το οποίο αποδεικνύεται ότι ο ενάγων επέστρεψε την ημέρα αυτή (10.10.2022) στο πλοίο από διανυκτέρευση προ ώρας 13.00, (ε) την 17.10.2022, αν και πράγματι το εν λόγω πλοίο δεν εκτέλεσε δρομολόγιο λόγω απαγορευτικού, εν τούτοις αποδεικνύεται ότι ο ενάγων εργάσθηκε πέραν των οκτώ ωρών, αφού η ίδια η δεύτερη εναγομένη ανέφερε στο βιβλίο ωρών αναπαύσεως ότι ο ενάγων εργάσθηκε επί 10 ώρες, (στ) κατά τις ημέρες αργίας 25.12.2022 και 31.12.2022, οπότε πράγματι το πλοίο δεν εκτέλεσε δρομολόγιο, από το ίδιο βιβλίο προκύπτει ότι η ίδια η δεύτερη εναγομένη δέχεται ότι ο ενάγων εργάσθηκε τις εν λόγω ημέρες επί 3 και επί 11,5 ώρες, αντίστοιχα, (ζ) την 8.2.2023 και την 9.2.2023, οπότε το πλοίο δεν εκτέλεσε δρομολόγιο λόγω απεργίας της ΠΝΟ, ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης ότι ο ενάγων δεν εργάσθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου των οκτώ ωρών κρίνεται αβάσιμος, αφού στο βιβλίο ωρών αναπαύσεως που αυτή συνέτασσε αυτή εδήλωσε ότι ο ενάγων τις εν λόγω ημέρες εργάσθηκε επί 11,50 ώρες καθ΄ εκάστη και (η) τις ημέρες 15.4.2023 (Μεγάλο Σάββατο) και 16.4.2023 (Κυριακή του Πάσχα), οπότε το πλοίο δεν εκτέλεσε δρομολόγιο, η ίδια η δεύτερη εναγομένη στο ανωτέρω βιβλίο της ανέγραψε ότι ο ενάγων εργάσθηκε επί 5 και επί 10 ώρες, αντίστοιχα. Περαιτέρω, όπως ο ενάγων ισχυρίσθηκε και έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως χωρίς κατά τούτο να πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, αυτός (ενάγων), κατά το χρονικό διάστημα από 13.2.2023 έως 26.2.2023, οπότε στο πλοίο διενεργούντο εργασίες επισκευής, εργαζόταν επί οκτώ ώρες καθ’ εκάστη. Όσον αφορά στις υπόλοιπες [πλην των ημερών που απεδείχθη ότι ο ενάγων δεν εργάσθηκε και των ημερών κατά τις οποίες στο πλοίο πραγματοποιούντο επισκευές οπότε ο ενάγων εργαζόταν επ’ αυτού επί οκτώ ώρες καθ’ εκάστη] ημέρες ναυτολόγησης του ενάγοντος στο ως άνω πλοίο, από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, απεδείχθη ότι, ο ενάγων εργαζόταν είτε σε δύο τετράωρες βάρδιες, είτε ως ημερεργάτης. Καθόν χρόνο υπηρετούσε σε βάρδιες, οι οποίες (βάρδιες) διατηρούνταν και όταν το πλοίο παρέμενε στο λιμάνι, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εναγομένη με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (σχετικά σελ. 9), εάν προ διώρου από της ενάρξεως της βάρδιάς του ή εντός διώρου από της λήξεως αυτής, εκτελείτο φόρτωση ή εκφόρτωση του πλοίου ή το πλοίο προσέγγιζε σε λιμάνι, η εργασία αυτού (ενάγοντος) εκκινούσε αντίστοιχα νωρίτερα επί δίωρο προ του ορισθέντος χρόνου έναρξης της βάρδιάς του και αυτός (ενάγων) συνέχιζε να εργάζεται αντίστοιχα επί δίωρο μετά τη λήξη αυτής (βάρδιάς του) σε εργασίες φόρτωσης, εκφόρτωσης και έχμασης των οχημάτων, καθώς επίσης και στις εργασίες απόπλου του πλοίου. Συγκεκριμένα, καθόν χρόνο αυτό (ως άνω πλοίο) ήταν εν πλω, όταν, ο ενάγων εργαζόταν σε βάρδιες, είτε παρέμενε στη γέφυρα του πλοίου, είτε πραγματοποιούσε περιπολίες σε όλα τα μέρη του πλοίου, ελέγχοντας τους χώρους αυτού και «κουρδίζοντας» τα ρολόγια πυρασφάλειας, αφού κάθε μήνα η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε αμοιβή στον ενάγοντα για την εν λόγω εργασία, ενώ όταν το πλοίο προσέγγιζε σε λιμάνι αυτός (ενάγων) συμμετείχε στις εργασίες κατάπλου του πλοίου. Όταν δε το πλοίο παρέμενε στο λιμάνι και ο ενάγων ευρίσκετο σε βάρδια, απασχολείτο στον καταπέλτη του πλοίου, αλλά και στις φορτοεκφορτώσεις. Επίσης, ο ενάγων καθόν χρόνο εκτελούσε υπηρεσία βάρδιας μετείχε και στις εργασίες καθαριότητας του πλοίου, τις οποίες εκτελούσε μαζί με τους ντεημάνιδες μετά το πέρας του δρομολογίου. Η ένορκη κατάθεση του μάρτυρος της εναγομένης ότι οι ναύτες βάρδιας εκκινούσαν την εργασία τους 1-2 ώρες προ της έναρξης αυτής (βάρδιας) και παρέμεναν εργαζόμενοι και 1-2 ώρες μετά τη λήξη της βάρδιάς τους, μόνον καθόν χρόνο το εν λόγω πλοίο εκτελούσε τα ως άνω δρομολόγια στα Δωδεκάνησα, ανατρέπεται από το αρχείο ωρών αναπαύσεων ναυτικών που προσκομίζει η δεύτερη εναγομένη, αφού σε αυτό αναγράφεται ότι ο ενάγων εργάσθηκε πέραν των οκτώ ωρών και καθόν χρόνο το πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς – Χανιά με επιστροφή (σχετικές εγγραφές από 2.1.2022 έως 8.1.2022, από 26.6.2022 έως 30.6.2022, από 1.2.2023 έως 5.2.2023 κατά τις οποίες ο ενάγων εργαζόταν επί δώδεκα ώρες και σχετικές εγγραφές από 21.3.2022 έως 31.3.2022 κατά τις οποίες ο ενάγων εργαζόταν επί 12,5 ώρες). Περαιτέρω, όταν ο ενάγων εργαζόταν ως ντεημάνης, εν πλω εκκινούσε την εργασία του μία ώρα προ της αφίξεως του πλοίου στο λιμάνι και απασχολείτο με τις εργασίες προετοιμασίας του κατάπλου και το λύσιμο των φορτηγών, καθώς επίσης, μετείχε στις εργασίες κατάπλου αυτού και στην εκφόρτωσή του. Ακολούθως, μετά την άφιξη του πλοίου στο λιμάνι, απασχολείτο σε εργασίες συντήρησης και καθαριότητας των καταστρωμάτων και των γκαράζ του πλοίου. Επιπλέον, συμμετείχε στη φόρτωση του πλοίου και ακολούθως, μετά τη φόρτωση και έχμαση των φορτηγών, μετείχε και στις εργασίες απόπλου το πλοίου και περί τη μία ώρα, μετά τον απόπλου του πλοίου, στην πρόσδεση των φορτηγών και το μάζεμα των μέσων πρόσδεσης. Προς κάλυψη των ποικίλων λειτουργικών αναγκών, που προέκυπταν στο πλοίο κατά τη διάρκεια των ανωτέρω πολύωρων δρομολογίων του, όπως ανωτέρω αναλύονται, ο ενάγων απασχολούνταν με τις προεκτιθέμενες εργασίες της ειδικότητάς του, καθημερινώς, συμπεριλαμβανομένων Σαββάτων και Κυριακών και μάλιστα, πέραν της προβλεπομένης οκτάωρης διάρκειας της εργασίας του, αφού αυτή δεν επαρκούσε, λόγω της προαναφερθείσας φύσεως και της διάρκειας των δρομολογίων, που διενεργούσε το εν λόγω πλοίο, ιδίως κατά τους θερινούς μήνες, οπότε το εν λόγω πλοίο εκτελούσε πρόσθετο (ημερήσιο) δρομολόγιο. Έτσι, ο ενάγων πραγματοποιούσε υπερωριακή εργασία πέραν του νομίμου οκταώρου της ημερήσιας απασχόλησης του κατά τις καθημερινές ημέρες και ημέρες Κυριακής, προκειμένου να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του, που αφορούν τις ως άνω εργασίες, για την εκτέλεση των οποίων δεν επαρκούσε απασχόληση μόνον οκτώ ωρών, ενόψει της συνάρτησης τους με την ιδιαιτερότητα εξωγενών παραγόντων, συνδεομένων με την διαρκή εξυπηρέτηση των συγκεκριμένων ακτοπλοϊκών γραμμών και δεν απασχολούνταν κατά κανόνα μόνο εντός των χρονικών ορίων της βάρδιας του. Η ανάγκη παροχής εργασίας, πέραν των νομίμων, κατά τα άνω, χρονικών ορίων, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η δεύτερη εναγομένη, ως ανωτέρω ειδικότερα αναφέρεται, κατέβαλε κάθε μήνα αμοιβή στον ενάγοντα για υπερωριακή απασχόληση, ως ειδικότερα αναλύεται ανωτέρω. Εξάλλου, την παροχή εργασίας πέραν των οκτώ ωρών αποδέχεται και η δεύτερη εναγομένη, αφού στο αρχείο ωρών αναπαύσεως ναυτικών που συνέτασσε η ίδια και προσκομίζεται ως σχετικό 17 και στο οποίο αναφέρει και τις καθ’ εκάστη ημέρα ώρες εργασίας του ενάγοντος, η ίδια αποδέχεται κατά τις εκεί εγγραφές της ότι ο ενάγων εργαζόταν πράγματι πέραν του νομίμου ωραρίου. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών και περιστάσεων, που επικρατούσαν κατά την απασχόληση του ενάγοντος επί του εν λόγω πλοίου, το οποίο ήταν δρομολογημένο στις ως άνω ακτοπλοϊκές γραμμές και εκτελούσε τα συγκεκριμένα δρομολόγια που προαναφέρθηκαν, της αυξομείωσης της επιβατικής κίνησης αναλόγως των περιόδων του έτους (μειωμένη τη χειμερινή, σημαντικά μεγαλύτερη κατά τη θερινή), τη χωρητικότητα του εν λόγω πλοίου και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του (μεταφορική ικανότητα επιβατών 1.790 και οχημάτων 780, εννέα καταστρώματα εκ των οποίων τα τρία γκαράζ), τη συνολική διάρκεια εκάστου δρομολογίου από την αναχώρηση του πλοίου από το λιμένα της αφετηρίας του μέχρι τον κατάπλου του στον ίδιο, την οργανική σύνθεση του πληρώματος καταστρώματος, της σταθερής καταβολής σ’ αυτόν από την δεύτερη εναγόμενη, εργοδότριά του, παγίως κάθε μήνα χρηματικών ποσών, ως αμοιβή για υπερωριακή του απασχόληση, όπερ εκ των πραγμάτων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αντίδικός του αναγνώριζε στην πράξη την ανάγκη υπερωριακής απασχόλησης των μελών του κατώτερου πληρώματος καταστρώματος του πλοίου της για την εύρυθμη λειτουργία του, της φύσεως και του αντικειμένου της απασχόλησής του και των καθηκόντων της ειδικότητάς του, όπως αυτά επίσης εκτενώς περιγράφηκαν ανωτέρω και των εν γένει ιδιαιτεροτήτων της ναυτικής εργασίας, ενόψει και του ότι οι ώρες ευθύνης ή ετοιμότητάς του στο πλοίο δεν θα μπορούσαν, εξ ορισμού, να χαρακτηριστούν ως χρόνος υπερωριακής εργασίας του, εφόσον ο ναυτικός, λόγω της φύσης του επαγγέλματός του, βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε διαρκή ετοιμότητα παροχής υπηρεσιών, υπακούοντας στις διαταγές των προϊσταμένων του, κατ’ άρθρον 57 παρ. 1 του ΚΙΝΔ (ΕφΠειρ 45/2010 ΕΝαυτΔ 2010 405, ΜονΕφΠειρ 231/2013 ΕΝαυτΔ 2013 220, ΕφΠειρ 548/2001 ΕΕργΔ 61.340), με αποτέλεσμα ο χρόνος παραμονής αυτού στο πλοίο, να μην ταυτίζεται αναγκαίως με τον χρόνο πραγματικής απασχόλησής του σ’ αυτό, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, όπως αναλύονται ανωτέρω, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι ο μέσος όρος της συνολικής ημερήσιας εργασίας του ενάγοντος, ανήλθε σε δώδεκα [12] ώρες και όχι σε δέκα τέσσερις [14] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, πλην [α] των ανωτέρω χρονικών διαστημάτων κατά τα οποία το εν λόγω πλοίο εκτελούσε και πρόσθετο ημερήσιο δρομολόγιο, οπότε ο μέσος όρος της συνολικής ημερήσιας απασχόλησης του ενάγοντος ανήλθε σε δέκα τέσσερις [14] ώρες και όχι σε δέκα έξι [16] ώρες, όπως ισχυρίσθηκε αυτός με την αγωγή του, [β] των ημερών του Σαββάτου, κατά το χρονικό διάστημα από 7.6.2023 έως 3.8.2023, οπότε εργάζονταν επί δέκα [10] ώρες, [γ] την 19.3.2022 ημέρα Σάββατο, την 25.12.2022 ημέρα αργίας και την 31.12.2022 ημέρα Σαββάτου, οπότε το πλοίο δεν εκτέλεσε δρομολόγιο και ο ενάγων έλαβε άδεια διανυκτέρευσης εκτός πλοίου, ο ενάγων εργάσθηκε επί (6,5), επί (5,00) και επί (3,00) ώρες, αντίστοιχα, όπως η δεύτερη εναγομένη ανέφερε στο βιβλία ωρών αναπαύσεως που η ίδια τηρούσε, την 15.4.2023 Μεγάλο Σάββατο και 16.4.2023 Κυριακή του Πάσχα, οπότε το πλοίο δεν εκτέλεσε δρομολόγιο, ο ενάγων εργάσθηκε επί (6,0) και επί (10,00) ώρες, αντίστοιχα, όπως άλλωστε και η ίδια η δεύτερη εναγομένη αναφέρει στο υπ’ αυτής τηρούμενο βιβλίο ωρών αναπαύσεως. Αντίθετα, επί δώδεκα ώρες καθ’ εκάστη απεδείχθη ότι εργάσθηκε ο ενάγων την 27.4.2022, την 22.11.2022, την 27.5.2022, την 25.5.2022, την 22.6.2022 και την 10.10.2022, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δεύτερης εναγομένης, που περιέχεται στον τέταρτο λόγο έφεσης. Εξάλλου, επί δώδεκα ώρες και όχι επί οκτώ, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, εργάσθηκε ο ενάγων και κατά τις ημέρες Σαββάτου του χρονικού διαστήματος από 27.2.2023 έως 14.3.2023 και δη στην 4.3.2023 και 11.3.2023, έστω κι αν το πλοίο κατέπλεε στο λιμάνι της Ρόδου ώρα 11.05, αφού το πλοίο ταξίδευε από ώρα 00.00 της ίδιας ημέρας έχοντας προσεγγίσει το λιμάνι της Πάτμου, της Λέρου, της Καλύμνου και της Κω, ως δε απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, αφενός μεν οι βάρδιες των ναυτών διατηρούνταν και στο λιμάνι, αφ’ ετέρου δε ο ενάγων, μετά τον κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι, συμμετείχε και στις εργασίες καθαριότητας του πλοίου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ειδικώς όσον αφορά στον μήνα Μάρτιο 2023 η δεύτερη εναγομένη δεν προσκομίζει το αρχείο ωρών αναπαύσεως. Ειδικώς δε όσον αφορά στις ημέρες Σαββάτου και Κυριακής του χρονικού διαστήματος από 7.6.2023 έως 3.8.2023, για τις οποίες η δεύτερη εναγομένη ειδικώς αναφέρει στη σελίδα 9 των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι ο ενάγων δεν απασχολήθηκε υπερωριακά, αξίζει να σημειωθεί ότι, οι ισχυρισμοί της αυτοί ανατρέπονται από το αρχείο ωρών αναπαύσεως που προσκομίζει και το οποίο η ίδια συνέτασσε, καθώς σε αυτό η ίδια ανέφερε ότι, ο ενάγων, κατά τις ημέρες Σαββάτου και Κυριακής του μηνός Ιουνίου 2023 [πλην της 24.6.2023] και του μηνός Ιουλίου 2023, εργαζόταν επί δέκα ώρες καθ’ εκάστη. Επίσης η ίδια στο ίδιο αρχείο κατέγραψε ότι ο ενάγων εργάσθηκε επί δέκα ώρες καθ’ εκάστη από 6.6.2023 έως 10.6.2023. Η εκκαλουμένη απόφαση, επομένως, η οποία δέχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε επί του εν λόγω πλοίου (α) επί δέκα ώρες καθ’ εκάστη, την 19.3.2022 ημέρα Σάββατο, την 25.12.2022 ημέρα αργίας, την 31.12.2022 ημέρα Σαββάτου, την 15.4.2023 (Μεγάλο Σάββατο) και την 16.4.2023 (Κυριακή του Πάσχα), έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει κατά τούτο να εξαφανισθεί, κατά τους εν μέρει βασίμους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους έφεσης της δεύτερης εναγομένης, απορριπτομένου κατά τούτο του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος απέρριψε τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί δέκα τεσσάρων ωρών απασχόλησης του ενάγοντος κατά τις εν λόγω ημερομηνίες, αφού ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω κατά τις εν λόγω ημέρες, ο ενάγων εργάσθηκε επί (6,5), επί (5,00), επί (3,00), επί (6,0) και επί (10,00) ώρες, αντίστοιχα, (β) επί δέκα ώρες καθ’ εκάστη ημέρα, καθόν χρόνο το εν λόγω πλοίο εκτελούσε ένα δρομολόγιο στη γραμμή Πειραιάς – Χανιά, με επιστροφή [πλην των αμέσως ανωτέρω υπό στοιχείο (α) αναφερομένων ημερών καθώς και των ημερών που ως άνω απεδείχθη ο ενάγων δεν εργάσθηκε υπερωριακά], έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει κατά τούτο να εξαφανισθεί, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου του ιδίου λόγου έφεσης καθό μέρος πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση διότι απέρριψε τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί απασχόλησης του ενάγοντος επί δέκα τέσσερις ώρες καθ’ εκάστη, καθώς επίσης και του τρίτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος δέχθηκε δεκάωρη απασχόληση του ενάγοντος κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο, αφού ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, κατά τις εν λόγω ημέρες, ο ενάγων εργαζόταν επί δώδεκα (12) ώρες καθ’ εκάστη, (γ) επί δέκα τέσσερις ώρες καθ’ εκάστη ημέρα καθόν χρόνο το εν λόγω πλοίο εκτέλεσε και δεύτερο δρομολόγιο, ως ειδικότερα αναλύεται ανωτέρω, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων κατά τούτο ως αβασίμων στην ουσία τους του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος απέρριψε τους αγωγικούς του ισχυρισμούς κατά τους οποίους αυτός, κατά τις εν λόγω ημέρες, εργάζονταν επί δέκα έξι ώρες καθ’ εκάστη, καθώς επίσης του τρίτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης, με την οποία πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθό μέρος δέχθηκε απασχόληση του ενάγοντος κατά τις εν λόγω ημερομηνίες επί δέκα τέσσερις ώρες, (δ) επί δέκα ώρες κατά τις ημέρες Σαββάτου κατά το χρονικό διάστημα από 7.6.2023 έως 3.8.2023, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του τρίτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης, με την οποία πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κατά τούτο, (ε) επί δέκα ώρες καθ’ εκάστη, κατά το χρονικό διάστημα από 27.2.2023 έως 14.3.2023 και επί οκτώ ώρες κατά τις ημέρες Σαββάτου εντός του αυτού χρονικού διαστήματος, εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει κατά τούτο να εξαφανισθεί, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του πρώτο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου αυτού ως αβασίμου στην ουσία του καθό μέρος πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση η οποία απέρριψε τους αγωγικούς ισχυρισμούς ότι ο ενάγων απασχολείτο επί δέκα τέσσερις ώρες καθ’ εκάστη κατά την εν λόγω χρονική περίοδο, απορριπτομένου του τρίτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων καθό μέρος δέχθηκε απασχόληση του ενάγοντος επί δέκα ώρες εντός του εν λόγω χρονικού διαστήματος, αφού ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω ο ενάγων εργαζόταν επί δώδεκα ώρες καθ’ εκάστη [πλην των ανωτέρω ειδικώς μνημονευομένων ημερών που απεδείχθη ότι δεν εργάσθηκε υπερωριακά, καθώς και των ανωτέρω υπό στοιχείο (α) ημερών] και (στ) επί δέκα τέσσερις ώρες καθ’ εκάστη, κατά το χρονικό διάστημα από 7.6.2023 έως 3.8.2023, εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει κατά τούτο να εξαφανισθεί, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του τρίτο λόγο έφεσης της δεύτερης εναγομένης, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, αφού ως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω ο ενάγων εργαζόταν επί δώδεκα ώρες καθ’ εκάστη των ημερών του εν λόγω χρονικού διαστήματος. Η ανάγκη παροχής εργασίας, πέραν των νομίμων, κατά τα άνω, χρονικών ορίων, δεν αποκλείεται εκ του γεγονότος ότι στο πλοίο υπηρετούσε το προβλεπόμενο εκ της οργανικής του συνθέσεως πλήρωμα, καθόσον αυτή η πληρότητα αποσκοπεί στην ασφάλεια του πλοίου κατά τη διάρκεια των πλόων του και δεν καταδεικνύει την ανυπαρξία ανάγκης για υπερωριακή εργασία, γεγονός άλλωστε που επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι, κάθε μήνα καταβαλλόταν στον ενάγοντα υπ’ αυτής (δεύτερης εναγομένης), ένα χρηματικό ποσό για την υπερωριακή του εργασία, αναγνωριζομένης εκ προοιμίου υπ’ αυτής (εναγομένης) της ανάγκης υπερωριακής εργασίας του. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, ο ενάγων εδικαιούτο ως αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση, τα ακόλουθα ποσά: Α) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2022 έως 6-4-2022: α) Για 60 ημέρες καθημερινές και 13 ημέρες Κυριακής και συνολικά για εβδομήντα τρεις ημέρες, το ποσό των ευρώ 2.616,32 (73 καθημερινές και Κυριακές Χ 4 ώρες εργασίας του ημερησίως πέραν του νομίμου ωραρίου = 292 Χ 8,96 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης του ναύτη, με βάση την ισχύσασα κατά τον επίδικο χρόνο Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2022 για τις καθημερινές και τις Κυριακές) και β) για 10 ημέρες Σαββάτου και 3 ημέρες αργίας (1.1., 6.1. και 25.3) και συνολικά για δέκα τρεις ημέρες, του εν λόγω χρονικού διαστήματος, κατά τις οποίες απεδείχθη ότι εργάσθηκε επί 12 ώρες ημερησίως καθ’ εκάστη και για μία ημέρα Σαββάτου (19.3.2022), οπότε απεδείχθη ότι εργάσθηκε επί 6,5 ώρες, το ποσό των 1.748,50 ευρώ [(13 ημέρες Σαββάτου και αργίες Χ 12 ώρες εργασίας του την ημέρα =) 156 ώρες = (1 ημέρα Σαββάτου Χ 6,5 ώρες εργασίας =) 6,5 = 162,50 Χ 10,76 ευρώ, που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά τα Σάββατα και τις αργίες). Β) Κατά το χρονικό διάστημα από 27-4-2022 έως 25-10-2022: [Α] Κατά το χρονικό διάστημα από 27.4.2022 έως 30.4.2022: α) Για 3 ημέρες καθημερινές, το ποσό των ευρώ 107,52 (3 καθημερινές Χ 4 ώρες εργασίας του ημερησίως πέραν του νομίμου ωραρίου = 12 Χ 8,96 ευρώ) και β) για μία ημέρα Σαββάτου, του εν λόγω χρονικού διαστήματος, κατά την οποία απεδείχθη ότι εργάσθηκε επί 12 ώρες ημερησίως, το ποσό των 129,12 ευρώ (1 ημέρα Σαββάτου Χ 12 ώρες εργασίας = 12 Χ 10,76 ευρώ). [Β] Κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2022 έως 25.10.2022: α) Για 102 ημέρες καθημερινές και 15 ημέρες Κυριακής και συνολικά για 117 ημέρες, κατά τις οποίες εργάσθηκε επί δώδεκα ώρες καθ’ εκάστη, καθώς επίσης για 18 ημέρες καθημερινές και 9 ημέρες Κυριακής και συνολικά για 27 ημέρες, κατά τις οποίες εργάσθηκε επί δέκα τέσσερις ώρες καθ’ εκάστη, το ποσό των ευρώ 5.644,80 [(117 καθημερινές και Κυριακές Χ 4 ώρες =) 468 + (27 καθημερινές και Κυριακές Χ 6 ώρες =) 162 = 630 Χ 8,96 ευρώ) και β) για 13 ημέρες Σαββάτου και 4 ημέρες αργίας (1.5., 2.6., 15.8 και 14.9) και συνολικά για δέκα επτά ημέρες, του εν λόγω χρονικού διαστήματος, κατά τις οποίες απεδείχθη ότι εργάσθηκε επί 12 ώρες ημερησίως καθ’ εκάστη, για δέκα ημέρα Σαββάτου, οπότε απεδείχθη ότι εργάσθηκε επί 14 ώρες ημερησίως καθ’ εκάστη και μία ημέρα Σαββάτου (8.10.2022) οπότε απεδείχθη ότι εργάσθηκε επί 5 ώρες, το ποσό των 3.755,24 ευρώ [(17 ημέρες Σαββάτου και αργίες Χ 12 ώρες εργασίας =) 204 + (1 ημέρα Σαββάτου Χ 5 ώρες εργασίας =) 5 + (10 ημέρες Σαββάτου Χ 14 ώρες εργασίας =) 140 = 349 ώρες Χ 10,76 ευρώ). Γ) Κατά το χρονικό διάστημα από 22-11-2022 έως 18-4-2023: [Α] Κατά το χρονικό διάστημα από 22.11.2022 έως 31.12.2022: α) Για 26 ημέρες καθημερινές και 4 ημέρες Κυριακής και συνολικά για είκοσι τρεις ημέρες, οπότε ο ενάγων εργαζόταν επί δώδεκα ώρες καθ’ εκάστη, το ποσό των ευρώ 1.075,20 (30 καθημερινές και Κυριακές Χ 4 ώρα εργασίας του ημερησίως = 120 Χ 8,96 ευρώ) και β) για 5 ημέρες Σαββάτου και 2 ημέρες αργίας (6.12. και 25.12) και συνολικά για επτά ημέρες, του εν λόγω χρονικού διαστήματος, κατά τις οποίες απεδείχθη ότι εργάσθηκε επί 12 ώρες ημερησίως καθ’ εκάστη, για μία ημέρα Σαββάτου (31.12.2022), οπότε απεδείχθη ότι εργάσθηκε επί 3 ώρες και μία ημέρα αργίας (25.12.2022) οπότε απεδείχθη ότι εργάσθηκε επί 5 ώρες, το ποσό των 989,92 ευρώ [(7 ημέρες Σαββάτου και αργίες Χ 12 ώρες εργασίας =) 84 + (1 ημέρα Σαββάτου Χ 3 ώρες εργασίας =) 3 + (1 ημέρα αργίας Χ 5 ώρες εργασίας =) 5 = 92 ώρες Χ 10,76 ευρώ). [Β] Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2023 έως 18.4.2023: α) Για 61 ημέρες καθημερινές και 12 ημέρες Κυριακής και συνολικά για 73 ημέρες, κατά τις οποίες εργάσθηκε επί δώδεκα ώρες καθ’ εκάστη, καθώς επίσης για μία ημέρα καθημερινή (13.4.2023) οπότε εργάσθηκε επί δέκα τέσσερις ώρες και μία ημέρα Κυριακής (16.4.2023) οπότε εργάσθηκε επί δέκα ώρες, το ποσό των ευρώ 2.850,00 [(73 καθημερινές και Κυριακές Χ 4 ώρες =) 292 + (1 καθημερινή και Κυριακές Χ 6 ώρες =) 6 + (1 Κυριακή Χ 2 ώρες=) 2 = 300 Χ 9,50 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης του ναύτη, με βάση την ισχύσασα κατά τον επίδικο χρόνο Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2023 για τις καθημερινές και τις Κυριακές) και β) για 11 ημέρες Σαββάτου και 6 ημέρες αργίας (1.1., 6.1, 27.2, 25.3, 14.4 και 17.4) και συνολικά για δέκα επτά ημέρες, του εν λόγω χρονικού διαστήματος, κατά τις οποίες απεδείχθη ότι εργάσθηκε επί 12 ώρες ημερησίως καθ’ εκάστη, για μία ημέρα Σαββάτου (15.4.), οπότε απεδείχθη ότι εργάσθηκε επί 6 ώρες, για δύο ημέρες Σαββάτου (18.2 και 25.2), οπότε απεδείχθη ότι εργάσθηκε επί 8 ώρες ημερησίως καθ’ εκάστη, το ποσό των 2.576,40 ευρώ [(17 ημέρες Σαββάτου και αργίες Χ 12 ώρες εργασίας =) 204 + (1 ημέρα Σαββάτου Χ 6 ώρες εργασίας =) 6 + (2 ημέρες Σαββάτου Χ 8 ώρες εργασίας =) 16 =226 ώρες Χ 11,40 ευρώ, που προβλέπεται από την προαναφερθείσα ΣΣΝΕ για κάθε ώρα εργασίας του ναυτικού της ειδικότητας αυτής κατά τα Σάββατα και τις αργίες) και Δ) Κατά το χρονικό διάστημα από 25-4-2023 έως 3-8-2023: [Α] Κατά το χρονικό διάστημα από 25-4-2023 έως 30-4-2023: α) Για 4 ημέρες καθημερινές και 1 ημέρα Κυριακής, οπότε ο ενάγων εργαζόταν επί δώδεκα ώρες καθ’ εκάστη το ποσό των ευρώ 190,00 (5 καθημερινές και Κυριακές Χ 4 ώρα εργασίας του ημερησίως = 20 Χ 9,50 ευρώ, που προβλέπεται ως αμοιβή ανά ώρα υπερωριακής απασχόλησης του ναύτη, με βάση την ισχύσασα κατά τον επίδικο χρόνο Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2023 για τις καθημερινές και τις Κυριακές) και β) για 1 ημέρα Σαββάτου (29.4.2023), του εν λόγω χρονικού διαστήματος κατά την οποία ο ενάγων εργαζόταν επί δώδεκα ώρες, το ποσό των 136,80 ευρώ (1 Σάββατο Χ 12 ώρες εργασίας του την ημέρα = 12 ώρες Χ 11,40 ευρώ). [Β] Κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2023 έως 3-8-2023: α) Για 67 ημέρες καθημερινές και 13 ημέρες Κυριακής, οπότε ο ενάγων εργαζόταν επί δώδεκα ώρες καθ’ εκάστη, το ποσό των ευρώ 3.040,00 (80 καθημερινές και Κυριακές Χ 4 ώρα εργασίας του ημερησίως = 320 Χ 9,50 ευρώ) και β) για 5 ημέρες Σαββάτου και 2 ημέρες αργίας (1/5 και 25/5), του εν λόγω χρονικού διαστήματος κατά τις οποίες ο ενάγων εργαζόταν επί δώδεκα ώρες καθ’ εκάστη και συνολικά 7 ημέρες, καθώς επίσης για οκτώ ημέρες Σαββάτου που ο ενάγων εργάσθηκε επί δέκα ώρες καθ΄εκάστη, το ποσό των 1.869,60 ευρώ [(7 Σάββατα και αργίες Χ 12 ώρες εργασίας του την ημέρα =) 84 ώρες + (8 Σάββατα Χ 10 ώρες εργασίας του την ημέρα =) 80 ώρες = 164 Χ 11,40 ευρώ). Από το σύνολο των δέκα έξι χιλιάδων εξήντα έξι ευρώ και εξήντα δύο λεπτών (2.616,32 + 1.748,50 + 107,52 + 129,12 + 5.644,80 + 3.755,24 + 1.075,20 + 989,92= 16.066,62 €) το οποίο εδικαιούτο ο ενάγων για την υπερωριακή εργασία που παρείχε στο ανωτέρω πλοίο, κατά τις καθημερινές ημέρες, τις ημέρες Σαββάτου, Κυριακής και αργίας εντός του έτους 2022, αφαιρείται το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ και εβδομήντα λεπτών (5.630,75 + 5.141,95= 10.772,70 €), το οποίο έλαβε από την δεύτερη εναγομένη, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις της μισθοδοσίας, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και δεν αμφισβητεί η ενάγουσα με την έφεσή της και απομένει ανεξόφλητο υπόλοιπο για την αιτία αυτή ύψους πέντε χιλιάδων διακοσίων ενενήντα τριών ευρώ και ενενήντα δύο λεπτών (16.066,62 € – 10.772,70 € = 5.293,92 €), στο οποίο ανέρχεται η διαφορά της οφειλόμενης από την καταβληθείσα αμοιβής της υπερωριακής του εργασίας και την οποία βασίμως αξιώνει ο ενάγων. Επιπλέον, από το σύνολο των δέκα χιλιάδων εξακοσίων εξήντα δύο ευρώ και ογδόντα λεπτών (2.850,00 + 2.576,40 + 190,00 + 136,80 + 3.040,00 + 1.869,60 = 10.662,80 €) το οποίο εδικαιούτο ο ενάγων για την υπερωριακή εργασία που παρείχε στο ανωτέρω πλοίο, κατά τις καθημερινές ημέρες, τις ημέρες Σαββάτου, Κυριακής και αργίας εντός του έτους 2023, αφαιρείται το συνολικό χρηματικό ποσό των επτά χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα τριών ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (3.593,12 + 4.090,12= 7.683,24 €), το οποίο έλαβε από την δεύτερη εναγομένη, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις της μισθοδοσίας, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και δεν αμφισβητεί η ενάγουσα με την έφεσή της και απομένει ανεξόφλητο υπόλοιπο για την αιτία αυτή ύψους δύο χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (10.662,80 € – 7.683,24 € = 2.979,56 €), στο οποίο ανέρχεται η διαφορά της οφειλόμενης από την καταβληθείσα αμοιβής της υπερωριακής του εργασίας και την οποία βασίμως αξιώνει ο ενάγων. Σε διαφορετική κρίση, ως προς την ως άνω αποδειχθείσα υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος, το Δικαστήριο δεν δύναται να οδηγηθεί από το γεγονός ότι ο ενάγων ουδέποτε, κατά τη διάρκεια των ενδίκων ναυτολογήσεών του, εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο στη δεύτερη εναγομένη αναφορικά με την εργασία του, ούτε από το γεγονός ότι, η παραπάνω υπερωριακή εργασία του ενάγοντος, δεν αναγραφόταν στο βιβλίο ωρών αναπαύσεως, το οποίο τηρούσε η δεύτερη εναγόμενη, ενώ το γεγονός ότι ο ενάγων υπέγραφε στο εν λόγω αρχείο χωρίς επιφύλαξη, ως διατείνεται η δεύτερη εναγομένη, δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαστικό τεκμήριο σε βάρος των συναφών αντίθετων ισχυρισμών αυτού (ΜονΕφΠειρ. 716/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 526/2012, ΕΝαυτΔ 2012/381, ΕφΠειρ. 452/2010, ΤΝΠ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ), αλλά δικαιολογείται απολύτως από την επιθυμία του (ενάγοντος) να μη θέσει σε κίνδυνο την εργασιακή του θέση. Όμοια, το γεγονός ότι η παραπάνω υπερωριακή εργασία του ενάγοντος δεν αναγραφόταν στο βιβλίο υπερωριών και ιδιαίτερων αμοιβών του πληρώματος, το οποίο τηρούσε η δεύτερη εναγόμενη, διά του προεστημένου οργάνου της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 107 του Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επιβατηγών πλοίων και 19 των ως άνω ΣΣΝΕ, καθώς και το ότι ο ενάγων υπέγραφε στο εν λόγω βιβλίο χωρίς επιφύλαξη, δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαστικό τεκμήριο σε βάρος των συναφών αντίθετων ισχυρισμών αυτού (ΜονΕφΠειρ. 48/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 716/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 526/2012, ΕΝαυτΔ 2012/381, ΕφΠειρ. 452/2010, ΤΝΠ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν εκτιμηθεί ότι η συμπεριφορά του αυτή ενέχει παραίτηση από τις επίδικες αξιώσεις αυτού (ενάγοντος) από την προσφορά της εργασίας του, η παραίτηση αυτή (νοούμενη ως άφεση χρέους) δεν έχει έννομη επιρροή, αφού κάθε παραίτηση του εργαζομένου από τα νόμιμα δικαιώματά του, που πηγάζουν είτε από το νόμο είτε από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και καθορίζουν τα κατώτερα όρια προστασίας, έστω και αν αυτή (παραίτηση) λαμβάνει χώρα μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας, είναι άκυρη (ΑΠ 166/2016, ΑΠ 1635/2012, ΑΠ 1554/2011, ΝΟΜΟΣ, EΠ 698/2014, Δνη 2015/504, ΕΠ 361/2013, ΕΝαυτΔ 2013/208).
ΙV. Στη ναυτική πρακτική, «κλειστός» μισθός ονομάζεται η συμφωνία αμοιβής του ναυτικού με πάγιο μηνιαίο μισθό, στον οποίο περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός και τα επιδόματα ή άλλες παροχές που προβλέπονται από την οικεία ΣΣΝΕ, η οποία είναι έγκυρη κατ’ άρθρο 361 ΑΚ, με την προϋπόθεση ότι οι παραπάνω νόμιμες αποδοχές δεν είναι μεγαλύτερες από τον συμβατικό «κλειστό» μισθό, διαφορετικά, αν δηλαδή ο μισθός αυτός δεν καλύπτει το σύνολο των ελάχιστων νόμιμων αποδοχών, η σχετική συμφωνία δεν είναι έγκυρη και ο ναυτικός δικαιούται να αξιώσει τη διαφορά (ΑΠ 1013/2003, ΕΝαυτΔ 2003/345, ΑΠ 225/2002, Δνη 44/160 = ΔΕΝ 2002/1314 = ΕΕΔ 2003/1166 = ΔΕΕ 2003/331, ΑΠ 1700/1998, ΔΕΝ 1999/851 = ΕΕΔ 2000/176 = ΕΝαυτΔ 1999/465, ΜονΕφΠειρ. 48/2021, 202/2021, 464/2021, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η έννοια του «κλειστού» μισθού προϋποθέτει υφιστάμενο ένα νόμιμα καθοριζόμενο όριο ελάχιστων αποδοχών του εργαζομένου, προς το οποίο ο συμβατικός μισθός μπορεί είτε να ισούται είτε να το υπερβαίνει, όπως συμβαίνει όταν με την ατομική σύμβαση ναυτικής εργασίας έχει συμφωνηθεί και καταβάλλεται τακτικώς και παγίως στο ναυτικό, κατά τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών του, εκτός από το μισθό και τα επιδόματα που προβλέπονται για την ειδικότητά του στην οικεία ΣΣΝΕ και πρόσθετο χρηματικό ποσό, αποκαλούμενο στη ναυτική ορολογία «επιμίσθιο», ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του, της δραστηριότητας και του ζήλου του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Αν στην ατομική σύμβαση δεν υφίσταται πρόβλεψη περί καταλογισμού του προς άλλες αποδοχές, το επιμίσθιο αποτελεί μέρος του μισθού και όχι δωρεάν παροχή του εργοδότη, ελευθέρως ανακλητή ή δυνάμενη να καταλογιστεί μονομερώς προς άλλες συμβατικές αξιώσεις του ναυτικού, γιατί τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των συμβατικών αποδοχών του ναυτικού μονομερώς από τον εργοδότη του (ΑΠ 1089/1987, ΕΝαυτΔ 1988/114, ΜονΕφΠειρ. 50/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Ι. Κοροτζής, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος πρώτος, 2004, άρθρο 60, σελ. 326, Δ. Καμβύσης, Ναυτεργατικό Δίκαιο, 1994, σελ. 205). Στην αντίθετη περίπτωση, της ύπαρξης δηλαδή ειδικής και ορισμένης συμφωνίας καταλογισμού του, το επιμίσθιο μπορεί να συμψηφιστεί προς τις προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΝΕ αποδοχές, δηλαδή προς τα τυχόν ήδη καταβαλλόμενα ή και μελλοντικά επιδόματα, χωρίς ανάγκη άλλου ειδικού καθορισμού αυτών των τελευταίων (ΑΠ 943/1988, ΕΕΝ 1989/502 = ΕΕΔ 1989/873 = ΕΝαυτΔ 1990/99, ΜονΕφΠειρ. 196/2020, 369/2016, 213/2016, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η δεύτερη εναγομένη ήδη με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, υποστήριξε ότι, επιπλέον των νομίμων αποδοχών κατέβαλε στον ενάγοντα κατά το έτος 2022, το συνολικό ποσό των ευρώ 731,93, με αιτιολογία καταβολής του τη φράση «έκτακτες αμοιβές» και το ποσό των ευρώ 1.401,39, με αιτιολογία καταβολής του τη φράση «ρολόγια ναυτών». Επίσης, κατά το έτος 2023, η ίδια κατέβαλε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των ευρώ 608,47 με αιτιολογία καταβολής του τη φράση «έκτακτες αμοιβές» και το ποσό των ευρώ 908,48 με αιτιολογία καταβολής του τη φράση «ρολόγια ναυτών». Επικαλούμενη δε τους συμπληρωματικούς όρους 1 και 4 των εγγράφων συμβάσεων ναυτικής εργασίας που κατήρτισε με τον ενάγοντα, ισχυρίσθηκε ότι, κατόπιν συμφωνίας της με τον ενάγοντα, τα ως άνω ποσά θα συμψηφίζονταν με τυχόν πραγματοποιούμενες υπερωρίες αυτού (ενάγοντος). Τον ισχυρισμό της αυτό, η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτο, καθώς δεν προτάθηκε και προφορικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Η δεύτερη εναγομένη, στα πλαίσια του πέμπτου λόγου έφεσης, επανέφερε τον ως άνω ισχυρισμό όσον αφορά ειδικώς τα ανωτέρω ποσά που αυτή κατέβαλε στον ενάγοντα, με αιτιολογία καταβολής τη φράση «έκτακτες αμοιβές», πλήττοντας την εκκαλουμένη απόφαση καθό μέρος απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό της ως απαράδεκτο. Επιπλέον, με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επανέφερε το σύνολο του ως άνω ισχυρισμού της. Ο ισχυρισμός αυτός, παραδεκτώς προτείνεται μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα σχετικά με τις ώρες απασχόλησης του ενάγοντος στο ανωτέρω πλοίο, αφού ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί κατ’ ακριβολογία ισχυρισμό περί καταλογισμού και δεν στηρίζεται σε αυτοτελές αγωγικό δικαίωμα [όμοια Πανταζόπουλος, Κεραμεύς/Νίκας/Κονδύλης, Ερμηνεία ΚΠολΔ υπό του άρθρου 522, σελ. 126, παρ.7, πρβλ ΑΠ 1520/2010 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ].
Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και ιδίως από τις προσκομιζόμενες από 1.1.2022, 27.4.2022, 14.2.2023, 26.02.2023, 7.6.2023 και 25.4.2023 έγγραφες συμβάσεις εργασίας που η δεύτερη εναγομένη κατήρτισε με τον ενάγοντα, ενόψει των ενδίκων ναυτολογήσεων, αποδεικνύεται ότι, ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος συνομολογήθηκε κλειστός, ανερχόμενος στο συνολικό [μικτό] χρηματικό ποσό των ευρώ 3.350,49, 3.350,49, 3.148,75, 3.461,43, 3.461,43 και 3.350,49, αντίστοιχα. Στις ίδιες συμβάσεις, περιελήφθησαν και όροι, κατά τους οποίους «Ο βασικός μισθός ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της κατηγορίας που υπάγεται το Πλοίο», καθώς επίσης ότι «…στον εν λόγω κλειστό μηνιαίο μισθό συμπεριλαμβάνονται: βασικός μισθός, επίδομα Κυριακών, επίδομα Σαββάτων και αργιών, επίδομα άδειας και τροφοδοσίας, επίδομα υπερωριών, τυχόν επίδομα εταιρίας καθώς και όλα τα διάφορα επιδόματα που προβλέπονται από την εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας. Ο Ναυτικός δεν θα δικαιούται οποιαδήποτε άλλη πληρωμή πέραν του κατά του ως άνω ποσού του κλειστού μισθού του» και ότι «Εφαρμοστέα τυγχάνει η εκάστοτε Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων των Ακτοπλοϊκών επιβατηγών Πλοίων». Επίσης, περιελήφθη υπό του τίτλου «Συμπληρωματικοί όροι» όρος, κατά την ακριβή διατύπωση του οποίου «1. Κάθε ποσό που καταβάλει η Εταιρεία στο Ναυτικό πάνω από τις ελάχιστες vόμιμες αποδοχές μπορεί να συμψηφίζεται με τυχόν πραγματοποιούμενες από το Ναυτικό υπερωρίες ή άλλες υποχρεώσεις της Εταιρείας σχετικές με την παρούσα σύμβαση. Ως ελάχιστες νόμιμες αποδοχές νοούνται οι προβλεπόμενες από την εκάστοτε εφαρμοστέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας…. 4. Σε περίπτωση που για οποιαδήποτε αιτία πιστωθούν στον λογαριασμό μισθοδοσίας του Ναυτικού ποσά που δεν δικαιούται αυτός, είτε γιατί δεν προβλέπονται από την παρούσα σύμβαση εργασίας, είτε γιατί δεν πραγματοποιήθηκε η εργασία, είτε γιατί δεν δικαιολογείται το πιστωθέν ποσό από την όλη εργασιακή σχέση, η Εταιρία ή ο Πλοίαρχος δικαιούται να καταλογίσει τα αχρεωστήτως πιστωθέντα ποσά στον επόμενο λογαριασμό μισθοδοσίας.». Aπό τις προσκομιζόμενες δε αποδείξεις μισθοδοσίας, αφορώσες τα ένδικα χρονικά διαστήματα, απεδείχθη ότι, η δεύτερη εναγομένη, κατέβαλε κάθε μήνα στον ενάγοντα μικτές αποδοχές ανώτερες των ανωτέρω ποσών που συνομολογήθηκαν με τις ανωτέρω συμβάσεις ναυτικής εργασίας, αφού, κατά τους μήνες κατά τους οποίους ο ενάγων εργάσθηκε ολόκληρο τον μήνα, η δεύτερη εναγομένη του κατέβαλε, τον μήνα Ιανουάριο 2022 το ποσό των ευρώ 4.329,43, τον μήνα Φεβρουάριο 2022 το ποσό των ευρώ 3.973,41, τον μήνα Μάρτιο 2022 το ποσό των ευρώ 4.006,67, τον μήνα Μάιο 2022 το ποσό των ευρώ 4.023,59, τον μήνα Ιούνιο 2022 το ποσό των ευρώ 4.027,75, τον μήνα Ιούλιο 2022 το ποσό των ευρώ 4.610,45, τον μήνα Αύγουστο 2022 το ποσό των ευρώ 5.492,08 και επιπλέον για διπλά δρομολόγια το ποσό των ευρώ 745,02, τον μήνα Σεπτέμβριο 2022 το ποσό των ευρώ 4.073,75, τον μήνα Δεκέμβριο 2022 το ποσό των ευρώ 4.142,59, τον μήνα Ιανουάριο 2023 το ποσό των ευρώ 3.971,05, τον μήνα Φεβρουάριο 2023 το ποσό των ευρώ 3.628,20, τον μήνα Μάρτιο 2023 το ποσό των ευρώ 4.566,69, τον μήνα Μάιο 2023 το ποσό των ευρώ 4.240,55, τον μήνα Ιούνιο 2023 το ποσό των ευρώ 4.134,46 και τον μήνα Ιούλιο 2023 το ποσό των ευρώ 4.593,44. Έτι περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις καταβολής, αποδεικνύεται ότι η δεύτερη εναγομένη κάθε μήνα κατελόγιζε, κατά την καταβολή του μηνιαίου μισθού στον ενάγοντα, την αιτία καταβολής του κάθε επιμέρους ποσού και δη κατελόγιζε μέρος του μηνιαίου μισθού σε μισθό ενεργείας, μέρος αυτού σε επίδομα Κυριακής, μέρος αυτού σε λοιπά επιδόματα που κατά το ποσό του συμπίπτει με το επίδομα βαρείας και ανθυγιεινής εργασίας, μέρος αυτού σε παρασχεθείσα από τον ενάγοντα εργασία κατά τα Σάββατα και τις αργίες, μέρος αυτού σε αμοιβή υπερωριακής εργασίας, μέρος αυτού για έχμαση οχημάτων, μέρος αυτού με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές», μέρος αυτού για διπλά δρομολόγια, μέρος αυτού με αιτιολογία «ρολόγια ναυτών», μέρος αυτού σε αποδοχές αδείας και μέρος αυτού σε αποδοχές δώρων. Από τις ίδιες έγγραφες αποδείξεις, αποδεικνύεται ότι, κατέβαλε στον ενάγοντα, επιπλέον των ανωτέρω ποσών για την εργασία του κατά τα Σάββατα και τις αργίες και για την πέραν του νομίμου ωραρίου του εργασία κατά τις καθημερινές και Κυριακές, κατά το έτος 2022 το συνολικό ποσό των ευρώ 731,93 με αιτιολογία καταβολής του τη φράση «έκτακτες αμοιβές» και το ποσό των ευρώ 1.401,39 με αιτιολογία καταβολής του τη φράση «ρολόγια ναυτών». Κατά δε το έτος 2023 η ίδια κατέβαλε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των ευρώ 608,47 με αιτιολογία καταβολής του τη φράση «έκτακτες αμοιβές» και το ποσό των ευρώ 908,48 με αιτιολογία καταβολής του τη φράση «ρολόγια ναυτών». Όπως απεδείχθη, το ποσό που η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα με αιτιολογία «ρολόγια ναυτών» αφορούσε την απασχόληση του ενάγοντος κάθε μήνα στο «κούρδισμα των ρολογιών», ενώ το ποσό που η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές» δεν προέκυψε για ποία ειδικότερη εργασία κατέβαλε στον ενάγοντα. Εν τούτοις, από τις προβλέψεις των ανωτέρω εγγράφων συμβάσεων υπό του τίτλου «Συμπληρωματικοί όροι» [κατά την ακριβή διατύπωση του οποίου «1. Κάθε ποσό που καταβάλει η Εταιρεία στο Ναυτικό πάνω από τις ελάχιστες vόμιμες αποδοχές μπορεί να συμψηφίζεται με τυχόν πραγματοποιούμενες από το Ναυτικό υπερωρίες ή άλλες υποχρεώσεις της Εταιρείας σχετικές με την παρούσα σύμβαση. Ως ελάχιστες νόμιμες αποδοχές νοούνται οι προβλεπόμενες από την εκάστοτε εφαρμοστέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας…. 4. Σε περίπτωση που για οποιαδήποτε αιτία πιστωθούν στον λογαριασμό μισθοδοσίας του Ναυτικού ποσά που δεν δικαιούται αυτός, είτε γιατί δεν προβλέπονται από την παρούσα σύμβαση εργασίας, είτε γιατί δεν πραγματοποιήθηκε η εργασία, είτε γιατί δεν δικαιολογείται το πιστωθέν ποσό από την όλη εργασιακή σχέση, η Εταιρία ή ο Πλοίαρχος δικαιούται να καταλογίσει τα αχρεωστήτως πιστωθέντα ποσά στον επόμενο λογαριασμό μισθοδοσίας.»], ερμηνευόμενοι οι όροι αυτοί, κατά τις υποδείξεις των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν επιτρέπουν οποιονδήποτε συμψηφισμό, εφόσον δια των όρων αυτών δεν προσδιορίζονται ειδικά και ορισμένα οι υπέρτερες των συμφωνημένων και νομίμων αποδοχές του ενάγοντος, που θα μπορούσαν να συμψηφίζονται με πραγματοποιούμενες υπερωρίες του ή με άλλες συμβατικές υποχρεώσεις της εργοδότριας αυτού–δεύτερης εναγομένης. Δεν συνέτρεξαν, επομένως, εν προκειμένω οι νόμιμες προϋποθέσεις του επιτρεπτού συμβατικού συμψηφισμού, αφού δεν προσδιορίσθηκαν ειδικά κατά ποιόν και ποσόν οι υπέρτερες αποδοχές (ως επιμίσθιο, τακτικά και παγίως καταβαλλόμενο) του ενάγοντος, που θα μπορούσαν να συμψηφίζονται με μελλοντικές υποχρεώσεις της δεύτερης εναγομένης προς αυτόν, προερχόμενες από οποιαδήποτε νόμιμη αιτία. Πράγματι, η αόριστη διατύπωση της εν λόγω συμφωνίας («κάθε ποσό … πάνω από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές … αχρεωστήτως πιστωθέντα ποσά»), δεν δύναται να θεμελιώσει δυνατότητα συμβατικού συμψηφισμού των εν λόγω «εκτάκτων αμοιβών», καθώς και των καταβολών με αιτιολογία καταβολής «ρολόγια ναυτών», όπως, αντιθέτως, θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση κατά την οποία στους επίμαχους όρους προβλεπόταν ρητώς ότι οι συγκεκριμένες παροχές, υπό την ένδειξη «έκτακτες αμοιβές», καθώς επίσης υπό την ένδειξη «ρολόγια ναυτών», θα καλύπτουν την οφειλόμενη υπερωριακή αμοιβή του ενάγοντος (ΕφΠειρ. 464/2021 Ιστοσελίδα Εφετείου Πειραιώς). Το γεγονός ότι το κούρδισμα των ρολογιών εντάσσεται στις υποχρεώσεις της ειδικότητας του Ναύτη, όπως η δεύτερη εναγομένη αναφέρει στην προσθήκη επί των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δεν δύναται να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση, έστω κι αν η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε κάθε μήνα τακτικά αμοιβή στον ενάγοντα για την εν λόγω αιτία, αφού η ίδια σαφώς κατά την καταβολή εκάστου επιμέρους ποσού κατελόγιζε στην αιτία καταβολής του, μη δυνάμενη αυτή, μονομερώς να ορίσει διαφορετικό καταλογισμό εκ των υστέρων. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε τον ως άνω, περί καταλογισμού στις απαιτήσεις του ενάγοντος για καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση στο ως άνω πλοίο, των ποσών που η δεύτερη εναγομένη του κατέβαλε με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές» και «ρολόγια ναυτών», ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, έστω και με διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), απορριπτομένου κατά τούτο του, περί του αντιθέτου, τρίτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης.
V. Από τη διάταξη του άρθρου 14 της προαναφερθείσας ΣΣΝΕ, σε συνδυασμό προς εκείνες των §§ 1, 2, 3 και 7 της με αριθμό 70109/8008/14.12.1982 Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας «Περί των προϋποθέσεων χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα προς τους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β 1/7.1.1982), με τις οποίες εφαρμόζεται η όμοια με αυτήν με αριθμό 19040/1981 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της Χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου» (ΦΕΚ Β 742/9.12.1981), προκύπτει ότι, οι ναυτικοί δικαιούνται επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ίσων προς ένα [1] μηνιαίο μισθό και προς μισθό δεκαπέντε [15] ημερών αντιστοίχως, εάν η σχέση εργασίας διήρκεσε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου και από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου αντιστοίχως ή, εάν η σχέση εργασίας δεν διήρκεσε ολόκληρα τα αντίστοιχα ως άνω χρονικά διαστήματα, αναλογία 2/25 του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο δεκαεννεαήμερο χρονικό διάστημα και 1/15 του ημίσεως του μηνιαίου μισθού ανά έκαστο οκταήμερο χρονικό διάστημα αντιστοίχως ή, επί χρονικού διαστήματος μικρότερου του δεκαεννεαημέρου ή του οκταημέρου, ανάλογο κλάσμα. Επιπλέον, για τον υπολογισμό των προαναφερόμενων επιδομάτων, λαμβάνεται υπόψη, ο πραγματικά καταβαλλόμενος μισθός την 10η Δεκεμβρίου και την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα, αντιστοίχως, δηλαδή το σύνολο των τακτικών αποδοχών του ναυτικού, στις οποίες περιλαμβάνονται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή, εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας που παρέχει ο ναυτικός τακτικώς, κάθε μήνα ή περιοδικώς, κατ’ επανάληψη και καθ’ ορισμένα διαστήματα χρόνου (ΜονΕφΠειρ. 603/2015, ΜονΕφΠειρ. 86/2014, ΜονΕφΠειρ. 23/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, ως τέτοιες αποδοχές προσδιορίζονται ενδεικτικώς στην πιο πάνω Υπουργική Απόφαση: α) η προσαύξηση της νόμιμης και τακτικής αμοιβής της εργασίας κατά τις Κυριακές, εφόσον δίδεται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα για την παροχή της εργασίας του κατά τις ημέρες αυτές τακτικά κάθε μήνα, β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στον μισθωτό για νόμιμη υπερωριακή εργασία. Εφόσον, η πρόσθετη αυτή αμοιβή για την παροχή υπερωριακής εργασίας δεν καταβάλλεται υπό μορφή επιδόματος παγίως και τακτικώς κατά μήνα, υπολογίζεται κατά μέσο όρο, αν κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα καταβάλλεται τακτικώς, γ) το επίδομα αδείας και το αντίτιμο τροφής είτε παρέχεται σε χρήμα είτε αυτουσίως, διότι αποτελεί συμβατικό αντάλλαγμα των υπηρεσιών του ναυτικού, λόγω του είδους και της φύσης της εργασίας του πάνω στο πλοίο (ΑΠ 1013/2003, ΔΕΕ 2004/212, ΜονΕφΠειρ. 430/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς και οι λοιπές τακτικές παροχές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας (ΜονΕφΠειρ. 647/2014, ΜονΕφΠειρ. 412/2014, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνυπολογιστέα δεν είναι καταρχήν η πρόσθετη αμοιβή για τα δρομολόγια εξπρές, αφού αυτή, όταν δεν καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα, δεν έχει το χαρακτήρα τακτικής παροχής (ΜονΕφΠειρ. 164/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 328/2014, ο.π., ΕφΠειρ. 177/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 517/2011, αδημ.) και συνυπολογίζεται μόνον αν πραγματοποιούνται τακτικά δρομολόγια εξπρές και η αντίστοιχη προς αυτά πρόσθετη αμοιβή καταβάλλεται αδιαλείπτως (ΤριμΕφΠειρ. 66/2013, ΜονΕφΠειρ. 590/2014, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 364/2012, αδημ.), πλην του επιδόματος ιματισμού διότι το εν λόγω επίδομα δεν αποτελεί παροχή καταβαλλόμενη ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του, αφού η αιτία χορήγησης αυτού αποτελεί η εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών του πλοίου [ΑΠ 774/2003 ΕΕΔ 2005.237]. Εξάλλου, ο μέσος όρος υπερωριακής αμοιβής υπολογίζεται, λόγω των διαφορετικών ναυτολογήσεων, ανά ναυτολόγηση και επιπλέον, για τον υπολογισμό των Δώρων Χριστουγέννων υπολογίζεται το διάστημα απασχόλησης από 1.5 έως 31.12 κάθε έτους και του Δώρου Πάσχα το χρονικό διάστημα από 1.1 έως 30.4 κάθε έτους και όχι ο μέσος όρος ανά έτος, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 3 σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 1 της ΥΑ 19040/1981 (ΑΠ 741/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Κατόπιν των ανωτέρω, κατά τον βάσιμο στην ουσία του κατά τούτο δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τον υπολογισμό των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος προς υπολογισμό των δικαιούμενων υπ’ αυτού επιδομάτων εορτών, έσφαλε μη συνυπολογίζοντας και το αντίτιμο τροφής. Αντίθετα, καθό μέρος έλαβε υπόψη του το επίδομα αδείας, ορθά εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις απορριπτομένου, κατά τούτο, του περί του αντιθέτου έκτου λόγου της έφεσης της δεύτερης εναγομένης. Ενόψει της αποδειχθείσας κατά τα άνω, υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος κατά τον επίδικο χρόνο, με συνυπολογισμό του μέσου όρου της υπερωριακής αμοιβής του, ο ενάγων εδικαιούτο: (α) Για αναλογία Δώρου Πάσχα 2022 (i) στα πλαίσια της πρώτης των ενδίκων ναυτολογήσεων που διήρκησε από 1.1.2022 έως 6.4.2022: {[μισθός ενεργείας 1.240,91 € + επίδομα Κυριακών 273,00 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής, 617,40 € + επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 446,97 € + μέσος όρος αμοιβής έχμασης οχημάτων αφού, όπως αποδεικνύεται από τι αποδείξεις μισθοδοσίας, σχετική αμοιβή καταβάλλονταν στον ενάγοντα κάθε μήνα, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δεύτερης εναγομένης που περιέχεται στον έκτο λόγο της ένδικης έφεσής της (157,54 + 444,18 + 542,83 + 380,07= 1.524.62 δια 96 επί 30=) 476,44, πλην όμως ο ενάγων αξιώνει με την ένδικη αγωγή του όπως συνυπολογισθεί το ποσό των ευρώ 457,18 το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μέσος όρος αμοιβής για κούρδισμα ρολογιών, αφού σχετική αμοιβή καταβάλλονταν στον ενάγοντα κάθε μήνα, όπως αποδεικνύεται από τις αποδείξεις μισθοδοσίας, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δεύτερης εναγομένης που περιέχεται στον έκτο λόγο της ένδικης έφεσής της (62,77 + 134,49 + 134,49 + 76,21= 407,96 δια 96 επί 30=) 127,49 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 134,49 όπως αξιώνει ο ενάγων με την αγωγή του και έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο έκτο λόγο έφεσης της δεύτερης εναγομένης, περί εσφαλμένου υπολογισμού των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης (2.616,32 + 1.748,50,60 =) 4.364,82 ευρώ υπερωριακή απασχόληση κατά λόγω διάστημα από 1.1.2022 έως 6.4.2022/96 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 1.364,00 και όχι το ποσό των ευρώ 1.148,54, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά του τούτο του έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων εκ του λόγου ότι συνυπολογίσθηκε το ανωτέρω ποσό ως μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης κατά τον υπολογισμό του εν λόγω δώρου εορτών =] 4.564,69 δια 2 επί 1/15 επί (96 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 8=) 12 οκταήμερα=} 1.825,87 ευρώ και (ii) στα πλαίσια της δεύτερης των ενδίκων ναυτολογήσεων που διήρκησε από 27.4.2022 έως 30.4.2022: {[μισθός ενεργείας 1.240,91 € + επίδομα Κυριακών 273,00 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 617,40 €+ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 446,97 € + μέσος όρος αμοιβής έχμασης οχημάτων αφού σχετική αμοιβή καταβλήθηκε στον ενάγοντα κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, όπως αποδεικνύεται από την σχετική απόδειξη μισθοδοσίας που προσκομίζεται, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δεύτερης εναγομένης που περιέχεται στον έκτο λόγο της ένδικης έφεσής της (84,81 δια 4 επί 30=) 636,07, πλην όμως ο ενάγων αξιώνει με την ένδικη αγωγή του όπως συνυπολογισθεί το ποσό των ευρώ 457,18 το οποίο συνυπολογίσθηκε και υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και το οποίο πρέπει να υπολογισθεί + μέσος όρος αμοιβής για κούρδισμα ρολογιών (17,93 δια 4 επί 30=) 134,47 και όχι το ποσό των ευρώ 134,49 όπως αξιώνει ο ενάγων με την αγωγή του και έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο έκτο λόγο έφεσης της δεύτερης εναγομένης, περί εσφαλμένου υπολογισμού των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης (107,52 + 129,12 =) 236,64 ευρώ υπερωριακή απασχόληση κατά λόγω διάστημα από 27.4.2022 έως 30.4.2022/4 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 1.774,80 και όχι το ποσό των ευρώ 1.148,54, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά του τούτο του έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων εκ του λόγου ότι συνυπολογίσθηκε το ανωτέρω ποσό ως μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης κατά τον υπολογισμό του εν λόγω δώρου εορτών =] 4.982,47 δια 2 επί 1/15 επί (4 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 8=) 0,5 οκταήμερα=} 83,04 ευρώ. Συνολικά, για αναλογία Δώρου Πάσχα 2022 ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ [1.825,87 + 83,04=] 1.908,91 και όχι το ποσό των ευρώ 2.275,20 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 1.576.59, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον βάσιμο κατά τούτο δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος. Έναντι του ποσού αυτού, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 1.075,40 και ως εκ τούτου για την εν λόγω αιτία δικαιούται το ποσό των ευρώ (1.908,91 μείον 1.075,40=) 833,51 και όχι το ποσό των ευρώ 501,19 όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά τούτο του αντιστοίχου έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης. (β) Για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2022: (i) Για αναλογία δώρου Χριστουγέννων από 1-5-2022 έως 25-10-2022 οπότε έληξε η δεύτερη των ενδίκων ναυτολόγηση του ενάγοντος: {[μισθός ενεργείας 1.240,91 € + επίδομα Κυριακών 273,00 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής, το οποίο νομίμως συνυπολογίζεται για τον υπολογισμό των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης, 617,40 €+ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας, το οποίο νομίμως συνυπολογίζεται για τον υπολογισμό των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης, 446,97 € + μέσος όρος αμοιβής έχμασης οχημάτων, αφού σχετική αμοιβή καταβάλλονταν στον ενάγοντα κάθε μήνα, όπως αποδεικνύεται από τις αποδείξεις μισθοδοσίας που προσκομίζονται, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δεύτερης εναγομένης που περιέχεται στον έκτο λόγο της ένδικης έφεσής της (495,93 + 502,74 + 621,78 + 802,53 + 486,63 + 375,91 = 3.285,52 δια 178 επί 30=) 553,74 (κατόπιν στρογγυλοποίησης), πλην όμως ο ενάγων αξιώνει με την ένδικη αγωγή του όπως συνυπολογισθεί το ποσό των ευρώ 457,18 το οποίο και πρέπει να υπολογισθεί + μέσος όρος αμοιβής για κούρδισμα ρολογιών, αφού σχετική αμοιβή καταβάλλονταν στον ενάγοντα κάθε μήνα, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις μισθοδοσίας, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δεύτερης εναγομένης που περιέχεται στον έκτο λόγο της ένδικης έφεσής της (134,49 + 134,49 + 134,49 + 137,18 + 134,49 + 107,59 = 782,73 δια 178 επί 30=) 131,92 και όχι το ποσό των ευρώ 134,49 όπως αξιώνει ο ενάγων με την αγωγή του και έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο έκτο λόγο έφεσης της δεύτερης εναγομένης, περί εσφαλμένου υπολογισμού των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης (5.644,80 + 3.755,24 =) 9.400,04 ευρώ υπερωριακή απασχόληση κατά λόγω διάστημα από 1.5.2022 έως 25.10.2022/178 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 1.584,28 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 1.148,54, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά του τούτο του έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων εκ του λόγου ότι συνυπολογίσθηκε το ανωτέρω ποσό ως μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης κατά τον υπολογισμό του εν λόγω δώρου εορτών =] 4.789,40 επί 2/25 επί (178 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 19=) 9,3684 δεκαεννιαήμερα=} 3.589,52 και (ii) για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2022 στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων από 22-11-2022 έως 31-12-2022: {[μισθός ενεργείας 1.240,91 € + επίδομα Κυριακών 273,00 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 37,74 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής, το οποίο νομίμως συνυπολογίζεται για τον υπολογισμό των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης, 617,40 €+ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας, το οποίο νομίμως συνυπολογίζεται για τον υπολογισμό των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης, 446,97 € + μέσος όρος αμοιβής έχμασης οχημάτων, αφού σχετική αμοιβή καταβάλλονταν στον ενάγοντα κάθε μήνα, όπως αποδεικνύεται από τις αποδείξεις μισθοδοσίας που προσκομίζονται, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δεύτερης εναγομένης που περιέχεται στον έκτο λόγο της ένδικης έφεσής της (131,76 + 427,65 = 559,41 δια 40 επί 30=) 419,56 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και όχι το ποσό των ευρώ 457,18 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, γενομένου δεκτού κατά τούτο του έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένη + μέσος όρος αμοιβής για κούρδισμα ρολογιών, αφού σχετική αμοιβή καταβάλλονταν στον ενάγοντα κάθε μήνα, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις μισθοδοσίας, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δεύτερης εναγομένης που περιέχεται στον έκτο λόγο της ένδικης έφεσής της (40,35 + 134,49 = 174,84 δια 40 επί 30=) 131,13 και όχι το ποσό των ευρώ 134,49 όπως αξιώνει ο ενάγων με την αγωγή του και έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο έκτο λόγο έφεσης της δεύτερης εναγομένης, περί εσφαλμένου υπολογισμού των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης (1.075,20 + 989,92 =) 2.065,12 ευρώ υπερωριακή απασχόληση κατά το διάστημα από 22.11.2022 έως 31.12.2022/40 ημέρες απασχόλησης επί 30=) 1.548,84 και όχι το ποσό των ευρώ 1.148,54, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά του τούτο του έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων εκ του λόγου ότι συνυπολογίσθηκε το ανωτέρω ποσό ως μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης κατά τον υπολογισμό του εν λόγω δώρου εορτών =] 4.715,55 επί 2/25 επί (40 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 19=) 2,1016 (αφού συνολικά ο ενάγων στην αγωγή του ζητά 11,47 19ήμερα) δεκαεννιαήμερα=} 792,81. Συνολικά για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2022 ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ [3.589,52 + 792,81 =] 4.382,33 και όχι το ποσό των ευρώ 5.010,53 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 3.430,75, όπως εσφαλμένως έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου του αντιστοίχου έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης. Έναντι του ποσού αυτού, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τούτο δεν πλήττεται από κανέναν των διαδίκων, η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των ευρώ 2.302,21 και ως εκ τούτου, για την εν λόγω αιτία, δικαιούται το ποσό των ευρώ (4.382,33 μείον 2.302,21 =) 2.080,12 και όχι το ποσό των ευρώ 1.128,54, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά τούτο του αντιστοίχου έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης. (γ) Για αναλογία Δώρου Πάσχα 2023: (i) στα πλαίσια της τρίτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, ήτοι από 1.1.2023 έως 18.4.2023 {[μισθός ενεργείας 1.315,36 € + επίδομα Κυριακών 289,38 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 40,00 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 654,30 €+ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 473,76 € + μέσος όρος αμοιβής έχμασης οχημάτων, αφού σχετική αμοιβή καταβάλλονταν στον ενάγοντα κάθε μήνα, όπως αποδεικνύεται από τις αποδείξεις μισθοδοσίας που προσκομίζονται, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δεύτερης εναγομένης που περιέχεται στον έκτο λόγο της ένδικης έφεσής της (444,18 + 157,54 + 542,83 +380,07= 1.524,62 δια 108 επί 30=) 423,50 και όχι το ποσό των ευρώ 465,70 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και την εκκαλουμένη απόφαση, γενομένου δεκτού κατά τούτο του έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης + μέσος όρος αμοιβής για κούρδισμα ρολογιών, αφού σχετική αμοιβή καταβάλλονταν στον ενάγοντα κάθε μήνα, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις μισθοδοσίας, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δεύτερης εναγομένης που περιέχεται στον έκτο λόγο της ένδικης έφεσής της (134,49 + 62,77 + 134,49 + 76,21= 407,96 δια 108 επί 30=) 113,32 και όχι το ποσό των ευρώ 143,42, όπως αξιώνει ο ενάγων με την αγωγή του και έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο έκτο λόγο έφεσης της δεύτερης εναγομένης, περί εσφαλμένου υπολογισμού των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης από 1.1.2023 έως 18.4.2023 [(2.850,00 + 2.576,40=) 5.426,40/108 ημέρες απασχόλησης επί 30=] 1.507,33 και όχι το ποσό των ευρώ 1.281,81, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά του τούτο του έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων εκ του λόγου ότι συνυπολογίσθηκε το ανωτέρω ποσό ως μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης κατά τον υπολογισμό του εν λόγω δώρου εορτών =] 4.816,95 δια 2 επί 1/15 επί (108 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 8=) 13,50 οκταήμερα=} 2.167,63 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) και (ii) στα πλαίσια της τέταρτης των ενδίκων ναυτολογήσεων, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 25.4.2023 έως 30.4.2023) {[μισθός ενεργείας 1.315,36 € + επίδομα Κυριακών 289,38 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 40,00 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 654,30 €+ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 473,76 € + μέσος όρος αμοιβής έχμασης οχημάτων, αφού σχετική αμοιβή καταβλήθηκε στον ενάγοντα, όπως αποδεικνύεται από την απόδειξη μισθοδοσίας που προσκομίζεται, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δεύτερης εναγομένης που περιέχεται στον έκτο λόγο της ένδικης έφεσής της (112,39 δια 6 επί 30=) 561,95 πλην όμως ο ενάγων αξιώνει το ποσό των ευρώ 465,70 όπως έγινε δεκτό και από την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του έκτου λόγου της έφεσης της δεύτερης εναγομένης + μέσος όρος αμοιβής για κούρδισμα ρολογιών, αφού σχετική αμοιβή καταβλήθηκε στον ενάγοντα, όπως αποδεικνύεται από την απόδειξη μισθοδοσίας που προσκομίζεται, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δεύτερης εναγομένης που περιέχεται στον έκτο λόγο της ένδικης έφεσής της (35,86 δια 6 επί 30=) 179,30, πλην όμως ο ενάγων υπολογίζει το ποσό των ευρώ 143,42 ποσό που υπολογίσθηκε και με την εκκαλουμένη απόφαση και το οποίο πρέπει να υπολογισθεί + μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης από 24.4.2023 έως 30.4.2023 [(190,00 + 136,80=) 326,80/6 ημέρες απασχόλησης επί 30=] 1.634,00 και όχι το ποσό των ευρώ 1.281,81, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά του τούτο του έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων εκ του λόγου ότι συνυπολογίσθηκε το ανωτέρω ποσό ως μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης κατά τον υπολογισμό του εν λόγω δώρου εορτών =] 5.015,92 δια 2 επί 1/15 επί (6 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 8=) 0,75 οκταήμερα=} 125,40 (κατόπιν στρογγυλοποίησης). Συνολικά για αναλογία Δώρου Πάσχα 2023 ο ενάγων εδικαιούτο το ποσό των ευρώ (2.167,63 + 125,40 =) 2.293,03 και όχι το ποσό των ευρώ 2.622,73 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ούτε το ποσό των ευρώ 1.904,48 όπως εσφαλμένως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του κατά τούτο δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά τούτο του περί του αντιθέτου έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης. Έναντι του ποσού αυτού, όπως έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση, διάταξη ως προς την οποία η εκκαλουμένη απόφαση δεν προσεβλήθη από κανέναν των διαδίκων, ο ενάγων έλαβε το ποσό των ευρώ 1.223,98 και επομένως, για την εν λόγω αιτία ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (2.293,03 μείον 1.223,98 =) 1.069,05 ευρώ και όχι το ποσό των ευρώ 680,50 όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά τον και (δ) Για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2023: {[μισθός ενεργείας 1.315,36 € + επίδομα Κυριακών 289,38 € + επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 40,00 € + μηνιαίο αντίτιμο τροφής 654,30 €+ επίδομα αδείας μετά τροφοδοσίας 473,76 € + μέσος όρος αμοιβής έχμασης οχημάτων, αφού σχετική αμοιβή καταβάλλονταν στον ενάγοντα κάθε μήνα, όπως αποδεικνύεται από τις αποδείξεις μισθοδοσίας που προσκομίζονται, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δεύτερης εναγομένης που περιέχεται στον έκτο λόγο της ένδικης έφεσής της (598,02 + 518,50 + 603,29 + 62,00= 1.781,81 δια 95 επί 30=) 562,68 (κατόπιν στρογγυλοποίησης) πλην όμως ο ενάγων υπολογίζει το ποσό των ευρώ 465,70 το οποίο έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση και το οποίο πρέπει να συνυπολογισθεί, απορριπτομένου κατά τούτο του έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης + μέσος όρος αμοιβής για κούρδισμα ρολογιών, αφού σχετική αμοιβή καταβάλλονταν στον ενάγοντα κάθε μήνα, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις μισθοδοσίας, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δεύτερης εναγομένης που περιέχεται στον έκτο λόγο της ένδικης έφεσής της (134,49 + 134,49 + 143,42 + 9,50= 421,90 δια 95 επί 30=) 133,23 και όχι το ποσό των ευρώ 143,42, όπως αξιώνει ο ενάγων με την αγωγή του και έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο έκτο λόγο έφεσης της δεύτερης εναγομένης, περί εσφαλμένου υπολογισμού των τακτικών αποδοχών του ενάγοντος μέσος όρος μηνιαίας αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης από 1.5.2023 έως 3.8.2023 [(3.040,00 + 1.869,60=) 4.909,60/95 ημέρες απασχόλησης επί 30=] 1.550,40 και όχι το ποσό των ευρώ 1.281,81, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έγινε δεκτό υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά τον εν μέρει βάσιμο στην ουσία του δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου κατά του τούτο του έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων εκ του λόγου ότι συνυπολογίσθηκε το ανωτέρω ποσό ως μέσος όρος αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης κατά τον υπολογισμό του εν λόγω δώρου εορτών =] 4.922,13 επί 2/25 επί (95 ημέρες εργασίας κατά το εν λόγω διάστημα δια 19=) 5,0 δεκαεννιαήμερα=} 1.968,85 και όχι το ποσό των ευρώ 2.208,61 κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς και τον δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, ούτε το ποσό των ευρώ 1.603,77 όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά τον βάσιμο κατά τούτο δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, απορριπτομένου του έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης. Έναντι του ανωτέρω ποσού, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, διάταξη η οποία δεν πλήττεται υπό των διαδίκων, ο ενάγων έλαβε το ποσό των ευρώ 1.158,80 και επομένως, για την εν λόγω αιτία ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (1.968,85 μείον 1.158,80 =) 810,05 και όχι το ποσό των ευρώ 444,97, όπως κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον εν μέρει βάσιμο κατά τούτο στην ουσία του δεύτερο λόγο έφεσης του ενάγοντος, δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου κατά τούτο του έκτου λόγου έφεσης της δεύτερης εναγομένης. Οι αιτιάσεις της δεύτερης εναγομένης που περιέχονται στον έκτο λόγο της ένδικης έφεσης ότι κανένα ποσό δεν οφείλεται στον ενάγοντα ως διαφορά αναλογίας δώρων εορτών, διότι υπήρχε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία περί κλειστού μισθού, με τη σαφώς υπονοούμενη παραδοχή ότι με αυτόν (κλειστό μισθό) καλύπτονταν και οι επίδικες απαιτήσεις, τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του. Συγκεκριμένα, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα κάθε μήνα αποδοχές υπέρτερες των συμβατικώς συμφωνηθέντων. Παράλληλα, απεδείχθη ότι, αυτή (δεύτερη εναγομένη), κατά την καταβολή του μηνιαίου μισθού στον ενάγοντα, με τις αποδείξεις μισθοδοσίας καταλόγιζε κάθε φορά την αιτία καταβολής εκάστου επιμέρους ποσού. Επομένως, η ίδια (δεύτερη εναγομένη) δεν δύναται πλέον μονομερώς να καταλογίσει τα ίδια ποσά που κατέβαλε κάθε μήνα στον ενάγοντα για έτερη αιτία, στην επίδικη απαίτηση του ενάγοντος για καταβολή υπολοίπου αναλογίας Δώρου εορτών [Μπεχλιβάνης, εις Απ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ υπό του άρθρου 422 ΑΚ σελ. 867, παρ.11]. Εξάλλου, όπως απεδείχθη και αναλύεται ανωτέρω, τα μόνα ποσά που η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα επιπλέον των νομίμων αποδοχών του κάθε μήνα, χωρίς να προκύπτει η αιτία καταβολής τους, είναι αυτά που κατέβαλε με αιτιολογία «έκτακτες αμοιβές». Εν τούτοις, όπως ομοίως απεδείχθη ανωτέρω, δεν προέκυψε ορισμένη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων ότι τα εν λόγω ποσά θα καταλογίζονται στις τυχόν οφειλές της δεύτερης εναγομένης προς τον ενάγοντα για υπόλοιπο αναλογίας δώρων εορτών.
VΙ. Στις διατάξεις των άρθρων 68 – 81 του Ν. 3816/1958 «Περί Κυρώσεως Κώδικος Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου» (ΦΕΚ Α΄ 32/28.2.1958, ΚΙΝΔ), που τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, καταστρώνονται οι προβλεπόμενοι από αυτόν λόγοι λύσης της σύμβασης ναυτικής εργασίας, εφαρμοζομένων παραλλήλως των ρυθμίσεων του κοινού δικαίου επί των μη ρυθμιζόμενων περιπτώσεων. Οι λόγοι αυτοί διαρθρώνονται σε δύο [2] κατηγορίες και, συγκεκριμένα, αφενός μεν σ’ εκείνους που επιφέρουν αυτόματα τη λύση της σύμβασης με τη συνδρομή ορισμένων γεγονότων (άρθρα 68, 70, 71) και, αφετέρου, σ’ εκείνους που ανάγονται στη βούληση των συμβαλλομένων (άρθρα 69 και 72 -74), οι οποίοι λειτουργούν ύστερα από ενέργεια ενός μόνον από αυτούς (Ι. Ρόκας – Γ. Θεοχαρίδης, Ναυτικό Δίκαιο, 2015, αρ. 148, σελ. 80, Α. Κιάντου – Παμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο, 1989, σελ. 155 επομ.). Πέραν, όμως, αυτών είναι δυνατή η λύση της σύμβασης ναυτολόγησης με τη θέληση αμφοτέρων των συμβαλλομένων (Α. Κιάντου – Παμπούκη, οπ., Γ. Μικρούδης, Η σύμβαση ναυτικής εργασίας, σε ΕΕΔ 66/449 επομ. [454, υποσ. 49]), στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας και της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης που σε νομοθετικό επίπεδο θεμελιώνονται στην διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ. Η λύση αυτή της σύμβασης ναυτικής εργασίας με κοινή συναίνεση δεν προβλέπεται στον ΚΙΝΔ, ο οποίος προνοεί μόνον για τη λύση της με τη θέληση του ενός συμβαλλομένου, προς την οποία και συνάπτει έννομες συνέπειες. Τέτοια συνέπεια προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 76 του ιδίου Κώδικα, κατά την οποία ο απολυόμενος ναυτικός δικαιούται αποζημίωσης, εκτός άλλων, στην περίπτωση κατά την οποία, χωρίς τούτο να δικαιολογείται εξαιτίας παραπτώματός του, ο Πλοίαρχος καταγγέλλει τη σύμβαση της ναυτολόγησής του. Περίπτωση λύσεως της συμβάσεως με κοινή συναίνεση ανακύπτει και όταν, κατ’ εφαρμογή των σχετικών διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας ΣΣΝΕ, ο ναυτικός λαμβάνει την προβλεπόμενη από αυτήν άδεια ανάπαυσης, οπότε η σύμβασή του λύνεται με την αποδοχή εκ μέρους του Πλοιάρχου σχετικής αίτησής του, δηλαδή με τη σύμπτωση των δηλώσεων βούλησής τους κατ’ άρθρα 185, 189 και 192 του ΑΚ (πρβλ ΟλΑΠ 25/1998, Δνη 1998/798, ΟλΑΠ 32/1997, Δνη 1997/1528). Πράγματι, όπως [και] από τις διατάξεις του άρθρου 15 των ως άνω ΣΣΝΕ προκύπτει, η άδεια του ναυτικού, σε αντίθεση προς ό,τι συμβαίνει στη χερσαία εργασία, παρέχεται κατ’ αίτησή του μόνο αν, κατά την κρίση του Πλοιάρχου, οι ανάγκες του πλοίου επιτρέπουν την χορήγησή της και σε περίπτωση μη χορήγησής της ο ναυτικός δικαιούται της αποζημίωσης που ορίζεται νόμιμα (ΜονΕφΠειρ. 83/2014, ο.π., Δ. Καμβύσης, Ιδιωτικόν Ναυτικόν Δίκαιον, 1982, άρθρο 60, σελ. 192). Στην ίδια αυτή περίπτωση της με κοινή συναίνεση λύσης της σύμβασης ναυτολόγησης δεν οφείλεται στον απολυόμενο λόγω λήψης αδείας ναυτικό η αποζημίωση του άρθρου 76 ΚΙΝΔ (ΕφΠειρ. 111/2007, ΕΝαυτΔ 2007/406, Ι. Κοροτζής, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος Ι, 2004, άρθρο 75, σελ. 385), αφού για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποτίθεται μονομερής λύση της σύμβασης επερχόμενη με καταγγελία της εκ μέρους του Πλοιάρχου (ΜονΕφΠειρ. 86/2014, ο.π, ΕφΠειρ. 288/2011, ΠειρΝομ. 2012/173). Άλλως έχει το ζήτημα και η αποζημίωση του άρθρου 76 του ΚΙΝΔ εξακολουθεί οφειλόμενη, όταν η λήψη της άδειας ανάπαυσης του ναυτικού εμφανίζεται ως προσχηματικός (τυπικός) λόγος της απόλυσής του, ο οποίος υποκρύπτει σιωπηρή μονομερή καταγγελία της σύμβασής του. Στην περίπτωση αυτή, τον προσχηματικό χαρακτήρα του εμφανιζόμενου λόγου απόλυσης οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ναυτικός που ενάγει για τη λήψη της αποζημίωσής του, το δε γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από τη μη επαναυτολόγησή του μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος διάρκειας της άδειάς του, παρά τις οχλήσεις του ναυτικού για την επαναπρόσληψή του (ΜονΕφΠειρ. 443/2015, ΜονΕφΠειρ. 739/2015, ΜονΕφΠειρ. 71/2014, όλες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ. 741/2005, ΕΝαυτΔ 2005/444). Τέλος, σε περίπτωση απόλυσης ναυτικού που λαμβάνει χώρα σε λιμένα του εσωτερικού συνεπεία καταγγελίας της σύμβασής του από τον Πλοίαρχο η αποζημίωσή του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 75 εδαφ. τελευταίο και 76 εδαφ. α΄ του ΚΙΝΔ ισούται με τις πάσης φύσεως πάγιες και σταθερές αποδοχές του δεκαπέντε (15) ημερών κατά το χρόνο της απόλυσής του και για τον υπολογισμό της λαμβάνονται υπόψη ο καταβαλλόμενος μισθός κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης (μισθός ενέργειας), το επίδομα Κυριακών, το επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας, η υπερωριακή αμοιβή του, η αποζημίωση αδείας, τα επιδόματα εορτών (ΑΠ 1224/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και κάθε άλλη παροχή καταβαλλομένη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας του τακτικώς καθ’ έκαστο μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικώς καθ’ ορισμένα χρονικά διαστήματα (ΜονΕφΠειρ. 351/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ. 434/2013, ΕΝαυτΔ 2013/204, ΕφΠειρ. 172/2008, ΕΝαυτΔ 36/100, ΕφΠειρ. 719/2006, ΕΝαυτΔ 34/355, βλ. και Δ. Καμβύση, ο.π., άρθρο 76, σελ. 265), το άθροισμα των οποίων διαιρείται δια δύο [2] (ΜονΕφΠειρ. 71/2014, ο.π., ΜονΕφΠειρ. 231/2013, ο.π.). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι, η τελευταία των ενδίκων σύμβαση ναυτολογήσεως του ενάγοντος λύθηκε στις 3.8.2023 στο λιμένα του Πειραιά λόγω λήψεως άδειας έως 3.9.2023, όπως αναγράφηκε στο ναυτικό του φυλλάδιο, δηλαδή κατόπιν αποδοχής από τον Πλοίαρχο σχετικού αιτήματος αυτού (ενάγοντος). Με την αγωγή του ο ενάγων υποστήριξε ότι στην πραγματικότητα η λύση της συμβάσεώς του τότε, επήλθε κατόπιν καταγγελίας της από τον Πλοίαρχο, χωρίς δική του υπαιτιότητα, επειδή η εναγόμενη αρνήθηκε να τον επαναπροσλάβει μετά την παρέλευση του χρονικού διαστήματος της άδειας που έλαβε. Εν τούτοις, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν επιβεβαιώνεται με ασφάλεια ότι ο ενάγων όχλησε πράγματι την εργοδότριά του με τη λήξη της άδειάς του, αιτούμενος την επαναπρόσληψή του, ως διατείνεται με την ένδικη αγωγή του, γεγονός που αμφισβητήθηκε ειδικώς υπό της δεύτερης εναγομένης. Τούτο δεν απεδείχθη ούτε από τον, με επιμέλεια του ενάγοντος, ενόρκως βεβαιώσαντα, ………………., ο οποίος κατέθεσε μεν σχετικά ότι, όπως τον πληροφόρησε ο ενάγων, αυτός (ενάγων) δεν επαναπροσλήφθηκε στο ανωτέρω πλοίο μετά το πέρας της αδείας του (την 3.9.2023) από την δεύτερη εναγομένη «παρά τις οχλήσεις του», πλην όμως δεν κατέθεσε με σαφήνεια ο χρόνος που έλαβε χώρα η όχληση της δεύτερης εναγομένης από τον ενάγοντα. Πράγματι, δοθέντος ότι η δεύτερη εναγομένη αμφισβήτησε ειδικώς τον αγωγικό ισχυρισμό ότι ο ενάγων μετά το πέρας της άδειάς του όχλησε αυτήν για την επαναπρόσληψή του στο ανωτέρω πλοίο, αναφέροντας παράλληλα ότι ο ενάγων δεν επιθυμούσε να επιστρέψει στην εργασία του λόγω συνταξιοδότησής του, η αόριστη κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα ότι ο ενάγων όχλησε την δεύτερη εναγομένη προκειμένου, μετά την λήξη της άδειάς του να τον επαναπροσλάβει. Δεν δύναται να οδηγήσει το παρόν Δικαστήριο σε ασφαλή κρίση ότι ο ενάγων πράγματι όχλησε την δεύτερη εναγομένη για την επαναπρόσληψή του. Μάλιστα, από το αντίγραφο του Ναυτικού Φυλλαδίου του ενάγοντος που προσκομίζεται, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων μετά την 3.8.2023 δεν ναυτολογήθηκε εκ νέου σε άλλο πλοίο, αφού δεν υπάρχουν σχετικές εγγραφές στο ναυτικό του φυλλάδιο. Επομένως, η απόλυσή του (ενάγοντος) στις 3.8.2023, δεν υπέκρυπτε μονομερή καταγγελία της σύμβασής του εκ μέρους του Πλοιάρχου του ως άνω πλοίου, με αποτέλεσμα, αφού δεν είχε προσχηματικό χαρακτήρα, να μην υπάρχει εν προκειμένω έδαφος εφαρμογής των διατάξεων του ΚΙΝΔ που προαναφέρθηκαν. Όμοια κρίνοντας και η εκκαλουμένη απόφαση, έστω και με συνοπτική αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω, αναφερόμενες στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, διατάξεις, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου τρίτου λόγου έφεσης του ενάγοντος. Ως εκ τούτου, κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δικαιούται ως υπόλοιπο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση στο ανωτέρω πλοίο κατά το έτος 2022 το ποσό των ευρώ 5.293,92, ως υπόλοιπο αμοιβής του για την υπερωριακή του απασχόληση στο ανωτέρω πλοίο κατά το έτος 2023 το ποσό των ευρώ 2.979,56, ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Πάσχα 2022 το ποσό των ευρώ 833,51, ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2022 το ποσό των ευρώ 2.080,12, ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Πάσχα 2023 το ποσό των ευρώ 1.069,05 και ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Χριστουγέννων 2023 το ποσό των ευρώ 810,05.
VΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 346 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 02.04.2012 «Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ` εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ` εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης». Με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξήθηκε το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως. Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, για αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοσή της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας και δεν απαιτείται ρητή μνεία γι’ αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ` αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ` εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας. Με βάση αυτά, μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας [ΑΠ 172/2025 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου]. Το πότε υφίσταται εύλογη αντιδικία θα κριθεί in concreto από το δικάζον δικαστήριο, συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων, λ.χ. αν το αντικείμενο της δίκης είναι ερμηνεία νέας νομικής διατάξεως ή αν υφίστανται εν γένει κατά τη δικαστική διάγνωση της υποθέσεως σοβαρές ερμηνευτικές δυσχέρειες (ΑΠ 1207/2017, ΕφΑιγ 79/2020, ΕφΑθ 303/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο και τελευταίο λόγο της ένδικης έφεσης της δεύτερης εναγομένης, η τελευταία ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε υπέρ του ενάγοντος τα αναφερόμενα στην εκκαλούμενη απόφαση χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο, ενώ θα έπρεπε, κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, να απορρίψει το αίτημα της αγωγής περί επιδίκασης τόκων επιδικίας, επειδή συνέτρεχε νόμιμος λόγος εξαιρέσεως και δη εύλογη αντιδικία. Ο λόγος αυτός παραδεκτώς κατά τα ανωτέρω προβάλλεται και είναι νόμιμος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Είναι όμως αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον με βάση όσα έγιναν επί της ουσίας δεκτά, δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν εν προκειμένω οι απαιτούμενες από το νόμο ειδικές περιστάσεις (εύλογη αντιδικία). Συγκεκριμένα, στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής κάποιας νέας και δυσχερούς ερμηνευτικά νομικής διάταξης. Επιπροσθέτως, η δεύτερη εναγομένη ως εργοδότρια του ενάγοντος εγνώριζε τις ώρες απασχόλησης αυτού, καθώς και το ύψος των δικαιούμενων από αυτόν δώρων εορτών. Το γεγονός δε ότι η δεύτερη εναγόμενη προέβαλε την ανωτέρω απορριφθείσα ως αβάσιμη στην ουσία της ένσταση συμβατικού συμψηφισμού – καταλογισμού των ποσών που κατέβαλε στον ενάγοντα ως «έκτακτες αμοιβές» και ως αμοιβή με αιτιολογία «ρολόγια ναυτών», δεν είναι αρκετό για να προσδώσει στην υπό κρίση διαφορά τον χαρακτήρα της εύλογης αντιδικίας. Συνεπώς το παραδεκτώς υποβληθέν πρωτοδίκως αίτημα της δεύτερης εναγόμενης, περί εξαιρέσεως από τον τόκο επιδικίας του ως άνω επιδικασθέντος ποσού, τυγχάνει απορριπτέο, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όμοια κρίνοντας, έστω με συνοπτική αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 346 ΑΚ και την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός περί του αντιθέτου έβδομος λόγος έφεσης της δεύτερης εναγόμενης – εκκαλούσας τυγχάνει αβάσιμος στην ουσία του και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.
Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου έφεσης προς διερεύνηση, πρέπει οι ένδικες εφέσεις να γίνουν εν μέρει δεκτές ως βάσιμες στην ουσία της, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της. Περαιτέρω, το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να κρατήσει και να δικάσει στην ουσία της την ένδικη υπόθεση (άρθρο 535 ΚΠολΔ). Ακολούθως, η ένδικη αγωγή, η οποία τυγχάνει νόμιμη, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 652, 653, 655, 340, 341, 345, 346, 481 του ΑΚ, 1, 2, 53, 54, 60, 72 επ., 82, 84 και 106 εδ.β του ΚΙΝΔ, 70 και 176 ΚΠολΔ, άρθρο μόνο της ΥΑ 70109/8008 (Εμπορικής Ναυτιλίας της 14.12.81/7.1.82 «Προϋποθέσεις χορηγήσεως επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους δικαιούμενους ναυτικούς» (ΦΕΚ Β’ 1/1982 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των ως άνω Συλλογικών Συμβάσεων Ναυτικής Εργασίας Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων του έτους 2022 και του έτους 2023 και επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της δεύτερης εναγομένης, αφού ο ενάγων εκθέτει ειδικότερα ότι ναυτολογήθηκε στα ως άνω πλοία κατόπιν σχετικής συμφωνίας με την δεύτερη εναγομένη (άρθρο 53 ΚΙΝΔ), το χρονικό διάστημα στο οποίο παρείχε τις υπηρεσίες του σε αυτό και τις συμφωνηθείσες και νόμιμες αποδοχές του και ζητά να του καταβληθούν διαφορές για την υπερωριακή εργασία του, καθώς και υπόλοιπο αμοιβής δώρων εορτών, χωρίς για το ορισμένο της εν λόγω αγωγής να απαιτείται όπως αναφέρει ποίες ειδικότερα εργασίες εκτελούσε κατά το χρόνο υπερωριακής του απασχόλησης, καθώς επίσης το λόγο που οι εν λόγω εργασίες δεν ηδύναντο να εκτελεσθούν εντός του νομίμου ωραρίου, όπως επίσης το πρόσωπο που έδιδε εντολή στον ενάγοντα καθ’ εκάστη να εργασθεί πέραν του νομίμου ωραρίου, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της και [Α] να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον εκάστη, η πρώτη εκ των οποίων, κυρία του ανωτέρω πλοίου, μόνον δια του συγκεκριμένου πλοίου και έως την αξία του, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων εκατόν ενενήντα έξι ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών [ευρώ 5.293,92 ως υπόλοιπο αμοιβής υπερωριακής του απασχόλησης κατά το έτος 2022 + ευρώ 833,51 ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Εορτών Πάσχα 2022 + ευρώ 1.069,05 ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Εορτών Πάσχα 2023= 7.196,48], νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολόγησης του ενάγοντος και δη από την 4.8.2023 και [Β] να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον εκάστη, η πρώτη εκ των οποίων, κυρία του ανωτέρω πλοίου, μόνον δια του συγκεκριμένου πλοίου και έως την αξία του, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των πέντε χιλιάδων οκτακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών [ευρώ 2.979,56 ως υπόλοιπο αμοιβής υπερωριακής του απασχόλησης κατά το έτος 2023 + ευρώ 2.080,12 ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Εορτών Χριστουγέννων 2022 + ευρώ 810,05 ως υπόλοιπο αναλογίας Δώρου Εορτών Χριστουγέννων 2023= 5.869,36], νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της τελευταίας αποναυτολόγησης του ενάγοντος και δη από την 4.8.2023. Κατόπιν αυτών, παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση του υποβληθέντος με το δικόγραφο της έφεσης στο Δικαστήριο τούτο αιτήματος της εκκαλούσας – δεύτερης εναγομένης για επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την εκ μέρους της καταβολή στον ενάγοντα του χρηματικού ποσού των δύο χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα έξι ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (2.946,78 €), ως προς το οποίο η εκκαλουμένη απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, αφού το χρηματικό ποσό της τελεσίδικης καταψήφισης υπερβαίνει το καταβληθέν. Όσον αφορά το αίτημα της αγωγής περί κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής είναι πλέον άνευ αντικειμένου. Τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, τέλος, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος υπ’ αυτού, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εναγομένων, λόγω της εν μέρει ήττας τους και αναλογικώς προς αυτήν, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚπολΔ) και υπολογιζόμενα σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 1 εδ. α Ν. 4194/2013 (Κώδικος Περί Δικηγόρων), σε συνδυασμό με τα άρθρα 68 παρ. 1 και 63 παρ. 1 του ιδίου Κώδικος, που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει, ερήμην της πρώτης εφεσίβλητης της από 26.6.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …./16-07-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …../16-07-2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεσης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, την από 26.6.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου ……/16-07-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……/16-07-2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση και την από 01.09.2025 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ενδίκου μέσου …../02-09-2025 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. …../08-09-2025 ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου) έφεση.
Ορίζει το παράβολο ερημοδικίας σε διακόσια πενήντα (250 ) ευρώ.
Δέχεται τις ανωτέρω εφέσεις τυπικά και εν μέρει στην ουσία τους, κατά το σκεπτικό της παρούσας.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη, υπ’ αριθμ. 3143/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε ερήμην της πρώτης εναγομένης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών.
Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει αμφότερες τις εναγόμενες, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον εκάστη, η πρώτη εκ των οποίων, κυρία του ανωτέρω πλοίου, μόνον δια του συγκεκριμένου πλοίου και έως της αξίας του, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων εκατόν ενενήντα έξι ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών [7.196,48], νομιμοτόκως από την 4.8.2023.
Αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενες, ενεχόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον εκάστη, η πρώτη εκ των οποίων, κυρία του ανωτέρω πλοίου, μόνον δια του συγκεκριμένου πλοίου και έως την αξία του, οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων οκτακοσίων εξήντα εννέα ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών [ευρώ 5.869,73], νομιμοτόκως από την 4.8.2023.
Καταδικάζει τις εναγόμενες στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 22.6.2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ