Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 397/2026

Αριθμός   397/2026

ΤΟ MONOMΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

[ΤΜΗΜΑ 2ο]

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία – Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, η οποία  ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

TΟΥ ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ ΔΥΠΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ», σύμφωνα με το άρθρo 1 N. 1329/2005, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27 N. 4771/2021 και ισχύει, εδρεύον στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη. …………., νομίμως εκπροσωπούμενο, με Α.Φ.Μ. …………… Δ.Ο.Υ. Καλλιθέας, το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Σταυρούλας Αλικάκου, με Α.Μ. ……….. του Δ.Σ. ΑΘΗΝΩΝ.

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ: …………., 2. …………., 3. …………..4. ………….., 5. …………, 6. ………….., οι οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο ο πρώτος μετά και οι λοιποί διά της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας Φράγκου, με Α.Μ. ….. του Δ.Σ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ.

Το αιτούν ζητά να γίνει δεκτή η από  με αρ.  ΓΑΚ/ΕΑΚ: ………../2026 αίτησή του,  η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί στην δικάσιμο που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από το σχετικό έκθεμα και  οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, αναπτύσσοντας  τους ισχυρισμούς του με τα έγγραφα σημειώματά τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Το  αιτούν, με την υπό κρίση από 31.3.2026  με αρ. κατάθεσης δικογράφου   ΓΑΚ/ΕΑΚ: …………/2026 αίτηση  ζητά να ανασταλεί, χωρίς την παροχή εγγύησης, η εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 2424/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών και με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 29.05.2024 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …./2024 και ειδικό ……/2024 αγωγή των καθ’ ων και κηρύχθηκε η απόφαση εν όλω προσωρινά εκτελεστή ως προς το ποσό των 56.582,76 ευρώ, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 11.3.2026 και  με αρ.  κατάθεσης δικογράφου   ΓΑΚ/ΕΑΚ  ……./2026 έφεσης που το ίδιο άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ’ αυτής, για το λόγο ότι θα ευδοκιμήσει η έφεσή του, επικαλούμενο και τη συνδρομή επείγουσας περίπτωσης λόγω της εκτελεστότητας της απόφασης. Η αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα παραδεκτά και αρμοδίως  εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο, για να συζητηθεί με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ.ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 913  § 1 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

II. Kατ’ άρθρο 45 του Ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α` 65/24-4-2019), για την τοκοφορία οφειλών του Δημοσίου ορίζεται ότι: «1. Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MR0), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως. Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α) τις απαιτήσεις των φορολογουμένων της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α` 170), β) τις περιπτώσεις όπου σε σύμβαση, στην οποία συμβάλλεται νόμιμα το Δημόσιο, έχει περιληφθεί ειδική πρόβλεψη σχετικά με το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, γ) τις αξιώσεις ιδιωτών που στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί, ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου. Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου η και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος. 2. Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων. Ειδικές διατάξεις νόμου, οι οποίες προβλέπουν ρητά διαφορετικό χρόνο έναρξης της τοκοφορίας, εξακολουθούν να ισχύουν. 3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος». Σύμφωνα δε, με την αιτιολογική έκθεση της εν λόγω διάταξης, το ισχύον σήμερα νόμιμο επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου, ύψους 6% ετησίως, εκτός του ότι κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό για τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες, λόγω του αμετάβλητου χαρακτήρα του, δεν προσαρμόζεται στο εκάστοτε χρηματοοικονομικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη σοβαρή επιβάρυνση του Κρατικού Προϋπολογισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ρυθμού απονομής δικαιοσύνης. Με την προτεινόμενη διάταξη ενοποιείται η έως τώρα υφιστάμενη νομοθεσία και καθιερώνεται ενιαίος τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου από το Δημόσιο τόκου (νόμιμου και υπερημερίας), για τις οφειλές του, ανεξάρτητα από την αιτία τους, με αναφορά στο επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), το οποίο ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ενδίκου βοηθήματος (γένεση επιδικίας), πλέον των προτεινόμενων εκατοστιαίων μονάδων ετησίως. Το προτεινόμενο επιτόκιο, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις, κατά το μέρος που αφορά στο επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MR0), δεν μεταβάλλεται, πριν την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή του κατά μία εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του, το επιτόκιο που ισχύει κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Το ύψος του προτεινόμενου επιτοκίου, εκτός από την ομοιόμορφη αντιμετώπιση των οφειλών, τίθεται με αναφορά στο εκάστοτε χρηματοοικονομικό περιβάλλον, διασφαλίζει τη σχετική δημοσιονομική ισορροπία και, πάντως, εξακολουθεί να είναι κατά πολύ υψηλότερο από το τρέχον επιτόκιο των προθεσμιακών τραπεζικών καταθέσεων, αλλά και από το αντίστοιχο των τελευταίων ετών. Σημειώνεται, ότι έχει κριθεί, ότι η όποια διαφοροποίηση όσον αφορά στους τόκους οφειλών του Δημοσίου, σε σχέση με τα αντίστοιχα για τις οφειλές των ιδιωτών, είναι συμβατή προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδάφιο δ’ του Συντάγματος, ενώ δεν τίθεται ζήτημα αντίθεσης προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης αυτής. Περαιτέρω, όπως και υπό το ισχύον νομικό πλαίσιο, η τοκοφορία αξιώσεων κατά του Δημοσίου αρχίζει, μόνο από την επίδοση του εκάστοτε δικογράφου από τον διάδικο στον Υπουργό Oικονομικών ή στο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από το νόμο να γίνεται η επίδοση σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων. Ειδικές διατάξεις νόμου, οι οποίες προβλέπουν διαφορετικό χρόνο έναρξης τοκοφορίας, εξακολουθούν να ισχύουν, ενώ οι προτεινόμενες διατάξεις καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, σε οποιοδήποτε στάδιο και βαθμό (διοικητικό ή δικαστικό, συμπεριλαμβανομένου και του αναιρετικού σταδίου) κάθε φύσης υποθέσεις, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις των ιδιωτών για τόκο αναφέρονται, ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την έναρξη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος άρθρου. Επομένως, το ετήσιο επιτόκιο υπερημερίας των οφειλών του Δημοσίου, διαμορφώνεται, κατ’ άρθρα 7 παρ. 2 του ΝΔ 496/1974 και 21 του ΚΔ της 26-6/10-7-1944 «περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου», μέχρι 30-4-2019, σε ποσοστό 6%, ενώ από 1- 5-2019 και εφεξής, κατ’ άρθρο 45 του Ν. 4607/2019, ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MR0), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως, (βλ. ΕφΑθ 1519/2023, ΤΝΠ Νόμος).

ΙΙΙ. Από την χωρίς όρκο κατάθεση του πρώτου καθ’ ου …………….. η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκόμισαν οι διάδικοι πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Οι καθ’ ων (ενάγοντες), στην με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2024 και ειδικό ……/2024 από 29.05.2024 αγωγή τους, ιστορούσαν ότι κατόπιν εγκρίσεως από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, με την υπ’ αριθ. 88/16-6-2004 απόφασή του, γνωστοποιηθείσα στο τότε Υποκατάστημα ΙΚΑ Δραπετσώνας με το υπ’ αριθμ. ……………/28-6-2004 έγγραφο του Τμήματος Στέγασης της Διεύθυνσης Τεχνικής και Στέγασης του ΙΚΑ, καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ, αφενός μεν, των πρώτου, δεύτερης, πέμπτου και έκτου αυτών, συγκυρίων ακινήτου που βρίσκεται επί της οδού …………….., κατά ποσοστό 231,50‰, 268,50‰, 268,50‰και 231,50‰ εξ αδιαιρέτου καθενός αυτών, αντιστοίχως, αφετέρου δε, του ΙΚΑ, νομίμως εκπροσωπηθέντος από τον τότε Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Δραπετσώνας, την 1η Ιουλίου 2004, σύμβαση, δυνάμει της οποίας οι πρώτοι, έναντι μηνιαίου μισθώματος ποσού 4.510 ευρώ, καταβαλλομένου στο αρμόδιο ταμείο του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Δραπετσώνας, εκμίσθωσαν στο αντισυμβαλλόμενό τους το προαναφερθέν οίκημα, για χρονικό διάστημα 9 ετών, αρχομένης της συμβάσεως μισθώσεως από την επομένη της παραλαβής του ακινήτου, που έλαβε χώρα στις 2 Ιουλίου 2005, με δικαίωμα μονομερούς παρατάσεως εκ μέρους του ΙΚΑ, προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί για την στέγαση του τοπικού ιατρείου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Ευγένειας – Χαραυγής. Ότι, μετά από αλλεπάλληλες αναπροσαρμογές, το 2010, το μηνιαίο μίσθωμα ανήλθε σε ποσό 4.900 ευρώ και κατόπιν έγγραφης συμφωνίας καταρτισθείσας μεταξύ, αφενός μεν, των πρώτου, δεύτερης, πέμπτου και έκτης αυτών, αφετέρου δε, του ΙΚΑ, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2012 έως 31-12-2014, μειώθηκε σε ποσό 3.276,26 ευρώ μηνιαίως. Ότι, δυνάμει του υπ’ αριθ. ………../11-10-2012 συμβολαίου γονικής παροχής συμβολαιογράφου Πειραιώς …………………… έκαστος των πρώτου και δεύτερης αυτών μεταβίβασαν σε έκαστο των τρίτου και τέταρτης αυτών ποσοστά 57,875‰ και 67,125‰ εξ αδιαιρέτου, με αποτέλεσμα οι δύο τελευταίοι να καταστούν συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου σε ποσοστό 125‰ εξ αδιαιρέτου έκαστος και οι πρώτοι να καταστούν συγκύριοι αυτού σε ποσοστό 115,75‰ και 134,25‰ εξ αδιαιρέτου, αντιστοίχως. Ότι, δυνάμει του άρθρου 21 παρ. 7 του Ν. 4238/2014, το αιτούν (εναγόμενο) Ν.Π.Δ.Δ. υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του μισθωτή, που απορρέουν από την ανωτέρω μισθωτική σχέση. Ότι, το αιτούν (εναγόμενο), με το υπ’ αριθ. πρωτ. ………/21-7-2014 έγγραφό του, τους κάλεσε, κατ’ άρθρο 7 του Ν. 4238/2014, σε επαναδιαπραγμάτευση του μισθώματος, με πρόταση για διαμόρφωσή του σε ποσό 1.100 ευρώ μηνιαίως, υποχρεώνοντάς τους να καταθέσουν αντιπρόταση μέχρι τις 24 Ιουλίου 2014. Ότι, παρά τις προφορικές διαμαρτυρίες τους ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής διαπραγματεύσεων, αναφορικώς με το πιεστικό χρονικό πλαίσιο και την υπερβολική μείωση του μισθώματος από το 2010, ο υποδιοικητής του αιτούντος εναγομένου, με την υπ’ αριθ. 21766/01-08-2014 απόφασή του, καθόρισε μονομερώς το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα σε ποσό 1.100 ευρώ. Ότι, το αιτούν (εναγόμενο) ενήργησε αντισυμβατικώς, αφού το άρθρο 7 του Ν. 4238/2014 παρέχει σε αυτό την δυνατότητα μονομερούς καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως και όχι μονομερούς μεταβολής του ύψους του μισθώματος, με αποτέλεσμα να ισχύει το συμφωνηθέν μίσθωμα, ποσού 3.276,26 ευρώ και ότι το αιτούν (εναγόμενο), αν και από τις 2 Ιουλίου 2005 παρέλαβε το μίσθιο και έκανε ανενόχλητη χρήση αυτού, δεν τους κατέβαλε, ως όφειλε, τα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από τον Απρίλιο του 2022 έως και τον Μάιο του 2024. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι καθ’ ων (ενάγοντες) ζήτησαν να υποχρεωθεί το αιτούν (εναγόμενο), να τους καταβάλει το ως άνω συνολικό ποσό των 56.582,76€, για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2022 μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής, διαιρετά και κατά την αναλογία συγκυριότητας εκάστου και, συγκεκριμένα : α) στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των 6.549,45€ (115,75‰ Χ 56.582,76€)· β) στη δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 7.596,24€ (134,25‰ Χ 56.582,76€)· γ) στον τρίτο εξ αυτών το ποσό των 7.072,85€ (125‰ Χ 56.582,76€)· δ) στην τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 7.072,85€ (125‰ Χ 56.582,76€)· ε) στον πέμπτο εξ αυτών το ποσό των 15.192,47€ (268,50‰ Χ 56.582,76€)· και στ) στην έκτη εξ αυτών το ποσό των 13.098,90€ (231,50‰ Χ 56.582,76€), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής έως και την πλήρη εξόφληση. Τέλος, ζήτησαν να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί το αιτούν εναγόμενο στη δικαστική τους δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2424/2025 απόφαση, η οποία την έκανε δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της και υποχρέωσε το αιτούν (εναγόμενο) να καταβάλει στους καθ’ ων (ενάγοντες) το συνολικό ποσό των 56.582,76€, κατανεμόμενο μεταξύ των καθ’ ων εναγόντων ως εξής : α) στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των 6.549,45€ (115,75‰ Χ 56.582,76€)· β) στη δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 7.596,24€ (134,25‰ Χ 56.582,76€)· γ) στον τρίτο εξ αυτών το ποσό των 7.072,85€ (125‰ Χ 56.582,76€)· δ) στην τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 7.072,85€ (125‰ Χ 56.582,76€)· ε) στον πέμπτο εξ αυτών το ποσό των 15.192,47€ (268,50‰ Χ 56.582,76€)· και στ) στην έκτη εξ αυτών το ποσό των 13.098,90€ (231,50‰ Χ 56.582,76€), εντόκως και δη με το νόμιμο επιτόκιο που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 45 § 1 του ν. 4607/2019, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση ενώ κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή στο σύνολό της. Κατά της απόφασης αυτής, στις 12.3.2026, το αιτούν άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς την από 11.3.2026 και με αριθμό κατάθεσης ………/2026 έφεσή του, ήτοι εντός της γνήσιας προθεσμίας των 30 ημερών που αφετηριάστηκε από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στο αιτούν, η οποία έλαβε χώρα στις 11.2.2026, (βλ. την σφραγίδα του δικαστικού επιμελητή ……………. επί του αντιγράφου της εκκαλουμένης), (518 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η έφεση αυτή δεν πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει ως προς τους επικαλούμενους λόγους της, οι οποίοι συνίστανται ουσιαστικά στην εσφαλμένη εκ μέρους του δικαστή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα πιθανολογήθηκε ότι: Οι ενάγοντες τυγχάνουν σήμερα συγκύριοι, ο πρώτος εξ αυτών κατά ποσοστό 115,75‰ εξ αδιαιρέτου, η δεύτερη εξ αυτών κατά ποσοστό 134,25‰ εξ αδιαιρέτου, ο τρίτος και η τέταρτη εξ αυτών κατά ποσοστό 125,00‰ εξ αδιαιρέτου έκαστος, ο πέμπτος εξ αυτών κατά ποσοστό 268,50‰ εξ αδιαιρέτου και η έκτη εξ αυτών κατά ποσοστό 231,50‰ εξ αδιαιρέτου, ενός τετραώροφου οικήματος, συνολικής επιφάνειας πρώτου, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου ορόφου 445,28 τ.μ., με ισόγειο, αποτελούμενο από είσοδο και πιλοτή, και υπόγεια αποθήκη επιφάνειας 65,40 τ.μ., επί οικοπέδου εμβαδού 171,50 τ.μ., κείμενου στο Κερατσίνι Αττικής, επί της οδού …………… Δυνάμει του από 01-07-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, οι πρώτος, δεύτερη, πέμπτος και έκτη των εναγόντων, ως μοναδικοί τότε, κατά το χρόνο εκείνο, συγκύριοι, κατά ποσοστά εξ αδιαιρέτου 231,50‰, 268,50‰, 268,50‰ και 231,50‰ αντίστοιχα, του προπεριγραφέντος τετραώροφου κτηρίου, εκμίσθωσαν αυτό στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ειδικότερα στο τότε υποκατάστημα ΙΚΑ Δραπετσώνας, για τη στέγαση του τοπικού ιατρείου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Ευγένειας – Χαραυγής, για χρονικό διάστημα εννέα (9) ετών, αρχόμενου από την επομένη της παραλαβής του οικήματος με πρωτόκολλο παραλαβής, ήτοι εν προκειμένω από την 03-07-2005, με δικαίωμα μονομερούς παράτασης εκ μέρους του μισθωτή κατά τρία (3) ακόμη έτη, ήτοι έως την 02-07-2017, με τους αυτούς όρους και συμφωνίες. Η ως άνω μίσθωση εγκρίθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ δια της με αριθμό 88/16-06-2004 απόφασής του, γνωστοποιηθείσας στο τότε υποκατάστημα ΙΚΑ Δραπετσώνας με το με αριθμό πρωτοκόλλου …….///28-06-2004 έγγραφο του τμήματος Στέγασης της Διεύθυνσης Τεχνικής και Στέγασης του ΙΚΑ. Με το προαναφερθέν συμφωνητικό, το μίσθωμα καθορίσθηκε στο ποσό των 4.510,00€ για τα δύο πρώτα χρόνια της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο έκτοτε σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα τιμάριθμο, πλέον μίας μονάδας για κάθε χρόνο της επόμενης δεκαετίας και του ημίσεος του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου. Εν συνεχεία, δυνάμει του με αριθμό ……/11-10-2012 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Πειραιώς ……., νόμιμα μεταγραφέντος στα βιβλία του οικείου κτηματολογικού γραφείου Πειραιώς, ο πρώτος και η δεύτερη των εναγόντων μεταβίβασαν στα τέκνα τους, τρίτη και τέταρτη των εναγόντων, το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου του ανήκοντος στον καθένα ποσοστού συνιδιοκτησίας τους, παραμένοντας έτσι συγκύριοι στο απομένον ποσοστό. Έτσι, το ποσοστό συνιδιοκτησίας των εναγόντων διαμορφώθηκε έκτοτε για τον πρώτο εξ αυτών σε 115,75‰, για τη δεύτερη εξ αυτών σε 134,25‰, για τον τρίτο εξ αυτών σε 125,00‰, για την τέταρτη εξ αυτών σε 125,00‰, για τον πέμπτο εξ αυτών σε 268,50‰ και για την έκτη εξ αυτών σε 231,50‰, ενώ ο τρίτος και τέταρτη των εναγόντων υπεισήλθαν στη μισθωτική σχέση, κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά (614 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 44 του π.δ. 34/1995). Ακολούθως, με την υπ’ αριθ. πρωτ. ……/14-12-2012 έγγραφη συμφωνία μεταξύ του πρώτου, της δεύτερης και του πέμπτου των εναγόντων (πλειοψηφία 518,50‰) και του μισθωτή ΙΚΑ – ΕΤΑΜ, το μίσθωμα μειώθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 του ν. 4081/2012 και διαμορφώθηκε, για το χρονικό διάστημα από 01-10-2012 έως 31-12-2014, στο ποσό των 3.276,26€. Εν τω μεταξύ το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ εντάχθηκε στον ΕΟΠΥΥ, που κατέστη καθολικός διάδοχος, υπεισελθών σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικού μισθωτή, ενώ, στη συνέχεια, με το άρθρο 21 § 7 Ν. 4238/2014, η ένδικη μίσθωση ίσχυσε έναντι της Διοίκησης 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου, στην οποία εντάσσεται η Υγειονομική Μονάδα που στεγάζεται το μίσθιο. Κατά το άρθρο 5 § 1 του π.δ. 34/1995, όπως άλλωστε με ισχύ δεδικασμένου, ως προς το προδικαστικό ζήτημα της διάρκειας της επίδικης μίσθωσης (331 ΚΠολΔ) έκριναν και οι με αριθμούς 532/2017, 401/2020, 740/2020, 446/2022 και 499/2023 τελεσίδικες αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, οι προδικαστικές για την παρούσα δίκη διαπιστώσεις των οποίων δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο, η ένδικη σύμβαση ίσχυσε αρχικά για δώδεκα έτη ήτοι έως την 02-07-2017, έκτοτε δε το εναγόμενο, όπως άλλωστε και το ίδιο συνομολογεί, εξακολουθούσε να κάνει χρήση του μισθίου, σε γνώση των εναγόντων συνεκμισθωτών, μέχρι και το μήνα Μάϊο του έτους 2024, οπότε υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 611 ΑΚ [σιωπηρή παράταση για άλλα 12 έτη και όχι αναμίσθωση αορίστου χρόνου, δοθέντος ότι στις μισθώσεις με μισθωτή το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ δεν εφαρμόζεται ευθέως ο κανόνας του άρθρου 611 ΑΚ περί σιωπηρής αναμίσθωσης (βλ. ΑΠ 1863/2006 ΧρΙΔ 2007.327. Κ. Παντελίδου σε Μίσθωση Πράγματος και Ειδικές Μισθώσεις, 2020, παρ. 17, σελ. 272, αριθμ. 42, εξάλλου και η κατ’ άρθρο 61 Π.Δ. 34/1995 παράταση της μίσθωσης για άλλα 4 έτη μετά τη λήξη της 12ετίας καταργήθηκε με το Ν. 4242/2014, από τη στιγμή κατά την οποία, την 13-08-2014, η ένδικη μίσθωση ήταν ενεργός, βλ. μεταβατική διάταξη του άρθρου 13 § 3 Ν. 4242/2014], η σύμβαση παρατάθηκε για ισόχρονο χρονικό διάστημα 12 ετών. Ο δεύτερος λόγος της από 11.3.2026 έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δέχθηκε τα ως άνω και δεν έκρινε ότι η σύμβαση της επίδικης μίσθωσης έχει παραταθεί εκ του νόμου κατ’ άρθρ. 61 περ. δ 34/1995, αλυσιτελώς προβάλλεται και πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί, αφού, το εκκαλούν δεν αμφισβητεί τόσο την μισθωτική σχέση, όσο και το γεγονός ότι αυτή έχει παραταθεί κι ότι εξακολουθεί να ποιεί χρήση του μισθίου και κατά τον επίδικο χρόνο.  Ομοίως πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο τρίτος λόγος της από 11.3.2026 έφεσης, καθώς οι ως άνω τελεσίδικες και αμετάκλητες αποφάσεις έχουν κρίνει και το ζήτημα ότι κατά την πάροδο των ετών, πρόκειται για την ίδια από 1.07.2004 μισθωτική σχέση μεταξύ των διαδίκων, η οποία παρατάθηκε κατά τα ως άνω.  Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο, με το με αριθμό ………../21-07-2014 έγγραφό του, κάλεσε τον πρώτο, τη δεύτερη, τον πέμπτο και την έκτη των εναγόντων σε επαναδιαπραγμάτευση σχετικά με το ύψος του μισθώματος, με πρόταση για καθορισμό του στο ποσό των 1.100,00€. Οι ως άνω συνεκμισθωτές επιφυλάχθηκαν να καταθέσουν αντιπρόταση έως τις 24-07-2014, πλην όμως διαπραγμάτευση τελικώς ουδέποτε έλαβε χώρα. Το εναγόμενο, ωστόσο, με τη με αριθμό 21766/01-08-2014 απόφαση του υποδιοικητή του, θεώρησε ότι το μίσθωμα είχε οριστικοποιηθεί στο προταθέν ποσό των 1.100,00€ μηνιαίως, στο οποίο όμως οι συνεκμισθωτές ουδέποτε συμφώνησαν. Αντιθέτως, οι τελευταίοι απέστειλαν το από 29-08-2014 έγγραφό τους, με το οποίο εξέφρασαν καταρχήν την αντίθεσή τους στην προτεινόμενη από το εναγόμενο μείωση (κατά ποσοστό 66,42%), αντιπροτείνοντας μείωση κυμαινόμενη από 15-20%, συσχετιζόμενη με τη χρονική επέκταση της μίσθωσης, αλλά και την από 31-10-2014 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία δήλωναν ότι θα αποδέχονταν μία μείωση της τάξης του 15-20% και όχι αυτή που είχε προταθεί από το εναγόμενο, σε συσχετισμό με τις μικρότερες μειώσεις που είχε προτείνει το εναγόμενο με την ίδια απόφασή του προς έτερους εκμισθωτές άλλων ακινήτων. Η παραπάνω, λοιπόν, με αριθμό 21766/01-08-2014 απόφαση του υποδιοικητή του εναγομένου στερείται εννόμων συνεπειών, αφού η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 § 7 του ν. 4238/2014 δίνει το δικαίωμα στις Διοικήσεις Υγειονομικής Περιφέρειας να καταγγείλουν μονομερώς τη μίσθωση, σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας ως προς το ύψος του μισθώματος, όχι όμως και να καθορίσουν μονομερώς αυτό. Επομένως το μηνιαίο οφειλόμενο μίσθωμα, έχει παραμείνει στο ποσό των 3.276,26€, όπως δηλαδή είχε διαμορφωθεί κατά το έτος 2012, δυνάμει της υπ’ αριθ. πρωτ. ……../14-12-2012 έγγραφης συμφωνίας, το ίδιο δε μίσθωμα ίσχυε και κατά το μήνα Ιούλιο 2014, αλλά και μέχρι και σήμερα. Τα αυτά έκριναν με ισχύ δεδικασμένου για την παρούσα δίκη, εν είδει προδικαστικού ζητήματος ως προς το ύψος του μισθώματος και ειδικότερα, ως προς το αν το μήνα Ιούλιο του έτους 2014 (όταν το εναγόμενο πρότεινε στους συνεκμισθωτές μείωση του μισθώματος από το ποσό των 3.276,26€ στο ποσό των 1.100,00€, έλαβε χώρα εγκύρως και νομίμως μια τέτοια μείωση, δοθέντος ότι η κρίση αυτή επηρεάζει και τα αιτούμενα με την υπό κρίση αγωγή μισθώματα του κρίσιμου χρονικού διαστήματος (από Απρίλιο 2022 έως και Μαΐο 2024), οι με αριθμούς 532/2017, 401/2020, 740/2020 και 499/2023 τελεσίδικες αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, εκ των οποίων οι υπ’ αριθ. 532/2017 και 401/2020 αποφάσεις έχουν ήδη καταστεί αμετάκλητες, η δεύτερη εξ αυτών κατόπιν εκδόσεως της υπ’ αριθ. 1166/2023 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε το ίδιο ζήτημα επί προγενέστερων αγωγών των νυν εναγόντων που αφορούσαν επιδίκαση μισθωμάτων προηγούμενων μισθωτικών περιόδων. Συγκεκριμένα κρίθηκε, με ισχύ δεδικασμένου για την παρούσα δίκη, ότι ουδέποτε έλαβε χώρα κατά νόμιμο και έγκυρο τρόπο μείωση του μηνιαίου μισθώματος από το ποσό των 3.276,26€ στο ποσό των 1.100,00€, με τη μονομερή και αυθαίρετη ενέργεια του εναγομένου, ήτοι με τη λήψη της με αριθμό 21766/01-08-2014 απόφασής του. Η τελεσίδικη αυτή δεσμευτική κρίση που απορρέει από τη με αριθμό 532/2017, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά αφορά στους πρώτο, δεύτερη, πέμπτο και έκτη των εδώ εναγόντων. Σε σχέση δε με άπαντες τους ενάγοντες, συμπεριλαμβανομένων επομένως του τρίτου και της τέταρτης αυτών, τα αυτά (με ισχύ δεδικασμένου κατ’ άρθρο 331 ΚΠολΔ), κρίθηκαν από τη με αριθμό 401/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που κατέστη αμετάκλητη, κατόπιν εκδόσεως της υπ’ αριθ. 1166/2023 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, αλλά και από τη με αριθμό 499/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, κατά το μέρος που επικύρωσε την υπ’ αριθ. 2740/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία εξαφανίσθηκε αποκλειστικά και μόνο ως προς το ύψος του επιδικασθέντος επιτοκίου και από τη με αριθμό 446/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Κατ’ εφαρμογή της τελευταίας αυτής διάταξης (331 ΚΠολΔ), το παρόν δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θέσει ως βάση του δικανικού του συλλογισμού τις προδικαστικές (για την παρούσα δίκη) διαπιστώσεις των ανωτέρω τελεσίδικων αποφάσεων (θετική, άλλως προδικαστική, λειτουργία του δεδικασμένου). Ενόψει των παραπάνω, πιθανολογείται ότι θα απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία τους οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι της από 11.3.2026 έφεσης του εκκαλούντος, με τους οποίους διατείνεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι σε περίπτωση ασυμφωνίας για το ύψος του μισθώματος, η μοναδική δυνατότητα που είχε το αιτούν ήταν να καταγγείλει την επίδικη μίσθωση καθώς δεν νοείται μονομερής αυθαίρετη μείωση του μισθώματος εκ μέρους του μισθωτή, ακόμη κι αν πρόκειται για το Δημόσιο. Εξάλλου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν πιθανολογείται ότι παραβίασε τους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, μη δεχόμενο ότι η άμεση οριστικοποίηση του ύψους του μειωμένου μισθώματος κατά το ποσό των 2.176,26 ευρώ εντός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου επιβαλλόταν εκ του νόμου για λόγους δημοσιονομικούς κι ότι η πραγματική βούληση των εφεσίβλητων ήταν η πλήρης αποδοχή της μονομερούς μείωσης του μισθώματος εκ μέρους της Δ.Υ.Πε Πειραιώς και Αιγαίου. Τούτο διότι η δικαιοπρακτική βούληση των εκμισθωτών αναφορικά με το ζήτημα της διαπραγμάτευσης του προταθέντος ύψους (μειωμένου) μηνιαίου μισθώματος υπήρξε σαφής, δηλαδή οι εφεσίβλητοι αρνήθηκαν την πρόταση και συνεπώς δεν καταλείπεται αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεώς τους, ώστε να υπάρξει ανάγκη προσφυγής στις ως άνω διατάξεις. Συνακόλουθα, εφόσον αποδεικνύεται πλήρως ότι το ύψος του οφειλόμενου μισθώματος ανερχόταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στο ποσό των 3.276,26€, και το ίδιο το εναγόμενο συνομολογεί ότι κατέβαλλε μόνο το ποσό των 1.100,00€ μηνιαίως κατά το διάστημα αυτό, προκύπτει ότι το εναγόμενο εξακολουθεί να οφείλει στους ενάγοντες τη διαφορά του ανωτέρω οφειλομένου μισθώματος, ύψους 2.176,26€ χ 26 μήνες, για το λόγο ότι δεν τους έχει καταβάλει, ως όφειλε, στο ακέραιο τα μισθώματα των μηνών από Απρίλιο 2022 έως και Μαΐο 2024. Να σημειωθεί ότι το εκκαλούν, με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι έχει καταβάλει, για το ένδικο χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο 2022 έως και το Μάρτιο 2024, το κατά την άποψή του πραγματικά οφειλόμενο μηνιαίο μίσθωμα των 1.100,00€, και ότι δεν οφείλει, έτσι, τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά, για το λόγο ότι το εναγόμενο, την 21-07-2014, πρότεινε εγγράφως στους ενάγοντες τη μείωση του τότε καταβαλλόμενου μισθώματος από 3.276,26€ σε 1.100,00€, τάσσοντας ταυτόχρονα τριήμερη προθεσμία, έως την 24η-07-2014, προκειμένου αυτοί να καταθέσουν δική τους αντιπρόταση, και ότι, μη ανταποκριθέντες όμως αυτοί (οι ενάγοντες) στην ως άνω ταχθείσα προθεσμία, ουσιαστικά αποδέχθηκαν την πρότασή του για μείωση του μισθώματος στο ποσό των 1.100,00€, το οποίο και κατέβαλε πράγματι το εναγόμενο. Ότι ειδικότερα οι ενάγοντες, με την από 29-08-2014 επιστολή τους, καθώς και με την από 31-10-2014 εξώδικη δήλωσή τους, αποδέχθηκαν μεν την πρότασή του για μείωση του μισθώματος, διαφώνησαν όμως ως προς το ύψος αυτής, με αποτέλεσμα η εμμονή αυτών στην επιδίωξη είσπραξης, μέσω της κρινόμενης αγωγής, μηνιαίου μισθώματος 3.276,26€, ενώ προηγουμένως είχαν εκδηλώσει την πρόθεσή τους να διαπραγματευθούν μείωσή του, συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο, καλώς απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω δεδικασμένου κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ τον ανωτέρω ισχυρισμό, ο οποίος συνιστά ένσταση (άρθρα 281 ΑΚ, 262  παρ. 1, 338 παρ. 1 ΚΠολΔ) και τούτο διότι αν και τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν ήταν ήδη γεγεννημένα και μπορούσαν να προταθούν στις προγενέστερες δίκες που ανοίχθηκαν με την άσκηση των από 16-2-2015 (με αριθ. κατάθ. ……/16-2-2015) και από 18-7-2016 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………../22-7-2016) αγωγών καταβολής (διαφορών) μισθωμάτων μεταξύ των ιδίων διαδίκων που αφορούσαν προηγούμενα χρονικά διαστήματα, επί των οποίων εκδόθηκαν οι με αριθ. 532/2017 και 401/2020 τελεσίδικες αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου –  η ένσταση αυτή δεν προτάθηκε και συνεπώς έχει αποκλειστεί από το δεδικασμένο (άρθρα 321, 330 ΚΠολΔ) που απέρρευσε από τις ανωτέρω τελεσίδικες αποφάσεις και δεν είναι πλέον δυνατή η επαναπροβολή της στην πρωτοβάθμια δίκη επί της από 29.5.2024 αγωγής. Το αυτό ισχύει και την με αριθ. καταθ. …………../2022 αγωγής καταβολής μισθωμάτων, που αφορούσε επίσης προγενέστερο χρονικό διάστημα, μεταξύ των ιδίων διαδίκων, με την αυτή νομική και ιστορική αιτία, επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθ. 499/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Ενόψει των παραπάνω, πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του ο έκτος λόγος της από 11.3.2026 έφεσης του εκκαλούντος. Ενόψει των ανωτέρω, πιθανολογήθηκε ότι κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατ’ ορθή εκτίμηση των αποδείξεων η από 29.05.2024 αγωγή των εναγόντων έγινε δεκτή ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 56.582,76€, ήτοι για 26 μήνες, από τον Απρίλιο 2022 έως και το Μάιο 2024 (3.276,26€ – 1.100,00€)= 2.176,26€ Χ 26 μήνες=] 56.582,76€, κατανεμόμενο μεταξύ των εναγόντων με βάση το ποσοστό συγκυριότητας εκάστου επί του μισθίου και συγκεκριμένα: α) στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των 6.549,45€ (115,75‰ Χ 56.582,76€)· β) στη δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 7.596,24€ (134,25‰ Χ 56.582,76€)· γ) στον τρίτο εξ αυτών το ποσό των 7.072,85€ (125‰ Χ 56.582,76€)· δ) στην τέταρτη εξ αυτών το ποσό των 7.072,85€ (125‰ Χ 56.582,76€)· ε) στον πέμπτο εξ αυτών το ποσό των 15.192,47€ (268,50‰ Χ 56.582,76€)· και στ) στην έκτη εξ αυτών το ποσό των 13.098,90€ (231,50‰ Χ 56.582,76€), εντόκως και δη με το νόμιμο επιτόκιο που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 45 § 1 του ν. 4607/2019, από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν νομικό πρόσωπο παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του έσφαλε επιβάλλοντας σε βάρος του την καταβολή του ποσού των 56.582,76 ευρώ με το νόμιμο τόκο που ορίζεται στην ως άνω διάταξη, ενώ αν εφάρμοζε σωστά το νόμο, έπρεπε να υπολογίσει το επιτόκιο της επιδικαζόμενης απαίτησης με επιτόκιο 6% κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 21 του Κώδικα περί Δικών Δημοσίου που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 ΕισΝΑΚ, πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως μη νόμιμος. Τούτο διότι, σύμφωνα με την προαναφερόμενη υπό στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη, τα όσα σχετικά ορίζει το άρθρο 7 παρ. 2 του ΝΔ 496/1974 και 21 του ΚΔ της 26-6/10-7-1944 «περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου», τυγχάνουν εφαρμοστέα μέχρι τις 30-04-2019, όχι όμως και για το επόμενο χρονικό διάστημα από 01-05-2019 (οι επίδικες αξιώσεις αφορούν το χρονικό διάστημα από 04/2022 έως και 05/2024) μέχρι την εξόφληση, κατά το οποίο το ετήσιο επιτόκιο υπερημερίας του εκκαλούντος υπολογίζεται κατά το άρθρο 45 του ν. 4607/2019. Τέλος, ο έβδομος λόγος της από 11.3.2026 έφεσης του εκκαλούντος με το οποίο διατείνεται ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το παρεπόμενο αίτημα των εναγόντων να κηρυχθεί η απόφαση στο σύνολό της προσωρινά εκτελεστή, λόγω της απαγορευτικής διάταξης του άρθρου 909 περ. 1 ΚΠολΔ αναφορικά με το Δημόσιο, πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού με την έκδοση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η εκκαλουμένη ως τελεσίδικη μπορεί να εκτελεστεί (321, 904 παρ.2 ΚΠολΔ), (βλ. Σ. Σαμουήλ, Η έφεση κατά τον ΚΠολΔ, 2003, παρ. 542, αρ. 5, σελ. 222).  Εν’ όψει των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί σαν αβάσιμη στην ουσία της, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι εφόσον δεν πιθανολογείται ευδοκίμηση της έφεσης που ασκήθηκε, δεν νοείται και βλάβη του αιτούντος από την εκτέλεση της απόφασης που προσβάλλεται. Η δικαστική δαπάνη των καθ’ ων η αίτηση βαρύνει το αιτούν, επειδή ηττάται στην μεταξύ τους δίκη, (αρθρ. 84 παρ. 2 Ν. 4194/2013, άρθρ. 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων

Απορρίπτει την αίτηση

Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος τα δικαστικά έξοδα των καθ’ ων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του στον Πειραιά στις 4.6.2026, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

   Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ