Αριθμός 396/2026
ΤΟ MONOMΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
[ΤΜΗΜΑ 2ο]
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία – Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
TΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ ΔΥΠΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ», σύμφωνα με το άρθρo 1 N. 1329/2005, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 N. 4771/2021 και ισχύει, εδρεύον στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη. ………., νομίμως εκπροσωπούμενο, με Α.Φ.Μ. ………… Δ.Ο.Υ. Καλλιθέας, το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Σταυρούλας Αλικάκου, με Α.Μ. …… του Δ.Σ. ΑΘΗΝΩΝ.
ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: 1. …………2. ……….3. …………4. ……………, 5. …………, 6. …………….., οι οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο ο πρώτος μετά και οι λοιποί διά της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας Φράγκου, με Α.Μ. …. του Δ.Σ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ.
Το αιτούν ζητά να γίνει δεκτή η από με αρ. ΓΑΚ/ΕΑΚ: ……………/2026 αίτησή του, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί στην δικάσιμο που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από το σχετικό έκθεμα και οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, αναπτύσσοντας τους ισχυρισμούς του με τα έγγραφα σημειώματά τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Το αιτούν, με την υπό κρίση από 31.3.2026 με αρ. κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ: ………/2026 αίτηση ζητά να ανασταλεί, χωρίς την παροχή εγγύησης, η εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 5956/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών και με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 22.09.2025 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2025 και ειδικό ……./2025 αγωγή των καθ’ ων και κηρύχθηκε η απόφαση εν όλω προσωρινά εκτελεστή ως προς το ποσό των 34.820,16 ευρώ, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 11.3.2026 και με αρ. κατάθεσης δικογράφου ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2026 έφεσης που το ίδιο άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ’ αυτής, για το λόγο ότι θα ευδοκιμήσει η έφεσή του, επικαλούμενο και τη συνδρομή επείγουσας περίπτωσης λόγω της εκτελεστότητας της απόφασης. Η αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα παραδεκτά και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο, για να συζητηθεί με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ.ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 913 § 1 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
ΙΙ. Από την χωρίς όρκο κατάθεση του πρώτου καθ’ ου ……………, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκόμισαν οι διάδικοι πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Οι καθ’ ων (ενάγοντες), στην με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2025 και ειδικό ……/2025 από 22.09.2025 αγωγή τους, ιστορούσαν ότι κατόπιν εγκρίσεως από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, με την υπ’ αριθ. 88/16-6-2004 απόφασή του, γνωστοποιηθείσα στο τότε Υποκατάστημα ΙΚΑ Δραπετσώνας με το υπ’ αριθμ. ……………/28-6-2004 έγγραφο του Τμήματος Στέγασης της Διεύθυνσης Τεχνικής και Στέγασης του ΙΚΑ, καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ, αφενός μεν, των πρώτου, δεύτερης, πέμπτου και έκτου αυτών, συγκυρίων ακινήτου που βρίσκεται επί της οδού …………., κατά ποσοστό 231,50‰, 268,50‰, 268,50‰και 231,50‰ εξ αδιαιρέτου καθενός αυτών, αντιστοίχως, αφετέρου δε, του ΙΚΑ, νομίμως εκπροσωπηθέντος από τον τότε Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Δραπετσώνας, την 1η Ιουλίου 2004, σύμβαση, δυνάμει της οποίας οι πρώτοι, έναντι μηνιαίου μισθώματος ποσού 4.510 ευρώ, καταβαλλομένου στο αρμόδιο ταμείο του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Δραπετσώνας, εκμίσθωσαν στο αντισυμβαλλόμενό τους το προαναφερθέν οίκημα, για χρονικό διάστημα 9 ετών, αρχομένης της συμβάσεως μισθώσεως από την επομένη της παραλαβής του ακινήτου, που έλαβε χώρα στις 2 Ιουλίου 2005, με δικαίωμα μονομερούς παρατάσεως εκ μέρους του ΙΚΑ, προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί για την στέγαση του τοπικού ιατρείου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Ευγένειας-Χαραυγής. Ότι, μετά από αλλεπάλληλες αναπροσαρμογές, το 2010, το μηνιαίο μίσθωμα ανήλθε σε ποσό 4.900 ευρώ και κατόπιν έγγραφης συμφωνίας καταρτισθείσας μεταξύ, αφενός μεν, των πρώτου, δεύτερης, πέμπτου και έκτης αυτών, αφετέρου δε, του ΙΚΑ, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2012 έως 31-12-2014, μειώθηκε σε ποσό 3.276,26 ευρώ μηνιαίως. Ότι, δυνάμει του υπ’ αριθ. …../11-10-2012 συμβολαίου γονικής παροχής συμβολαιογράφου Πειραιώς …………….. έκαστος των πρώτου και δεύτερης αυτών μεταβίβασαν σε έκαστο των τρίτου και τέταρτης αυτών ποσοστά 57,875‰ και 67,125‰ εξ αδιαιρέτου, με αποτέλεσμα οι δύο τελευταίοι να καταστούν συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου σε ποσοστό 125‰ εξ αδιαιρέτου έκαστος και οι πρώτοι να καταστούν συγκύριοι αυτού σε ποσοστό 115,75‰ και 134,25‰ εξ αδιαιρέτου, αντιστοίχως. Ότι, δυνάμει του άρθρου 21 παρ. 7 του Ν. 4238/2014, το αιτούν (εναγόμενο) Ν.Π.Δ.Δ. υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του μισθωτή, που απορρέουν από την ανωτέρω μισθωτική σχέση. Ότι, το αιτούν (εναγόμενο), με το υπ’ αριθ. πρωτ. …………./21-7-2014 έγγραφό του, τους κάλεσε, κατ’ άρθρο 7 του Ν. 4238/2014, σε επαναδιαπραγμάτευση του μισθώματος, με πρόταση για διαμόρφωσή του σε ποσό 1.100 ευρώ μηνιαίως, υποχρεώνοντάς τους να καταθέσουν αντιπρόταση μέχρι τις 24 Ιουλίου 2014. Ότι, παρά τις προφορικές διαμαρτυρίες τους ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής διαπραγματεύσεων, αναφορικώς με το πιεστικό χρονικό πλαίσιο και την υπερβολική μείωση του μισθώματος από το 2010, ο υποδιοικητής του αιτούντος εναγομένου, με την υπ’ αριθ. 21766/01-08-2014 απόφασή του, καθόρισε μονομερώς το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα σε ποσό 1.100 ευρώ. Ότι, το αιτούν (εναγόμενο) ενήργησε αντισυμβατικώς, αφού το άρθρο 7 του Ν. 4238/2014 παρέχει σε αυτό την δυνατότητα μονομερούς καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως και όχι μονομερούς μεταβολής του ύψους του μισθώματος, με αποτέλεσμα να ισχύει το συμφωνηθέν μίσθωμα, ποσού 3.276,26 ευρώ και ότι το αιτούν (εναγόμενο), αν και από τις 2 Ιουλίου 2005 παρέλαβε το μίσθιο και έκανε ανενόχλητη χρήση αυτού, δεν τους κατέβαλε, ως όφειλε, τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από τον Ιούνιο του 2024 έως και τον Σεπτέμβριο του 2025. Ότι, πλέον, του υπολοίπου του συμφωνηθέντος μισθώματος αναφορικά με το ανωτέρω χρονικό διάστημα, το αιτούν εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στους καθ’ ων ενάγοντες το συμφωνηθέν μίσθωμα των 3.276,26 ευρώ με τις νόμιμες ετήσιες αναπροσαρμογές, σύμφωνα με το άρθρο 121 του Ν. 4926/2022 (75% του μέσου τιμαρίθμου του προηγούμενου δωδεκαμήνου σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ) το οποίο έχει αναπροσαρμοσθεί ως εξής : από τον Σεπτέμβριο 2021 σε 3.322,13 ευρώ (3.276,26 ευρώ X 1,4%), από τον Σεπτέμβριο 2022 σε 3.607,83 ευρώ (3.322,13 ευρώ X 8,6%), από τον Σεπτέμβριο 2023 σε 3.679,99 ευρώ (3.607,83 ευρώ X 2%), από τον Σεπτέμβριο 2024 σε 3.835,13 ευρώ (3.679,99 ευρώ X 2,3%), από τον Σεπτέμβριο του 2025 σε 3.919,50 ευρώ (3.832,13 ευρώ Χ 2,2%). Με βάση το ιστορικό αυτό, οι καθ’ ων (ενάγοντες) ζήτησαν να υποχρεωθεί το αιτούν (εναγόμενο) να τους καταβάλλει τη διαφορά του οφειλόμενου μισθώματος το ποσού 2.176,26 ευρώ (3.276,26 ευρώ – 1.100 ευρώ) και πλέον τούτου τη νόμιμη αναπροσαρμογή του εκάστου μηνιαίου μισθώματος, για το διάστημα από 1-6-2024 μέχρι 22-9-2025, που αντιστοιχούν στο ποσό των 43.381,03 ευρώ, έντοκα με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως, ήτοι στον πρώτο των καθ’ ων ενάγοντα το ποσό των 5.021,35 ευρώ (κατά την αναλογία του 115,75‰x 43.381,03), στη δεύτερη καθ’ ης ενάγουσα το ποσό των 5.823,90 ευρώ (κατά την αναλογία του 134,5‰x43.381,03), στον τρίτο καθ’ ου ενάγοντα το ποσό των 5.422,63 ευρώ (κατά την αναλογία του 125‰x 43.381,03), στην τέταρτη καθ’ ης ενάγουσα το ποσό των 5.422,63 ευρώ (κατά την αναλογία του 125‰x 43.381,03), στον πέμπτο καθ’ ου ενάγοντα το ποσό των 11.647,81 ευρώ (κατά την αναλογία του 268,50‰x 43.381,03), και στην καθ’ ης έκτη ενάγουσα το ποσό των 10.042,71 ευρώ (κατά την αναλογία του 231,50‰x 43.381,03). Τέλος, ζήτησαν να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί το αιτούν εναγόμενο στη δικαστική τους δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 5956/2025 απόφαση, η οποία την έκανε κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της και υποχρέωσε το αιτούν (εναγόμενο) να καταβάλει στους καθ’ ων (ενάγοντες) το συνολικό ποσό των τριάντα τεσσάρων χιλιάδων οχτακοσίων είκοσι ευρώ και δέκα έξι λεπτών (34.820,16€), κατανεμόμενο μεταξύ των καθ’ ων εναγόντων ως εξής : α) στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριάντα ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (4.030,43€), β) στη δεύτερη εξ αυτών το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (4.674,61€), γ) στον τρίτο εξ αυτών το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων πενήντα δύο ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (4.352,52€), δ) στην τέταρτη εξ αυτών το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων πενήντα δύο ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (4.352,52€), ε) στον πέμπτο εξ αυτών το ποσό των εννέα χιλιάδων τριακοσίων σαράντα εννέα ευρώ και είκοσι ενός λεπτών (9.349,21€) και στ) στην έκτη εξ αυτών το ποσό των οχτώ χιλιάδων εξήντα ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (8.060,87€), εντόκως και δη με το νόμιμο επιτόκιο που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 45 § 1 του ν. 4607/2019, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση ενώ κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή στο σύνολό της. Κατά της απόφασης αυτής, στις 12.3.2026, το αιτούν άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς την από 11.3.2026 και με αριθμό κατάθεσης ………./2026 έφεσή του, ήτοι εντός της γνήσιας προθεσμίας των 30 ημερών που αφετηριάστηκε από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στο αιτούν, η οποία έλαβε χώρα στις 11.2.2026, (βλ. την σφραγίδα του δικαστικού επιμελητή …………. επί του αντιγράφου της εκκαλουμένης), (518 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η έφεση αυτή δεν πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει ως προς τους επικαλούμενους λόγους της, οι οποίοι συνίστανται ουσιαστικά στην εσφαλμένη εκ μέρους του δικαστή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα πιθανολογήθηκε ότι: Οι ενάγοντες τυγχάνουν σήμερα συγκύριοι, ο πρώτος εξ αυτών κατά ποσοστό 115,75‰ εξ αδιαιρέτου, η δεύτερη εξ αυτών κατά ποσοστό 134,25‰ εξ αδιαιρέτου, ο τρίτος και η τέταρτη εξ αυτών κατά ποσοστό 125,00‰ εξ αδιαιρέτου έκαστος, ο πέμπτος εξ αυτών κατά ποσοστό 268,50‰ εξ αδιαιρέτου και η έκτη εξ αυτών κατά ποσοστό 231,50‰ εξ αδιαιρέτου, ενός τετραώροφου οικήματος, συνολικής επιφάνειας πρώτου, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου ορόφου 445,28 τ.μ., με ισόγειο, αποτελούμενο από είσοδο και πιλοτή και υπόγεια αποθήκη επιφάνειας 65,40 τ.μ., επί οικοπέδου εμβαδού 171,50 τ.μ., κείμενου στο Κερατσίνι Αττικής, επί της οδού …………… Δυνάμει του από 01-07-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, οι πρώτος, δεύτερη, πέμπτος και έκτη των εναγόντων, ως μοναδικοί τότε, κατά το χρόνο εκείνο, συγκύριοι, κατά ποσοστά εξ αδιαιρέτου 231,50‰, 268,50‰, 268,50‰ και 231,50‰ αντίστοιχα, του προπεριγραφέντος τετραώροφου κτηρίου, εκμίσθωσαν αυτό στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ειδικότερα στο τότε υποκατάστημα ΙΚΑ Δραπετσώνας, για τη στέγαση του τοπικού ιατρείου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Ευγένειας – Χαραυγής, για χρονικό διάστημα εννέα (9) ετών, αρχόμενου από την επομένη της παραλαβής του οικήματος με πρωτόκολλο παραλαβής, ήτοι εν προκειμένω από την 03-07-2005, με δικαίωμα μονομερούς παράτασης εκ μέρους του μισθωτή κατά τρία (3) ακόμη έτη, ήτοι έως την 02-07-2017, με τους αυτούς όρους και συμφωνίες. Η ως άνω μίσθωση εγκρίθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ δια της με αριθμό 88/16-06-2004 απόφασής του, γνωστοποιηθείσας στο τότε υποκατάστημα ΙΚΑ Δραπετσώνας με το με αριθμό πρωτοκόλλου …………../28-06-2004 έγγραφο του τμήματος Στέγασης της Διεύθυνσης Τεχνικής και Στέγασης του ΙΚΑ. Με το προαναφερθέν συμφωνητικό, το μίσθωμα καθορίσθηκε στο ποσό των 4.510,00€ για τα δύο πρώτα χρόνια της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο έκτοτε σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα τιμάριθμο, πλέον μίας μονάδας για κάθε χρόνο της επόμενης δεκαετίας και του ημίσεος του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου. Εν συνεχεία, δυνάμει του με αριθμό …./11-10-2012 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Πειραιώς ……………, νόμιμα μεταγραφέντος στα βιβλία του οικείου κτηματολογικού γραφείου Πειραιώς, ο πρώτος και η δεύτερη των εναγόντων μεταβίβασαν στα τέκνα τους, τρίτη και τέταρτη των εναγόντων, το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου του ανήκοντος στον καθένα ποσοστού συνιδιοκτησίας τους, παραμένοντας, έτσι συγκύριοι στο απομένον ποσοστό. Έτσι, το ποσοστό συνιδιοκτησίας, των εναγόντων διαμορφώθηκε έκτοτε για τον πρώτο εξ αυτών σε 115,75‰, για τη δεύτερη εξ αυτών σε 134,25‰, για τον τρίτο εξ αυτών σε 125,00‰, για την τέταρτη εξ αυτών σε 125,00‰, για τον πέμπτο εξ αυτών σε 268,50‰ και για την έκτη εξ αυτών σε 231,50‰, ενώ ο τρίτος και τέταρτη των εναγόντων υπεισήλθαν στη μισθωτική σχέση, κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά (614 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 44 του π.δ. 34/1995). Ακολούθως, με την υπ’ αριθ. πρωτ. ……./14-12-2012 έγγραφη συμφωνία μεταξύ του πρώτου, της δεύτερης και του πέμπτου των εναγόντων (πλειοψηφία 518,50‰) και του μισθωτή ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, το μίσθωμα μειώθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 του ν. 4081/2012 και διαμορφώθηκε, για το χρονικό διάστημα από 01-10-2012 έως 31-12-2014, στο ποσό των 3.276,26€. Εν τω μεταξύ το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ εντάχθηκε στον ΕΟΠΥΥ, που κατέστη καθολικός διάδοχος, υπεισελθών σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικού μισθωτή, ενώ, στη συνέχεια, με το άρθρο 21 § 7. Ν. 4238/2014, η ένδικη μίσθωση ίσχυσε έναντι της Διοίκησης της Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου, στην οποία εντάσσεται η Υγειονομική Μονάδα που στεγάζεται το μίσθιο. Κατά το άρθρο 5 § 1 του π.δ. 34/1995, όπως άλλωστε με ισχύ δεδικασμένου, ως προς το προδικαστικό ζήτημα της διάρκειας της επίδικης μίσθωσης (331 ΚΠολΔ) έκριναν και οι με αριθμούς 532/2017, 401/2020, 740/2020, 446/2022 και 499/2023 τελεσίδικες αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, οι προδικαστικές για την δίκη διαπιστώσεις των οποίων δεσμεύουν το Δικαστήριο, η ένδικη σύμβαση ίσχυσε αρχικά για δώδεκα έτη ήτοι έως την 02-07-2017, έκτοτε δε το εναγόμενο, όπως άλλωστε και το ίδιο συνομολογεί, εξακολουθούσε να κάνει χρήση του μισθίου, σε γνώση των εναγόντων συνεκμισθωτών, μέχρι και το μήνα Μάιο του έτους 2024, οπότε υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 611 AK [σιωπηρή παράταση για άλλα 12 έτη και όχι αναμίσθωση αορίστου χρόνου, δοθέντος ότι στις μισθώσεις με μισθωτή το Δημόσιο και το ΝΠΔΔ δεν εφαρμόζεται ευθέως ο κανόνας του άρθρου 611 ΑΚ περί σιωπηρής αναμίσθωσης, (βλ. ΑΠ 1863/2006 ΧΡΙΔ 2007.327. Κ. Παντελίδου σε Μίσθωση Πράγματος και Ειδικές Μισθώσεις, 2020, παρ. 17, σελ. 272, αριθ. 42), εξάλλου και η κατ’ άρθρο 61 Π.Δ. 34/1995 παράταση της μίσθωσης για άλλα 4 έτη μετά τη λήξη της 12ετίας καταργήθηκε με το Ν. 4242/2014, από τη στιγμή κατά την οποία, την 13-08-2014, η ένδικη μίσθωση ήταν ενεργός, βλ. μεταβατική διάταξη του άρθρου 13.5.3 Ν. 4242/2014], η σύμβαση παρατάθηκε για ισόχρονο χρονικό διάστημα 12 ετών. Ο πρώτος λόγος της από 11.3.2026 έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δέχθηκε τα ως άνω και δεν έκρινε ότι η σύμβαση της επίδικης μίσθωσης έχει παραταθεί εκ του νόμου κατ’ άρθρ. 61 περ. δ 34/1995, αλυσιτελώς προβάλλεται και πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί, αφού, το εκκαλούν δεν αμφισβητεί τόσο την μισθωτική σχέση, όσο και το γεγονός ότι αυτή έχει παραταθεί κι ότι εξακολουθεί να ποιεί χρήση του μισθίου και κατά τον επίδικο χρόνο. Ομοίως πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της από 11.3.2026 έφεσης, καθώς οι ως άνω τελεσίδικες και αμετάκλητες αποφάσεις έχουν κρίνει και το ζήτημα ότι κατά την πάροδο των ετών, πρόκειται για την ίδια από 1.07.2004 μισθωτική σχέση μεταξύ των διαδίκων, η οποία παρατάθηκε κατά τα ως άνω. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο, με το με αριθμό …………./21-07-2014 έγγραφό του, κάλεσε τον πρώτο, τη δεύτερη, τον πέμπτο και την έκτη των εναγόντων σε επαναδιαπραγμάτευση σχετικό με το ύψος του μισθώματος, με πρόταση για καθορισμό του στο ποσό των 1.100,00€. Οι ως άνω συνεκμισθωτές, επιφυλάχθηκαν να καταθέσουν αντιπρόταση έως τις 24-07-2014, πλην όμως διαπραγμάτευση τελικώς, ουδέποτε έλαβε χώρα, το εναγόμενο, ωστόσο, με τη με αριθμό 21766/01-08-2014 απόφαση του υποδιοικητή του, θεώρησε ότι το μίσθωμα είχε οριστικοποιηθεί στο προταθέν ποσό των 1.100,00€ μηνιαίως, στο οποίο όμως οι συνεκμισθωτές, ουδέποτε συμφώνησαν. Αντιθέτως, οι τελευταίοι απέστειλαν το από 29-08-2014 έγγραφό τους, με το οποίο εξέφρασαν καταρχήν την αντίθεσή τους στην προτεινόμενη από το εναγόμενο μείωση (κατά ποσοστό 66,42%), αντιπροτείνοντας μείωση κυμαινόμενη από 15-20%, συσχετιζόμενη με τη χρονική επέκταση της μίσθωσης, αλλά και την από 31-10-2014 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία δήλωναν ότι θα αποδέχονταν μία μείωση της τάξης του 15-20% και όχι αυτή που είχε προταθεί από το εναγόμενο, σε συσχετισμό με τις μικρότερες μειώσεις που είχε προτείνει το εναγόμενο με την ίδια απόφασή του προς έτερους εκμισθωτές άλλων ακινήτων. Η παραπάνω, λοιπόν, με αριθμό 21766/01-08-2014 απόφαση του υποδιοικητή του εναγόμενου στερείται εννόμων συνεπειών, αφού η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 § 7 του ν. 4238/2014 δίνει το δικαίωμα στις Διοικήσεις Υγειονομικής Περιφέρειας να καταγγείλουν μονομερώς τη μίσθωση, σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας ως προς το ύψος του μισθώματος, όχι όμως και να καθορίσουν μονομερώς αυτό. Επομένως το μηνιαία οφειλόμενο μίσθωμα, έχει παραμείνει στο ποσό των 3.276,26€, όπως δηλαδή είχε διαμορφωθεί κατά το έτος 2012, δυνάμει της υπ’ αριθ. πρωτ. ………/14-12-2012 έγγραφης συμφωνίας, το ίδιο δε μίσθωμα ίσχυε και κατά το μήνα Ιούνιο 2014 αλλά και μέχρι και σήμερα. Τα αυτά έκριναν με ισχύ δεδικασμένου για την παρούσα δίκη, εν είδει προδικαστικού ζητήματος ως προς το ύψος του μισθώματος και ειδικότερα, ως προς το αν το μήνα Ιούλιο του έτους 2014 (όταν το εναγόμενο πρότεινε στους συνεκμισθωτές μείωση του μισθώματος από το ποσό των 3.276,26€ στο ποσό των 1.100,00€, έλαβε χώρα εγκύρως και νομίμως μια τέτοια μείωση, δοθέντος ότι η κρίση αυτή επηρεάζει και τα αιτούμενα με την υπό κρίση αγωγή μισθώματα του κρίσιμου χρονικού διαστήματος (από Ιούνιο 2024 έως και Σεπτέμβριο 2025), οι με αριθμούς 532/2017, 401/2020, 740/2020, 446/2022 και 499/2023 τελεσίδικες αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, εκ των οποίων οι υπ’ αριθ. 532/2017, 401/2020, 740/2020 και 446/2022 αποφάσεις έχουν ήδη καταστεί αμετάκλητες, η δεύτερη εξ αυτών κατόπιν εκδόσεως της υπ’ αριθ. 1166/2023 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η τρίτη εξ αυτών κατόπιν εκδόσεως της υπ’ αριθ. 138/2025 αποφάσεως του Αρείου Πάγου και η τέταρτη εξ αυτών κατόπιν εκδόσεως της υπ’ αριθ. 137/2025 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε το ίδιο ζήτημα επί προγενέστερων αγωγών των νυν εναγόντων που αφορούσαν επιδίκαση μισθωμάτων προηγούμενων μισθωτικών περιόδων. Συγκεκριμένα κρίθηκε, με ισχύ δεδικασμένου για την μεταξύ των διαδίκων δίκη, ότι ουδέποτε έλαβε χώρα κατά – νόμιμο και έγκυρο τρόπο μείωση του μηνιαίου μισθώματος από το ποσό των 3.276,26€ στο ποσό των 1.100,00€, με τη μονομερή και αυθαίρετη ενέργεια του εναγομένου, ήτοι με τη λήψη της με αριθμό 21766/01-08-2014 απόφασής του. Η τελεσίδικη αυτή δεσμευτική κρίση που απορρέει από τη με αριθμό 532/2017, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά αφορά στους πρώτο, δεύτερη, πέμπτο και έκτη των εδώ εναγόντων. Σε σχέση δε με άπαντες τους ενάγοντες, συμπεριλαμβανομένων επομένως, του τρίτου και της τέταρτης αυτών, τα αυτό (με ισχύ δεδικασμένου κατ’ άρθρα 331 ΚΠολΔ), κρίθηκαν από τη με αριθμό 401/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που κατέστη αμετάκλητη, κατόπιν εκδόσεως της υπ’ αριθ. 1166/2023 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, από τη με αριθμό 740/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που κατέστη αμετάκλητη, κατόπιν εκδόσεως της υπ’ αριθ. 138/2025 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, από τη με αριθμό 499/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, κατά το μέρος που επικύρωσε την υπ’ αριθ. 2740/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εξαφανίσθηκε αποκλειστικά και μόνο ως προς το ύψος του επιδικασθέντος επιτοκίου, από τη με αριθμό 446/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που κατέστη αμετάκλητη, κατόπιν εκδόσεως της υπ’ αριθ. 137/2025 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Κατ’ εφαρμογή της τελευταίας αυτής διάταξης (331 ΚΠολΔ), το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θέσει ως βάση του δικανικού του συλλογισμού τις προδικαστικές (για την δίκη) διαπιστώσεις των ανωτέρω τελεσίδικων αποφάσεων (θετική, άλλως προδικαστική, λειτουργία του δεδικασμένου). Ενόψει των παραπάνω, πιθανολογείται ότι θα απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία τους οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της από 11.3.2026 έφεσης του εκκαλούντος, με τους οποίους διατείνεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι σε περίπτωση ασυμφωνίας για το ύψος του μισθώματος, η μοναδική δυνατότητα που είχε το αιτούν ήταν να καταγγείλει την επίδικη μίσθωση καθώς δεν νοείται μονομερής αυθαίρετη μείωση του μισθώματος εκ μέρους του μισθωτή, ακόμη κι αν πρόκειται για το Δημόσιο. Εξάλλου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν πιθανολογείται ότι παραβίασε τους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, μη δεχόμενο ότι η άμεση οριστικοποίηση του ύψους του μειωμένου μισθώματος κατά το ποσό των 2.176,26 ευρώ εντός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου επιβαλλόταν εκ του νόμου για λόγους δημοσιονομικούς κι ότι η πραγματική βούληση των εφεσίβλητων ήταν η πλήρης αποδοχή της μονομερούς μείωσης του μισθώματος εκ μέρους της Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου. Τούτο διότι η δικαιοπρακτική βούληση των εκμισθωτών αναφορικά με το ζήτημα της διαπραγμάτευσης του προταθέντος ύψους (μειωμένου) μηνιαίου μισθώματος υπήρξε σαφής, δηλαδή οι εφεσίβλητοι αρνήθηκαν την πρόταση και συνεπώς δεν καταλείπεται αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεώς τους, ώστε να υπάρξει ανάγκη προσφυγής στις ως άνω διατάξεις. Συνακόλουθα, εφόσον αποδεικνύεται πλήρως ότι το ύψος του οφειλόμενου μισθώματος ανερχόταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στο ποσό των 3.276,26€ και το ίδιο το εναγόμενο συνομολογεί ότι κατέβαλλε μόνο το ποσό των 1.100,00€ μηνιαίως κατά το διάστημα αυτό, προκύπτει ότι το εναγόμενο εξακολουθεί να οφείλει στους ενάγοντες τη διαφορά του ανωτέρω οφειλομένου μισθώματος, ύψους 2.176,26€ χ 16 μήνες, για τον λόγο ότι δεν τους έχει καταβάλει, ως όφειλε, στο ακέραιο τα μισθώματα των μηνών από Ιούνιο 2024 έως και Σεπτέμβριο 2025. Να σημειωθεί ότι το εκκαλούν, με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι με το υπ’ αριθ. πρωτ. ………../21-7-2014 έγγραφο της 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, το οποίο επισυνάπτεται στο υπ’αριθ. πρωτ. ……./13-11-2025 έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικής Οργάνωσης και Υποστήριξης, η ΔΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου πρότεινε στους ιδιοκτήτες του ακινήτου το νέο μίσθωμα δηλώνοντας την πρόθεσή της να καταβάλει μηνιαίο μίσθωμα χαμηλότερο από εκείνο των 3.276,26 ευρώ. Ότι, οι ενάγοντες, στις 21-7-2014, έλαβαν γνώση της ανωτέρω πρότασης και δεν απέρριψαν αυτή, αλλά επιφυλάχθηκαν να καταθέσουν αντιπρόταση και ότι με τη συμπεριφορά τους αυτή επιβεβαίωσαν στη ΔΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου την καλόπιστη πεποίθηση της ότι η μόνη διαφωνία ως προς το θέμα της μείωσης του μηνιαίου μισθώματος θα ήταν το τυχόν διαφορετικό προτεινόμενο από αυτούς ύψος της μείωσης. Ότι, ουδεμία αντιπρόταση κατατέθηκε από τους ενάγοντες, οπότε και η ΔΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου συνέχισε τη μίσθωση με οριστικοποίηση του ύψους του μισθώματος δυνάμει της με αριθ. 21766/1-8-2014 απόφασης του Υποδιοικητή της. Ότι, οι ενάγοντες, με την από 29-8-2014 επιστολή τους και με το από 31-10-2014 εξώδικό τους ουδέποτε απέρριψαν την πρόταση της ΔΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου. Ότι, οι ενάγοντες, διά της αναγκαστικής παράτασης της μίσθωσης συνεχίζουν αυτή χωρίς να ασκούν εξωστική αγωγή, αλλά με αποτέλεσμα να ενεργούν αντίθετα στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη με την κρινόμενη αγωγή καθώς και με όλες τις προηγούμενες που έχουν ασκήσει για διαφορετικά χρονικά διαστήματα, αξιώνοντας το υπέρμετρο μηνιαίο μίσθωμα των 3.276,26 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο, καλώς απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω δεδικασμένου κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ τον ανωτέρω ισχυρισμό, ο οποίος συνιστά ένσταση (άρθρα 281 ΑΚ, 262 παρ. 1, 338 παρ. 1 ΚΠολΔ) και τούτο διότι αν και τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν ήταν ήδη γεγεννημένα και μπορούσαν να προταθούν στις προγενέστερες δίκες που ανοίχθηκαν με την άσκηση των από 16-2-2015 (με αριθ. κατάθ. ……/16-2-2015), από 18-7-2016 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./22-7-2016) και από 29-6-2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2022) αγωγών καταβολής (διαφορών) μισθωμάτων μεταξύ των ιδίων διαδίκων που αφορούσαν προηγούμενα χρονικά διαστήματα, επί των οποίων εκδόθηκαν οι με αριθ. 532/2017, 401/2020 και 499/2023 τελεσίδικες αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου – η ένσταση αυτή δεν προτάθηκε και συνεπώς έχει αποκλειστεί από το δεδικασμένο (άρθρα 321, 330 ΚΠολΔ) που απέρρευσε από τις ανωτέρω τελεσίδικες αποφάσεις και δεν είναι πλέον δυνατή η επαναπροβολή της στην πρωτοβάθμια δίκη επί της από 22.9.2025 αγωγής. Ενόψει των παραπάνω, πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του ο πέμπτος λόγος της από 11.3.2026 έφεσης του εκκαλούντος. Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι τα συμβαλλόμενα μέρη όρισαν συμβατικά την αναπροσαρμογή του μισθώματος, δυνάμει του όρου 4 του ανωτέρω από 01-07-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, με τον οποίο το μίσθωμα καθορίσθηκε αναπροσαρμοζόμενο μετά τα πρώτα δύο έτη της μίσθωσης, σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα τιμάριθμο, πλέον μίας μονάδας για κάθε χρόνο της επόμενης δεκαετίας και του ημίσεος του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου. Δοθέντος, όμως, ότι, στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι υφίσταται συμβατική συμφωνία αναπροσαρμογής του συμφωνηθέντος μισθώματος, καθώς και ότι, όταν υπάρχει συμφωνία για τον τρόπο αναπροσαρμογής του μισθώματος, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 7-10 π.δ. 34/95 και συνεπώς και η παρ. 3 του άρθρου 7 του ΠΔ 34/1995 που ορίζει τη νόμιμη τιμαριθμική αναπροσαρμογή, το αγωγικό αίτημα, το οποίο δεσμεύει κατ’ άρθρο 106 ΚΠολΔ το Δικαστήριο και, κατά το μέρος που με αυτό ζητούνται οι νόμιμες αναπροσαρμογές του συμφωνηθέντος μισθώματος των 3.276,26 ευρώ (75% του μέσου τιμαρίθμου του προηγούμενου δωδεκαμήνου σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Εν όψει των ανωτέρω, πιθανολογήθηκε ότι κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατ΄ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων η από 22.9.2025 αγωγή των εναγόντων έγινε δεκτή κατά ένα μέρος ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλλει στους ενάγοντες, κατά την αναλογία εκάστου εξ αυτών, για το επίδικο χρονικό διάστημα, τη διαφορά μεταξύ του ανωτέρω οφειλομένου μισθώματος ποσού 3.276,26€ και του καταβαλλόμενου ποσού των 1.100,00€, κατά το διάστημα αυτό, απορριπτομένου των πέραν αυτού ποσού περί αναπροσαρμογής, κατά τα προεκτεθέντα και, ειδικότερα το συνολικό ποσό των 34.820,16€, ήτοι για 16 μήνες, από τον Ιούνιο 2024 έως και τον Σεπτέμβριο 2025 (3.276,26€ -1.100,00€) 2.176,26€ X 16 μήνες»] 34.820,16€, κατανεμόμενο μεταξύ των εναγόντων με βάση το ποσοστό συγκυριότητας εκάστου επί του μισθίου και συγκεκριμένα: α) στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των 4.030,43€ (115,75‰ X 34.820,16€). β) στη δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 4.674,61€ (134,25‰ X 34.820,16€) γ) στον τρίτο εξ αυτών το ποσό των 4.352,52€ (125,00‰ X 34.820,16€) δ) στην τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 4.352,52€ (125,00‰ X 34.820,16€) ε) στον πέμπτο εξ αυτών το ποσό των 9.349,21€ (268,50‰ X 34.820,16€) και στ) στην έκτη εξ αυτών το ποσό των 8.060,87€ (231,50‰ X 34.820,16€), εντόκως και δη με το νόμιμο επιτόκιο που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 45 § 1 του ν. 4607/2019, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, όσον αφορά τον έκτο λόγο της από 11.3.2026 έφεσης του εκκαλούντος με το οποίο διατείνεται ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το παρεπόμενο αίτημα των εναγόντων να κηρυχθεί η απόφαση στο σύνολό της προσωρινά εκτελεστή, λόγω της απαγορευτικής διάταξης του άρθρου 909 περ. 1 ΚΠολΔ αναφορικά με το Δημόσιο, πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού με την έκδοση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η εκκαλουμένη ως τελεσίδικη μπορεί να εκτελεστεί (321, 904 παρ.2 ΚΠολΔ), (βλ. Σ. Σαμουήλ, Η έφεση κατά τον ΚΠολΔ, 2003, παρ. 542, αρ. 5, σελ. 222). Εν’ όψει των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί σαν αβάσιμη στην ουσία της, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι εφόσον δεν πιθανολογείται ευδοκίμηση της έφεσης που ασκήθηκε, δεν νοείται και βλάβη του αιτούντος από την εκτέλεση της απόφασης που προσβάλλεται. Η δικαστική δαπάνη των καθ’ ων η αίτηση βαρύνει το αιτούν, επειδή ηττάται στην μεταξύ τους δίκη, (αρθρ. 84 παρ. 2 Ν. 4194/2013, άρθρ. 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων
Απορρίπτει την αίτηση
Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα των καθ’ ων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του στον Πειραιά στις 4.6.2026, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ