Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 394/2026

Αριθμός   394/2026

ΤΟ MONOMΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

[ΤΜΗΜΑ 3ο]

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία – Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, η οποία  ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Σ.Φ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

TΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Της εταιρείας με την επωνυμία “…………” (πρώην “…………..”), που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής, …………, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Πολιτάκη (ΑΜ/ΔΣΑ …………).

ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: ……….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου (Α.Μ/ΔΣΑ ………).

Η αιτούσα ζητά να γίνει δεκτή η από 24.03.2026  με αρ.  ΓΑΚ/ΕΑΚ: ………./2026 αίτησή της,  η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί στην δικάσιμο που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από το σχετικό έκθεμα και  οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, αναπτύσσοντας  τους ισχυρισμούς του με τα έγγραφα σημειώματά τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η  αιτούσα, με την υπό κρίση από 24.3.2026  με αρ. κατάθεσης δικογράφου   ΓΑΚ/ΕΑΚ: ………./2026 αίτηση  ζητά να ανασταλεί, χωρίς την παροχή εγγύησης, η εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 3675/2026 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών και με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 23.09.2025 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2025 και ειδικό ……/2025 αγωγή του καθ’ ου και κηρύχθηκε η απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς το ποσό των 5.000 ευρώ, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 24.3.2026 και  με αρ.  κατάθεσης δικογράφου   ΓΑΚ/ΕΑΚ  …./2026 έφεσης που η ίδια άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ’ αυτής, για το λόγο ότι θα ευδοκιμήσει η έφεσή της, επικαλούμενη και τη συνδρομή επείγουσας περίπτωσης λόγω της εκτελεστότητας της απόφασης. Η αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα παραδεκτά και αρμοδίως  εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ` ύλην και κατά τόπον αρμόδιο, για να συζητηθεί με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ.ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 913  § 1 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

ΙΙ. Σύμφωνα με την ΑΙΒ/8577/1983 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β’ 526/8.9.1983) η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του Α.Ν. 2520/1940 άρθρο 1 παρ. 1 και άρθρο 2 “Υγειονομικός έλεγχος είναι η Λεπτομερής εξέταση από τις αρμόδιες Υγειονομικές Υπηρεσίες των τροφίμων γενικής ή φυτικής προελεύσεως και των ποτών, καθώς και των χώρων και των εγκαταστάσεων, που παρουσιάζουν υγειονομικό ενδιαφέρον, όπως αναλυτικά περιγράφονται στο άρθρο 2, για να διαπιστωθούν τυχόν δυσμενείς επιδράσεις στη δημόσια Υγεία και το περιβάλλον γενικότερα. Σκοπός του Υγειονομικού ελέγχου είναι η προστασία Δημόσιας Υγείας. Αναλυτικά ο Υγειονομικός έλεγχος ασκείται τακτικά ή έκτακτα, πλην τροφίμων και ποτών και: Στους χώρους και στα μέσα παραγωγής, επεξεργασίας, βιομηχανοποιήσεως, εμπορίας, διακινήσεως, αποθηκεύσεως, συντηρήσεως, πωλήσεως καταναλώσεως τροφίμων και ποτών. Στα μαγειρεία, εστιατόρια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους υγιεινής των εργοστασίων γενικά… Στα υγειονομικού ενδιαφέροντος καταστήματα…Στον τρόπο και στα μέσα συλλογής και αποκομιδής των απορριμμάτων…”. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 της ίδιας αποφάσεως Α1Β/8577/1983, όπως αντικαταστάθηκε ήδη από 11-11-1992 με την 8405/29-10-1992 απόφαση των Υπουργών Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 665Β7 11-11-92),” Όσοι ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων ή ποτών, είτε ως ειδικοί επαγγελματίες, είτε ως υπάλληλοι ή εργάτες ή βοηθοί αυτών, ή απασχολούνται με οποιαδήποτε σχέση σε ξενοδοχεία, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία και άλλες επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντας, παρέχοντας τις υπηρεσίες τους στο κοινό, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο υγείας, στο οποίο θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχός του, πέρασε από ιατρική εξέταση και δεν βρέθηκε να πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό με την απασχόληση του (παρ. 1). Το ανωτέρω βιβλιάριο Υγείας εκδίδεται από την οικεία Υγειονομική Υπηρεσία (παρ. 2). Για την απόκτηση του οι εργαζόμενοι σε καταστήματα ή εργαστήρια ή εργοστάσια υγειονομικού ενδιαφέροντος υποβάλλονται υποχρεωτικά σε ιατρική κλινική εξέταση… (παρ. 4). Το βιβλιάριο Υγείας θεωρείται αφού συμπληρωθούν πέντε έτη από την ημερομηνία εκδόσεως του ή της τελευταίας θεωρήσεως του (παρ. 8). Η αρμόδια Υγειονομική Υπηρεσία τηρεί Ειδικό Μητρώο κατόχων βιβλιαρίων Υγείας στο οποίο καταχωρούνται πλην των άλλων απαραιτήτων στοιχείων και οι ημερομηνίες εκδόσεως και θεωρήσεως των βιβλιαρίων (παρ. 7). Το βιβλιάριο Υγείας κρατείται ενημερωμένο από τον κάτοχο και επιδεικνύεται, όταν ζητείται στα αρμόδια Όργανα Υγειονομικού και στη Διεύθυνση της επιχείρησης που απασχολείται ο εργαζόμενος (παρ. 10)”. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 3, 174, 180 του ΑΚ, συνάγεται ότι: 1) η έλλειψη βιβλιαρίου υγείας ή η μη θεώρηση του επιφέρει ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας των εργαζομένων, 2) με βιβλιάρια υγείας πρέπει να είναι εφοδιασμένοι και οι απασχολούμενοι με οποιαδήποτε σχέση σε επιχειρήσεις υγειονομικού “ενδιαφέροντος και όχι μόνον οι εργαζόμενοι σ’ αυτές με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και 3) με τα βιβλιάρια αυτά πρέπει να εφοδιάζονται όσοι ασκούν περαιτέρω από την ίδια διάταξη σαφώς προκύπτει ότι προϋπόθεση της άσκησης των αξιώσεων του μισθωτού, που πηγάζουν από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι η εγκυρότητα της τελευταίας, διότι σε περίπτωση άκυρης σύμβασης ο εργοδότης, αν παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, δεν καθίσταται υπερήμερος και δεν υποχρεούται να καταβάλει μισθούς υπερημερίας, (ΑΠ 1605/2017, ιστοσελίδα ΑΠ). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 3, 174, 180, 904 και 908 ΑΚ, 1 παρ. 1 ν. 1082/1980, 1 παρ. 1 και 2 και 3 παρ. 1 και 2 της ΚΥΑ 19040/1981, 1 παρ. 1, 2 και 3 α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 ν. 4504/1966, άρθρου μόνου του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, 1 ν. 435/1976, 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ (που δημοσιεύθηκε με την ΥΑ 11770/1984, ΦΕΚ Β’ 81) και 4 ν. 2874/2000, όπως το τελευταίο ίσχυσε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005 από 1.10.2005 και πριν οι παράγραφοί του 1, 3 και 5 αντικατασταθούν και πάλι, με την παράγραφο 10 του άρθρου 74 ν. 3863/2010, προκύπτουν τα εξής: 1) Επί παροχής εργασίας υπό άκυρη, για οποιονδήποτε λόγο, σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολόγητα πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε (από την εργασία του μισθωτού), η οποία συνίσταται στον μισθό (αποδοχές) που αυτός θα κατέβαλλε, αν ήταν έγκυρη η σύμβαση, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του ακύρως απασχοληθέντος και υπό τις αυτές συνθήκες, εκτός από τις παροχές που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του τελευταίου, όπως είναι τα επιδόματα γάμου, τέκνων, προϋπηρεσίας κ.λπ., εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν, αναγκαίως, στο πρόσωπο του δυναμένου ν’ απασχοληθεί εγκύρως μισθωτού, και η οποία (αποδοτέα από τον εργοδότη ωφέλεια) δεν μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι οικείες ΣΣΕ ή ΔΑ (ΑΠ 316/2020, ΑΠ 768/2018, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 950/2014 Ιστοσελίδα ΑΠ). Το ύψος του μισθού αυτού, τον οποίο δέχεται το δικαστήριο ότι θα κατέβαλλε ο εργοδότης σε άλλον μισθωτό και αποτελεί, ως εκ τούτου, την (αποδοτέα) ωφέλεια που αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, είναι ζήτημα πραγματικό, ωστόσο δεν πρέπει να υπολείπεται των ως άνω ελαχίστων νομίμων ορίων, διότι τα ελάχιστα αυτά όρια αποτελούν περιεχόμενο οποιασδήποτε σύμβασης εργασίας, άρα και εκείνης που θα κατάρτιζε ο εργοδότης για την παροχή των αυτών υπηρεσιών (ΑΠ 790/2017, 950/2014). Η αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, λόγω παροχής εργασίας βάσει ελαττωματικής σύμβασης εργασίας, δεν υπάγεται στις διατάξεις για την προστασία του μισθού, εφόσον δεν συνιστά μισθολογική αξίωση. Επομένως, είναι επιτρεπτός ο συμψηφισμός, η εκχώρηση και η κατάσχεση της αξίωσης, (βλ. Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Δ΄έκδοση, 2019, παρ. 13, σελ. 498). 2) Οι αποδοχές και το επίδομα άδειας καθώς και τα επιδόματα εορτών, καταβάλλονται σε όλους τους μισθωτούς που απασχολούνται και με απλή σχέση εργασίας, καθόσον οι αξιώσεις τους αυτές θεμελιώνονται απευθείας στις ως άνω διατάξεις και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 285/2022, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 950/2014, ΑΠ 1824/2011, ΤΝΠ Νόμος), υπολογίζονται δε με βάση τις πράγματι καταβαλλόμενες (τακτικές) αποδοχές, που περιλαμβάνουν τον καταβαλλόμενο συμβατικό ή νόμιμο μισθό (ή ημερομίσθιο) και οποιαδήποτε άλλη παροχή τακτικά καταβαλλομένη ως αντάλλαγμα της εργασίας (ΑΠ 1150/2023, 589/2022, ΑΠ 768/2018, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 950/2014). Άλλες μισθολογικές παροχές που προβλέπονται ευθέως από ειδικές νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες επιβάλλουν τη χορήγησή τους ανεξάρτητα από το κύρος της σύμβασης, καταβάλλονται δηλαδή και σε όσους παρέχουν εξαρτημένη εργασία βάσει απλής σχέσεως εργασίας είναι τα επιδόματα εορτών, οι προσαυξήσεις 75% και 25% αντίστοιχα για απασχόληση κατά την Κυριακή και τη νύχτα, η προσαύξηση λόγω παροχής υπερωριακής εργασίας κα.(βλ. Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Δ΄έκδοση, 2019, παρ. 13, σελ. 498-499). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, όπως αυτό ισχύει μετά τη διαδοχική αντικατάστασή του με τα άρθρα 1 του ν. 3385/2005 (με έναρξη ισχύος από 1.10.2005) και 74 παρ.10 του ν. 3863/2010 (με έναρξη ισχύος από 15.7.2010), σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε πενθήμερη βάση, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η απασχόληση πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι τις 45 ώρες θεωρείται υπερεργασία, ενώ ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών, η οποία υπολογίζεται με βάση το νόμιμο χρόνο της ημερήσιας απασχόλησης. Το ύψος της προσαύξησης για την υπερεργασία και της αποζημίωσης για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση, με βάση το άρθρο 1 ν.3385/2005, προσδιορίσθηκε με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και κατά 100%, αντίστοιχα, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ.10 του ν. 3863/2010, η οποία ισχύει από 15.7.2010 (άρθρο 76 ν. 3863/2010), για μεν τις ώρες της υπερεργασίας η οφειλόμενη προσαύξηση ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, για δε τις ώρες της κατ’ εξαίρεση (παράνομης) υπερωριακής εργασίας ορίζεται σε ποσοστό 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (ΑΠ 1582/2018, 288/2018, 1109/2017). Υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων, μεταβλήθηκε το προϊσχύσαν καθεστώς του άρθρου 1 παρ.2 του ν. 435/1976, το οποίο προέβλεπε υπέρ του μισθωτού που παρανόμως εργάσθηκε υπερωριακά δύο αυτοτελείς αξιώσεις, τη μία προς αναζήτηση της χωρίς νόμιμη αιτία ωφέλειας του εργοδότη και την άλλη προς καταβολή της προσαύξησης που λειτουργούσε ως αστική ποινή, και παρέχεται πλέον στον εργαζόμενο μία, ενιαία αξίωση, που χαρακτηρίζεται ως δικαίωμα αποζημίωσης για την εργασία που προσφέρθηκε παρανόμως πέραν των νομίμων χρονικών ορίων και απορρέει ευθέως εκ του νόμου, ακόμη και για τους εργαζομένους που παρείχαν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση (ΑΠ 279/2023, ΑΠ 1564/2018). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 Ν. 3198/1955 και εκείνες των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι και σε περίπτωση σχέσης εργασίας από άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, όταν θέλει να παύσει να δέχεται την εργασία που του προσφέρεται, πρέπει να καταγγείλει τη σχέση και να πληρώσει την αποζημίωση που οφείλει κατά το Ν. 2112/1920 ανάλογα με το χρόνο διάρκειας της σχέσης. Η αποζημίωση αυτή οφείλεται στον εργαζόμενο αμέσως από το νόμο και όχι κατά τις διατάξεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό [ΟλΑΠ 192/1962, ΑΠ 768/2018, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 131/2015], υπολογίζεται δε με βάση τις τακτικές αποδοχές του μισθωτού κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, δηλαδή με βάση το μισθό (ή το ημερομίσθιο) και με κάθε άλλη παροχή, η οποία χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας [ΑΠ 279/2023, ΑΠ 768/2018, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 1254/2013]. Τέλος, στα άρθρα 1 § 2 και 2 § 2 της κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 28/1944 εκδοθείσας 25825/1951 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας με την οποία αυθεντικώς ερμηνεύθηκαν οι 8900/1946 και 18310/1946 Υπουργικές αποφάσεις, που προβλέπουν την προσαύξηση των αποδοχών των κατά τις Κυριακές και εξαιρετέες ημέρες και κατά τις νύκτες εργαζόμενων μισθωτών, ορίσθηκε ότι οι χορηγούμενες προσαυξήσεις για τις εργασίες αυτές δεν συμψηφίζονται προς τις τυχόν καταβαλλόμενες αποδοχές, που είναι ανώτερες των θεσπισμένων ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων. Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται ο εκ μέρους του εργοδότη, μονομερής καταλογισμός των τυχόν καταβαλλόμενων, υπέρτερων των νομίμων, αποδοχών, προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες, ενώ, αντίθετα, δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι με τις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές θα καλύπτεται και κάθε προσαύξηση, η οποία ήθελε προκύψει από την παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές κλπ, κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Μια τέτοια συμφωνία, περί καταλογισμού των υπέρτερων αποδοχών στις τυχόν οφειλόμενες προσαυξήσεις για επί πλέον εργασία (πλην νομίμων ή παρανόμων / κατ’ εξαίρεση υπερωριών η οποία είναι άκυρη), είναι έγκυρη, εφόσον ο μισθωτός, με τη συμφωνία αυτή, λαμβάνει τα οριζόμενα από τις νομοθετικές ή συλλογικές, κανονιστικές ρυθμίσεις, ελάχιστα όρια αποδοχών και προσαυξήσεων (Ολ ΑΠ 87/1971, ΑΠ 176/2023, 1574/2022, 361/2020), το αυτό δε ισχύει για τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων (ΑΠ 361/2020, 924/2019) και για την πρόσθετη αμοιβή λόγω υπερεργασίας (ΑΠ 1752/2022, 924/2019). Ωστόσο, ο καταλογισμός των υπέρτερων αποδοχών στις ανωτέρω προσαυξήσεις και επιδόματα, επιτρέπεται μόνο κατόπιν σαφούς συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου περί του εν λόγω καταλογισμού, της οποίας θα πρέπει να γίνει επίκληση και απόδειξη, και δεν μπορεί να γίνει μονομερώς από τον εργοδότη, (ΑΠ 204/2025, Ιστοσελίδα ΑΠ).Να σημειωθεί ότι αν ο εργαζόμενος αμείβεται με αποδοχές μεγαλύτερες των νομίμων δεν επιτρέπεται ο συμψηφισμός (καταλογισμός) των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας με τις ανώτερες των νομίμων αποδοχές, έστω κι αν υπάρχει σχετική συμφωνία, (βλ. ΑΠ 1117/2017, ΑΠ 1033/2011, ΑΠ 1401/2011, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΕφΘες 204/2021, Αρμ 2022, 1447, Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Δ΄έκδοση, 2019, παρ. 24, 46, σελ. 1107). Για το ορισμένο της σχετικής εργοδοτικής ένστασης δεν αρκεί η αναφορά του συνολικώς καταβληθέντος ποσού, αλλά πρέπει να διαλαμβάνονται αναλυτικά τα επιμέρους ποσά που απαρτίζουν το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε, πέραν των νομίμων αποδοχών, για τις αιτίες για τις οποίες επιτρέπεται συμβατικός καταλογισμός (ΑΠ 1413/2009, ΤΝΠ Νόμος, ΤρΕφΑθ 6964/2014, ΔΕΝ 2015, 1164). Ειδικότερα, πρέπει να αναφέρεται ρητώς η καταρτισθείσα συμφωνία περί καταλογισμού, το ακριβές περιεχόμενό της, ο τρόπος καταβολής της αξίωσης, το χρονικό διάστημα που αφορά και οι αιτίες καταβολής του οφειλόμενου χρηματικού ποσού (ΑΠ 529/2016ΕΕργΔ 2016, 1139). Μάλιστα, σύμφωνα με μια πιο αυστηρή άποψη στη νομολογία, η σχετική συμφωνία των μερών είναι νόμιμη, εφόσον με αυτήν προσδιορίζεται το τμήμα των επί πλέον των νομίμων αποδοχών που αντιστοιχεί σε κάθε μία από τις αξιώσεις αυτές (ΑΠ 593/2012, ΕΕργΔ 2013, 1406).

ΙΙΙ. Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της αιτούσας …………, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκόμισαν οι διάδικοι πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Ο καθ’ ου (ενάγων), στην με αριθμό κατάθεσης γενικό 233…15/2025 και ειδικό ……/2025 από 23.09.2025 αγωγή του, ιστορούσε ότι την 9-5-2025, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε με το νόμιμο εκπρόσωπο της αιτούσας, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της εισαγωγής, εξαγωγής, εμπορίας, διακίνησης και μεταφοράς ζώντων ζώων και κρεάτων, προσλήφθηκε προκειμένου να εργασθεί ως εργάτης γενικών καθηκόντων στην έδρα της εναγομένης στον Άγιο Ιωάννη Αττικής. Ότι κατά τα συμφωνηθέντα, οι μηνιαίες αποδοχές του, δεν θα υπολείπονταν της ρύθμισης της ΕΓΣΣΕ, καθορίσθηκαν δε μικτά στο ποσό των 1.122 ευρώ,  πλέον κυμαινόμενου πριμ παραγωγικότητας, το οποίο ήταν ανάλογο των πωλήσεων και ανήλθε κατά μέσο όσο, το επίδικο χρονικό διάστημα, σε 305 ευρώ το μήνα, ενώ το ωράριο της εργασίας του, καθορίσθηκε σε 40 ώρες εβδομαδιαίως, σε σύστημα εξαήμερης απασχόλησης (Δευτέρα έως Σάββατο), ήτοι επί επτά ώρες από την  Δευτέρα έως την Παρασκευή και πέντε ώρες το Σάββατο και δη από την 05:00 π.μ έως την 12:00 τις καθημερινές και από ώρα 05:00 έως την 10:00 την ημέρα του Σαββάτου, το οποίο ωστόσο ουδέποτε τηρήθηκε, αφού από την έναρξη της απασχόλησής του εργαζόταν καθημερινά όπως και την Κυριακή, χωρίς να λαμβάνει ημέρα αναπληρωματικής ανάπαυσης, επί 79 ώρες εβδομαδιαίως από Δευτέρα έως Σάββατο και πέντε ώρες την Κυριακή, όπως ειδικότερα αναλύονται οι ώρες εργασίας, ανά ημέρα στην αγωγή. Ότι ουδέποτε έλαβε τις αποδοχές που αντιστοιχούν στην απασχόλησή του πέραν των συμφωνηθέντων με την σύμβαση εργασίας του, όταν δε αποφάσισε να διαμαρτυρηθεί για τις συνθήκες εργασίας του, αρνούμενος να εργάζεται υπερωριακώς παράνομα, η σύμβαση εργασίας του καταγγέλθηκε την 30-08-2025 από την αιτούσα, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 66 παρ.1 β του ν. 4808/2021, ήτοι λόγω της ενάσκησης νομίμου δικαιώματός του. Με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, ο καθ’ ου, επικαλούμενος, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη λόγω της εξώδικης ενάσκησης των νομίμων δικαιωμάτων του και δη της άρνησης παροχής υπερωριακής εργασίας και της διαμαρτυρίας του περί της  μη τήρησης των όρων της σύμβασης εργασίας του ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, κατά τα ανωτέρω διαληφθέντα, β) να υποχρεωθεί η αιτούσα να αποδέχεται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες του, υπό τους ίδιους όρους με τους οποίους εργαζόταν προ της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους 100 ευρώ για κάθε μέρα άρνησης συμμόρφωσής της στο διατακτικό της εκδοθησομένης απόφασης, γ) να υποχρεωθεί η αιτούσα να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την 31-08-2026 έως και τον πιθανό χρόνο συζήτησης της αγωγής τον οποίο προσδιόρισε την 31-8-2026, το συνολικό ποσό των 29.792 ευρώ, λόγω της υπερημερίας της ως εργοδότη στην οποία και περιήλθε λόγω της άκυρης καταγγελίας, δ) να υποχρεωθεί η αιτούσα να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 14.752 ευρώ, όπως ειδικότερα τούτο επιμερίζεται στην αγωγή στη διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών του μηνός Αυγούστου 2025, στη νόμιμη προσαύξηση λόγω της παροχής της εργασίας του κατά την διάρκεια της νύχτας, την συμπληρωματική αμοιβή που αντιστοιχεί στην παρασχεθείσα υπερεργασία και τις (κατ’ εξαίρεση) παρανόμως παρασχεθείσες υπερωρίες, τις νόμιμες προσαυξήσεις για την απασχόληση του κατά τις Κυριακές εντός οκταώρου δίχως την χορήγηση μέρας αναπληρωματικής ανάπαυσης, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας και εορτών Χριστουγέννων, νομιμότοκα από τη δήλη ημέρα καταβολής εκάστου επιμέρους κονδυλίου, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά του έξοδα. Επίσης, για την περίπτωση που απορριφθεί η κύρια βάση της αγωγής του, θεωρούμενης άκυρης της παρασχεθείσας εργασίας του από οποιαδήποτε αιτία, ζήτησε να υποχρεωθεί η αιτούσα να του καταβάλει τα ίδια ως άνω κονδύλια, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, γιατί κατά το ποσό αυτό κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, αφού τα ανωτέρω ποσά θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο απασχολούσε στη θέση του με τις ίδιες συνθήκες και όρους με αυτόν, αλλά με έγκυρη σύμβαση εργασίας.  Ο καθ’ ου, κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του ακροατηρίου του αυτού, που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και εξειδικεύεται και αναλύεται και με τις προτάσεις του στον πρώτο βαθμό, παραιτήθηκε παραδεκτώς από τα αιτήματα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και της καταδίκης της αιτούσας σε καταβολή μισθών υπερημερίας, αξιώνοντας αντί αυτών να του καταβληθεί, ως πρόσθετη αποζημίωση, εκ των παραγράφων 4 και 3 του άρθρου 66 του ν. 4808/2021 (5&4 του άρθρου 350 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου), το ποσό των 6.384 ευρώ, αντιστοιχούν στις τακτικές αποδοχές τριών μηνών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως εξοφλήσεως. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 3675/2026 απόφαση, η οποία την έκανε κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της κατά την κύρια βάση της και υποχρέωσε την αιτούσα (εναγομένη) να καταβάλει στον καθ’ ου (ενάγοντα) το ποσό των 12.354,23 ευρώ, από τα οποία 5.000 ευρώ, με διάταξη προσωρινά εκτελεστή. Κατά της απόφασης αυτής, η αιτούσα άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς την από 24.3.2026 και με αριθμό κατάθεσης ……./2026 έφεσή της, αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στην αιτούσα, από την οποία να αφετηριάζεται η γνήσια προθεσμία για την άσκηση της έφεσης (30ήμερη), ούτε και έχει παρέλθει ένα έτος από την έκδοση της απόφασης μέχρι το χρόνο κατάθεσης της έφεσης, (518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η έφεση αυτή δεν πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει ως προς τους επικαλούμενους λόγους της, οι οποίοι συνίστανται ουσιαστικά στην εσφαλμένη εκ μέρους του δικαστή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα πιθανολογήθηκε ότι: Η εναγόμενη, δραστηριοποιείται στο χονδρικό εμπόριο κρέατος και προϊόντων κρέατος. Την 6-5-2025, ο ενάγων, Αιγύπτιος υπήκοος, κατήρτισε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, προκειμένου να απασχοληθεί, υπό την ιδιότητα του ανειδίκευτου εργάτη, σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με συμβατικό ωράριο 40 ώρες εβδομαδιαίως, σε συνθήκες εξαήμερης απασχόλησης, ήτοι κατά τις ημέρες Δευτέρα έως Παρασκευή από ώρα 05:00 έως 12:00 και κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας, το Σάββατο από 05:00 έως 10:00, αντί μικτών μηνιαίων αποδοχών 1.122,13 ευρώ. Σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της έγγραφης σύμβασης του, η οποία φέρει την υπογραφή του ενάγοντος, ο μισθός του, καθ΄ ό μέρος υπερέβαινε τον οριζόμενο από την οικεία ΣΣΕ, η οποία εν προκειμένω ήταν η ΕΓΣΣΕ, θα καταβαλλόταν με σκοπό την εξόφληση και την κάλυψη τυχόν αξιώσεων του μισθωτού για πρόσθετες αποδοχές αποζημίωσης νυχτερινής εργασίας, Κυριακών, εορτών και εργασίας εκτός έδρας. Εκ παραλλήλου συμφωνήθηκε ότι το τυχόν χορηγούμενο εξ ελευθεριότητας επιπλέον ποσό μισθού ή επιδόματος πλέον του βασικού στο μισθωτό τελεί υπό την αίρεση της άρσης χορήγησής του κατά την κρίση του εργοδότη. Λοιπές πάσης φύσεως μη μισθολογικές παροχές που δεν έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα και παρέχονται έως τώρα οικειοθελώς και εξ ελευθεριότητας από τον εργοδότη, παραμένουν με την επιφύλαξη κάθε σχετικού δικαιώματος αυτού. Ο ισχυρισμός της  εναγομένης ότι η ανωτέρω σύμβαση εργασίας του έπασχε ακυρότητας, διότι δεν είχε ο ενάγων νόμιμη άδεια παραμονής πιθανολογήθηκε ως αβάσιμος στην ουσία του. Τούτο διότι, συντασσόμενο με την κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο ενάγων, την 21-5-2025 έλαβε δελτίο αιτούντος ασύλου, διετούς ισχύος, δυνάμει του οποίου είχε πρόσβαση στην εξαρτημένη εργασία. Εφόσον δε απασχολήθηκε στην εναγόμενη και για το διάστημα από την λήψη του και επέκεινα, εν γνώσει της κατοχής του από την τελευταία, καθώς υφίσταται μνεία περί της κατοχής του στην αναγγελία της σύμβασης εργασίας του, η σύμβαση εργασίας του ισχυροποιήθηκε κατ’ άρθρο 183 ΑΚ από τον χρόνο γνωστοποίησης της χορηγήσεως του σχετικού δελτίου, η οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής έλαβε χώρα αμέσως άμα της χορηγήσεως του, αφού ο ενάγων δεν θα είχε λόγους να το αποκρύψει από τον εργοδότη του.  Εφόσον δε η εναγόμενη αποδέχθηκε να συνεχίσει ο ενάγων να παρέχει την εργασία του σε αυτήν, επήλθε νέα σύμπτωση βουλήσεων για σύναψη μεταξύ τους έγκυρης συμβάσεως εργασίας για το μέλλον. Διαρκούσης της σύμβασης εργασίας του ο ενάγων απασχολήθηκε σε πληθώρα καθηκόντων, βοηθητικής κυρίως φύσεως, τεμαχισμού κρέατος, καθώς και μεταφοράς και καθαριότητας των χώρων εργασίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι «…ενόψει ότι δεν ήταν επιφορτισμένος με καθήκοντα που άπτονται της άμεσης επαφής του με τον καταναλωτή των τροφίμων, δεν προκρίνεται ότι ήταν αναγκαίος ο εφοδιασμός του με πιστοποιητικό υγείας, επομένως ούτε εξ αυτού του λόγου, εξεταζόμενου αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, κρίνεται ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος έπασχε ακυρότητας….». Ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι, πέραν των ως άνω καθηκόντων που διεκπεραιώνονταν εκτός του χώρου εγκατάστασης της εργοδότριας, από ώρα 03:00 το πρωί έως και την 08:00, στη συνέχεια υποχρεωνόταν τουλάχιστον τέσσερις φορές την εβδομάδα (Δευτέρα, Τετάρτη Πέμπτη και Σάββατο) να επιβιβάζεται σε όχημα ιδιοκτησίας της εναγομένης, προκειμένου να συνδράμει στην διανομή των προϊόντων της εμπορίας της σε επιμέρους πελάτες της, εργασία που ολοκληρωνόταν περί την 17:00 το απόγευμα. Η εναγόμενη  υποστήριξε ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθώς αφενός μεν δεν μιλούσε ελληνικά και αφετέρου δε δεν διέθετε την δέουσα σωματική διάπλαση για την διευθέτηση της μεταφοράς του κρέατος. Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι η  σύμβαση εργασίας του ενάγοντος καταγγέλθηκε εκ μέρους της εναγομένης την 30-08-2025, με τον πρώτο να προκρίνει βάσιμα ότι αιτία της καταγγελίας αποτέλεσαν οι διαμαρτυρίες του αναφορικά με την τήρηση των όρων της σύμβασης του και αποτέλεσε αντίποινα στην ενάσκηση νομίμου δικαιώματός του, συνιστάμενου στην τήρηση της σύμβασης εργασίας του και την μη παροχή υπερωριακής παράνομης απασχόλησης. Από την πλευρά της η εναγόμενη αβάσιμα ισχυρίσθηκε ότι αιτία της καταγγελίας υπήρξαν οι αδικαιολόγητες απουσίες του από τον εργασιακό χώρο που δημιουργούσαν πρόβλημα στην οργάνωση της επιχείρησης και την εξανάγκασαν να διακόψει την εργασιακή τους σχέση. Λαμβανομένου υπόψη, ότι η εναγόμενη εργοδότρια, δια της ενσωμάτωσης στην ως άνω σύμβαση εργασίας του πρώτου ειδικότερου όρου αυτής, ήτοι της συμφωνίας περί καταλογισμού του συμβατικού μισθού, καθ΄ ό μέρος υπερβαίνει το νόμιμο με αξιώσεις του ενάγοντος για παροχή της εργασίας πέραν της συμφωνηθείσες σε νύχτα, ημέρα Κυριακή και εκτός έδρας, πιθανολογήθηκε ότι λόγω του κύκλου των εργασιών της διέβλεπε ότι υπήρχε εν τοις πράγμασι ανάγκη για παροχή εργασίας εκ μέρους του ενάγοντος πέραν της συμφωνηθείσας. Έτι περαιτέρω, αξιολογούμενου προς την ίδια κατεύθυνση του ισχυρισμού της, ότι και τα ποσά των 215,00, 305,00, 305,00 και 260,00 ευρώ που καταβλήθηκαν στον ενάγοντα αντιστοίχως τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής του βασιμότητας, αφορούσαν παροχή εργασίας πέραν της συμφωνηθείσας, επιρρωνύεται ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι εργαζόταν, πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως.  Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι (ο ενάγων) εργαζόταν ως ακριβώς οριζόταν στην σύμβαση του πιθανολογείται ανειλικρινής. Έτι περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι ο ενάγων μπορούσε να μεταφέρει τα προϊόντα της εμπορίας της εντός των εγκαταστάσεων της ενώ κατά την διανομή τους, τούτο ήταν μη εφικτό λόγω της σωματικής του διάπλασης κρίνεται αντιφατικός και εξ αυτού ανειλικρινής, ενώ η άγνοια της ελληνικής γλώσσας δεν κρίνεται ότι συνιστούσε εμπόδιο αναφορικά με τα καθήκοντα του, διαρκούσης της διανομής, δοθέντος ότι δεν αναλάμβανε άλλες αρμοδιότητες,  όπως η παράδοση τιμολογίων ή η είσπραξη χρημάτων. Δέον δε να σημειωθεί, ότι τα αντίγραφα των προσκομιζόμενων ψηφιακών καρτών αφορούν άλλους εργαζόμενους και όχι τον ενάγοντα, από την επισκόπηση των οποίων, δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με το τηρούμενο ωράριο, καθώς αφορούν μόνο δυο εργάσιμες μέρες και ανάγονται σε χρόνο μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος. Επομένως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πιθανολογήθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν Δευτέρα έως Σάββατο, και δη την Δευτέρα, την Τετάρτη, την Πέμπτη και το Σάββατο από την 03:00 π.μ έως και την 17:00 μμ, ενώ την Τρίτη και την Παρασκευή από την 03:00 έως την 12:00μμ, γεγονός αναφορικά με το οποίο κατέθεσε με βεβαιότητα και ο μάρτυρας αποδείξεως. Αντιθέτως δεν  πιθανολογήθηκε απασχόλησή του την ημέρα της Κυριακής, καθώς προκρίνεται ότι οι παραγγελίες στα καταστήματα είχαν διεκπεραιωθεί έως το απόγευμα του Σαββάτου, ενώ τα κρεοπωλεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν είναι ανοιχτά την Κυριακή, απορριπτόμενων των σχετικών αξιώσεων του ως ουσιαστικά αβάσιμων. Επομένως ο ενάγων, εργαζόταν εβδομαδιαίως περί τις 74 ώρες. Εξ αυτών, οι πρώτες οκτώ πέραν των σαράντα ωρών συνιστούν υπερεργασία, ενώ οι λοιπές παράνομη υπερωρία καθώς η παροχή υπερωριακής απασχόλησης επαναλαμβανόταν τακτικά και δεν αποδείχθηκε η τήρηση των νομίμων διατυπώσεων για την παροχή της. Έτι περαιτέρω για κάθε ημέρα απασχόλησής του, οι τρεις ώρες ήτοι μεταξύ 03:00π.μ έως 06:00 π.μ αντιστοιχούν σε νυχτερινή εργασία. Δοθέντος, ότι ο ενάγων αμειβόταν με μηνιαίο μισθό, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με την ΕΓΣΣΕ, ο νόμιμος μισθός, για τον ανειδίκευτο εργάτη δίχως προϋπηρεσία ανερχόταν σε 880 ευρώ, ο δε ενάγων συμφωνήθηκε να λαμβάνει το ποσό των 1.122 ευρώ μικτά, πιθανολογήθηκε ως ουσία βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης περί καταλογισμού του υπερβάλλοντος του νόμιμου μηνιαίου μισθού σε αξιώσεις του ενάγοντος, αναγόμενες σε νυχτερινή απασχόληση, όχι όμως στις προβαλλόμενες αξιώσεις του από υπερεργασία, καθώς τούτο δεν συμπεριλαβανόταν στον ειδικότερο όρο της σύμβασης εργασίας του. Αντιθέτως το επιπλέον καταβληθέν ποσό, χαρακτηριζόμενο εκ μέρους της εναγομένης ως “μπόνους” πιθανολογήθηκε ότι συνιστούσε οικειοθελή παροχή, η οποία συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να καταβάλλεται εξ ελευθεριότητας και η οποία δεν καταβλήθηκε για να καταλογιστεί σε εργασία παρασχεθείσα πλέον της συμφωνηθείσας, ούτε αποτέλεσε όμως επιχειρησιακή συνήθεια εκ μέρους της εργοδότριας, ώστε να συνιστά μισθολογικής φύσεως παροχή του ενάγοντος, απορριπτόμενου αναφορικά με αυτό του καταλογισμού του στις αγωγικές αξιώσεις. Επομένως, ο ενάγων δικαιούται για την απασχόληση του κατά τη διάρκεια της νύχτας, την οφειλόμενη προσαύξηση νυχτερινής εργασίας υπολογιζόμενη επί του νομίμου ωρομίσθιου επαυξημένο κατά 25%. Επομένως εφόσον ο ενάγων εργαζόταν με μηνιαίο μισθό και ο νόμιμος μισθός ανερχόταν σε 880 ευρώ, η προσαύξηση της νυχτερινής απασχόλησης επί του νόμιμου ωρομίσθιου ανερχόταν σε 1,32 ευρώ για έκαστη ώρα νυχτερινής απασχόλησης {(880 μηνιαίος μισθός διαιρούμενος με τα 25 ημερομίσθια) Χ 6 ημέρες εβδομαδιαίως :40 ώρες εβδομαδιαίως= 5,28 νόμιμο ωρομίσθιο) Χ 25%προσαύξηση }. Εφόσον εργάσθηκε 19 ημέρες τον Μάιο, 26 ημέρες τον Ιούνιο, 24 μέρες τον Ιούλιο και 21 μέρες τον Αύγουστο, και για έκαστη εξ αυτών, επί 3 ώρες νύχτα δικαιούται 3,96 Χ 90 μέρες =356,4 ευρώ. Ωστόσο ως διελήφθη, η διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος και νόμιμου μισθού συμφωνήθηκε να καταλογίζεται σε εργασία που παρέχεται κατά τις νυχτερινές ώρες. Ο ενάγων διαρκούσης της σύμβασης εργασίας του, έλαβε πλέον των νόμιμων αποδοχών που ανέρχονταν σε 880 ευρώ μηνιαίως, ήτοι ημερομίσθιο 35,2 ευρώ, τον Μάιο το ποσό των 820 ευρώ για 19 ημερομίσθια, τον Ιούνιο το ποσό των 1.122 ευρώ για 26 ημερομίσθια, τον Ιούλιο το ποσό των 1.035,81 ευρώ για 24 ημερομίσθια και τον Αύγουστο το ποσό των 906,34 ευρώ για 21 ημερομίσθια. Επομένως, εφόσον έλαβε πλέον των νόμιμων αποδοχών το ποσό των 151,2 ευρώ για τον Μάιο, το ποσό των 242 ευρώ τον Ιούνιο, το ποσό των 191,04 ευρώ τον Ιούλιο και το ποσό των 160,42 ευρώ τον Αύγουστο και συνολικά το ποσό των 744,66 ευρώ, τούτο δέον να καταλογιστεί στις αποδοχές που του οφείλονταν για παροχή νυχτερινής εργασίας ύψους ως διελήφθη 356,4 ευρώ και επομένως, γινομένου δεκτού του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης, πιθανολογήθηκε ότι έχει εξοφληθεί για την σχετική αξίωση. Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι ο ενάγων εκτελούσε υπερεργασία 8 ώρες εβδομαδιαίως (40η έως 48 ώρα) Χ 16 εβδομάδες η συνολική εργασιακή του απασχόληση= 128 ώρες υπερεργασία Χ 8.04 {6,7 + 20% (καταβαλλόμενο ωρομίσθιο 6,7 (1.122,00:25Χ6:40)}, για τις οποίες δικαιούταν το ποσό των 1.029,12 ευρώ. Επιπροσθέτως πιθανολογήθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν υπερωριακά παράνομα,  για 26 ώρες εβδομαδιαίως Χ 16 εβδομάδες = 416 ώρες παράνομη υπερωρία Χ καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + προσαύξηση 120%. Ήτοι {6,7 +προσαύξηση 120% =  14,74 Χ 126} 6.131,84 ευρώ. Εξάλλου πιθανολογήθηκε ότι ο ενάγων, εφόσον βρισκόταν κατά τον πρώτο χρόνο εργασίας του, δικαιούταν δυο μέρες άδειας για κάθε μήνα εργασίας, ήτοι 7,2 μέρες και αντιστοίχως τις αποδοχές καθώς και το επίδομα άδειας που αντιστοιχεί σε αυτές, καθώς όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά μισθοδοσίας  αμειβόταν για τις μέρες που πράγματι μετέβαινε στην εργασία του. Ήτοι 1.122 ο καταβαλλόμενος μισθός + 99 ευρώ μ.ο προσαύξησης νυχτερινής εργασίας (3 ώρες ημερησίως χ 25 ημερομίσθια) + 257,28 μ.ο προσαύξηση υπερεργασίας, οι οποίες αποτελούν συνήθεις αποδοχές καθώς παρέχονταν τακτικά, χωρίς να συνυπολογίζεται ο μέσος όρος παράνομων υπερωριών. Επομένως, εφόσον οι συνήθεις αποδοχές του ανέρχονταν σε 1.478,28 ευρώ δια 25/ημερομίσθια = 59,1 ημερομίσθιο Χ 7,2 = 425,7 Χ 2 = δικαιούται 851,4 ευρώ για αποδοχές άδειας και επίδομα αδείας. Aντ’ αυτών έλαβε το ποσό των 259,82 ευρώ και επομένως δικαιούται την διαφορά ποσού 591,18 ευρώ. Για αναλογία δώρου Χριστουγέννων, πιθανολογήθηκε ότι ο ενάγων δικαιούται δύο εικοστά πέμπτα (2/25) του μηνιαίου μισθού, για κάθε δεκαεννεαήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής του σχέσης και επομένως, εφόσον απασχολήθηκε από την 9-5-2025 έως την 30-8-2025, ήτοι για διάστημα 113 ημερών δικαιούται για 5,9 δεκαεννεαήμερα x 2/25 του μηνιαίου μισθού το ποσό των 697,7 ευρώ.  Για την παραπάνω αιτία, ο ενάγων έλαβε το ποσό των 530,49 ευρώ και του οφείλεται διαφορά ύψους 167,25 ευρώ.  Τέλος, αναφορικά με τις αποδοχές του μηνός Αυγούστου, ο ενάγων  έπρεπε να λάβει για τις 21 ημέρες απασχόλησής του μικτές αποδοχές 906,34 ευρώ και καθαρές αποδοχές ύψους 730,39 ευρώ ενώ εισέπραξε την 16-08-2025 το ποσό των 600 ευρώ και την 7-1-2026 το ποσό των 300,39 ευρώ, με αιτιολογία κατάθεσης εκκαθάριση μισθοδοσίας Αυγούστου. Επομένως πιθανολογήθηκε ότι έχει εξοφληθεί πλήρως αναφορικά με την εν λόγω αξίωση. Από τα ως άνω διαλαμβανόμενα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ενόψει των συνθηκών που είχαν διαμορφωθεί στην εργασιακή του σχέση με την εναγόμενη, πιθανολογήθηκε ότι θεμελιώνονται αποδεικτικά εκείνα τα πραγματικά περιστατικά επί τη βάσει των οποίων τεκμαίρεται ότι πράγματι ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε προς την εργοδότρια του και αρνήθηκε να παράσχει υπερωριακή απασχόληση, επικαλούμενος ότι τα ωράρια εργασίας του είχαν παρενέργειες στην υγεία του, η δε νόμιμη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος, αναφορικά με την τήρηση της σύμβασης εργασίας του, καθ ό μέρος καθοριζόταν με αυτήν ο χρόνος της εργασίας του, συνδέεται αιτιωδώς με την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του. Επομένως, το βάρος απόδειξης περί της μη αιτιώδους συνδρομής των ως άνω περιστατικών στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ανατίθεται πλέον στην εναγόμενη, η οποία όμως ουδόλως απέδειξε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, ότι η λύση της σύμβασης εργασίας του δεν συνδέεται αιτιωδώς με την ενάσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος αλλά ήταν απότοκος της πλημμελούς εκπλήρωσης των καθηκόντων του, με τις συνεχείς και αναιτιολόγητες απουσίες του. Υποτιθέμενου αληθούς του ισχυρισμού της εναγομένης, ο ενάγων αφενός μεν θα είχε οχληθεί ήδη από τον μήνα Ιούλιο, ότε και πρώτη φορά κατά τους ισχυρισμούς της άρχισε να δείχνει ασυνέπεια στην παροχή της εργασίας του,  αφετέρου δε δεν θα είχε γίνει δεκτό να επιστρέψει εκ νέου σε αυτήν τον Αύγουστο, μετά την αναιτιολόγητη, κατά τους ισχυρισμούς της, απουσία του επί πέντε μέρες. Έτι περαιτέρω, στην περίπτωση  της αναιτιολόγητης απουσίας του, δεν θα του είχε ζητηθεί να παραιτηθεί και να υπογράψει οικειοθελώς την πλήρη εξόφληση του για το σύνολο των αγωγικών του αξιώσεων, γεγονός που έλαβε χώρα την 2-9-2025, ήτοι σε χρόνο που είχε ήδη διαμαρτυρηθεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου για τα δεδουλευμένα του και είχε αξιώσει την τήρηση της σύμβασης του. Επομένως, εφόσον η εναγόμενη δεν ανέτρεψε το τεκμήριο που τίθεται εκ του νόμου αναφορικά με την αιτιότητα μεταξύ της ενάσκησης των δικαιωμάτων του εργαζόμενου, η οποία εν προκειμένω εκδηλώθηκε από τον τελευταίο, άμα της επιστροφής του στην εργασία του, μετά την 23 Αυγούστου, απουσιάζοντας δηλαδή κατά τις μέρες 18-23 Αυγούστου,  εν γνώσει της εργοδότριας, ότε και συνήθως η αγοραστική κίνηση είναι μειωμένη και μεγάλο μέρος του προσωπικού απουσίαζε ομοίως με άδεια, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο χρονοδιάγραμμα αδειών και της καταγγελίας της σύμβασης της εργασίας του,  πιθανολογήθηκε ότι αυτή έγινε κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 350 παρ. 1β του Π.Δ 62/2025 και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του πάσχει ακυρότητας. Επομένως ο ενάγων δικαιούται την αξιούμενη πρόσθετη αποζημίωση εκ ποσού, που ισούται με τρεις μηνιαίους μισθούς και συνολικά το ποσό των 4.434,84 ευρώ (3 μήνες Χ 1.478,28), το οποίο κρίνεται εύλογο, λαμβανομένων υπόψη των προαναφερόμενων συνθηκών και ιδίως της έντασης του πταίσματος της εργοδότριας, η οποία διαρκούσης της εργασιακής σχέσης δεν τήρησε σε μεγάλο βαθμό του όρους της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εργασίας, προβαίνοντας στην καταγγελία της, όταν ο εναγόμενος αξίωσε την τήρηση των όρων αυτής της κατά τα προδιαληφθέντα, καθώς και της περιουσιακής και οικονομικής κατάστασης των μερών, και δη την ηλικία του ενάγοντος, ο οποίος κατά τον ένδικο χρόνο ήταν 24 ετών περίπου δίχως οικογενειακές υποχρεώσεις αλλά και το εύρος της δραστηριότητας της εναγομένης, η οποία ως αναδείχθηκε, απασχολούσε τουλάχιστον 20 εργαζόμενους και είχε ευρύ δίκτυο διανομής των προϊόντων της εμπορίας της. Εν όψει των ανωτέρω, πιθανολογήθηκε ότι κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατ΄ορθή εκτίμηση των αποδείξεων η από 23.09.2025 αγωγή του ενάγοντος έγινε δεκτή κατά ένα μέρος ως ουσία βάσιμη, ως προς την κύρια βάση της και επιδικάστηκαν σ’ αυτόν 1.029,12 ευρώ ως αμοιβή για υπερεργασία, 6.131,84 ευρώ για παράνομη υπερωρία, 591,18 ευρώ για αποδοχές και επίδομα αδείας,167,25 ευρώ για ΔΧ (διαφορά) και 4.434,84 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση απόλυσης και συνολικά το ποσό των δώδεκα χιλιάδων τριακοσίων πενήντα τεσσάρων ευρώ και είκοσι τριών λεπτών (12.354,23), νομιμοτόκως, με τις εξής επισημάνσεις, α) οι αξιώσεις που αφορούν σε υπερεργασία από την τελευταία ημέρα του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκε αυτή, β) η διαφορά του επιδόματος Χριστουγέννων από την επομένη της 31-12-2025, γ) οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, που αποτελούν παρακολούθημα του κυρίου δικαιώματος για λήψη της ετήσιας άδειας αναψυχής, από την επομένη της 31ης Μαρτίου 2026, δ ) κατά τα λοιπά για τις λοιπές αξιώσεις (παράνομης υπερωρίας και πρόσθετης αποζημίωσης) από την επίδοση της αγωγής έως εξοφλήσεως. Να σημειωθεί ότι τα ως άνω ποσά που επιδικάστηκαν στον ενάγοντα οφείλονται εκ του νόμου και στηρίζονται στο άρθρο 1 του. Ν 3385/2005 και παρ.10 άρθρου 74 (πλέον 194 Π.Δ 62/2026, για συμπληρωματική αμοιβή που αντιστοιχεί στην παρασχεθείσα υπερεργασία και τις παρανόμως παρασχεθείσες υπερωρίες), στο άρθρο 3§16 του Ν. 4504/1966 σε συνδυασμό με άρθρ. 2 παρ. 1 Α. Ν. 539/1945 (222, 223 Π.Δ 62/2025 για αποδοχές και το επίδομα αδείας), 1 παρ.1, 2 και 3α, 3 παρ.1, 6 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας (142 επ. Π.Δ 62/2025 για επίδομα εορτών Χριστουγέννων) και άρ.5 του άρθρου 350 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (Π.Δ 62/2025) (για πρόσθετη αποζημίωση). Ο ισχυρισμός της εναγομένης – εκκαλούσας ότι  το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου  μη δεχόμενο ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας ήταν άκυρη, επειδή ο ενάγων δεν ήταν εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας, ενώ στα καθήκοντά του περιλαμβάνονταν και ο τεμαχισμός και η μεταφορά νωπών πουλερικών, κι ότι συνεπώς «…όλοι οι σχετικοί υπολογισμοί, υποτιθέσθω αληθείς, θα έπρεπε να γίνουν στη βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού…», κι αληθής υποτιθέμενος, δεν ασκεί καμία επιρροή στην ένδικη υπόθεση και ως λόγος αλυσιτελώς προβάλλεται. Τούτο διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, όλα τα ποσά που επιδικάστηκαν στον ενάγοντα βάσει της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποδόθηκαν με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενώ το μοναδικό κονδύλιο που νομικά στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ επί άκυρης σύμβασης, ήτοι εκείνο των δεδουλευμένων αποδοχών του μηνός Αυγούστου του έτους 2025 απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμο με την εκκαλουμένη απόφαση κι επομένως η εναγομένη δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει τη διάταξη αυτή.  Εν’ όψει των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί σαν αβάσιμη στην ουσία της, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι εφόσον δεν πιθανολογείται ευδοκίμηση της έφεσης που ασκήθηκε, δεν νοείται και βλάβη της αιτούσας από την εκτέλεση της απόφασης που προσβάλλεται. Η δικαστική δαπάνη του καθ’ ου η αίτηση βαρύνει την αιτούσα, επειδή ηττάται στην μεταξύ τους δίκη, (αρθρ. 84 παρ. 2 Ν. 4194/2013, άρθρ. 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων

Απορρίπτει την αίτηση

Επιβάλλει σε βάρος της αιτούσας τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του στον Πειραιά στις 4.6.2026, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

   Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ