Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 352/2026

Αριθμός   352/2026

ΤΟ MONOMΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

[ΤΜΗΜΑ 3ο]

Αποτελούμενο από την Δικαστή Μαρία – Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, η οποία  ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ : Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ) με την επωνυμία « …………….» που εδρεύει στο …….., επί της οδού ………….., με ΑΦΜ: ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεανώ Μπαντή (ΔΣΑ).

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ……………, ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Το εκκαλούν άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από  29.03.2024  και με αριθ. εκθ. καταθ.  …………./2024 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 3670/ 2025 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου,  που  δέχτηκε τ’ αναφερόμενα σ’ αυτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε  ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου το εκκαλούν με την από 20.11.2025 και με αριθ. εκθ. καταθ. ………../2025 έφεσή του, της οποίας  δικάσιμος ορίστηκε  αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η πληρεξούσια δικηγόρος του παρασταθέντος διαδίκου (εκκαλούντος), ανέπτυξε τις απόψεις της  με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 271, 272 παρ. 1 και 524 παρ. 1,4 ΚΠολΔ, αν ο εφεσίβλητος δεν εμφανιστεί ή δεν λάβει μέρος κανονικά στη συζήτηση της έφεσης, προϋπόθεση του παραδεκτού της είναι η νόμιμη κλήτευσή του ή η επίσπευση της συζήτησης από τον ίδιο για την ορισθείσα δικάσιμο. Έτσι, σε περίπτωση μη εμφάνισης του εφεσίβλητου στη συζήτηση της έφεσης, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρών, εφόσον επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση ή έχει κληθεί νομίμως από τον παριστάμενο εκκαλούντα, στοιχεία στην έρευνα των οποίων οφείλει να προβεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 548/2019, ΕφΑθ 248/2025, ΤΝΠ ‘Νόμος’). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ……΄/5.1.2026 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών …………, αντίγραφο της κρινόμενης από 20.11.2025 και με αριθμ. κατ. δικ. ………../2025 έφεσης με την υπ’ αριθμ. …………./2025 πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση   για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον εφεσίβλητο. Όπως όμως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο προς συζήτηση της έφεσης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου (12), ο ανωτέρω εφεσίβλητος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ότι επιθυμεί να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς την εκπροσώπησή του στο ακροατήριο, με προτάσεις. Επομένως, εφόσον ο εφεσίβλητος έχει προσηκόντως κληθεί να παρασταθεί στη συζήτηση της υπό κρίση έφεσης, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρα 524 παρ. 4. εδ. α΄ του ΚΠολΔ).

ΙΙ. Η κρινόμενη από 20-11-2025 (αριθμ. κατ. ……………/2025) έφεση κατά της υπ` αριθ. 3670/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και ήδη περιουσιακών διαφορών [άρθρα 591, 614§ 1 ΚΠολΔ] έχει ασκηθεί νομότυπα [άρθρα 495, 499, 500, 511, 513 § 1 εδ. β`, 516§1 και 517 του ΚΠολΔ] με την κατάθεση του δικο­γράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρί­ου από το ενάγον ΝΠΙΔ που ηττήθηκε πρωτοδίκως και εμπρόθεσμα, εντός της οριζόμενης από τη διάταξη του άρθρου 518 παρ.2 ΚΠολΔ διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης, η οποία έλαβε χώρα στις 6.08.2025 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 20.11.2025 (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ.1, 516 παρ.1, 517, 518 παρ.1 εδαφ. α΄  ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, ενόψει του χρόνου άσκησης της έφεσης μετά την 1-1-2016).  Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία (άρθρα 522, 524 παρ.1, 2, 533 παρ.1, 591 παρ.7, 614 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, όπως τα δύο τελευταία ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο 1, άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015), καταβλήθηκε δε από το εκκαλούν το προσήκον παράβολο, κατατεθέντος του υπ’ αριθ. …….. παραβόλου του Δημοσίου, συνολικού ποσού 100 ευρώ κατά την άσκηση της ένδικης έφεσης, κατ’ άρθρο 495 § 3 εδαφ. γ και εδαφ. τελ. ΚΠολΔ.

ΙΙΙ.  Στην προκειμένη περίπτωση, το ενάγον  και ήδη εκκαλούν, με την από 29.03.2024 αγωγή του, που κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά του εναγομένου και δη εφεσίβλητου εξέθετε ότι, κατόπιν ανοιχτού πλειοδοτικού διαγωνισμού, εκμίσθωσε στον εναγόμενο, δυνάμει του υπ’ αριθμ. πρωτ. ……./01-4-2021 ιδιωτικού συμφωνητικού, υπαίθριο ελεύθερο χώρο, συνολικού εμβαδού 612 τ.μ., στον περιβάλλοντα χώρο του ……………….., για την τοποθέτηση λυόμενης κατασκευής παροχής υπηρεσιών υγειονομικού ενδιαφέροντος. Ότι η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε στα έξι έτη από την υπογραφή της σύμβασης, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε στο ποσό των 1.591,20 ευρώ, καταβλητέο εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μισθωτικού μηνός, η έναρξη δε της μηνιαίας τιμολόγησης συμφωνήθηκε να λάβει χώρα με την πάροδο έξι μηνών από την υπογραφή της σύμβασης ή από την έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης. Ότι, ακόμη, συμφωνήθηκε ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος, κατά ποσοστό ίσο με το 75% της μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή, επιπλέον δε, συμφωνήθηκε ότι ο μισθωτής επιβαρύνεται με το εκάστοτε ισχύον τέλος χαρτοσήμου, το οποίο, κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης, ανερχόταν σε ποσοστό 3,6% επί του μηνιαίου μισθώματος. Ότι, μολονότι το ενάγον, ήδη από την 01/4/2021, παρέδωσε στον εναγόμενο το μίσθιο και ο τελευταίος παρέλαβε τούτο ανεπιφύλακτα κατά την ίδια ημερομηνία, ο ίδιος (ο εναγόμενος) ήδη από την παρέλευση της προαναφερθείσας εξάμηνης περιόδου χάριτος αρνείται να καταβάλλει προσηκόντως το συμφωνηθέν μίσθωμα, συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου, ήτοι το συνολικό ποσό των 1.648,48 ευρώ μηνιαίως. Ότι, ειδικότερα, ο εναγόμενος κατέβαλε, στις 08/8/2022, έναντι των οφειλόμενων, μέχρι τον χρόνο εκείνο, μισθωμάτων, το ποσό των 9.999,00 ευρώ, που αντιστοιχεί σε 6,06 μισθώματα, ενώ εξακολουθεί να οφείλει μέρος του μισθώματος του μηνός Απριλίου 2022, ήτοι το ποσό των 1.540,37 ευρώ, καθώς και τα μισθώματα των μηνών Μαΐου 2022 μέχρι και Σεπτεμβρίου 2023, ήτοι το συνολικό ποσό των (1.540,37 + 1.648,48 X 17=) 29.564,53 ευρώ. Ότι, εξάλλου, με την από 14/9/2023 εξώδικη δήλωση του ενάγοντος, που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 20/9/2023, το ενάγον κατήγγειλε τη μίσθωση και κάλεσε τον εναγόμενο να του καταβάλει το παραπάνω ποσό, πλην όμως ο τελευταίος αρνείται να πράξει τούτο. Ότι, επικουρικά, εφόσον ήθελε κριθεί ότι η ένδικη σύμβαση μίσθωσης τυγχάνει άκυρη, ο εναγόμενος ενέχεται στην καταβολή του ποσού των 29.564,53 ευρώ, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεδομένου ότι, χωρίς νόμιμη αιτία, πλούτισε αδικαιολόγητα σε βάρος του ενάγοντος, ποιώντας ανεμπόδιστη χρήση του μισθίου. Με βάση το ιστορικό αυτό, το ενάγον ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 29.564,53 ευρώ, νομιμοτόκως από τον χρόνο κατά το οποίο έκαστο μίσθωμα κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ήτοι από την 6η ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα,  να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, τόσο κατά την κύρια βάση της όσο και κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, εκτός από το παρεπόμενο αίτημα της τελευταίας περί καταβολής τόκων καθ’ ο μέρος αφορά στο προγενέστερο χρονικό διάστημα της επίδοσης της αγωγής, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο, απέρριψε την αγωγή ως ουσία βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται το ενάγον και ήδη εκκαλούν, με την υπό κρίση έφεσή του και ζητεί την εξαφάνισή της για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε να γίνει η αγωγή δεκτή στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 574 έως 578 και 585 ΑΚ, συνάγεται ότι με τη διαρκή σύμβαση της μίσθωσης, ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση. Επίσης έχει υποχρέωση όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά να το διατηρεί κατάλληλο για την ίδια χρήση σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, υποχρεούμενος σε άρση των πραγματικών του ελαττωμάτων και σε αποκατάσταση των συμφωνημένων ιδιοτήτων που λείπουν. Αν κατά το χρόνο παράδοσης στο μισθωτή, το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσθηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει το δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση (ΑΠ 269/2019, ΑΠ 1/2007). Επομένως, αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος εμποδίστηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ’ ένσταση, προς απόκρουση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή των μισθωμάτων, να μην καταβάλει το μίσθωμα όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου από το ελάττωμα και αν το προκατέβαλε, δικαιούται να αναζητήσει αυτό ως αχρεώστητο κατά το άρθρο 904 του ΑΚ, εφόσον εξαιτίας του πραγματικού ελαττώματος, αναιρείται η δυνατότητα να κάνει χρήση ελεύθερη και ανενόχλητη, κατά τους όρους της σύμβασης, με αποτέλεσμα να καθίσταται χωρίς περιεχόμενο το δικαίωμά του και να αναιρείται και η γενόμενη παράδοση της χρήσης του μισθίου (ΑΠ 269/2019, ΑΠ 1469/2013). Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα, εξάλλου, αποτελεί και η αδυναμία χρήσης του μισθίου όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτούμενης αδείας δημοσίας αρχής (ΟλΑΠ 50/2005, ΑΠ 835/2021). Αν όμως ο μισθωτής παρά την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος έκανε χρήση του μισθίου έχει υποχρέωση να καταβάλει το μίσθωμα, που οφείλεται σε αντάλλαγμα της χρήσης που έγινε (ΑΠ 806/2023, ΑΠ 1/2007, AΠ 322/2004).

V. Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων ………….. και …………… που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και οι καταθέσεις τους περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο διάδικος που παραστάθηκε, για να ληφθούν υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ’ ουσία διάγνωση της διαφοράς (ενώ τα διδάγματα της λογικής και κοινής πείρας λαμβάνονται υπ΄ όψιν και αυτεπαγγέλτως κατ΄ αρθ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν ανοιχτού πλειοδοτικού διαγωνισμού, που έλαβε χώρα σε συνέχεια της υπ’ αριθμ. πρωτ. ……………./08-10-2020 διακήρυξης και σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 33/27-01-2021 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του, το ενάγον και ήδη εκκαλούν, Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία «……………..», εκμίσθωσε στον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο, …………….., δυνάμει του υπ’ αριθμ. πρωτ. …………./01-4-2021 ιδιωτικού συμφωνητικού, υπαίθριο ελεύθερο χώρο, όπως αποτυπώνεται στο συνημμένο στο συμφωνητικό τοπογραφικό διάγραμμα, συνολικού εμβαδού εξακοσίων δώδεκα (612) τ.μ., στον περιβάλλοντα χώρο του ……………….., για την τοποθέτηση λυόμενης κατασκευής παροχής υπηρεσιών υγειονομικού ενδιαφέροντος [άρθρο 1 («Αντικείμενο-μίσθιο»), παρ. 1], ενώ, ως επιτρεπόμενη χρήση του μισθίου ορίσθηκε η χρήση αυτού ως χώρου υγειονομικού ενδιαφέροντος εστίασης, πραγματοποίησης εκδηλώσεων, γάμων, βαπτίσεων, «catering» κλπ [άρθρο 4 («Χρήση-περιορισμοί του μισθωτή») εδ. α’]. Εξάλλου, συμφωνήθηκε ότι ο μισθωτής δεν δικαιούται να επεκτείνει τη δραστηριότητά του ή να χρησιμοποιήσει άλλους, πλην των ανωτέρω περιγραφόμενων, χώρους των εγκαταστάσεων του ………. (άρθρο 1 παρ. 2). Επίσης, ορίσθηκε ότι απαγορεύεται ρητά η εκ μέρους του μισθωτή αλλαγή της χρήσης του μισθίου, καθώς επίσης και η προσχηματική ή με οποιαδήποτε αυτόβουλη μετατροπή ή προσθήκη στη χρήση του μισθίου (άρθρο 4.2.), ενώ επιτρέπεται στον μισθωτή, με προηγούμενη έγκριση του ………. και βάσει του σχεδίου που θα υποβάλλει κατά την υπογραφή της σύμβασης μίσθωσης, να προβεί σε μεταρρυθμίσεις, εγκαταστάσεις, προσθήκες που θα είναι απαραίτητες για την άσκηση της δραστηριότητάς του (άρθρο 4.3.). Περαιτέρω, η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε σε έξι (6) έτη από την υπογραφή της σύμβασης, με δικαίωμα παράτασης τριών (3) ακόμη ετών, υπό τις ειδικότερα οριζόμενες προϋποθέσεις [άρθρο 2 («Διάρκεια μίσθωσης»)]. Ακόμη, ως προς το μίσθωμα, στο άρθρο 3 («Μίσθωμα – αναπροσαρμογή- λειτουργικές δαπάνες») της σύμβασης, συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Το μηνιαίο μίσθωμα ορίζεται στο ποσό των 1.591,20 ευρώ. Το ύψος του μισθώματος παραμένει σταθερό για τρία έτη. Το ποσό θα αναπροσαρμόζεται ετήσια κατά ποσοστό ίσο με 75% της μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή μετά τη συμπλήρωση των πρώτων τριών (3) ετών της μισθώσεως. Η έναρξη της μηνιαίας τιμολόγησης θα ξεκινήσει με την πάροδο έξι (6) μηνών από την υπογραφή της σύμβασης ή την έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης, δηλαδή έκδοσης της πρώτης απόδειξης πώλησης αγαθών. Κατά το διάστημα αυτό, δηλαδή από την αρχική περίοδο των έξι μηνών (6) μηνών από την υπογραφή ή την περίοδο έως την πραγματική έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης, ο μισθωτής απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής μισθωμάτων, καθώς θεωρείται ως εύλογος χρόνος για την τοποθέτηση και εν γένει τεχνική ολοκλήρωση της δραστηριότητας του μισθωτή καθώς και για τη λήψη όλων των απαιτούμενων αδειοδοτήσεων και εγκρίσεων και την ολοκλήρωση των τεχνικών εργασιών». Επιπλέον, στο ίδιο άρθρο, ορίσθηκε ότι το μίσθωμα θα καταβάλλεται από τον μισθωτή, κατά το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα καθώς και ότι ο τελευταίος (ο μισθωτής) επιβαρύνεται με το εκάστοτε ισχύον τέλος χαρτοσήμου, ανερχόμενου κατά την υπογραφή της σύμβασης σε ποσοστό 3,6% επί του μηνιαίου μισθώματος. Ακόμη, στο άρθρο 13 («Άδειες λειτουργίας») της σύμβασης, συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «13.1. Η συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία σχετικά με θέματα πυρασφάλειας, ασφάλειας, υγιεινής και γενικά αδειών ίδρυσης και λειτουργίας, είναι αποκλειστική ευθύνη του μισθωτή. Ο μισθωτής υποχρεούται να προβαίνει ο ίδιος με αποκλειστικά δική του επιμέλεια, ευθύνη, έξοδα και δαπάνες, σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την έκδοση, ανανέωση ή και αναθεώρηση, καθώς και για τη διατήρηση σε ισχύ, όλων των αδειών (ίδρυσης- λειτουργίας) και εγκρίσεων που απαιτούνται για τη χρήση του μισθίου. Η έκδοση των σχετικών αδειών από τις αρμόδιες αρχές αποτελεί αποκλειστική υποχρέωση του μισθωτή, ουδεμίας ευθύνης φέροντος του ………….. σε περίπτωση μη εκδόσεώς τους ει μη μόνον της περιπτώσεως κατά την οποίαν η έκδοση των αδειών είναι αδύνατη για λόγους που οφείλονται στο μίσθιο, οπότε στην περίπτωση αυτήν λύεται αυτοδικαίως και αζημίως για αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη η μίσθωση. Ο μισθωτής υποχρεούται εντός 5 ημερών από της εκδόσεως της ανωτέρω αδείας να την παραδώσει στο …………..», «13.3. Σε περίπτωση μη έκδοσης των απαραίτητων αδειών (ίδρυσης, λειτουργίας κλπ) από το μισθωτή εντός ευλόγου προθεσμίας και για λόγους που δεν οφείλονται στο μίσθιο, το ……………. δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση, να αποβάλει το μισθωτή και να απαιτήσει την ικανοποίηση κάθε θετικής και αποθετικής του ζημίας». Περαιτέρω, το ενάγον – εκκαλούν, με την από 29.03.2024 αγωγή του, ισχυρίζεται ότι, παρότι το ίδιο παρέδωσε στον εναγόμενο – εφεσίβλητο τη χρήση του μισθίου ήδη από τη σύναψη της σύμβασης, την 01/4/2021 και ο τελευταίος υπείχε υποχρέωση να καταβάλλει το συμφωνηθέν μίσθωμα μετά την πάροδο της εξάμηνης περιόδου χάριτος, ο ίδιος (ο μισθωτής) κατέστη υπερήμερος ως προς την εν λόγω υποχρέωσή του. Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, οι διάδικοι συμφώνησαν ότι «η έναρξη της μηνιαίας τιμολόγησης θα ξεκινήσει μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την υπογραφή της σύμβασης ή την έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης, δηλαδή έκδοσης πρώτης απόδειξης πώλησης αγαθών» (άρθρο 3, εδ. γ’). Ωστόσο, η συμφωνία αυτή των μερών παρουσιάζει ασάφεια, και συγκεκριμένα, από τον τρόπο διατύπωσης της βούλησης των μερών, γεννάται αμφιβολία ως προς τον χρόνο έναρξης της υποχρέωσης του εναγόμενου μισθωτή να καταβάλλει το συμφωνηθέν μίσθωμα, στην περίπτωση κατά την οποία η έναρξη λειτουργίας της επιχείρησής του δεν λάβει χώρα εντός χρονικού διαστήματος έξι (6) μηνών από την υπογραφή της σύμβασης. Δεν καθίσταται, δηλαδή, σαφές εάν ο μισθωτής υποχρεούται σε κάθε περίπτωση σε καταβολή μισθώματος, με την πάροδο των ανωτέρω έξι (6) μηνών, ακόμη και εάν η έναρξη λειτουργίας της επιχείρησής του λάβει χώρα μετά την πάροδο του ως άνω χρονικού διαστήματος ή δεν λάβει καθόλου χώρα. Από την ερμηνεία της ανωτέρω συμφωνίας των μερών, κατά συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ήτοι από την αληθή βούληση αυτών χωρίς προσήλωση στις λέξεις, σε συνδυασμό με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, συνάγεται ότι, με την ένδικη σύμβαση συμφωνήθηκε ότι ο μισθωτής υποχρεούται σε καταβολή μισθώματος σε κάθε περίπτωση μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από την υπογραφή της σύμβασης, ήτοι ακόμη και εάν δεν έχει λάβει χώρα έναρξη της λειτουργίας της επιχείρησής του, ενώ, άλλωστε, παράλληλα, συνάγεται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η έναρξη της λειτουργίας της επιχείρησης του μισθωτή τοποθετείται εντός του χρονικού διαστήματος των έξι (6) μηνών, άρχεται νωρίτερα η υποχρέωσή του προς καταβολή μισθώματος. Πιο συγκεκριμένα, στο ίδιο άρθρο της σύμβασης, στο τέταρτο (4°) εδάφιο αυτού, εκτίθεται ότι η χρονική περίοδος των έξι (6) μηνών από την υπογραφή της σύμβασης «θεωρείται ως εύλογος χρόνος για την τοποθέτηση και εν γένει τεχνική ολοκλήρωση της δραστηριότητας του μισθωτή καθώς και για τη λήψη όλων των απαιτούμενων αδειοδοτήσεων και εγκρίσεων και την ολοκλήρωση των τεχνικών εργασιών». Συνεπώς, προκύπτει ότι τα μέρη όρισαν το χρονικό διάστημα των έξι μηνών ως το απώτατο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο μισθωτής απαλλάσσεται της υποχρέωσης καταβολής μισθώματος, θεωρώντας αυτό εύλογο για την έναρξη της λειτουργιάς της επιχείρησής του, ενώ δεν θέλησαν να τοποθετήσουν το χρόνο έναρξης καταβολής των μισθωμάτων στον χρόνο έναρξης λειτουργίας της επιχείρησης του μισθωτή, ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο αυτή (η έναρξη) θα λάμβανε χώρα. Άλλωστε, αντίκειται στην καλή πίστη η επ’ αόριστον διαιώνιση της έλλειψης υποχρέωσης του μισθωτή προς καταβολή μισθώματος, μετά την παράδοση του μισθίου στον ίδιο, και δη ακόμη και για λόγους που μπορεί να μην ανάγονται στη σφαίρα ευθύνης του εκμισθωτή, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών. Εξάλλου, η παροχή «περιόδου χάριτος» στον μισθωτή, που συχνά απαντάται στις συναλλαγές, ιδίως στα πλαίσια των εμπορικών μισθώσεων, εξυπηρετεί μεν το συμφέρον του μισθωτή να ολοκληρώσει, εντός του παρεχόμενου χρονικού διαστήματος, τις απαιτούμενες ενέργειες -που συχνά συνοδεύονται και από αντίστοιχες δαπάνες- για την έναρξη λειτουργίας της επιχείρησής του και την έναρξη είσπραξης εσόδων από την τελευταία, πλην όμως, το εν λόγω εύλογο συμφέρον του μισθωτή επιβάλλεται, στα πλαίσια της καλής πίστης που πρέπει να διέπει τις συναλλαγές, να εξισορροπείται -διά του ορισμού απώτατου χρονικού ορίου απαλλαγής του μισθωτή- με το ομοίως εύλογο συμφέρον του εκμισθωτή να λάβει τη συμφωνηθείσα αντιπαροχή για την παροχή του. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος μισθωτής ισχυρίζεται ειδικά με τις προτάσεις του, ότι, κατά το αληθές περιεχόμενο της συμφωνίας των μερών, ο ίδιος υπείχε υποχρέωση καταβολής μισθώματος μόνο μετά την έναρξη λειτουργίας της επιχείρησής του, ανεξαρτήτως του χρόνου κατά τον οποίο αυτή θα λάμβανε χώρα. Με βάση τα ανωτέρω, κατά τη συμφωνία των μερών, ο μισθωτής υποχρεούτο να καταβάλλει το συμφωνηθέν μίσθωμα, το αργότερο από τον έβδομο (7°) μισθωτικό μήνα, ακόμη και εάν δεν είχε λάβει χώρα έναρξη λειτουργίας της επιχείρησής του. Περαιτέρω, με την από 29.3.2024 αγωγή, το ενάγον και ήδη εκκαλούν ιστορεί ότι, παρότι ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος παρέλαβε το μίσθιο ήδη από τη σύναψη της μίσθωσης, την 01/4/2021, ο ίδιος κατέβαλε, στις 08/8/2022, έναντι των οφειλόμενων μισθωμάτων, μόνο το ποσό των 9.999,00 ευρώ, για τα μισθώματα των μηνών Οκτωβρίου 2021 έως Μαρτίου 2022 και μέρος του μισθώματος του μηνός Απριλίου 2022, ενώ δεν έχει καταβάλει το υπόλοιπο του μισθώματος του μηνός Απριλίου 2022 και τα μισθώματα των μηνών Μαΐου 2022 έως Σεπτεμβρίου 2023, ήτοι το συνολικό ποσό των (1.540,37 + 1.648,48 X 17=) 29.564,53 ευρώ. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβήτησε ειδικώς ο εναγόμενος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, από το σύνολο δε των υπολοίπων ισχυρισμών του, οι οποίοι περιέχονται στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιόν του, συνάγεται ομολογία αυτών η οποία κατισχύει της γενικής άρνησης της αγωγής και αποτελεί πλήρη απόδειξη (άρθρα 261 και 352 ΚΠολΔ). Ωστόσο, ο εναγόμενος προέβαλε κατ’ ένσταση παραδεκτά, με τις προτάσεις του και με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το διαπλαστικό δικαίωμα της μη καταβολής του μισθώματος, εξαιτίας πραγματικού ελαττώματος που εμποδίζει ολικά τη συμφωνηθείσα χρήση του μισθίου, συνιστάμενου (του ελαττώματος) στην αδυναμία λήψης από τις αρμόδιες αρχές της απαιτούμενης άδειας για τη λειτουργία της επιχείρησής του. Η ένσταση, ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 576 ΑΚ, αποδείχθηκε ως βάσιμη και στην ουσία της. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά στις χρήσεις γης εντός του ………….., από το σύνολο των προσαχθέντων αποδεικτικών μέσων και ιδίως την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ……….., αρχιτέκτονα μηχανικού – πολεοδόμου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καταδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με την υπ’ αριθμ. Γ/24660/2123 απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. Δ’ 552/06-10-1980, εγκρίθηκε η επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου του Πειραιά, διά του χαρακτηρισμού του αναφερόμενου σε αυτού χώρου (χώρου …………..) ως χώρου για την ανέγερση αθλητικών εγκαταστάσεων και κλειστού και ανοικτού Κολυμβητηρίου, σύμφωνα με το συνημμένο στο ως άνω Φ.Ε.Κ. διάγραμμα. Εν συνεχεία, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 78946/4063 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Δ’ 79/04-02-1988, εγκρίθηκε το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (Γ.Π.Σ.) του Δήμου Πειραιά (Ν. Αττικής) και ένα τμήμα του ως άνω χώρου ορίστηκε ως «Αστικό Πράσινο Ελεύθεροι Χώροι», ενώ στο λοιπό δόθηκε η χρήση «Αθλητισμός». Ακολούθως, με τα Διατάγματα του Προέδρου της Δημοκρατίας περί καθορισμού ζωνών προστασίας, χρήσεων γης και όρων και περιορισμών δόμησης στην παραλιακή ζώνη της Αττικής από το Φαληρικό Όρμο μέχρι την Αγία Μαρίνα Κρωπίας που δημοσιεύθηκαν στο ΦΕΚ Δ’ 254/05-3-2004 και δη το άρθρο 6 παρ. 2, καθορίστηκε η ………., που αφορά στο …….., εκτίθενται δε τα ακόλουθα: «α. Πρόκειται για περιοχή περιαστικού πρασίνου μητροπολιτικού χαρακτήρα και περιλαμβάνονται σε αυτήν οι αθλητικές εγκαταστάσεις του ……………. β. Εντός της ζώνης, στα υφιστάμενα κτίρια (κεντρικό και βοηθητικά) επιτρέπονται αθλητικές εγκαταστάσεις και εγκαταστάσεις υποστήριξης τους, όπως γραφεία διοίκησης, κέντρο τεκμηρίωσης αθλητικών εφαρμογών, αίθουσες διδασκαλίας, πολιτιστικών εκδηλώσεων, εστίασης, αποδυτήρια, χώροι υγιεινής, υπαίθριοι ή υπόγειοι χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων και μικρά αναψυκτήρια. Τμήματα του κεντρικού κτιρίου επιτρέπεται να αποδίδονται περιοδικά στη διοργάνωση καλλιτεχνικών, εμπορικών εκθέσεων, πολιτιστικών εκδηλώσεων, συνεδρίων. Στους υπαίθριους χώρους της ζώνης επιτρέπονται ελεύθεροι χώροι πρασίνου, υπαίθρια καθιστικά, διαδρομές περιπάτου, ποδηλάτου, μικρά κιόσκια – σκίαστρα, υπαίθριοι χώροι πολιτιστικών εκδηλώσεων μικρής κλίμακας, υπαίθριες αθλοπαιδείες μικρής κλίμακας, παιδικές χαρές, χώροι υπαίθριων καλλιτεχνικών εκθέσεων, υπαίθριοι χώροι ή υπόγειοι χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων για την εξυπηρέτηση των χρήσεων αυτών, το υφιστάμενο υπαίθριο θέατρο (…….) καθώς και τα νομίμως υφιστάμενα εστιατόρια – αναψυκτήρια. γ. Σε έκταση 12 στρεμμάτων στο ανατολικό τμήμα της ζώνης επιτρέπονται προσωρινές εγκαταστάσεις πολλαπλών χρήσεων, συνεδρίων και εκθέσεων για την εξυπηρέτηση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 με συντελεστή δόμησης πέντε δέκατα (0,5) και μέγιστο επιτρεπόμενο ύψους έξι (6,00) μέτρα». Ακολούθως, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 25473/2004 απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Δ’ 517/17-6-2004, καθορίστηκαν όροι και περιορισμοί δόμησης στον χώρο αθλητικών εγκαταστάσεων του …………….. Τέλος, με τον Ν. 3342/2005, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α’ 131/06-6-2005, εκτός από τις χρήσεις που καθορίστηκαν με την τελευταία ως άνω απόφαση, καθορίστηκαν νέες χρήσεις, οι οποίες όμως δεν συμπεριλαμβάνονται στο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο. Με βάση τα ανωτέρω, στον χώρο του ………., οι μόνοι χώροι, υπαίθριοι ή στεγασμένοι, οι οποίοι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη λειτουργία καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, είναι αυτοί που απεικονίζονται στο τοπογραφικό διάγραμμα που έχει ενσωματωθεί στο Φ.Ε.Κ. Δ’ 517/2004, ενώ σε αυτούς δεν συμπεριλαμβάνεται το μίσθιο της ένδικης σύμβασης μίσθωσης. Πέραν των ανωτέρω χώρων, η χρήση χώρου για κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος είναι επιτρεπτή μόνο μετά από τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου και καθορισμό περιγράμματος. Εξάλλου, για οποιαδήποτε προσθήκη νέου κτιρίου απαιτείται η έκδοση οικοδομικής άδειας, ακόμη και εάν πρόκειται για βοηθητικό χώρο, ενώ, ειδικά για τα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, απαιτείται η ύπαρξη κλειστών χώρων αποχωρητηρίων, κουζίνα με συγκεκριμένες προδιαγραφές, πυρασφάλεια και λοιπές εγκαταστάσεις, για την κατασκευή των οποίων απαιτείται η έκδοση οικοδομικής άδειας. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, από την παραλαβή του επίδικου μισθίου, ο εναγόμενος, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, επιχείρησε να εκδώσει την απαιτούμενη άδεια για τη λειτουργία της επιχείρησής του, σύμφωνα με τη συμφωνηθείσα ως άνω χρήση του μισθίου [της έκδοσης της οποίας πρέπει να προηγηθεί η έγκριση του αρμόδιου Τμήματος Πολεοδομίας για την αντίστοιχη χρήση γης], πλην όμως, για τους προεκτεθέντες λόγους, τούτο δεν κατέστη εφικτό. Όπως αποδείχθηκε, η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου και ο εκ νέου καθορισμός περιγράμματος συνιστά μια σύνθετη, χρονοβόρα και γραφειοκρατική διαδικασία, η οποία απαιτεί προηγούμενη εκπόνηση περιβαλλοντικών, συγκοινωνιολογικών, αρχιτεκτονικών και πολεοδομικών μελετών, από τις οποίες να καταδεικνύεται το κοινωνικό όφελος του εγχειρήματος. Απαιτείται η έκδοση Προεδρικού Διατάγματος ή απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ύστερα από γνώμη του οικείου Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥΠΟΘΑ) και προϋποθέτει την ειδικώς αιτιολογημένη εκτίμηση των πολεοδομικών, περιβαλλοντικών, αρχιτεκτονικών και αναπτυξιακών χαρακτηριστικών και επιπτώσεων της επιδιωκόμενης παρέμβασης σε συνεργασία με την τεχνική υπηρεσία του αρμόδιου ΟΤΑ. Ως εκ τούτου, η ως άνω πολεοδομική και διοικητική διαδικασία, εκφεύγει από το πεδίο δραστηριότητας του εναγομένου ως φυσικού προσώπου υπό την ιδιότητα του μισθωτή ενός μικρού τμήματος 612 τμ της συνολικής έκτασης στον περιβάλλοντα χώρο του ………… ενώ εξυπακούεται ότι (η ως άνω διαδικασία) έπρεπε να είχε προηγηθεί της ένδικης μίσθωσης. Μόνη η δημοσίευση της υπουργικής απόφασης που ρυθμίζει τους όρους χρήσης που αφορούν το χώρο των αθλητικών εγκαταστάσεων του ………….. (Απ. 25473/2004 του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων) δεν μπορεί να θεμελιώσει (και μάλιστα) εξ’ αντιδιαστολής την γνώση του εναγόμενου – εφεσίβλητου ότι ο μίσθιος χώρος δεν εμπίπτει στους χώρους του ………. στους οποίους δύναται κανείς να εκδώσει άδεια Κ.Υ.Ε, ήτοι στους υπαίθριους και στεγασμένους χώρους που φαίνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει το ΦΕΚ 517Δ/2004. Εξάλλου, ο εναγόμενος δεν ήταν σε θέση, ούτε όφειλε να γνωρίζει τη νομοθεσία περί τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου (Ν. 3986/2011), μήτε επέδειξε βαριά αμέλεια προς τούτο. Το γεγονός ότι στο από 1.4.2021 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσης εξωτερικού περιβάλλοντος χώρου …….. που υπέγραψαν οι διάδικοι, στο άρθρο 1 παρ.3 αυτού αναγράφεται ότι «…ο μισθωτής έχει ελέγξει το μίσθιο και όλους τους χώρους αυτού και δηλώνει ότι αυτό είναι της τέλειας και πλήρους αρεσκείας του και έγκρισής του, αναγνωρίζει ότι αυτό είναι σύμφωνο με τις προδιαγραφές του και απόλυτα κατάλληλο και σύμφωνο με τη χρήση για την οποία το προορίζει…» δεν σημαίνει ότι ο εναγόμενος – εφεσίβλητος αποδέχτηκε τη μίσθωση, τελώντας σε γνώση πως δεν μπορούσε να εκδώσει την απαιτούμενη άδεια για την εγκατάσταση του καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος στο χώρο που μίσθωσε. Τούτο διότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, κανένας μισθωτής δεν θα συμμετείχε στην διενέργεια πλειοδοτικού διαγωνισμού για την εκμίσθωση ενός υπαίθριου ελεύθερου χώρου, εάν τελούσε σε γνώση ότι δεν θα μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει για την επιθυμητή χρήση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, εξαιτίας της αδυναμίας έκδοσης, επιμελεία του ενάγοντος – εκκαλούντος, της απαιτούμενης άδειας από τις αρμόδιες αρχές για τη λειτουργία της επιχείρησης του εναγομένου – εφεσίβλητου, η οποία (αδυναμία) υπήρχε κατά τον χρόνο παράδοσης του μισθίου στον μισθωτή αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, εμποδίστηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση αυτού (του μισθίου). Όταν ο εναγόμενος – εφεσίβλητος ενημέρωσε σχετικά το ενάγον- εκκαλούν, τόσο προφορικά, όσο και εγγράφως με αποστολή μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας σχετικά με την αδυναμία έκδοσης των σχετικών αδειών, καλώντας το τελικώς να συμπράξει στην από κοινού λύση της μίσθωσης, το τελευταίο δεν συνέπραξε στις αναγκαίως εκ των περιστάσεων πράξεις, με τις οποίες θα μπορούσε να εξασφαλιστεί στο μισθωτή η συμφωνημένη χρήση του μισθίου. Αντιθέτως, με την από 14/9/2023 εξώδικη δήλωσή του που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 20/9/2023 (βλ. την υπ’ αριθμ. ……/20-9-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ……………. το ενάγον προέβη στην καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης, επικαλούμενο υπερημερία του εναγομένου ως προς την καταβολή μισθωμάτων. Η μη υποβολή, εκ μέρους του ενάγοντος –εκκαλούντος εκμισθωτή, ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών αρχών, σχετικής αίτησης με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά που να το αφορούν προκειμένου να λάβει αρμοδίως έγκριση για την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου και αλλαγή χρήσης του επίδικου χώρου ώστε να γίνει οικοδομήσιμος και στη συνέχεια κατάλληλος για τη συμφωνημένη χρήση του κατά τους όρους της μίσθωσης και να καταστεί εφικτή η έκδοση της απαιτούμενης άδειας συνιστά πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, το οποίο υπήρχε κατά τον χρόνο παράδοσής του στο μισθωτή αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια της μίσθωσης. Ως εκ τούτου, ο εναγόμενος – εφεσίβλητος δικαιούται να μην καταβάλλει το συμφωνηθέν μίσθωμα, σύμφωνα με το ασκηθέν ως άνω διαπλαστικό δικαίωμά του, εφόσον το ελάττωμα αυτό εμπόδιζε ολικά την συμφωνημένη χρήση αυτού. Επιπρόσθετα, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος έκανε χρήση του μισθίου, παρά την ύπαρξη του ως άνω πραγματικού ελαττώματος, ώστε ο ίδιος να υποχρεούται να καταβάλλει το συμφωνηθέν μίσθωμα. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος – εκκαλούντος ότι στην παρούσα υπόθεση, συντρέχει η περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 13 («Άδειες λειτουργίας») της σύμβασης μίσθωσης, όπου προβλέφθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «13.1. ………..Ο μισθωτής υποχρεούται να προβαίνει ο ίδιος με αποκλειστικά δική του επιμέλεια, ευθύνη, έξοδα και δαπάνες, σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την έκδοση, ανανέωση ή και αναθεώρηση, καθώς και για τη διατήρηση σε ισχύ, όλων των αδειών (ίδρυσης- λειτουργίας) και εγκρίσεων που απαιτούνται για τη χρήση του μισθίου. Η έκδοση των σχετικών αδειών από τις αρμόδιες αρχές αποτελεί αποκλειστική υποχρέωση του μισθωτή, ουδεμίας ευθύνης φέροντος του ………. σε περίπτωση μη εκδόσεώς τους ….» κι ότι συνεπώς, εφόσον ο εναγόμενος – εφεσίβλητος ανέλαβε τον κίνδυνο της μη λήψης της άδειας λειτουργίας του καταστήματός του, το ενάγον – εκκαλούν δεν υπέχει καμία ευθύνη, είναι αβάσιμος στην ουσία του. Τούτο διότι, στο τρίτο εδάφιο του ίδιου άρθρου 13.1 υπήρξε ρητή πρόβλεψη μεταξύ των μερών πως όταν η έκδοση των αδειών είναι αδύνατη για λόγους που οφείλονται στο μίσθιο, όχι μόνο   η ευθύνη του ……… διατηρείται ακέραιη αλλά και συντρέχει περίπτωση αυτοδίκαιης λύσης της μίσθωσης χωρίς καταβολή αποζημίωσης για αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη.  Με τις παραπάνω αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται παραδεκτά από την παρούσα, κατ’ άρθρο 534 ΚΠολΔ, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της, δεχόμενο ως ουσία βάσιμη την προβληθείσα εκμέρους του εναγομένου ένσταση του άρθρου 576 ΑΚ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούν με τους τρεις λόγους της έφεσης, οι οποίοι αναφέρονται στις παραδοχές της εκκαλουμένης περί μη γνώσης του εναγομένου της ύπαρξης του ελαττώματος κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης, περί μη χρήσης του μισθίου λόγω της ύπαρξης του ελαττώματος καθ’ όλη την διάρκεια αυτής και περί συνδρομής ευθύνης του ενάγοντος για την μη έκδοση και μη χορήγηση της άδειας λειτουργίας του ΚΥΕ στον εναγόμενο από τις αρμόδιες αρχές κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, ως αλυσιτελής πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος της έφεσης, με την οποία το ενάγον – εκκαλούν διατείνεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση δεν έκρινε τη νομιμότητα της επικουρικής βάσης της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, (η οποία πάντως κρίθηκε), αφού η αγωγή απορρίφθηκε με την παραπάνω αιτιολογία κατά την κύρια βάση της.  Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης, πρέπει, η έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας υπέρ του εναγομένου-εφεσίβλητου δεν θα τεθεί, διότι λόγω της ερημοδικίας του δεν υποβλήθηκε σε έξοδα, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα, ενώ θα οριστεί παράβολο ερημοδικίας, για την περίπτωση άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους του, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό [άρθρα 501, 502 και 505 ΚΠολΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ την από 20.11.2025 (αριθμ. κατ. δικ. …………./2025) έφεση ερήμην του εφεσίβλητου.

ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά κατά της με αριθμό 3670/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – μισθωτικών – διαφορών και

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν στην ουσία.

KPIΘHKE, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση στις 14.5.2026 απόντων των διαδίκων και της πληρεξούσιας δικηγόρου του εκκαλούντος.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                    H  ΓPAMMATEAΣ