ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
4ο ΤΜΗΜΑ
Αριθμός αποφάσεως 448 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Παπιγκιώτη, Εφέτη, την οποία όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείο Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Ε.Δ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις …………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: …………….., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Συρρογιανούλη.
Της εφεσίβλητης: ………………., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ανδριανού Διακάτου.
Η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 9-9-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……./2022 αγωγή της, ζητώντας τα διαλαμβανόμενα σε αυτή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 3125/2023 απόφαση, με την οποία δέχτηκε την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα, με την από 13-6-2024 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά ………../2024 έφεσή της (αριθμός κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, ……………/2024), δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η 22-5-2025, οπότε και αναβλήθηκε για την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η φερόμενη προς συζήτηση και κρίση ενώπιον του παρόντος, αρμοδίου, καθ’ ύλη και κατά τόπο, Δικαστηρίου (άρθρα 19 και 29 παρ. 1ΚΠολΔ) παραπάνω έφεση, ασκήθηκε από την, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, πρωτοδίκως ηττηθείσα διάδικο νομίμως και εμπροθέσμως με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (άρθρα 495 – 499, 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την τακτική διαδικασία που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι, για το παραδεκτό της, έχει καταβληθεί και κατατεθεί το, απαιτούμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, παράβολο [υπ’ αριθμ. κωδ. παραβ. …………………. παράβολο, ποσού εκατό (100) ευρώ].
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ: «Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Με το προαναφερθέν περιεχόμενο, επαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προτού αυτή τροποποιηθεί με το ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μίας και μοναδικής συζήτησης και προβλέπεται ότι η έφεση κατά ερήμην απόφασης λειτουργεί όπως η καταργηθείσα αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας. Συνεπώς η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως, επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης αρκούσης της τυπικής παραδοχής της κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ (ΑΠ 546/2014, ΑΠ 1906/2008 ΝοΒ 2009,927, ΑΠ 884/2007 ΧρΙΔ 2008,52, ΑΠ 1015/2005 ΕλΔ 2005), με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το Εφετείο, το οποίο μετατρέπεται στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 495/2017, ΤΝΠ Νόμος). Η εξαφάνιση της απόφασης οριοθετείται από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τα παράπονα που διατυπώνονται με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους έφεσης του εκκαλούντος ή την αυτοτελή έφεση ή αντέφεση του εφεσίβλητου και των ισχυρισμών που προβάλλει ο τελευταίος ως υπεράσπιση κατά των λόγων της έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σχετικά με τα παράπονα της έφεσης και τα οποία εξετάζει κατά νόμο αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής. Έτσι, σε περίπτωση που ο διάδικος, ο οποίος δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, διατυπώνει με την έφεσή του παράπονα για την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, το εφετείο, εφόσον η έφεση είναι τυπικά παραδεκτή, εξαφανίζει την απόφαση χωρίς ανάγκη να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία κάποιος λόγος της έφεσης ο δε εκκαλών – εναγόμενος έχει τη δυνατότητα να προβάλει, με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του, όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς που θα μπορούσε να έχει προτείνει, αν είχε παραστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 230/2020, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 985/2015, ΑΠ 394/2011, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 829/2008 ΝοΒ 2008, 2457, ΑΠ 1015/2005 ΕλΔ 2005, 1101 ΑΠ 331/2001 ΕλΔ2001, 1320).
Με την από 9-9-2022 αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει ότι αυτή και η εναγόμενη είναι εξ αδιαιρέτου συγκύριες, σε κλάσμα 1/3 και 2/3, αντίστοιχα, του περιγραφόμενου λεπτομερώς στο δικόγραφο διαμερίσματος, εμβαδού 80 τμ, το οποίο βρίσκεται σε οικοδομή, κείμενη στον Πειραιά, με τον αναφερόμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο κτήσης της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας τους. Επικαλείται, δε, ότι η εναγόμενη δεν συναινεί σε εξώδικη διανομή του επίκοινου ακινήτου και, γι’ αυτό ζητεί: α) τη λύση της κοινωνίας με την εκποίηση αυτού διά δημοσίου πλειστηριασμού, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα, η αυτούσια διανομή του είναι ανέφικτη και ασύμφορη, ώστε κάθε κοινωνός να λάβει το μερίδιο που του αναλογεί από το εκπλειστηρίασμα, β) να οριστεί υπάλληλος του πλειστηριασμού, γ) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της διανεμητέας περιουσίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας ερήμην της εναγόμενης, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 3125/2023 απόφαση, με την οποία δέχτηκε την αγωγή και συγκεκριμένα διέταξε την πώληση δια εκουσίου δημοσίου πλειστηριασμού του επίκοινου διαμερίσματος και τη διανομή του πλειστηριάσματος κατά τον λόγο της μερίδας εκάστης των διαδίκων, απέρριψε δε ως μη νόμιμο, το αίτημα περί ορισμού υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, επιδιώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την απόρριψη της ένδικης αγωγής στο σύνολό της. Επομένως, με βάση και τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, και δοθέντος ότι η υπό κρίση έφεση κρίθηκε ήδη ως τυπικά δεκτή, πρέπει αυτή να γίνει και ουσιαστικά δεκτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση, δηλαδή στο σύνολό της, καθόσον πλήττεται ως προς την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, που οδήγησαν στην παραδοχή της αγωγής σε βάρος της. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί η αγωγή ως προς τη βασιμότητά της κατά την ίδια πιο πάνω διαδικασία, έχοντας τη δυνατότητα η εκκαλούσα να προτείνει και με τις προτάσεις της όλους τους ισχυρισμούς, που μπορούσαν να προταθούν και πρωτοδίκως. Ακόμη, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην εκκαλούσα.
Η υπό κρίση αγωγή, η οποία συζητείται κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 785, 795, 798 έως 801, 1002, 1113, 1192, 1193, 1194, 1198, και 478 επ. ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος ορισμού υπαλλήλου του πλειστηριασμού, που πρέπει ν απορριφθεί ως μη νόμιμο, εφόσον υπάλληλος για τον πλειστηριασμό δεν ορίζεται από το Δικαστήριο, διότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 484 παρ. 2, 927 και 954 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο επισπεύδων τον πλειστηριασμό συγκύριος ορίζει και τον υπάλληλο αυτού. Επισημαίνεται ότι αίτημα της αγωγής διανομής πράγματος, αποτελεί η λύση της κοινωνίας που υπάρχει επ’ αυτού, ο δε τρόπος λύσης της κοινωνίας, δηλαδή το αν η λύση αυτής θα γίνει με αυτούσια διανομή ή με πώληση δια πλειστηριασμού, δεν περιλαμβάνεται στο αίτημα της αγωγής διανομής, αλλά ανήκει στις εξουσίες του αρμόδιου δικαστηρίου (ΑΠ 106/2013, ΤΝΠ ΔΣΑ). Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αγωγή είναι αόριστη, επειδή δεν αναφέρεται στο αιτητικό, ως αίτημα, η λύση της κοινωνίας, ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος καθότι το αίτημα περί λύσης της κοινωνίας αναφέρεται στο ιστορικό της αγωγής, ενώ το Δικαστήριο θα καθορίσει τον τρόπο λύσης αυτής. Επιπλέον, έχουν τηρηθεί οι απαραίτητες προϋποθέσεις για το παραδεκτό της, δεδομένου ότι η περίληψή της έχει εγγραφεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στο βιβλίο του Κτηματολογίου Γραφείου Πειραιά (βλ σχετ. το υπ’ αρ. ……./23-9-2022 πιστοποιητικό του κτηματολογικού γραφείου Πειραιά), προσκομιζόμενων του κτηματολογικού φύλλου του επίδικου ακινήτου, του αποσπάσματος κτηματολογικού διαγράμματος αυτού και του πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ. Επίσης, προσκομίζεται υπογεγραμμένο από την ενάγουσα, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της, το με ημερομηνία 5-9-2022 έντυπο ενημέρωσης για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση (άρθρ. 3 παρ. 2 και παρ. 1 περ. β του Ν. 4640/2019). Κατά συνέπεια, η αγωγή πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δοθέντος ότι έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. …………….. e-παράβολο με την από 14-2-2023 απόδειξη συναλλαγής της ALPHA BANK).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ «Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ. ΑΠ 6/2016, Ολ. ΑΠ 5/2011, Ολ.ΑΠ 16/2006, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 1871/2014, ΑΠ 1504/2013, ΑΠ 1623/2012, ΑΠ 91/2011, ΑΠ 1130/2011, Εφ.Λαμίας 5/2021, Εφ.Δωδ. 172/2020, ΕφΠατρ 67/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 611 ΑΚ που επιγράφεται «Σιωπηρή αναμίσθωση»: Η μίσθωση που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά την παρέλευση του χρόνου που συμφωνήθηκε, ο μισθωτής εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί το μίσθιο και o εκμισθωτής το γνωρίζει και δεν εναντιούται. Ο όρος «ανανέωση» εν προκειμένω σημαίνει «ανακατάρτιση» της μίσθωσης, δηλ. νέα σύναψη της μίσθωσης με τους προηγούμενους όρους της. Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής και επέλευσης της έννομης συνέπειάς της, είναι: α) μίσθωση ορισμένου χρόνου, β) παρέλευση συμβατικής διάρκειας, γ) εξακολούθηση χρησιμοποίησης του μισθίου από το μισθωτή, δ) γνώση της χρησιμοποίησης και έλλειψη εναντίωσης εκ μέρους του εκμισθωτή. Ως εναντίωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται η δήλωση του εκμισθωτή, ότι δεν στέργει στη συνέχιση της μίσθωσης (ΑΠ 62/2014). Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, αρκεί να προκύπτει από αυτήν η βούληση του εκμισθωτή, ότι δεν δέχεται την εξακολούθηση της μίσθωσης είτε γενικώς, είτε με τους ίδιους όρους (ΑΠ 671/2019).
Από όλα τα νόμιμα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, από την ανωμοτί κατάθεση της εκκαλούσας που περιέχεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, από την υπ΄αριθμ……………../2-11-2022 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά ……………, που προσκομίζει η ενάγουσα κατόπιν νόμιμης κι εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγόμενης, από τις φωτογραφίες η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε (άρθρα 444 παρ. 1 στ’. γ’, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ) και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι είναι εξ αδιαιρέτου συγκύριες, ήτοι η ενάγουσα σε ποσοστό 1/3 και η εναγόμενη σε ποσοστό 2/3 του υπό στοιχεία Ι-1 διαμερίσματος ισογείου, αποτελούμενου από δύο κύρια δωμάτια, χωλλ, κουζίνα, οφφίς – διάδρομος και W.C., συνορευόμενου ανατολικά με είσοδο που εξυπηρετεί αποκλειστικά το διαμέρισμα αυτό και εν μέρει με αυλή, δυτικά εν μέρει με το με στοιχεία Κ-1 κατάστημα ισογείου και εν μέρει με την οδό ……., βόρεια με ιδιοκτησία ………….. και νότια εν μέρει με το με στοιχεία Κ-1 κατάστημα και εν μέρει με την οδό …….., επιφάνειας 80 τμ, ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 177/1000 εξ αδιαιρέτου, κείμενου σε πολυκατοικία, εντός οικοπέδου εκτάσεως 116,40 τμ, επί της διασταυρώσεως των οδών …………. και ……., στον Πειραιά, έχει, δε, καταχωρηθεί στα βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Πειραιά με ΚΑΕΚ ……………. Η ενάγουσα απέκτησε το προαναφερόμενο ποσοστό της επί του ακινήτου, ήτοι το 1/3 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομιά της μητέρας της ……………., η οποία απεβίωσε στις 10-3-2000 χωρίς να αφήσει διαθήκη, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……./29-6-2000 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιά ……………, νομίμως μεταγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά στον τόμο …… και με αυξ. αριθμ. …….. Η δε εναγόμενη απέκτησε το ποσοστό της επί του ακινήτου, ήτοι τα 2/3 εξ αδιαιρέτου, ως εξής: α. Ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της μητέρας της …………….., δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……/29-6-2000 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πειραιά ……………., νομίμως μεταγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά στον τόμο ….. και με αυξ. αριθμ. ….., και β. Ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου από δωρεά εν ζωή της αδελφής των διαδίκων ………………, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ………….. συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Πειραιά …………, νομίμως μεταγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά στον τόμο …. και με αυξ. αριθμ. ….. Η τελευταία, ήτοι η προαναφερόμενη αδελφή των διαδίκων, απέκτησε το ποσοστό του 1/3 εξ αδιαιρέτου, με την ίδια ως άνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς. Ακόμη το επίδικο διαμέρισμα περιήλθε στη μητέρα των διαδίκων, ………., με παράγωγο τρόπο, ήτοι με αγορά από τον ………., δυνάμει του υπ΄ αριθμ. ……./1966 πωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιά ………., νομίμως μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά, στον τόμο … και με αυξ αριθμ. …. σε συνδυασμό με το υπ΄ αριθμ. ………/28-8-1973 συμβόλαιο δωρεάς και σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών …………, νομίμως μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πειραιά στον τόμο ……. και με αυξ. αριθμό …..
Περαιτέρω, λαμβανομένων υπόψη, του εμβαδού του επίκοινου ακινήτου (80 τ.μ.), των ανωτέρω ποσοστών συγκυριότητας των διαδίκων, τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κρίνεται ότι είναι προδήλως ανέφικτη η αυτούσια διανομή του επιδίκου ακινήτου σε μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών διαδίκων, χωρίς μείωση της αξίας των μερίδων, δεδομένου ότι αυτά δεν δύνανται να έχουν λειτουργική αυτοτέλεια, ήτοι είναι αδύνατη η αξιοποίησή τους σε περίπτωση κατάτμησης του κοινού, ενώ συγχρόνως εκμηδενίζεται η αξία του, καθόσον το άθροισμά τους κατ’ αξία θα υπολείπεται κατά πολύ της συνολικής αξίας του όλου ακινήτου. Ως εκ τούτου. καθίσταται προδήλως ανέφικτη η αυτούσια διανομή του επίκοινου ακινήτου χωρίς να είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να διατάξει αποδείξεις προς τούτο (άρθρο 481 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθώς προδήλως προκύπτει ότι θα έχει ως αποτέλεσμα την ουσιώδη μείωση της αξίας του. Επομένως, θα πρέπει να διαταχθεί η διανομή του επίδικου με πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό και η διανομή του πλειστηριάσματος στις διαδίκους κατά τα μερίδια της συγκυριότητάς τους, κατ’ άρθρο 484 ΚΠολΔ, ώστε κάθε μία (διάδικος) να λάβει μέρος του τιμήματος αντίστοιχο προς το μερίδιό της, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Η εναγόμενη ισχυρίζεται με την έφεση της, αλλά και με τις προτάσεις της ότι δεν υφίσταται διαφωνία στον τρόπο διαχείρισης του επίδικου ακινήτου, καθόσον, δυνάμει του από 15-6-2017 ιδιωτικού συμφωνητικού (μισθωτήριο ιδανικού μεριδίου οριζόντιας ιδιοκτησίας – διαμερίσματος), η ενάγουσα της εκμίσθωσε το ιδανικό της μερίδιο επί του ακινήτου, για τρία έτη, αντί μηνιαίου μισθώματος 120 ευρώ. Έκτοτε, λόγω μη καταγγελίας, η μίσθωση κατέστη αορίστου χρόνου και ισχύει μέχρι σήμερα. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί κρίνονται απορριπτέοι, καθώς, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, υφίσταται εναντίωση της εκμισθώτριας – ενάγουσας για τη συνέχιση της πιο πάνω μίσθωσης. Η εναντίωση αυτή εκδηλώθηκε και με την κατάθεση των από 4-10-2021 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……………./2021) και από 1-4-2022 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ………/2022) αγωγών της ενάγουσας, εκ των οποίων, στη συνέχεια, παραιτήθηκε των δικογράφων, για τυπικούς λόγους, οπότε και κατέθεσε την υπό κρίση αγωγή. Άλλωστε, αποτελεί νόμιμο δικαίωμα της ενάγουσας να ζητήσει τη λύση της κοινωνίας, η δε τυχόν υφιστάμενη μίσθωση προστατεύεται από τις διατάξεις 614, 616 ΑΚ και 1009 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η εκκαλούσα προβάλλει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, επικαλούμενη ότι η άσκηση της υπό κρίση αγωγής, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό – κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι στο επίδικο ακίνητο διαμένει δυνάμει του προαναφερόμενου μισθωτηρίου και ότι έχει σοβαρά κινητικά προβλήματα, η αναπηρία της δε ανέρχεται σε ποσοστό 67%. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι έχει στην πλήρη κυριότητα της ένα διαμέρισμα στον πρώτο όροφο, στην ίδια οικοδομή όπου βρίσκεται το επίδικο, πλην όμως, λόγω έλλειψης ανελκυστήρα, αδυνατεί να διαμείνει σε αυτό. Ακόμη ότι η ενάγουσα, ενώ έχει γνώση των προβλημάτων υγείας της, αλλά και της υφιστάμενης μίσθωσης, επιδεικνύει με την υπό κρίση αγωγή ανήθικη και κακόπιστη συμπεριφορά. Ωστόσο, η συμπεριφορά της ενάγουσας είναι σύμφωνη με τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη. Ειδικότερα, πέραν της εναντίωσης της ενάγουσας για τη συνέχιση της μίσθωσης, η εναγόμενη δεν καταβάλει πια το συμφωνημένο μίσθωμα, επικαλούμενη ότι διαθέτει το χρηματικό ποσό των 120 μηνιαίως σε προκύπτουσες ανάγκες επισκευών που άπτονται του διαμερίσματος (βλ. προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση). Σε κάθε περίπτωση η ίδια η εναγόμενη αναφέρει ότι διαθέτει ακίνητη περιουσία (διαμέρισμα στον πρώτο όροφο της ίδιας οικοδομής), το οποίο δύναται να εκποιήσει ή εκμισθώσει, ώστε να αποκομίσει χρήματα προκειμένου να τα διαθέσει για την εξεύρεση έτερου διαμερίσματος σε ισόγειο όροφο ή σε οικοδομή με ανελκυστήρα (για μίσθωση ή αγορά). Άλλωστε, η ενάγουσα ουδόλως αδράνησε να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της (βλ. ως άνω κατάθεση αγωγών).Το γεγονός δε ότι η εναγόμενη αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας δεν δύναται να αποβεί σε βάρος των συμφερόντων της ενάγουσας, δοθέντος μάλιστα, ότι η εναγόμενη θα λάβει το μερίδιο που της αναλογεί σε χρήματα από την εκ του πλειστηριασμού πώληση του επίδικου ακινήτου, διαθέτει δε και άλλη ακίνητη περιουσία. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και των προεκτεθέντων στη νομική σκέψη, προκύπτει ότι δεν συντρέχουν κατ’ ουσία οι επικαλούμενες από την εκκαλούσα – εναγόμενη προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και συνεπώς είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ως άνω ισχυρισμός, (ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ). Επίσης, αποδείχθηκε ότι η συνολική αξία του ακινήτου, ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 78.000 ευρώ (βλ. Ε9 και εκκαθαριστικό σημείωμα που προσκομίζει η ενάγουσα). Επισημαίνεται, ότι δεν τίθεται και ζήτημα προσδιορισμού με την απόφαση της αξίας του διανεμητέου, καθώς, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων 484 παρ. 2 και 954 παρ. 1 ΚΠολΔ, η σχετική εκτίμηση γίνεται από τον δικαστικό επιμελητή ή τον πραγματογνώμονα που ο τελευταίος προσλαμβάνει κατά την κρίση του για το σκοπό αυτό (βλ. ΕφΑθ 32/2009, ΕφΑθ 3865/2002, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ 1370/1999, Αρμ ΝΓ 922, ΕφΑθ 2751/1998, ΕλλΔνη 39. 895, ΕφΑθ 10086.1990, ΕλλΔνη 33.585). Η εκτίμηση της αξίας του επιδίκου, εν προκειμένου, είναι για τον προσδιορισμό των αναγκαίων δικαστικών εξόδων, σύμφωνα και με τα όσα θα αναφερθούν στη συνέχεια της παρούσας. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ’ ουσία βάσιμη, να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠολΔ, η λύση της μεταξύ των διαδίκων κοινωνίας με την δια πλειστηριασμού πώληση του επίκοινου-επίδικου ακινήτου, έτσι ώστε η καθεμία από τις κοινωνούς να λάβει από το εκπλειστηρίασμα ποσό ανάλογο με το ιδανικό της μερίδιο, ήτοι 1/3 η ενάγουσα και 2/3 η εναγόμενη . Περαιτέρω, τα δικαστικά και εξώδικα έξοδα της δίκης περί διανομής βαρύνουν τη διενεμητέα περιουσία, συμψηφιζόμενα έτσι κατά το λόγο της συγκυριότητας των διαδίκων. Τέτοια έξοδα είναι τα αναγκαία κατά το άρθρο 189 ΚΠολΔ προς επίτευξη και περάτωση της διανομής, που έγιναν από έναν ή μερικούς διαδίκους με οποιαδήποτε ιδιότητα και αν μετείχε στη δίκη αυτός που κατέβαλε το σύνολο ή ένα μέρος τους. Στη δίκη αυτή πρέπει να καθορίζονται τα έξοδα και το ποσό που βαρύνει κάθε διάδικο. Ο καθορισμός δε της αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη αγωγής διανομής και των επ’ αυτής προτάσεων καθορίζονται με βάση την αξία της αξιούμενης με την αγωγή ιδανικής μερίδας του ενάγοντος (Εφ.Δυτ.Μακ. 11/2020, Εφ.Πατρών 173/2019, Εφ.Πειρ. 104/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι η αξία του διανεμητέου επίδικου ακινήτου, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανερχόταν στο ποσό συνολικά των 78.000 ευρώ, ενώ η αξία του ιδανικού μεριδίου κάθε διαδίκου, κατά τον ίδιο χρόνο, ανέρχεται σε 26.000 ευρώ για την ενάγουσα – εφεσίβλητη (78.000 Χ 1/3), και σε 52.000 για την εναγόμενη – εκκαλούσα (78.000 Χ 2/3). Ενόψει των προαναφερομένων, τα δικαστικά και εξώδικα έξοδα, της ενάγουσας, εκκαθαριζόμενα χωρίς κατάλογο, όσον αφορά στη διανομή του ως άνω επίδικου ακινήτου, ανήλθαν, με βάση το αντικείμενο της δίκης το δικαστικό ένσημο που κατέβαλε και τις διαδικαστικές ενέργειες, στο πρώτο βαθμό και στο δεύτερο βαθμό [(άρθρα 61, 63, 68, Παράρτημα ΙΙΙ ν. 4194/2013) (σύνταξη προτάσεων, προείσπραξη δικηγορικής αμοιβής – παράσταση] σε 1444,23 ευρώ. Τα έξοδα της εναγόμενης – εκκαλούσας (η εναγόμενη στον πρώτο βαθμό δεν υποβλήθηκε σε δικαστική δαπάνη λόγω της ερημοδικίας της) ανήλθαν σε (σύνταξη προτάσεων, προείσπραξη δικηγορικής αμοιβής – παράστασης) 892,23 ευρώ. Για αμφότερες τις διαδίκους, τα έξοδα ανήλθαν σε 2.336,46 ευρώ (1.444,23 + 892,23). Με βάση τα ποσοστό συγκυριότητας των διαδίκων επί του διανεμητέου ακινήτου η ενάγουσα βαρύνεται με το ποσό 778,82 ευρώ (2.336,46 Χ 1/3), και η εναγόμενη με το ποσό των 1.557,64 ευρώ (2.336,46 Χ 2/3). Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω, αφού η ενάγουσα κατέβαλε 665,41 ευρώ (1444,23 -778,82) επιπλέον απ’ όσα αναλογούν σ αυτήν, η εκκαλούσα – εναγόμενη πρέπει να της καταβάλει το ποσό αυτό, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση.
Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 3125/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 9-9-2022 (αριθ. καταθ. …………../2022) αγωγή.
Δέχεται την αγωγή.
Διατάσσει την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του επίκοινου ακινήτου, ήτοι του υπό στοιχεία 1-1 διαμερίσματος ισογείου, αποτελούμενου από δύο κύρια δωμάτια, χωλλ, κουζίνα, οφφίς, διάδρομο και W.C., συνορευόμενου ανατολικά με είσοδο που εξυπηρετεί αποκλειστικά το διαμέρισμα αυτό και εν μέρει με αυλή, δυτικά εν μέρει με το με στοιχεία Κ-1 κατάστημα ισογείου και εν μέρει με την οδό …., βόρεια με ιδιοκτησία ….. και νότια εν μέρει με το με στοιχεία Κ-1 κατάστημα και εν μέρει με την οδό ….., με επιφάνεια 80 τ.μ., ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 177/1000 εξ αδιαιρέτου, κείμενου σε πολυκατοικία, εντός οικοπέδου εκτάσεως 116,40 τμ, επί της διασταυρώσεως των οδών ………….. και …………., στον Πειραιά Αττικής, καταχωρηθέν στα βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Πειραιά με ΚΑΕΚ ……………., όπως ειδικότερα περιγράφεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Διατάσσει τη διανομή του πλειστηριάσματος κατά τον λόγο της μερίδας εκάστης των διαδίκων, ήτοι κατά ποσοστό 1/3 για την ενάγουσα – εφεσίβλητη και 2/3 για την εναγόμενη – εκκαλούσα.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της διανεμητέας περιουσίας και υποχρεώνει την εκκαλούσα – εναγόμενη να καταβάλλει στην ενάγουσα – εφεσίβλητη το ποσό των εξακοσίων εξήντα πέντε ευρώ και σαράντα ενός λεπτών (665,41), σύμφωνα με το ποσοστό της μερίδας εκάστης εξ αυτών.
Διατάσσει την επιστροφή στην εκκαλούσα του καταβληθέντος από αυτή παραβόλου.
Kρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στον Πειραιά, στις 1 Ιουλίου 2026.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ H ΓPAMMATEAΣ