Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 395/2026

Αριθμός   395/2026

ΤΟ MONOMΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

[ΤΜΗΜΑ 3ο]

Αποτελούμενο από την Δικαστή Μαρία – Φανή Παλαμίδη, Εφέτη, η οποία  ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα E.D.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………” που εδρεύει στο ……… Κρήτης, ………., με ΑΦΜ ………, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό (ΔΣΑ) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ………………, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ρουκλιώτη (ΔΣΑ) με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 18.04.2024  και με αριθ. εκθ. καταθ.  ……………/2024 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 4332/ 2025 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου,  που  δέχτηκε τ’ αναφερόμενα σ’ αυτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την από 11.11.2025 έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό …………/2025 και ορίστηκε δικάσιμος αυτής με την υπ’ αριθμ. καταθ. …./2025 πράξη του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο (αρ. 10).

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ανέπτυξαν τις απόψεις τους  με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση από 11.11.2025 (εκ παραδρομής αναγράφεται <<11.11.2012>>) έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 4332/2025 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο δίκασε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθ. 614 αρ. 3 ΚΠολΔ), την αγωγή της ενάγουσας, ήδη εφεσίβλητης κατά της εναγομένης ήδη εκκαλούσας ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εφόσον το δικόγραφο αυτής έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 12.11.2025 ήτοι εντός της 30μερης προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ (όπως αντικ. με το άρθρο 1 άρθρο 3ο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α’ 87/23.07.2015, ισχύς για τα κατατιθέμενα ένδικα μέσα από 01.01.2016, άρθρο 1 άρθρο 9ο παρ. 2 του Ν. 4335/2015) από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στις 13.10.2025 (βλ. τη σχετική σημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ……………. επί του επιδοθέντος αντιγράφου της εκκαλουμένης). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ανωτέρω ειδική διαδικασία (άρθρα 522, 524 παρ.1, 2, 533 παρ.1, 591 παρ.7, 614 αριθμ. 3, όπως τα δύο τελευταία ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο 1, άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015), δεδομένου ότι, για το παραδεκτό αυτής, δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, λόγω του ότι πρόκειται για διαφορά του άρθρου 614 αρ. 3 ΚΠολΔ (άρθρο 495 §3 εδ. τελευταίο).

ΙΙ. Με την από 18.04.2024 (εκ παραδρομής αναγράφεται <<18.4.2023>>)  αγωγή η ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητη εκθέτει ότι τον Ιούνιο του έτους 2014, συνήψε με την εναγόμενη ήδη εκκαλούσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας έξι μηνών (έως τον Δεκέμβριο του έτους 2014), προκειμένου να απασχοληθεί ως υπάλληλος εκδοτηρίου εισιτηρίων – ταμείου. Ότι κατά τη σύναψη της ως άνω σύμβασης, πέραν του βιογραφικού της κατέθεσε και την υπ’ αριθ. 479/19.03.2005 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, με την οποία πιστοποιούνταν το ποσοστό αναπηρίας της, ανερχόμενο σε 67% λόγω χρόνιας πάθησης καθώς και το ότι ετύγχανε προστατευόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2643/1998. Ότι στις 30/4/2015 συνήψε με την εναγόμενη ήδη εκκαλούσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης με την ειδικότητα της υπαλλήλου. Ότι στις 04/10/2023, ενημερώθηκε από την εναγόμενη ήδη εκκαλούσα, μέσω των προστηθέντων της, ότι η τελευταία πρόκειται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της. Ότι εν συνεχεία απευθύνθηκε στον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρείας αποστέλλοντας του επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με την οποία του υπενθύμιζε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της θα ήταν παράνομη ενέργεια λόγω της ιδιότητας της ως προστατευόμενης από τις διατάξεις του Ν. 2643/1998. Ότι με την ίδια επιστολή του υπενθύμιζε όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που σχετίζονταν με την αναπηρία της, τις κατά καιρούς προηγούμενες εκκλήσεις της για την τοποθέτησή της σε περιβάλλον προσαρμοσμένο στις ιδιαίτερες ανάγκες της υγείας της και τις συνθήκες υπό τις οποίες είχε μεθοδευθεί η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της.

Ότι παρόλο αυτά, η εναγόμενη ήδη εκκαλούσα, στις 31/ 01/ 2024, της κοινοποίησε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, καταβάλλοντας και τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, έκτοτε δε αρνείται να αποδεχθεί τις προσηκόντως από εκείνη προσφερόμενες υπηρεσίες.  Ότι η πιο πάνω καταγγελία τυγχάνει άκυρη, καθότι δεν συνέτρεξε ορισμένος από τους λόγους, για τους οποίους επιτρέπεται κατ’ άρθρο 11 παρ.1 ν.2643/1998, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ως ατόμου με ειδικές ανάγκες, ύστερα από ορισμένη διαδικασία. Επικουρικά, δε, ότι τυγχάνει άκυρη, κατά το βαθμό που (η καταγγελία) οφείλεται σε δυσμενή διάκριση λόγω της αναπηρίας της, γεγονός που αποδεικνύεται από την όλη μεταχείριση που της επιφύλαξε η εναγόμενη ήδη εκκαλούσα καθ’ όλη την διάρκεια της εργασιακής σχέσης και ιδιαίτερα από την άρνησή της να προσαρμόσει το εργασιακό περιβάλλον σε συνθήκες κατάλληλες για την υγεία της. Άλλως δε ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη ως καταχρηστική καθώς η εναγόμενη ήδη εκκαλούσα προχώρησε σε αυτήν, χωρίς να αναμείνει την ολοκλήρωση της διαδικασίας πιστοποίησης της αναπηρίας της, που η ίδια (εναγόμενη) είχε αιτηθεί. Ότι λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, η εναγόμενη βρίσκεται σε κατάσταση υπερημερίας και της οφείλει αποδοχές υπερημερίας από 31.1.2024, οπότε έπαυσε να αποδέχεται την εργασία της μέχρι 1.2.2025 (πιθανός χρόνος συζήτησης της αγωγής), οι οποίες ανέρχονται στο ποσόν των 26.495,98 ευρώ κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι οι συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία, της προκάλεσαν ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της, για την οποία δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Με βάση το ιστορικό αυτό, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος αυτής και δη των κονδυλίων που αφορούν αποδοχές υπερημερίας Δεκεμβρίου 2024, ποσού 1.892,57, Ιανουαρίου 2025 ποσού 1892,57, επιδόματος Χριστουγέννων ποσού 1892,57 ευρώ, αποδοχών αδείας 2024 ποσού 946,29 ευρώ και της ηθικής βλάβης ποσού 15.000 ευρώ από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, ζήτησε :α) να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία της στην ίδια θέση εργασίας και υπό τους ιδίους όρους, όπως και πριν από την άκυρη απόλυσή της, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας ποσού 19.871,99 (10 μήνες μισθοί + επίδομα εορτών Πάσχα 2024) ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.2.2024 έως 30.11.2024, νομιμοτόκως από τότε που κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός κάθε επιμέρους μισθός, δ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας ποσού 6.624,00 ευρώ, για τους μήνες Δεκέμβριο 2024, Ιανουάριο 2025, επίδομα Χριστουγέννων 2024, αποδοχές αδείας 2024, νομιμοτόκως από τότε που κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός κάθε επιμέρους μισθός,  ε) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να της καταβάλει το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς τα καταψηφιστικά αιτήματα και να καταδικαστεί η εναγόμενη στα δικαστικά της έξοδα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση του, αφού προηγουμένως έκρινε την αγωγή παραδεκτή, ορισμένη και νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις της, την έκανε δεκτή κατά ένα μέρος ως βάσιμη και στην ουσία της κατά την κύρια βάση της, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 31-01-2024 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, υποχρέωσε την εναγόμενη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, υπό τους αυτούς όρους όπως και πριν την απόλυσή της, υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 11.670,86 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.02.2024 έως 31.12.2024, επίδομα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων 2024 και επίδομα αδείας 2024, με τον νόμιμο τόκο κατά τις εκτιθέμενες στο σκεπτικό της πρωτοβάθμιας απόφασης διακρίσεις μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 8.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση, κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή καθ’ όλες τις καταψηφιστικές της διατάξεις και καταδίκασε την εναγομένη στην καταβολή μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας. Ήδη η εκκαλούσα – εναγόμενη παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αιτούμενη την εξαφάνιση της απόφασης, ώστε να απορριφθεί η αγωγή σε βάρος της.

ΙΙΙ. Στο άρθρο 1 του ν. 2643/1998 “Μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών και άλλες διατάξεις” (Φ.Ε.Κ. Α’ 220/28-9-1998), ορίζονται οι κατηγορίες προσώπων, που υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου αυτού. Στις κατηγορίες αυτές περιλαμβάνονται, κατά τη διάταξη της παρ. 1 περ. β’ του ως άνω άρθρου, και “… β. Τα άτομα, με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, που έχουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση, εξαιτίας οποιασδήποτε χρόνιας σωματικής ή πνευματικής ή ψυχικής πάθησης ή βλάβης (άτομα με ειδικές ανάγκες), εφόσον είναι γραμμένα στα μητρώα ανέργων αναπήρων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) “. Η κοινωνική προστασία, που παρέχεται από το νόμο αυτό, συνίσταται κυρίως στην επαγγελματική αποκατάσταση των ανωτέρω προσώπων και μάλιστα με τη μορφή της αναγκαστικής τοποθέτησης αυτών, σε επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα και σε φορείς του δημοσίου τομέα του άρθρου 2 παρ. 8 του νόμου αυτού (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 73 παρ. 1 του ν. 4611/2019). Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του εν λόγω ν. 2643/1998, η τοποθέτηση των ανωτέρω προστατευόμενων προσώπων, η οποία είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, γίνεται από την Επιτροπή του άρθρου 9 του νόμου αυτού. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 και 11 παρ. 1 του ίδιου νόμου, οι τοποθετούμενοι εξομοιώνονται πλήρως, ανάλογα με τα προσόντα τους, με το υπόλοιπο προσωπικό, ως προς τους όρους εργασίας, την αμοιβή, τις προαγωγές και γενικά τις συνθήκες εργασίας, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 1, το οποίο θέτει περιορισμούς, αναφορικά με τη λύση της σύμβασης εργασίας των προσώπων που ανήκουν στις κατηγορίες αυτές. Κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού (ν. 2643/1998 άρθρο 11 παρ. 1), η σχέση εργασίας των προσώπων που τοποθετούνται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή των προσώπων που έχουν τοποθετηθεί, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τους πολεμιστές μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού ή των ατόμων με ειδικές ανάγκες του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, ανεξαρτήτως αν έχουν προσληφθεί υποχρεωτικά ή όχι, λύεται: α) …, β) …, γ) Με καταγγελία, ύστερα από απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 9, για τους εξής λόγους : αα) Για παραβάσεις που προβλέπονται από τον αναγνωρισμένο οργανισμό ή κανονισμό της υπηρεσίας ή επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, για τις οποίες ορίζεται ως ποινή η απόλυση. ββ) Για αποδεδειγμένη ανεπάρκεια ή για ακαταλληλότητα στην εκτέλεση της εργασίας, που δεν οφείλεται πάντως στα τραύματα ή στην αναπηρία ή για ανάρμοστη συμπεριφορά ή για αντικοινωνική γενικώς διαγωγή. δ) Με καταγγελία της σχέσης εργασίας, αν έχει εκδοθεί, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 2, απόφαση του αρμόδιου περιφερειακού διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ. Κατά την παρ. 4 του άρθρου 2 του νόμου αυτού, ο αρμόδιος περιφερειακός διευθυντής του Ο.Α.Ε.Δ., με απόφασή του, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της οικείας Επιτροπής του άρθρου 9, μπορεί να απαλλάσσει από την υποχρέωση πρόσληψης ή να περιορίζει το ποσοστό υποχρεωτικής πρόσληψης σε επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή φορείς, που έχουν ουσιαστικά αναστείλει τις εργασίες τους ή δεν μπορούν να συνεχίσουν επωφελώς τη λειτουργία τους. Με την ίδια διαδικασία, μπορεί να επιτρέπεται στις παραπάνω επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή φορείς, να απολύουν όλους ή ορισμένους από τους προστατευομένους, που έχουν τοποθετηθεί σε αυτές αναγκαστικά, με οποιονδήποτε νόμο, καταγγέλλοντας τη σύμβαση εργασίας τους. Για την έκδοση της παραπάνω απόφασης η ενδιαφερόμενη επιχείρηση υποβάλλει στον αρμόδιο περιφερειακό διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ. σχετική αίτηση, που συνοδεύεται από όλα τα απαραίτητα για την υποστήριξή της στοιχεία. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 11 παρ. 1 και 2 παρ. 4 του Ν. 2643/1998 και των άρθρων 349, 648, 656 του Α.Κ. προκύπτει ότι, για την εγκυρότητα της καταγγελίας, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 περ. δ’, απαιτείται να προηγηθεί απόφαση του περιφερειακού διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ., ύστερα από σύμφωνη γνώμη της οικείας Επιτροπής του άρθρου 9, άλλως η καταγγελία, που έγινε χωρίς την πιο πάνω θετική απόφαση του περιφερειακού διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ., είναι άκυρη και θεωρείται μηδέποτε γενομένη, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να καθίσταται υπερήμερος, ως προς την αποδοχή της εργασίας του ακύρως απολυθέντος και να οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 656 του Α.Κ., αποδοχές υπερημερίας από την επομένη της άκυρης απόλυσης (ΑΠ 1418/2024, με περαιτέρω παραπομπές στις ΑΠ 510/2020, ΑΠ 706/2006, ιστοσελίδα ΑΠ).

IV. Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, την υπ’ αριθ. …./17-10-2024 ένορκη βεβαίωση της ………., ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλλιθέας ………….., την οποία νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα – εφεσίβλητη, η οποία ελήφθη μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρ. 422 παρ. 1 ΚΠολΔ) κλήτευση της εναγόμενης – εκκαλούσας (βλ. την υπ’ αριθμ. ……….΄/14.10.2024, έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Ανατολικής Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ηρακλείου ………….), την υπ’ αριθμ. πρωτ. ΔΣΠ ΕΒ ……/16.10.2024 ένορκη βεβαίωση του ………. ενώπιον της δικηγόρου Πειραιώς ……… (ΑΜ ….), την οποία νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η εναγόμενη – εκκαλούσα, η οποία ελήφθη μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρ. 422 παρ. 1 ΚΠολΔ) κλήτευση της ενάγουσας – εφεσίβλητης (βλ. την υπ’ αριθμ. ……… Β΄/11.10.2024, έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς, ………), την υπ’ αριθμ. πρωτ. ΔΣΗ ΕΒ …………/2024 ένορκη βεβαίωση της ………. ενώπιον της δικηγόρου Ηρακλείου ………….. (ΑΜ …..), την οποία νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η εναγόμενη – εκκαλούσα, η οποία ελήφθη μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρ. 422 παρ. 1 ΚΠολΔ) κλήτευση της ενάγουσας – εφεσίβλητης (βλ. την υπ’ αριθμ. … Β΄/8.10.2024, έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς, ……..), από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά (ΑΠ 139/2009 ΤΝΠ Νόμος), λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 § § 3 και 4 του ΚΠολΔ), αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα – εφεσίβλητη, γεννηθείσα στις 20-6-1981, πάσχει από την παιδική της ηλικία από εστιακή επιληψία επί εδάφους δομικής εγκεφαλικής ανωμαλίας (φλοιική ετεροτοπία -σχιζεγκεφαλία δεξιού βρεγματικού λοβού με μερική αγένεση μεσολοβίου). Εμφανίζει σύνθετες εστιακές επιληπτικές κρίσεις με δευτερογενή γενίκευση. Στο παρελθόν αναφέρεται μερικός έλεγχος των κρίσεων υπό αγωγή με Depakine και ικανοποιητικός έλεγχος αυτών με Tegretol, (βλ. προσκομιζόμενο από 28-5-2014 ιατρικό σημείωμα Ιατρού Νευρολόγου …………….). Σε νεότερη ηλικία ελάμβανε αντιεπιληπτική αγωγή με βαλπροικό οξύ αλλά από το έτος 2014 λαμβάνει αγωγή με καρβαμαζεπίνη  (βλ. το από 15-3-2022 ιατρικό σημείωμα Ιατρού Νευρολόγου …………). Στις 19.03.2005, δηλαδή σε ηλικία 24 ετών, η ενάγουσα – εφεσίβλητη εξετάστηκε από Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α) (Τοπική Μονάδα Υγείας Αλεξάνδρας), με αναφερόμενο ιστορικό «…Κρίσεις «Ε» με σχιζεγκεφαλία δεξ. βρεγματικής χώρας, μερική αγενεσία μεσολοβίου…». Η επιτροπή αποφάνθηκε ότι η εξεταζόμενη παρουσιάζει κρίσεις επιληψίας υπό αγωγή επί εδάφους οργανικής εγκεφαλικής βλάβης (σχιζεγκεφαλία δεξ βρεγματικού λοβού) πλημμελώς ελεγχόμενες παρά την αντιεπιληπτική αγωγή. Ακολούθως γνωμάτευσε ότι από την παραπάνω κατάσταση της υγείας της, το ποσοστό αναπηρίας της ανέρχεται σε ποσοστό  67%. Επίσης, η πάθησή της κρίθηκε χρόνια κι ότι η εξεταζόμενη εμπίπτει στις διατάξεις του Ν. 2643/1998. Η γνωμάτευση έλαβε αριθμό ΑΜΕΑ/…… και έχει ημερομηνία έκδοσης 19.3.2005. Η επαγγελματική συνεργασία της ενάγουσας – εφεσίβλητης με την εναγομένη – εκκαλούσα ξεκίνησε στις 3.06.2014, όταν στις 28.04.2014 σύναψε με την εταιρεία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας έξι μηνών (έως τον Δεκέμβριο του έτους 2014), προκειμένου να ασχοληθεί σ’ αυτήν ως υπάλληλος με καθήκοντα που σχετίζονταν με τη διαχείριση του εκδοτηρίου – ταμείου. Αφού είχε συναφθεί η σύμβαση, η ενάγουσα – εφεσίβλητη προσκόμισε στην εργοδότριά της το με ημερομηνία 28.5.2014 ιατρικό σημείωμα του νευρολόγου ………….., ιατρού της Α΄Νευρολογικής Κλινικής του Αιγινήτειου Νοσοκομείου, με βάση το οποίο, αφενός μεν γνωστοποιούνταν στην εναγομένη – εκκαλούσα ότι η εργαζόμενη έφερε μακροχρόνια βλάβη, η οποία σε αλληλεπίδραση με διάφορα εμπόδια μπορούσε να παρεμποδίσει την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή της στην κοινωνία σε ίση βάση με τους άλλους, δηλαδή ότι επρόκειτο για άτομο με αναπηρία, (βλ. Διακρίσεις λόγω χρόνιας πάθησης ή αναπηρίας στο χώρο εργασίας, …………., ΝΒ, 2024, κεφ. Β΄, σελ. 19, παρ.1, υποσημ. 36 για την έννοια της αναπηρίας), αφετέρου δε γινόταν σύσταση στην εργαζόμενη να μην οδηγεί και να μην εμπλέκεται σε δραστηριότητες που μπορεί να θέσουν, σε περίπτωση επιληπτικής κρίσης, την ίδια ή άλλους σε κίνδυνο. Στο ιατρικό σημείωμα, ο ιατρός βεβαίωνε ότι «…τηρουμένων των παραπάνω, η ασθενής μπορεί να εργαστεί (επί του παρόντος βρίσκεται υπό αγωγή με Tegretol)..».  Εξάλλου, πριν από την σύναψη της σύμβασης εργασίας και συγκεκριμένα στις 10.7.2013,  στο πρόσωπο της ενάγουσας –εφεσίβλητης είχε εκδοθεί η με αριθμό 101303 2013 900558 ταυτότητα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ, η οποία έφερε επάνω την σημείωση «προστατευόμενος του Ν. 2643/98». Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά από την λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα στις 30.04.2015, οι διάδικοι σύναψαν νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας – αυτή τη φορά –  αορίστου χρόνου, αρχόμενη την 1.05.2015, δυνάμει της οποίας, η εναγομένη – εκκαλούσα προσέλαβε την ενάγουσα – εφεσίβλητη ως υπάλληλο πρακτορείου λιμένος Πειραιά. Η εν λόγω σύμβαση τροποποιήθηκε κατόπιν συμφωνίας των μερών δύο φορές και δη: α) στις 28.06.2018, ως προς τον τόπο παροχής της εργασίας [από το Κεντρικό Πρακτορείο Ηρακλείου, όπου τοποθετήθηκε η ενάγουσα την 1η.11.2015] στο Πρακτορείο Λιμένος Πειραιά από την 1η.7.2018 και εφεξής, β) στις 27.1.2021, ως προς τους μερικότερους όρους της εργασίας, έτσι όπως περιγράφονται στην έγγραφη τροποποίηση της σύμβασης, με έναρξη ισχύος αυτής την 1η.02.2021.  Αμφότερες οι προσλήψεις της ενάγουσας -εφεσίβλητης, έγιναν από την εναγομένη – εκκαλούσα οικειοθελώς και όχι υποχρεωτικά, δηλαδή (όχι) μέσω της διαδικασίας που προβλέπεται στα άρθρα 2, 3, 5, 6, 7, 9, 10 του Ν. 2643/1998 (ΦΕΚ Α΄220/28.9.1998) «Μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών και άλλες διατάξεις), μολονότι η ενάγουσα ενέπιπτε στην ειδική κατηγορία εργαζομένων του άρθρου 1 παρ. 1β αυτού,  η οποία αφορά, μεταξύ άλλων, «…Τα άτομα, με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, που έχουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση εξαιτίας οποιασδήποτε χρόνιας σωματικής ή πνευματικής ή ψυχικής πάθησης ή βλάβης (άτομα με ειδικές ανάγκες), εφόσον είναι γραμμένα στα μητρώα ανέργων αναπήρων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ)…». Το γεγονός αυτό το αναφέρει η ενάγουσα – εφεσίβλητη και στην αγωγή της, όπου στην δεύτερη σελίδα, δεύτερη παράγραφο, εδάφιο β΄ εκθέτει ότι: «….Μάλιστα, κατά τη συνάντησή μου με τον Διευθυντή Προσωπικού στο Ηράκλειο Κρήτης, είχα προτείνει στον ίδιο η πρόσληψή μου να διενεργηθεί στο πλαίσιο επιδοτούμενου προγράμματος του ΟΑΕΔ λόγω του ποσοστού αναπηρίας μου στην ειδική κατηγορία του Ν. 2643/1998, όμως αυτός αρνήθηκε και μου δήλωσε ότι η πρόσληψη θα διενεργηθεί κανονικά και ανεξάρτητα από την επιδότηση του ως άνω προγράμματος…».  Εξάλλου, επειδή δεν επρόκειτο για αναγκαστική σύμβαση εργασίας, το όνομα της ενάγουσας – εφεσίβλητης ουδέποτε συμπεριλήφθηκε στην ονομαστική κατάσταση ατόμων υποχρεωτικά τοποθετημένων στην εταιρεία, την οποία (κατάσταση) οι «…………..» υπέβαλαν ετησίως με βάση το άρθρο 6 παρ. 1 Ν. 2643/1998 προς τον ΟΑΕΔ [Περιφερειακή Διεύθυνση Κρήτης, Πρωτοβάθμια Επιτροπή Άρθρου 9 Ν. 2643/98]. Ειδικότερα, στις σχετικές ειδικές έντυπες δηλώσεις  (ορθώς) αναγράφεται πως κανένα άτομο ΑΜΕΑ δεν είχε τοποθετηθεί αναγκαστικά για να εργαστεί στην εταιρεία το επίδικο διάστημα, (βλ. τις με ΑΠ: …………./14.5.2014,  ΑΠ: ………../17.4.2015, ΑΠ: ………./10.5.2016,  ΑΠ: …………./18.4.2017, ΑΠ: …………/07.5.2018,     ΑΠ: …………./12.3.2019,    ΑΠ: …………./14.5.2020,    ΑΠ: ……………/17.5.2021,  ΑΠ: ………../25.5.2022, ΑΠ: ………./24.5.2023 που προσκομίζονται). Για τον ίδιο λόγο, η επικεφαλής της Υπηρεσίας Μισθοδοσίας της εναγομένης- εκκαλούσας, από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2002 μέχρι και τον Ιούλιο του έτους 2021, …………, στην με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΣΗ_ΕΒ_………….._2024 ένορκη βεβαίωση που έδωσε ενώπιον της δικηγόρου Ηρακλείου ……… στις 11.10.2024 κατέθεσε μετά λόγω γνώσεως πως η ενάγουσα – εφεσίβλητη δεν είχε προσληφθεί  ως άτομο με αναπηρία και γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο η τελευταία δεν προσκόμισε στην Μισθοδοσία, ανάμεσα στα δικαιολογητικά πρόσληψης, την με αριθμό ΑΜΕΑ/….. από 19.3.2005 γνωμάτευση της Α΄βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α, την οποία, στην αντίθετη περίπτωση, ήταν υποχρεωμένη να προσκομίσει, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.1 στοιχ. η) του Ν. 2643/1998, στο οποίο ορίζεται ότι: «….Οι προστατευόμενοι της παραγράφου 1 του άρθρου 1, για να τοποθετηθούν ή διατεθούν σε εργασίες, υποχρεούνται με την αίτησή τους να προσκομίζουν στην αρμόδια Επιτροπή του άρθρου 9 και τα εξής δικαιολογητικά:…..(η) «Απόφαση πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής αναπηρίας του Ι.Κ.Α, με την οποία προσδιορίζεται η χρόνια σωματική ή πνευματική ή ψυχική πάθηση ή βλάβη του αιτούντος καθώς και το ποσοστό της αναπηρίας του…». Άλλωστε, επειδή η ενάγουσα – εφεσίβλητη δεν είχε προσληφθεί ως  άτομο με αναπηρία, δεν έκανε ποτέ χρήση του πλεονεκτήματος της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του ως άνω νόμου, το οποίο προβλέπει επαύξηση του χρόνου αδείας της ως εργαζόμενης κατά έξι εργάσιμες ημέρες ετησίως, αφού δεδομένης της οικειοθελούς πρόσληψης αυτής, δεν το δικαιούταν, (βλ. την σχετική κατάθεση της παραπάνω μάρτυρος). Επίσης, ο μάρτυρας της ενάγουσας – εφεσίβλητης, κ. ……, ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως μέλος του αντίστοιχου κλαδικού σωματείου εργαζομένων, στην ερώτηση του Δικαστηρίου αν η ενάγουσα είχε γνωστοποιήσει από την πρόσληψή της εγγράφως ότι έχει αναπηρία, απάντησε «…Όχι, δεν μπορεί να ήξεραν από την πρόσληψή της…». Το γεγονός όμως αυτό, ότι δηλαδή η ενάγουσα – εφεσίβλητη δεν ήταν υποχρεωμένη και γι’ αυτό άλλωστε δεν προσκόμισε, ανάμεσα στα δικαιολογητικά της πρόσληψής της, την με αριθμό ΑΜΕΑ/……. από 19.3.2005 γνωμάτευση της Α΄βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Ι.Κ.Α, δεν προσδίδει ουσιαστική βασιμότητα στον ισχυρισμό της εναγομένης – εκκαλούσας ότι κατά τον χρόνο αμφότερων των προσλήψεων της εργαζομένης, τόσο στις 28.04.2014, όσο και στις 10.4.2015, η εκκαλούσα αγνοούσε την χρόνια πάθησή  της εφεσίβλητης και το γεγονός ότι η τελευταία έχρηζε ειδικής μεταχείρισης- προστασίας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, λίγο μετά την σύναψη της πρώτης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου και συγκεκριμένα στις 28.05.2024, η εργαζόμενη προσκόμισε στην εργοδότριά της, το από 28.05.2014  ιατρικό σημείωμα του νευρολόγου ………., ιατρού της Α΄Νευρολογικής Κλινικής του Αιγινήτειου Νοσοκομείου με το περιεχόμενο που προπαρατέθηκε. Περαιτέρω, ο ιατρός εργασίας της εναγομένης – εκκαλούσας, …………, αφού προηγουμένως έλαβε υπόψη του το ατομικό ιατρικό ιστορικό της ενάγουσας – εφεσίβλητης και αφού την εξέτασε κλινικά έκρινε ότι είναι κατάλληλη προς μόνιμη εργασία, υπό την προϋπόθεση να εργάζεται μόνο στην πρωϊνή βάρδια, (βλ. το σχετικό υπό τον αριθμό 6 που προσκομίζεται από την εφεσίβλητη). Ο μάρτυρας της εναγομένης – εκκαλούσας, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, επιβεβαίωσε ότι η ενάγουσα – εφεσίβλητη, στις 17.10.2015, εργαζόμενη κατά τον χρόνο εκείνο στο εκδοτήριο των ………. στο λιμάνι του Πειραιά, υπέστη, κατά τη διάρκεια της εργασίας της κρίση επιληψίας με λιποθυμικό επεισόδιο με αποτέλεσμα να διακομιστεί με ασθενοφόρο στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας, συνοδεία του τότε προϊσταμένου της κ. ……….  Ακολούθως, ο τελευταίος, με το από 19.10.2015 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε στην εναγομένη – εκκαλούσα, ενημέρωσε τον κ. …… για το περιστατικό, στον οποίο ανέφερε τα ακόλουθα: «….λίγα λεπτά αργότερα έφθασα κι εγώ στο νοσοκομείο, όπου διαπίστωσα ότι η συνάδελφος είχε ανακτήσει πλήρως τις αισθήσεις της και είχε ήδη ενημερώσει τον εφημερεύων νευρολόγο για την πάθησή της (επιληψία), ο οποίος έκρινε ότι έπρεπε να υποβληθεί σε αξονική τομογραφία. Παρέμεινα στο νοσοκομείο μέχρι την λήψη των αποτελεσμάτων της εξέτασης, όπου ο γιατρός διαπίστωσε το υπάρχον πρόβλημα και της είπε να απευθυνθεί στον γιατρό που την παρακολουθεί για τα περαιτέρω….».   Επίσης, η ενάγουσα – εφεσίβλητη, η οποία, από την 1η.11.2015 είχε τοποθετηθεί και παρείχε την εργασία της στο Ηράκλειο Κρήτης, με το από 8.06.2018 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε στην εναγομένη – εκκαλούσα, έκανε αίτηση μετακίνησης σε αντίστοιχη θέση στην Αθήνα ή στον Πειραιά, επικαλούμενη τόσο την οικογενειακή της κατάσταση, όσο και το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε και την ανάγκη να βρίσκεται κοντά στον θεράποντα ιατρό της. Το αίτημα μετακίνησης έγινε δεκτό από την εργοδότρια εταιρεία,  αφού η ενάγουσα – εφεσίβλητη μετατέθηκε στον Πειραιά προκειμένου να συνεχίσει να παρέχει την εργασία της από την 1η.07.2018 κι εφεξής.  Επίσης αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα – εφεσίβλητη, στις 2.3.2022, εξετάστηκε εκ νέου από τον ως άνω νευρολόγο …….., ο οποίος της χορήγησε το με ημερομηνία 15.3.2022 ιατρικό σημείωμα με το ακόλουθο περιεχόμενο: «…Η κα …….., 41 ετών (Ημ. Γεν. 20.6.1981), παρακολουθείται στο ιατρείο από το 2014 για γνωστή επιληψία επί εδάφους φλοιικής ετεροτοπίας, με τελευταία εξέταση στις 2.3.2022. Από το ιστορικό αναφέρονται επιληπτικές κρίσεις από ηλικίας 12 ετών, οι οποίες έχουν αποδοθεί σε γνωστή φλοιική ετεροτοπία παρά το δεξιό ινιακό κέρας της πλαγίας κοιλίας του εγκεφάλου. Η ετεροτοπία αναδεικνύεται στη μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου. Η ασθενής έχει εμφανίσει στο παρελθόν τόσο εστιακές κρίσεις «Ε» όσο και σπανιότερα, εστιακές κρίσεις «Ε» με δευτεροπαθή γενίκευση. Σε νεότερη ηλικία λάμβανε αντιεπιληπτική αγωγή με βαλπροϊκό οξύ αλλά από το 2014 λαμβάνει αγωγή με καρβαμαζεπίνη. Υπό καρβαμαζεπίνη παραμένει τα τελευταία χρόνια ελεύθερη γενικευμένων κρίσεων. Από την αντικειμενική νευρολογική εξέταση δεν διαπιστώνεται εστιακή σημειολογία. Λαμβάνει συστηματικά προφυλακτική αγωγή με Tegretol 400 mg, 1 x Σημειώνεται ότι ένας παράγοντας που μπορεί να αυξήσει τη συχνότητα των κρίσεων σε ασθενείς με επιληψία είναι η στέρηση ύπνου. Συστήνεται λοιπόν οι ασθενείς αυτοί να αποφεύγουν βραδινές βάρδιες, άτακτα ωράρια ή άλλους παράγοντες στην καθημερινή εργασία τους που μπορεί να οδηγήσουν σε στέρηση ύπνου. Το παρόν χορηγείται για χρήση στην εργασία της..». Ακολούθως η ενάγουσα – εφεσίβλητη, έκανε χρήση της παραπάνω βεβαίωσης και στις 8.04.2022, την απέστειλε στην εναγομένη – εκκαλούσα με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ζητώντας να γίνει αλλαγή ωραρίου ή πόστου εργασίας για την προστασία της υγείας της, δηλαδή να μετακινηθεί στο Κεντρικό Πρακτορείο Πειραιά ή Αθήνας, όπου θα υπάρχουν πρωινά ωράρια και όχι άστατο πρόγραμμα. Όπως αναφέρει στο σχετικό  e- mail, «…Μετά από τη συνάντησή μας και αναλυτική ενημέρωσή σας για το πρόβλημα υγείας που έχω και γνωρίζετε ήδη, αιτούμαι…(τα ως άνω)….ο σκοπός αυτής της αίτησης για αλλαγή έχει σκοπό την αποφυγή επιβάρυνσης στον οργανισμό μου όσον αφορά το θέμα της επιληψίας όπου απαιτεί για την διατήρηση της αποδοτικότερης εργασίας μου συγκεκριμένες συνθήκες ωραρίου και εργασίας, σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες του γιατρού που με παρακολουθεί..».  Να σημειωθεί ότι η εναγομένη – εκκαλούσα, με το από 28.04.2022 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, απάντησε στην εργαζόμενη πως το αίτημά της ικανοποιήθηκε κι ότι τοποθετήθηκε στο πρακτορείο λιμένος Πειραιά – Τμήμα Επιβατών. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι, εντός του έτους 2022, η ενάγουσα – εφεσίβλητη έγινε αποδέκτης δύο έγγραφων επιπλήξεων από την πλευρά της εργοδοσίας της. Η πρώτη πειθαρχική ποινή επιβλήθηκε σ’ αυτήν στις 12.09.2022 από τον τότε διευθυντή διοίκησης και πληροφορικής της εταιρείας ………. για ανάρμοστη συμπεριφορά προς επιβάτη κατά την επίσκεψή του στο Πρακτορείο Λιμένος Πειραιά την 3η.9.2022 και μετά από έγγραφο παράπονο του επιβάτη προς το τμήμα εξυπηρέτησης πελατών της εναγομένης. Η ενάγουσα – εφεσίβλητη αρνήθηκε το περιστατικό και έδωσε άλλη εικόνα για το συμβάν. Ακολούθησε η επιβολή δεύτερης πειθαρχικής ποινής στην ενάγουσα με την απεύθυνση προς αυτήν της με ημερομηνία 20.09.2022 έγγραφης επίπληξης από τον ίδιο διευθυντή για την αδικαιολόγητη και παράνομη ενέργεια αυτής να προβεί σε εικονικές κρατήσεις στο σύστημα της εταιρείας για 184 άτομα και 20 οχήματα, χρησιμοποιώντας τον υπαλληλικό της κωδικό, κατά τον μήνα Ιούνιο 2022. Είχε προηγηθεί η αποστολή προς αυτήν της με ημερομηνία 12.07.2022 επιστολής της εταιρείας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με την οποία της ζητήθηκαν οι απόψεις της. Όπως αποδείχθηκε, οι κρατήσεις δεν έγιναν κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας αλλά κατόπιν παράνομης εντολής του προϊσταμένου της ………, ο οποίος ανέλαβε εξ’ ολοκλήρου την ευθύνη. Εντούτοις, η εν λόγω πρακτική κρίθηκε ως απαράδεκτη κυρίως ως μέθοδος εφαρμογής όσο και για το γεγονός ότι εκτελέστηκε χωρίς ενημέρωση και λήψη σχετικής έγκρισης από την προϊστάμενη διοικούσα αρχή, κατά παρέκκλιση των ισχυόντων κανόνων που διέπουν τη λειτουργία της εταιρείας με αποτέλεσμα η ενάγουσα – εφεσίβλητη να δεχθεί επίπληξη για παρέκκλιση του κανονισμού εργασιών της. Τέλος, στις 30.06.2023, ο εσωτερικός ελεγκτής της εναγομένης- εκκαλούσας, …………, γνωστοποίησε στην ενάγουσα – εφεσίβλητη το με στοιχεία ……………/30.6.2023 έγγραφο με τίτλο «Υπηρεσιακό σημείωμα καταγραφής συμβάντος της 8.6.2023» με το ακόλουθο περιεχόμενο: «…Στις 08/6, κατά τη διάρκεια της βάρδιάς σας στο εκδοτήριο των Κεντρικών Γραφείων Πειραιά (…..) επικοινωνήσατε τηλεφωνικώς με τον Επικεφαλής Διαχείρισης Οικονομικού Ελέγχου κο ……. σχετικά με την εφαρμογή εγκεκριμένης εκπτωτικής πολιτικής της Εταιρείας (……….). Συγκεκριμένα, όπως του αναφέρατε, θέλατε να μάθετε εάν ένας εκ των δικαιούχων της συγκεκριμένης έκπτωσης, ο οποίος, όπως δηλώσατε κατά την επικοινωνία αυτή ήταν παρών, είχε ολοκληρώσει τη χρήση της παροχής που είχε δοθεί από την Εταιρεία. Ο κος …… προθυμοποιήθηκε να σας βοηθήσει ζητώντας τον αριθμό έγκρισης και το όνομα του επιβάτη και σας ενημέρωσε ότι θα χρειαστεί κάποιο χρονικό περιθώριο για να ερευνήσει το θέμα. Στην απάντησή του αυτή υπήρξε απόκριση εκ μέρους σας η οποία, δεδομένης της παρουσίας του επιβάτη αλλά και της θέσης σας, δεν συνάδει με την εικόνα που πρέπει να εμφανίζει η Εταιρεία. Συγκεκριμένα αναφέρατε ότι δεν μπορεί να μην υπάρχει πρόγραμμα να το κάνει αυτό και ότι πρέπει να σας βρει λύση τώρα. Ο κος  …….. σας επισήμανε ότι έχει δρομολογηθεί σχετικό αίτημα από την αρμόδια υπηρεσία (Επικοινωνίας) προς τον πάροχο το οποίο βρίσκεται σε στάδιο υλοποίησης. Πέραν αυτού επέστησε την προσοχή και τη συγκράτησή σας ως προς το ύφος της επικοινωνίας σε επίπεδο που να μην δημιουργεί αρνητική εικόνα για την εταιρεία με δεδομένη τη παρουσία του επιβάτη. Επιπρόσθετα σας επισημάνθηκε ότι η έρευνα που θα πραγματοποιούσε θα γίνονταν μέσω του προγράμματος κρατήσεων, δυνατότητα την οποία είχατε κι εσείς, αφού εκ της θέσης σας χειρίζεστε το ίδιο πρόγραμμα. Επί της διευκρίνησης αυτής απαντήσατε ότι δεν μπορείτε να έχετε στην ουρά 5 άτομα και να ψάχνετε εάν δικαιούται ή όχι ένας επιβάτης εκπτωτικό εισιτήριο. Ο κος ….., βλέποντας ότι η έκθεση της Εταιρείας συνεχίζονταν και θέλοντας να τερματίσει τη συζήτηση αλλά και την περαιτέρω έκθεση της Εταιρείας σας ενημέρωσε ότι για επίλυση τέτοιας φύσης ζητημάτων πρέπει να ακολουθείται η καθορισμένη διαδικασία, ήτοι επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς όλους τους συναρμοδίους ώστε να δίνονται οι σχετικές απαντήσεις και να υπάρχει ταυτόχρονη διάχυση της πληροφορίας / οδηγίας. Για το περιστατικό αυτό κατόπιν υπήρξε εκ μέρους μου τηλεφωνική ενημέρωση στον Διευθυντή σας κο ……….. όπου του ζητήθηκε να σας συστήσει περαιτέρω την υποχρέωση τήρησης της ιεραρχίας αλλά και των θεσπισμένων κανόνων και διαδικασιών ώστε να μην πλήττεται η έξωθεν εικόνα της Εταιρείας».  Για το συγκεκριμένο περιστατικό, η εναγομένη – εκκαλούσα δεν τήρησε την πειθαρχική διαδικασία αλλά προτίμησε να προβεί στην παραπάνω έγγραφη παρατήρηση προς την ενάγουσα – εφεσίβλητη καθώς ο κανονισμός εργασιών για το έτος 2023 δεν είχε ακόμη κυρωθεί από την εταιρεία.    Κατόπιν των παραπάνω, στις 4.10.2023, η εναγόμενη – εκκαλούσα, λαμβάνοντας υπόψη και τις αξιολογήσεις ανθρώπινου δυναμικού 2022 και 2023 του προϊσταμένου, του υποδιευθυντή και του διευθυντή της ενάγουσας – εφεσίβλητης, οι οποίες απέδωσαν στην εργαζόμενη τον χαρακτηρισμό «καλός» για το έτος 2022 και χαρακτήρισαν την απόδοσή της «μέση» για το έτος 2023, βαθμολογώντας την με 72,19 (για το έτος 2022) και 68,73 (για το έτος 2023), έλαβε απόφαση να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας της και ενημέρωσε σχετικά την ενάγουσα – εφεσίβλητη. Η ενάγουσα, θορυβημένη από την απόφαση της εναγομένης, ευθύς αμέσως την πληροφορήθηκε, απευθύνθηκε στον Διευθύνοντα Σύμβουλο κ. ……… με την από 4.10.2023 επιστολή της, στην οποία αφενός εξέφρασε την επιθυμία της να μην υλοποιηθεί η απόφαση για την απόλυσή της, αφετέρου του υπενθύμισε ότι τυγχάνει άτομο με αναπηρία 67% λόγω επιληψίας και ζήτησε ακρόαση προκειμένου να της γνωστοποιηθούν οι λόγοι της δρομολογημένης καταγγελίας. Ταυτόχρονα απέστειλε στην εναγομένη – εκκαλούσα με φωτογραφία που λήφθηκε ως screenshot την από 19.3.2005 γνωμάτευση ΑΜΕΑ/…… της πρωτοβάθμιας επιτροπής του Ι.Κ.Α, η οποία πιστοποιούσε ότι η πάθησή της ήταν χρόνια κι ότι η αναπηρία της είχε υπολογιστεί στο ποσοστό  67%. Η εναγομένη – εκκαλούσα, την ίδια ημέρα, της απέστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με το ακόλουθο περιεχόμενο: «..Σε απάντηση του σημερινού σας μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι η εταιρεία μας έλαβε γνώση της συνημμένης γνωμάτευσης μόλις σήμερα. Παρακαλούμε όπως μας αποσταλεί άμεσα επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της γνωμάτευσης αυτής καθώς και επικαιροποιημένο έγγραφο του ΕΦΚΑ, από το οποίο να προκύπτει το ποσοστό αναπηρίας που έχετε ή εναλλακτικά βεβαίωση του ΕΦΚΑ πρόσφατης ημερομηνίας, με την οποία να πιστοποιείται ότι η συνημμένη γνωμάτευση παραμένει σε ισχύ..». Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε ανταλλαγή μιας σειράς επιστολών μεταξύ των διαδίκων, στις οποίες η μεν εργοδότρια επέμενε να προσκομιστεί πρόσφατη πιστοποίηση της αναπηρίας, η δε ενάγουσα – εφεσίβλητη υποστήριζε ότι η γνωμάτευση που διέθετε από το έτος 2005 πιστοποιούσε την εφ’ όρου ζωής αναπηρία της κι ότι δεν απαιτούνταν «επικαιροποίηση» αυτής. Με την από 18-1-2024 εξώδικη δήλωση – πρόσκλησή της η εναγόμενη – εκκαλούσα, μέσω των προστηθέντων της,  επέμεινε στην προσκόμιση πιστοποίησης αναπηρίας από τα ΚΕΠΑ, τάσσοντας στην ενάγουσα – εφεσίβλητη προθεσμία μέχρι τις 22-1-2024, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω γνωμάτευση είχε εκδοθεί σε διάστημα πριν από την έναρξη λειτουργίας των κέντρων αυτών. Στις 22.01.2024, η ενάγουσα – εφεσίβλητη ενημέρωσε εγγράφως την εναγομένη – εκκαλούσα πως ήδη από τις 4.10.2023 είχε υποβάλει αίτηση για να εξεταστεί από επιτροπή ΚΕΠΑ, η οποία έφερε αριθμό πρωτοκόλλου ……….. και παρακάλεσε την εργοδότριά της να αναμείνει την ολοκλήρωση της διαδικασίας γιατί η τασσόμενη σ’ αυτήν προθεσμία ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατον να τηρηθεί. Η εναγομένη – εκκαλούσα όμως, στις 31-1-2024, προχώρησε στην κοινοποίηση της με την ίδια ημερομηνία καταγγελίας της από 30-4-2015 σύμβασης εργασίας της ενάγουσας – εφεσίβλητης, καταβάλλοντας στην εργαζόμενη τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ποσού 11.039,99 ευρώ, (βλ. την υπ’ αριθμ. ……../ 2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς …………. που προσκομίζεται). Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας που προηγήθηκε, η λύση της εργασιακής σχέσης των προστατευόμενων προσώπων του άρθρου 1 της παρ. 1 εδαφ. β΄Ν. 2643/1998, ήτοι των ατόμων με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον που έχουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση εξαιτίας οποιασδήποτε χρόνιας σωματικής ή πνευματικής ή ψυχικής πάθησης ή βλάβης (άτομα με ειδικές ανάγκες), εφόσον είναι γραμμένα στα μητρώα ανέργων αναπήρων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ), ανεξαρτήτως αν έχουν προσληφθεί υποχρεωτικά ή όχι, γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.1 εδαφ. γ Ν. 2643/1998,  με καταγγελία, ύστερα από απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 9, για τους εξής λόγους : αα) Για παραβάσεις που προβλέπονται από τον αναγνωρισμένο οργανισμό ή κανονισμό της υπηρεσίας ή επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, για τις οποίες ορίζεται ως ποινή η απόλυση. ββ) Για αποδεδειγμένη ανεπάρκεια ή για ακαταλληλότητα στην εκτέλεση της εργασίας, που δεν οφείλεται πάντως στα τραύματα ή στην αναπηρία ή για ανάρμοστη συμπεριφορά ή για αντικοινωνική γενικώς διαγωγή. Η ratio της ως άνω διάταξης, η οποία προβλέπει ότι η προστασία έναντι της καταγγελίας καταλαμβάνει τόσο όσους τοποθετήθηκαν υποχρεωτικά με απόφαση της επιτροπής του ΟΑΕΔ όσο και όσους προσλήφθηκαν οικειοθελώς και άρα αφαιρέθηκαν από το πλήθος των εργαζομένων που τοποθετήθηκαν αναγκαστικά από τον ΟΑΕΔ είναι πως δεν μπορεί να εξαιρούνται της προστασίας από την καταγγελία όσα άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ) προσλήφθηκαν από την επιχείρηση οικειοθελώς, για να μην δημιουργούνται δύο κατηγορίες αναπήρων εργαζομένων και να μην δημιουργείται κίνητρο να προσλαμβάνονται ΑμεΑ απευθείας από την επιχείρηση, δηλαδή εκτός της διαδικασίας του Ο.Α.Ε.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, η επίδικη καταγγελία τυγχάνει άκυρη διότι, αφενός δεν συνέτρεξε ορισμένος από τους λόγους, για τους οποίους επιτρέπεται αυτή, κατ’ άρθρο 11 παρ.1 εδαφ. γ περ. (αα) και (ββ) Ν.2643/1998 ύστερα από ορισμένη διαδικασία, αφετέρου δεν ακολουθήθηκε η συγκεκριμένη διαδικασία. Όπως αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας που προηγήθηκε, για την έκδοση της απόφασης απόλυσης προστατευόμενου προσώπου όπως η ενάγουσα – εφεσίβλητη, η εργοδότρια επιχείρηση πρέπει να υποβάλλει στον αρμόδιο περιφερειακό διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ. σχετική αίτηση, που συνοδεύεται από όλα τα απαραίτητα για την υποστήριξή της στοιχεία. Δηλαδή, για την εγκυρότητα της καταγγελίας, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 περ. δ’, απαιτείται να προηγηθεί απόφαση του περιφερειακού διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ., ύστερα από σύμφωνη γνώμη της οικείας Επιτροπής του άρθρου 9, άλλως η καταγγελία, που έγινε χωρίς την πιο πάνω θετική απόφαση του περιφερειακού διευθυντή του Ο.Α.Ε.Δ., είναι άκυρη και θεωρείται μηδέποτε γενομένη, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να καθίσταται υπερήμερος, ως προς την αποδοχή της εργασίας του ακύρως απολυθέντος και να οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 656 του Α.Κ., αποδοχές υπερημερίας από την επομένη της άκυρης απόλυσης, (άρθ. 11 παρ. 1 και 2 παρ. 4 του Ν. 2643/1998 και των άρθρων 349, 648, 656 του Α.Κ). Εξάλλου, οι ενέργειες της ενάγουσας – εφεσίβλητης κατά την εκτέλεση της εργασίας της, οι οποίες επέφεραν σ’ αυτή την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της επίπληξης αλλά και την μη πειθαρχική ποινή της παρατήρησης δεν αποδείχθηκε ότι αποτελούν παραβάσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό της επιχείρησης της εναγομένης – εκκαλούσας για τις οποίες ορίζεται ως ποινή η απόλυση. Εξάλλου, οι ίδιες παραπάνω ενέργειες, δεν δηλώνουν αποδεδειγμένη ανεπάρκεια της ενάγουσας – εφεσίβλητης ή ακαταλληλότητα στην εκτέλεση της εργασίας, ούτε συνιστούν ανάρμοστη συμπεριφορά ή αντικοινωνική γενικώς διαγωγή. Να σημειωθεί ότι προϋπόθεση εφαρμογής της προστατευτικής διάταξης του άρθρου 11 παρ.1 εδαφ. γ περ. (αα) και (ββ) του ως άνω νόμου αποτελεί η ιδιότητα του εργαζόμενου ως αναπήρου (σε ποσοστό τουλάχιστον 50%). Η γνώση της ιδιότητας αυτής, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του εργοδότη, κατά τη στιγμή που απευθύνει στον εργαζόμενό του την καταγγελία. Ο ισχυρισμός της εναγομένης – εκκαλούσας ότι αγνοούσε την παραπάνω ιδιότητα της ενάγουσας – εφεσίβλητης κατά τον χρόνο της πρόσληψής της, επειδή η τελευταία δεν είχε καταθέσει σ’ αυτήν την υπ’ αριθμ. ……./19.03.2005 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής του Ι.Κ.Α, δεν ασκεί καμία επιρροή στην ακυρότητα της καταγγελίας. Καταρχήν πρέπει να σημειωθεί ότι η υπαγωγή της ενάγουσας – εφεσίβλητης στις προστατευτικές διατάξεις του άρθρ. 11 Ν. 2643/1998 εξαρτάται από το εάν αυτή φέρει την ιδιότητα της ανάπηρης σε ποσοστό άνω του 50% και όχι από το εάν γνωστοποίησε την ιδιότητά της αυτή στην εναγομένη – εκκαλούσα κατά τον χρόνο της πρόσληψής της.  Περαιτέρω, ανεξαρτήτως της κατοχής της γνωμάτευσης εκ μέρους της εναγομένης – εκκαλούσας, από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι η τελευταία, ήδη από την πρόσληψη της ενάγουσας – εφεσίβλητης γνώριζε ότι η εργαζόμενη έπασχε από χρόνια πάθηση (επιληψία) που επέφερε σ’ αυτή περιορισμούς κατά την εργασία της και την οποία (πάθηση) είχε λάβει μάλιστα υπόψη της όταν την μετέθεσε από το Ηράκλειο Κρήτης στον Πειραιά και όταν την τοποθέτησε σε πόστο εργασίας με πρωϊνές βάρδιες.  Σε κάθε περίπτωση, η αποδεικτική διαδικασία κατέδειξε ότι  η εναγομένη – εκκαλούσα έλαβε γνώση της γνωμάτευσης στις 4.10.2023 κι επομένως στις 31.1.2024, όταν προχώρησε στη λύση της σύμβασης εργασίας, είχε επίγνωση ότι η απολυόμενη έχει την ιδιότητα της ανάπηρης κατέχοντας πιστοποιητικό αναπηρίας αόριστης ισχύος με ποσοστό 67% κι ότι εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 11 παρ.1 εδαφ. γ περ. (αα) και (ββ) του ως άνω νόμου. Συνεπώς, η εργοδότρια εταιρεία ήταν υποχρεωμένη να τηρήσει την από το νόμο 2643/1998 προβλεπόμενη διαδικασία απόλυσης, πράγμα το οποίο δεν έπραξε, αρνούμενη δε έκτοτε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της ενάγουσας – εφεσίβλητης, περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της (άρθρ. 349,350 ΑΚ). Περαιτέρω, η κατά τα ως άνω γενόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας – εφεσίβλητης και η επιμονή της εναγομένης – εκκαλούσας να μην αναγνωρίζει την ύπαρξη αναπηρίας της, ώστε να καταγγείλει αυτή χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας και να απαιτεί πιστοποίηση αναπηρίας από το ΚΕΠΑ συνιστά συμπεριφορά προσβλητική για την προσωπικότητα της ενάγουσας. Η τελευταία δεν ήταν υποχρεωμένη να «επικαιροποιήσει» την πιστοποίηση της αναπηρίας της, ήτοι να ζητήσει την επανεξέτασή της από Επιτροπή ΚΕΠΑ,  αφού η γνωμάτευση με  αριθμ. ……../19.03.2005 της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής του Ι.Κ.Α, η οποία δεν αποτέλεσε προαπαιτούμενο δικαιολογητικό στην πρόσληψή της,  είχε αόριστη διάρκεια και δεν είχε απωλέσει την ισχύ της κατά τον επίδικο χρόνο. Να σημειωθεί ότι η ενάγουσα – εφεσίβλητη, στις 4.10.2023, μόλις δηλαδή έλαβε γνώση της πρόθεσης της εναγομένης – εκκαλούσας να την απολύσει, καίτοι μη όφειλε, δέχθηκε καλόπιστα να επανεξεταστεί από την ως άνω Επιτροπή ΚΕΠΑ, η οποία, στις 6.6.2024 εξέδωσε την με αριθμό ……………./05.06.2024 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας με το ακόλουθο περιεχόμενο: «….Η αξιολογούμενη υπάγεται σε μία από τις κατηγορίες παθήσεων του Πίνακα Χρόνιων Σωματικών ή Πνευματικών ή Ψυχικών Παθήσεων ή Βλαβών που ταυτόχρονα επιφέρουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση, με συνολικό ΠΑ τουλάχιστον 50% αποκλειστικά για τις ανάγκες του Ν. 2643/1998… το συνολικό ποσοστό αναπηρίας της ανέρχεται σε 67% κατά ιατρική πρόβλεψη, για το χρονικό διάστημα από 4.10.2023 έως εφόρου ζωής…».  Η νέα πιστοποίηση αναπηρίας κοινοποιήθηκε στην εργοδότρια της ενάγουσας – εφεσίβλητης στις 31.07.2024, σε χρόνο μεταγενέστερο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της.  Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), έκρινε θετικά για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής κατά την κύρια βάση της, αναγνωρίζοντας  την ακυρότητα της από 31-01-2024 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας – εφεσίβλητης, υποχρέωσε την εναγόμενη – εκκαλούσα να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, υπό τους αυτούς όρους όπως και πριν την απόλυσή της, υποχρέωσε την εργοδότρια να καταβάλει στην εργαζόμενη το ποσό των 11.670,86 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.02.2024 έως 31.12.2024, επίδομα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων 2024 και επίδομα αδείας 2024, με τον νόμιμο τόκο κατά τις εκτιθέμενες στο σκεπτικό της πρωτοβάθμιας απόφασης διακρίσεις μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης – εκκαλούσας να καταβάλει στην ενάγουσα – εφεσίβλητη το ποσό των 8.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα κατέληξε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους έφε­σης της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, η οποία διατείνεται ότι η ενάγουσα – εφεσίβλητη δεν γνωστοποίησε κατά την πρόσληψή της την ιδιότητά της ως ατόμου με αναπηρία προστατευόμενης βάσει του Ν. 2643/1998 κι ότι η εξακολούθηση της εργασιακής τους σχέσης ήταν αφόρητη λόγω των πολλών σφαλμάτων της ενάγουσας – εφεσίβλητης κατά την εκτέλεση της εργασίας της κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης, πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η εκκαλούσα, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας της εφεσίβλητης κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 11.11.2025 (εκ παραδρομής αναγράφεται <<11.11.2012>>) έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 4332/2025 οριστικής α­πόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς  που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφο­ρών.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων  (1000) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την  4.6.2026, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ