Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 245/2026

Αριθμός   245/2026

ΤΟ MONOMΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

[ΤΜΗΜΑ 3ο]

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία – Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, η οποία  ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΑΣΚΟΥΣΑΣ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΦΕΣΗΣ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Της εταιρείας με την επωνυμία «……………….» που εδρεύει στον …….. Αττικής, ………., με ΑΦΜ ….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Παρασκευή Πολιτάκη (ΔΣΑ)

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ – ΚΑΘΟΥ ΟΙ ΠΡΌΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΦΕΣΗΣ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……………., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Δημήτριου Νικολαρέα (ΔΣΑ).

Ο ενάγων ζήτησε να γίνει δεκτή η από 25.07.2024 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2024 και ειδικό …./2024 αγωγή του, ειδική διαδικασία περιουσιακών – εργατικών διαφορών, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 4704/2025 οριστική απόφασή του, αφού δίκασε ερήμην της εναγομένης, έκανε δεκτή κατά ένα μέρος την αγωγή.

Η εκκαλούσα – εναγομένη προσβάλει την απόφαση αυτή: (Α) με την από 6.11.2025 έφεσή της που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …./7.11.2025 και ειδικό …./7.11.2025, προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./7.11.2025 και ειδικό …./7.11.2025 για τη δικάσιμο την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο (19) και (Β) με τους από 26.1.2026 πρόσθετους λόγους έφεσης που κατατέθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./27.01.2026  και ειδικό …./27.01.2026 και προσδιορίστηκαν για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκαν στο πινάκιο (…..).

Ο εκκαλών – ενάγων προσβάλει την απόφαση αυτή με την από 3.12.2025 έφεσή του που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …/3.12.2025 και ειδικό …/3.12.2025 προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …/19.12.2025 και ειδικό …/19.12.2025 για τη δικάσιμο την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο (…..).

Οι υποθέσεις συνεκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, παραστάθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου, όπως αναφέρεται παραπάνω και ανέπτυξαν τις απόψεις τους  με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Φέρονται προς συζήτηση κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο η από 6.11.2025 έφεση και οι από 26.1.2026 πρόσθετοι λόγοι έφεσης της εκκαλούσας – ασκούσας πρόσθετους λόγους έφεσης – εναγομένης καθώς και η από 3.12.2025 έφεση του εκκαλούντος – ενάγοντος. Ενόψει του ότι οι πρόσθετοι λόγοι, παρά την αυτοτέλεια τους, τελούν σε εξάρτηση από την έφεση και φέρουν σε σχέση με αυτή παρακολουθηματικό χαρακτήρα (βλ. Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση κατά τονΚΠολΔ, έκδ. 2009, αρ. 584, σελ. 250) και δικάζονται υποχρεωτικά μαζί με την έφεση (βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμηνείαΚΠολΔ, τομ. I, άρθρο 520, αρ. 36, σελ. 930, ΕφΑθ 504/2020 ΝΟΜΟΣ), ενώ δεν μπορεί να νοηθεί χωριστή συζήτησή τους (βλ. Χ. Ευθυμίου, σε X. Απαλαγάκη – Σ. Σταματόπουλου, Ο Νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας – Ερμηνεία κατ’ άρθρο μετά τους Ν. 4842& 4855/2021, έκδ. 2022, άρθρο 520, αρ. 6, σελ. 1704-1705), πρέπει όλα τα παραπάνω δικόγραφα να συνεκδικαστούν, διότι αφορούν στους ίδιους διαδίκους, υπάγονται στην ίδια διαδικασία, στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης (άρθρα 520 παρ. 2, 524 παρ. 1 και 246 του ΚΠολΔ).

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, ενώπι­ον του Δικαστηρίου τούτου εκκρεμούν α) η από 6.11.2025 (αριθμ. κατάθ. ……../7.11.2025) έφεση της εν μέρει ηττηθείσας πρω­τοδίκως εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία «……….» με τους από 26.1.2026 πρόσθετους λόγους της  και β) η από 3.12.2025 (αριθμ. κατάθ. ………/3.12.2025) έφεση του εν μέρει ηττηθέντος πρωτοδίκως ενάγοντος …………..,οι οποίες στρέφονται κατά της αριθμ. 4704/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών. Με την εν λόγω απόφαση, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 25.07.2024 (αριθμ. κατάθ. ……../2024) αγωγή του ως άνω ………….., δικάζοντας ερήμην της ως άνω εταιρείας με την επωνυμία «……………» και υποχρεώθηκε αυτή να κατα­βάλει στον ενάγοντα το ποσό των 19.202,18 ευρώ, όπως επίσης αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 4.198,91 ευρώ, για υπερεργασία, υπερωριακή εργασία, εργασία τα Σάββατα, προσαύξηση νυκτερινής εργασίας και για επιδόματα αδείας για το χρονικό διάστημα από 24.08.2021 έως 10.04.2024, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, ενώ η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή κατά ένα μέρος ως προς την καταψηφιστική της διάταξη και συγκεκριμένα για το ποσό των 6.500 ευρώ. Οι εφέσεις αυτές έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον ασκήθηκαν μετά την 01.01.2016), καθόσον η εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 4704/2025 απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα – εναγόμενη στις 3.11.2025 (βλ. την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. ……..΄/ 3.11.2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ……………..) και οι κρινόμενες εφέσεις κατατέθηκαν στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η μεν υπό στοιχείο α) έφεση, την 7.11.2025, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …../7.11.2025 και ειδικό …/7.11.2025 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση και η δε υπό στοιχείο β) έφεση, την 3.12.2025, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό ……./3.12.2025 και ειδικό …./3.12.2025 της γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Επιπλέον, οι εφέσεις αρμοδίως φέρονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο 19ΚΠολΔ) και δεν απαιτείται η καταβολή παράβολου κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 εδαφ. τελ. ΚΠολΔ, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για διαφορά του άρθρου 614 παρ.3 ΚΠολΔ. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 520 παρ. 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 591 παρ.1 εδαφ. ζ του ΚΠολΔ, πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης, που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά, ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης. Από τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ  προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται στα εκκληθέντα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης ή στα αναγκαία με αυτά συνεχόμενα, άλλως απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως. Ως αναγκαία συνεχόμενα κεφάλαια είναι οι διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης που έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες διατάξεις είτε διότι αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε διότι πηγάζουν από την ίδια ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσιδιάζουν το αντικείμενο εκείνων, ώστε τυχόν διαφορετική κρίση του Εφετείου σχετικά με την πρωτόδικη απόφαση να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 76/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 238/2001 ΕλλΔνη 42. 1598, ΕφΑθ 328/2019 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα –εναγόμενη άσκησε πρόσθετους λόγους έφεσης με το από 26.1.2026 ιδιαίτερο δικόγραφό τους, το οποίο επιδόθηκε στον εφεσίβλητο – ενάγοντα την 27.01.2026 (βλ. την σφραγίδα του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ………. . επί του δικογράφου των προσθέτων λόγων). Οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, οι οποίοι αφορούν σε κεφάλαιο της απόφασης που έχει προσβληθεί με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης υπό στοιχείο (α) έφεσης, διευρύνοντας την αιτιολογία αυτού, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1εδαφ. ζ του ΚΠολΔ, με την κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου την 27.1.2026, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης με αριθμό γενικό …./27.01.2026  και ειδικό ……./27.01.2026  της γραμματέως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στο δικόγραφο, και την επίδοση αυτού στον εφεσίβλητο – ενάγοντα την 27.01.2026, αφού τόσο η κατάθεση του δικογράφου, όσο και η επίδοσή του, έλαβαν χώρα πριν από την τιθέμενη αποκλειστική προθεσμία των οκτώ ημερών από τη συζήτηση της υπό στοιχείο (α) κρίση έφεσης. Κατόπιν τούτων, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης πρέπει επίσης να γίνουν τυπικά δεκτοί, συνεκδικαζόμενοι, όπως προαναφέρθηκε, με τις υπό κρίση εφέσεις.

ΙΙΙ.  Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ: «Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Με το προαναφερθέν περιεχόμενο, επανήλθε η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προτού τροποποιηθεί με τον ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μίας και μοναδικής συζήτησης. Προβλέπεται ότι η έφεση κατά ερήμην απόφασης λειτουργεί όπως η καταργηθείσα αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας. Συνεπώς η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως, επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αρκούσης της τυπικής παραδοχής της κατά το άρθρο 532ΚΠολΔ (ΑΠ 546/2014, ΑΠ 1906/2008 ΝοΒ 2009, 927, ΑΠ 884/2007 ΧρΙΔ 2008,52, ΑΠ 1015/2005 ΕλΔ 2005), με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το Εφετείο, το οποίο μετατρέπεται στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 495/2017, ΤΝΠ Νόμος). Η εξαφάνιση της απόφασης οριοθετείται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τα παράπονα που διατυπώνονται με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους έφεσης του εκκαλούντος ή την αυτοτελή έφεση ή αντέφεση του εφεσίβλητου και των ισχυρισμών που προβάλλει ο τελευταίος ως υπεράσπιση κατά των λόγων της έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σχετικά με τα παράπονα της έφεσης και τα οποία εξετάζει κατά νόμο αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο. Τέτοια αποτελούν το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής. Έτσι, σε περίπτωση που ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, διατυπώνει με την έφεσή του παράπονα για την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, το εφετείο, εφόσον η έφεση είναι τυπικά παραδεκτή, εξαφανίζει την απόφαση, χωρίς κατ’ ανάγκη να γίνει κάποιος λόγος αυτής δεκτός ως βάσιμος στην ουσία. Ο δε εκκαλών – εναγόμενος, έχει τη δυνατότητα να προβάλει, με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του, όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς που θα μπορούσε να έχει προτείνει, αν είχε παραστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 230/2020, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 985/2015, ΑΠ 394/2011, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 829/2008 ΝοΒ 2008, 2457, ΑΠ 1015/2005 ΕλΔ 2005, 1101 ΑΠ 331/2001 ΕλΔ2001, 1320).

IV. Η άνω υπό στοιχείο α’ έφεση μετά των προσθέτων λόγων της, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη ΙΙΙ της παρούσας που προηγήθηκε, πρέπει να γίνει ουσιαστικά δεκτή και αφού εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία πλήττεται στο σύνολό της για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να ερευνηθεί περαιτέρω η νομική και η ουσι­αστική βασιμότητα της αγωγής, κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία. Κατόπιν αυτών η πιο πάνω υπό στοιχείο β’ έφεση πρέπει να απορριφθεί, καθόσον μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης είναι άνευ αντικειμένου (βλ. Ερμηνεία ΚΠολΔ, Δ. Κονδύλης/Στ. Πανταζόπουλος, Άρθρα 495 – 590, Ένδικα Μέσα και Ανακοπές, υπό άρθρο 528, σελ. 174, ΕφΛαρ 4/2014, ΤΝΠ Νόμος) και να συμψηφιστούν τα δι­καστικά έξοδα των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, λόγω του ότι η ερ­μηνεία του άνω κανόνα δικαίου που εφαρ­μόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, λαμ­βανομένου υπόψη ότι (και) ο εν μέρει ηττηθείς ενάγων είχε δικαίωμα άσκησης έφεσης (αρθρ. 516 παρ. 1ΚΠολΔ).

V. Επειδή, κατά το άρθρο 86 παρ. 1 του Ν. 3386/2005, που ισχύει από 1/1/2006 (άρθρο 98 ως άνω νόμου) “δεν επιτρέπεται η πρόσληψη και η απασχόληση υπηκόων τρίτων χωρών, εφόσον δεν έχουν άδεια διαμονής για εργασία ή άδεια διαμονής και έγκριση πρόσβασης στην αγορά εργασίας ή άδεια διαμονής που παρέχει πρόσβαση στην αγορά εργασίας ή βεβαίωση της παρ. 3 του άρθρου 11 του νόμου αυτού, ότι έχουν καταθέσει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την έκδοση της”. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι η σύμβαση εργασίας στην Ελλάδα αλλοδαπού, που δεν είναι υπήκοος κράτους- μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια διαμονής, είναι άκυρη ,γιατί αντιβαίνει στην ως άνω διάταξη, εάν δε ο αλλοδαπός σε εκτέλεση της άκυρης αυτής συμβάσεως παρέχει την εργασία στον εργοδότη, δεν δικαιούται να λάβει τις συμφωνημένες ή νόμιμες αποδοχές αλλά έχει αξίωση από τις διατάξεις των άρθρων 904 και επ. ΑΚ, για την απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή της εργασίας του σε εκτέλεση της άκυρης εργασιακής συμβάσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 183 παρ. 1 του ΑΚ, επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει σαν νέα κατάρτιση της, δηλαδή αποτελεί νέα δικαιοπραξία, για την οποία απαιτείται η συνδρομή όλων των όρων της εξ υπαρχής καταρτίσεως της, ενώ κατά τον ερμηνευτικό κανόνα της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν οι συμβαλλόμενοι επικύρωσαν άκυρη δικαιοπραξία, σε περίπτωση αμφιβολίας, δημιουργείται αμοιβαία μεταξύ τους υποχρέωση για κάθε παροχή που θα όφειλαν, αν η σύμβαση ήταν έγκυρη από την αρχή, δηλαδή η επικύρωση άκυρης ενοχικής συμβάσεως έχει, σε περίπτωση αμφιβολίας, αναδρομικά αποτελέσματα. Σύμφωνα, λοιπόν με τις διατάξεις αυτές, για την επικύρωση άκυρης συμβάσεως , απαιτείται νέα σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των μερών, τα οποία είναι ελεύθερα, κατά την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων ,να στέρξουν στην επικύρωση ή να την αποκρούσουν. Η δήλωση βουλήσεως των μερών, για την επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας, μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, στηριζόμενη σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που εμφαίνουν αντίστοιχη βούληση Τέτοια σιωπηρή επικύρωση της άκυρης δικαιοπραξίας, λόγω ελλείψεως αρχικά της απαιτούμενης άδειας διαμονής, εμφαίνει η συνέχιση της αποδοχής, όπως και προηγουμένως, των υπηρεσιών του μισθωτού από τον εργοδότη, που γνωρίζει την απόκτηση, μεταγενεστέρως, της άδειας διαμονής, (βλ. ΑΠ 403/2014, ΑΠ 1113/2013, ΑΠ 1417/2008, Ιστοσελίδα ΑΠ). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 3, 174, 180, 904 και 908 ΑΚ, 1 παρ. 1 ν. 1082/1980, 1 παρ. 1 και 2 και 3 παρ. 1 και 2 της ΚΥΑ 19040/1981, 1 παρ. 1, 2 και 3 α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 ν. 4504/1966, άρθρου μόνου του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, 1 ν. 435/1976, 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ (που δημοσιεύθηκε με την ΥΑ 11770/1984, ΦΕΚ Β’ 81) και 4 ν. 2874/2000, όπως το τελευταίο ίσχυσε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005 από 1.10.2005 και πριν οι παράγραφοί του 1, 3 και 5 αντικατασταθούν και πάλι, με την παράγραφο 10 του άρθρου 74 ν. 3863/2010, προκύπτουν τα εξής: 1) Επί παροχής εργασίας υπό άκυρη, για οποιονδήποτε λόγο, σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολόγητα πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε (από την εργασία του μισθωτού), η οποία συνίσταται στον μισθό (αποδοχές) που αυτός θα κατέβαλλε, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του ακύρως απασχοληθέντος και υπό τις αυτές συνθήκες, εκτός από τις παροχές που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του τελευταίου, όπως είναι τα επιδόματα γάμου, τέκνων, προϋπηρεσίας κ.λπ., εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν, αναγκαίως, στο πρόσωπο του δυναμένου ν’ απασχοληθεί εγκύρως μισθωτού, και η οποία (αποδοτέα από τον εργοδότη ωφέλεια) δεν μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι οικείες ΣΣΕ ή ΔΑ (ΑΠ 316/2020, ΑΠ 768/2018, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 950/2014 Ιστοσελίδα ΑΠ). Το ύψος του μισθού αυτού, τον οποίο δέχεται το δικαστήριο ότι θα κατέβαλλε ο εργοδότης σε άλλον μισθωτό και αποτελεί, ως εκ τούτου, την (αποδοτέα) ωφέλεια που αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, είναι ζήτημα πραγματικό, ωστόσο δεν πρέπει να υπολείπεται των ως άνω ελαχίστων νομίμων ορίων, διότι τα ελάχιστα αυτά όρια αποτελούν περιεχόμενο οποιασδήποτε σύμβασης εργασίας, άρα και εκείνης που θα κατάρτιζε ο εργοδότης για την παροχή των αυτών υπηρεσιών (ΑΠ 790/2017, 950/2014). Η αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, λόγω παροχής εργασίας βάσει ελαττωματικής σύμβασης εργασίας, δεν υπάγεται στις διατάξεις για την προστασία του μισθού, εφόσον δεν συνιστά μισθολογική αξίωση. Επομένως, είναι επιτρεπτός ο συμψηφισμός, η εκχώρηση και η κατάσχεση της αξίωσης, (βλ. Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Δ΄έκδοση, 2019, παρ. 13, σελ. 498). 2) Οι αποδοχές και το επίδομα άδειας καθώς και τα επιδόματα εορτών, καταβάλλονται σε όλους τους μισθωτούς που απασχολούνται και με απλή σχέση εργασίας, καθόσον οι αξιώσεις τους αυτές θεμελιώνονται απευθείας στις ως άνω διατάξεις και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 285/2022, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 950/2014, ΑΠ 1824/2011, ΤΝΠ Νόμος), υπολογίζονται δε με βάση τις πράγματι καταβαλλόμενες (τακτικές) αποδοχές, που περιλαμβάνουν τον καταβαλλόμενο συμβατικό ή νόμιμο μισθό (ή ημερομίσθιο) και οποιαδήποτε άλλη παροχή τακτικά καταβαλλομένη ως αντάλλαγμα της εργασίας (ΑΠ 1150/2023, 589/2022, ΑΠ 768/2018, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 950/2014). Άλλες μισθολογικές παροχές που προβλέπονται ευθέως από ειδικές νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες επιβάλλουν τη χορήγησή τους ανεξάρτητα από το κύρος της σύμβασης, καταβάλλονται δηλαδή και σε όσους παρέχουν εξαρτημένη εργασία βάσει απλής σχέσεως εργασίας είναι τα επιδόματα εορτών, οι προσαυξήσεις 75% και 25% αντίστοιχα για απασχόληση κατά την Κυριακή και τη νύχτα, η προσαύξηση λόγω παροχής υπερωριακής εργασίας κα.(βλ. Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Δ΄έκδοση, 2019, παρ. 13, σελ. 498-499). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, όπως αυτό ισχύει μετά τη διαδοχική αντικατάστασή του με τα άρθρα 1 του ν. 3385/2005 (με έναρξη ισχύος από 1.10.2005) και 74 παρ.10 του ν. 3863/2010 (με έναρξη ισχύος από 15.7.2010), σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε πενθήμερη βάση, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η απασχόληση πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι τις 45 ώρες θεωρείται υπερεργασία, ενώ ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών, η οποία υπολογίζεται με βάση το νόμιμο χρόνο της ημερήσιας απασχόλησης. Το ύψος της προσαύξησης για την υπερεργασία και της αποζημίωσης για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση, με βάση το άρθρο 1 ν.3385/2005, προσδιορίσθηκε με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και κατά 100%, αντίστοιχα, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ.10 του ν. 3863/2010, η οποία ισχύει από 15.7.2010 (άρθρο 76 ν. 3863/2010), για μεν τις ώρες της υπερεργασίας η οφειλόμενη προσαύξηση ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, για δε τις ώρες της κατ’ εξαίρεση (παράνομης) υπερωριακής εργασίας ορίζεται σε ποσοστό 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (ΑΠ 1582/2018, 288/2018, 1109/2017). Υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, μεταβλήθηκε το προϊσχύσαν καθεστώς του άρθρου 1 παρ.2 του ν. 435/1976, το οποίο προέβλεπε υπέρ του μισθωτού που παρανόμως εργάσθηκε υπερωριακά δύο αυτοτελείς αξιώσεις, τη μία προς αναζήτηση της χωρίς νόμιμη αιτία ωφέλειας του εργοδότη και την άλλη προς καταβολή της προσαύξησης που λειτουργούσε ως αστική ποινή, και παρέχεται πλέον στον εργαζόμενο μία, ενιαία αξίωση, που χαρακτηρίζεται ως δικαίωμα αποζημίωσης για την εργασία που προσφέρθηκε παρανόμως πέραν των νομίμων χρονικών ορίων και απορρέει ευθέως εκ του νόμου, ακόμη και για τους εργαζομένους που παρείχαν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση (ΑΠ 279/2023, ΑΠ 1564/2018). Εξάλλου, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 18310|1946 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, “στους πάσης φύσεως μισθωτούς των επιχειρήσεων και εργασιών γενικά, συνεχούς ή μη λειτουργίας, εάν απασχολούνται κατά τις νυχτερινές ώρες – ήτοι από την 10η βραδινή μέχρι την 6η πρωινή – καταβάλλονται οι εκάστοτε κανονικές αποδοχές, αυξημένες κατά 25%”. Η προσαύξηση αυτή καταβάλλεται σε όλους τους εργαζόμενους κατά τις νυχτερινές ώρες, άσχετα αν η εργασία τους παρέχεται καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα της νύχτας ή μόνο σε μέρος αυτού, υπολογίζεται δε επί του νομίμου μισθού, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους επιδόματα (ΟλΑΠ 209/1981, ΑΠ 1899/2017). Από τις διατάξεις του άρθρου 6 της από 26-2-1975 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που δημοσιεύθηκε με την υπ’ αριθμό 11400/1710/4-3-1975 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975 (ΦΕΚ Α’ 180) και του άρθρου 2 της από 29-12-1980 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ), που κυρώθηκε με το Ν. 1157/1981, περί της δυνατότητας καθιέρωσης της εβδομάδας των πέντε ημερών σε κλάδους του ιδιωτικού τομέα, δυνάμει σχετικών συλλογικών ρυθμίσεων ή κατόπιν έκδοσης ειδικών διατάξεων νόμων, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι η μέχρι οκτώ (8) ώρες εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας (συνήθως τα Σάββατα) σε επιχειρήσεις, όπου εφαρμόζεται το σύστημα παροχής εργασίας πέντε ημερών την εβδομάδα, ήτοι σε ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης, λόγω εξάντλησης του πενθημέρου, το μεν δεν συναριθμείται με τις ώρες των εργασίμων ημερών της ίδιας εβδομάδας (ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 1223/2013), το δε είναι άκυρη, ως απαγορευμένη από κανόνες δημόσιας τάξης. Κατά συνέπεια, η παροχή τέτοιας εργασίας γεννά σε βάρος του εργοδότη απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Η ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό έχοντα τις ίδιες ικανότητες με τον απασχοληθέντα, τον οποίο θα απασχολούσε εγκύρως στη θέση τού παρανόμως απασχοληθέντος την έκτη ημέρα μισθωτού, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές ιδιότητες του τελευταίου (λόγω γάμου, τέκνων ή προϋπηρεσίας) και τα συναφή με αυτές επιδόματα, καθόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν κατ’ ανάγκη στο πρόσωπο του δυναμένου να απασχοληθεί με έγκυρη σύμβαση (ΑΠ 506/2017, ΑΠ 191/2011, ΑΠ 1576/2012). Τα ανωτέρω, ως προς τον τρόπο αμοιβής των απασχολουμένων κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας σε επιχειρήσεις όπου εφαρμόζεται το πενθήμερο, βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, ίσχυαν κατά το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3846/2010, με τον οποίο ρυθμίσθηκε το πρώτον νομοθετικά ο τρόπος αμοιβής του μισθωτού για απασχόλησή του την έκτη ημέρα της εβδομάδας σε επιχειρήσεις που εφαρμόζεται το σύστημα της πενθήμερης εργασίας. Ειδικότερα με το άρθρο 8 του πιο πάνω νόμου με έναρξη ισχύος από τις 11/5/2010 “η εργασία που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%. Δεν υπάγονται στη διάταξη αυτή οι απασχολούμενοι σε ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις. Συνεπώς, η αμοιβή για την εργασία των Σαββάτων μετά την 10/5/2010 οφείλεται πλέον εκ του νόμου, (βλ. ΑΠ 1076/2021, Ιστοσελίδα ΑΠ). Περαιτέρω, από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας “περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς”, όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 ομοία και αρθρ.2 του ν.435/1976, προκύπτει ότι στους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο. Εάν υπολείπεται του νομίμου ωραρίου μειώνεται ανάλογα και αν υπερβαίνει αυτό αυξάνεται ανάλογα. Έτσι ο υπολογισμός της αμοιβής του μισθωτού από την αιτία αυτή μπορεί να γίνει με βάση την ωριαία απασχόληση μέσα στα χρονικά όρια των ημερών αυτών, που είναι γνωστές από το ημερολόγιο (ΑΠ 191/2011). Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού του ως αποζημίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 204/2025, ΑΠ 1574/2022, ΑΠ 64/2020, ΑΠ 517/2019, Ιστοσελίδα ΑΠ). Τέλος, στα άρθρα 1 § 2 και 2 § 2 της κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 28/1944 εκδοθείσας 25825/1951 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας με την οποία αυθεντικώς ερμηνεύθηκαν οι 8900/1946 και 18310/1946 Υπουργικές αποφάσεις, που προβλέπουν την προσαύξηση των αποδοχών των κατά τις Κυριακές και εξαιρετέες ημέρες και κατά τις νύκτες εργαζόμενων μισθωτών, ορίσθηκε ότι οι χορηγούμενες προσαυξήσεις για τις εργασίες αυτές δεν συμψηφίζονται προς τις τυχόν καταβαλλόμενες αποδοχές, που είναι ανώτερες των θεσπισμένων ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων. Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται ο εκ μέρους του εργοδότη, μονομερής καταλογισμός των τυχόν καταβαλλόμενων, υπέρτερων των νομίμων, αποδοχών, προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες, ενώ, αντίθετα, δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι με τις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές θα καλύπτεται και κάθε προσαύξηση, η οποία ήθελε προκύψει από την παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές κλπ, κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Μια τέτοια συμφωνία, περί καταλογισμού των υπέρτερων αποδοχών στις τυχόν οφειλόμενες προσαυξήσεις για επί πλέον εργασία (πλην νομίμων ή παρανόμων / κατ’ εξαίρεση υπερωριών η οποία είναι άκυρη), είναι έγκυρη, εφόσον ο μισθωτός, με τη συμφωνία αυτή, λαμβάνει τα οριζόμενα από τις νομοθετικές ή συλλογικές, κανονιστικές ρυθμίσεις, ελάχιστα όρια αποδοχών και προσαυξήσεων (Ολ ΑΠ 87/1971, ΑΠ 176/2023, 1574/2022, 361/2020), το αυτό δε ισχύει για τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων (ΑΠ 361/2020, 924/2019) και για την πρόσθετη αμοιβή λόγω υπερεργασίας (ΑΠ 1752/2022, 924/2019). Ωστόσο, ο καταλογισμός των υπέρτερων αποδοχών στις ανωτέρω προσαυξήσεις και επιδόματα, επιτρέπεται μόνο κατόπιν σαφούς συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου περί του εν λόγω καταλογισμού, της οποίας θα πρέπει να γίνει επίκληση και απόδειξη, και δεν μπορεί να γίνει μονομερώς από τον εργοδότη, (ΑΠ 204/2025, Ιστοσελίδα ΑΠ).Να σημειωθεί ότι αν ο εργαζόμενος αμείβεται με αποδοχές μεγαλύτερες των νομίμων δεν επιτρέπεται ο συμψηφισμός (καταλογισμός) των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας με τις ανώτερες των νομίμων αποδοχές, έστω κι αν υπάρχει σχετική συμφωνία, (βλ. ΑΠ 1117/2017, ΑΠ 1033/2011, ΑΠ 1401/2011, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΘες 204/2021, Αρμ 2022, 1447, Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Δ΄έκδοση, 2019, παρ. 24, 46, σελ. 1107). Για το ορισμένο της σχετικής εργοδοτικής ένστασης δεν αρκεί η αναφορά του συνολικώς καταβληθέντος ποσού, αλλά πρέπει να διαλαμβάνονται αναλυτικά τα επιμέρους ποσά που απαρτίζουν το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε, πέραν των νομίμων αποδοχών, για τις αιτίες για τις οποίες επιτρέπεται συμβατικός καταλογισμός (ΑΠ 1413/2009, ΤΝΠ Νόμος, ΤρΕφΑθ 6964/2014, ΔΕΝ 2015, 1164). Ειδικότερα, πρέπει να αναφέρεται ρητώς η καταρτισθείσα συμφωνία περί καταλογισμού, το ακριβές περιεχόμενό της, ο τρόπος καταβολής της αξίωσης, το χρονικό διάστημα που αφορά και οι αιτίες καταβολής του οφειλόμενου χρηματικού ποσού (ΑΠ 529/2016ΕΕργΔ 2016, 1139). Μάλιστα, σύμφωνα με μια πιο αυστηρή άποψη στη νομολογία, η σχετική συμφωνία των μερών είναι νόμιμη, εφόσον με αυτήν προσδιορίζεται το τμήμα των επί πλέον των νομίμων αποδοχών που αντιστοιχεί σε κάθε μία από τις αξιώσεις αυτές (ΑΠ 593/2012, ΕΕργΔ 2013, 1406).

VΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, όπως παραδεκτά διορθώθηκε και συμπληρώθηκε κατ’ άρθρο 224 εδ. β’ ΚΠολΔ, ο ενάγων εκθέτει ότι εργάσθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης εταιρίας εμπορίας κρεάτων, από 24-8-2021 έως 10-4-2024, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως ανειδίκευτος εργατοτεχνίτης, κατά τα αναλυτικότερα διαλαμβανόμενα στην αγωγή. Ζητεί δε, επικαλούμενος κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής του, τη σύμβαση εργασίας του, άλλως σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης, τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, μετά από παραδεκτή μερική μετατροπή κάθε ένδικου αγωγικού κονδυλίου από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό κατά το κλάσμα των 2/3, να υποχρεωθεί η εναγομένη με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να του καταβάλει νομιμότοκα το συνολικό ποσό των 19.202,18 ευρώ (1/3 του αγωγικού κονδυλίου), καθώς επίσης να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει νομιμότοκα το συνολικό ποσό των 38.404,36 ευρώ (2/3 του αγωγικού κονδυλίου), για την υπερεργασία του, την υπερωριακή του εργασία, την εργασία του τις Κυριακές και τα Σάββατα, για την προσαύξηση της νυκτερινής του εργασίας, για αναλογία μισθού αδείας και επιδόματα αδείας, και να καταδικαστεί αυτή στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων. Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή, παραδεκτά εισήχθη προς συζήτηση αρχικά ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και ήδη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία (άρθρ. 19 εδαφ. α, 215, 614 αρ. 3 ΚΠολΔ) και είναι ορισμένη (άρθρο 216 ΚΠολΔ), τόσο ως προς την κύρια αγωγική της βάση που ερείδεται σε έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (βλ. σχετ. ΕφΑΘ 5573/2018, ΤΝΠ Νόμος, ως προς το ζήτημα της μη επίκλησης αγωγικά της κατοχής άδειας προς παροχή εργασίας), όσο και ως προς την κατά δικονομική επικουρικότητα σωρευθείσααγωγική βάση που βασίζεται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και τίθεται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από την σύμβαση εργασίας, διότι ως προκειμένω αρκεί η απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα (βλ. σχετ. και ΟλΑΠ23/2023, ΑΠ 300/2022, ΤΝΠ Νόμος). Eξάλλου, η υπό κρίση αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, αναφορικά με τα αιτούμενα κονδύλια για καταβολή αμοιβής και αποζημίωσης για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα εκ του άρθρου 216 ΚΠολΔ στοιχεία, που εξειδικεύουν και επαρκώς προσδιορίζουν τις απαιτήσεις του ενάγοντος, ήτοι την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας του, το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, αναφέροντας ειδικότερα το ωράριο εργασίας του, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα κατά τα οποία αιτείται την καταβολή των μισθολογικών διαφορών, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας του και τις νόμιμες ή καταβαλλόμενες αποδοχές, βάση των οποίων υπολογίζεται το ημερομίσθιό του, (βλ. ΑΠ 1752/2022, ΑΠ 1003/2018, ΤΝΠ Νόμος ). Επιπλέον, η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 648 επ., 656, 904 επ. του ΑΚ, των άρθρων 3 παρ. 1 και 5 παρ. 5 του α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 1346/1983 (επίδομα αδείας), του άρθρου 4 του ν. 2874/2000 όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 58 ν. 4808/2021 (υπερεργασία, παράνομη υπερωρία), 8 Ν. 3846/2010 (εργασία τα Σάββατα), 2 παρ. 1 ν.δ. 3755/1957 όπως τροποποιήθηκε με άρθρ. 2 του ν. 435/1976, υπ’ αριθ. 8900/1946 κοινή απόφαση Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, όπως συμπληρώθηκε και ερμηνεύθηκε από την 25825/1951 όμοια (αμοιβή για εργασία τις Κυριακές και αργίες), υπ’ αριθ. 18310/1946 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, η οποία συμπληρώθηκε και ερμηνεύθηκε από την όμοια Κ.Υ.Α. 25825/1951 (νυχτερινή εργασία), 69, 70, 176, 907, 908, 910 αρ. 4, 946 παρ. 1 ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος κήρυξης προσωρινής εκτελεστότητας που μετά τον ως άνω περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, κατέστη απορριπτέο, ως μη νόμιμο κατά το μέρος αυτό, καθότι προϋποθέτει καταψηφιστική δικαστική απόφαση [για το ότι προσωρινώς εκτελεστές κηρύσσονται μόνον οι καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, βλ. Κεραμεύς/ Κονδύλης/ Νίκας (-Μάζης), ΚΠολΔ2, άρθρ. 907 αριθμ. 7, Μαργαρίτης Μιχαήλ, Μαργαρίτη Άντα, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Θεωρία-Νομολογία, Τόμος II, Έκδοση 2η, 2018, άρθρο 907 αριθμ. 2 σελ. 472], Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, χωρίς να απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, δεδομένου ότι, μετά τον κατά τα άνω γενόμενο περιορισμό, το καταψηφιστικό της αντικείμενο είναι μέχρι το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ (άρθρ. 71 ΕισΝΚΠολΔ, ως τροποποιήθηκε με το άρθρο 50 του ν. 5134/2024).

VΙI. Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα ……………. που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την επιμέλεια του ενάγοντος και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη 4704/2025 απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα …………….. που εξετάστηκε στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με την επιμέλεια της εναγομένης και περιέχεται στα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, της υπ’ αριθ. ………../1-8-2024 ένορκης βεβαίωσης του …….. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, ………, που λήφθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος, μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. την υπ’ αριθ. …………../29-7-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ………), της υπ’ αριθ. ………._2026/4-2-2026 ένορκης βεβαίωσης του …………. ενώπιον του δικηγόρου Αθηνών, . ….. που λήφθηκε με επιμέλεια της εναγομένης, μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (βλ. την υπ’ αριθ. ….΄/ 30.1.2026 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ……………) και από όλα γενικά τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 α ΚΠολΔ. είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο, για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς (ΑΠ 342/2016, ΑΠ 491/2015, ΑΠ 751/ 2014, ΑΠ 256/2013, ΑΠ 122/2013, δημοσίευση στη ΝΟΜΟΣ) σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπ’ όψιν από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, υπήκοος Αιγύπτου, προσλήφθηκε στις 24-8-2021 από την εναγόμενη εταιρία χονδρικής εμπορίας κρεάτων και προϊόντων κρέατος με την επωνυμία «………………..» για να εργαστεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με πλήρη απασχόληση ως ανειδίκευτος εργάτης (βλ. την από 5-8-2022 βεβαίωση της εναγομένης). Ως τόπος εργασίας συμφωνήθηκε το κατάστημα ……….. της επιχείρησης στην Κεντρική Αγορά Αθηνών στον ………… και το αντικείμενο της εργασίας του ήταν το εξής: Όταν έρχονταν τα κρέατα με τις νταλίκες στο κατάστημα, ξεφόρτωνε τις παλέτες με τα κρέατα από τα οχήματα και τα τοποθετούσε στο ψυγείο της εταιρείας, όπως του υποδείκνυαν οι υπεύθυνοι. Ακολούθως, όταν έρχονταν οι παραγγελίες των πελατών, οι υπεύθυνοι παραγγελιών του έλεγαν ποιες ποσότητες και τι είδους κρέατα θα παραδώσει και σε ποιόν. Ακολούθως, ο ενάγων έβγαζε από το ψυγείο τα αντίστοιχα κιλά του είδους του κρέατος για τα οποία αφορούσε η παραγγελία και τα παρέδιδε σε άλλους εργάτες ώστε να τα παραδώσουν στους πελάτες της εναγομένης, οι οποίοι ήταν κυρίως καταστήματα εστίασης αλλά και κρεοπωλεία της Αθήνας και των προαστίων. Ενίοτε, παρέδιδε ο ίδιος τα πωληθέντα κρέατα στους πελάτες, αφού προηγουμένως τα ζύγιζε και τα ετοίμαζε προς παράδοση. Να σημειωθεί ότι η εταιρεία παρασκευάζει και τυποποιεί κρέατα όλων των ειδών και είχε μεγάλο πελατολόγιο στην Αττική. Ο ενάγων, ο οποίος είναι αλλοδαπός πολίτης τρίτης χώρας δεν σύναψε έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την εναγομένη, καθώς, κατά το χρονικό διάστημα που παρείχε την εργασία του, δεν του είχε χορηγηθεί άδεια διαμονής για εργασία, γεγονός που κανένας από τους διαδίκους δεν αμφισβητεί, χωρίς να αρκεί το από 18-2-2024 αποδεικτικό υποβολής αίτησης για χορήγηση άδειας διαμονής κατά τις διατάξεις του Ν. 5078/2023, που μετ’ επίκλησης προσκομίζει, το οποίο ήταν αρκετό μόνο για την πρόσληψή του. Περαιτέρω, από την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι όσο ο ενάγων εργάστηκε στην εναγομένη δεν χορηγήθηκε σ’ αυτόν άδεια διαμονής ούτως ώστε να θεωρηθεί επικυρωθείσα σιωπηρά η άκυρη σύμβαση εργασίας του. Συνεπώς, η μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία διήρκησε έως τις 10.04.2024 όπου καταγγέλθηκε εκ μέρους της εναγομένης, κατόπιν υποβολής της από 12-4-2024 μήνυσης που κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιώς (ΑΒΜ …….) για το αδίκημα της κλοπής εναντίον του εργαζομένου της, είναι άκυρη (άρθρα 3, 174, 180 ΑΚ, Ν. 4251/2014 και ήδη Ν. 5038/2023), η δε σχέση που συνέδεσε τους διαδίκους ήταν αυτή της απλής σχέσης εργασίας και συνακόλουθα η αγωγή κατά την κύρια βάση της, την στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ ΑΚ, τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά την συμφωνία των μερών, οι αποδοχές  του ενάγοντος για 40 ώρες εβδομαδιαία εργασία και δη επί πενθήμερο ορίστηκαν: α) στο ποσό των 900 ευρώ καθαρά για το διάστημα από 24.08.2021 έως και 30.04.2022, β) στο ποσό των 1000 ευρώ  καθαρά για το διάστημα από 1.05.2022 έως και 31.3.2023 και γ) στο ποσό των 1100 ευρώ καθαρά για το διάστημα από 1.04.2023 έως και τις 10.04.2024. Από την αποδεικτική διαδικασία δεν καταδείχθηκε ως αληθής ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι οι αποδοχές του για το διάστημα από 1.01.2024 έως και τις 10.04.2024 ανέρχονταν στο ποσό των 1200 ευρώ μηνιαίως. Ο μάρτυρας της εναγομένης, ………….., ο οποίος υπήρξε εργαζόμενός της από το έτος 2014 έως και τον 11ο μήνα του 2024, κατέθεσε με σαφήνεια ότι «…Ο ….. έπαιρνε στην αρχή 900, μετά 1000 και μετά 1100…». Πρέπει να επισημανθεί ότι ενώ ο μάρτυρας …………… κατέθεσε ότι η εναγόμενη εργοδότρια εταιρία κατέβαλε τον μισθό έκαστο 15ήμερο σε τραπεζικό λογαριασμό, ο ενάγων δεν προσκόμισε, ως είχε τη δυνατότητα, αντίγραφο από τα σχετικά εμβάσματα της μισθοδοσίας του ώστε να αποδειχθεί η βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών του περί της καταβολής του ποσού των 1.200 ευρώ από τις 1-4-2024 και εφεξής. Εξάλλου, οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος κατά το ίδιο προαναφερόμενο χρονικό διάστημα και οι οποίες ήταν και το ελάχιστο ποσό που η εναγομένη όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα ως απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε από την εργασία του με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθορίζονταν με βάση την εκάστοτε εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας και παρατίθενται κατωτέρω, ούσες κατώτερες από τις συμβατικές αποδοχές του.  Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολείτο με ωράριο τις Δευτέρες και τις Παρασκευές από τις 00.00 έως τις 11.00 πμ, τις Τρίτες, Τετάρτες και Πέμπτες με ωράριο από τις 03.00 έως 11.00 πμ και τα Σάββατα με ωράριο από τις 2.00 πμ  έως τις 11.00 πμ. Ο ισχυρισμός της εναγομένης πως το ωράριο εργασίας του εργαζομένου ήταν από 05.00 πμ τις καθημερινές έως τις 12.00 το μεσημέρι και από τις 05.00 πμ έως τις 10.00 πμ του Σαββάτου δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Τούτο διότι, οι παραδόσεις των κρεάτων στους πελάτες της εναγομένης έπρεπε να έχουν ολοκληρωθεί στις 8.00 πμ κάθε ημέρας ώστε οι κρεοπώλες να έχουν τον επαρκή χρόνο για να ετοιμάσουν και να τοποθετήσουν προς πώληση το εμπόρευμά τους στις βιτρίνες – προθήκες των καταστημάτων τους. Εξάλλου, με δεδομένο το μέγεθος της πελατείας της εναγομένης, ο χρόνος από 05.00 πμ έως 08.00 πμ(3ωρο) δεν κρίνεται επαρκής για να λάβουν χώρα όλες οι επιμέρους εργασίες που περιγράφηκαν ανωτέρω και απαρτίζουν τα εργασιακά καθήκοντα του ενάγοντος. Αναφορικά με τις ημέρες της Κυριακής, ενόψει της κατάθεσης του μάρτυρα της εναγομένης ………. ότι την ημέρα αυτή στην Κεντρική Λαχαναγορά επιτρέπεται μόνο η εκφόρτωση των φορτηγών κατά τις πρωϊνές ώρες, δεν αποδείχθηκε παροχή εργασίας του ενάγοντος κατά την ημέρα αυτή από τις ώρες 18.00 μμ έως τις 00.00 πμ, δηλαδή από το απόγευμα της Κυριακής έως τα μεσάνυχτα της ημέρας αυτής. Επομένως, ο ενάγων, τις ημέρες Δευτέρα και Παρασκευή είχε μέση ημερήσια απασχόληση έντεκα ωρών κάθε ημέρα, δηλαδή κατά τρεις ώρες πέραν του νόμιμου ωραρίου, τις υπόλοιπες καθημερινές εργαζόταν επί οκτάωρο και κατά τα λοιπά η απασχόλησή του ήταν κατά μέσο όρο εννέα ώρες τα Σάββατα. Συνεπώς, αποδείχθηκε εργασία του ενάγοντος πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως κατά τις καθημερινές και δη κατά 5 ώρες εβδομαδιαία, ενώ προκύπτει και μία συνολικά ώρα υπερωριακής απασχόλησης σε εβδομαδιαία βάση. Υπό τα προαναφερόμενα, ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις του ενάγοντος, ένεκα της παροχής της ανωτέρω εργασίας του στην επιχείρηση της εναγομένης, αποδείχθηκαν τα εξής: α) Ως προς το χρονικό διάστημα από 24-8-2021 έως 31-12-2021, βάσει της οικείας Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. έτους 2021 με ισχύ από 1-7-2021 (Π.Κ. 16/1-7-2021), η ισχύς της οποίας άλλωστε παρατάθηκε αρχικά έως 30-6-2023 (Π.Κ. 15/30-6-2023) και ακολούθως έως 31-12-2025 (Π.Κ. 8/15-5-2024), σε συνδυασμό με την υπ’ αριθ. 4241/127/30.1.2019 Υπουργική Απόφαση (ΕΓ 173/30- 1-2029), για τους εργατοτεχνίτες, το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται μικτά στα 29,04 ευρώ και το ωρομίσθιο ανέρχεται στο ποσό των (29,04 X 6 : 40=) 4,35 ευρώ, ενώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προέκυψε ότι ανέρχεται στο ποσό των (900 ευρώ μισθός : 25 =) 36 ευρώ και το ωρομίσθιο προκύπτει ως το ποσό των (900 ευρώ μισθός X 0,006 =) 5,40 ευρώ. Υπό τα προαναφερόμενα, ο ενάγων έπρεπε να λάβει για το εν λόγω χρονικό διάστημα: α) [5 ώρες/εβδομάδα X 6,48 ευρώ (5,40 ευρώ + 20%) = 32,40 ευρώ X 18 εβδομάδες = ] 583,20 ευρώ για υπερεργασία, β) [1 ώρα/εβδομάδα X 9,72 ευρώ (5,40 ευρώ + 80%) = 9,72 ευρώ X18 εβδομάδες = ] 174,96 ευρώ για υπερερωρία, μη αποδεικνυόμενης της υπερωριακής απασχόλησης στις 26 και 27-8-2021, γ) [ (ημερομίσθιο Σαββάτου (36 ευρώ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο + 30% =) 46,80 ευρώ X 18 ημέρες εργασίας =] 842,40 ευρώ για εργασία κατά τα Σάββατα, δ) [{(46,80 ευρώ X 6 : 40 =) 7,02 ευρώ ωρομίσθιο Σαββάτου + 80% =} 12,63 ευρώ X 1 ώρα υπερωρία X 18 ημέρες εργασίας =] 227,34 ευρώ για υπερωριακή απασχόληση Σαββάτου, ε) [(7,02 ευρώ ωρομίσθιο Σαββάτου + 25% =) 8,77 ευρώ X 4 ώρες νυχτερινής απασχόλησης X 18 ημέρες εργασίας =] 631,44 ευρώ για νυχτερινή απασχόληση τα Σάββατα, στ) [(20 ώρες νυχτερινής απασχόλησης τις καθημερινές/εβδομάδα X 18 εβδομάδες =) 360 ώρες X (4,35 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο X 25% =) 1,08 ευρώ για κάθε ώρα =] 388,80 ευρώ για τη νυχτερινή προσαύξηση. Συνεπώς, για την εν λόγω περίοδο, οφείλεται στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (583,20 ευρώ + 174,96 ευρώ + 842,40 ευρώ + 227,34 ευρώ + 631,44 ευρώ + 388,80 ευρώ =) 2.848,14 ευρώ. Επίσης, β) ως προς το χρονικό διάστημα από 1-1-2022 έως 31-12-2022, με την υπ’ αριθ. 107675/27.12.2021 Υπουργική Απόφαση (Β’ 6263/27-12-2021) για τους εργατοτεχνίτες από 1-1-2022 το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται μικτά στα 29,62 ευρώ και το ωρομίσθιο ανέρχεται στο ποσό των (29,62 X 6 : 40=) 4,44 ευρώ και σύμφωνα και με την υπ’ αριθ. 38866/21.4.2022 Υπουργική Απόφαση (Β’ 2030/21-4-2022), για τους εργατοτεχνίτες από 1-5-2022 το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται στα 31,85 ευρώ και το ωρομίσθιο ανέρχεται στο ποσό των (31,85 X 6 : 40=) 4,77 ευρώ. Το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προέκυψε ότι ανέρχεται στο ποσό των (900 ευρώ μισθός: 25 =) 36 ευρώ και το ωρομίσθιο προκύπτει ως το ποσό των (900 ευρώ μισθός X 0,006 =) 5,40 ευρώ έως τις 30-4- 2022 και έκτοτε το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο ορίσθηκε στο ποσό των (1.000 ευρώ μισθός: 25 =) 40 ευρώ και το ωρομίσθιο προκύπτει ως το ποσό των (1.000 ευρώ μισθός X 0,006 =) 6,00 ευρώ. Υπό τα προεκτιθέμενα, ο ενάγων έπρεπε να λάβει για το εν λόγω χρονικό διάστημα: α) [5 ώρες/εβδομάδα X 6,48 ευρώ (5,40 ευρώ + 20%)= 32,40 ευρώ X 17 εβδομάδες =] 550,80 ευρώ για υπερεργασία έως 30-4-2022 και [5 ώρες/εβδομάδα X 7,20 ευρώ (6,00 ευρώ + 20%) = 36 ευρώ X 35 εβδομάδες = ] 1.260 ευρώ για υπερεργασία από 1-5-2022 έως τέλος έτους, β) [1 ώρα/εβδομάδα X 9,72 ευρώ (5,40 ευρώ + 80%) = 9,72 ευρώ X 17 εβδομάδες = ] 165,24 ευρώ για υπερερωρία έως 30-4-2022 και [1 ώρα/εβδομάδα X 10,80 ευρώ (6,00 ευρώ + 80%) = 10,80 ευρώ X 35 εβδομάδες =] 378 ευρώ για υπερερωρία από 1-5-2022 έως τέλος έτους, γ) [(ημερομίσθιο Σαββάτου (36 ευρώ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο + 30% =) 46,80 ευρώ X 17 ημέρες εργασίας =] 795,60 ευρώ για εργασία κατά τα Σάββατα έως 30-4-2022 και [(ημερομίσθιο Σαββάτου (40 ευρώ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο + 30% =) 52 ευρώ X 35 ημέρες εργασίας =] 1.820 ευρώ για εργασία κατά τα Σάββατα από 1-5-2022 έως τέλος έτους, δ) [{(46,80 ευρώ X 6 : 40 = ) 7,02 ευρώ ωρομίσθιο Σαββάτου + 80% =} 12,63 ευρώ X 1 ώρα υπερωρία X 17 ημέρες εργασίας =] 214,71 ευρώ για υπερωριακή απασχόληση Σαββάτου έως 30-4-2022 και [{(52 ευρώ X 6 : 40 =) ευρώ ωρομίσθιο Σαββάτου + 80% =} 14,04 ευρώ X 1 ώρα υπερωρία X 35 ημέρες εργασίας =] 491,40 ευρώ για υπερωριακή απασχόληση Σαββάτου από 1-5-2022 έως τέλος έτους, ε) [(7,02 ευρώ ωρομίσθιο Σαββάτου +25% =) 8,77 ευρώ X 4 ώρες νυχτερινής απασχόλησης X 17 ημέρες εργασίας =] 596,36 ευρώ για νυχτερινή απασχόληση τα Σάββατα έως 30-4-2022 και [(7,80 ευρώ ωρομίσθιο Σαββάτου + 25% =) 9,75 ευρώ X 4 ώρες νυχτερινής απασχόλησης X 35 ημέρες εργασίας =] 1.365 ευρώ για νυχτερινή απασχόληση τα Σάββατα από 1-5- 2022 έως τέλος έτους, στ) [(20 ώρες νυχτερινής απασχόλησης τις καθημερινές/εβδομάδα X 17 εβδομάδες =) 340 ώρες X (4,44 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο X 25% =) 1,11 ευρώ για κάθε ώρα =] 374 ευρώ για τη νυχτερινή προσαύξηση έως 30-4-2022 και [(20 ώρες νυχτερινής απασχόλησης τις καθημερινές/εβδομάδα X 35 εβδομάδες =) 700 ώρες X (4,77 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο X 25% =) 1,19 ευρώ για κάθε ώρα =] 833 ευρώ για τη νυχτερινή προσαύξηση από 1-5-2022 έως τέλος έτους. Συνεπώς, για την εν λόγω περίοδο, οφείλεται στον ενάγοντα για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των (550,80 ευρώ + 1,260 ευρώ + 165,24 ευρώ + 378 ευρώ + 795,60 ευρώ + 1.820 ευρώ +214,71 ευρώ + 491,40 ευρώ + 596,36 ευρώ + 1.365 ευρώ + 374ευρώ + 833 ευρώ =) 8.844,11 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν χορήγησε στον ενάγοντα την ετήσια άδεια αναψυχής που δικαιούνταν. Ο μάρτυρας της εναγομένης, ……….., σε σχετική ερώτηση του πληρεξούσιου δικηγόρου του ενάγοντος, εμμέσως το παραδέχθηκε και απέδωσε την πρακτική της εταιρείας να μην χορηγεί τις ετήσιες άδειες στους αιγύπτιους εργαζομένους της σε έναν ιδιόμορφο (ανεπίτρεπτο) συμψηφισμό με τις αδικαιολόγητες απουσίες τους κατά την διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης. Επιπλέον, η εναγομένη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα αποδοχές αδείας για το έτος 2022, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να δικαιούται: α) ως επίδομα αδείας το ποσό των 468 (36 ευρώ χ 13 ημερομίσθια) ευρώ, δ) ως αποδοχές αδείας, το ποσό των 720(20 ημέρες χ 36 ευρώ) ευρώ. Συνεπώς, για την εν λόγω περίοδο, οφείλεται στον ενάγοντα για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 8.844,11 + 468 + 720 = 10.032,11 ευρώ. Ακολούθως, γ) ως προς το χρονικό διάστημα από 1-1-2023 έως 31-3-2023, για τους εργατοτεχνίτες το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται μικτά στα 31,85 ευρώ και το ωρομίσθιο ανέρχεται στο ποσό των (31,85 X 6 : 40=) 4,77 ευρώ, σύμφωνα δε και με την υπ’ αριθ. 1986/28-3-2023 Υπουργική Απόφαση (Β’ 2003/28-3-2003), για τους εργατοτεχνίτες από 1-4-2023 έως 31-12-2023το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται στα 34,84 ευρώ και το ωρομίσθιο ανέρχεται στο ποσό των (34,84 X 6:40=) 5,20 ευρώ.  Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2023 έως και 31-3-2023, καταβαλλόμενο ημερομίσθιο ορίσθηκε στο ποσό των (1.000 ευρώ μισθός : 25 =) 40 ευρώ και το ωρομίσθιο προκύπτει ως το ποσό των (1.000 ευρώ μισθός X 0,006 =) 6,00 ευρώ. Υπό τα προεκτιθέμενα, ο ενάγων έπρεπε να λάβει για το εν λόγω χρονικό διάστημα: α) [5 ώρες/εβδομάδα X 7,20 ευρώ (6,00 ευρώ + 20%) = 36 ευρώ X 8 εβδομάδες = ] 288 ευρώ για υπερεργασία, β) [1 ώρα/εβδομάδα X 10,80 ευρώ (6,00 ευρώ + 80%) = 10,80 ευρώ X 8 εβδομάδες = ] 86,4 ευρώ για υπερερωρία, γ) [(ημερομίσθιο Σαββάτου (40 ευρώ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο + 30% =) 52 ευρώ X 8 ημέρες εργασίας =] 416 ευρώ για εργασία κατά τα Σάββατα, δ) [{(52 ευρώ X 6 : 40 =) 7,80 ευρώ ωρομίσθιο Σαββάτου + 80% =} 14,04 ευρώ X1 ώρα υπερωρία X 8 ημέρες εργασίας =] 112,32 ευρώ για υπερωριακή απασχόληση Σαββάτου, ε) [ (7,80 ευρώ ωρομίσθιο Σαββάτου + 25% =) 9,75 ευρώ X 4 ώρες νυχτερινής απασχόλησης X 8 ημέρες εργασίας =] 312 ευρώ για νυχτερινή απασχόληση τα Σάββατα, στ) [ (20 ώρες νυχτερινής απασχόλησης τις καθημερινές/εβδομάδα X 13 εβδομάδες =) 260 ώρες X (4,77 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο X 25% =) 1,90 ευρώ για κάθε ώρα =] 309,40 ευρώ για τη νυχτερινή προσαύξηση έως 31-3-2023. Για το χρονικό διάστημα από 1-4-2023 έως και 31-12-2023, καταβαλλόμενο ημερομίσθιο ορίσθηκε στο ποσό των (1.100 ευρώ μισθός : 25 =) 44 ευρώ και το ωρομίσθιο προκύπτει ως το ποσό των (1.100 ευρώ μισθός X 0,006 =) 6,60 ευρώ. Υπό τα προεκτιθέμενα, ο ενάγων έπρεπε να λάβει για το εν λόγω χρονικό διάστημα: α) [5 ώρες/εβδομάδα X 7,92 ευρώ (6,60 ευρώ + 20%) = 39,6 ευρώ X 44 εβδομάδες = ] 1742,4 ευρώ για υπερεργασία, β) [1 ώρα/εβδομάδα X 11,88 ευρώ (6,60 ευρώ + 80%) = 11,88 ευρώ X 44 εβδομάδες = ] 522,72 ευρώ για υπερερωρία, γ) [(ημερομίσθιο Σαββάτου (40 ευρώ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο + 30% =) 52 ευρώ X 44 ημέρες εργασίας =] 2.288 ευρώ για εργασία κατά τα Σάββατα, δ) [{(52 ευρώ X 6 : 40 =) 7,80 ευρώ ωρομίσθιο Σαββάτου + 80% =} 14,04 ευρώ X1 ώρα υπερωρία X 44 ημέρες εργασίας =] 617,76 ευρώ για υπερωριακή απασχόληση Σαββάτου, ε) [ (7,80 ευρώ ωρομίσθιο Σαββάτου + 25% =) 9,75 ευρώ X 4 ώρες νυχτερινής απασχόλησης X 44 ημέρες εργασίας =] 1716 ευρώ για νυχτερινή απασχόληση τα Σάββατα, στ) [ (20 ώρες νυχτερινής απασχόλησης τις καθημερινές/εβδομάδα X 39 εβδομάδες =) 780 ώρες X (5,20 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο X 25% =) 1,30 ευρώ για κάθε ώρα =] 1.014 ευρώ για τη νυχτερινή προσαύξηση έως τέλος του έτους. Συνεπώς, για την εν λόγω περίοδο, οφείλεται στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (288 + 86,4 + 416+ 112,32 + 312 + 309,40 + 1742,4 + 522,72 + 2288 + 617,76 + 1716 + 1014=) 9.425 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν χορήγησε στον ενάγοντα την ετήσια άδεια αναψυχής που δικαιούνταν. Επιπλέον, η εναγομένη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα αποδοχές αδείας για το έτος 2023, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να δικαιούται: α) ως επίδομα αδείας το ποσό των 572 (44 ευρώ χ 13 ημερομίσθια) ευρώ, θα του επιδικασθεί όμως το ποσό των 468 ευρώ (αιτηθέν) δ) ως αποδοχές αδείας, το ποσό των 924(21 ημέρες χ 44 ευρώ) ευρώ. Το αίτημα όμως του ενάγοντος, να του επιδικασθούν οι αποδοχές αδείας αυξημένες στο διπλάσιο, πρέπει να απορριφθεί, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι ζήτησε την άδειά του και ο εργοδότης δεν του την χορήγησε και τον εξανάγκασε να εργαστεί κατά το χρόνο κατά τον οποίο θα έπρεπε να την λάβει, (ΑΠ 1591/2017, ΕφΠειρ 141/2024, ΤΝΠ Νόμος). Συνεπώς, για την εν λόγω περίοδο, οφείλεται στον ενάγοντα για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 9.425 + 468 + 924 = 10.817 ευρώ. Τέλος, δ) ως προς το χρονικό διάστημα από 1-1-2024 έως 10-4-2024 [73 καθημερινές], για τους εργατοτεχνίτες το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται μικτά στα τριάντα τέσσερα ευρώ και ογδόντα τέσσερα λεπτά (34,84 ευρώ) και το ωρομίσθιο ανέρχεται στο ποσό των (34,84 X 6 :40=) 5,20 ευρώ, ενώ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο ορίσθηκε στο ποσό των (1,100 ευρώ μισθός: 25 =) 44 ευρώ και το ωρομίσθιο προκύπτει ως το ποσό των (1.100 ευρώ μισθός X 0,006 =) 6,60 ευρώ. Υπό τα προρρηθέντα, ο ενάγων έπρεπε να λάβει για το εν λόγω χρονικό διάστημα: α) [5 ώρες/εβδομάδα X 7,92 ευρώ (6,60 ευρώ + 20%) = 39,6 ευρώ X14 εβδομάδες = ] 554,4 ευρώ για υπερεργασία, β) [1 ώρα/εβδομάδα X 11,88 ευρώ (6,60 ευρώ + 80%) = 11,88 ευρώ X14 εβδομάδες = ] 166,32 ευρώ για υπερερωρία, γ) [(ημερομίσθιο Σαββάτου (40 ευρώ καταβαλλόμενο ημερομίσθιο + 30% =) 52 ευρώ X 14 ημέρες εργασίας =] 728 ευρώ για εργασία κατά τα Σάββατα, δ) [{(52 ευρώ X 6 : 40 = ) 7,80 ευρώ ωρομίσθιο Σαββάτου + 80% =} 14,04 ευρώ X 1 ώρα υπερωρία X 14 ημέρες εργασίας =] 196,56 ευρώ για υπερωριακή απασχόληση Σαββάτου, ε) [ (7,80 ευρώ ωρομίσθιο Σαββάτου + 25% =) 9,75 ευρώ X 4 ώρες νυχτερινής απασχόλησης X 14 ημέρες εργασίας =] 546 ευρώ για νυχτερινή απασχόληση τα Σάββατα, στ) [ (20 ώρες νυχτερινής απασχόλησης τις καθημερινές/εβδομάδα X 14 εβδομάδες =) 280 ώρες X (5,20 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο X 25% =) 1,30 ευρώ για κάθε ώρα =] 364 ευρώ για τη  νυχτερινή προσαύξηση έως 10-4-2014. Συνεπώς, για την εν λόγω περίοδο, οφείλεται στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (554,4 +166,32 + 728+ 196,56+546+364=) 2.555,28 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω, Α. για την περίοδο από 24-8-2021 έως 31-12-2021, τα οφειλόμενα ποσά στον ενάγοντα ανέρχονται σε 2.848,14 ευρώ. Από αυτά, 2445,84 ευρώ αντιστοιχούν σε υπερεργασία 583,20 + 842,40 ευρώ για εργασία τα Σάββατα, 631,44 ευρώ για εργασία τη νύχτα τα Σάββατα και 388,80 ευρώ για εργασία τη νύχτα τις καθημερινές και πρόκειται για μισθολογικές παροχές. Β. για την περίοδο από 1-1-2022 έως 31-12-2022, τα οφειλόμενα ποσά στον ενάγοντα ανέρχονται σε 10.032,11 ευρώ.  Από αυτά 7594,76 ευρώ αντιστοιχούν σε υπερεργασία (550,80 + 1260 =) 1810,8 ευρώ, για εργασία τα Σάββατα (795,60 + 1820 = ) 2615,6 ευρώ, για νυχτερινή εργασία τα Σάββατα (596,36 + 1365 =) 1961,36 ευρώ και για εργασία τη νύχτα κατά τις καθημερινές (374 + 833 =) 1207 ευρώ και πρόκειται για μισθολογικές παροχές (οφείλονται εκ του νόμου). Γ. για την περίοδο από 1-1-2023 έως 31-12-2023, τα οφειλόμενα ποσά στον ενάγοντα ανέρχονται σε  10.817 ευρώ. Από αυτά 8085,8 ευρώ αντιστοιχούν σε υπερεργασία (288 + 1742,4 ευρώ =) 2030,4 ευρώ, για εργασία τα Σάββατα (416 + 2288 = ) 2704 ευρώ, για εργασία την νύχτα τα Σάββατα (312 + 1716 =) 2028 ευρώ, για εργασία τη νύχτα κατά τις καθημερινές (309,40 + 1014 =) 1323,4 ευρώ και πρόκειται για μισθολογικές παροχές( οφείλονται εκ του νόμου). Δ. για την περίοδο από 1-1-2024 έως 10-4-2024, τα οφειλόμενα ποσά στον ενάγοντα ανέρχονται σε  2555,28 ευρώ. Από αυτά 2192,4 ευρώ αντιστοιχούν σε υπερεργασία αξίας 554,4 ευρώ, σε 728 ευρώ για εργασία τα Σάββατα, σε 546 ευρώ για εργασία τη νύχτα τα Σάββατα και σε 364 ευρώ για εργασία τη νύχτα καθημερινές και πρόκειται για μισθολογικές παροχές(οφείλονται εκ του νόμου). Από την πλευρά της, η εναγομένη προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος για την παρασχεθείσα υπερεργασία, την εργασία του τα Σάββατα, την εργασία του κατά τις νυκτερινές ώρες τις καθημερινές και τα Σάββατα πρέπει να συμψηφιστούν με τις υπέρτερες αποδοχές που λάμβανε κατά την περίοδο της εργασιακής τους σχέσης, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα ποσά ανά μήνα, αρχής γενομένης από τον Αύγουστο του 2021 έως τον Απρίλιο του 2024, τα οποία, αθροιζόμενα ανέρχονται σε 10.146,44 ευρώ. Ότι ειδικότερα, οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει ότι με τις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων αποδοχές θα καλύπτεται και κάθε προσαύξηση, η οποία ήθελε προκύψει από την παροχή εργασίας για τις παραπάνω αιτίες κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Πρόκειται για ένσταση συμβατικού συμψηφισμού, η οποία προβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη, καθώς η εναγομένη παραθέτει αναλυτικά τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκε στον ενάγοντα, πέραν των νομίμων αποδοχών και αφορά τις αιτίες για τις οποίες επιτρέπεται συμβατικός καταλογισμός, προσδιορίζει το χρονικό διάστημα που αφορά η κάθε καταβολή και το ποσό της, το οποίο αντιστοιχίζει σε κάθε μία από τις αξιώσεις αυτές και καταβλήθηκε πλέον των νομίμων αποδοχών στον ενάγοντα. Η ως άνω ένσταση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 361 ΑΚ. Καταρχήν πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμη κι αν ήθελε υποτεθεί ότι τα μέρη είχαν συνάψει συμφωνία καταλογισμού, ενόψει του ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που συνομολόγησαν οι διάδικοι στις 24-8-2021 είναι άκυρη, αφού στον ενάγοντα δεν χορηγήθηκε άδεια διαμονής καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που λειτούργησε, η συμφωνία θα έπασχε ακυρότητας και δεν θα παρήγαγε έννομα αποτελέσματα μεταξύ τους, ως παρακολούθημα της κύριας σύμβασης. Η παρεπόμενη δηλαδή συμφωνία δεν μπορεί να διατηρηθεί αυτοτελώς, εφόσον δεν έχει ανεξάρτητη νομική αιτία και ακολουθεί τη νομική τύχη της κύριας σύμβασης. Σε κάθε δε περίπτωση, η συγκεκριμένη συμφωνία ουδόλως αποδείχθηκε, μη αρκούσης προς τούτο της κατάθεσης του μάρτυρα της εναγομένης στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, ο οποίος εργάζεται ως υπεύθυνος πωλήσεων στην εταιρεία και είναι αδελφός του διευθύνοντος συμβούλου της. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας έκανε λόγο για προφορική συμφωνία συναφθείσα μεταξύ του αδελφού του και του ενάγοντος, όπως του μετέφερε ο αδελφός του και δεν γνώριζε τον ακριβή χρόνο συνομολόγησής της. Ως προς το περιεχόμενό της, κατέθεσε ότι η εργοδότρια έδινε άλλοτε 100 και άλλοτε 200 ευρώ παραπάνω κι ότι το 20% με 25% πέραν του βασικού μισθού αφορούσε την υπερεργασία και το 30 % με 35% αφορούσε τη νυχτερινή εργασία. Η παραπάνω μαρτυρία είναι ασαφής και από μόνη της δεν μπορεί να οδηγήσει στο σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης για το αποδεικτέο ζήτημα. Ελλείψει συνεπώς έγκυρης συμφωνίας, ο ισχυρισμός της εναγομένης φέρει το χαρακτήρα μονομερούς συμψηφισμού των ένδικων αγωγικών απαιτήσεων με ανταπαίτησή της έναντι του ενάγοντος προερχόμενη από τα ποσά που κατέβαλε σ’ αυτόν πέραν των προβλεπομένων νομίμων αποδοχών του. Όμως, τα επιπλέον χρηματικά ποσά που κατέβαλε δεν φέρουν το χαρακτήρα του «αχρεωστήτου», διότι υπήρχε βούληση της εργοδότριας να πληρώσει στον εργαζόμενό της για την παρασχεθείσα εργασία του με αυτά ακριβώς τα (επιπλέον του νομίμου) ποσά, ενώ ο συγκεκριμένος μονομερής συμψηφισμός ελέγχεται (και) υπό το πρίσμα της διάταξης του άρθρου 664 ΑΚ, η οποία απαγορεύει αυτόν έναντι μισθολογικών παροχών, όπως είναι οι επίδικες, στο μέτρο που είναι απολύτως αναγκαίες για τη διατροφή του εργαζόμενου και της οικογένειάς του, όπως στην προκειμένη περίπτωση που πρόκειται για οικονομικό μετανάστη, χωρίς άλλα εισοδήματα. Με βάση τα παραπάνω και απορριπτόμενης της ένστασης του συμψηφισμού της εναγομένης με την παραπάνω αιτιολογία, η από 25.07.2024 αγωγή του ενάγοντος πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της κατά την επικουρική της βάση, αφού, όπως αποδείχθηκε, το συνολικό ποσό που οφείλεται στον ενάγοντα ανέρχεται σε είκοσι έξι χιλιάδες διακόσια πενήντα δύο ευρώ και πενήντα τρία λεπτά (26.252,53) και αφορά την αμοιβή του για παρασχεθείσα υπερεργασία, υπερωρία, εργασία κατά τα Σάββατα, υπερωρίες Σαββάτου, νυχτερινή εργασία κατά τις καθημερινές και τα Σάββατα, επίδομα αδείας και άδεια όλης της χρονικής περιόδου που διήρκησε η σχέση εργασίας του με την εναγομένη, δηλαδή από 24-8-2021 έως 10-4-2024. Από αυτό, ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό 1/3 ύψους (26.252,53 χ 1/3=) οκτώ χιλιάδων επτακοσίων πενήντα ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (8.750,84) πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, ενώ το υπόλοιπο ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό 2/3 ύψους (26.252,53 χ 2/3=) δεκαεπτά χιλιάδων πεντακοσίων ενός ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (17.501,68) πρέπει να αναγνωριστεί ότι του οφείλεται, μετά από το νομότυπο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό κατά τα ως άνω ποσοστά,  νομιμοτόκως, όπως παραπάνω. Μέρος των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου-ενάγοντος για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εκκαλούσας -εναγομένης, λόγω της μερικής ήττας της κατά την έκβαση της δίκης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 591, 183, 178 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 6.11.2025 έφεση (αριθμ. κατ. δικ. ……./7.11.2025) με τους από 26.1.2026 πρόσθετους λόγους έφεσης (αριθμ. κατ. δικ. ……./27.01.2026) και την από 3.12.2025 έφεση (αριθμ. κατ. δικ. ………./3.12.2025) κατά της 4704/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών – εργατικών – διαφορών) αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 3.12.2025 έφεση (αριθμ. κατ. δικ. …………./3.12.2025)

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 6.11.2025 έφεση (αριθμ. κατ. δικ. ………../7.11.2025) με τους από 26.1.2026 πρόσθετους λόγους έφεσης (αριθμ. κατ. δικ. …………/27.01.2026)

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη 4704/2025 απόφαση

ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την από 25.07.2024 (αρ. κατ. δικ. ……../2024) αγωγή

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει αυτή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των οκτώ χιλιάδων επτακοσίων πενήντα ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (8.750,84), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δεκαεπτά χιλιάδων πεντακοσίων ενός ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (17.501,68) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην εκκαλούσα-εναγόμενη μέρος των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου-ενάγοντος για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας και ορίζει αυτά στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων (1400) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά στο ακροατήριό του, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους στις 21.4.2026.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ