ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 442/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Βασίλειο Τζελέπη, Εφέτη και από την Γραμματέα Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α) Των εκκαλούντων: 1) …………….., 2) …………., 3) …………… οι οποίοι άπαντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Λειβιδιώτου Σαξώνη.
Της εφεσίβλητης: …………., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Πάγκαλο.
Β) Της εκκαλούσας: Εταιρείας με την επωνυμία «………….», η οποία εδρεύει στον Πειραιά (οδός ……..), με ΑΦΜ ………….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της εφεσίβλητης: …………, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Πάγκαλο.
Η εφεσίβλητη αμφοτέρων των εφέσεων – ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 17.11.2020 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2020 αγωγή της, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ 2199/2022 μη οριστική απόφασή του κήρυξε εαυτό αναρμόδιο για την εκδίκαση της διαφοράς και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο τμήμα ναυτικών διαφορών του ίδιου πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο με την 3546/2023 οριστική απόφασή του, δικάζοντας ερήμην της εναγομένης εταιρείας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων έκανε δεκτή την αγωγή.
Την απόφαση αυτή εκκαλούν: Α) τα ως άνω εναγόμενα τρία φυσικά πρόσωπα με την από 1.5.2024 με ΓΑΚ/ΕΑΚ Πρωτ……./2024 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2025 αρχικώς για τη δικάσιμο της 16.10.2025 και μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, Β) η ως άνω εναγόμενη ναυτική εταιρεία με την από 1.5.2024 με ΓΑΚ/ΕΑΚ Πρωτ………../2024 Πρωτ και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με ΓΑΚ/ΕΑΚ ……./2025 αρχικώς για τη δικάσιμο της 16.10.2025 και μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων της υπό στοιχείο Α΄ έφεσης αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται ως και ο παραστάς πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης της υπό στοιχείο Β΄ έφεσης αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το ένδικο μέσο της έφεσης δικάζεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 511 επ. ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά τον Ν. 4335/2015, λόγω του χρόνου άσκησής της (30.10.2023). Κατά το άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τους Ν. 4335/2015 και 4842/2021, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση, εφόσον έχει ασκηθεί παραδεκτώς, απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, αφού προηγουμένως διαπιστωθεί το παραδεκτό της, ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση και η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος. Αν αυτός δεν έχει κλητευθεί νομότυπα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και διατάσσεται νέα κλήτευση (άρθρα 271, 272 και 524 ΚΠολΔ). Η απόρριψη της έφεσης λόγω ερημοδικίας είναι ουσιαστική και όχι τυπική, χωρίς έρευνα της βασιμότητας των λόγων της, οι οποίοι θεωρούνται κατά πλάσμα νόμου αβάσιμοι. Το ίδιο ισχύει και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο εφεσίβλητος και ο νομίμως κλητευθείς εκκαλών δεν εμφανίζεται, οπότε τεκμαίρεται ότι παραιτήθηκε από την υποστήριξη της έφεσής του. Το Δικαστήριο οφείλει, πάντως, να εξακριβώσει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση, άλλως αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 625/2000, ΑΠ 126/2000, ΕφΑθ 4249/2004). Εξάλλου, κατά τα άρθρα 159 αριθ. 3, 161 §1, 226 §4 και 524 §3 ΚΠολΔ, ακυρότητα λόγω πλημμελούς κλήτευσης υφίσταται μόνο εφόσον προκαλείται δικονομική βλάβη, η οποία δεν υφίσταται όταν ο διάδικος παραστάθηκε κανονικά κατά τη συζήτηση, οπότε κάθε σχετική πλημμέλεια καλύπτεται (ΑΠ 48/2023). Τέλος, κατά το άρθρο 226 §4 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην κατ’ έφεση δίκη, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ’ αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, χωρίς να απαιτείται νέα κλήση, αφού η αρχική και η μετ’ αναβολή δικάσιμος αποτελούν ενιαία διαδικαστική ενότητα. Συνεπώς, διάδικος που παραστάθηκε κατά την αρχική δικάσιμο θεωρείται ότι έχει κλητευθεί νομίμως για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο και, αν δεν εμφανισθεί σε αυτήν, η έφεσή του, εφόσον είναι παραδεκτή, απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, χωρίς εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας των λόγων της.
Φέρονται προς συζήτηση κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο οι κρινόμενες υπό την ίδια ημεροχρονολογία από 1.5.2024 [η μεν πρώτη με ΓΑΚ/ΕΑΚ Πρωτ………../2024 και ΓΑΚ/ΕΑΚ Εφετ. ……………/2025, η δε δεύτερη με ΓΑΚ/ΕΑΚ Πρωτ……./2024 και ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2025 Εφετ] δύο εφέσεις, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν διότι αφορούν στους ίδιους διαδίκους, υπάγονται στην ίδια διαδικασία, στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, και κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης (άρθρα 520 παρ. 2, 524 παρ. 1 και 246 του ΚΠολΔ). Αμφότερες οι εφέσεις στρέφονται κατά της με αριθμό 3546/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία επί της από 17.11.2020 με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2020 αγωγής, έχουν ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις με κατάθεση αυτής στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αρμοδίως (άρθρο 19 του ΚΠολΔ όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης του ενδίκου μέσου) και εμπροθέσμως, αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται επίδοση της εκκαλουμένης πριν την άσκηση των εφέσεων, ενώ δεν έχει παρέλθει διετία από την έκδοση αυτής (άρθρα 495 παρ. 1 και 4, 511, 513 παρ. 1 περ. β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 και 591 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Ακολούθως οι προαναφερόμενες εφέσεις πρέπει να γίνουν δεκτές κατά το τυπικό τους μέρος, δεδομένου ότι έχουν καταβληθεί τα σχετικά παράβολα άσκησης της έφεσης με αριθμούς …….. και ………….. αντιστοίχως και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν κατά την ίδια παραπάνω ειδική διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), η πρώτη από αυτές υπό στοιχείο Α΄ έφεση. Ωστόσο η υπό στοιχείο Β΄ έφεση μολονότι, όπως έγινε δεκτό ανωτέρω έχει ασκηθεί παραδεκτά, εντούτοις από την επισκόπηση των εισφερθέντων εγγράφων αναφορικά με την επίσπευση της συζήτησης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 1.5.2024, με επιμέλεια του πληρεξουσίου δικηγόρου της απολιπομένης εκκαλούσας – εναγομένης, η οποία είχε δικασθεί ερήμην κατά τον πρώτο βαθμό. Η συζήτησή της προσδιορίσθηκε αρχικώς ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για τη δικάσιμο της 16.10.2025, δυνάμει της υπ’ αριθ. ……/5.2.2025 πράξης προσδιορισμού δικασίμου, με επιμέλεια της εφεσίβλητης – ενάγουσας. Από τα στοιχεία της δικογραφίας και ιδίως από τις προτάσεις της τελευταίας δεν προκύπτει ότι η έφεση με τη συνημμένη σε αυτή πράξη ορισμού δικασίμου επιδόθηκε στην εκκαλούσα. Πλην όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω αρχική δικάσιμο, εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας, ………………, ενώ η εφεσίβλητη παραστάθηκε επίσης διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της. Το γεγονός αυτό, μολονότι δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο ως γεγονός γνωστό σε αυτό από άλλη δικαστική του ενέργεια, σύμφωνα με το άρθρο 338 αριθ. 2 ΚΠολΔ. Κατά την ως άνω δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε για τη σημερινή δικάσιμο. Κατ’ ακολουθίαν, η εκκαλούσα, η οποία είχε νομίμως λάβει γνώση τόσο της αρχικής δικασίμου, κατά την οποία παραστάθηκε, όσο και της μετ’ αναβολή δικασίμου, η οποία ορίσθηκε με προφορική ανακοίνωση του Προέδρου και καταχωρίσθηκε στο πινάκιο της αρχικής δικασίμου, επέχουσα, κατ’ άρθρο 226 § 4 ΚΠολΔ, θέση νόμιμης κλήτευσης, θεωρείται ότι κλητεύθηκε νομίμως και για την παρούσα συζήτηση. Εφόσον, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά τη σημερινή δικάσιμο, μολονότι η συζήτηση επισπεύδεται από την εφεσίβλητη, η έφεση, η οποία έχει ασκηθεί παραδεκτώς, πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, κατ’ άρθρο 524 § 3 ΚΠολΔ, χωρίς να ερευνηθεί η ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της, διότι τεκμαίρεται ότι η εκκαλούσα παραιτήθηκε από την υποστήριξή της. Κατόπιν τούτων, πρέπει να διαταχθεί η κατάπτωση του κατατεθέντος ηλεκτρονικού παραβόλου άσκησης της έφεσης στο δημόσιο ταμείο, να ορισθεί παράβολο ερημοδικίας σε περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 505 § 2 περ. γ΄ ΚΠολΔ), και να επιβληθούν σε βάρος της τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγων εκθέτει ότι, κατόπιν διαπραγματεύσεων που έλαβαν χώρα κατά το έτος 2020 με τους εναγομένους για την απόκτηση πλειοψηφικής συμμετοχής στην πλοιοκτήτρια εταιρεία του φορτηγού πλοίου «Χ», προέβη σε δαπάνες και καταβολές χρηματικών ποσών για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών και οφειλών του πλοίου, βασιζόμενος στις διαβεβαιώσεις των εναγομένων ως προς την οικονομική κατάσταση του πλοίου, το ύψος των χρεών του, τη μετοχική σύνθεση της πλοιοκτήτριας εταιρείας και τη δυνατότητα μεταβίβασης των σχετικών μετοχών. Ότι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων οι εναγόμενοι απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία και της παρέστησαν ψευδή πραγματικά δεδομένα αναφορικά με την αξία του πλοίου, το ύψος των υποχρεώσεών του, την πραγματική μετοχική σύνθεση της πλοιοκτήτριας εταιρείας, καθώς και τη νομική δυνατότητα μεταβίβασης των μετοχών αυτής, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η υπό διαπραγμάτευση συναλλαγή και να υποστεί ζημία, η οποία ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 89.717,19 ευρώ που αντιστοιχούν στα έξοδα λειτουργίας, μισθοδοσίας, τροφοδοσίας και λοιπές υποχρεώσεις του πλοίου. Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενη τη θεμελίωση αξίωσης αποζημίωσης λόγω υπαίτιας διακοπής των διαπραγματεύσεων, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και αδικαιολόγητου πλουτισμού των εναγομένων, ζητεί την εις ολόκληρον καταδίκη των εναγομένων στην καταβολή του ανωτέρω ποσού, νομιμοτόκως κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα και στη δικαστική της δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε επί της ερημοδικίας του εναγομένου νομικού προσώπου, δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση των λοιπών εναγομένων φυσικών προσώπων να καταβάλουν ο καθένας εις ολόκληρον το ποσό των 89.717,19 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 26.5.2020 και μέχρις εξοφλήσεως και καταδίκασε αυτούς στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας την οποία όρισε στο ποσό των 2.900 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ήδη εκκαλούντες – εναγόμενοι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου αλλά και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολο της ως νόμω και ουσία αβάσιμη η αγωγή.
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την προβληθείσα πρωτοδίκως ένστασή τους περί εξαίρεσης της υπ’ αριθ. ……./30.03.2021 ένορκης βεβαίωσης του ……., καθώς αυτός ετύγχανε εξαιρετέος μάρτυρας καθώς η εκ μέρους του ενόρκως βεβαιούντος συμμετοχή στις επίδικες διαπραγματεύσεις και η τυχόν συνεργασία αυτού με την ενάγουσα δεν αρκούν, αφ’ εαυτών, για τη θεμελίωση ανικανότητας προς μαρτυρία κατά την έννοια του άρθρου 400 αρ. 3 ΚΠολΔ. Ωστόσο ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος αφού η διάταξη του άρθρου 400 παρ. 3 ΚΠολΔ, που προέβλεπε ότι δεν εξετάζονται ως μάρτυρες πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη, καταργήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 Ν. 4335/2015 (ΑΠ 2118/2017). Η κατάργηση αυτή, σε συνδυασμό με την γενική αρχή διαχρονικού δικονομικού δικαίου που συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 21 εδ. β ΕισΝΚΠολΔ, κατά την οποία “διαδικαστικές πράξεις απόδειξης που έγιναν κατά τις διατάξεις του δικαίου που ίσχυε πριν από την εισαγωγή ΚΠολΔ, κρίνονται κατά το δίκαιο αυτό”, αφορά και τις μαρτυρικές καταθέσεις, που λήφθηκαν μετά την 1-1-2016 οπότε τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 4335/2015, ακόμα και αν οι σχετικές αγωγές (όπως η προκείμενη) ασκήθηκαν πριν την ημερομηνία της έναρξης εφαρμογής του ίδιου νόμου. Κατά συνέπεια τόσο κατά το χρόνο συζήτηση της αγωγής, όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης ίσχυε και εξακολουθεί να ισχύει η νέα διάταξη του άρθρου 400 ΚΠολΔ, που δεν περιλαμβάνει, λόγω κατάργησής της, την προϊσχύσασα παρ. 3, και ως εκ τούτου ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις προμνησθείσες δικονομικές διατάξεις το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη της την εν λόγω ένορκη βεβαίωση.
Με τον έκτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες διατείνονται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη τις υπ’ αριθ. …../31.03.2021 και ……./31.03.2021 ένορκες βεβαιώσεις των ……….. και …………, μολονότι αυτές είχαν, κατά τους ισχυρισμούς τους, ληφθεί νομίμως και αποτελούσαν κρίσιμα αποδεικτικά μέσα για τη διάγνωση της διαφοράς. Ωστόσο ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος καθώς από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι η ενάγουσα, παρόλο που νομοτύπως είχε κλητευθεί να παραστεί κατά τη λήψη των ανωτέρω ενόρκων βεβαιώσεων, εντούτοις αυτή κλήθηκε να παραστεί την ίδια ακριβώς ημέρα και ώρα ενώπιον δύο διαφορετικών συμβολαιογράφων που εδρεύουν σε διαφορετικές πόλεις (Πειραιάς και Λευκάδα). Υπό τα δεδομένα αυτά, η παράστασή της και στις δύο διαδικασίες ήταν αντικειμενικώς αδύνατη, με αποτέλεσμα η κλήτευση να μην παρέχει πραγματική δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος συμμετοχής της στη διαδικασία λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων, η δε προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δεν συνιστά τυπική μόνο διατύπωση, αλλά ουσιώδη δικονομική εγγύηση που αποσκοπεί στη διασφάλιση της αρχής της αντιδικίας και του δικαιώματος δικαστικής ακρόασης. Συνεπώς, οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις δεν αποκτήθηκαν κατά τρόπο σύμφωνο με τις νόμιμες προϋποθέσεις λήψης τους και ορθώς δεν λήφθηκαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και από το παρόν Δικαστήριο αφού αποτελούν αποδεικτικά μέσα τα οποία πάσχουν εξαρχής ως προς τη διαδικασία λήψης τους δεν καθίστανται παραδεκτά με μόνη την εκ νέου προσκόμισή τους στο Εφετείο, αφού η πλημμέλεια που τα συνοδεύει δεν θεραπεύεται στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Από την επανεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, ορισμένα εκ των οποίων αναφέρονται ειδικότερα κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, της υπ’ αριθ. ….…./30-03-2021 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα …………., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Κηφισιάς . …………, η οποία έχει ληφθεί επιμελεία της ενάγουσας, κατόπιν νομίμου κλητεύσεως των εναγομένων (βλ. τις υπ’ αριθ. …/24-03-2021, …./24-03-2021, …./24-03-2021 και …./24-03-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά …………….., αντίστοιχα) – ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη, ελλείψει νομίμου κλητεύσεως της ενάγουσας, οι υπ’ αριθ. ……../31-03-2021 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ……….., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά ………. και η υπ’ αριθ. ……./31-03-2021 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …………., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Λευκάδας, …….. οι οποίες ελήφθησαν επιμελεία των τριών πρώτων εναγομένων κατά τα ανωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα, της υπ’ αριθ. ………../15-04- 2021 ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρος …….., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιά ……., η οποία ελήφθη με πρωτοβουλία των τριών πρώτων εναγομένων κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της ενάγουσας (βλ. την υπ’ αριθ. ……………./12-04-2021 έκθεση επίδοσης ίου δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών ……….), των ομολογιών των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφα τους και αναφέρονται ειδικότερα παρακάτω (άρθρα 261 και 352 ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, κατά τον Φεβρουάριο του έτους 2020, ήλθε σε επαφή με τους εναγομένους και ήδη εκκαλούντες με σκοπό την πραγματοποίηση επένδυσης στον τομέα της ναυτιλίας και ειδικότερα τη συμμετοχή της στο μετοχικό κεφάλαιο των εταιριών «………….», «……………» και «…………», οι οποίες, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις των τριών πρώτων εναγομένων, ανήκαν στα οικονομικά και επιχειρηματικά τους συμφέροντα. Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων που ακολούθησαν στις αρχές Μαρτίου του ίδιου έτους μεταξύ των τριών πρώτων εναγομένων και του εκπροσώπου της ενάγουσας, ………, η τελευταία εκδήλωσε ενδιαφέρον για τη συμμετοχή της στην εκμετάλλευση του υπό ελληνική σημαία φορτηγού πλοίου «H» (Νηολόγιο Πειραιώς …….., ΙΜΟ ……..), πλοιοκτησίας της τέταρτης εναγομένης ναυτικής εταιρίας. Οι διαπραγματεύσεις αφορούσαν την κατάρτιση συμφωνίας, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα θα αποκτούσε ποσοστό 75% της πλοιοκτήτριας εταιρίας, ενώ το υπόλοιπο 25% θα παρέμενε στους εναγομένους, με σκοπό τη δημιουργία νέου εταιρικού σχήματος για την εκμετάλλευση του πλοίου. Ως βάση προσδιορισμού του τιμήματος συμφωνήθηκε να ληφθεί υπόψη το ύψος των συνολικών υποχρεώσεων του πλοίου, τις οποίες οι εναγόμενοι εκτιμούσαν περίπου στο ποσό των 700.000 ευρώ, διευκρινίζοντας ότι τόσο το οριστικό τίμημα όσο και το τελικό ποσοστό συμμετοχής εκάστου μέρους θα καθορίζονταν μετά την ολοκλήρωση του νομικού και οικονομικού ελέγχου της πλοιοκτήτριας εταιρίας. Στο πλαίσιο αυτό οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι διεξήγαγαν αποκλειστικά τις διαπραγματεύσεις με την ενάγουσα, παρουσίαζαν οι ίδιοι την επενδυτική πρόταση, καθόριζαν τους βασικούς όρους της, παρείχαν πληροφορίες σχετικά με την οικονομική κατάσταση της πλοιοκτήτριας εταιρίας, το ύψος των υποχρεώσεων του πλοίου, τις απαιτήσεις των πιστωτών, τις χρηματοδοτικές του ανάγκες, τις προοπτικές εμπορικής εκμετάλλευσης και τον χρόνο επαναδραστηριοποίησής του, ενώ παράλληλα συντόνιζαν τις ενέργειες που απαιτούνταν για τη διενέργεια του νομικού και οικονομικού ελέγχου και διαχειρίζονταν τις σχέσεις με τους πιστωτές. Ο τρίτος εναγόμενος συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις όχι μόνο υπό την προσωπική του ιδιότητα, αλλά και ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της τέταρτης εναγομένης πλοιοκτήτριας εταιρίας, ενώ η τεχνική και εμπορική διαχείριση του πλοίου ασκείτο μέσω της εταιρίας «……………..», η οποία ανήκε στα οικονομικά συμφέροντα των τριών πρώτων εναγομένων. Την εικόνα αυτή ενίσχυαν και τα εταιρικά έγγραφα που οι ίδιοι έθεσαν υπόψη της ενάγουσας κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, μεταξύ των οποίων η από 11.11.2016 σύμβαση σύστασης της τέταρτης εναγομένης και το από 5.2.2019 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου περί μεταβολής της διοίκησης και της νόμιμης εκπροσώπησής της. Από τα έγγραφα αυτά προέκυπτε ότι η πλοιοκτήτρια εταιρία είχε συσταθεί από τις κυπριακές εταιρίες «………………» και «…………….», ενώ ο τρίτος εναγόμενος συμμετείχε στο Διοικητικό της Συμβούλιο ήδη από την ίδρυσή της και στη συνέχεια είχε αναλάβει την προεδρία και τη νόμιμη εκπροσώπησή της. Παράλληλα, οι εναγόμενοι παρουσίαζαν τις ιδρύτριες εταιρίες ως εταιρίες των επιχειρηματικών τους συμφερόντων, αποτιμούσαν την αξία του πλοίου περίπου σε 1.000.000 ευρώ, υπολόγιζαν τις υποχρεώσεις του σε περίπου 700.000 ευρώ και ζητούσαν από την ενάγουσα την πραγματοποίηση οικονομικών καταβολών για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών του πλοίου. Υπό τα δεδομένα αυτά, η ενάγουσα σχημάτισε ευλόγως την πεποίθηση ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι ήταν τα πρόσωπα που είχαν τον ουσιαστικό έλεγχο του επενδυτικού εγχειρήματος και τη δυνατότητα να ολοκληρώσουν τη σχεδιαζόμενη συναλλαγή. Πεισθείσα η ενάγουσα από τις διαβεβαιώσεις και τις παραστάσεις τους, προέβη στις 6.3.2020 στην καταβολή ποσού 35.000 ευρώ, σύμφωνα με το από ίδιας ημερομηνίας ιδιωτικό συμφωνητικό με τίτλο «ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ & ΜΕΤΟΧΩΝ ΠΛΟΙΩΝ ΑΜΕΣΩΝ Ή ΕΜΜΕΣΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ………… & ………. (ή και ……….)», το οποίο υπεγράφη από τον πρώτο και δεύτερο εναγόμενο. Στο συμφωνητικό εμφανιζόταν ως αγοραστής ο …………….., ενώ οι συμβαλλόμενοι δήλωναν ότι οι πωλητές ήταν ιδιοκτήτες ναυτιλιακών εταιριών που κατείχαν πλοία δραστηριοποιούμενα στη Μεσόγειο και ότι το καταβαλλόμενο ποσό αποτελούσε προκαταβολή, προοριζόμενη για την άμεση εξόφληση υποχρεώσεων των πλοίων τους. Την ίδια ημέρα ο τρίτος εναγόμενος υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση με την οποία βεβαίωνε ότι παρέλαβε το ποσό αυτό προς εξόφληση υποχρεώσεων του πλοίου «H», επιβεβαιώνοντας ότι οι σχετικές καταβολές πραγματοποιούνταν κατόπιν δικών τους αιτημάτων και προς εξυπηρέτηση των αναγκών του πλοίου. Μετά την καταβολή του ανωτέρω ποσού, η ενάγουσα προέβη στη διενέργεια νομικού και οικονομικού ελέγχου της πλοιοκτήτριας εταιρίας και του πλοίου «H», από τον οποίο προέκυψαν ουσιώδη πραγματικά και νομικά δεδομένα, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη της κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι το πλοίο είχε ήδη κατασχεθεί επισπεύσει της εταιρίας «…………………..» για απαίτηση ύψους 185.766,18 ευρώ, ενώ είχε ορισθεί αναγκαστικός πλειστηριασμός για την 29.4.2020 με τιμή πρώτης προσφοράς 1.000.000 ευρώ. Περαιτέρω, βαρυνόταν με δύο προσωρινές διαταγές περί απαγόρευσης μεταβολής της νομικής και πραγματικής του κατάστασης, με συντηρητική κατάσχεση για απαίτηση 45.437,91 δολαρίων Η.Π.Α., μέχρι του ποσού των 70.000 ευρώ, καθώς και με αναγκαστική κατάσχεση για απαίτηση 38.789,10 ευρώ. Τα ανωτέρω στοιχεία, τα οποία επηρέαζαν ουσιωδώς τόσο την πραγματική οικονομική κατάσταση του πλοίου όσο και τη δυνατότητα ολοκλήρωσης της σχεδιαζόμενης επένδυσης, δεν είχαν γνωστοποιηθεί ειδικώς στην ενάγουσα. Αντιθέτως, κατά τις διαπραγματεύσεις γινόταν μόνον γενική αναφορά στην ύπαρξη οικονομικών υποχρεώσεων της πλοιοκτήτριας εταιρίας, χωρίς να αποκαλύπτεται η πραγματική έκταση των επιβαρύνσεων που βάρυναν το πλοίο και δημιουργούσαν σοβαρά νομικά και οικονομικά εμπόδια για την ολοκλήρωση της συναλλαγής. Τα στοιχεία αυτά έγιναν γνωστά στην ενάγουσα αποκλειστικά μέσω του ελέγχου που η ίδια διενήργησε. Επίσης κατά τον ίδιο έλεγχο διαπιστώθηκε ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι δεν ήταν μέτοχοι της τέταρτης εναγομένης πλοιοκτήτριας εταιρίας καθώς και ότι κατά τη σύστασή της δεν είχαν εκδοθεί ανώνυμες μετοχές. Παράλληλα αποκαλύφθηκε ότι οι μετοχές των κυπριακών εταιριών «………….» και «………..», οι οποίες συμμετείχαν στην πλοιοκτήτρια εταιρία, είχαν ήδη μεταβιβασθεί από τους αρχικούς ιδρυτές τους και ανήκαν πλέον στον …………….. και στην εταιρία «………….», οι οποίοι είχαν χρηματοδοτήσει την πλοιοκτήτρια εταιρία, ενώ η τεχνική και εμπορική διαχείριση του πλοίου εξακολουθούσε να ασκείται από τους τρεις πρώτους εναγομένους. Τα περιστατικά αυτά αποδεικνύονται από τα πιστοποιητικά αξιωματούχων των ως άνω κυπριακών εταιριών, με ημερομηνία 5.5.2020, καθώς και από τα σχετικά πιστοποιητικά του Μητρώου Εταιρειών Κύπρου, τα οποία νομίμως προσκομίσθηκαν και συνεκτιμώνται. Ωστόσο η αποκάλυψη των ανωτέρω στοιχείων δεν είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή των διαπραγματεύσεων εκ μέρους της ενάγουσας, αλλά αντιθέτως τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων από την πλευρά της ενάγουσας, η οποία επιδίωκε την ολοκλήρωση της επένδυσης, διεξάγοντας απευθείας διαπραγματεύσεις με τον …………. και την εταιρία «……………», οι οποίοι, όπως είχε ήδη διαπιστωθεί, ήταν οι πραγματικοί κύριοι των μετοχών των εταιριών «…………….» και «…………», με αντικείμενο την απόκτηση των μετοχών τους έναντι συνολικού τιμήματος 100.000 ευρώ. Κατά τη διενέργεια, όμως, νέου νομικού ελέγχου στις 26.4.2020 αποκαλύφθηκε και νέο ουσιώδες πραγματικό περιστατικό, το οποίο επίσης δεν είχε γνωστοποιηθεί κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι ήδη από τις 30.1.2019 ο ……. και η εταιρία «…………….» είχαν καταρτίσει ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης των ανωτέρω μετοχών προς την εταιρία «……………», εταιρία οικονομικών συμφερόντων των τριών πρώτων εναγομένων. Αν και η μεταβίβαση αυτή δεν είχε ολοκληρωθεί λόγω μη εξόφλησης του συμφωνημένου τιμήματος, οι μετοχές είχαν ήδη κατατεθεί σε θεματοφύλακα δικηγόρο μέχρι την πλήρη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων των μερών. Η ύπαρξη της ανωτέρω σύμβασης, καθώς και το γεγονός ότι οι προς μεταβίβαση μετοχές είχαν ήδη αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενης συμβατικής δέσμευσης, συνιστούσαν στοιχεία ιδιαιτέρως κρίσιμα για την αξιολόγηση της δυνατότητας ολοκλήρωσης της επένδυσης. Εντούτοις, ουδέποτε γνωστοποιήθηκαν στην ενάγουσα κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, μολονότι ήταν γνωστά στους τρεις πρώτους εναγομένους, αφού αντισυμβαλλόμενη στη σχετική σύμβαση ήταν εταιρία που ανήκε στα επιχειρηματικά τους συμφέροντα. Μετά την αποκάλυψη και των τελευταίων αυτών στοιχείων, ο τρίτος εναγόμενος διαβεβαίωνε επανειλημμένως την ενάγουσα ότι η από 30.1.2019 σύμβαση δεν είχε ενεργοποιηθεί, δεν παρήγε πλέον έννομα αποτελέσματα και ότι θα προέβαινε άμεσα σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την άρση κάθε σχετικού κωλύματος. Προς επιβεβαίωση των διαβεβαιώσεών του, στις 29.4.2020 απηύθυνε προς τον θεματοφύλακα των μετοχών σχετική έγγραφη δήλωση, με την οποία γνωστοποίησε ότι η σύμβαση αυτή ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ και προέβη στην καταγγελία της. Η συμπεριφορά αυτή καταδεικνύει ότι ο τρίτος εναγόμενος όχι μόνον γνώριζε την ύπαρξη και το περιεχόμενο της ανωτέρω σύμβασης ήδη κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, αλλά και ότι διατηρούσε ουσιαστική δυνατότητα παρέμβασης στις σχετικές διαδικασίες, γεγονός που επιβεβαιώνει τον ενεργό ρόλο του στη διαμόρφωση της επίδικης συναλλαγής. Παρά την αποκάλυψη των ανωτέρω πραγματικών δεδομένων, η ενάγουσα δεν εγκατέλειψε την επιδιωκόμενη επένδυση. Αντιθέτως, θεωρώντας ότι τα προβλήματα που είχαν ανακύψει μπορούσαν να αντιμετωπισθούν με την αναδιάρθρωση του πλαισίου λειτουργίας της επιδιωκόμενης μεταβίβασης των μετοχών, συνέχισε τις διαπραγματεύσεις τόσο με τους πραγματικούς μετόχους των κυπριακών εταιριών όσο και με τους τρεις πρώτους εναγομένους, επιδιώκοντας τη διαμόρφωση νέου εταιρικού σχήματος, στο οποίο οι τελευταίοι θα συμμετείχαν με ποσοστό που θα καθοριζόταν με νεότερη συμφωνία και θα εξακολουθούσαν να ασκούν την τεχνική και εμπορική διαχείριση του πλοίου. Η στάση αυτή αποδεικνύει ότι σκοπός της δεν ήταν η ματαίωση της συναλλαγής, αλλά η ολοκλήρωσή της υπό πραγματικά δεδομένα τα οποία θα ανταποκρίνονταν στη νομική και οικονομική κατάσταση του επενδυτικού εγχειρήματος. Στο πλαίσιο αυτό και κατόπιν επανειλημμένων αιτημάτων του τρίτου εναγομένου για την αντιμετώπιση επειγουσών λειτουργικών αναγκών του πλοίου, η ενάγουσα κατέβαλε, κατά το χρονικό διάστημα από 10.3.2020 έως 8.5.2020, πρόσθετα χρηματικά ποσά συνολικού ύψους 54.717,19 ευρώ, τα οποία διατέθηκαν για την πληρωμή μισθών του πληρώματος, την προμήθεια καυσίμων, χρωμάτων και τροφοεφοδίων, την πραγματοποίηση αναγκαίων επισκευών, την εξόφληση ασφαλιστικών εισφορών προς το Ν.Α.Τ. και λοιπών λειτουργικών δαπανών του πλοίου. Οι καταβολές αυτές πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά κατόπιν αιτημάτων των εναγομένων και προς εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών του πλοίου, όπως προκύπτει από τα τραπεζικά παραστατικά, τις αποδείξεις πληρωμής, την ηλεκτρονική αλληλογραφία και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία συνεκτιμώνται στο σύνολό τους. Ενόψει της συνέχισης των διαπραγματεύσεων, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των πραγματικών μετόχων των κυπριακών εταιριών συνέταξε σχέδιο σύμβασης μεταβίβασης των μετοχών, προσαρμοσμένο πλέον στα πραγματικά εταιρικά δεδομένα που είχαν αποκαλυφθεί. Στο σχέδιο αυτό προβλεπόταν, μεταξύ άλλων, ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι θα αναλάμβαναν προσωπικώς την υποχρέωση να εγγυηθούν την εξόφληση των υφιστάμενων υποχρεώσεων του πλοίου και της πλοιοκτήτριας εταιρίας. Ο όρος αυτός είχε τεθεί από τους πραγματικούς μετόχους ως αναγκαία προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης, προκειμένου να απαλλαγούν από κάθε ευθύνη έναντι των πιστωτών για υποχρεώσεις που είχαν δημιουργηθεί κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο τη διαχείριση του πλοίου ασκούσαν οι εναγόμενοι. Η σημασία της ανωτέρω εγγυητικής υποχρέωσης επιβεβαιώνεται και από την ηλεκτρονική αλληλογραφία των μερών και ιδίως από το από 25.5.2020 μήνυμα του πληρεξουσίου δικηγόρου των πραγματικών μετόχων προς τον τρίτο εναγόμενο, από το οποίο προκύπτει ότι η ανάληψή της αποτελούσε ουσιώδη όρο της συναλλαγής και αναγκαία προϋπόθεση για την υπογραφή των οριστικών συμβάσεων. Οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, όμως, αρνήθηκαν τελικώς να αναλάβουν την ανωτέρω εγγυητική ευθύνη, μολονότι μέχρι τότε εμφανίζονταν ως τα πρόσωπα που είχαν τη διαχείριση του πλοίου και την ευθύνη προώθησης της επένδυσης. Η άρνησή τους αυτή είχε ως αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η κατάρτιση της οριστικής σύμβασης μεταβίβασης των μετοχών, αφού έπαυσε πλέον να υφίσταται η βασική προϋπόθεση που είχαν θέσει οι πραγματικοί μέτοχοι για την ολοκλήρωση της συναλλαγής. Υπό τις συνθήκες αυτές οι διαπραγματεύσεις οδηγήθηκαν οριστικά σε αδιέξοδο και η σχεδιαζόμενη επένδυση ματαιώθηκε. Με βάση τα ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η ματαίωση αυτή δεν οφείλεται ούτε σε μεταβολή της βούλησης της ενάγουσας ούτε σε οικονομική αδυναμία αυτής να πραγματοποιήσει την επένδυση, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι εκκαλούντες. Αντιθέτως, από τη συνολική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων προκύπτει ότι η ενάγουσα επέδειξε μέχρι τέλους σταθερή πρόθεση ολοκλήρωσης της συναλλαγής. Η ίδια συνέχισε τις διαπραγματεύσεις ακόμη και μετά την αποκάλυψη του πραγματικού ιδιοκτησιακού καθεστώτος των μετοχών, της οικονομικής κατάστασης του πλοίου και των υφιστάμενων νομικών δεσμεύσεων, αποδέχθηκε την αναδιάρθρωση της συναλλαγής και εξακολούθησε να χρηματοδοτεί τις λειτουργικές ανάγκες του πλοίου, προκειμένου να διατηρηθεί αυτό σε κατάσταση επιχειρησιακής ετοιμότητας μέχρι την ολοκλήρωση της συμφωνίας. Η οριστική αποτυχία της επένδυσης επήλθε λόγω της σταδιακής αποκάλυψης ουσιωδών πραγματικών και νομικών δεδομένων, τα οποία δεν είχαν γνωστοποιηθεί κατά το προσυμβατικό στάδιο, σε συνδυασμό με την άρνηση των τριών πρώτων εναγομένων να παράσχουν την απαιτηθείσα εγγύηση, χωρίς την οποία οι πραγματικοί μέτοχοι δεν αποδέχονταν την ολοκλήρωση της μεταβίβασης. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι μεταξύ της συμπεριφοράς των τριών πρώτων εναγομένων κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων και της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια. Η ζημία αυτή συνίσταται στις χρηματικές καταβολές συνολικού ποσού 89.717,19 ευρώ, στις οποίες προέβη η ενάγουσα κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, στηριζόμενη στην εύλογη πεποίθηση ότι η σχεδιαζόμενη επένδυση ήταν νομικά και πραγματικά εφικτή και ότι οι εναγόμενοι είχαν τη δυνατότητα να την ολοκληρώσουν υπό τους όρους που της παρουσίαζαν. Η πεποίθηση αυτή δεν δημιουργήθηκε από υποκειμενική εκτίμηση της ενάγουσας, αλλά από τη συνολική εξωτερική συμπεριφορά των τριών πρώτων εναγομένων, οι οποίοι εμφανίσθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ως τα πρόσωπα που είχαν τον ουσιαστικό έλεγχο του επιχειρηματικού εγχειρήματος. Αυτοί διεξήγαγαν αποκλειστικά τις διαπραγματεύσεις, καθόριζαν τους βασικούς όρους της επένδυσης, παρείχαν τις πληροφορίες σχετικά με την οικονομική κατάσταση της πλοιοκτήτριας εταιρίας και του πλοίου, ζητούσαν την πραγματοποίηση χρηματικών καταβολών για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών του και διαχειρίζονταν τις σχέσεις με τους πιστωτές, δημιουργώντας αντικειμενικά την εντύπωση ότι είχαν την εξουσία να διαμορφώσουν και να ολοκληρώσουν την επίδικη συναλλαγή. Από τις ίδιες αποδείξεις προέκυψε ότι κατά τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων παρέλειψαν να γνωστοποιήσουν στην ενάγουσα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, κρίσιμα για τη διαμόρφωση της επενδυτικής της βούλησης. Ειδικότερα, δεν αποκάλυψαν το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς των εταιρικών συμμετοχών, τη μη έκδοση μετοχών της τέταρτης εναγομένης, την προηγούμενη συμφωνία μεταβίβασης των μετοχών προς την εταιρία ……………….., την ύπαρξη παρακαταθήκης, ούτε τις κατασχέσεις, τις προσωρινές διαταγές, τον επικείμενο πλειστηριασμό και τη συνολική οικονομική και νομική κατάσταση του πλοίου. Τα στοιχεία αυτά ήταν αντικειμενικά καθοριστικά για κάθε συνετό επενδυτή και, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όφειλαν να είχαν γνωστοποιηθεί ήδη κατά το προσυμβατικό στάδιο. Η μεταγενέστερη αποκάλυψη των ανωτέρω στοιχείων δεν διέκοψε την αιτιώδη συνάφεια ούτε αίρει την ευθύνη των εναγομένων. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, ακόμη και μετά τη γνώση της πραγματικής κατάστασης, κατέβαλε εύλογες προσπάθειες για τη διάσωση της ήδη δρομολογημένης συναλλαγής, διαπραγματευόμενη απευθείας με τους πραγματικούς μετόχους και συνεχίζοντας να καλύπτει λειτουργικές ανάγκες του πλοίου, μέχρις ότου η άρνηση των τριών πρώτων εναγομένων να αναλάβουν την απαιτηθείσα εγγυητική υποχρέωση κατέστησε οριστικά ανέφικτη την ολοκλήρωση της επένδυσης. Κατά συνέπεια, οι επίμαχες καταβολές δεν αποτελούν ζημία από την αποτυχία ενός επιχειρηματικού εγχειρήματος ούτε εκδήλωση συνήθους επενδυτικού κινδύνου. Πρόκειται για δαπάνες στις οποίες η ενάγουσα υποβλήθηκε κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, εμπιστευόμενη δικαιολογημένα την ακρίβεια των πληροφοριών και των παραστάσεων που της παρείχαν οι εναγόμενοι και θεωρώντας ότι οι καταβολές αυτές ήταν αναγκαίες για την ολοκλήρωση μίας συναλλαγής η οποία παρουσιαζόταν ως νομικά και πραγματικά εφικτή. Οι δαπάνες αυτές συνιστούν αποκαταστατέο αρνητικό διαφέρον κατά την έννοια των άρθρων 197 και 198 ΑΚ, δεδομένου ότι δεν θα είχαν πραγματοποιηθεί εάν η ενάγουσα είχε εξαρχής πλήρη γνώση της πραγματικής εταιρικής, οικονομικής και νομικής κατάστασης της επένδυσης. Ενόψει όλων των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, καθώς και ο τρίτος εξ αυτών υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και νομίμου εκπροσώπου της τέταρτης εναγομένης, παραβίασαν τις απορρέουσες από τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ υποχρεώσεις καλής πίστης, ειλικρινούς ενημέρωσης και διαφώτισης της αντισυμβαλλομένης κατά το προσυμβατικό στάδιο, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν στην ενάγουσα εύλογη και αντικειμενικά δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς τη δυνατότητα ολοκλήρωσης της επένδυσης και να την οδηγήσουν στην πραγματοποίηση των προαναφερθεισών χρηματικών καταβολών. Η ζημία της ενάγουσας, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 89.717,19 ευρώ, τελεί σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με την ως άνω προσυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων και πρέπει να αποκατασταθεί στο σύνολό της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω με βάση τις ανωτέρω παραδοχές αναφορικά με τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης πρέπει να λεχθούν τα εξής:
Με τον πρώτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες προβάλλουν ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την παθητική νομιμοποίησή τους, με την αιτιολογία ότι ουδέποτε υπήρξαν μέτοχοι ή κύριοι των προς μεταβίβαση εταιρικών συμμετοχών της τέταρτης εναγομένης και ότι ενήργησαν αποκλειστικά ως μεσολαβητές για την εξεύρεση επενδυτή. Πλην όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος καθώς, σύμφωνα με τα όσα έγινα δεκτά από το παρόν Δικαστήριο, η ευθύνη των εκκαλούντων δεν θεμελιώθηκε στην ιδιότητά τους ως μετόχων ή κυρίων των προς μεταβίβαση εταιρικών συμμετοχών, αλλά στην προσωπική συμμετοχή τους στις επίδικες διαπραγματεύσεις και στην προσυμβατική συμπεριφορά που ανέπτυξαν έναντι της ενάγουσας, από την οποία δημιουργήθηκε σε αυτήν αντικειμενικά δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς τη δυνατότητα ολοκλήρωσης της επένδυσης. Επομένως, ορθώς το η εκκαλουμένη αξιλογήσε τις αποδείξεις κρίνοντας ότι οι εκκαλούντες υπέχουν προσωπική ευθύνη κατ’ άρθρα 197 και 198 ΑΚ, ανεξαρτήτως του πραγματικού ιδιοκτησιακού καθεστώτος των εταιρικών συμμετοχών.
Με τον δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγο της έφεσης, οι οποίοι συνεκδικάζονται λόγω της στενής μεταξύ τους συνάφειας, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 197 και 198 ΑΚ, υποστηρίζοντας ότι δεν παρέβησαν υποχρέωση διαφώτισης, ότι οι επίδικες καταβολές εντάσσονταν στον επιχειρηματικό κίνδυνο που ανέλαβε η ενάγουσα και ότι η ματαίωση της συναλλαγής οφείλεται σε δική της επιλογή. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι καθώς σύμφωνα με τα όσα έγινα δεκτά από το παρόν Δικαστήριο, ότι οι εκκαλούντες παρέλειψαν να γνωστοποιήσουν στην ενάγουσα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, κρίσιμα για τη διαμόρφωση της επενδυτικής της βούλησης, ενώ η τελευταία, στηριζόμενη στις διαβεβαιώσεις και στη συναλλακτική εμπιστοσύνη που δημιούργησε η συμπεριφορά τους, προέβη στις επίδικες καταβολές, οι οποίες δεν θα είχαν πραγματοποιηθεί αν γνώριζε εξαρχής την πραγματική εταιρική, οικονομική και νομική κατάσταση της επένδυσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ματαίωση της συναλλαγής δεν οφείλεται σε υπαναχώρηση ή οικονομική αδυναμία της ενάγουσας, αλλά στην αποκάλυψη των ουσιωδών αυτών στοιχείων και στην άρνηση των εκκαλούντων να αναλάβουν την εγγυητική υποχρέωση που είχε τεθεί ως αναγκαίος όρος για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης. Επομένως, ορθώς κρίθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 197 και 198 ΑΚ, ότι η ζημία της ενάγουσας συνιστά αποκαταστατέο αρνητικό διαφέρον και ότι υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της προσυμβατικής συμπεριφοράς των εκκαλούντων και της ζημίας αυτής.
Με τον πέμπτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε την προταθείσα από τον τρίτο εναγόμενο ένσταση συμψηφισμού, προβάλλοντας ότι αυτός διατηρούσε ανταπαίτηση κατά της ενάγουσας, απορρέουσα από τις δαπάνες στις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς τους, υποβλήθηκε για τη λειτουργία και διατήρηση του πλοίου μετά τη μη ολοκλήρωση της επίδικης συναλλαγής, όπως δαπάνες μισθοδοσίας πληρώματος, ασφαλιστικών εισφορών, τροφοδοσίας, καυσίμων, επισκευών και λοιπών λειτουργικών εξόδων, οι οποίες έπρεπε να συμψηφισθούν με την ένδικη απαίτηση της ενάγουσας. Υποστηρίζουν ακόμη ότι η ένσταση ήταν επαρκώς ορισμένη, περιείχε όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά και ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όφειλε να προβεί στην κατ’ ουσίαν έρευνά της αντί να την απορρίψει ως αόριστη. Πλην όμως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος καθώς ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η προβαλλόμενη ένσταση συμψηφισμού δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις του ορισμένου, καθόσον ο τρίτος εναγόμενος δεν εξέθεσε με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν την επικαλούμενη ανταπαίτησή του, ούτε προσδιόρισε επαρκώς τη γενεσιουργό αιτία, τη νομική βάση, τον χρόνο γέννησης, το ακριβές ύψος και τα επιμέρους κονδύλια αυτής. Περαιτέρω, δεν εκτέθηκαν περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η επικαλούμενη απαίτηση ήταν κατά τον χρόνο προβολής της εκκαθαρισμένη, ληξιπρόθεσμη και δικαστικώς επιδιώξιμη, ώστε να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμψηφισμού κατά τις διατάξεις των άρθρων 440 επ. ΑΚ. Επιπλέον πρέπει να αναφερθεί ότι οι επικαλούμενες δαπάνες, όπως ορθά δέχθηκε και η εκκαλουμένη, δεν είναι πρόσφορες να θεμελιώσουν εκκαθαρισμένη ανταπαίτηση δεκτική συμψηφισμού έναντι της ένδικης απαίτησης της ενάγουσας, καθώς αυτές αφορούσαν λειτουργικά έξοδα του πλοίου, τα οποία πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της σχεδιαζόμενης επένδυσης και κατόπιν αιτημάτων των ίδιων των εναγομένων προς την ενάγουσα, ενώ η τελική ματαίωση της συναλλαγής αποδόθηκε στην προσυμβατική συμπεριφορά των ιδίων, οι οποίοι απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της πλοιοκτήτριας εταιρείας, την πραγματική οικονομική κατάσταση και τα βάρη του πλοίου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε το νόμο και απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού, οπότε και ο πέμπτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Με τον έβδομο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες προβάλλουν ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν διέταξε την προσκομιδή των από 21.3.2020 υπεύθυνων δηλώσεων και του από 6.3.2020 ιδιωτικού συμφωνητικού, μολονότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, τα έγγραφα αυτά ήταν κρίσιμα για τη διάγνωση της διαφοράς. Ωστόσο ο λόγος αυτός έφεσης με αυτό το περιεχόμενο κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος καθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα μετά από συνεκτίμηση του συνόλου των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία κρίθηκαν επαρκή για την πλήρη διάγνωση της διαφοράς, χωρίς να απαιτείται η διαταγή προσκομίσεως των ανωτέρω εγγράφων. Εξάλλου, οι εκκαλούντες δεν εξειδικεύουν ποια κρίσιμα πραγματικά περιστατικά δεν κατέστη δυνατό να αποδειχθούν χωρίς τα έγγραφα αυτά ούτε αποδεικνύουν ότι η μη προσκομιδή τους επηρέασε ουσιωδώς το αποδεικτικό πόρισμα της εκκαλουμένης. Αντιθέτως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την προσυμβατική ευθύνη των εκκαλούντων αποδείχθηκαν από το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών μέσων που νομίμως συνεκτιμήθηκαν.
Με τον όγδοο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε την παρεμπίπτουσα αίτησή τους περί ανάκλησης της υπ’ αριθ. 1308/2020 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση του πλοίου «H». Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι η απαίτηση της ενάγουσας δεν αποτελεί ναυτική απαίτηση κατά την έννοια της Διεθνούς Σύμβασης των Βρυξελλών του 1952 περί συντηρητικής κατάσχεσης πλοίων, ώστε να δικαιολογείται η λήψη του ανωτέρω ασφαλιστικού μέτρου, ότι δεν συνέτρεχε κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας τους ούτε άλλος λόγος που να καθιστά αναγκαία τη διατήρησή του, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η ήδη επιβληθείσα συντηρητική κατάσχεση επί του ακινήτου των δύο πρώτων εναγομένων επαρκούσε για την εξασφάλιση της ένδικης απαίτησης. Υποστηρίζουν ακόμη ότι η εκκαλουμένη, παραλείποντας να αξιολογήσει ορθά τους ανωτέρω ισχυρισμούς, απέρριψε αβασίμως την αίτηση ανάκλησης. Ωστόσο ο λόγος αυτός της έφεσης με το πιο πάνω περιεχόμενο κρίνεται απορριπτέος για τους εξής λόγους: Κατά τις διατάξεις των άρθρων 696 επ. ΚΠολΔ, η ανάκληση ή μεταρρύθμιση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων δεν αποτελεί ένδικο μέσο ούτε αποσκοπεί στην επανεξέταση της ορθότητας της απόφασης που διέταξε το ασφαλιστικό μέτρο, αλλά προϋποθέτει τη μεταβολή των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων στηρίχθηκε η έκδοσή της ή την επίκληση νέων κρίσιμων στοιχείων, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου κατά την έκδοσή της. Δεν είναι, συνεπώς, επιτρεπτή, μέσω της αίτησης ανάκλησης, η επανάληψη των ίδιων πραγματικών ή νομικών ισχυρισμών που είχαν ήδη προβληθεί και αξιολογηθεί κατά την αρχική διαδικασία, ούτε η επιδίωξη νέας ουσιαστικής κρίσης επί αυτών (ΑΠ 1035/2010, ΑΠ 195/2007, ΕφΠειρ 517/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες δεν επικαλέστηκαν ούτε απέδειξαν μεταγενέστερη ουσιώδη μεταβολή των πραγματικών περιστατικών ούτε νέα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά επανέφεραν τους ίδιους νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς περί έλλειψης ναυτικής απαίτησης, ανυπαρξίας κινδύνου και επάρκειας της συντηρητικής κατάσχεσης επί του ακινήτου, οι οποίοι είχαν ήδη αποτελέσει αντικείμενο κρίσης κατά την έκδοση της υπ’ αριθ. 1308/2020 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων. Η εκκαλουμένη, αξιολογώντας το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ορθώς έκρινε ότι δεν είχε επέλθει μεταβολή των πραγματικών δεδομένων που να δικαιολογεί την ανάκληση του ασφαλιστικού μέτρου και ότι εξακολουθούσαν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις διατήρησής του. Επομένως, ορθώς απέρριψε την παρεμπίπτουσα αίτηση ανάκλησης και ο όγδοος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης προς εξέταση πρέπει αυτή να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας κατόπιν του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό και να διαταχθεί η κατάπτωση του κατατεθέντος από τους εκκαλούντες παραβόλου άσκησης έφεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει ερήμην της εκκαλούσας την υπό στοιχείο Β΄ έφεση και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων την υπό στοιχείο Α΄ έφεση, αμφότερες με ημεροχρολογία σύνταξης την 1.5.2024 [η μεν υπο στοιχείο Α΄έφεση με ΓΑΚ/ΕΑΚ Πρωτ…………/2024 και και ΓΑΚ/ΕΑΚ Εφετ. ………./2025, η δε υπό στοιχείο Β΄ έφεση με ΓΑΚ/ΕΑΚ Πρωτ……../2024 και ΓΑΚ/ΕΑΚ ………./2025 Εφετ].
Δέχεται τυπικά αμφότερες τις εφέσεις.
Απορρίπτει την μεν υπό στοιχείο Β΄ έφεση ως ανυποστήρικτη, τη δε υπό στοιχείο Α΄ έφεση κατ’ ουσίαν.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο αμφοτέρων των αναφερομένων στο σκεπτικό της παρούσας e παραβόλων.
Ορίζει παράβολο σε περίπτωση που η εκκαλούσα της υπό στοιχείο Β΄έφεσης θέλει να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Επιβάλλει σε βάρος: α) της εκκαλούσας της υπό στοιχείο Β΄ έφεσης τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (500) ευρώ και β) των εκκαλούντων της υπό στοιχείο Α΄ έφεσης τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (500) ευρώ
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, την 29η Ιουνίου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ