Αριθμός 345 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Εταιρείας με την επωνυμία «………………» και με διακριτικό τίτλο «……………...», η οποία εδρεύει στο …………… Αττικής, με Α.Φ.Μ. ……., νομίμως εκπροσωπούμενη, ως εταιρεία Διαχείρισης Πιστώσεων, ως μη δικαιούχος διάδικος και ως εντολοδόχος, ειδικός πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………» (……………..), που εδρεύει στο …….. της Ιρλανδίας, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………..», με έδρα στην Αθήνα, με Α.Φ.Μ. ………….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, και όπως τροποποιήθηκε η επωνυμία της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…………….» σε «…………….», η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο, Μαρκέλα ΑΛΙΓΗΖΑΚΗ (Δ.Ε. ΦΡΑΓΚΟΥ) (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ………., 2) ………, και ………. απάντων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ……………, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Γεώργιο ΚΑΛΤΣΑ (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Ο …………… (αρχικώς ανακόπτων), κάτοικος εν ζωή Νίκαιας Αττικής, ο οποίος απεβίωσε την 11η.11.2020, διακοπείσας βιαίως της δίκης στο πρόσωπό του, στη θέση του οποίου υπεισήλθαν και συνεχίζουν τη δίκη οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού και ήδη εφεσίβλητοι, ήτοι οι …………, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 2.7.2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……/2020) ανακοπή και οι προαναφερόμενοι υπεισέλθοντες στη θέση αυτού υπό την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, τους από 9.11.2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2022) πρόσθετους λόγους ανακοπής. Επί της ανακοπής και των προσθέτων λόγων ανακοπής εκδόθηκε η υπ΄ αριθ 3180/2023 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την ανακοπή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η καθ΄ ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα με την από 17.7.2025 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………../2025-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………/2025) έφεσή της, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ανακόπτων, …………., άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 2-7-2020 (υπ’ αριθμ. κατάθ. …………../6-7-2020) ανακοπή κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «………..» (……………) και διακριτικό τίτλο «……………» (…………..), ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……………..» (…………….), που εδρεύει στο ……. της Ιρλανδίας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία «………………..» και τον διακριτικό τίτλο “……………….”, που εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, κατόπιν μεταβίβασης στα πλαίσια τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, σύμφωνα με τις διατάξεις ν. 3156/2003. Με την ανακοπή αυτή ζητούσε να ακυρωθούν α) η με αριθμ. …../2020 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, δυνάμει της οποίας ο ανακόπτων υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή, για απαίτηση απορρέουσα από σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, το ποσό των 57.732,67 ευρώ και το ποσό των 1.180,00 ευρώ για δικαστικά έξοδα, καθώς και β) η από 10-6-2020 επιταγή προς πληρωμή αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δηλώθηκε ο θάνατος του ανακόπτοντος, ……………..την 11-11-2020 χωρίς να αφήσει διαθήκη και η συνέχιση της δίκης από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι, τα τέκνα του α) ………….., β) …….. και γ) ……….. Στο μεταξύ, οι ανωτέρω, ως νόμιμοι κληρονόμοι του πατέρα τους, είχαν υποβάλει νομίμως το από 9-11-2022 (υπ’ αριθμ. κατάθ. ………./9-11-2022) δικόγραφο πρόσθετων λόγων. Μετά τη συνεκδίκαση των ως άνω δικογράφων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 632 παρ. 2, 591, 614 ΚΠολΔ), εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 3180/2023 απόφαση, που δέχθηκε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους της. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, την από 17-7-2025 (υπ’ αριθμ. κατάθ. …………/24-7-2025) έφεση η εταιρεία με την επωνυμία «………………» και τον διακριτικό τίτλο «……………….», η οποία, δυνάμει της από 12-5-2023 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, κατέστη διαχειρίστρια απαιτήσεων της ως άνω εταιρείας με την επωνυμία «…………..» (…………….), μεταξύ των οποίων και της επίδικης. Η ανωτέρω έφεση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517 και 518 του ΚΠολΔ), αρμοδίως δε, φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), ενώ έχει κατατεθεί το απαιτούμενο για την άσκησή της παράβολο, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με τις προτάσεις της, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο πρώτος των εφεσιβλήτων, ………., ισχυρίσθηκε ότι, εντέλει, δεν κατέστη κληρονόμος του πατέρα του, καθόσον, στη δημοσιευθείσα εκ των υστέρων διαθήκη του, ο αποβιώσας εγκατέστησε ως κληρονόμους του μόνο τους έτερους δύο αδελφούς του. Πράγματι, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ. …………./17-9-2025 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 15-8-2019 ιδιόγραφης διαθήκης του ………, που απεβίωσε στις 11-11-2020, ο τελευταίος άφησε ως μόνες κληρονόμους του τις θυγατέρες του, ……….. και …………, οι οποίες δεν αποποιήθηκαν τη διαθήκη αυτή, ούτε έχει κατατεθεί κάποιο δικόγραφο αμφισβήτησης του κληρονομικού δικαιώματος των ανωτέρω. Επομένως, εφόσον και η εκκαλούσα δεν αμφισβητεί τα ανωτέρω, ο πρώτος εφεσίβλητος, εφόσον δεν έχει την ιδιότητα του κληρονόμου, δεν νομιμοποιείται πλέον στην περαιτέρω διεξαγωγή της δίκης. Συνεπώς, η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτόν.
Η καταγγελία, η οποία είναι μονομερής δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, που απευθύνεται σε ορισμένο πρόσωπο (άρθρο 167 ΑΚ), μπορεί να ασκηθεί και από πληρεξούσιο, οπότε έχει εφαρμογή και η διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ, κατά το οποίο, μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλον χωρίς την επίδειξη του πληρεξούσιου εγγράφου είναι άκυρη αν εκείνος, προς τον οποίο αυτή απευθύνεται, την αποκρούσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι εκείνος, προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, με την οποία συντελείται μονομερής δικαιοπραξία ή οιονεί δικαιοπραξία από πρόσωπο που φέρεται ως αντιπρόσωπος άλλου, μπορεί, εφόσον δεν επιδεικνύεται σ` αυτόν το πληρεξούσιο έγγραφο, να την αποκρούσει, για τον λόγο αυτό, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της απόκρουσης της δήλωσης χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, η επιχειρούμενη πράξη είναι άκυρη. Η ακυρότητα είναι απόλυτη, δεν θεραπεύεται με μεταγενέστερη έγκριση και επέρχεται ανεξάρτητα από το αν ο φερόμενος ως πληρεξούσιος είχε ή όχι την πληρεξουσιότητα. Για να επέλθουν δε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της πράξης και μάλιστα ex nunc (δηλαδή, από το χρόνο εκείνο και για το μέλλον) πρέπει αυτή να επιχειρηθεί εκ νέου εγκύρως. Το πρόσωπο, εξάλλου, προς το οποίο απευθύνεται η δήλωση, την αποκρούει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση αν ενεργήσει εντός των χρονικών ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις περιστάσεις. Σε περίπτωση που το πρόσωπο δεν πράξει τούτο, δηλαδή δεν ενεργήσει εντός των χρονικών αυτών ορίων, η μονομερής δικαιοπραξία, που επιχειρείται προς άλλον χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου, είναι ισχυρή αν υπάρχει πληρεξουσιότητα ή αν επακολουθήσει έγκριση. Η διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ σκοπεί στην προστασία του δικαιολογημένου συμφέροντος του λήπτη της δήλωσης, να μην περιέρχεται, με μονομερή ενέργεια άλλου προσώπου, σε κατάσταση αβεβαιότητας αναφορικά με ορισμένη έννομη σχέση, της οποίας είναι υποκείμενο και για το λόγο αυτό, τον αφορά. Γι` αυτό, η επίδειξη του πληρεξούσιου εγγράφου πρέπει να είναι πραγματική. (βλ. ΑΠ 242/2025, ΑΠ 825/2023, ΑΠ 1039/2019, ΑΠ 139/2016, σε ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Επί νομικών προσώπων, την πληρεξουσιότητα δίνει εκείνος που για κάθε συγκεκριμένη δικαιοπραξία έχει το δικαίωμα εκπροσωπήσεώς του. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 77 παρ. 1, 86, 87 παρ. 1, 2, 88 ν. 4548/2018, το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, ενεργώντας συλλογικά, είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και την εν γένει επιδίωξη του σκοπού της. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες της διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρείας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μή, εφόσον αυτό επιτρέπεται, σύμφωνα με το καταστατικό.
Με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της ανακοπής ο αρχικώς ανακόπτων ισχυριζόταν ότι η καταγγελία της επίδικης σύμβασης δανείου είναι άκυρη, διότι δεν προερχόταν από το διοικητικό συμβούλιο της καταγγέλλουσας εταιρείας, αλλά από απλό υπάλληλό της, για τον οποίο δεν προσκομίσθηκε σχετική εξουσιοδότηση. κατά την επίδοσή της σε αυτόν και, συνεπώς, αφού δεν έχει λυθεί έγκυρα η σύμβαση δανείου, δεν κατέστη απαιτητό το συνολικό ποσό του δανείου και δεν μπορούσε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής.
Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με την από 10-5-2019 εξώδικη πρόσκληση – δήλωση – καταγγελία, η οποία επιδόθηκε στον αρχικώς ανακόπτοντα την 6-6-2019, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. …………/6-6-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ………, την οποία (εξώδικη δήλωση) υπογράφουν οι ……. και ………, ως εκπρόσωποι της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία Τράπεζα ………….., καταγγέλθηκε η με αριθμό …….. σύμβαση δανείου μετά των σχετικών πρόσθετων πράξεων-και παραρτημάτων αυτής, καθώς, όπως αναφέρεται σ’ αυτήν, παρά τις γραπτές και προφορικές ειδοποιήσεις της πιστώτριας τράπεζας για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων δόσεων, ο αρχικός οφειλέτης και ανακόπτων δεν είχε ανταποκριθεί, με το συνολικώς οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται την 9-5-2019 σε 57.732,67 ευρώ, ως τούτο αναλύεται κατά τα επιμέρους ποσά και αιτίες στην ίδια την εξώδικη δήλωση, το οποίο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Επειδή δεν προκύπτει ότι υπήρξε ανταπόκριση του αρχικού πιστούχου, κατόπιν αιτήσεως της καθ’ ης η ανακοπή, εκδόθηκε σε βάρος του η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. ……./2020 διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Με τη διαταγή αυτή ο αρχικώς ανακόπτων υποχρεώθηκε να πληρώσει «… το ποσό των 57.732,67 ευρώ, έντοκα, με το εκάστοτε ισχύον συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, που υπερβαίνει σήμερα το ενήμερο συμβατικό επιτόκιο κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες, από την 7-6-2019, (επομένη επίδοσης καταγγελίας) και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων…». Ο αρχικώς ανακόπτων από την 6-6-2019, οπότε επιδόθηκε σε αυτόν η ανωτέρω εξώδικη όχληση, μέχρι την 17-6-2020, οπότε του επιδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, δεν την απέκρουσε, αμφισβητώντας την ύπαρξη πληρεξουσιότητας των ανωτέρω υπαλλήλων, που υπέγραψαν την εξώδικη δήλωση, αλλά, αντιθέτως, προέβαλε τον σχετικό ισχυρισμό για πρώτη φορά με την κρινόμενη ανακοπή. Η υπαίτια αυτή βραδύτητα, που επέδειξε ο αρχικώς ανακόπτων στο να αποκρούσει για το λόγο αυτό την επιδοθείσα προς αυτόν εξώδικη δήλωση, έχει ως συνέπεια, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ότι αυτή (καταγγελία) δεν είναι σε κάθε περίπτωση άκυρη (ανεξαρτήτως δηλαδή από το αν υφίσταται πράγματι η σχετική πληρεξουσιότητα ή όχι), αλλά ότι πρέπει να ερευνηθεί αν υπάρχει το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο ή αν έχει εγκρίνει η καθ’ ης τις εν λόγω ενέργειες των υπαλλήλων της. Από το γεγονός, δε, ότι, μεταξύ των εγγράφων που προσκόμισε, για την έκδοση της πιο πάνω διαταγής πληρωμής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η εταιρεία με την επωνυμία «……………..», ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία «………….», η οποία είχε ήδη καταστεί ειδική διάδοχος των απαιτήσεων, που απορρέουν από την ως άνω σύμβαση, ήταν και η από 27-3-2017 καταγγελία, συνάγεται ότι αυτή, σε κάθε περίπτωση, εγκρίθηκε εκ των υστέρων. Πέραν αυτού, όμως, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθ. …./10-07-2018 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών, ……………, οι ανωτέρω υπογράφοντες την καταγγελία της σύμβασης, υπάλληλοι της Τράπεζας …………, ………… . και …………… είχαν τη σχετική εξουσία για να καταγγείλουν την ως άνω δανειακή σύμβαση. Επομένως, ο ανωτέρως λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε, που τον έκρινε βάσιμο κατ’ ουσία. Πρέπει, επομένως, να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση και να ερευνηθούν οι μη εξετασθέντες λόγοι της ανακοπής και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων.
Με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων οι ήδη ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η αρχική διαχειρίστρια των απαιτήσεων της εταιρείας «………………….», με την επωνυμία «……………….» δεν νομιμοποιούνταν να υποβάλει την αίτηση για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ούτε να προβεί στην από 10-6-2020 επιταγή προς πληρωμή της, διότι η ανάθεση της διαχείρισης σε αυτήν έγινε σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ν. 3156/2003 και όχι σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως νόμω αβάσιμος, διότι κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των ν. 4354/2015 και ν. 3156/2003, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις έχουν την κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (βλ. ΟλΑΠ 1/2023 ΝΟΜΟΣ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 2, 585 παρ. 2 και 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, μπορούν, δε, να αφορούν είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και οι διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής, με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ενστάσεις ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ` ου η ανακοπή (βλ. Ολ. ΑΠ 10/1997, Δ 1998/179, ΑΠ 15/2007, ΕΕμπΔ 2008/609). Όταν με τους λόγους της ανακοπής δεν αμφισβητείται αντικειμενικά ολόκληρη η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, τότε πρέπει, για να είναι οι λόγοι ορισμένοι, να καθορίζεται το συγκεκριμένο μέρος της απαίτησης που πλήττεται, ώστε το Δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα ελέγχου του μέρους αυτού και, σε περίπτωση που τυχόν κρίνει ότι κακώς επιδικάστηκε με τη διαταγή πληρωμής, να αφαιρέσει το αντίστοιχο ποσό από τη συνολική οφειλή και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής κατά το συγκεκριμένο μέρος και μόνον και όχι ολικώς, αφού το μέρος αυτό δεν επιδρά στη βεβαιότητα και στο εκκαθαρισμένο της όλης απαίτησης (βλ. ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 1419/2019 ΝΟΜΟΣ). Η απαίτηση, εξάλλου, συνεχίζει να είναι εκκαθαρισμένη και όταν μπορεί να καθοριστεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ). Συναφώς, επί διαταγής πληρωμής, την οποία πέτυχε μία τράπεζα με βάση σύμβαση δανείου, συναφθείσα μεταξύ αυτής και του καθ` ού η διαταγή (δανειολήπτη), ο οποίος με ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ προβάλλει ότι η δανειακή σύμβαση πάσχει ως προς ένα ή περισσότερους Γ.Ο.Σ., από ακυρότητα λόγω καταχρηστικότητας, η ευδοκίμηση του λόγου της, ο οποίος στηρίζεται στην προαναφερόμενη ένσταση – εφόσον βεβαίως ο λόγος αυτός είναι ορισμένος, πλήττοντας συγκεκριμένο μέρος της απαίτησης – επιφέρει μόνο τη μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής και, συγκεκριμένα, μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του/των Γ.Ο.Σ. μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (βλ. ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 105/2019, ΝΟΜΟΣ). Επί προβαλλόμενης δε, με λόγο ανακοπής, καταχρηστικότητας των γενικών όρων συναλλαγών σε σύμβαση, πρέπει να εκτίθεται το ακριβές περιεχόμενό τους, ώστε να ερευνηθεί αν υπάρχει τυπική διατάραξη ως απόκλιση από τη συνηθισμένη ρύθμιση και, στη συνέχεια, ο βαθμός έντασης της απόκλισης αυτής, καθώς και το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της σύμβασης και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της, όπως επίσης και το εάν οι όροι επιβλήθηκαν δίχως να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις διαφάνειας και δίχως επαρκή ενημέρωση του ανακόπτοντος (ΑΠ 350/2016, ΑΠ 15/2007, ΕφΑθ 6007/2022 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο ως άνω λόγος ανακοπής, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρεται πώς επηρέασαν οι προβαλλόμενοι καταχρηστικοί όροι το ύψος της απαίτησης και ποια επιπλέον ποσά χρεώθηκαν παρανόμως στον ανακόπτοντα και τούτο διότι, κατά τα ανωτέρω, επί διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε με επιμέλεια τράπεζας, με βάση σύμβαση δανείου συναφθείσα μεταξύ αυτής και του καθ`ου η διαταγή πληρωμής (δανειολήπτη, εγγυητή), ο οποίος με ανακοπή του άρθρου 632 του ΚΠολΔ προβάλλει ότι η δανειακή σύμβαση πάσχει ως προς ένα ή περισσότερους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ) από ακυρότητα, λόγω καταχρηστικότητας, η ευδοκίμηση, εν όλω ή εν μέρει, του λόγου της, ο οποίος στηρίζεται στην προαναφερομένη ένσταση, επιφέρει μόνο τη μερική ακύρωσή της και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ή των ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (ΑΠ 387/2020, ΑΠ 105/2019, ΕφΑθ 653/2022 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975 «επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχόμενη εις ποσοστό ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως (ήδη μειώθηκε στο 0,60 τοις χιλίοις) επί του μόνου ετησίου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγούμενων υπ` αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων….». Από τη διάταξη αυτή δεν προβλέπεται μεν ρητά ως συμβατικά δυνατή, αλλά και δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του παραπάνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου, έναντι του Δημοσίου, προσώπου στα πλαίσια της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά την (κάθετη) σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι την (οριζόντια) σχέση μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοούμενης της θέσπισης ανώτατου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Έτσι, σε περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και, κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη (ΑΠ 669/2020 ΝΟΜΟΣ). Επιπλέον, αφού η μετακύλιση της ως άνω εισφοράς στο δανειολήπτη είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, καθιστάμενη μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, λογίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 293 παρ. 1 εδ. α’ ΑΚ, ως τόκος και άρα νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται, μετά των λοιπών καθυστερούμενών τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 ν. 2601/1998 (βλ. ΑΠ 123/2023, ΑΠ 669/2020, ΑΠ 368/2019 ΝΟΜΟΣ).
Με τον χωρίς αρίθμηση αρχικό λόγο της ανακοπής, ο αρχικώς ενάγων ισχυριζόταν ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, διότι εκδόθηκε με βάση άκυρη σύμβαση δανείου τακτής λήξης με προδιατυπωμένους όρους, στην οποία αναγκάστηκε να προσχωρήσει ο ανακόπτων, αν και περιείχε όρους καταχρηστικούς και συνεπώς άκυρους, που τον δέσμευαν υπέρμετρα ως ΓΟΣ, κατά παράβαση του ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», καθόσον προέβλεπαν, όπως κατά λέξη αναγράφονται στο δικόγραφο, τα κατωτέρω δικαιώματα της καθ’ ης, ενώ ο ανακόπτων αγνοούσε ανυπαιτίως τους όρους αυτούς και η καθ’ ης δεν υπέδειξε την ύπαρξή τους, κατά παράβαση του ίδιου ως άνω νόμου (2251/1994), επιδιώκοντας να απολαύσει περιουσιακά ωφελήματα δυσανάλογα με την παροχή της. Παραθέτει, δε, στη συνέχεια ορισμένους όρους της επίδικης σύμβασης, ισχυριζόμενος ότι οι όροι αυτοί είναι άκυροι. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι προδήλως αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ουδόλως εκτίθεται ότι οι όροι αυτοί εφαρμόσθηκαν στην προκείμενη περίπτωση και ότι είχαν κάποια επιρροή στην απαίτηση της ήδη εκκαλούσας.
Ο αρχικώς ανακόπτων με τον πρώτο λόγο (υπό το στοιχείο Α’) της ανακοπής πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι η μετακύλιση της προβλεπόμενης στη δανειστική σύμβαση με ΓΟΣ εισφοράς του ν. 128/1975 είναι παράνομη, προσθέτως δε, ότι παρανόμως εκτοκίσθηκαν τα ποσά αυτής και παρανόμως ανατοκίσθηκαν, με αποτέλεσμα να έχει επιδράσει στην τελική διαμόρφωση του επιδικασθέντος με τη διαταγή πληρωμής ποσού των 57.732,67 ευρώ, με περαιτέρω συνέπεια η απαίτηση αυτής να μην είναι εκκαθαρισμένη και η εκδοθείσα διαταγή πληρωμής να είναι ακυρωτέα. Με τον ίδιο λόγο (υπό το στοιχείο Β’) της ανακοπής, ο αρχικός ανακόπτων ισχυριζόταν ότι, με τους αναφερόμενους καταχρηστικούς όρους της επίδικης δανειακής σύμβασης, συμφωνήθηκε επιτόκιο, ανερχόμενο συνολικά σε 8,5%, που υπερβαίνει το νόμιμο επιτόκιο, καθιστώντας υπέρμετρα επαχθή την παροχή του. Ενόψει δε της διαμόρφωσης της οφειλής του, εξαιτίας αυτού, σε υπερβολικό ύψος, ισχυριζόταν ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα.
Οι ανωτέρω λόγοι της ανακοπής πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως ως απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, διότι δεν προσβάλλονται με αυτούς συγκεκριμένα κονδύλια, παρά μόνον προτείνονται γενικές και ασαφείς αμφισβητήσεις της επιβολής της εισφοράς του ν. 128/1975, του εκτοκισμού της, καθώς και του ανατοκισμού της, καθώς επίσης, της ορθότητας του επιτοκίου και κατ’ επέκταση του λογαριασμού, που τηρούνταν προς εξυπηρέτηση της επίδικης δανειακής σύμβασης. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως μη νόμιμοι. Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, α) ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου δανείων της Τράπεζας, με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, εγκύρως μπορεί να συμφωνηθεί συμβατικά μεταξύ αυτού και της πιστοδότριας Τράπεζας, ακολούθως δε, τα σχετικά ποσά εκτοκίζονται και ανατοκίζονται και β) τα επιτόκια των δανειακών συμβάσεων μπορούν να συμφωνούνται ελεύθερα, οπότε δεν τίθεται ζήτημα επιτοκίου, που υπερβαίνει τα νόμιμα όρια. Επίσης, ενόψει των ανωτέρω, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος και ο όγδοος λόγος της ανακοπής, με τον οποίο ο αρχικός ανακόπτων διατεινόταν ότι μη νομίμως έλαβε χώρα ανατοκισμός των ποσών της ως άνω εισφοράς του ν. 128/1975.
Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής, ο αρχικώς ανακόπτων ισχυριζόταν ότι, ενόψει της μερικής ακυρότητας της δανειακής σύμβασης, σύμφωνα με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, η σύμβαση αυτή είναι άκυρη και κατά το υπόλοιπο μέρος της, διότι τα μέρη δεν θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος. Κατά συνέπεια, ολόκληρη η ένδικη σύμβαση επί της οποίας ερείδεται η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, είναι άκυρη, γι’ αυτό πρέπει να ακυρωθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, προεχόντως διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού ο πρώτος λόγος της ανακοπής απορρίφθηκε ως απαράδεκτος.
Εξάλλου, από τη συνδυασμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 626 παρ. 2, 630 εδ. γ’, δ’ και 631 του ΚΠολΔ., σαφώς συνάγεται ότι η διαταγή πληρωμής, η οποία καταρτίζεται εγγράφως και αποτελεί μόνον τίτλο εκτελεστό, χωρίς να είναι δικαστική απόφαση, ώστε να έχει ανάγκη από πλήρες αιτιολογικό, απαιτείται, μεταξύ άλλων στοιχείων, να μνημονεύει το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, αλλά και την αιτία της πληρωμής. Η διάταξη του άρθρου 630 ΚΠολΔ είναι ειδικότερη των διατάξεων των άρθρων 300 – 306 ΚΠολΔ, αφού η διαταγή πληρωμής δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, αλλά τίτλο εκτελεστό. Ειδικότερα, για την αναφορά της αιτίας της πληρωμής στη διαταγή πληρωμής αρκεί ο προσδιορισμός του είδους της δικαιοπραξίας, από την οποία γεννήθηκε η απαίτηση (πχ. δάνειο ή παροχή πίστωσης με ανοικτό [αλληλόχρεο λογαριασμό]), έστω και συνοπτικά, αρκεί να μη δημιουργείται καμία αμφιβολία από όλο το περιεχόμενό της για την αιτία της πληρωμής, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αιτία αυτή (ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 330/2012, ΑΠ 1389/2011 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, επί διαταγής πληρωμής, με την οποία ειδικότερα διατάσσεται ο οφειλέτης να πληρώσει ορισμένο χρηματικό ποσό, το οποίο αποτελεί το χρεωστικό υπόλοιπο από την κίνηση λογαριασμού, που τηρήθηκε στα πλαίσια σύμβασης χορήγησης δανείου από την αιτούσα δανείστρια τράπεζα στον οφειλέτη (καθ’ ου η διαταγή πληρωμής) και έκλεισε οριστικά, αρκεί για την πληρότητά της, ως προς την αιτία της πληρωμής, να αναφέρεται σε αυτήν, έστω και συνοπτικά, ότι το ποσό του οποίου διατάσσεται η πληρωμή, αποτελεί ισόποσο χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του καθ’ ου αυτή εκδίδεται οφειλέτη, που προέκυψε από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται σε αυτήν και η κίνηση των πιστωχρεωστικών κονδυλίων του λογαριασμού αυτού, από την αντιπαραβολή των οποίων, κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, προέκυψε το επιδικαζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο (βλ. ΑΠ 405/2001 ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση δε, που ζητείται υπόλοιπο εντόκου δανείου, ο αιτών δεν έχει υποχρέωση να προσδιορίσει το ποσό των νόμιμων τόκων, τους οποίους με δεδομένο το κεφάλαιο καθώς και τα νόμιμα επιτόκια, όπως αυτά είναι καθορισμένα με τη σύμβαση, τους νόμους, τις πράξεις Υπουργικού Συμβουλίου και τις αποφάσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, εξευρίσκονται με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς (βλ. ΑΠ 1016/2018, Α.Π 653/2013 ΝΟΜΟΣ). Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 293 εδ. γ’ ΑΚ, που ορίζει ότι το ποσοστό του νόμιμου τόκου ή του τόκου υπερημερίας προσδιορίζεται όπως ορίζει ο νόμος, συνάγεται ότι δεν καθίσταται αόριστο το αίτημα επιδικάσεως τόκων υπερημερίας ορισμένου ποσού κεφαλαίου και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ακόμη και αν οι τόκοι δεν προσδιορίζονται κατά ποσό, ούτε είναι αόριστη η διαταγή πληρωμής που επιδικάζει τόκους με τον ανωτέρω τρόπο, αφού οι τόκοι μπορούν ευχερώς να εξευρεθούν με βάση τη χρονική περίοδο εκτοκισμού και το επιτόκιο υπερημερίας που ορίζουν η σύμβαση και ο νόμος (βλ. ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1587/2019, ΑΠ 942/2002 ΝΟΜΟΣ). Αντίστοιχα, στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση από άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσής της και δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος, πρέπει, δε, να επισυνάπτονται σ’ αυτήν (αίτηση) τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της (βλ. ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 330/2012, ΝΟΜΟΣ).
Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής ο αρχικώς ανακόπτων ισχυριζόταν ότι η χρηματική απαίτηση, που επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, δεν είναι εκκαθαρισμένη διότι δεν προκύπτουν από αυτόν και μόνο τον εκτελεστό τίτλο, το ποσό και το ποιόν της οφειλόμενης παροχής κατά υπολογισμό με απλές αριθμητικές πράξεις, καθόσον δεν καθορίζεται ούτε στην αίτηση ούτε στη διαταγή πληρωμής ποιο είναι το υπολογιζόμενο επιτόκιο, ποια δόση του δανείου καθυστερήθηκε, πόσοι ήταν οι δικαιοπρακτικοί τόκοι μέχρι την ημερομηνία καταγγελίας και πόσοι οι τόκοι υπερημερίας. Περαιτέρω, ισχυριζόταν ότι σε αμφότερες δεν αναφέρονταν το επιτόκιο, που εφαρμόσθηκε και τα σχετικά κονδύλια, σε συσχετισμό με το κεφάλαιο, τη χρονική περίοδο και τον αφετήριο χρόνο, με συνέπεια να είναι ακυρωτέα η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, διότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν απαιτείται να αναφέρονται στη διαταγή πληρωμής, ούτε στη αίτηση προς έκδοση αυτής τα ανωτέρω στοιχεία.
Με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής ο αρχικώς ανακόπτων ισχυριζόταν ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, όπως επίσης και η επιταγή προς εκτέλεση πρέπει να ακυρωθούν, διότι, κατ’ αυτόν δεν τηρήθηκαν τα οριζόμενα στον Κώδικα Δεοντολογίας (ν. 4224/2013), πριν την καταγγελία της δανειακής σύμβασης. Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, καθόσον η μη τήρηση των σχετικών διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας συνεπάγεται μόνο εποπτικής φύσης κυρώσεις από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτεύουσας αρχής, τόσο των πιστωτικών ιδρυμάτων, όσο και των εταιριών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) και μέσω αυτών των εταιριών απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (Ε.Α.Α.Δ.Π. -άρθρο 1 Ν. 4354/2015), χωρίς η τυχόν αθέτηση της εν λόγω προϋπόθεσης να επάγεται ακυρότητα της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης τέτοιων απαιτήσεων, ούτε βεβαίως ακυρότητα των ενδίκων πράξεων εκτέλεσης (βλ. ΕφΠειρ. 81/2025, ΕφΛαμ 74/2025, ΕφΛαμ 117/2024 ΝΟΜΟΣ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 96 παρ. 2, 104, 143 παρ. 1, 544 παρ. 4 ΚΠολΔ και 211, 219 και 238 ΑΚ προκύπτει ότι ο διάδικος, για λογαριασμό του οποίου παραστάθηκε ως δικηγόρος πρόσωπο στερούμενο της τυπικής δικαστικής πληρεξουσιότητας, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενεστέρως τις πράξεις τούτου, η έγκριση, δε, αυτή μπορεί να γίνει και σιωπηρώς. Τέτοια έγκριση συνάγεται ιδίως από τη νομότυπη παράσταση του διαδίκου σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας και από την εκ μέρους του εξ αυτής συναγόμενη παραδοχή των μέχρι τότε διαδικαστικών πράξεων ως ισχυρών. Έτσι, σε περίπτωση αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής, ναι μεν η χωρίς πληρεξουσιότητα υποβολή της έχει ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 104 ΚΠολΔ, την ακυρότητα της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε, που προβάλλεται με λόγο ανακοπής κατ’ αυτής, όμως ο διάδικος μπορεί να εγκρίνει σύμφωνα με τα παραπάνω την πράξη της υποβολής της αίτησης που προηγήθηκε, με τη νομότυπη πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο που παρίσταται για λογαριασμό του στη δίκη της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής ή στη δίκη που ανοίγεται στα πλαίσια της διαδικασίας για την αναγκαστική εκτέλεση της διαταγής πληρωμής, εφόσον βέβαια αυτή δεν έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου. Μάλιστα, η έγκριση αυτή μπορεί να γίνει και μετά την πρόταση της ακυρότητας για έλλειψη πληρεξουσιότητας, εφόσον για την ακυρότητα αυτή δεν έχει εκδοθεί κατά το χρόνο της έγκρισης τελεσίδικη απόφαση, ακόμη και στην κατ’ έφεση δίκη, με το διορισμό ως δικηγόρου, είτε εκείνου που υπέγραψε την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, είτε και άλλου, καθόσον η έγκριση αφορά τις πράξεις που ενεργήθηκαν και όχι το πρόσωπο που τις ενήργησε (ΕφΠειρ 42/2023, ΕφΑθ 653/2022, ΕφΑθ 3262/2022, ΕφΑθ 6007/2022, ΕφΠειρ 425/2021 ΝΟΜΟΣ).
Εν προκειμένω, με τον έκτο λόγο της ανακοπής και τον τρίτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, προβάλλεται ότι ουδόλως προέκυπτε ότι ο υπογράφων την αίτηση για την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής, καθώς επίσης η υπογράφουσα την επιταγή προς εκτέλεση, δικηγόρος, είχαν εξουσιοδοτηθεί σχετικώς από την καθ’ ης η ανακοπή και, συνεπώς, οι προσβαλλόμενες διαταγή πληρωμής και επιταγή προς εκτέλεση είναι άκυρες και πρέπει να ακυρωθούν. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι υπογράφοντες τα ως άνω δικόγραφα δικηγόροι δεν είχαν την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, ασφαλώς με την παράσταση της καθ’ ης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και την χορήγηση πληρεξουσιότητας στην παριστάμενη εκεί δικηγόρο, προς υπεράσπιση του κύρους των ανωτέρω διαδικαστικών πράξεων, ενέκρινε τις ως άνω πράξεις.
Με τον έβδομο λόγο της ανακοπής ο αρχικώς ανακόπτων ισχυριζόταν ότι μη νομίμως με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής υποχρεώθηκε να πληρώσει το ποσό των 57.732,67 ευρώ, εντόκως, με το εκάστοτε ισχύον συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, που υπερβαίνει σήμερα το ενήμερο συμβατικό επιτόκιο κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες, από την 7-6-2019, (επομένη επίδοσης καταγγελίας) και με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων, ήτοι αποτελούμενου από το άθροισμα του ποσοστού του εκάστοτε ισχύοντος επιτοκίου EURIBOR, διατραπεζικών καταθέσεων σε ευρώ διάρκειας EURIBOR μηνός και των εισφορών υπέρ τρίτων (σήμερα ν. 128/1975 εκ 0,60%), καθώς και το ποσοστό 2,5%. Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, καθόσον νομίμως ορίσθηκε στη διαταγή πληρωμής ως επιτόκιο υπερημερίας το ορισθέν στη σύμβαση (άρθρα 4 Α’ μέρους και 4.5 Β’ μέρους), που είναι σύμφωνο με τον νόμο, ήτοι, την υπ’ αριθμ. 2393/96 ΠΔ/ΤΕ (βλ. ΑΠ 2037/2014 ΝΟΜΟΣ).
Με τον ένατο λόγο της ανακοπής ο αρχικώς ανακόπτων ισχυριζόταν ότι το επιδικασθέν, από την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, ποσό των 1.180 ευρώ για δικαστική δαπάνη είναι υπερβολικό, καθόσον έπρεπε να ορισθεί αυτό των 577,32 ευρώ. Πράγματι, το επιδικασθέν ποσό είναι υπερβολικό, καθόσον η αμοιβή του δικηγόρου για την σύνταξη και κατάθεση της διαταγής πληρωμής ορίζεται κατά τον κώδικα δικηγόρων (ν. 4194/2013) σε ποσοστό1% επί του αιτούμενου ποσού (βλ. ΑΠ 696/2019). Υπολογιζόμενων δε και των ποσών για την παράσταση του δικηγόρου και για δικαστικό ένσημο, το ποσό πρέπει να περιορισθεί σε 750 ευρώ. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός, ως εν μέρει βάσιμος κατ’ ουσίαν, ο λόγος αυτός της ανακοπής.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, πρέπει α) να απορριφθεί η έφεση ως προς τον πρώτο των εφεσιβλήτων, ………….., β) να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς τις λοιπές εφεσίβλητες, κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο που προαναφέρθηκε. Ακολούθως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και, αφού ερευνηθεί κατ’ ουσίαν, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ανακοπή και να περιορισθεί το, με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, επιδικασθέν ποσό της δικαστικής δαπάνης, καθώς επίσης και αυτό της επιταγής προς εκτέλεση. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της έφεσης στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας κατ’ άρθρο 179 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται την έφεση κατά το τυπικό μέρος της.
Απορρίπτει την έφεση ως προς τον πρώτο των εφεσιβλήτων, ……………..
Δέχεται την έφεση ως προς τη δεύτερη και την τρίτη των εφεσιβλήτων.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση ως προς αυτές.
Κρατεί την υπόθεση.
Συνεκδικάζει επί της ουσίας την από 2-7-2020 (υπ’ αριθμ. κατάθ. …………./6-7-2020) ανακοπή και το από 9-11-2022 (υπ’ αριθμ. κατάθ. ……../9-11-2022) δικόγραφο πρόσθετων λόγων.
Δέχεται εν μέρει την ανακοπή.
Ακυρώνει εν μέρει την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. ……./2020 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και την προσβαλλόμενη από 10-6-2020 επιταγή προς πληρωμή αυτής, ως προς το ύψος της επιδικασθείσας και αιτούμενης αντιστοίχως δικαστικής δαπάνης, που περιορίζει στο ποσό των επτακοσίων πενήντα ευρώ(750€).
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της έφεσης στον καταθέσαντα.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 12 Μαΐου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ