Αριθμός 198/2026
ΤΟ MONOMΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
[ΤΜΗΜΑ 3ο]
Αποτελούμενο από την Δικαστή Μαρία – Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα E.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Της εταιρίας παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων κατά το Ν. 4354/2015, με την επωνυμία «…………..» και το διακριτικό τίτλο «……………..», με έδρα την Αθήνα, επί της Λ………. (Α.Φ.Μ. ……….), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως νόμιμης διαχειρίστριας και εκπροσώπου, δυνάμει της από 12.09.2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αρ. πρωτ. …/16.09.2019 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο … με αριθμό ….. τη 16η.09.2019, όπως αυτή στη συνέχεια τροποποιήθηκε, αρχικά ως προς το πρόσωπο του διαχειριστή, της σχετικής τροποποίησης δημοσιευθείσας με αριθμό πρωτοκόλλου …../23.09.2019 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο … με αριθμό …. την 23.09.2019 και εν συνεχεία ως προς τα στοιχεία του διαχειριστή, της εν λόγω τροποποίησης δημοσιευθείσας με αριθμό πρωτοκόλλου …./15.07.2021, στον τόμο … με αριθμό ….. την 15η.07.2021, και συμπληρώθηκε τελικώς με την από 10.05.2023 σύμβαση, η οποία δημοσιεύτηκε σε περίληψη με αρ. πρωτ. …/11.05.2023 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο … με αρ. …. την 11η.05.2023, των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο …. Ιρλανδίας, ………………., καταχωρημένης στο Γραφείο Μητρώου Εταιρειών υπό τον αριθμό …. εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………..», ειδικής διαδόχου της Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «……….», με Α.Φ.Μ. ……., εδρεύουσας στην Αθήνα, οδός ……………., νομίμως εκπροσωπουμένης, δυνάμει της από 12.09.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, διεπόμενης από το ελληνικό δίκαιο και τα άρθρα 10 και 14 Ν. 3156/2003, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αρ. πρωτ. …./16.09.2019 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο …. με αριθμό …… τη 16η.09.2019, η οποία επέχει θέση αναγγελίας κατ’ άρθρο 10 § 10 Ν. 3156/2003, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη – Εμμανουήλ Σταμαδιάνο (ΔΣΑ) [ΔΕ ΣΤΑΜΑΔΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ] με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ- ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ: ……………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Φουφόπουλο (ΔΣΠ) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ο εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 9.02.2024 και με αριθ. εκθ. καταθ. …………/2024 ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 3601/2025 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχτηκε τ’ αναφερόμενα σ’ αυτή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την από 16.10.2025 έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό …………../2025 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. καταθ. ……../2025 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο (αρ. ……..).
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 16.10.2025 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στην Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ……………../2025 και με αριθμό πρωτ. προσδ. …../2025 στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 3601/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, επί της από 9.02.2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικ. ……./2024 ανακοπής για ακύρωση της υπ’ αριθμ. ……../2023 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε σε βάρος του ανακόπτοντος και ήδη εφεσίβλητου ……………… Η έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 495, 511, 513 § 1 εδ. α’ στοιχ. β, 516 § 1, 517 εδ. α’, 518 § 1 ημιπ. α’ και γ’ συνδ. 144 επ., 518 παρ. 2 καθώς και 520 § 1 ΚΠολΔ, επειδή από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στην καθ’ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα εταιρεία, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια, ενώ εξάλλου δεν έχει παρέλθει η καταχρηστική προθεσμία των δύο [2] ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης [1.10.2024], σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 [ΦΕΚ Α’87 /23-7-2015] κατά τη (μεταγενέστερη της 19-08-2020) άσκηση της ένδικης έφεσης, (ήτοι κατάθεση της στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά στις 31.10.2025 και δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης στις 1.08.2025). Συνεπώς (η έφεση) αρμοδίως φερόμενη προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και δεδομένου ότι καταβλήθηκε δε από την εκκαλούσα το προσήκον παράβολο, κατατεθέντος του υπ’ αριθ. ……………… παραβόλου του Δημοσίου, συνολικού ποσού 100 ευρώ κατά την άσκηση της ένδικης έφεσης, κατ’ άρθρο 495 § 3 εδαφ. γ και εδαφ. τελ. ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 533 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία (άρθρα 522, 524 παρ.1, 2, 533 παρ.1, 591 παρ.7, 632 παρ.2, 614 επ ΚΠολΔ, όπως τα δύο τελευταία ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο 1, άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015).
ΙΙ. Ο εφεσίβλητος – ανακόπτων ζήτησε με την από 9.02.2024 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2024 και ειδικό …../2024 ανακοπή του κατά διαταγής πληρωμής του άρθρου 632 του ΚΠολΔ, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, να ακυρωθεί, για τους λόγους που ειδικότερα εκτίθεται σε αυτήν, η υπ’ αριθ. ……../2023 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των 57.659,51 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, στην εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………», ενεργούσα με την ιδιότητα της μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, ως διαχειρίστρια, δυνάμει της από 12.09.2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών και συμπληρώθηκε – κωδικοποιήθηκε με την από 10.05.2023 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………….», στην οποία είχε μεταβιβασθεί στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, η απαίτηση που απορρέει από την υπ’ αριθ. ……../24.07.2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου και τις πρόσθετες πράξεις αυτής, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………», της οποίας ειδική διάδοχος, κατέστη η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία « ………..», ως δανείστριας και του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος ως οφειλέτη και η οποία (……….) κατέστη καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………….» κατόπιν διάσπασης της τελευταίας δι’ απόσχισης του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρεία – πιστωτικό ίδρυμα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 3601/2025 οριστική απόφασή του, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 14 παρ. 2, 18, 614 επ., 632 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ), και αφού έκρινε ότι η ανακοπή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 632 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ, ήτοι εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την επίδοση στην ανακόπτουσα της διαταγής πληρωμής, την 24.01.2024, στη συνέχεια έκανε δεκτό τον έβδομο λόγο της ανακοπής και την ανακοπή στο σύνολό της και ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ενώ επέβαλε σε βάρος της καθ’ ης η ανακοπή τα δικαστικά έξοδα του ανακόπτοντος. Κατά της ανωτέρω απόφασης παραπονείται η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή με την κρινόμενη έφεσή της, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, προκειμένου να απορριφθεί η ανακοπή και να επικυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 806, 807 και 361 του ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, είναι σύμβαση κοινού δανεισμού, με βάση την οποία η δανείστρια τράπεζα παρέχει στον αντισυμβαλλόμενο δάνειο, καταβάλλοντας το δάνεισμα εφάπαξ ή τμηματικά και ο τελευταίος, για την κάλυψη αυτού του δανείου προβαίνει σε τμηματικές καταβολές προς την τράπεζα, καθορισμένες εκ των προτέρων κατά χρόνο και κατά ποσό. Το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου του δανείου καλείται χρεώλυτρο, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν άθροισης και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Το δάνειο χορηγείται υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων. Εάν η αίρεση πληρωθεί ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης, να την καταγγείλει προώρως, οπότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές. Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλόμενου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία (ΑΠ 1432/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 747/2012 ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση που λόγω της καταγγελίας του δανείου υπάρξει εξ αυτού οφειλή και ο δανειολήπτης δεν την πληρώνει, η τράπεζα μπορεί να υποβάλει αίτηση για την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής για την απαίτησή της, υπό τους όρους των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1432/2022 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 623, 624 του ΚΠολΔ και 806, 807 και 361 του ΑΚ, προκύπτει ότι διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί σε βάρος του οφειλέτη και για το υπόλοιπο δανείου, που καταγγέλθηκε από το δανειστή, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση δανείου, η καταγγελία της σύμβασης, η κίνηση και το κλείσιμο του τηρηθέντος σχετικού λογαριασμού, καθώς και το χρεωστικό υπόλοιπο αυτού, στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, υποχρεούται ο δανεισθείς οφειλέτης (ΑΠ 364/2025 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 852/2023 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 88/2021 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5645/2025 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η καταγγελία είναι μονομερής δήλωση του ενός των συμβαλλόμενων που απευθύνεται στον άλλο, με την οποία εκφράζεται η βούλησή του για λύση της σύμβασης στο μέλλον (άρθρο 167 του ΑΚ), για ορισμένο λόγο προβλεπόμενο στη σύμβαση ή στο νόμο και ασκείται είτε με εξώδικη δήλωση, είτε με αγωγή. Η καταγγελία ασκείται αυτοπροσώπως από κάποιον από τους συμβαλλόμενους. Δεν αποκλείεται, όμως, να ασκηθεί και από αντιπρόσωπο-πληρεξούσιο. Επί νομικών προσώπων την πληρεξουσιότητα δίνει εκείνος που για κάθε συγκεκριμένη δικαιοπραξία έχει το δικαίωμα εκπροσώπησής του. Η διάταξη του άρθρου 226 του ΑΚ απαιτεί για την επιχείρηση μονομερούς απευθυντέας σε άλλο δικαιοπραξίας την επίδειξη του πληρεξούσιου εγγράφου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, με την οποία συντελείται μονομερής δικαιοπραξία ή οιονεί δικαιοπραξία εκ μέρους προσώπου που φέρεται ως αντιπρόσωπος άλλου, μπορεί, εφόσον δεν του επιδεικνύεται πληρεξούσιο έγγραφο, να την αποκρούσει για το λόγο αυτό χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Επομένως, οι συνέπειες από τη μη επίδειξη του πληρεξούσιου εγγράφου εξαρτώνται από το αν αποκρούεται ή όχι η καταγγελία, χωρίς υπαίτια βραδύτητα. Έτσι, ειδικότερα, όταν η καταγγελία από τον πληρεξούσιο έγινε εγγράφως, πρέπει αυτός να επιδείξει το πληρεξούσιο έγγραφο, διότι αλλιώς έχει το δικαίωμα αυτός προς τον οποίο γίνεται να την αποκρούσει χωρίς υπαίτια βραδύτητα. Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή, της απόκρουσης της δήλωσης χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, η επιχειρούμενη πράξη είναι άκυρη. Η ακυρότητα είναι απόλυτη, δεν θεραπεύεται με μεταγενέστερη έγκριση και επέρχεται ανεξάρτητα από το αν ο φερόμενος ως πληρεξούσιος είχε ή όχι την πληρεξουσιότητα, για να επέλθουν δε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της πράξης και μάλιστα ex nunc, πρέπει αυτή να επιχειρηθεί εκ νέου εγκύρως. Το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η δήλωση, την αποκρούει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, αν ενεργήσει εντός των χρονικών ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις περιστάσεις. Εάν, αντίθετα, αυτός προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, δεν εναντιωθεί, δηλαδή δεν ενεργήσει εντός των ως άνω χρονικών ορίων, η μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλον χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου είναι ισχυρή, αν υπάρχει πληρεξουσιότητα ή επακολούθησε έγκριση (ΑΠ 242/2025 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑιγ 119/2024 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3666/2024 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2768/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4891/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔυτΜακ 3/2019 ΝΟΜΟΣ). Επί νομικών προσώπων την πληρεξουσιότητα δίνει εκείνος που για κάθε συγκεκριμένη δικαιοπραξία έχει το δικαίωμα εκπροσώπησής του. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 1 και 2 και 22 του Ν. 2190/1920 «περί Ανωνύμων Εταιριών», και μετά την κατάργησή τους, από την 01.01.2019, με τα άρθρα 189 και 190 του Ν. 4548/2018 «Αναμόρφωση του δικαίου των ανωνύμων εταιρειών», των άρθρων 77 και 87 του ως άνω Ν. 4548/2018, προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρίας είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκησή της και τη διαχείριση της περιουσίας της, με εξαίρεση μόνο τις αποφάσεις εκείνες που κατά το νόμο ή το καταστατικό υπάγονται στην αρμοδιότητα της γενικής συνελεύσεως. Το διοικητικό συμβούλιο ενεργώντας συλλογικά, εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα την εταιρία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτήν, αλλά όργανό της, μπορεί, όμως, να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα μπορούν να εκπροσωπούν την εταιρία γενικά ή σε ορισμένου είδους πράξεις (ΑΠ 201/2025 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, επί ανώνυμης εταιρίας, το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, ενεργώντας συλλογικά, ως έχον γενικό δικαίωμα εκπροσώπησης της εταιρίας, μπορεί να παρέχει πληρεξουσιότητα σε τρίτο πρόσωπο για την ενέργεια για λογαριασμό της εταιρίας συγκεκριμένης πράξης (ΑΠ 139/2016 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3666/2024 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4891/2022 ΝΟΜΟΣ). Πρέπει να σημειωθεί, για την πληρότητα της νομικής σκέψης, ότι γίνεται δεκτό ότι δεν εμποδίζεται το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας ή και τα υποκατάστατα αυτού όργανα να αναθέσουν με απόφασή τους, που μπορεί κατά περίπτωση να είναι άτυπη και να συνάγεται και ερμηνευτικώς, κατά τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, την εκτέλεση συγκεκριμένων νομικών πράξεων σε τρίτο, λ.χ. υπάλληλο της εταιρίας ή άλλο πρόσωπο, που ενεργεί στο όνομα ή για λογαριασμό της εταιρίας ως άμεσος αντιπρόσωπός της ή ανάλογα ως εντολοδόχος της (έμμεσος αντιπρόσωπος), τα οποία πρόσωπα, συνάγεται ότι ενεργούν ως άμεσοι αντιπρόσωποι της εταιρίας κατά την κατάρτιση δικαιοπραξίας, όταν η εξωτερίκευση της δράσης τους, που εμφανίζεται στο κοινό, παρέχει την εντύπωση, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές για το είδος της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρίας ότι με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ή των υποκατάστατων οργάνων της διοίκησής της ή έστω με την ανοχή τους ανατέθηκε στα πρόσωπα αυτά ο κύκλος εργασιών, που περιλαμβάνει και τη δικαιοπραξία στην οποία συνέπραξαν (ΑΠ 443/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 473/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1324/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1789/2013 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, σε περίπτωση καταγγελίας, και στην περίπτωση που ο αποδέκτης δεν αμφισβητήσει έγκαιρα την ύπαρξη της πληρεξουσιότητας των υπαλλήλων της τράπεζας, αλλά το πράξει για πρώτη φορά με την ανακοπή, τότε, κατά μία άποψη, γίνεται δεκτό ότι οι υπάλληλοι της τράπεζας που υπέγραψαν την καταγγελία είναι ατύπως και παγίως εξουσιοδοτημένοι να καταγγέλλουν τις συμβάσεις των δανειοληπτών, οι οποίες δεν εξυπηρετούνται, με άτυπη και πάγια εξουσιοδότηση προς τους υπαλλήλους της, αφού η καταγγελία αυτή εντάσσεται στον κύκλο των κύριων αρμοδιοτήτων τους (ΕφΑθ 147/2022 ΝΟΜΟΣ), ενώ, κατ’ άλλη άποψη, η καθ’ ης τράπεζα, που φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης του κύρους της καταγγελίας, προκειμένου να αποκρούσει τον συγκεκριμένο λόγο ανακοπής, στην περίπτωση, βέβαια, που δεν εναντιώθηκε ο αποδέκτης της καταγγελίας, οπότε η καταγγελία είναι άκυρη ούτως ή άλλως κατ’ άρθρο 226 του ΑΚ, κατά τα προαναφερόμενα, αλλά προβάλλεται η ακυρότητα αυτής, χωρίς προηγούμενη εναντίωση του αποδέκτη της, για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου, οφείλει να προσκομίσει έγγραφο, από το οποίο να προκύπτει η αντιπροσωπευτική εξουσία των υπαλλήλων της, ήτοι το καταστατικό της, από το οποίο θα προκύπτει αν το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει την άσκηση του συνόλου ή μέρους των εξουσιών της διαχείρισης και εκπροσώπησης της τράπεζας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή μη, υπαλλήλους της τράπεζας ή τρίτους, καθορίζοντας και την έκταση των ανατιθέμενων εξουσιών, τον τρόπο με τον οποία τα πρόσωπα, στα οποία ανατίθενται οι ανωτέρω εξουσίες, δεσμεύουν την τράπεζα, τα όργανα αυτής, σε όλη την έκταση των εξουσιών που τους ανατέθηκαν, αν με βάση το προαναφερόμενο καταστατικό και τη σχετική απόφαση του Δ.Σ. της καθ’ ης τράπεζας, διόρισε πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους αυτής, υπαλλήλους της που θα πρέπει να αναφέρονται ονομαστικά σε αυτό, στους οποίους παρέσχε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να προβαίνουν επ’ ονόματι και για λογαριασμό της, στις ειδικότερα περιγραφόμενες ενέργειες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η καταγγελία των δανειακών συμβάσεων, και αν στα πρόσωπα αυτά περιλαμβάνονται και οι υπάλληλοι, οι οποίοι ενεργώντας από κοινού προέβησαν στην καταγγελία της δανειακής σύμβασης, ενεργώντας ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της τράπεζας (ΤριμΕφΠειρ 119/2026, Ιστοσελ. Εφ. Πειραιώς, ΕφΑθ 2768/2022 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 577/2022 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΘεσ 974/2025 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΠειρ 239/2023 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Τέλος, επί καταγγελίας που έγινε στο όνομα νομικού προσώπου από αναρμόδιο ή χωρίς εξουσία αντιπροσωπεύσεως πρόσωπο, η έγκριση δεν έχει αναδρομική ενέργεια, διότι κάτι τέτοιο δεν συμβιβάζεται με τον διαπλαστικό χαρακτήρα της καταγγελίας, ως μονομερούς δικαιοπραξίας απευθυντέας σε τρίτο, ως προαναφέρθηκε. Η έγκρισή της γίνεται μόνο από πρόσωπο, που σύμφωνα με τον νόμο ή το καταστατικό ή βάσει πληρεξουσίου εκφράζει τη βούληση του νομικού προσώπου και δεν ισχυροποιεί αναδρομικά την καταγγελία, αλλά αποτελεί νέα αυτοτελή καταγγελία, που αποκτά ενέργεια από τότε που η δήλωση περιέρχεται νόμιμα σε αυτόν στον οποίο απευθύνεται (ΑΠ 393/2021, ΑΠ 1171/2019, ΑΠ 911/2013, ΑΠ 557/2008, ΝΟΜΟΣ).
IV. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δύο λόγους της κρινόμενης έφεσης, η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή παραπονείται ότι κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και ειδικότερα του άρθρου 226 του ΑΚ, και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτό ως ορισμένο, νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο τον έβδομο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο ο εφεσίβλητος – ανακόπτων προέβαλε την ακυρότητα της από 16.11.2021 εξώδικης καταγγελίας της επίδικης δανειακής σύμβασης, που επιδόθηκε σ’ αυτή την 24.11.2021, διότι δεν έγινε από το κατά νόμο αντιπροσωπευτικό όργανο της διαχειρίστριας της δικαιούχου δανείστριας, ούτε το πρόσωπο που την υπέγραψε είχε νόμιμη εξουσιοδότηση προς τούτο από το καταστατικό όργανο της δικαιούχου δανείστριας, ούτε επιδείχθηκε στον εφεσίβλητο – ανακόπτοντα το σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο, με συνέπεια να μη δύναται η δικαιούχος δανείστρια της ένδικης απαίτησης να αξιώσει την άμεση πληρωμή ολόκληρου του οφειλόμενου κεφαλαίου του δανείου και των τόκων του, αφού η απαίτησή της δεν ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, λόγω μη έγκυρης λύσης της επίδικης δανειακής σύμβασης. Με αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω λόγος της ανακοπής, που βάλλει κατά της εγκυρότητας της καταγγελίας ως διαδικαστικής προϋπόθεσης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, διότι δεν έγινε από το κατά νόμο αντιπροσωπευτικό όργανο της δικαιούχου της απαίτησης, ούτε το πρόσωπο που την υπέγραψε είχε νόμιμη εξουσιοδότηση προς τούτο από το καταστατικό της όργανο, ούτε επιδείχθηκε στον εφεσίβλητο – ανακόπτοντα το σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο, είναι ορισμένος και νόμιμος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 167, 216, 217 και 226 του ΑΚ και των άρθρων 77 και 87 του Ν. 4548/2018, και επομένως πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.
V. Από την εκτίμηση των εγγράφων, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (βλ. ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004. 723), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθ……… (αρχική ……..)/24.07.2006 σύμβασης στεγαστικού δανείου, που καταρτίσθηκε στον Πειραιά, μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….», της οποίας ειδική διάδοχος, κατέστη η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………..», δι’ εκχωρήσεως των δικαιωμάτων και αναδοχής των υποχρεώσεων, όπως αυτά (τα δικαιώματα και υποχρεώσεις) ρητά εξειδικεύονται στην από 26-3-2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης διεπόμενη από το ελληνικό δίκαιο, την υπ’ αριθμ. 66/3/26-3-2013 απόφαση της ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδας και το υπ’ αριθμ. 96/26.3.2013 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της ……, το οποίο δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθμ. 4640/26.3.2013 φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως δανείστριας και του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος, ως οφειλέτη, χορηγήθηκε στον τελευταίο στεγαστικό δάνειο ποσού 71.280 ευρώ, εξοφλητέο σε 360 ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, της πρώτης καταβλητέας ένα μήνα μετά την εκταμίευση του δανείου, με κυμαινόμενο επιτόκιο. Ο ανωτέρω δανειολήπτης, την 27.07.2006, ανέλαβε το σύνολο του χορηγηθέντος δανείου με την εκταμίευση του ποσού των 71.280 ευρώ, ενώ για την εξυπηρέτηση της σύμβασης τηρήθηκε αρχικά ο υπ’ αριθ. ….…. χορηγητικός λογαριασμός. Κατόπιν της διαδοχής της Τράπεζας …. από την Τράπεζα ………… και της μετάπτωσης των συστημάτων της πρώτης σε εκείνα της δεύτερης, ο υπ’ αριθμ. …………. λογαριασμός μεταπτώθηκε στον λογαριασμό ………… της Τράπεζας …….. ΑΕ με κωδικό δανείου ……….. Στις 4.09.2014 υπεγράφη ανάμεσα στην Τράπεζα ……. και στον δανειολήπτη η με ταυτάριθμη ημερομηνία πρόσθετη πράξη της ως άνω δανειακής σύμβασης, σύμφωνα με την οποία, ο εφεσίβλητος – ανακόπτων αναγνώρισε την συνολική ανεξόφλητη οφειλή του στην Τράπεζα, η οποία ανέρχονταν στο ποσό των 62.675,18 ευρώ πλέον τόκων του άληκτου κεφαλαίου από την 27.08.2014. Με την ως άνω πρόσθετη πράξη επιμηκύνθηκε κατά 18 μήνες η διάρκεια του δανείου και εκτός των άλλων συμφωνήθηκε ότι το υπόλοιπο του δανείου θα εξοφληθεί σε 281 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις από την 27.09.2014 και ότι ο οφειλέτης θα καταβάλει ποσοστό 30,00%, του ποσού εκάστης εκ των 18 αμέσως επόμενων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, αρχής γενομένης από την 27.09.2014. Στη συνέχεια, την 30.12.2020, εγκρίθηκε και καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ η διάσπαση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………» με αριθμό ΓΕΜΗ … και ΑΦΜ … (εφεξής η «Διασπώμενη Τράπεζα»), δι’ αποσχίσεως του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…………», με έδρα την Αθήνα, οδός ……….., με αριθμό ΓΕΜΗ ….. και ΑΦΜ … (εφεξής η «Τράπεζα …….»), σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. …./18.12.2020 σύμβαση διάσπασης και σύστασης νέας εταιρείας του συμβολαιογράφου Πειραιά ………. Η ως άνω διάσπαση εγκρίθηκε με την αρ. πρωτ. ……./30.12.2020 απόφαση του Τμήματος Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων που καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ και δημοσιεύθηκε στα στοιχεία της Διασπώμενης Τράπεζας και της Τράπεζας Πειραιώς, με τις υπ’ αριθμ. πρωτ. …./30.12.2020 και ……/30.12.2020 ανακοινώσεις αντίστοιχα. Συνεπεία της ανωτέρω διάσπασης δι’ απόσχισης κλάδου, η Τράπεζα …… υποκαταστάθηκε, δυνάμει καθολικής διαδοχής, στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, εννόμων σχέσεων και εν γένει δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Διασπώμενης Τράπεζας που σχετίζονται με τον αποσχισθέντα κλάδο τραπεζικής δραστηριότητας, μεταξύ των οποίων και όλες οι έννομες σχέσεις δανείων και οι εξ αυτών απαιτήσεις και εξασφαλίσεις που υφίσταντο έως την έγκριση της διάσπασης στις 30.12.2020, χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στη σύμβαση διάσπασης και σύστασης νέας εταιρείας, μεταξύ των οποίων και οι απαιτήσεις εκ της ως άνω υπ’ αριθμ. ……. σύμβασης και τις τυχόν πρόσθετες/πράξεις τροποποίησης αυτής και στις παρεπόμενες εξασφαλίσεις αυτής. Ακολούθως, σύμφωνα με την από 18.09.2019 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων διεπόμενης από το ελληνικό δίκαιο, η Τράπεζα … ανέθεσε την είσπραξη και διαχείριση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων στην εταιρεία με την επωνυμία «…………..» ως μετονομασθείσα «……………», (βλ. την υπ’ αριθμ. …………. ανακοίνωση της Υπηρεσίας ΓΕΜΗ του Εμπορικού & Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών), αποτελεί σε αυτή εταιρεία παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, στην οποία χορηγήθηκε η σχετική άδεια από την Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 326/2/17.09.2019 απόφασης της παραπάνω Επιτροπής (ΦΕΚ τ.Β 3533/20.09.2019). Στον όρο 12 της ως άνω δανειακής σύμβασης ορίστηκε ότι «Η Τράπεζα δικαιούται να καταγγείλει την σύμβαση του δανείου πριν ή μετά την ανάληψη ολόκληρου ή/και μέρους του δανείου και να το κηρύξει αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό αξιώνοντας την εξόφληση ολόκληρου του ανεξόφλητου ποσού κεφαλαίου μαζί με τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις και στις πιο κάτω ενδεικτικές αλλά όχι περιοριστικές περιπτώσεις: α) παράβασης οποιουδήποτε όρου της παρούσας σύμβασης….». Στον όρο 13 της ως άνω δανειακής σύμβασης ορίστηκε ότι «Σε κάθε περίπτωση ολικής ή μερικής καθυστέρησης πληρωμής από τον πιστούχο οποιουδήποτε ποσού κεφαλαίου, τόκων, επιβαρύνσεων κάθε φύσεως ή εξόδων του χορηγούμενου δανείου αυτός καθίσταται αυτοδικαίως υπερήμερος και θα χρεώνεται με το ανώτατο επιτρεπόμενο κάθε φορά ποσοστό τόκου υπερημερίας. Ο τόκος υπερημερίας θα χωρεί από την πρώτη ημέρα καθυστερήσεως, χωρίς επιταγή προς πληρωμή ή άλλη ειδοποίηση προς τον πιστούχο ή τον εγγυητή, η δε Τράπεζα θα δικαιούται να επιδιώξει από τον Πιστούχο και τον Εγγυητή είτε την είσπραξη των καθυστερούμενων δόσεων, των τυχόν οφειλόμενων τόκων, επιβαρύνσεων και εξόδων, είτε πλέον αυτών και την εξόφληση του υπολοίπου κεφαλαίου του δανείου, κηρυσσομένου από αυτήν κατά την κρίση της ολοκλήρου ληξιπρόθεσμου και απαιτητού μαζί με τους τόκους μέχρι την εξόφληση του δανείου, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της παρούσας. Σε κάθε ποσό τόκων που οφείλονται σύμφωνα με τους όρους της παρούσας θα χωρεί ανατοκισμός ανά εξάμηνο». Στον όρο 15 της ως άνω δανειακής σύμβασης ορίστηκε ότι οι εγγραφές στα βιβλία της τράπεζας σχετικά με τον τηρούμενο δανειακό λογαριασμό και τα αποσπάσματα που θα εκδίδονται αποτελούν, κατά μαχητό τεκμήριο, πλήρη απόδειξη του καταλοίπου του λογαριασμού και των απαιτήσεων της τράπεζας και της αντίστοιχης οφειλής του πιστούχου. Ο δανειακός λογαριασμός, κατόπιν διαδοχικών μεταπτώσεων του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου και μεταφοράς αυτού σε οριστική καθυστέρηση, εμφάνισε την 14.10.2021 (τελευταία ημερομηνία υπολογισμού τόκων) χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 58.792,82 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε α) 58.449,58 ευρώ ποσό κεφαλαίου + β) 333,10 ευρώ ποσό συμβατικών τόκων + γ) 10,14 ευρώ ποσό τιμολογημένων τόκων υπερημερίας. Το χρεωστικό υπόλοιπο μεταφέρθηκε αυθημερόν στον υπ’ αριθμόν …… λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Ακολούθως, για το λόγο ότι ο δανειολήπτης δεν υπήρξε συνεπής στις συμβατικές του υποχρεώσεις και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε τις οφειλόμενες μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «………………», ενεργούσα με την ιδιότητα της μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, ως διαχειρίστρια, δυνάμει της από 12.9.2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτ. …./16.09.2019, στον τόμο …… με αύξοντα αριθμό …., όπως αυτή στη συνέχεια τροποποιήθηκε, αρχικά ως προς το πρόσωπο του διαχειριστή, της σχετικής τροποποίησης δημοσιευθείσας με αριθμό πρωτοκόλλου …/23.09.2019 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο …. με αριθμό …. την 23.09.2019 και εν συνεχεία ως προς τα στοιχεία του διαχειριστή, της εν λόγω τροποποίησης δημοσιευθείσας με αριθμό πρωτοκόλλου …./15.07.2021, στον τόμο …. με αριθμό …… την 15η.07.2021, και συμπληρώθηκε τελικώς με την από 10.05.2023 σύμβαση, η οποία δημοσιεύτηκε σε περίληψη με αρ. πρωτ. …./11.05.2023 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο …. με αρ. …. την 11η.05.2023, των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο ….. Ιρλανδίας, ………., καταχωρημένης στο Γραφείο Μητρώου Εταιρειών υπό τον αριθμό ……… εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………..», ειδικής διαδόχου της Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία «……….», με Α.Φ.Μ. ……………, εδρεύουσας στην Αθήνα, οδός ……………, νομίμως εκπροσωπουμένης, δυνάμει της από 12.09.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, διεπόμενης από το ελληνικό δίκαιο και τα άρθρα 10 και 14 Ν. 3156/2003, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη με αρ. πρωτ. …/16.09.2019 στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο ….. με αριθμό …….. τη 16η.09.2019, η οποία επέχει θέση αναγγελίας κατ’ άρθρο 10 § 10 Ν. 3156/2003, κατήγγειλε την υπ’ αριθ. …./24.07.2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις μετέπειτα πρόσθετες πράξεις αυτής και κατέστησε το δάνειο στο σύνολό του ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, με την προσκομιζόμενη από 16.11.2021 εξώδικη καταγγελία σύμβασης – πρόσκληση – δήλωση, την οποία υπέγραψαν για λογαριασμό της οι υπάλληλοι …….. και ………… και η οποία επιδόθηκε στον εφεσίβλητο – ανακόπτοντα – οφειλέτη την 24.11.2021 (βλ. την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. …../24.11.2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ………..). Με την υπογραφόμενη από τα ως άνω πρόσωπα από 14.10.2021 εξώδικη δήλωση – καταγγελία σύμβασης – πρόσκληση, η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή γνωστοποίησε στον οφειλέτη το κλείσιμο την 14.10.2021 του λογαριασμού που τηρήθηκε προς εξυπηρέτηση της σύμβασης με χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 58.792,82 ευρώ, την μεταφορά του στον υπ’ αριθμ. ……….. λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης καθώς και την καταγγελία της ένδικης δανειακής σύμβασης. Καλούσε δε τον οφειλέτη να καταβάλει άμεσα, αφαιρουμένων των τυχόν καταβολών, το κατά την ημερομηνία της καταγγελίας της σύμβασης οφειλόμενο ποσό, εντόκως από την επόμενη της καταγγελίας, με επιτόκιο υπερημερίας το συμφωνηθέν συμβατικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες, σύμφωνα με τη σύμβαση και το νόμο και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση. Στη συνέχεια, η εκκαλούσα – καθ’ ης η ανακοπή υπέβαλε την από 19.10.2023 αίτησή της για την έκδοση της προσβαλλομένης υπ’ αριθ. ……../2023 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, βάσει της απορρέουσας από την υπ’ αριθ. ………. σύμβαση στεγαστικού δανείου απαίτησής της, την οποία υπογράφει η πληρεξούσια δικηγόρος της ………………. και η οποία έγινε δεκτή και υποχρεώθηκε ο εφεσίβλητος – ανακόπτων να της καταβάλει το ποσό 57.659,51 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων από την 25.11.2021 (από την επόμενη της επίδοσης προς τον καθ’ ου της από 16.11.2021 εξώδικης καταγγελίας), με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, καθώς και το ποσό των 1250 ευρώ για δικαστική δαπάνη. Ο ανακόπτων, με την κρινόμενη ανακοπή του, προβάλει για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι η ως άνω καταγγελία του επίδικου δανείου είναι άκυρη διότι δεν υπογράφτηκε από τα αρμόδια κατά νόμο εκπροσωπευτικά όργανα της καθ’ ης και της καταγγέλλουσας τράπεζας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ……….» για λογαριασμό της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………….», ειδικής διαδόχου της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ……….» αλλά από απλούς υπαλλήλους, οι οποίοι δεν επέδειξαν και δεν συγκοινοποίησαν στον ανακόπτοντα το πληρεξούσιο έγγραφο βάσει του οποίου εξουσιοδοτούνταν οι υπογράφοντες αυτού να προβούν για λογαριασμό των παραπάνω νομικών προσώπων στην καταγγελία της σύμβασης δανείου και ως εκ τούτου, η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής δεν ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Πρέπει καταρχήν να σημειωθεί ότι η υπαίτια βραδύτητα που επέδειξε ο ανακόπτων στο να αποκρούσει για το λόγο αυτό την επιδοθείσα σε αυτόν καταγγελία, έχει ως συνέπεια, σύμφωνα με τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην υπό στοιχείο [IIΙ] νομική σκέψη της παρούσας, ότι αυτή δεν είναι σε κάθε περίπτωση άκυρη (ανεξάρτητα δηλαδή από το αν υφίσταται πράγματι η σχετική πληρεξουσιότητα ή όχι), αλλά ότι πρέπει να ερευνηθεί αν υπάρχει το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο ή αν έχει εγκρίνει η καθ’ ης τις εν λόγω ενέργειες των υπαλλήλων της. Ωστόσο, η καθ’ ης, που φέρει κατά τα ως άνω αναλυτικώς αναφερόμενα στην υπό στοιχείο [ΙII] νομική σκέψη της παρούσας, και το σχετικό βάρος απόδειξης του κύρους της ως άνω καταγγελίας, δεν προσκομίζει κανένα έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η αντιπροσωπευτική εξουσία των ανωτέρω προσώπων, αν δηλαδή ενήργησαν ως υποκατάστατοι του Διοικητικού Συμβουλίου, ή ως εντολοδόχοι τρίτοι δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης, ή η τυχόν μεταγενέστερη έγκριση της καταγγελίας εκ μέρους των νομίμων εκπροσώπων της καθ’ ης, ούτε η τελευταία δήλωσε δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου της ότι εγκρίνει αυτήν με δήλωσή της καταχωριζόμενη στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου ή του παρόντος Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ τέτοια έγκριση δεν συνιστά η εντολή που έδωσε για την επίδοση της ως άνω καταγγελίας, καθώς όπως προκύπτει από τις σχετικές εκθέσεις επίδοσης, η εντολή αυτή δόθηκε από τις ίδιες ως άνω υπαλλήλους της, των οποίων και αμφισβητείται η αντιπροσωπευτική εξουσία. Με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, προτάσεις της η καθ’ ης ισχυρίζεται ο λόγος που αφορά την ακυρότητα της καταγγελίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος εφόσον σε κάθε περίπτωση με την κατάθεση της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής, όπου ανάμεσα στα έγγραφα που προσκόμισε περιλαμβάνονταν η γενόμενη καταγγελία, έλαβε χώρα έγκριση αυτής. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι νομίμως προέβη σε καταγγελία της επίδικης δανειακής σύμβασης, αφού η «Τράπεζα . …..», δυνάμει του υπ’ αριθμ. …../23.09.2019 πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά …. ., είχε δώσει εντολή και πληρεξουσιότητα στην καθ ης να συντάσσει και να επιδίδει δηλώσεις καταγγελίας προς τους οφειλέτες, με την ιδιότητά της ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από πιστώσεις του Ν. 4354/2015, όντας διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος της τότε δικαιούχου της απαίτησης Τράπεζας ……., στο πλαίσιο της μεταξύ τους υπογραφείσας από 18.9.2019 σύμβασης παροχής υπηρεσιών. Πράγματι η καθ’ ης η Τράπεζα προσκομίζει το ως άνω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο δυνάμει του οποίου ο Διευθύνων Σύμβουλος της Τράπεζας …………., ……….., ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος και για λογαριασμό της, διόρισε και κατέστησε ειδική πληρεξουσία, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της Τράπεζας την καθ΄ης, στην οποία παρείχε εντολή και πληρεξουσιότητα να προβαίνει για λογαριασμό της εντολέως είτε στο όνομά της τις αναλυτικώς αναφερόμενες σε αυτό (συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο) πράξεις, στις οποίες περιλαμβάνεται: (αριθμ. 5): «…..η επίδοση και παραλαβή εξωδίκων δηλώσεων και προσκήσεων σχετικά με απαιτήσεις της Τράπεζας, επίδοση οχλήσεων ληξιπρόθεσμων οφειλών, σύνταξη και επίδοση δηλώσεων καταγγελίας προς τους οφειλέτες και παραγγελία – εντολή προς δικαστικό επιμελητή για επιδόσεις…».. Πλην όμως από την επισκόπηση του ως άνω εγγράφου δεν αποδεικνύεται ότι οι υπογράφοντες την καταγγελία υπάλληλοι ……………. και ………….. είχαν την σχετική πληρεξουσιότητα να προβαίνουν στις εν λόγω πράξεις (μεταξύ των οποίων και η καταγγελία των δανειακών συμβάσεων) καθώς δεν περιλαμβάνονται στα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται γι’ αυτές με το υπ` αριθ. ……./23.09.2019 ως άνω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Πειραιά ………… Ούτε προσκομίζει ως όφειλε η καθ’ ης εταιρία διαχείρισης, προκειμένου να αποκρούσει τον συγκεκριμένο λόγο ανακοπής, το καταστατικό της, από το οποίο θα προέκυπτε (α) αν το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει την άσκηση του συνόλου ή μέρους των εξουσιών του διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρείας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή μη, υπαλλήλους της ή τρίτους, καθορίζοντας και την έκταση των ανατιθέμενων εξουσιών, (β) τον τρόπο με τον οποία τα πρόσωπα, στα οποία ανατίθενται οι ανωτέρω εξουσίες, δεσμεύουν την εταιρεία, ως όργανα αυτής, σε όλη την έκταση των εξουσιών που τους ανατέθηκαν, (γ) αν με βάση το προαναφερόμενο καταστατικό και τη σχετική απόφαση του Δ.Σ. της καθ’ ης, διόρισε πληρεξουσίους, αντιπροσώπους και αντικλήτους αυτής, υπαλλήλους της που θα πρέπει να αναφέρονται ονομαστικά σε αυτό, στους οποίους παρέσχε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να προβαίνουν επ’ ονόματι και για λογαριασμό της (της καθ’ ης) στις ειδικότερα περιγραφόμενες ενέργειες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η καταγγελία των δανειακών συμβάσεων και (δ) αν στα πρόσωπα αυτά περιλαμβάνονται και οι ως άνω υπάλληλοι, οι οποίοι ενεργώντας από κοινού προέβησαν εν προκειμένω στην καταγγελία της ένδικης δανειακής σύμβασης, ενεργώντας ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της καθ’ ης. Επιπλέον, κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, η Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς δεν αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο νομιμοποιήθηκαν οι ως άνω υπάλληλοι για την καταγγελία της επίδικης δανειακής σύμβασης. Eξάλλου, σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερόμενα στην υπό στοιχείο ΙΙΙ νομική σκέψη, δεν αποτελεί έγκριση η υποβολή αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής από τον δικαιούχο της απαίτησης, συνοδευόμενη από την διά αντιπροσώπου εξώδικη καταγγελία της ένδικης δανειακής σύμβασης, η οποία έλαβε χώρα, δίχως επίδειξη του πληρεξουσίου, καθώς η αίτηση δεν απευθύνεται στον οφειλέτη, ο οποίος αγνοεί αυτή, αλλά στον δικαστή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση έγκριση λαμβάνει χώρα με την επίδοση της διαταγής πληρωμής στον οφειλέτη. Το κύρος όμως του εκτελεστού τίτλου, ήτοι της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής δεν δύναται να διασωθεί, καθώς η έγκριση δεν έχει αναδρομική ενέργεια, ένεκα του διαπλαστικού χαρακτήρα της καταγγελίας και συνεπώς η οφειλή δεν καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, κατά τον χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού της καθ’ ης. Επομένως, η ανωτέρω καταγγελία της επίδικης δανειακής σύμβασης ήταν άκυρη και δεν παρήχθησαν αποτελέσματα από αυτή, ήτοι δεν ενεργοποιήθηκε ο σχετικός συμβατικός όρος που παρείχε στην καθ’ ης το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον ανακόπτοντα ολόκληρου του οφειλόμενου κεφαλαίου και των τόκων και δεν κατέστη το σύνολο του ανεξόφλητου δανείου ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Ως εκ τούτων, εφόσον η ένδικη απαίτηση δεν ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά την υποβολή της αίτησης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, δεν υφίσταντο οι νόμιμες προϋποθέσεις της έκδοσής της έναντι του πρωτοφειλέτη και ανακόπτοντος.. Συνεπώς, ο εξεταζόμενος έβδομος λόγος της ανακοπής κρίνεται βάσιμος και άγει στην εν όλω ακύρωση της διαταγής πληρωμής, λόγω της ανυπαρξίας ληξιπρόθεσμης απαίτησης της καθ’ ης σε βάρος του ανακόπτοντος. Κατόπιν των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, και στη συνέχεια έκανε δεκτό ως νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο τον έβδομο λόγο ανακοπής και ακολούθως έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, ούτε σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά αντιθέτως έκρινε ορθά, έστω και με διάφορη εν μέρει αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται παραδεκτά με την παρούσα, (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης έφεσης, κρίνονται ως αβάσιμα και απορριπτέα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 16.10.2025 έφεση κατ’ ουσίαν, τα δε δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της και κατόπιν σχετικού αιτήματος του εφεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλε η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 16.10.2025 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3601/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου υπέρ Δημοσίου υπ’ αριθ. ………………/2025 ηλεκτρονικό παράβολο, ποσού εκατό (100) ευρώ που προκατέβαλε η εκκαλούσα.
ΕΠΙΒΑΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 23.3.2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ