Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 445/2026

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός Απόφασης   445/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(4ο Τμήμα )

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Θεώνη Μπούρη, Πρόεδρο Εφετών, Κωνσταντίνα Παπαντωνίου Εφέτη, Αναστασία Παρούση Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Ε.Δ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ………….,  για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΟΥ  ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: ……………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Έλενα Χατζάκη (ΔΣΑ …….) και κατέθεσε σημείωμα.

ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …………. και εκπροσωπείται νόμιμα ως εκ του νόμου ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», η άδεια της οποίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Κλουκίνα (ΔΣΑ ……..), μέλος της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία « Κ.Φ.ΚΑΛΑΒΡΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ Χ.Π.ΦΙΛΙΟΣ-Θ.Θ ΚΛΟΥΚΙΝΑΣ» με ….. και ΑΦΜ …. και κατέθεσε σημείωμα.

Ο αιτών  ζητεί να γίνει δεκτή η από 20.3.2026 αίτηση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς με ΓΑΚ/ΕΑΚ …………/2026 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο με αριθμό πινακίου …….

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, που παραστάθηκαν κατά τα προαναφερόμενα, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα έγγραφα σημειώματα που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Το άρθρο 2 ΑΚ σύμφωνα με το οποίο “ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη και διατηρεί την ισχύ του, εφόσον άλλος κανόνας δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά”, θεσπίσθηκε με γνώμονα την αρχή του κράτους δικαίου, την ασφάλεια του δικαίου και την αρχή της κοινωνικής εμπιστοσύνης. Σύμφωνα με τον εν λόγω κανόνα, οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ισχύουν για το μέλλον και εφαρμόζονται επί πραγματικών περιστατικών που επήλθαν κατά πρώτον μετά τον χρόνο ισχύος των είτε επήλθαν σε προγενέστερο χρόνο, συνεχίζουν όμως να υφίστανται και μετά την μεταβολή της ουσιαστικού δικαίου ρυθμίσεως και με τον τρόπο αυτό υπάγονται στο πραγματικό των νέων διατάξεων. Ο ως άνω κανόνας που εκφράζει την αρχή της μη αναδρομικότητας των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (ΑΠ421/2009) δεν κατοχυρώνεται από το σύνταγμα, επομένως δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ (ΟλΑΠ6/2007, ΑΠ1125/2006, ΑΠ1823/2005). Έτσι ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται κατ’ αρχήν να προσδώσει στον νόμο αναδρομική δύναμη. Η κατά το άρθρο 2 ΑΚ απαγόρευση αναφέρεται στη γνήσια αναδρομή που υφίσταται κατά τα προεκτεθέντα όταν ένας νόμος ρυθμίζει έννομες σχέσεις ή συνέπειες που γεννήθηκαν ή επήλθαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του (ΑΠ86/1997). Διακρίνεται δε από την μη γνήσια αναδρομή που υπάρχει, όταν ο νέος νόμος ρυθμίζει έννομες συνέπειες που γεννήθηκαν μετά την έναρξη εφαρμογής του, αλλά πηγάζουν από έννομες σχέσεις ή καταστάσεις προϋφιστάμενες του νόμου, οι οποίες όμως συνεχίζουν να υφίστανται και μετά τη θέση του νέου νόμου σε ισχύ. Η μη γνήσια αναδρομή δεν συνιστά στην πραγματικότητα αναδρομή (ΑΠ1908/2005), εξασφαλίζει την ενότητα του δικαίου και για τον λόγο αυτόν δεν παραβιάζει τον κανόνα της μη αναδρομικότητας. Το ζήτημα πάντως κατά πόσον πρόκειται για γνήσια ή μη γνήσια αναδρομή επιλύεται με ερμηνεία της κρίσιμης διατάξεως, γίνεται ωστόσο δεκτό ότι οι αναδρομικοί νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Ειδικότερα, στον νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς (εμμέσως) όταν δηλαδή από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται η νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος. Ο αναδρομικός νόμος κατά κανόνα δύναται να δημιουργήσει δικαιώματα που ανατρέχουν στο παρελθόν καθώς και να καταργήσει δικαιώματα που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο νόμο, εκτός εάν τα τελευταία προστατεύονται από το σύνταγμα (ΟλΑΠ6/2007, ΟλΑΠ40/1998, ΑΠ1823/2005). Και στην τελευταία αυτή περίπτωση η συνταγματικότητα του αναδρομικού νόμου διασώζεται, εφόσον η θέσπισή του δικαιολογείται κατ’ εξαίρεση από την εξυπηρέτηση του κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος (ΟλΑΠ5/1998). Η αναδρομική ισχύς του νόμου είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου (προσθέτου) Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ6/2007, ΑΠ928/2006, ΑΠ1125/2006, ΑΠ1823/2005, ΑΠ188/2005), ούτε μπορεί να προσβάλει την εκ του άρθρου 25 του Συντάγματος κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας (ΟλΣτΕ 542/1999). Επειδή από το άρθρο 12 του ΕισΝΚΠολΔ, που ορίζει ότι ” στις δίκες που κατά την εισαγωγή του (ΚΠολΔ) είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν την εισαγωγή του ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο”, προκύπτει η καθιέρωση γενικού κανόνα διαχρονικού δικαίου σύμφωνα με τον οποίον, οι δικονομικές έννομες συνέπειες των διαδικαστικών πράξεων των διαδίκων αλλά και των δικαστικών αποφάσεων (που συνιστούν διαδικαστικές πράξεις του δικαστηρίου) διέπονται από το ισχύον (κατά τον χρόνο διενεργείας εκάστης διαδικαστικής πράξεως ή εκδόσεως εκάστης δικαστικής αποφάσεως) δικονομικό δίκαιο, κατά δε το άρθρο 18 παρ.2 του ΕισΝΚΠολΔ “οι διατάξεις των άρθρων 313 ως 320 (που ρυθμίζουν τα περί αναγνωρίσεως της ανυπαρξίας και της αυτοδίκαιης ακυρότητας των δικαστικών αποφάσεων, καθώς και τα περί διορθώσεως και ερμηνείας αυτών), καθώς και εκείνες των άρθρων 332 ως 334 ΚΠολΔ (που ορίζουν τα περί αυτεπαγγέλτου λήψεως υπόψιν του δεδικασμένου, περί προσβολής του δεδικασμένου λόγω δόλου και περί της μεταρρυθμιστικής αγωγής) εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν από την εισαγωγή του (ΚΠολΔ)”. Κατ’ αντιδιαστολή προς την ανωτέρω ρύθμιση (του άρθρου 18 παρ.2 ΕισΝΚΠολΔ), συνάγεται ότι οι μη ρητώς αναφερόμενες διατάξεις του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και εκείνες που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις επελεύσεως, καθώς και τα αντικειμενικά και υποκειμενικά όρια του ουσιαστικού δεδικασμένου ( άρθρα 321 έως 331 ΚΠολΔ), εκείνες δηλαδή που διέπουν τις κύριες έννομες συνέπειες των δικαστικών αποφάσεων (δεδικασμένο, διαπλαστική ενέργεια, εκτελεστότητα) εφαρμόζονται μόνον επί αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται μετά τη θέση σε ισχύ των εν λόγω διατάξεων. Κατ’ αντιπαραβολή προς τις ανωτέρω (άμεσα συνδεόμενες με το αντικείμενο της δίκης) κύριες έννομες συνέπειες που αναπτύσσουν οι δικαστικές αποφάσεις, η επέλευση των οποίων επιδιώκεται από τους διαδίκους, οι τελευταίες (αποφάσεις) αναπτύσσουν και έννομες συνέπειες (τις λεγόμενες παρεπόμενες) που στηρίζονται απευθείας στον νόμο, ισχύουν συνήθως μεταξύ των διαδίκων της δίκης που προηγήθηκε και εντάσσονται στον κύκλο των συνεπειών που οι δικαστικές αποφάσεις ως διαδικαστικές πράξεις αναπτύσσουν στο πεδίο του ουσιαστικού δικαίου, καταδεικνύοντας τον σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ δικονομικού και ουσιαστικού δικαίου. Εν όψει του ότι αμφότερες οι ανωτέρω διατάξεις (άρθ.12 και 18 παρ.1 ΕισΝΚΠολΔ) συνιστούν κανόνες διαχρονικού δικονομικού δικαίου που διέπουν τις κύριες έννομες συνέπειες των διαδικαστικών πράξεων και των δικαστικών αποφάσεων δεν τυγχάνουν εφαρμογής στις παρεπόμενες έννομες συνέπειες των δικαστικών αποφάσεων που συνιστούν έννομες συνέπειες προβλεπόμενες από κανόνες του ουσιαστικού δικαίου. [ΑΠ 1000/2020, ΑΠ 251/2020 δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ].

2. Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 724 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ο δανειστής μπορεί με βάση διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων, καθώς και με οριστική απόφαση να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση ή ορίζεται ότι πρέπει να καταβληθεί με τη διαταγή πληρωμής στο οποίο πρέπει να προστεθούν επίσης οι τόκοι και τα έξοδα. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής και η οριστική απόφαση είναι και μάλιστα αμέσως μόλις εκδοθεί, δίχως να χρειάζεται η προηγούμενη επίδοσή της στον οφειλέτη, τίτλος για την αυτοδύναμη εκ μέρους του δανειστή επιβολή και του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης και την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης (Μπέης, Η χρησιμότητα της αυτοδύναμης συντηρητικής κατάσχεσης, με διαταγή πληρωμής, Δ 1979, 350-351). Ο οφειλέτης, όμως, και στην περίπτωση αυτή δύναται να αμυνθεί ασκώντας την προβλεπόμενη κατ’ άρθρο 724 παρ 2 ΚΠολΔ αίτηση αναστολής της εκτέλεσης της συντηρητικής κατάσχεσης, για συγκεκριμένους όμως πλέον και ρητά προβλεπόμενους στο άρθρο αυτό λόγους, ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής ή την οριστική απόφαση, το οποίο και θα εκδικάσει την, εν λόγω, αίτηση κατά τη διαδικασία του άρθρου 702 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, το δικαστήριο, προκειμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα αναστολή, πρέπει να πιθανολογήσει την εξόφληση ή την ανυπαρξία της χρηματικής απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής ή η οριστική απόφαση. Σε περίπτωση μερικής εξόφλησης ή μερικής ανυπαρξίας της απαίτησης, δύναται να διατάξει μερική αναστολή, τον περιορισμό δηλαδή αντίστοιχα του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε η συντηρητική κατάσχεση, εφόσον πείθεται ότι τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή για την εξασφάλιση της απαίτησης (ΕφΑιγΙ 6/2021 ΤΝΠ Νόμος). Ο όρος «αναστολή» του ασφαλιστικού μέτρου, που χρησιμοποιείται στην προκειμένη διάταξη (724 παρ. 2 ΚΠολΔ) έχει την έννοια της ανάκλησης του ασφαλιστικού μέτρου (Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, Δ`, άρθρο 724, αρ. 9). Όμοια είναι και η δυνατότητα που παρέχεται από την διάταξη του άρθρου 702 παρ. 3 ΚΠολΔ προκειμένου για ασφαλιστικά μέτρα που επιβλήθηκαν ή πρόκειται να επιβληθούν σε εκτέλεση σχετικής απόφασης. Η ρύθμιση των άρθρων 702 παρ. 3 και 724 παρ. 2, αποτελεί ειδική εκδήλωση των άρθρων 116 ΚΠολΔ και 692 παρ. 3 ΚΠολΔ, που καθιερώνουν αντίστοιχα την τήρηση των κανόνων της καλής πίστης και το ανεπίτρεπτο λήψης από το Δικαστήριο περισσότερων ασφαλιστικών μέτρων από όσα είναι αναγκαία. Εξάλλου, η δυνάμει διαταγής πληρωμής ή οριστικής απόφασης εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο και ανεξάρτητα από τον τρόπο που γράφτηκε (δηλαδή όχι δυνάμει δικαστικής απόφασης), η ανάκλησή του διατάσσεται με τις διατάξεις των ασφαλιστικών μέτρων. Σε περίπτωση, επομένως, αυτοδύναμης επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης με τίτλο οριστική απόφαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 724 παρ 1 του ΚΠολΔ, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, σε περίπτωση δε άσκησης ενδίκων μέσων το Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση (697 ΚΠολΔ), μπορεί, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, εκείνου δηλαδή κατά του οποίου εκδόθηκε η οριστική απόφαση, να διατάξει, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, την αναστολή της ενέργειάς της (οριστικής απόφασης) – ολικά ή εν μέρει – ως τίτλου για την αυτοδύναμη επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης και την ανάκλησή της, εφόσον έχει υλοποιηθεί η αυτοδύναμη επιβολή του ως άνω εξασφαλιστικού μέτρου, αν πιθανολογείται η εξόφληση του οφειλόμενου ποσού ή η ανυπαρξία (ολική ή μερική) της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η οριστική απόφαση (ΑΠ 182/2019 ΤΝΠ Νόμος). Με δεδομένο άλλωστε ότι τα ασφαλιστικά μέτρα οφείλουν να αποσκοπούν, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 682 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στην εξασφάλιση ή διατήρηση δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης για να αντιμετωπισθεί επείγουσα περίπτωση ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η κατ` άρθρο 724 παρ. 2 ΚΠολΔ αναστολή εκτέλεσης των ασφαλιστικών μέτρων, που στηρίζονται σε οριστική απόφαση [για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου και η ανάκληση αυτών (ασφαλιστικών μέτρων)], δικαιολογείται όχι μόνον όταν η ασφαλιζόμενη απαίτηση έχει εξοφληθεί ή είναι ανύπαρκτη, αλλά και όταν δεν πιθανολογείται επικείμενος κίνδυνος ή επείγουσα περίπτωση για την επιβολή τους, εφαρμοζόμενη η ως άνω διάταξη του άρθρου 724 παρ. 2 του ΚΠολΔ αναλογικά (Κράνης, Συντηρητική κατάσχεση χρηματικής απαίτησης στα χέρια τρίτου με τίτλο διαταγή πληρωμής, ΕλλΔνη 56, 975, Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, Δ’, άρθρο 724, αρ. 7). Δεν μπορεί να θεωρηθεί δε, ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση πιθανή μεταβολή στο μέλλον της περιουσιακής κατάστασης κάποιου προσώπου, γιατί με τέτοια εκδοχή θα δικαιολογούνταν η λήψη ασφαλιστικών μέτρων και μάλιστα με τη μορφή της συντηρητικής κατάσχεσης σε κάθε εκκρεμή αγωγή, ενόψει της ενδεχόμενης, κατά την κοινή πείρα και λογική, μεταβολής ή ελάττωσης της περιουσιακής κατάστασης του διαδίκου, ενώ ούτε η ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση του καθ’ ου αρκεί για να δικαιολογήσει τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης. Απαιτώντας, συνεπώς, ο νόμος επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση, εννοεί προφανώς την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης για έκτακτη δικαστική προστασία του διαδίκου, δικαιολογημένη από τη συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών και συγκεκριμένα κινδύνου ματαίωσης της ικανοποίησης της απαίτησης, λόγω πιθανολόγησης αποξένωσης του οφειλέτη από την κατασχετήρια περιουσία του, έτσι ώστε να είναι αδύνατη στο μέλλον η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν κάποτε ο δανειστής θα αποκτήσει τίτλο εκτελεστό, μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης ή επείγουσα περίπτωση της παρούσας στιγμής, ως τέτοιας νοουμένης εκείνης, η οποία χρήζει άμεσης ρύθμισης με δικαστική παρέμβαση, λόγω ανάγκης για ταχεία προστασία του ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο πρέπει να ασφαλισθεί από το δικαιούχο για να μην προξενηθεί από τη βραδύτητα της επίλυσης της διαφοράς ουσιώδης και αναπότρεπτος κίνδυνος (ΕφΑΘ 300/2019 ΤΝΠ Νόμος). Επίσης, από την ίδια παραπάνω διάταξη (724 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, μετά την ισχύ του Ν. 4335/2015, τίτλο για την αυτοδύναμη εκ μέρους του δανειστή επιβολή και του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης (και της προσημείωσης), ως εξασφαλιστικό μέτρο για την ικανοποίηση της απαίτησης που του επιδικάστηκε και δη για το ποσό που αυτή αφορά, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων αποτελεί και η απλώς οριστική απόφαση, ακόμη και εάν δεν είναι προσωρινώς εκτελεστή, αφού κάτι τέτοιο δεν απαιτείται κατά το άρθρο και μάλιστα μόλις εκδοθεί, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη επίδοσή της στον οφειλέτη (ΑΠ 251/2020 areiospagos.gr, ΕφΛαρ 190/2020, ΕφΠειρ 526/2020, ΜΕφΛαρ 6/2019 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ 2480/2017 ΕλλΔνη 2017,1737 παρατ. Κατρά, Φραγκουδάκη, Η οριστική απόφαση ως τίτλος εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης μετά την τροποποίηση του άρθρου 724 ΚΠολΔ μετον. 4335/2015, ΝοΒ 67,13). Τέθηκε, λοιπόν, ακολούθως το ζήτημα εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση, εάν η διάταξη του άρθρου 724 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάνοντας λόγο για «οριστική απόφαση», εννοεί μόνο την καταψηφιστική απόφαση ή και την αναγνωριστική ή διαπλαστική απόφαση, βάσει της οποίας είναι δυνατή η εγγραφή προσημείωσης ή η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης. Κατά μια υποστηριζόμενη στη θεωρία άποψη, την οποία ακολουθεί μέρος της νομολογίας (ΕφΑΘ 890/2024 Αρμ 2024,830, Εφθ 2549/2019, ΕφΑΘ 6451/2019 ΤΝΠ Νόμος), η οριστική απόφαση που μπορεί να ενεργοποιήσει τη δυνατότητα επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης και εγγραφής προσημείωσης υποθήκης κατ’ άρθρ. 724 ΚΠολΔ θα πρέπει, κατά τη νομική της φύση, να είναι καταψηφιστική και όχι απλώς αναγνωριστική ή διαπλαστική. Υπέρ της ανωτέρω άποψης συνηγορεί η διατύπωση της εν λόγω διάταξης, που σύμφωνα με το γράμμα της επιτρέπει την εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης και την συντηρητική κατάσχεση «για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση» (βλ. παρ 1 άρθρου 724 ΚΠολΔ). Επίσης, στην αιτιολογική έκθεση, όπου γίνεται αναφορά σε «οριστική και μη καταστάσα τελεσίδικη απόφαση» ως τίτλο αυτοδύναμης επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης (ή εγγραφής προσημείωσης υποθήκης) κατ’ άρθρ. 724 ΚΠολΔ, κατά την άποψη αυτή, δεν εννοεί οποιαδήποτε απόφαση, αλλά καταφάσκει αίτημα παροχής έννομης προστασίας, εννοώντας προφανώς την πρωτόδικη καταψηφιστική απόφαση. Κατά έτερη διατυπωθείσα άποψη, η οριστική απόφαση, που εκδίδεται με πλήρη στοιχεία για την ασφαλιστέα απαίτηση και συνεπώς παρέχει περισσότερα εχέγγυα ορθής κρίσης σε σχέση με την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων (που αρκείται σε πιθανολόγηση), αποτελεί τίτλο για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης, ακόμη και αν δεν είναι καταψηφιστική, αλλά αναγνωριστική απλώς της ασφαλιστέας απαίτησης (βλ. ΕφΑΘ 1970/2021 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑιγ 69/2021, ΕφΠατρ 466/2021, ΕφΑνατΚρ 57/2021, ΕφΠειρ 526/2020, ΕφΛαρ 190/2020, ΕφΔωδ 98/2020, ΕφΘεσ 656/2020, άπαντες σε ΤΝΠ Νόμος, Μαρτίνος/Σβύνος, Ασφαλιστικά Μέτρα, 2022, άρθρο 724 αρ. 1). Αιτιολογείται δε η άποψη αυτή εκ του γεγονότος ότι στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 4335/2015 αναφέρεται ότι η διαταγή πληρωμής «δεν παρουσιάζει περισσότερα εχέγγυα ορθής κρίσης από την οριστική απόφαση που δέχθηκε την αγωγή και διέγνωσε την ισχύ της επικαλούμενης χρηματικής αξίωσης του δανειστή» και συνεπώς υπό την έννοια μόνο της διάγνωσης γίνεται με την νέα ρύθμιση αναφορά σε οριστική απόφαση επιδικάζουσα την ασφαλιστέα απαίτηση. Άλλωστε για την εγγραφή υποθήκης (ΑΚ 1263), όπως και για την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη (ΑΚ 1323 παρ. 2), αρκεί τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση για την ασφαλιστέα απαίτηση. Την τελευταία αυτή άποψη υιοθετεί και το παρόν δικαστήριο, διότι επιπλέον σκοπός της διάταξης του άρθρου 724 ΚΠολΔ είναι να αποτραπεί, μέσω της απαγόρευσης διάθεσης (βλ. άρθρ. 715 παρ. 1 και 4 ΚΠολΔ), ο επικείμενος κίνδυνος αποξένωσης του οφειλέτη από περιουσιακά του στοιχεία προς το σκοπό ματαίωσης της ικανοποίησης του δανειστή. Συγκεκριμένα, ο ως άνω επικείμενος κίνδυνος (βλ. και άρθρ. 682 παρ 1 ΚΠολΔ) αποτελεί προϋπόθεση επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης, ανεξάρτητα από αν η τελευταία επιβάλλεται κατόπιν δικαστικής απόφασης που την διατάσσει (άρθρ. 707 ΚΠολΔ), αρκούντως του επικείμενου κινδύνου ως προϋπόθεσης λήψης του ασφαλιστικού μέτρου (άρθρ. 682 παρ 1 ΚΠολΔ) αυτοδύναμα, δυνάμει διαταγής πληρωμής ή οριστικής απόφασης κατ’ άρθρ. 724 ΚΠολΔ, η δε έλλειψη επικείμενου κινδύνου στην τελευταία περίπτωση θα αποδεικνύεται από τον οφειλέτη στο πλαίσιο αίτησης ανάκλησης του ασφαλιστικού μέτρου. Εξάλλου, στην περίπτωση που η εν λόγω απόφαση δεν έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και ως εκ τούτου ο δανειστής δεν έχει δυνατότητα επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης, προκρίνεται ότι είναι επιβεβλημένη η διασφάλιση της μελλοντικής ικανοποίησης των απαιτήσεών του (όταν αποκτήσει εκτελεστό τίτλο) με την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης ή της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης. Μάλιστα, αφού η χορήγηση στο δανειστή του δικαιώματος εγγραφής προσημείωσης υποθήκης προς το σκοπό της διασφάλισης της προνομιακής ικανοποίησης των απαιτήσεών του σε μελλοντικό χρόνο είναι ανεξάρτητη από την ύπαρξη εκτελεστού τίτλου κατά του οφειλέτη, το ίδιο θα πρέπει να γίνει δεκτό αναλογικά και για την δυνατότητα επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης. Όπως γίνεται πλέον δεκτό, ακόμα και αν απορρίφθηκε αίτημα να κηρυχθεί η οριστική απόφαση προσωρινά εκτελεστή (ή αν δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα), δεν θίγεται η δυνατότητα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης ή επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης με βάση την απόφαση αυτή, καθόσον η απόρριψη του αιτήματος τούτου εμποδίζει μεν την ικανοποίηση μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης της επίδικης απαίτησης, δεν εμποδίζει όμως τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, όπως είναι η προσημείωση υποθήκης και η συντηρητική κατάσχεση (ΕφΘεσ 2480/2017 ΤΝΠ Νόμος). Δηλαδή ο νομοθέτης, αλλά και η πρόσφατη ως άνω εκτεθείσα νομολογία, αποσυνδέει την νέα ρύθμιση από την εκτελεστότητα της οριστικής απόφασης και συνεπώς, κατά την άποψη του παρόντος δικαστηρίου και από τον καταψηφιστικό χαρακτήρα της ως τίτλου κατά το άρθρο 724 ΚΠολΔ (ΕφΑΘ 1261/2024, ΕφΑΘ 1814/2023 ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, η κρατούσα και στην προκειμένη περίπτωση υποστηριζόμενη γνώμη δέχεται ότι εφόσον επιτρέπεται η συντηρητική κατάσχεση ή η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, κατ` άρθρ. 724 ΚΠολΔ με τίτλο οριστική απόφαση, το ίδιο αυτό ασφαλιστικό μέτρο μπορεί να επιβληθεί και με τελεσίδικη απόφαση. Επισημαίνεται ότι εφόσον υφίσταται εκτελεστός τίτλος ικανός να στηρίζει αναγκαστική εκτέλεση (βλ. άρθρ. 904, 951 ΚΠολΔ) και να οδηγήσει στην άμεση ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησης, τότε η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης για την εξασφάλιση της ίδιας απαίτησης θα πρέπει, κατ` αρχήν, να αποκλειστεί, ιδίως, μάλιστα, αν πρόκειται για τον ισχυρότερο (λόγω και του δεδικασμένου, βλ. άρθρ. 321, 933 παρ. 4 ΚΠολΔ) και δικονομικά ωριμότερο εκτελεστό τίτλο, δηλαδή την τελεσίδικη απόφαση. Συνεπώς, αν ο δανειστής επιδιώξει με αίτησή του προς το αρμόδιο δικαστήριο την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης για απαίτηση εξοπλισμένη με τίτλο εκτελεστό, η αίτηση αυτή τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, εκτός αν, κατ’ εξαίρεση, δεν είναι εφικτή η άμεση επίσπευση της εκτελεστικής διαδικασίας, οπότε υφίσταται ειδικό έννομο συμφέρον λήψης προσωρινής έννομης προστασίας. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση αυτοδύναμης συντηρητικής κατάσχεσης κατ’ άρθρο 724 ΚΠολΔ χωρίς την παρεμβολή δικαιοδοτικής κρίσης, καθώς πρόκειται για το ίδιο ασφαλιστικό μέτρο. Δικαιολογείται όμως η επιβολή τέτοιου ασφαλιστικού μέτρου παρά την ύπαρξη εκτελεστού τίτλου στις περιπτώσεις και μόνο εκείνες όπου είναι αδύνατη η άμεση επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης διότι τότε συντρέχει το απαιτούμενο κατά τα παραπάνω ειδικό έννομο συμφέρον (Χαμηλοθώρης/Ορφανίδης, Ασφαλιστικά Μέτρα, 2023. σ. 293). Ενισχυτικό της δυνατότητας λήψης αυτοδύναμων ασφαλιστικών μέτρων με τίτλο τελεσίδικη δικαστική απόφαση αποτελεί και το πρόσθετο επιχείρημα ότι εφόσον δύναται να ανασταλεί η αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται δυνάμει τελεσίδικης απόφασης με την άσκηση έκτακτου ενδίκου μέσου (αναψηλάφηση ή αναίρεση), τότε θα πρέπει η τελεσίδικη δικαστική απόφαση να εξομοιωθεί με τη διαταγή πληρωμής και την οριστική απόφαση των οποίων έχει ανασταλεί η εκτελεστότητα (632 παρ. 3 ΚΠολΔ, 912, ή 913 ΚΠολΔ) ώστε να αποτελεί τίτλο επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης (ΕφΑθ 5213/2025, ΕφΑΘ 2397/2024, ΕφΑΘ 2669/2023, ΕφΑΘ 950/2022 ΤΝΠ Νόμος).

3.Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 712 ΚΠολΔ, η συντηρητική κατάσχεση απαιτήσεων ή κινητών στα χέρια τρίτου γίνεται με την επίδοση στον τρίτο αντιγράφου της απόφασης, που τη διατάζει, με επιταγή να μην εξοφλήσει την απαίτηση ή να μην παραδώσει τα κινητά, καθώς και με επίδοση μέσα σε οκτώ ημέρες σε κείνον, κατά του οποίου στρέφεται η (συντηρητική) κατάσχεση, εγγράφου στο οποίο αναφέρεται η κατάσχεση που έχει επιβληθεί στα χέρια τρίτου, άλλως η κατάσχεση είναι άκυρη. Στην κατάσχεση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων ή κινητών στα χέρια τρίτου. Ο τρίτος, εκείνος που επέβαλε την κατάσχεση και ο οφειλέτης έχουν όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που προβλέπουν οι διατάξεις της αναγκαστικής κατάσχεσης απαιτήσεων ή κινητών στα χέρια τρίτου και εφαρμόζεται η διαδικασία για την άσκηση ή την διαφύλαξή τους, που ορίζεται στις διατάξεις αυτές.  (ΑΠ 1895/2025 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα ΑΠ). Εξάλλου το κατασχετήριο αποτελεί συστατικό διαδικαστικό έγγραφο της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου, που ενσαρκώνει την πρώτη μετά την επιταγή διαδικαστική πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως. Το (ιδιωτικό) αυτό έγγραφο συντάσσεται είτε αυτοπροσώπως από τον δανειστή, που έχει ικανότητα δικαστικής παραστάσεως, είτε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του (97Ι ΚΠολΔ), αποτελεί δε δικόγραφο, που πρέπει να περιέχει τα κατά νόμον (118 επ.) απαιτούμενα στοιχεία των δικογράφων, με τις αναγκαίες για το δίκαιο της αναγκαστικής εκτελέσεως προσαρμογές. Επιπλέον, το κατασχετήριο πρέπει να περιέχει και τα αναφερόμενα στο άρθρο 983 Ι ΚΠολΔ στοιχεία, ήτοι: α) Ακριβή περιγραφή του εκτελεστού τίτλου και της απαιτήσεως, που στηρίζουν την κατάσχεση στα χέρια τρίτου (983 Ι στοιχ. α). Ως ακριβής περιγραφή νοείται η αληθής και όχι η λεπτομερής περιγραφή. Θα πρέπει επομένως να προσδιορίζεται το είδος του εκτελεστού τίτλου, καθώς και να διευκρινίζεται το είδος και το ποσό της απαιτήσεως με μνεία και των παραγωγικών της γεγονότων, ενώ συνήθως γίνεται παραπομπή στη δικαστική απόφαση που την επιδίκασε. Η πληρότητα του κατασχετηρίου κρίνεται με γνώμονα την συνδρομή ή όχι δικονομικής βλάβης (159 αριθ. 3). β) Το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση (983 Ι στοιχ. β ΚΠολΔ). Υποδηλώνεται με την αποστροφή αυτή τόσο η απαίτηση υπέρ της οποίας γίνεται η κατάσχεση όσο (και ιδίως) η απαίτηση που κατάσχεται. Το κατασχόμενο ποσό θα πρέπει να αναλογεί στην απαίτηση του κατασχόντος. Ό,τι δικαιούται να λάβει ο κατασχών από τον οφειλέτη, δικαιούται να το λάβει και από τον τρίτο. Πρόκειται ασφαλώς για το ουσιωδέστερο στοιχείο του κατασχετηρίου, αφού το ποσό αυτό δεσμεύεται και προσδιορίζει τα όρια ευθύνης του τρίτου έναντι του κατασχόντος, όπως και την εξέλιξη της διαδικασίας της κατασχέσεως σε περίπτωση συρροής περισσότερων κατασχέσεων. Στο κατασχόμενο ποσό θα πρέπει πάντως να προστίθενται και οι τόκοι, τα δικαστικά έξοδα και τα έξοδα της εκτελέσεως, μολονότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός τους με ακρίβεια κατά τον χρόνο της συντάξεως του κατασχετηρίου. Θα πρέπει δηλαδή να καθορίζεται στο κατασχετήριο το κατασχόμενο συνολικώς, κατ’ ανώτατο όριο, ποσό, με βάση τους υπολογισμούς του κατασχόντος. Ο νόμος αρκείται στην αναγραφή του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση και δεν αξιώνει άλλο ειδικότερο, προσδιοριστικό της απαιτήσεως στοιχείο. Ενόψει των διακρίσεων του άρθρου 982 Ι ΚΠολΔ, θα πρέπει να προσδιορίζεται βεβαίως το αντικείμενο της κατασχέσεως, αν δηλαδή πρόκειται για χρηματική απαίτηση, απαίτηση για μεταβίβαση της κυριότητας κινητού ή για κινητό πράγμα. Παρά τη σιωπή του νόμου, γίνεται δεκτό [ΑΠ 660/1975, ΑρχΝ 1976 σ. 185· Φραγκίστα, Δ 1970.175 επ. (179)· Μπρίνια ΙΙΙ άρθρο 983 σ. 1330 επ.· τον ίδιο, Δ 1974.72· Σταθέας ΙΙ σ. 464· Γέσιου-Φαλτσή ΙΙβ § 64 αριθ. 151· την ίδια, Δ 2002.446· την ίδια, ΝοΒ 2003.2105 επ.], για λόγους προστασίας του τρίτου, ότι στο κατασχετήριο θα πρέπει να αναφέρονται και επαρκή στοιχεία για τον καθορισμό της έννομης σχέσεως, που συνδέει τον καθ’ ου η κατάσχεση με τον τρίτο (λ.χ. μίσθωση, εντολή, εταιρία κ.λπ.) [Δεν αρκεί η μνεία ότι κατάσχεται κάθε απαίτηση ή κάθε κινητό, που οφείλονται από οποιαδήποτε αιτία εκ μέρους του τρίτου στον οφειλέτη του κατασχόντος. Η αοριστία μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της κατασχέσεως με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης (159 αριθ. 3)· βλ. Μπρίνια ΙΙΙ άρθρο 983 σ. 1330, 1331.]. Η αναφορά της έννομης αυτής σχέσεως είναι απολύτως απαραίτητη, ιδίως όταν κατάσχονται μελλοντικές απαιτήσεις. Αρκεί να προσδιορίζεται η έννομη σχέση που αποτελεί τη δικαιογόνο αιτία της οφειλής του τρίτου· μνεία των γενεσιουργών περιστατικών της οφειλής δεν είναι απαραίτητη. Οι ανωτέρω παραδοχές δεν μπορεί παρά να αφορούν και στην κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών. Η εξειδίκευση εδώ της κατασχόμενης απαιτήσεως στο κατασχετήριο είναι εκ των πραγμάτων δυσχερής. Η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει, ως γνωστόν, τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας εφαρμόζονται (ΑΚ 830 Ι) αφενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα επί των κατατιθεμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτήσει το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει παρέλθει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του. Αρκεί επομένως η απλή αναφορά σε καταθέσεις του καθ’ ου η εκτέλεση στην Τράπεζα, χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω εξειδίκευση της μορφής και του είδους της καταθέσεως (όψεως, ταμιευτηρίου, προθεσμιακή, υπό όρον, σε κοινό λογαριασμό κ.λπ.), πολύ δε περισσότερο δεν απαιτείται η αναγραφή του αριθμού του λογαριασμού, ή του ύψους του πιστωτικού υπολοίπου ή του συνολικού ύψους της καταθέσεως. Ούτε η αναγραφή του καταστήματος, στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός, είναι φυσικά απαραίτητη. Και υπό την εκδοχή, πάντως, ότι είναι απαραίτητη για το ορισμένο του κατασχετηρίου η αναγραφή του είδους της καταθέσεως (Ψυχομάνης, προηγ. σημ. αριθ. 386 σ. 156) δύσκολα θα μπορούσε η παράλειψή της να προκαλέσει σήμερα βλάβη στην τράπεζα, που διαθέτει on line συστήματα ελέγχου όλων των καταθέσεων (Γέσιου-Φαλτσή, ΝοΒ 2003.2106 ΙΙ). Οι διερευνητικού χαρακτήρα κατασχέσεις είναι αναπόφευκτες, ως ένα βαθμό πάντως δικαιολογημένες, αν δεν περιγράφεται το ακατάσχετο των τραπεζικών καταθέσεων. Καθώς όμως είναι δυνατή υπό προϋποθέσεις και η κατάσχεση μέλλουσας απαιτήσεως στα χέρια τρίτου, θα πρέπει να θεωρηθεί επιτρεπτή και η κατάσχεση (μελλοντικού) καταλοίπου ενός τέτοιου λογαριασμού, που τυχόν θα προκύψει μετά το κλείσιμό του (ΜονΕφΑθ 1073/2015, ΔΕΕ 2015.546). Οι ελλείψεις που αφορούν στο περιεχόμενο και στο ορισμένο του κατασχετηρίου κολάζονται μόνον με επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης [Γέσιου-Φαλτσή, Δ 2002.446/447· η ίδια, ΝοΒ 2003.2106]. γ) Επιταγή προς τον τρίτο να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση (983 Ι στοιχ. γ). Πρόκειται για προσταγή προς τον τρίτο να παρακρατήσει τα κατασχεθέντα υπό την ιδιότητα του μεσεγγυούχου και εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις και οι όροι του άρθρου 988 Ι, να καταβάλει στον καθέναν από τους κατασχόντες το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση. Στην έννοια της καταβολής περιλαμβάνεται κάθε αποσβεστικός λόγος της ενοχής. δ) Διορισμό αντικλήτου, που κατοικεί στην περιφέρεια του ίδιου ειρηνοδικείου ή στην έδρα του πρωτοδικείου, όπου και η κατοικία του τρίτου, αν ο επισπεύδων την κατάσχεση δανειστής δεν κατοικεί στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου της κατοικίας του τρίτου (983 Ι στοιχ. δ). Η παράλειψη ή η ατέλεια οποιουδήποτε από τα ανωτέρω στοιχεία του κατασχετηρίου οδηγεί σε ακυρότητα μόνον με τη συνδρομή δικονομικής βλάβης (159 αριθ. 3), την οποία μπορεί να επικαλεσθεί τόσο ο καθ’ ου η εκτέλεση όσο και ο τρίτος. Ο διάδικος που επικαλείται την ακυρότητα ωστόσο θα πρέπει να εξειδικεύει πλήρως και κατά τρόπο συγκεκριμένο τη βλάβη του. Ομοίως και η δικαστική απόφαση θα πρέπει να προσδιορίζει ειδικά και εμπεριστατωμένα τη συνδρομή της δικονομικής βλάβης (ΜονΕφΚρ 56/2023 ΝΟΜΟΣ Ν. Νίκας, Εγχειρίδιο πολιτικής δικονομίας, 4η έκδ., 2022, § 58, σ. 413, αρ. 10).

4. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 268 εδάφ. α` του ΑΚ, κατά την οποία “κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή”, προκύπτει ότι, αν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική ή αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται, κατ` αρχήν, στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ ή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, από την τελεσιδικία, ήτοι από το χρόνο δημοσίευσης της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης και για αποθετική ζημία, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου νια τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση. Και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, αν και δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 του ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία. Η νέα αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 του ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει ήδη υποκύψει στη μέχρι την τελεσιδικία ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 του ΑΚ (ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 732/2019, ΑΠ 274/2019, ΑΠ 52/2018 δημ. σε ΤΠΝ Νόμος). Περαιτέρω, με σκοπό την αντιμετώπιση της ανάγκης περιορισμού της διασποράς του νέου κορωνοϊού covid-19, ελήφθησαν νομοθετικά μέτρα κατεπείγοντος χαρακτήρα, με τα οποία επιβλήθησαν διάφοροι περιορισμοί σε πολλές δραστηριότητες και λειτουργίες, ανάλογα με το επίπεδο επικινδυνότητας, ανά χρονικά διαστήματα ή/και ανά περιφερειακή ενότητα ή περιοχή της χώρας. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου δεύτερου του ν.4682/2020, με το οποίο κυρώθηκε το άρθρο 11 της ΠΝΠ με ημερομηνία 11.3.2020, με το εν λόγω άρθρο 11 παρασχέθηκε εξουσιοδότηση στου Υπουργούς Υγείας και Δικαιοσύνης, μετά από γνώμη της Εθνικής Επιτροπής προστασίας της Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊού covid-19, να επιβάλλουν, με κοινή τους απόφαση, το μέτρο της προσωρινής, μερικής ή ολικής, αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των Εισαγγελιών της χώρας, καθώς και να ορίζουν και κάθε συναφή και αναγκαία πρόβλεψη για τα ζητήματα αναστολής ή παρέκτασης δικονομικών προθεσμιών, αναστολής ή παράτασης παραγραφών, αναστολής διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης, διενέργειας πλειστηριασμών, παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας και για όλα τα λοιπά ζητήματα που αφορούν στο καθεστώς προσωρινής μερικής ή ολικής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων και των Εισαγγελιών της χώρας. Κατ` εξουσιοδότηση του παραπάνω άρθρου 11 παρ.2 με τις Κ.Υ.Α με αριθμούς Δ1Αγ.π/17734/12.3.2020 και ΔΙΑ/γπ.ΟΙΚ.18176/15.3.2020, για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας, επιβλήθηκε το μέτρο της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών στο σύνολο της Επικράτειας, με τις εκεί προβαλλόμενες εξαιρέσεις, της αναστολής των νομίμων και δικαστικών προθεσμιών για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των υπηρεσιών τους, καθώς επίσης και της αναστολής παραγραφής των συναφών αξιώσεων, με ρητή διάταξη αναφορικά με τα επιμέρους δικαστήρια. Μετά την έκδοση των παραπάνω αποφάσεων, ακολούθησε σειρά άλλων Κ.Υ.Α, με τις οποίες προβλέφθηκαν ανάλογου περιεχομένου ρυθμίσεις για τη λειτουργία με ισχύ έως τις 31.5.2020. Με το άρθρο 74 (1) του ν.4690/2020, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 30.5.2020, εισήχθησαν διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών Δικαστηρίων, ορίστηκε ρητά ότι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ίσχυσε το μέτρο της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της χώρας, δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των Δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων και ότι μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία. Mε τo ν.4722/2020 που ακολούθησε, προβλέφθηκε η λειτουργία των Δικαστηρίων από 16.9.2020 και ρυθμίστηκαν ειδικά δικονομικά ζητήματα και εν γένει ζητήματα λειτουργία τους (κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στα άρθρα 71 έως 73 αυτού-Γνωμ. ΝΣΚ 68/2021). Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 82-84 ν.4790/2021 (Α` 48) ρυθμίστηκαν θέματα επαναλειτουργίας των διοικητικών, πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων αντίστοιχα. Επειδή κατέστη αναγκαία η συνέχιση λήψης ανάλογων μέτρων, με βάση τις ήδη αναφερθείσες εξουσιοδοτικές διατάξεις εκδόθηκε σειρά κοινών υπουργικών αποφάσεων με τις οποίες επιβλήθηκε εκ νέου μερική αναστολή λειτουργίας των Δικαστηρίων στο σύνολο της Επικράτειας ή/και κατά επίπεδο επιδημιολογικής επιβάρυνσης (αυξημένου κινδύνου και πολύ αυξημένου κινδύνου) για τα ειδικότερα αναφερόμενα σε αυτές χρονικά διαστήματα και με τις εκεί προβλεπόμενες εξαιρέσεις, με παράλληλη πρόβλεψη για την αναστολή των νομίμων και δικαστικών προθεσμιών για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων συναφών ενεργειών ενώπιον των υπηρεσιών τους, καθώς επίσης και για αναστολή της παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Από τις παραπάνω διατάξεις περί αναστολής νομίμων και δικαστικών προθεσμιών που συναρτώνται με την αναστολή λειτουργίας των Δικαστηρίων και των υπηρεσιών τους και με την αναστολή παραγραφής των αξιώσεων για τις οποίες τίθεται ζήτημα ενεργειών, δικαστικών ή εξωδίκων, ενώπιον αυτών, δεν στοιχειοθετείται περίπτωση δικαιοστασίου καθολικής εφαρμογής σε σχέση με τις αξιώσεις εν γένει και ειδικότερα σε σχέση με τις προθεσμίες παραγραφής τους (Γνωμ.ΝΣΚ 68/2021, ως προς τη μη αναστολή της διαδικασίας του άρθρου 8 παρ.2 του ν.δ 1195/1942). Τούτο δε διότι η αναστολή αυτή, όπως εκάστοτε προβλέφθηκε, συνοδεύτηκε από πρόβλεψη για αναστολή των νομίμων και δικαστικών προθεσμιών για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των υπηρεσιών των Δικαστηρίων και περί αναστολής της παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Από τη γραμματική δε και συστηματική ερμηνεία τους, και ιδίως, από τον ρητό χαρακτηρισμό των αξιώσεων ως προς τις οποίες προβλέφθηκε η εν λόγω αναστολή της παραγραφής, ως συναφών προς τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των υπηρεσιών των Δικαστηρίων, συνάγεται ότι η αναστολή αυτή συναρτάται, καταρχάς, με τη διασφάλιση της μη απώλειας προθεσμιών αναφορικά με τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και προπαρασκευαστικών ενεργειών ενώπιον τους στο πλαίσιο ήδη εκκρεμών υποθέσεων, αναφορικά με την άσκηση ενδίκων μέσων, αλλά και με τη μη παραγραφή εν επιδικία των σχετικών αξιώσεων ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων και τη μη επιβάρυνση με τόκους επιδικίας κατά τα σχετικά χρονικά διαστήματα. Επιπλέον, συναρτάται προδήλως, με τη διασφάλιση της δυνατότητας άσκησης το πρώτον ενδίκου βοηθήματος για την υποβολή σε δικαστική κρίση αμφισβητούμενων αξιώσεων ή δικαιωμάτων, η οποία εμποδίστηκε λόγω της σχετικής αναστολής της λειτουργίας των υπηρεσιών των δικαστηρίων (Γνωμ. ΝΣΚ 45/2022, 68/2021 σκ.24 σε ΤΠΝ Νόμος). Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 1α του άρθρου 83 του ν.4790/2021, «Ι.α) Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.4682/2020 {Α` 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους». Η αναστολή της παραγραφής λόγω της αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων της Χώρας και για όσο χρόνο θα διαρκούσε αυτή, στο πλαίσιο λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού, προβλέπεται από τις προαναφερθείσες ειδικές διατάξεις και αποτελεί απόλυτη αναστολή, καθώς αναπτύσσει την ενέργεια της σε οποιοδήποτε σημείο του χρόνου παραγραφής, δηλαδή είτε κατά την έναρξη είτε κατά τη διαδρομή είτε κατά τη λήξη της παραγραφής και αντιδιαστέλλεται από την προβλεπόμενη από το άρθρο 255 ΑΚ αναστολή για λόγους δικαιοστασίου, η οποία συνιστά αναστολή συμπληρώσεως, δεδομένου ότι η αναστολή χωρεί μόνο εάν ο λόγος αυτής συμπέσει κατά το τελευταίο εξάμηνο του χρόνου παραγραφής, οπότε παρεμποδίζεται η συμπλήρωση της (Μπαλής, Γενικαί Αρχαί του Αστικού Δικαίου (1961), σ. 398, Γεωργιάδης, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου (2007), σ. 233 -234, Γεωργιάδης σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλου ΕρμΑΚ άρθρ. 255 αρ. 1). [ΤρΕφΑθ 2397/2024 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ]

5. Κατά τη θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται εξόχως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων [ολΑΠ 10/2012, ΑΠ 83/2023, ΑΠ 711/2017]. Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. [ΑΠ 636/2024 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα ΑΠ]

Με την υπό κρίση από 20-3-2026 ( ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………/24.3.2026) αίτηση ο αιτών ζητεί, για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους, να  διαταχθεί η ανάκληση της από 26/6/2025 συντηρητικής κατάσχεσης  των τραπεζικών λογαριασμών του εκ μέρους του καθ’ου η αίτηση  εις χείρας των αναφερόμενων ανώνυμων τραπεζικών, η οποία επιβλήθηκε σε βάρος του, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 889/2006 τελεσίδικης αναγνωριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά   και να καταδικαστεί το καθ’ ου στα δικαστικά του έξοδα. Με αυτά τα αιτήματα και περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, είναι καθ`ύλην και κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκασή της, ως το δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική (τελεσίδικη) απόφαση με την οποία, ως τίτλο, επιβλήθηκε από τον καθ`ου συντηρητική κατάσχεση των τραπεζικών λογαριασμών του αιτούντος , κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. 702 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων  724 παρ. 2 σε συνδ με 702 παρ. 1,707 επ 712  ΚΠολΔ .

Με τον πρώτο λόγο ανάκλησης,  ο αιτών ισχυρίζεται ότι η επιβληθείσα σε βάρος του συντηρητική κατάσχεση εις χείρας των αναφερομένων τραπεζικών εταιρειών πρέπει να ανακληθεί διότι  τυγχάνει μη νόμιμη, καθώς επιβλήθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ. 889/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε πριν την έναρξη ισχύος του Ν.4335/2015, με τον οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 724παρ.1 του ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα να μην δύναται η ανωτέρω απόφαση να αποτελέσει τίτλο προς επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσής της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος  διότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο 1 νομική σκέψη  η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης με βάση οριστική απόφαση δεν αποτελεί έννομο αποτέλεσμα της απόφασης, όπως το δεδικασμένο και η εκτελεστότητα, τα οποία κρίνονται με βάση το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσίευσης της απόφασης αλλά είναι παρεπόμενη έννομη συνέπεια αυτής και ως εκ τούτου οι διατάξεις των άρθρων 12 και 18παρ.1 ΕισΝΑΚ, οι οποίες συνιστούν κανόνες διαχρονικού δικονομικού δικαίου που διέπουν τις κύριες έννομες συνέπειες των διαδικαστικών πράξεων και των δικαστικών αποφάσεων, δεν τυγχάνουν εφαρμογής αλλά κρίνονται υπό το νομοθετικό πλαίσιο που ισχύει κατά το χρόνο που αυτές επιχειρούνται, δεδομένου ότι η δυνατότητα εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης ή επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης δεν είναι αποτέλεσμα της οριστικής αποφάσεως αλλά αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ικανοποιήσεως της ένδικης απαιτήσεως του δανειστή με τον αποκλεισμό της εκποιήσεως ή της επιβαρύνσεως της περιουσίας του οφειλέτη του.

Με το δεύτερο λόγο ανάκλησης ο αιτών ισχυρίζεται ότι η επιβολή της από 26/6/2025  συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτων, δυνάμει της υπ’ αριθμ.  889/2006 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου τυγχάνει μη νόμιμη και πρέπει να ανακληθεί,  λόγω του αναγνωριστικού χαρακτήρα της ανωτέρω απόφασης, αφού κατά τους ισχυρισμούς του δεν είναι δυνατή η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης με βάση αναγνωριστική ή διαπλαστική απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος   καθόσον, κατά την άποψη που κρίνεται ορθότερη από το παρόν Δικαστήριο και αναπτύσσεται στην παραπάνω υπό στοιχείο 2 νομική σκέψη, η οριστική (ή και τελεσίδικη κατά το μείζον) απόφαση, έστω και αναγνωριστική, παρέχει περισσότερα εχέγγυα ορθής κρίσης, σε σχέση με την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, που αρκείται απλώς σε πιθανολόγηση, και συνεπώς, αποτελεί η τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση νόμιμο τίτλο εγγραφής από τον δανειστή χρηματικής απαίτησης συντηρητικής κατάσχεσης στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου, για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση (άρθρο 724 παρ. 1 του ΚΠολΔ), λαμβανομένου υπόψη και του σκοπού της διάταξης του άρθρου 724 του ΚΠολΔ, που είναι να αποτραπεί, ο επικείμενος κίνδυνος αποξένωσης του οφειλέτη από περιουσιακά του στοιχεία προς το σκοπό ματαίωσης της ικανοποίησης του δανειστή. Κατά συνέπεια, είναι νόμιμη η εγγραφή ασφαλιστικού μέτρου συντηρητικής κατάσχεσης εναντίον του αιτούντος, εις χείρας τρίτου, με τίτλο την τελεσίδικη αναγνωριστική, υπ` αριθ. 889/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.

Από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι πιθανολογούνται τα ακόλουθα: Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 889/28.9.2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών έγιναν μεταξύ άλλων δεκτές α) η από 27/1/2004 (αριθμ. έκθ. κατάθ…../3.2.2004) και β) η από 21/1/2003 (αριθμ. έκθ κατάθ. …../2003) παρεμπίπτουσες αγωγές που είχε ασκήσει η δικαιοπάροχος του καθ’ ου η ανακοπή ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «……………» στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε το καθ’ ου κατόπιν της  ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της με την υπ’ αριθμ. Κ3-11966/19.10.2006 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 11501/19-10-2006 Τ.ΑΕ&ΕΠΕ) και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του αιτούντος να καταβάλει στη δικαιοπάροχο του καθ’ ου ασφαλιστική εταιρεία κάθε ποσό που η τελευταία με την ίδια ως άνω απόφαση αναγνωρίστηκε ότι οφείλει να καταβάλει α) στους ενάγοντες της από 21/1/2004 (αριθμ.εκθ.καταθ. …/2004) κύριας αγωγής  α) ……………και ……………..και β) στους ενάγοντες της από 16/12/2002 (αριθμ.έκθ. καταθ. …../2002) κύριας αγωγής α) ……………, β) …………. και γ) ………….., άπαντα δε τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την καταβολή προς τους κυρίως ενάγοντες και μέχρι πλήρους και ολοσχερούς εξόφλησης. Ειδικότερα όσον αφορά  την από 21/1/2004 (αριθμ.εκθ.καταθ. ……/2004) κύρια αγωγή με την ανωτέρω απόφαση αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της δικαιοπαρόχου ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 122.022,58 ευρώ, ήτοι 60.000 ευρώ στην πρώτη και 62.022,58 ευρώ στη δεύτερη , με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, η οποία έλαβε χώρα στις 22.1.2004 πλέον δικαστικής δαπάνης 6.000 ευρώ για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας. Ακολούθως πιθανολογήθηκε ότι σε συμμόρφωση με το διατακτικό της ανωτέρω απόφασης αλλά και της υπ’ αριθμ. 4112/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά τόσο η δικαιοπάροχος ασφαλιστική εταιρεία όσο και το καθ’ ου η ανακοπή «………….» κατέβαλαν στους κυρίως ενάγοντες το συνολικό ποσό των 154.640,85 ευρώ. Συγκεκριμένα, η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «…………..» κατέβαλε στους ανωτέρω στις 23/12/2005  το συνολικό ποσό των 13.774 ευρώ αναλυόμενο σε α) ποσό 5.000 ευρώ και 6.000 ευρώ αντίστοιχα, ήτοι 11.000 ευρώ  για επιδικασθέν προσωρινώς εκτελεστό κεφάλαιο δυνάμει της υπ’ αριθμ. 4112/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, β) ποσό  2.155 ευρώ για επιδικασθέντες νόμιμους τόκους υπερημερίας επί του ως άνω επιδικασθέντος προσωρινώς εκτελεστού κεφαλαίου εκ ποσού 11.000 ευρώ για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της κύριας αγωγής 23/1/2004 έως τις 23/12/2005 και γ) ποσό 619 ευρώ για δικαστικά έξοδα έκδοσης και κοινοποίησης εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω απόφασης (ποσό για το οποίο δεν επιβλήθηκε συντηρητική κατάσχεση) (βλ. την από 23/12/2005 απόδειξη πληρωμής της ασφαλιστικής εταιρείας «…………..»). Ακολούθως το καθ’ ου η ανακοπή «……………..» έχοντας πλέον υπεισέλθει στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας,  ως εκ του νόμου ειδικός διάδοχος αυτής, λόγω της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, κατέβαλε στους ενάγοντες της ως άνω κύριας αγωγής στις 10/8/2007 το συνολικό ποσό των 140.866,85 ευρώ   αναλυόμενο σε α) ποσό 111.022,58 ευρώ ως υπόλοιπο επιδικασθέντος κεφαλαίου δυνάμει της υπ’ αριθμ. 889/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιά,  β) ποσό  23.447,27 ευρώ για επιδικασθέντες νόμιμους τόκους υπερημερίας επί του ως άνω συνολικού καταβληθέντος κεφαλαίου για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της κύριας αγωγής 23/1/2004 έως τις 10/8/2007 και γ) ποσό 6.400 ευρώ για επιβληθείσα δικαστική δαπάνη για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας (βλ. την από 10/8/2007 απόδειξη πληρωμής του καθ’ ου η ανακοπή). Ενόψει των ανωτέρω πιθανολογήθηκε ότι το καθ’ ου η ανακοπή δυνάμει της υπ’ αριθμ. 889/2006 απόφασης με την οποία έγινε δεκτή η από 27/1/2004 (αρ.εκθ.κατ. ……./2004) παρεμπίπτουσα αγωγή της δικαιοπαρόχου ασφαλιστικής εταιρείας κατά του ήδη αιτούντος δικαιούται να λάβει από τον τελευταίο: α) το ποσό των 153.621,85 ευρώ, το οποίο τόσο η δικαιοπάροχός του ασφαλιστική εταιρεία όσο και το καθ’ ου κατέβαλαν στους κυρίως ενάγοντες σε εξόφληση των υπέρ αυτών επιδικασθέντων με την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση κονδυλίων (κεφαλαίου-τόκων-δικαστικής δαπάνης) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημέρας εκάστης επιμέρους καταβολής τους προς τους ανωτέρω δικαιούχους, β) το ποσό των 76.143,57 ευρώ για μέρος των επιδικασθέντων τόκων επί του κεφαλαίου ποσού 153.021,85 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/1/2020 έως τις 26/6/2025 (ημερομηνία σύνταξης του επίδικου κατασχετηρίου) και γ) το ποσό των 4.800 ευρώ ως επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη. Ακολούθως όσον αφορά την από 16/12/2002 (αριθμ.έκθ. καταθ. ……./2002) κύρια αγωγή, με την ανωτέρω απόφαση αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της δικαιοπαρόχου ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 90.000 ευρώ, ήτοι 25.000 ευρώ στον πρώτο, 25.000 ευρώ στη δεύτερη  και 40.000 ευρώ στην τρίτη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, η οποία έλαβε χώρα στις 24.12.2002 πλέον δικαστικής δαπάνης 5.400 ευρώ για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας. Ακολούθως πιθανολογήθηκε ότι σε συμμόρφωση με το διατακτικό της ανωτέρω απόφασης αλλά και της υπ’ αριθμ. 4112/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά τόσο η δικαιοπάροχος ασφαλιστική εταιρεία όσο και το καθ’ ου η ανακοπή «……………….» κατέβαλαν στους κυρίως ενάγοντες το συνολικό ποσό των 119.832,48 ευρώ. Ειδικότερα η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «……..» κατέβαλε στους ανωτέρω στις 4/1/2006  το συνολικό ποσό των 15.650 ευρώ αναλυόμενο σε α) ποσό 5.000 ευρώ σε έκαστο των εναγόντων  για επιδικασθέν προσωρινώς εκτελεστό κεφάλαιο δυνάμει της υπ’ αριθμ. 4112/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και β) ποσό 650 ευρώ για δικαστικά έξοδα έκδοσης και κοινοποίησης εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω απόφασης ( ποσό για το οποίο δεν επιβλήθηκε συντηρητική κατάσχεση) (βλ. την από 4/1/2006 απόδειξη πληρωμής της ασφαλιστικής εταιρείας «…………….»). Ακολούθως το καθ’ ου η ανακοπή «…….» έχοντας πλέον υπεισέλθει στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ως άνω ασφαλιστικής  ως εκ του νόμου ειδικός διάδοχος αυτής, λόγω της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, κατέβαλε στους ενάγοντες της ως άνω κύριας αγωγής στις 10/9/2007 το συνολικό ποσό των 101.182,48 ευρώ   αναλυόμενο σε α) ποσό 75.000 ευρώ ως υπόλοιπο επιδικασθέντος κεφαλαίου δυνάμει της υπ’ αριθμ. 889/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιά,  β) ποσό  23.382,48 ευρώ για επιδικασθέντες νόμιμους τόκους υπερημερίας επί του ως άνω συνολικού καταβληθέντος κεφαλαίου για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της κύριας αγωγής 25/12/2002 έως τις 4/1/2006 για το ποσό των 15.000 ευρώ και έως  τις 10/9/2007 για το ποσό των 75.000 ευρώ και γ) ποσό 5.800 ευρώ για επιβληθείσα δικαστική δαπάνη για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας (βλ. την από 10/8/2007 απόδειξη πληρωμής του καθ’ ου η ανακοπή). Ενόψει των ανωτέρω πιθανολογήθηκε ότι το καθ’ ου η αίτηση, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 889/2006 απόφασης με την οποία έγινε δεκτή η από 21/1/2003 (αρ.εκθ.κατ. ……../2003) παρεμπίπτουσα αγωγή της δικαιοπαρόχου ασφαλιστικής εταιρείας κατά του ήδη αιτούντος  δικαιούται να λάβει από τον τελευταίο: α) το ποσό των 118.782,48 ευρώ, το οποίο τόσο η δικαιοπάροχός του ασφαλιστική εταιρεία όσο και το καθ’ ου κατέβαλαν στους κυρίως ενάγοντες σε εξόφληση των υπέρ αυτών επιδικασθέντων με την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση κονδυλίων (κεφαλαίου-τόκων-δικαστικής δαπάνης) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημέρας εκάστης επιμέρους καταβολής τους προς τους ανωτέρω δικαιούχους, β) το ποσό των 58.875,22 ευρώ για μέρος των επιδικασθέντων τόκων επί του κεφαλαίου ποσού 118.782,48 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/1/2020 έως τις 26/6/2025 (ημερομηνία σύνταξης του επίδικου κατασχετηρίου) και γ) το ποσό των 3.600 ευρώ ως επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη. Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι το καθ’ου για την εξασφάλιση της απαίτησης του ανερχόμενης στο συνολικό ποσό των 415.823,12 ευρώ [153.621,85 ευρώ (επιδικασθέν κεφάλαιο) + 76.143,57 ευρώ (τόκοι από 1/1/2020 έως 26/6/2025) + 4.800 ευρώ (επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη) +118.782,48 ευρώ (επιδικασθέν κεφάλαιο) + 58.875,22 ευρώ (τόκοι από 1/1/2020 έως 26/6/2025) + 3.600 ευρώ (επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη)], με βάση την απόφαση αυτή και δυνάμει του από 26/6/2025 κατασχετήριου συντηρητικής κατάσχεσης, που επιδόθηκε στις κατωτέρω αναφερόμενες τράπεζες στις 25/2/2026  (συνεπιδιδόμενων και των προαναφερόμενων αποδείξεων καταβολής εκ μέρους του στους προαναφερόμενους κυρίως ενάγοντες) [βλ. τις υπ’ αριθμ. …../25.2.2026, ……/25.2.2026, ……/25.2.2026 και …../25.2.2026 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών …………..] αλλά και στον αιτούντα στις 4/3/2026 (υπ’ αριθμ. …………../4.3.2026 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς ………….), προέβη στην συντηρητική κατάσχεση, κατ’ άρθρο 724 παρ. 1 του ΚΠολΔ μέχρι του ποσού των 415.283,12 ευρώ εις χείρας των κατωτέρω τραπεζικών εταιρειών: 1) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………………», 2) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….», 3) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «………….» και 4) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….». Μετά την επίδοση των κατασχετηρίων και ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «………….» προέβη σε αρνητική δήλωση ( υπ’ αριθμ. ……/5.3.2026) ότι ο ανακόπτων δεν τηρεί λογαριασμούς σε αυτή ενώ οι ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες «……………» και «………….» προέβησαν σε θετική δήλωση (βλ. τις υπ’ αριθμ. …/4.3.2026 και …./2026 δηλώσεις). Ειδικότερα  στην «…………..», ο αιτών διατηρεί τον υπ’ αριθμ. ………….. τραπεζικό λογαριασμό με πιστωτικό υπόλοιπο 1.935,32 ευρώ, από τον οποίο δεσμεύτηκε το ποσό των 538,70 ευρώ καθώς το υπόλοιπο αυτού αποτελεί προϊόν σύνταξης και είναι ακατάσχετο και στην  «………………» ο αιτών διατηρεί απλό τρεχούμενο τραπεζικό λογαριασμό με πιστωτικό υπόλοιπο 6,44 ευρώ, το οποίο δεσμεύθηκε. Από τα ανωτέρω πιθανολογείται  ότι το επίδικο κατασχετήριο περιέχει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο 3 νομική σκέψη, όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, ήτοι αναφορά της  τελεσίδικης αναγνωριστικής απόφασης δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε συντηρητική κατάσχεση, ακριβή περιγραφή της απαίτησης, η οποία προκύπτει από την απόφαση και τις σχετικές αποδείξεις καταβολών   προς τους ενάγοντες αμφότερων των κυρίως αγωγών, οι οποίες συνεπιδόθηκαν με το κατασχετήριο καθώς και το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση το οποίο είναι ανάλογο με  την απαίτηση του κατασχόντος και ως εκ τούτου ο τρίτος λόγος ανάκλησης με τον οποίο ο αιτών ισχυρίζεται ότι η απαίτηση του καθ’ ου είναι μη βέβαιη και μη εκκαθαρισμένη για το λόγο ότι δεν προκύπτει εκ του τίτλου αυτής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω με βάση τις ως άνω δηλώσεις τρίτων πιθανολογείται ότι ο αιτών δεν διαθέτει χρηματικά ποσά σε τραπεζικά ιδρύματα τέτοιου μεγέθους που να εξασφαλίζουν την ικανοποίηση της απαίτησης του καθ’ ου όταν αυτός αποκτήσει τίτλο εκτελεστό [τέτοιον δεν αποτελεί η ως  άνω τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση, η οποία παράγει ασφαλώς δεδικασμένο, αλλά δεν είναι αυτή που εκτελείται, εκτός από τη διάταξη για τη δικαστική δαπάνη – Κεραμέα / Κονδύλη / Νίκα, Ερμ.Κ.Πολ.Δ, υπ’ άρθρο 904, αριθ. 6, σ. 1701], ούτε πιθανολογήθηκε ότι ο αιτών διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία . Επομένως πιθανολογείται ότι επίκειται κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η απαίτηση του καθ’ ου όταν εφοδιαστεί με τίτλο εκτελεστό λόγω των μειωμένων περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος και επομένως ο τέταρτος επικουρικά προβαλλόμενος λόγος ανάκλησης  με τον οποίο ο αιτών  ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει επικείμενος κίνδυνος για την επιβολή της συντηρητικής κατάσχεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τον πέμπτο επικουρικά προβαλλόμενο λόγο ανάκλησης ο αιτών ισχυρίζεται ότι στο επίδικο από 26/6/2025 συντηρητικό κατασχετήριο  έχει λάβει χώρα εσφαλμένος υπολογισμός τόκων υπερημερίας καθώς επί κεφαλαίου ποσού 153.621,85 ευρώ και ποσού 118.782,48 ευρώ έχουν υπολογιστεί για το χρονικό διάστημα από 1/1/2020 έως 26/6/2025 τόκοι υπερημερίας ποσού 76.143,57 ευρώ και ποσού 58.875,22 ευρώ αντίστοιχα, εκ των οποίων οι τόκοι που αφορούν στο έτος 2020 έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή από 1/1/2026. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αόριστος καθώς δεν προσδιορίζονται τα επιμέρους αντίστοιχα ποσά, που αφορούν τους τόκους υπερημερίας για το έτος 2020. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο 4 νομική σκέψη, λόγω της πανδημίας του κορωνοΐού, υπήρχε αναστολή της παραγραφής  για το χρονικό διάστημα, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, από 1/1/2021 έως 5/4/2021, η οποία  συμπληρώνεται μετά και την παρέλευση δέκα επιπλέον ημερών από την προβλεπόμενη λήξη της. Επομένως η έναρξη παραγραφής των τόκων για το έτος 2020 δεν εκκινεί από 1/1/2026, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αιτών, αλλά από 15/4/2026 ( 95 ημέρες   αναστολής στις οποίες προστίθενται για τη συμπλήρωση αυτής 10 ημέρες) και ως εκ τούτου κατά το χρόνο επίδοσης του συντηρητικού κατασχετηρίου στον αιτούντα στις 4/3/2026 οι τόκοι υπερημερίας για το έτος 2020 δεν είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή.

Με τον έκτο επικουρικά προβαλλόμενο λόγο ανάκλησης ο αιτών ζητεί να ανακληθεί η επιβληθείσα συντηρητική κατάσχεση ως κατάφωρα καταχρηστική (281ΑΚ) για το λόγο ότι αυτή επιχειρείται είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ.889/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία δημοσιεύθηκε στις 28/9/2006 ενώ το από 26/6/2026 συντηρητικό κατασχετήριο  επιδόθηκε σε αυτόν στις 4/3/2026, ήτοι ελάχιστο χρονικό διάστημα πριν η αξίωση του καθ’ου υποπέσει σε παραγραφή, η μακροχρόνια δε αδράνεια του δικαιούχου καθ’ ου,  δημιούργησε σε αυτόν (αιτούντα) την εύλογη πεποίθηση ότι το τελευταίο  δεν πρόκειται να επιδιώξει την ικανοποίηση οποιασδήποτε απαίτησης του από την ανωτέρω απόφαση, επιπροσθέτως δε διότι η επίδικη απαίτηση επιφορτίστηκε με τους τόκους της τελευταίας τουλάχιστον πενταετίας με αποτέλεσμα να επιχειρείται με τον τρόπο αυτό η οικονομική του εξόντωση. Με το ανωτέρω περιεχόμενο ο ισχυρισμός αυτός, και αληθή υποτιθέμενα τα ως άνω περιστατικά που συγκροτούν τη βάση του, δεν μπορεί να θεμελιώσει ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο 5 νομική σκέψη μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο  ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του καθ’ ου δικαιούχου, τις οποίες ο αιτών ουδόλως επικαλείται, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του καθ’ ου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.  Επιπροσθέτως, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη-αιτούντα δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ` άρθρο 281ΑΚ, παρά μόνον αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιπτώσεις, ως λ,χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος, Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 5/2011, ΑΠ 586/2024, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 535/2015, ΑΠ 91/2011, ΑΠ 823/2010 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα ΑΠ) περίπτωση, η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος ανάκλησης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος τα δικαστικά έξοδα του  καθ’ου η αίτηση πρέπει να επιβληθούν, κατόπιν σχετικού αιτήματος του, σε βάρος του αιτούντος λόγω της ήττας του (176, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει την αίτηση.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ου η σε βάρος του αιτούντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και  αποφασίστηκε  στον Πειραιά  στις  25/6/2026

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στον Πειραιά χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, στις 29 Iουνίου 2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ