ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο ΤΜΗΜΑ
Αριθμός αποφάσεως 438 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…………….» και με τον διακριτικό τίτλο «…………», πρώην με την επωνυμία «…………..» και με τον διακριτικό τίτλο «………….», η οποία εδρεύει στο ……… Αττικής επί της οδού …………….., με Α.Φ.Μ, ………., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, αδειοδοτηθείσα από την Τράπεζα της Ελλάδος, αρχικά σύμφωνα με τον νόμο 4354/2015, δυνάμει της υπ΄αριθμ. 220/1/13-3-2017 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, ως μη δικαιούχου διαδίκου και ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………….» που εδρεύει στο …. της Ιρλανδίας, με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών ………, όπως εκπροσωπείται νόμιμα. Η ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……………», κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις ν. 3156/2003, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο της δικηγόρο Σπύρο Κολιγλιάτη [Δικηγορική Εταιρεία Α. Μάντζιου και Συνεργάτες].
Του εφεσίβλητου: …………….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καλτσά, με δήλωση κατ΄άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ο ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 16-1-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……………/2024 ανακοπή, ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 2085/2024 απόφαση, με την οποία δέχτηκε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η καθής η ανακοπή, με την από 17-7-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά …………../2024 έφεσή της (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά …………./2024), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η 22-5-2025, οπότε και αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις της, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, αλλά προκατέθεσε προτάσεις, με τις οποίες ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 17-7-2024 έφεση της εκκαλούσας προς εξαφάνιση της υπ’ αριθμ. 2085/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών), που δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την από 16-1-2024 ανακοπή του εφεσίβλητου δέχτηκε αυτή, έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ, στις 19-7-2024 και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης στην εκκαλούσα (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ – βλ. προσκομιζόμενο από την εκκαλούσα αντίγραφο της εκκαλουμένης με την από 27-6-2024 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας …. ……). Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 περ.1 ΚΠολΔ, εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου για να συζητηθεί με την ίδια ως πρωτοδίκως ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ’ άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ. Για το παραδεκτό του ένδικου μέσου κατατέθηκε από την εκκαλούσα κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 Α στοιχ.β’ ΚΠολΔ, το με κωδικό …….. e-παράβολο του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης ποσού 100 ευρώ, εξοφλημένο (βλ. συνημμένα στο εφετήριο αντίγραφο του e- παράβολου και την από 18-7-2024 απόδειξη πληρωμής της Alpha Bank).
Με την ως άνω ένδικη ανακοπή του, ο ανακόπτων (ήδη εφεσίβλητος) ζητεί, για τους προβαλλόμενους με το δικόγραφα λόγους να ακυρωθούν: α) η από 24-11-2023 επιταγή προς πληρωμή γεγραμμένη κάτωθι αντιγράφου του υπ΄αριθμ. …./2013 πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ΄αριθμ. ……./2013 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) η από 5-12-2023 έγγραφη εντολή και πληρεξουσιότητα προς τη δικαστική επιμελήτρια της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ……… και γ) η υπ΄ αριθμ. ……/13-12-2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ………….., δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στο αναφερόμενο στην ένδικη ανακοπή ακίνητο, ευρισκόμενο στη Νίκαια Αττικής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε τον ενδέκατο λόγο της ανακοπής και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, απέρριψε δε τους λοιπούς λόγους της ανακοπής. Ήδη, με την υπό κρίση έφεσή της η καθής η ανακοπή παραπονείται ότι εσφαλμένα, αναιτιολόγητα και μη νόμιμα έγινε δεκτός από την εκκαλουμένη ο ενδέκατος λόγος ανακοπής και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, όπως εν τέλει απορριφθεί εξ ολοκλήρου η ένδικη ανακοπή. Τέλος ζητεί να καταδικασθεί ο εφεσίβλητος στο σύνολο της δικαστικής της δαπάνης για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.
Με τον μοναδικό λόγο έφεσής της η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη δέχτηκε τον ενδέκατο λόγο ανακοπής και συγκεκριμένα δέχτηκε ότι η υπ΄αριθμ. …./20-6-2013 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε εκτέλεση της οποίας επισπεύστηκε η υπ΄αριθμ. …../2023 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας ….. …., δεν επιδόθηκε εντός διμήνου σύμφωνα με το άρθρο 630 Α ΚΠολΔ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την υπ΄αριθμ. Γ ……/15-7-2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ….., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα, η πιο πάνω διαταγή πληρωμής πράγματι επιδόθηκε στον εφεσίβλητο – ανακόπτοντα εντός διμήνου. Συνεπώς, η εκκαλουμένη έσφαλε που έκανε δεκτό τον ενδέκατο λόγο της ανακοπής, κρίνοντας ότι ουδέποτε επιδόθηκε στον ανακόπτοντα η επίδικη διαταγή πληρωμής. Επισημαίνεται, ότι την επίδοση της πιο πάνω διαταγής πληρωμής βάσει της προαναφερόμενης έκθεση επίδοσης, είχε επικαλεστεί η εκκαλούσα και με τις πρωτόδικες προτάσεις της. Σε κάθε περίπτωση οι ισχυρισμοί του εφεσίβλητου, ότι απαραδέκτως με λόγο έφεσης προβάλλεται από την εκκαλούσα ο ισχυρισμός της επίδοσης της επίδικης διαταγής πληρωμής εντός προθεσμίας διμήνου, καθότι δεν είχε προβληθεί πρωτοδίκως, αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η εκκαλούσα είχε προβάλλει και με τις πρωτόδικες προτάσεις της τον εν λόγω ισχυρισμό. Επιπλέον, η προσκόμιση της έκθεσης επίδοσης δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, διότι πρόκειται για πραγματικό ισχυρισμό που αποδεικνύεται εγγράφως (527 παρ. 6 ΚΠολΔ). Συνακόλουθα, η εκκαλουμένη, που εσφαλμένα δέχθηκε ως βάσιμο τον παραπάνω λόγο ανακοπής, αντί να τον απορρίψει, πρέπει να εξαφανισθεί και αφού κρατηθεί η ανακοπή για να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως προς τον πιο πάνω λόγο, γενομένου δεκτού του λόγου έφεσης.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το Εφετείο, όταν μετά την παραδοχή βάσιμου λόγου έφεσης κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά το Πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει όλα τα ζητήματα, που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς. Αν η αγωγή έχει περισσότερες βάσεις είτε εν σχέσει προς την ανακοπή υπάρχουν και άλλοι λόγοι ανακοπής, δοθέντος ότι οι λόγοι ανακοπής επέχουν θέση ιστορικής βάσεως της αγωγής, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες είχαν προσβληθεί με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στους λόγους της ανακοπής, που, όμως, δεν είχαν εξεταστεί πρωτοδίκως, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η ανακοπή. Η έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως λόγων ανακοπής γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά τον νόμο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και γι’ αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ανακόπτοντος (ΑΠ 2039/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1556/2012 ΕΔΠολ 2013.559, ΑΠ 920/2011 ΤΝΠ Νόμος, Σ. Σαμουήλ, Η έφεση κατά τον ΚΠολΔ, εκδ. 2003, παράγρ. 968 επ., όπου παραπέμπει η ΜονΕφΑθ 3385/2024 στην ΤΝΠ Νόμος, βλ. επίσης Κ. Παναγόπουλο σε Κυριάκου Οικονόμου Η έφεση, Νομική Βιβλιοθήκη 2017, άρθρο 535, σελ. 353). Στην υπό κρίση υπόθεση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε όλους τους υπόλοιπους λόγους ανακοπής. Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει λόγος έφεσης ως προς αυτούς, δεν εξετάζονται από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε σε διαφορετική κρίση με το παρόν και έκανε δεκτή την ανακοπή ως προς τον ενδέκατο λόγο ανακοπής και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο. Πρέπει, λοιπόν, όπως προαναφέρθηκε, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο της έφεσης, να εξαφανισθεί. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση και ως ουσιαστικά βάσιμη και, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ΄ ουσία, πρέπει να απορριφθεί η ανακοπή και ως προς τον ενδέκατο λόγο της, σύμφωνα τα προεκτεθέντα. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας- καθής η ανακοπή, για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει, λόγω της νίκης της, να επιβληθούν σε βάρος του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου της έφεσης στην καταθέσασα αυτό, εκκαλούσα, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει την έφεση αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται την έφεση κατά το τυπικό και ουσιαστικό της μέρος.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ΄αριθμ. 2085/2024 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά το μέρος της, με το οποίο έγινε δεκτή η από 16-1-2024 [με Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. ……………./2024] ανακοπή κατά παραδοχή του ενδέκατου λόγου αυτής.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση ως προς τον ανωτέρω [ενδέκατο] λόγο της ανακοπής αυτής.
Απορρίπτει την ανακοπή ως προς τον ανωτέρω λόγο.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας- καθής η ανακοπή, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε βάρος του εφεσίβλητου – ανακόπτοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
Διατάσσει την απόδοση του παράβολου της έφεσης στην καταθέσασα αυτό εκκαλούσα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στον Πειραιά, στις 25.6.2026
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ H ΓPAMMATEAΣ