ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αριθμός 310/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
2ο Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Ι. Παπαδοπούλου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Πειραιά και τη Γραμματέα E.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………….», που εδρεύει στην …… Αττικής επί της …………., με ΑΦΜ ……. και εκπροσωπείται νόμιμα, νομίμως αδειοδοτηθείσας από την Τράπεζα της Ελλάδος (Απόφαση με αριθμό 207/1/29-11-2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων ΤτΕ) ως εταιρία διαχείρισης πιστώσεων δυνάμει των διατάξεων του Ν.4354/2015 και της Πράξης 118/19-05-2017 της Εκτελεστικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως τροποποιήθηκε από την Πράξη 153/08-01-2019, η οποία ενεργεί με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχος διάδικος και ως διαχειρίστρια απαιτήσεων της εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………………», που εδρεύει στο …….. Ιρλανδίας (………………), και νομίμως εκπροσωπείται, δυνάμει της από 22-06-2021 σύμβασης διαχείρισης, νομίμως καταχωρηθείσας στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, των οποίων (απαιτήσεων) αρχική διαχειρίστρια εταιρία ήταν η εταιρία με την επωνυμία «…………….», σύμφωνα με την από 30-04-2020 σύμβαση διαχείρισης που έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών και στην οποία (εταιρία ειδικού σκοπού) έχουν μεταβιβαστεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.3156/2003 και δυνάμει της από 30-04-2020 σύμβασης πώλησης, νομίμως καταχωρηθείσας στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, απαιτήσεις από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………..», η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σκόρδα (ΑΜ/ΔΣΑ ……), μέλος της δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία «Α.Κοντόπολος-Α.Μάντζιου Δικηγορική Εταιρεία» (ΑΜ/ΔΣΑ ……..).
Της εφεσίβλητης: …………, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωκράτη Βρυσόπουλο (ΑΜ/ΔΣΠ …..).
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε σε βάρος της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης, την από 28-09-2023 (αριθμ.εκθ.καταθ…………/20-10-2023) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων με την τακτική διαδικασία την ένδικη αγωγή, με την 1935/2025 οριστική απόφασή του την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 12-06-2025 (αρ.εκθ. καταθ……………../13-06-2025) έφεσή της, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, προσέβαλε την απόφαση αυτή.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως μνημονεύεται ανωτέρω, κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, στις οποίες αναφέρθηκαν και ζήτησαν όσα σε αυτές εκτίθενται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 του ΚΠολΔ, φέρεται προς συζήτηση η από 12-06-2025 (αρ.εκθ.καταθ……………/13-06-2025) έφεση, κατά της 1935/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε με την τακτική διαδικασία την από 28-09-2023 (αριθμ.εκθ. καταθ……………/20-10-2023) αγωγή. Ακολούθως, η ένδικη έφεση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1 εδ. β’, 516 παρ. 1, 517 εδ. α’, 518 παρ.2 σε συνδ. με άρθρα 144 επ., καθώς και 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης, καθόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα δεν προκύπτει το αντίθετο και εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των [2] ετών κατ’άρθρο 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 30-04-2025 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 13-06-2025 ενώ, περαιτέρω, έχει καταβληθεί από την εκκαλούσα το προσήκον e παράβολο του Δημοσίου, με αριθμό ……………./2025, ποσού 100 ευρώ, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α περ. β΄ του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του: i] από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α΄87 /23-7-2015] που εφαρμόζεται για τα κατατεθειμένα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και ii] από τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του Ν. 4446/2016 [ΦΕΚ Α΄ 240/22-12-2016] με έναρξη ισχύος από 23-01-2017. Πρέπει επομένως, η ένδικη έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, ήτοι ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ.1 του ΚΠολΔ), μέσα στα όρια που καθορίζονται με αυτούς (άρθρο 522 του ΚΠολΔ), κατά την τακτική διαδικασία.
Στην ένδικη αγωγή, η ενάγουσα, η οποία όπως εξέθετε στο προοίμιο αυτής, τυγχάνει εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων νομίμως αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεων της εταιρίας ειδικού σκοπού «……………….», με την από 22-06-2021 σύμβαση διαχείρισης, νομίμως καταχωρηθείσας στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών και στην οποία (εταιρία ειδικού σκοπού) μεταβιβάστηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.3156/2003 και δυνάμει της από 30-04-2020 σύμβασης πώλησης, νομίμως καταχωρηθείσας στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, οι προς διαχείριση απαιτήσεις από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……………..», εξέθετε ότι με την υπ’αριθμόν ……………/31-10-2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου χορηγήθηκε δάνειο στην εναγόμενη, ποσού 28.833,10 ευρώ με τη συμφωνία να το αποδώσει κατά τους όρους της σύμβασης και των πρόσθετων πράξεων αυτής. Ότι για την παρακολούθηση του δανείου τηρήθηκαν οι αναφερόμενοι εκεί (αγωγή) λογαριασμοί που κινήθηκαν μέχρι τις 23-03-2021, όταν εμφάνιζαν χρεωστικό υπόλοιπο 37.069,09 ευρώ. Ότι η εναγόμενη δεν τήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, καθώς δεν κατέβαλε τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις του δανείου, και για το λόγο αυτό αυτή (ενάγουσα) της κοινοποίησε στις 30-05-2023 την από 19-05-2023 εξώδικη καταγγελία, με την οποία της γνωστοποιούσε το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού που τηρήθηκε για την εξυπηρέτηση του δανείου και κήρυξε το σύνολο του δανείου απαιτητό και ληξιπρόθεσμο και την καλούσε να της καταβάλλει το συνολικό ποσό των 37.069,09 ευρώ, με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, κατόπιν νομότυπου περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό με τις προτάσεις της, ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να της καταβάλλει το ποσό των 37.069,09 ευρώ, έντοκα από 31-05-2023, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, που υπερβαίνει το εκάστοτε συμβατικό επιτόκιο κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες, και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη 1935/2025 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων με την τακτική διαδικασία, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και καταδίκασε την ενάγουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εναγόμενης, τα οποία όρισε στο ποσό των [800] ευρώ. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την ένδικη έφεσή της, και με το μοναδικό λόγο αυτής που ανάγεται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, με σκοπό να γίνει εν όλω δεκτή η ένδικη αγωγή.
Από τη διάταξη του άρθρου 806 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία “Με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας”, προκύπτει ότι η σύμβαση δανείου, η οποία είναι ετεροβαρής, καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητος του δανείσματος στον οφειλέτη (re καταρτιζόμενη) (ΑΠ 492/2023, ΑΠ 529/2022). Το δάνειο, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, διακρίνεται, μεταξύ άλλων, σε α) δάνειο τακτής λήξης, στο οποίο συμφωνείται ορισμένη χρονική διάρκεια, μετά την πάροδο της οποίας το δάνεισμα επιστρέφεται ολόκληρο στον δανειοδότη (τράπεζα) και β) τοκοχρεωλυτικό δάνειο, στο οποίο κεφάλαιο και τόκοι συνυπολογίζονται εξαρχής σε ενιαίο ποσό, που διαιρείται, στη συνέχεια, σε επιστρεφόμενες, ισόποσες κατά κανόνα, τοκοχρεωλυτικές δόσεις, από τις οποίες εκάστη αφορά εξόφληση μέρους του κεφαλαίου (χρέους) και των τόκων του. Κατά δε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 361, 806-809 του ΑΚ και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης δανείου, τα οποία πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής απόδοσής του, για το ορισμένο αυτής, είναι: α) μεταβίβαση της κυριότητας χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων από τον δανειστή στον οφειλέτη, με αποκλειστικό σκοπό τη χρησιμοποίησή τους από το δεύτερο και β) συμφωνία των ανωτέρω περί απόδοσης άλλων πραγμάτων της ιδίας ποιότητας και ποσότητας, χωρίς να απαιτείται αναφορά του χρόνου κατάρτισης της δανειακής σύμβασης ή άλλων στοιχείων, τα οποία αφορούν σε περιστάσεις που συνοδεύουν την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης, αλλά δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία αυτής (ΑΠ 573/2024, ΑΠ 707/2022, ΑΠ 1182/2019, ΑΠ 663/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για το ορισμένο της αγωγής απόδοσης του δανείου δεν απαιτείται να αναφέρεται σε αυτήν εάν το δάνειο είναι έντοκο ή άτοκο, ορισμένου ή αορίστου χρόνου (ΑΠ 402/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 992/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 847/2009 ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3156/2003 «Ομολογιακά δάνεια, Τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα κλπ», τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση (διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα) μόνο, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. «Μεταβιβάζων», κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και «αποκτών» μόνο νομικό πρόσωπο ανώνυμη εταιρεία με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρεία Ειδικού Σκοπού, σύμφωνα με την ορολογία που έχει επικρατήσει διεθνώς). Η εταιρεία καταβάλλει το τίμημα και «τιτλοποιεί» τις απαιτήσεις εκδίδοντας αξιόγραφα («ομολογίες»), ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 ευρώ η κάθε μία (άρθρο 10 παρ. 5 του Ν. 3156/2003). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πώλησης) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μίας εταιρείας προς μια άλλη εταιρεία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου, το οποίο η λήπτρια εταιρεία εκδίδει για το σκοπό αυτό και το διαθέτει σε τρίτους (επενδυτές) και, στη συνέχεια, με το αντίτιμο των ομολόγων εξοφλεί το τίμημα της αγοράς. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (άρθρο 10 παρ. 6). H σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 2844/2000 (παρ. 8), από την καταχώρηση δε αυτή επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης και η μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη (παρ. 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 8 του ιδίου άρθρου, ενώ πριν από την αναγγελία αυτή δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση. Η ανωτέρω καταχώρηση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την υπ’ αριθμόν 161337/30-10-2003 – ΦΕΚ Β’ 1688/2003 υπουργική απόφαση και ήδη με την υπ’ αριθμ. 20783/09-11-2020-ΦΕΚ Β’ 4944/09-11-2020- απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης) στο Ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως ενεχυροφυλακεία δε, έως την ίδρυσή τους με προεδρικό διάταγμα, ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Συνοπτικά, τα στοιχεία που περιέχονται στο άνω έντυπο με την προκαθορισμένη μορφή είναι: α) τα στοιχεία των συμβαλλόμενων, β) οι όροι της σύμβασης (λ.χ. νόμισμα και ποσό του τιμήματος της αγοράς), γ) ο τύπος των επιχειρηματικών απαιτήσεων, δ) το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ε) τα στοιχεία των οφειλετών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Τα στοιχεία αυτά είναι αναγκαία προκειμένου να ταυτοποιείται ο άνω νόμος οφειλέτης, αλλά και η εκχωρηθείσα σύμβαση. Εξάλλου, ο ως προβλέπει ότι επί μιας τέτοιας μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από Τράπεζα σε μία εταιρεία ειδικού σκοπού είναι δυνατό να ανατεθεί, με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως και σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 (παρ. 16), η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες, σύμφωνα με το σκοπό του, στον Ευρωπαϊκό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον το τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού (απόκτησης) δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με το διαχειριστή (παρ. 14). Εξάλλου, με τον Ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ», εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα, οι «εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (EΑAΔΠ)» εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ)», οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδας, ενώ προβλέπονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Αμφότερα τα συμβατικά μορφώματα υπόκεινται σε σοβαρούς περιορισμούς, ως προς τον τύπο, τα πρόσωπα που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενό τους, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 3 του Ν. 4354/2015. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 β’, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4643/2019, η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια, που έχουν χορηγήσει ή χορηγούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, όπως και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, πλην της περίπτωσης δ’ του άρθρου 2 παρ. 5 Ν. 4261/2014, μπορεί να λάβει χώρα μόνο λόγω πώλησης, δυνάμει σχετικής έγγραφης συμφωνίας, σύμφωνα και με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 3, προς τους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά, ήτοι: αα) Ανώνυμες εταιρείες που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, εδρεύουν στην Ελλάδα και καταχωρίζονται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), ββ) Εταιρείες που έχουν έδρα στον Ευρωπαϊκό Χώρο, οι οποίες, σύμφωνα με το καταστατικό τους, μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γγ) Εταιρείες που έχουν έδρα σε τρίτες χώρες, οι οποίες, σύμφωνα με το καταστατικό τους, μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας, και οι οποίες έχουν διακριτική ευχέρεια να εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, υπό την προϋπόθεση ότι η έδρα τους δεν βρίσκεται σε κράτος που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς ή είναι μη συνεργάσιμο. Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 4354/2015, στη σύμβαση μεταβίβασης (πώλησης) απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια που έχουν χορηγήσει πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να είναι, ως πωλητές μόνον πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα και ως αγοραστές μόνον ΕΑΑΔΠ (Εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1α του Ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 Ν. 4643/2019, η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, ανατίθεται στους αποκλειστικά: αα) σε ανώνυμες εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, υπό την επιφύλαξη της παρ. 20, που εδρεύουν στην Ελλάδα και ββ) σε εταιρείες που εδρεύουν σε κράτος – μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, με την προϋπόθεση ότι έχουν εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, με σκοπό τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων της Οδηγίας 2013/36 (EEL 176/338/27-6-2013), καθώς και της Οδηγίας 2004/39 (EEL 145/2004). Δηλαδή, στη σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) και αφετέρου ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις). Εξάλλου, οι ΕΔΑΔΠ (Εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) είναι ανώνυμες εταιρείες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, που αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα, λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εποπτεύονται, για τη συμμόρφωσή τους προς τις διατάξεις του ίδιου νόμου από την Τράπεζα της Ελλάδος (άρθρο 1 παρ. 1 περ. α’, όπως το δεύτερο εδάφιο της περ. α’ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ. 1 Ν. 4549/2018). Αντικείμενο της δραστηριότητάς τους ορίζεται η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα (καθώς και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας), οι οποίες (απαιτήσεις) μπορεί να είναι είτε καθυστερούμενες είτε ενήμερες. Περαιτέρω, το άρθρο 2 παρ. 1–3 του Ν. 4354/2015, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ.ο70 παρ. 1 Ν. 4389/2016, προβλέπει ότι στις Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (περίπτωση δ’ άρθρου 2 παρ. 5 Ν. 4261/2014). Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της, καθόσον, αφενός μεν εξουσιοδοτών (αναθέτων τη διαχείριση) μπορεί να είναι μόνον πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις), αφετέρου δε διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον ΕΔΑΔΠ (Εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που έχει λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος (1 παρ. 1 α’ Ν. 4354/2015). Επίσης, η πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, ρυθμίζεται στο άρθρ. 3 Ν. 4354/2015, και μπορεί να γίνει μόνον προς αδειοδοτημένη ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) ή ανάλογη αλλοδαπή εταιρεία που έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 β’ περιπτ. ββ και γγ του Ν.4354/2015 και διέπονται (όπως και στις περιπτώσεις της μεταβίβασης απαιτήσεων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων), η μεν πώληση από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ (άρθρο 3 παρ. 1). Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 4354/2015, η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων προς τις Ε.Δ.Α.Δ.Π (Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και περιλαμβάνει, κατ’ ελάχιστο περιεχόμενο, τα ακόλουθα: (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, (β) τις πράξεις της διαχείρισης, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871 – 872 του ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπιστεί με την υπ’ αριθμόν 116/25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 4224/2013 και (γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης που, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης. Εξάλλου, κατ’ άρθρο 1 παρ. 1 περ. γ’ του Ν. 4354/2015, η πώληση των απαιτήσεων είναι ισχυρή, μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρείας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, τα δε δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιρειών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, οι Εταιρείες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης. Εφόσον οι Εταιρείες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης. Περαιτέρω, αμφότεροι οι νόμοι 3156/2003 και 4354/2015 έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής, καθώς και οι δύο καθορίζουν τις προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση – πώληση των απαιτήσεων (ειδικά δε στην περίπτωση του Ν. 4354/2015 των τραπεζικών) από τους φορείς τους προς τρίτους, με τη διαφοροποίηση ότι, στην περίπτωση του Ν. 3156/2003, μετά την πώληση ακολουθεί το στάδιο της έκδοσης ομολογιών (της τιτλοποίησης) και ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών από εταιρείες διαχείρισης, ωστόσο ο Ν. 4354/2015 περιέχει πληρέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο για το καθεστώς λειτουργίας των εταιρειών διαχείρισης, τόσο στο πεδίο του ουσιαστικού, όσο και στο πεδίο του δικονομικού δικαίου. Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων του Ν. 4354/2015 απολαμβάνουν την προβλεπόμενη από το νόμο αυτό εξαιρετική νομιμοποίηση ως μη δικαιούχοι διάδικοι και στην περίπτωση που τους έχει ανατεθεί η διαχείριση απαιτήσεων με το καθεστώς του Ν. 3156/2003, μολονότι τέτοια νομιμοποίηση δεν θεσπίζεται ρητά με το Ν. 3156/2003 (ΟλΑΠ 1/2023 και ΑΠ 1871/2022 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου).
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης και ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη, η δε έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 περ.α’ του ΚΠολΔ συνάγεται ότι ως νομιμοποίηση των διαδίκων, νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση τους, δηλαδή για βιοτική σχέση αυτών με άλλο πρόσωπο ή αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της, από το ουσιαστικό δίκαιο και έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Την εν λόγω εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμά του ή έννομη σχέση αυτού, έχει, κατά κανόνα ο φορέας της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ενώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ο νόμος παρέχει την εξουσία διεξαγωγής της δίκης σε πρόσωπα, που δεν είναι φορείς της ουσιαστικής έννομης σχέσης (μη δικαιούχοι ή μη υπόχρεοι διάδικοι), όπως λ.χ. ο σύνδικος της πτώχευσης, ο εκτελεστής διαθήκης, ο εκκαθαριστής κληρονομίας και ο αναγκαστικός διαχειριστής. Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του (ΑΠ 957/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Με το μοναδικό λόγο εφέσεως η εκκαλούσα παραπονείται ότι κατ’εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου η εκκαλουμένη απόφαση έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ’ουσίαν την ένσταση αοριστίας της αγωγής που πρόβαλε η εναγόμενη-ήδη εφεσίβλητη και απέρριψε την αγωγή της ως απαράδεκτη. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι αναφέρονταν όλα τα αναγκαία στοιχεία που αφορούσαν την ενεργητική νομιμοποίησή της για την άσκηση της ένδικης αγωγής, ότι η ίδια ασκεί την αγωγή αυτή ως μη δικαιούχος διάδικος που έχει νομίμως αδειοδοτηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος και ότι της έχει ανατεθεί η διαχείριση των απαιτήσεως της ως άνω εταιρίας ειδικού σκοπού δυνάμει της από 22-06-2021 σύμβασης διαχείρισης νομίμως κατατεθείσας στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, ανέφερε επίσης τον αρχικό διαχειριστή των απαιτήσεων και ότι αυτές μεταβιβάστηκαν δυνάμει του άρθρου 10 του Ν.3156/2003 και της από 30-04-2020 σύμβασης πώλησης, νομίμως καταχωρηθείσας στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία «………………..», ενώ προσκόμισε τις καταχωρήσεις των συμβάσεων πώλησης και διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, το με αριθμό 796 ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο του παραρτήματος με αρ.πρωτ…../30-04-2020 τ…. α.α…… και το υπ’αριθμόν ……./17-06-2021 πληρεξούσιο. Με βάση τις ανωτέρω νομικές παραδοχές, η αγωγή δεν περιέχει τα αναγκαία για την πληρότητα του δικογράφου της στοιχεία που απαιτούνται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος για να είναι ορισμένη η αγωγή ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Ειδικότερα, ενώ αναφέρεται ότι η ενάγουσα είναι εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων με αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση πιστώσεων, ότι είναι νομίμως αδειοδοτημένη από την Τράπεζα της Ελλάδος ως διαχειρίστρια πιστώσεων και ότι η αγωγή ασκείται στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και που παρέχουν στην ΕΔΑΔΠ εξαιρετική δικονομική νομιμοποίηση να ενεργεί στο όνομά της για λογαριασμό του δικαιούχου της απαίτησης, ότι δηλαδή ενεργεί ως μη δικαιούχος διάδικος, γίνεται δε σαφής μνεία της σύμβασης με την οποία η δικαιούχος της απαίτησης ως άνω εταιρία ειδικού σκοπού ανέθεσε στην ενάγουσα- ΕΔΑΔΠ τη διαχείριση απαιτήσεων, δεν αναφέρεται ρητά ότι η εν λόγω σύμβαση καλύπτει τη δικαστική επιδίωξη της συγκεκριμένης ένδικης απαίτησης της συγκεκριμένης οφειλέτριας-εναγόμενης, ότι δηλαδή η ένδικη απαίτηση περιλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο που μεταβιβάστηκε στην ως άνω εταιρία ειδικού σκοπού και το οποίο διαχειρίζεται η ενάγουσα. Η απλή αναφορά ότι έχει ανατεθεί στην ενάγουσα η διαχείριση των απαιτήσεων της ως άνω εταιρίας ειδικού σκοπού δυνάμει της από 22-06-2021 σύμβασης διαχείρισης που έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, δεν αρκεί για το ορισμένο της αγωγής, καθώς δεν συνδέεται ρητά η ως άνω σύμβαση διαχείρισης με το συγκεκριμένο δάνειο. Εξάλλου, κατ’επάλληλη σκέψη, αξίζει να αναφερθεί στο σημείο τούτο, ότι από την επισκόπηση των εγγράφων που προσκόμισε μετ’επικλήσεως η ενάγουσα-ήδη εκκαλούσα, ήτοι της με αρ.πρωτ. …./30-04-2020, τ….. α.α……, καταχώρησης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της περίληψης της από 30-04-2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία «………….» στην εταιρία ειδικού σκοπού «……………..», της με αρ.πρωτ……/30-04-2020, τ…. α.α……., καταχώρησης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της περίληψης της από 30-04-2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων από την ως άνω εταιρία ειδικού σκοπού στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία «…………..», της με αρ.πρωτ…../22-06-2021, τ….. α.α……. καταχώρησης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της περίληψης της από 18-06-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταξύ της ως άνω εταιρίας ειδικού σκοπού και της ενάγουσας, της με αρ.πρωτ…./11-04-2023 τ…. α.α…… καταχώρησης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της από 18-06-2021 περίληψης της σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης απαιτήσεων μεταξύ της ως άνω εταιρίας ειδικού σκοπού και της ενάγουσας και του αποσπάσματος με αρ….. του παραρτήματος με αρ.πρωτ…./30-04-2020, τ…. α.α…., του συνοδευτικού της σύμβασης παραρτήματος, δεν αποδεικνύεται ότι η επίδικη απαίτηση μεταβιβάστηκε από την ως άνω ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ««……………» στην προρρηθείσα εταιρία ειδικού σκοπού, αφού στο ανωτέρω απόσπασμα αναφέρονται στο όνομα και τα στοιχεία της εναγόμενης, δύο καταναλωτικά δάνεια με διαφορετικούς αριθμούς συμβάσεων, ούτε όμως από τα ανωτέρω έγγραφα που αφορούν τη διαχείριση των επιχειρηματικών απαιτήσεων της εν λόγω εταιρίας ειδικού σκοπού από την ενάγουσα, στα οποία αναφέρονται τα ονόματα των συμβαλλομένων μερών (εταιρίας ειδικού σκοπού και διαχειρίστριας εταιρίας), το ποσό της αμοιβής διαχείρισης, όπως αυτό προσδιορίζεται στο άρθρο 21 της σύμβασης, η ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης, καθώς και όρος σύμφωνα με τον οποίο οι εξουσίες του διαχειριστή απαιτήσεων περιλαμβάνει όλες τις υπηρεσίες είσπραξης και εν γένει διαχείρισης τιτλοποιούμενων απαιτήσεων από συμβάσεις στεγαστικών και άλλων δανείων, σύμφωνα με το Παράρτημα 1 της από 08-04-2021 σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης, προκύπτει ότι η ενάγουσα-ήδη εκκαλούσα έχει αποκτήσει εξουσία διαχείρισης της επίδικης απαίτησης, αφού δεν προσκομίστηκε μετ’επικλήσεως το απόσπασμα του Παραρτήματος 1 της από 08-04-2021 σύμβασης μακροπρόθεσμης διαχείρισης, από το οποίο θα προέκυπτε ότι μεταξύ των απαιτήσεων, των οποίων την εξουσία διαχείρισης έχει η ενάγουσα-ήδη εκκαλούσα, περιλαμβάνεται και η ένδικη απαίτηση. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι το αίτημα επιδίκασης του ποσού των 37.069,09 ευρώ, έντοκα από 31-05-2023, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, που υπερβαίνει το εκάστοτε συμβατικό επιτόκιο κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες, και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται ρητά στην ένδικη αγωγή ότι στη δανειακή σύμβαση ή στις πρόσθετες πράξεις αυτής έχει προβλεφθεί επιτόκιο υπερημερίας με σχετικό όρο (επισημαίνεται ότι η ενάγουσα-ήδη εκκαλούσα ουδόλως προσκομίζει μετ’επικλήσεως την επίδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου και τις πρόσθετες πράξεις αυτής), ούτε ότι τούτο δεν υπερβαίνει το ανώτατο επιτρεπτό όριο του τόκου υπερημερίας, είναι μη νόμιμο κατ’άρθρο 808 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, λόγω υπερημερίας ως προς την απόδοση, ο οφειλέτης χρηματικού δανείου δεν έχει σε καμιά περίπτωση υποχρέωση να καταβάλλει άλλη αποζημίωση εκτός από το νόμιμο ή συμβατικό τόκο, καθώς ο εξαμηνιαίος ανατοκισμός των τόκων παύει με την καταγγελία της σύμβασης, αφού μετά την καταγγελία και το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, η απαίτηση δεν λειτουργεί ως ενεργή τραπεζική πίστωση και οι τόκοι υπερημερίας δεν ανατοκίζονται εσαεί, ως εκ τούτου ο ανατοκισμός τόκων υπερημερίας που οδηγεί σε πρόσθετη επιβάρυνση του οφειλέτη είναι μη νόμιμος κατ’άρθρο 808 του ΑΚ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε δεκτή την ένσταση αοριστίας της αγωγής που πρόβαλε η εναγόμενη ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και δη ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας, και περαιτέρω ως προς το αιτούμενο ποσό, ορθά εφάρμοσε το νόμο, έστω και με ελλιπείς και εν μέρει εσφαλμένες αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει να συμπληρωθούν και να αντικατασταθούν με τις ως άνω παρατεθείσες (άρθρο 534 του ΚΠολΔικ), τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση έφεσής της, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Κατόπιν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η έφεση κατ’ουσίαν. Τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την εκκαλούσα κατά την άσκηση της έφεσης e παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας της στη δίκη (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔικ), όπως επίσης ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 12-06-2025 (αρ.εκθ.καταθ……………/13-06-2025) έφεση κατά της 1935/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Δέχεται την ως άνω έφεση τυπικά και την απορρίπτει κατ’ουσίαν.
Διατάσσει την εισαγωγή του με κωδικό αριθμό ……………./2025 e παραβόλου του Δημοσίου, που κατατέθηκε από την εκκαλούσα κατά την άσκηση της έφεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την εκκαλούσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στον Πειραιά και στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, παρουσία και της Γραμματέως στις 6.5.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ