Αριθμός 346 /2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Τμήμα 2ο
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Πανταζή, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Κ.Σ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……………., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : Υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσας εταιρείας με την επωνυμία «……………», η οποία εδρεύει στον Πειραιά (οδός ………..), με ΑΦΜ ………….. (ΔΟ.Υ. ΦΑΕ Πειραιά) και εκπροσωπείται νόμιμα από την διορισθείσα εκκαθαρίστρια Δέσποινα Στειροπούλου του Νικολάου, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσιά της δικηγόρο Ξανθή Μπασιούκα [Σταύρος Ο. Χούρσογλου & Συνεργάτες].
ΚΑΘ΄ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΚΚΑΛΟΥΣΩΝ: 1) Λυθείσης ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…………» και τον διακριτικό τίτλο «…………», η οποία εδρεύει στη …. (οδός ……….) με ΑΦΜ …. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ………., κατοίκου …. (………..) με ΑΦΜ ….., ως ομόρρυθμη εταίρος της πρώτης καθ΄ ης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιό τους δικηγόρο Νικόλαο Μπάστα.
Η καλούσα-εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την υπ΄ αριθμ. εκθ. καταθ. ……../2015 αγωγή της, η οποία με την από 3.7.2017 και υπ΄ αριθμ. εκθ. καταθ. …………../2017 αίτηση-κλήση εισήχθη για συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και, συζητήσεως γενομένης επ΄αυτής, εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ. 696/2018 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι εναγόμενες και ήδη καθ΄ων η κλήση-εκκαλούσες με την από 25.5.2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ ΠΡΩΤ ………/2018-ΓΑΚ/ΕΑΚ ΕΦΕΤ …………./2018) έφεσή τους, της οποίας δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά η 4η.4.2019 και μετά από αναβολή, η 20η.2.2020, οπότε, συζητήσεως γενομένης, εκδόθηκε η υπ΄ αριθμ 544/2020 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που κήρυξε απαράδεκτη της συζήτηση της προαναφερόμενης εφέσεως.
Με την, κατατεθείσα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, από 10.5.2024 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …………./2024) κλήση της καλούσας εφεσίβλητης η προκειμένη υπόθεση επανεισήχθη προς συζήτηση στο ακροατήριο αυτού αρχικά στη δικάσιμο της 9ης.1.2025, μετά δε από αναβολή στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού έλαβαν διαδοχικά τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Μετά την έκδοση της υπ’αριθμ. 544/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 25-5-2018 (Γ.Α.Κ. …../2018 και Ε.Α.Κ. …./2018), έφεσης 1)της εδρεύουσας στη …. και ήδη λυθείσας ετερόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία «………..» και 2) ………., που στρέφεται κατά της εδρεύουσας στον Πειραιά και νόμιμα εκπροσωπούμενης, υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσας εταιρείας, με την επωνυμία «…………….» και κατά της υπ’αριθμ. 696/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, νόμιμα, ήδη, επαναφέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η έφεση αυτή, με την από 10-5-2024 (Γ.Α.Κ. …./2024 και Ε.Α.Κ. ……/2024) κλήση της ως άνω υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας, αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε, αρχικά, η 9-1-2025 και μετά από αναβολή, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Η υπό κρίση έφεση κατά της με αριθμ. 696/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατ’ άρθρο 239§4 του Ν. 4364/2016, επί της από 15-6-2015 με αριθμ. κατάθ……../2015 αγωγής της ήδη εφεσίβλητης, υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, προ πάσης επιδόσεως, από τις ηττηθείσες εναγόμενες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 144, 495§§1 και 2, 511, 513§1 εδ. β΄, 516§1, 517, 518§2 και 520 ΚΠολΔ.Είναι, συνεπώς, παραδεκτή, αφού, ναι μεν η διάταξη του άρθρ. 699 ΚΠολΔ απαγορεύει την άσκηση ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, η απαγόρευση, όμως, αυτή δεν ισχύει όταν δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων, αλλά για αποφάσεις που λύνουν οριστικά τη διαφορά σε υποθέσεις, που για λόγους ταχύτητας και μόνον παραπέμφθηκαν στη διαδικασία των άρθρ. 686 επ. του ΚΠολΔ προς οριστική επίλυση, όπως είναι και η παρούσα υπόθεση, στο πλαίσιο της οποίας, κατ’ άρθρο 239§4 του Ν. 4364/2016, που ορίζει ήδη ως εφαρμοστέα τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, τέμνεται οριστικά, κατά τη διαδικασία αυτή, η διαφορά ως προς την οφειλή και το ποσό της. Βέβαια με ρητή διάταξη μπορεί και στις υποθέσεις αυτές να αποκλεισθεί η άσκηση ένδικων μέσων, με δεδομένο ότι η άσκησή τους δεν έχει συνταγματική κατοχύρωση, αφού, ναι μεν το άρθρ. 20§1 του Συντάγματος επιβάλλει στην Πολιτεία την υποχρέωση παροχής στους πολίτες ένδικης έννομης προστασίας προς επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους, αναγνωρίζοντας σ’ αυτούς αντίστοιχο δημόσιο δικαίωμα, όμως, στο νομοθέτη εναπόκειται, κατ’ αρχάς, να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας, με την οποία η υπόθεση δικάζεται, ενώ το ίδιο ισχύει και στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ (κύρωση με το ν.δ. 53/1974), που αναγνωρίζει μεν με το άρθρ. 6§1 το δικαίωμα στα πρόσωπα για δικαστική επίλυση των ιδιωτικών διαφορών τους σε συνθήκες δίκαιης δίκης, στην έννοια, όμως, αυτής δεν περιλαμβάνεται και η πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων (πρβλ. ΑΠ 1765/2017, ΑΠ 579/2017, ΑΠ 287/2016 δημοσιευμένες στη Νόμος, ΜονΕφΠειρ 362/2019, ΜονΕφΠειρ 328/2019, ΜονΕφΠειρ 483/2018 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιά). Επομένως, εφόσον κατατέθηκε από τους εκκαλούντες στο δημόσιο ταμείο το απαιτούμενο παράβολο των εκατό (100) ευρώ για την άσκηση αυτής (βλ. άρθρο 495§3 Α περ. β΄ ΚΠολΔ), η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, κατά την ίδια πιο πάνω διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, που εφαρμόσθηκε και στον πρώτο βαθμό, κατ’ άρθρο 239§4 του ν. 4364/2016, σε συνδυασμό με το άρθρο 591§7 του ΚΠολΔ (βλ. σχετ. ΜονΕφΠειρ 362/2019 ό.π.), για να κριθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολ).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται με μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές, είτε με κατάθεση σε προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό. Γι’ αυτό, σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 Π.Κ. (ΑΠ 2039/2014 Δημοσίευση Νόμος, ΑΠ 828/2012 Ποιν Δημοσίευση Νόμος, ΜονΕφΠειρ 362/2019 ό.π., ΜονΕφΑθ 627/2016 Δημοσίευση Νόμος), ως και ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά και νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, δηλαδή για λογαριασμό του, την οποία, εξουσία μπορεί να έλκει είτε από το νόμο είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται και από τη δημιουργία απλώς μιας πραγματικής κατάστασης. Με την έννοια αυτή, εάν η πράξη τελέσθηκε από εντολή διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσης, στην εντολή εμπεριέχεται και η διαχείριση. Ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής, εάν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 828/2012, ΑΠ 518/2010 δημοσίευση Νόμος, ΜονΕφΠειρ 362/2019 ό.π.). Χρόνος δε τέλεσης της πράξης της άδικης πράξης της υπεξαίρεσης, θεωρείται κατά το άρθρο 17 του ΠΚ, εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης εκδήλωσε την πρόθεσή του να ενσωματώσει τα χρήματα στην περιουσία του (ΑΠ 464/2017 ό.π., ΑΠ 60/2017 ό.π., ΑΠ 3/2011, ΑΠ 941/2010, ΑΠ 346/2009, ΑΠ 1475/2009 δημοσίευση Νόμος). Δεν συνιστά, όμως, υπεξαίρεση και γενικότερα αδικοπραξία η μη απόδοση χρημάτων, τα οποία δεν εισπράχθηκαν από τον εναγόμενο και τα οποία ο υπόχρεος όφειλε να τα εισπράξει, ακόμη και αν κατά τη συμφωνία των μερών ενέχεται να καταβάλει τα μη εισπραχθέντα εξ ιδίων, διότι αυτά δεν υπήρξαν “οπωσδήποτε περιελθόντα” σ’ αυτόν και συνεπώς δεν τα ιδιοποιήθηκε (ΑΠ 2039/2014 ό.π.). Πρέπει να σημειωθεί ότι, ναι μεν στο άρθρο 3§1 του Π.Δ. 298/1986 ορίζεται ότι τ’ ασφάλιστρα, που εισπράττει ο ασφαλιστικός πράκτορας, θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται αυτός ως θεματοφύλακας, πλην όμως, η πρόσθετη αυτή ευθύνη του ασφαλιστικού πράκτορα, κατά το χρόνο, που έχει στην κατοχή του τα ασφάλιστρα που εισέπραξε για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, δεν αναιρεί την ιδιότητα αυτού ως εντολοδόχου της ασφαλιστικής επιχείρησης, ως προς την είσπραξη για λογαριασμό αυτής και την απόδοση από αυτόν των ασφαλίστρων, αφού τέτοια υποχρέωση ως θεματοφύλακα μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα και επί κοινής εντολής ως μέρος της κύριας ευθύνης του εντολοδόχου (ΑΠ 867/2014 δημοσίευση Νόμος, ΑΠ 828/2012 ό.π., ΤριμΕφΠειρ 394/2018 δημοσίευση Ιστοσελ.ΕφΠειρ., ΜονΕφΠειρ 362/2019 ό.π.). Η σχέση, δηλαδή, που συνδέει τον ασφαλιστικό πράκτορα με την ασφαλιστική επιχείρηση, φέρει χαρακτήρα μικτής σύμβασης, η δε σύμβαση παρακαταθήκης έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε και η υποχρέωση για φύλαξη και απόδοση των ασφαλίστρων είναι αναγκαία συνέπεια της κυρίας (πρακτορειακής) σύμβασης. Κατά συνέπεια, για την ποινική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του ασφαλιστικού πράκτορα κρίσιμη είναι, όχι η ιδιότητα του θεματοφύλακα, αλλά η ιδιότητα του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, την οποία έχει αποκτήσει βάσει της κύριας πρακτορειακής σύμβασης και στην οποία έχουν εφαρμογή, αφού ο ασφαλιστικός πράκτορας αποτελεί μορφή εμπορικού αντιπροσώπου, οι διατάξεις των άρθρων 90 επ. του ΕμπΝ και 713 επ. ΑΚ (ΑΠ 3/2011, ΑΠ 1711/2010, ΑΠ 941/2010 δημοσίευση Νόμος, ΑΠ 282/2010 ό.π., ΑΠ 1382/2010, ΑΠ 518/2010, ΑΠ 1320/2010, ΑΠ 346/2009, ΑΠ 1490/2008, ΑΠ 1799/2008 δημοσίευση Νόμος, ΤριμΕφΠειρ 394/2018 ό.π., ΜονΕφΠειρ 362/2019 ό.π., ΣυμβΕφΘεσ 715/2015, ΣυμβΕφΠειρ 167/2013 δημοσίευση Νόμος, ΣυμβΕφΠειρ 262/2011 ό.π.). Κατά τη διάταξη, δε, του άρθρου 1 του Ν. 1569/1985 «περί διαμεσολαβήσεως στις συμβάσεις ασφαλίσεως κ.λπ.», όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 2496/1997 «περί ασφαλιστικής σύμβασης, τροποποιήσεων της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλων διατάξεων», «Διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ασκούν οι ασφαλιστικοί πράκτορες, οι μεσίτες ασφαλίσεων, οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι, οι συντελεστές ασφαλιστικών συμβούλων, καθώς και οι ασφαλιστικοί υπάλληλοι». Σύμφωνα δε, με τις διατάξεις των άρθρων 2§1 και 4§1 του ίδιου πιο πάνω νόμου, που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά τη δημοσίευση του Ν. 2496/1997, «Ασφαλιστικός πράκτορας είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμήθειας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσότερων επιχειρήσεων. Ο ασφαλιστικός πράκτορας παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει, προσυπογράφει ή συνάπτει ο ίδιος … ως αντιπρόσωπος ασφαλιστικές συμβάσεις. Τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και οι αρμοδιότητες των ασφαλιστικών πρακτόρων καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση, ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και στην ασφαλιστική επιχείρηση, που προτίθεται να πρακτορεύει (πρακτορική σύμβαση). Αντίγραφο της σύμβασης πρακτορείας, υποβάλλεται από την ασφαλιστική επιχείρηση στο Υπουργείο Ανάπτυξης» (ΤριμΕφΠειρ 394/2018 ό.π., ΜονΕφΠειρ 362/2019 ό.π., ΜονΕφΠειρ 671/2018 Δημοσίευση Ιστοσελ.ΕφΠειρ., ΜονΕφΑθ 627/2016, ΕΑ 1932/2011, ΕφΑθ 1114/2014, ΕφΑθ 4753/2014, ΕΑ 691/2011 Δημοσίευση Νόμος). Με τη διάταξη, δε, της §1 του άρθρου 2 του ΠΔ 298/1986 «περί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ασφαλιστικών πρακτόρων κ.λπ.» καθορίζεται το ελάχιστο υποχρεωτικό περιεχόμενο της σύμβασης πρακτόρευσης και επί πλέον ορίζεται ότι αυτή, που δεν εκπληρώνει τις παραπάνω προϋποθέσεις, είναι άκυρη, διότι η σύμβαση πρακτόρευσης υποβάλλεται εντός μηνός από την κατάρτισή της στο Υπουργείο Ανάπτυξης και στην, κατά τόπο, αρμόδια Επιτροπή Πρακτόρων αντίστοιχα, ενώ με το άρθρο 3 του ιδίου πιο πάνω ΠΔ ορίζεται: «Ο ασφαλιστικός πράκτορας φροντίζει για την είσπραξη των ασφαλίστρων, τα ασφάλιστρα, δε, που εισπράττει θεωρούνται παρακαταθήκη και ο ίδιος ευθύνεται ως θεματοφύλακας. Στο πρώτο δεκαήμερο κάθε διμήνου ο πράκτορας αποδίδει προς την ασφαλιστική επιχείρηση αναλυτικό λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και της εν γένει διαχείρισης του προηγούμενου διμήνου και της καταβάλλει κάθε πλεόνασμα. Εάν το παραπάνω πλεόνασμα δεν έχει καταβληθεί μέχρι το τέλος του μήνα, κατά τον οποίο πρέπει να αποδοθεί ο αναλυτικός λογαριασμός, οι απαιτήσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζεται ο νόμιμος τόκος υπερημερίας (ΜονΕφΠειρ 362/2019 ό.π., ΕΑ 1114/2014 ό.π., ΕΑ 4753/2014 ό.π., ΕΑ 1932/2011 ό.π., ΕΑ 692/2011 ό.π., ΕΑ 189/2009, ΕΑ 313/2005 Νόμος). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 822 Α.Κ., σύμβαση παρακαταθήκης είναι η σύμβαση εκείνη, δυνάμει της οποίας ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάει, με την υποχρέωση να το αποδώσει αυτούσιο όταν του ζητηθεί. Η σύμβαση αυτή συνάπτεται ατύπως για κατ’ είδος ορισμένα κινητά πράγματα ως και αντικαταστατά πράγματα, ενώ, συνήθως, το καθήκον φύλαξης, που αποτελεί και τη βασική συμβατική υποχρέωση του θεματοφύλακα, επεκτείνεται και στο περιεχόμενο του κινητού πράγματος. Όπως, δε, προκύπτει από τη ρύθμιση των διατάξεων των άρθρων 822 επ. Α.Κ., για την εγκυρότητα της σύμβασης παρακαταθήκης δεν απαιτείται η ύπαρξη κυριότητας του παρακαταθέτη επί του διδόμενου για παρακαταθήκη πράγματος (ΑΠ 173/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΤριμΕφΠειρ 394/2018 ό.π., ΜονΕφΠειρ 362/2019 ό.π., ΕΑ 1114/2014, ΕΑ 692/2011 δημοσίευση Νόμος). Επομένως, για το ορισμένο της αγωγής του παρακαταθέτη κατά του θεματοφύλακα προς απόδοση των παρακατατεθέντων πραγμάτων δεν απαιτείται να εκτίθενται σε αυτήν τα στοιχεία που καθιστούν τον παρακαταθέτη κύριο των παρακατατεθέντων πραγμάτων (ΑΠ 647/2017 δημοσίευση Νόμος). Επίσης, από τις ανωτέρω διατάξεις του ίδιου π.δ. 298/1986, συνάγεται ότι μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ρυθμίζονται με τη σύμβαση μεταξύ ασφαλιστικής επιχείρησης και ασφαλιστικού πράκτορα μπορεί να είναι και η είσπραξη από τον ασφαλιστικό πράκτορα των ασφαλίστρων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και ο καθορισμός του τρόπου και χρόνου απόδοσης των ασφαλίστρων στην ασφαλιστική επιχείρηση, οπότε ο ασφαλιστικός πράκτορας ως προς την είσπραξη των ασφαλίστρων για λογαριασμό της ασφαλιστικής επιχείρησης και την απόδοση αυτών σε αυτή, κατά το συμφωνηθέντα χρόνο, επέχει, έναντι της επιχείρησης, η οποία του δίδει την εντολή, θέση εντολοδόχου (ΜονΕφΠειρ 362/2019 ό.π.).Τέλος, κατά τις διατάξεις των §§4 και 5 του άρθρου 239 του Ν. 4364/2016, «4. Αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών εισάγονται και εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. 5. Εκκρεμείς διαφορές στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εισάγονται, με κλήση οποιουδήποτε νομιμοποιουμένου, στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης ανεξάρτητα από το ποσό.». Ο λόγος της ρύθμισης αυτής, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, έγκειται στην ανάγκη για “συντόμευση των δικαστικών εκκρεμοτήτων και τη διευκόλυνση της περάτωσης της εκκαθάρισης” (ΜονΕφΠειρ 290/2019 δημοσίευση Ιστοσελ.ΕφΠειρ).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 15-6-2015 και με αριθμ. κατάθ.δικογρ…./2015 (ΓΑΚ …../2015) αγωγή της, η οποία εισήχθη προς συζήτηση κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την από 3-7-2017 αίτηση-κλήση της, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, ήδη εφεσίβλητη, τεθείσα υπό ασφαλιστική εκκαθάριση εξέθετε ότι με την με αριθμ. ……./14-3-2008 έγγραφη σύμβαση πρακτορείας, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «………….», η τελευταία. ανέλαβε να διαμεσολαβεί αντί προμήθειας για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων με τρίτους και να εισπράττει για λογαριασμό της τα ασφάλιστρα των συναπτόμενων συμβάσεων. Ότι κατά την ως άνω σύμβαση, τα ασφάλιστρα που θα εισέπραττε η πρώτη εναγόμενη, όσον αφορά τις ασφαλιστικές συμβάσεις που θα καταρτίζονταν με τη διαμεσολάβησή της, θεωρούνταν παρακαταθήκη και η τελευταία ευθυνόταν ως θεματοφύλακας, σύμφωνα με το άρθρο 3§1 του π.δ. 298/1986. Ότι, κατά την ίδια σύμβαση, η πρώτη εναγόμενη είχε την υποχρέωση κάθε τρίμηνο να εξοφλεί την παραγωγή, που είχε πραγματοποιήσει αφαιρουμένων των αναλογουσών προμηθειών. ΄Ότι επίσης είχε την υποχρέωση να αποστέλλει για ακύρωση μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία παραλαβής τους τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, που δεν έχουν παραληφθεί από τους ασφαλισμένους ή αυτά των οποίων δεν έχουν εισπραχθεί τα ασφάλιστρα, συνοδευόμενα από τις σχετικές αποδείξεις ασφαλίστρων και από την επιστολή του πράκτορα, με την οποία θα βεβαιώνει ότι ειδοποίησε τον ασφαλισμένο για την ακύρωση και θα αναφέρει τους λόγους της μη είσπραξης των ασφαλίστρων και τη μη ύπαρξη αναγγελίας ζημίας και, σε περίπτωση μη επιστροφής των συμβολαίων προς ακύρωση, ο πράκτορας υποχρεούται στην απόδοση των ασφαλίστρων. Ότι, περαιτέρω με την ίδια παραπάνω σύμβαση, η πρώτη εναγομένη, θα εισέπραττε, για την εκτέλεση των εργασιών, που της είχαν ανατεθεί, προμήθεια επί των καθαρών ασφαλίστρων ανά κλάδο ασφάλισης. ΄Ότι δυνάμει της με αριθμ……../25-1-2010 τροποποιητικής σύμβασης πρακτόρευσης, τροποποιήθηκε η αρχική ως άνω σύμβαση, λόγω αλλαγής επωνυμίας της εταιρείας από «………….» σε «…………..» και με τον διακριτικό τίτλο «……….» και ήδη πρώτη εναγόμενη και, αντικατάστασης του νομίμου εκπροσώπου ……….. από την …………., ήδη, δεύτερη εναγόμενη. ΄Ότι η πρώτη εναγόμενη, με βάση τις αναλυτικές καταστάσεις της ενάγουσας, τις οποίες ενσωματώνει στην αγωγή της οφείλει να της καταβάλλει το συνολικό ποσό των 141.729,66 ευρώ, εις ολόκληρον με την δεύτερη εναγόμενη, η οποία είναι ομόρρυθμη εταίρος της. Με βάση το πιο πάνω ιστορικό, στηριζόμενη στις αναλυτικές καταστάσεις, τις οποίες ενσωματώνει στην αγωγή της, η ενάγουσα, ύστερα από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζητούσε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες, υποχρεούνται να της καταβάλλουν εις ολόκληρον, το ποσό των 141.729,66 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 2-4-2011, άλλως από την επομένη επίδοσης της κρινόμενης αγωγής μέχρι την εξόφληση, επικαλούμενη τη σύμβαση πρακτορείας και παρακαταθήκης, καθώς και τις διατάξεις περί αδικοπραξίας (υπεξαίρεσης) των εναγόμενων, άλλως τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την εκκαλουμένη, με αριθμ. 696/2018 οριστική απόφασή του, η οποία εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατ’ άρθρο 239§4 του Ν. 4364/2016, μετά από συζήτηση που έγινε, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, αφού έκρινε ότι η εν λόγω αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, κατά τις βάσεις της περί ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης και περιέχει όλα τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ στοιχεία, που θεμελιώνουν τη νομική και ιστορική βάση της, απορρίπτοντας την επικουρική βάση της περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως νομικά αβάσιμη, διότι, όπως έκρινε, ως προς την ως άνω σωρευόμενη επικουρική βάση στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία (ΑΠ493/2010, ΑΠ2019/2007), έκανε δεκτή την αγωγή, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενες οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρον στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 141.729,66 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ηττηθείσες εναγόμενες και ήδη, εκκαλούσες, με την υπό κρίση έφεση, για τους αναφερομένους λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ζητούν, δε, να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111§2, 118 εδ. 4, 216§1 και 335 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής, πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, καθώς και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία, δε, αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 101/2018, ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 1312/2015 δημοσίευση Νόμος). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, συντρέχει αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο κανόνας αυτός προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, κρίνοντας αντιστοίχως μη στηριζόμενη στο νόμο ή νόμιμη αγωγή (ΑΠ 419/2018 ό.π., ΑΠ 101/2018 ό.π., ΑΠ 1424/2017 δημοσίευση Νόμος, ΑΠ 1152/2017 ό.π.). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 419/2018 ό.π., ΑΠ 1152/2017 ό.π.). Σε περίπτωση αγωγής απόδοσης μη καταβληθέντων ασφαλίστρων, θα πρέπει να εμπεριέχονται τα ακόλουθα στοιχεία, που θεμελιώνουν την απαίτηση της ασφαλιστικής εταιρείας και που καθιστούν εφικτό για τον Δικαστή, το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης.΄Ετσι, απαιτείται στα πινάκια ασφαλιστηρίων συμβολαίων που ενσωματώνονται στην επίδικη αγωγή (τα πινάκια ανείσπρακτων ασφαλίστρων) να εξειδικεύονται τα προσδιοριστικά στοιχεία κάθε ανείσπρακτου συμβολαίου, ήτοι ο αριθμός συμβολαίου, η απόδειξη είσπραξης ασφαλίστρων, το ονοματεπώνυμο του δικαιούχου πελάτη, η ημερομηνία έναρξης και λήξης της ασφαλιστικής σύμβασης, το είδος της ασφάλισης, το ποσό των οφειλόμενων ασφαλίστρων, καθώς και εκείνο της δικαιούμενης προμήθειας. Στην υπό κρίση περίπτωση, η αγωγή είναι απολύτως σαφής και ορισμένη, καθώς προσδιορίζονται αναλυτικά όλα τα ανωτέρω στοιχεία, δηλαδή: Το είδος ασφάλισης, ήτοι, αν αφορά σε ασφάλιση αυτοκινήτου, πυρός, λοιπών ζημιών, γενικής αστικής ευθύνης ή/και σκαφών (σελ. 97, 99 και 100 του πίνακα ανείσπρακτων ασφαλίστρων).-Ο αριθμός συμβολαίου, στην πρώτη στήλη του πίνακα, με ένδειξη «συμβόλαιο». -Η απόδειξη είσπραξης ασφαλίστρων, στη δεύτερη στήλη, με ένδειξη «απόδειξη». -Το ονοματεπώνυμο του δικαιούχου πελάτη, στην όγδοη στήλη, με ένδειξη «πελάτης». -Η ημερομηνία έναρξης και λήξης της ασφαλιστικής σύμβασης, στην έκτη και έβδομη στήλη, με ένδειξη «έναρξη» και «λήξη»,-Το ποσό των οφειλομένων ασφαλίστρων, στη δέκατη τρίτη στήλη, με την ένδειξη «υπόλοιπο», και-Το ποσό της δικαιουμένης προμήθειας, στην ενδέκατη στήλη, με την ένδειξη «προμήθεια».–Πέραν των ανωτέρω, επιπροσθέτως και πλεοναστικώς προσδιορίζονται και τα ακόλουθα στοιχεία:-Το είδος της ασφαλιστικής πράξης, στην τρίτη στήλη, με την ένδειξη «είδος»,-Ο αριθμός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου (στις ασφαλίσεις αυτοκινήτων), στην τέταρτη στήλη, με ένδειξη «χαρακτηριστικό»,-Η ημερομηνία έκδοσης του συμβολαίου ή της πρόσθετης πράξης, στην πέμπτη στήλη, με την ένδειξη «έκδοση»,-Τα μικτά ασφάλιστρα, στην ένατη στήλη, με την ένδειξη «μικτά».-Τα καθαρά ασφάλιστρα, στη δέκατη στήλη, με την ένδειξη «καθαρά», και -Ο τυχόν εισπραττόμενος φόρος ασφαλίστρων, στην δωδέκατη στήλη, με την ένδειξη «φόρος».–Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει η σαφής και ορισμένη αποτύπωση όλων των απαιτουμένων προσδιοριστικών στοιχείων της απαίτησης της εφεσίβλητης και της ασκηθείσας αγωγής της, ενώ ουδόλως απαιτείτο να αποτυπώσει η ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητη, όλη την κίνηση του μεταξύ τους λογαριασμού από της ενάρξεως της συνεργασίας τους, ούτε την ανάλυση των επιμέρους καταβολών. Επομένως, ορθώς η εκκαλουμένη θεώρησε την αγωγή σαφή και ορισμένη, καθώς ουδεμία αμφιβολία γεννάται ως προς το αιτούμενο ποσό των 141.729,66 ευρώ. Πρέπει, επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης της ως αβάσιμος να απορριφθεί.
Από την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων των διαδίκων (ένας από κάθε πλευρά), που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και οι καταθέσεις τους περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της με αριθμ………../14-3-2008 έγγραφης σύμβασης πρακτορείας που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας, ήδη, εφεσίβλητης και της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «………………», η τελευταία ανέλαβε να διαμεσολαβεί αντί προμήθειας για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων με τρίτους και εισπράττει για λογαριασμό της τα ασφάλιστρα των συναπτόμενων συμβάσεων. Ειδικότερα, η ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «…………..», ανέλαβε την υποχρέωση να διαπραγματεύεται, μέσα στο πλαίσιο των εκάστοτε οδηγιών της εφεσίβλητης και στο όνομά της ασφαλιστικές εργασίες, που αφορούσαν όλους τους κλάδους ασφάλισης, που αυτή ασκούσε, παραλαμβάνοντας τις αιτήσεις (προτάσεις) αυτών, που επιθυμούσαν να ασφαλιστούν και διαβιβάζοντάς τις εν συνεχεία στην εφεσίβλητη, η οποία διατηρούσε σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα να αποδεχθεί ή να απορρίψει αυτές. Παράλληλα, ως πράκτορας, όφειλε να μεριμνά για την είσπραξη των ασφαλίστρων παραγωγής της μέσα στις προθεσμίες, που προβλέπονται στην ίδια ως άνω σύμβαση και στους όρους 7,8, 9 και 10. Σε κάθε περίπτωση κάθε τρίμηνο ο συνεργάτης έχει υποχρέωση να εξοφλεί την παραγωγή, που έχει πραγματοποιήσει ενώ τα ασφάλιστρα που εισπράττει ο πράκτορας θεωρούνται παρακαταθήκη, για τα οποία αυτός ευθύνεται, ως θεματοφύλακας. Δυνάμει της με αριθμ…………./25-1-2010 τροποποιητικής σύμβασης πρακτόρευσης, τροποποιήθηκε η αρχική ως άνω σύμβαση, λόγω αλλαγής επωνυμίας της εταιρείας από «…………» σε «………….» και με τον διακριτικό τίτλο «……….» και ήδη πρώτη εναγόμενη και αντικατάστασης του νόμιμου εκπροσώπου ………. από την …………., δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, ενώ οι όροι συνεργασίας παρέμειναν ως είχαν με την αρχική σύμβαση. Η εν λόγω σύμβαση με το άνω περιεχόμενο λειτούργησε μέχρι την 2-4-2011, καθ’όσον δυνάμει της υπ’αριθμ. 7/ΘΈΜΑ 9/29-0302011 απόφασης της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής ασφάλισης, ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της και ετέθη σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Εν συνεχεία, δυνάμει της 2998/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διορίστηκε ο ορκωτός λογιστής, …….. του Δημητρίου, ως εκκαθαριστής, η θητεία του οποίου ανανεώθηκε μέχρι την 30-6-2016, δυνάμει της 219/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιά, οπότε και έληξε αυτοδικαίως και, από την 1-7-2016, ασφαλιστικός εκκαθαριστής διορίστηκε ο …………. και εν συνεχεία, με την 208/29-11-2016 απόφαση της ΕΠΑΘ, διορίστηκε ως εκκαθαριστής, η ……….. Η πρώτη εναγόμενη, ήδη πρώτη εκκαλούσα, αν και εισέπραξε κατά το διάστημα της συνεργασίας της με την ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητη για την σύναψη των καταρτισθέντων με την διαμεσολάβησή της, επ’ονόματι και για λογαριασμό της ενάγουσας, ήδη εφεσίβλητης, ασφαλιστηρίων συμβολαίων, το ποσό των 141.729,66 ευρώ, δεν της το απέδωσε, ως όφειλε, από την μεταξύ τους σύμβαση, αλλά αντίθετα, το ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία της, ενώ επίσης, το ανωτέρω ποσό οφείλει και η δεύτερη εναγόμενη, ήδη δεύτερη εκκαλούσα, ως ομόρρυθμη εταίρος της πρώτης εναγόμενης, ήδη πρώτης εκκαλούσας, ευθυνόμενη εις ολόκληρον, κατ’άρθρ.22 ΕΝ. Με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, οι εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη κακώς απέρριψε την ένσταση εξόφλησης του αγωγικού τους αιτήματος, ισχυριζόμενες ότι από τις 1-6-2010 έως την λύση της συνεργασίας τους, είχαν προβεί σε καταβολές, συνολικού ύψους 472.163,86 ευρώ, με τις οποίες εξοφλήθηκε ολοσχερώς το αιτούμενο ποσό. Την ψέγει, δε, διότι θεώρησε ότι δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα της ένστασης ελλείψει ύπαρξης εξοφλητικής απόδειξης. Πέραν του ότι ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης προβάλλεται όλως αορίστως, καθώς καθώς δεν αναλύονται οι επιμέρους καταβολές, ορθώς απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη, η σχετική ένσταση εξόφλησης, καθώς η αγωγική απαίτηση ουδόλως εξοφλήθηκε. Το ποσό, το οποίο επικαλούνται οι εκκαλούσες, δεν αφορά στα ανείσπρακτα συμβόλαια της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, ως έχουν αποτυπωθεί στην αγωγή. Το αιτούμενο από την ενάγουσα, ήδη, εφεσίβλητη ποσό προκύπτει, ιδίως, από σωρεία άλλων εγγράφων και συγκεκριμένα, τον πίνακα ανείσπρακτων ασφαλίστρων, που επισυνάπτεται στην αγωγή, το αντίγραφο της κατάστασης απογραφής για την περίοδο από 1-1-2011 έως 31-3-2011, αλλά και το ισοζύγιο της περιόδου Μαρτίου 2015. Εξάλλου, οι εναγόμενες, ήδη εκκαλούσες ουδέποτε αμφισβήτησαν το αιτούμενο ποσό (ασκώντας το συμβατικό δικαίωμά τους εναντίωσης, με μια απλή, έστω, επιστολή) όταν η εφεσίβλητη τους απέστειλε είτε τα μηνιαία εκκαθαριστικά σημειώματα, είτε τους σχετικούς λογαριασμούς συνεργάτη, όπου αποτυπώνονταν αναλυτικά οι καταβολές τους (είτε σε μετρητά είτε μέσω της παράδοσης επιταγών). Ήδη, από τον, επισυναπτόμενο στην αγωγή, πίνακα ανείσπρακτων συμβολαίων, προκύπτει η καλοπιστία της εφεσίβλητης, με την αφαίρεση ποσού, ύψους 36.304,16€, το οποίο αναγράφεται χειρόγραφα στο σώμα της κατάστασης των ανείσπρακτων ασφαλίστρων, για την χρονική περίοδο από 1-6-2010 έως 31-3-2015 και έχει αφαιρεθεί από τη συνολική απαίτηση της εφεσίβλητης εταιρίας, ως έναντι καταβολή από πλευράς των εκκαλουσών. Το βάσιμο και εκκαθαρισμένο του ως άνω ποσού προκύπτει και αποδεικνύεται και από την κατάθεση της μάρτυρος της εναγόμενης και ήδη, εφεσίβλητης, ………….., ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και από την υπ’αριθμ. ………./17-9-2025 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, ……… (η εξέτασή της νομίμως γνωστοποιήθηκε στους αντιδίκους της, ως αποδεικνύεται από την υπ’αριθμ. …………-9-2025 έκθεση επίδοσης του Δικ. Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …….). Κατά συνέπεια, και ο δεύτερος λόγος της έφεσης θα πρέπει ως κατ’ουσίαν αβάσιμος να απορριφθεί.
Με τον τρίτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούσες παραπονούνται διότι η εκκαλουμένη εσφαλμένως δεν μείωσε, από το αιτούμενο αγωγικό ποσό: α) τα ποσά που αντιστοιχούσαν στο μη δεδουλευμένο τμήμα των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που ακυρώθηκαν, λόγω της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ενάγουσας, ήδη, εφεσίβλητης, β) τα ποσά που αντιστοιχούσαν στο τμήμα των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που μεταφέρθηκαν σε άλλες ασφαλιστικές εταιρείες μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της (τις λεγόμενες «ουρές»), και γ) τα ποσά που αντιστοιχούσαν στο μη δεδουλευμένο τμήμα των ακυρωμένων συμβολαίων των συνεργατών τους, ως και τα συμβόλαια συνεργατών τους που μεταφέρθηκαν σε άλλες εταιρείες. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τον ν. 4364/2016, το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού μιας ασφαλιστικής εταιρείας, από την οριστική ανάκληση της άδειάς της και εντεύθεν, χαρακτηρίζεται ως ασφαλιστική τοποθέτηση, η οποία είναι ακατάσχετη, και ως τέτοια ανεπίδεκτη συμψηφισμού (άρθρο 451 ΑΚ). Η διαδικασία επιστροφής των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων (που επικαλούνται οι εκκαλούσες με την έφεσή τους) προβλέπεται ρητώς στον ν. 4364/2016 και περιγράφεται με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, ενώ η σχετική διαδικασία εποπτεύεται από την Εποπτική Αρχή (Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος). Σε μια τέτοια περίπτωση, η απαίτηση επιστροφής μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων (και κάθε απαίτηση κατά, υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, εταιρείας) πρέπει να αναγγελθεί στην υπό ασφαλιστική εκκαθάριση εταιρεία, και ο κάθε δικαιούχος ασφαλισμένος να αναμένει την ικανοποίηση της απαίτησής του μετά την οριστικοποίηση του πίνακα κατάταξης δικαιούχων ασφαλίσματος. Ενώ, από το ποσό των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων που θα επιστραφεί στους δικαιούχους, παρακρατείται ποσοστό 25% (άρθρο 38 παρ. 3 του π.δ. 237/86). Στην ασφαλιστική, όμως, εκκαθάριση αναγγέλλονται, κατατάσσονται και ικανοποιούνται οι απαιτήσεις που είναι εξοπλισμένες με προνόμιο (άρθρα 240 και 241 ν. 4364/2016), ήτοι, τα έξοδα της εκκαθάρισης, οι απαιτήσεις των εργαζομένων από σχέση εξαρτημένης εργασίας, και οι δικαιούχοι ασφαλίσματος. Πέραν αυτών, ουδεμία άλλη απαίτηση από οποιαδήποτε αιτία (ακόμη και απαιτήσεις του Δημοσίου) μπορεί να ικανοποιηθεί. Από τα παραπάνω, καθίσταται σαφές ότι οι απαιτήσεις από μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα δεν μπορούν σε καμία περίπτωση ούτε να καταταγούν, και πολύ περισσότερο να ικανοποιηθούν, κατά το στάδιο αυτό της, ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Τα όργανα, δε, της τελευταίας δεν έχουν καμία αρμοδιότητα επ’αυτών των απαιτήσεων, αφού η επεξεργασία των απαιτήσεων τρίτων, οι οποίες δεν υπάγονται στις συγκεκριμένες ως άνω κατηγορίες, δεν συμπεριλαμβάνεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Ενόψει των προεκτεθέντων, οι απαιτήσεις από μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα είναι και ακατάσχετες, και μη δεκτικές συμψηφισμού, με αποτέλεσμα ο σχετικός περί συμψηφισμού, τρίτος λόγος έφεσης πρέπει, ως νόμω αβάσιμος να απορριφθεί. Ως νόμω αβάσιμος, όμως, θα πρέπει να απορριφθεί και ο επιμέρους ισχυρισμός των εναγομένων, ήδη, εκκαλουσών περί απόδοσης του «μη δεδουλευμένου» τμήματος των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που μετέφεραν σε άλλες ασφαλιστικές εταιρείες μέχρι την λήξη της διάρκειας του ασφαλιστηρίου (τις λεγάμενες «ουρές»), ως αποδεικνύεται και με την με αριθμ. …../17-9-2025 ένορκη βεβαίωση της …………. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, …………. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, οι εναγόμενες και ήδη, εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι κακώς απέρριψε η εκκαλούμενη τον ισχυρισμό τους περί μείωσης του οφειλομένου ποσού κατά 4.218.84 €, διότι η ενάγουσα, ήδη, εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι έπρεπε να ακυρώσει τα επικαλούμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια από ενάρξεως της ισχύος τους. Έτσι, όμως, όπως διατυπώνεται ο προκείμενος λόγος έφεσης είναι όλως αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης. Οι εκκαλούσες αναφέρουν, γενικά και αόριστα, συμβόλαια εκδόσεως Δεκεμβρίου 2010, Ιανουάριου 2011 και Φεβρουάριου 2011 (χωρίς περαιτέρω προσδιοριστικά στοιχεία, ήτοι αριθμό, διάρκεια, ασφαλισμένο κλπ.) που ακυρώθηκαν (χωρίς να αναφέρουν πότε), ενώ δήθεν έπρεπε να ακυρωθούν από ενάρξεως. Υπολογίζουν, δε, το ποσό που έπρεπε να αφαιρεθεί σε 4.218,84 €, χωρίς καμία ειδικότερη ανάλυση. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει και από την ένορκη κατάθεση της …….. ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και από την νομοτύπως ληφθείσα με αριθμ. ………../17-9-2025 ένορκη βεβαίωσή της, η ενάγουσα, ήδη, εφεσίβλητη προέβη σε όσες ακυρώσεις συμβολαίων και για όσο διάστημα, της το επέτρεπαν η νομοθεσία και η καταρτισθείσα σύμβαση. Ουδεμία προφορική συμφωνία υπήρχε, περί ακύρωσης συμβολαίων πέραν της δίμηνης προθεσμίας. Τέλος και με δεδομένη την, κατά το παρελθόν, καλή και ανεμπόδιστη συνεργασία της εφεσίβλητης με τις εκκαλούσες, η πρώτη εξάντλησε τις πιθανότητες εξωδικαστικής επίλυσης της μεταξύ τους οικονομικής διαφοράς (ως κατέθεσαν οι μάρτυρες αμφότερων των πλευρών πρωτοδίκως) και προσπάθησαν να τους διευκολύνουν, παρέχοντάς τους εύλογο χρονικό διάστημα, προς εξόφληση των οφειλομένων. Συνεπώς, πρέπει και αυτός ο λόγος, προεχόντως, ως αόριστος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, να απορριφθεί. Με τον πέμπτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη έσφαλε, διότι έπρεπε να συμψηφίσει ποσό, ύψους 16.761,76 €, που συνίστατο στα ποσά των επιταγών πελατών-ασφαλισμένων της εφεσίβλητης, οι οποίες παραδόθηκαν σ’αυτήν από τις εκκαλούσες, σε εξόφληση ασφαλίστρων, αλλά ουδέποτε εισπράχθηκαν. ΄Όπως ήδη προεκτέθηκε σύμφωνα με το ν.4364/2016, το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού μίας ασφαλιστικής εταιρείας από την οριστική ανάκληση της άδειάς της, χαρακτηρίζεται ως ασφαλιστική τοποθέτηση, η οποία είναι ακατάσχετη και ως τέτοια, ανεπίδεκτη συμψηφισμού (άρθρ.451ΑΚ, έτσι ΑΠ4589/2011, ΑΠ2528/08 αδημ.). Στο ενεργητικό της εντάσσονται όλες οι απαιτήσεις της έναντι τρίτων, όπως είναι και οι απαιτήσεις προς απόδοση από τους ασφαλιστές, ασφαλίστρων. Ενόψει αυτού, η απαίτηση της εφεσίβλητης για απόδοση ασφαλίστρων από τις εκκαλούσες τυγχάνει ακατάσχετη και ως τέτοια ανεπίδεκτη συμψηφισμού, με την τυχόν απαίτησή τους περί μείωσης του ως άνω ποσού(εκ της μη πληρωμής των επιταγών των ασφαλισμένων).Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την κατ’άρθρ. 440ΑΚ προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της έφεσης πρέπει ως νόμω αβάσιμος, να απορριφθεί. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει και από την ως άνω ……./17-9-2025 ένορκη βεβαίωση της …………., στην περίπτωση που ένας ασφαλιστής της εφεσίβλητης της παρέδιδε επιταγή πελάτη του, προς εξόφληση ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το ποσό της απαίτησης καταχωριζόταν στην καρτέλα του ασφαλιστή, ως πίστωση. Εάν η επιταγή αυτή δεν πληρωνόταν, τότε η εφεσίβλητη καταχωρούσε το ποσό αυτό, ως χρέωση, πλέον, στον λογαριασμό του ασφαλιστή, καθώς και εκ του νόμου, αλλά και εκ της μεταξύ τους σύμβασης, υπόχρεος για την είσπραξη των ασφαλίστρων ήταν ο ασφαλιστής.΄Ετσι και στην προκείμενη περίπτωση, το επικαλούμενο ποσό αντιστοιχεί κατά τον ισχυρισμό των εκκαλούντων, σε μη εξοφλημένες επιταγές πελατών τους, οι οποίες δόθηκαν για εξόφληση ασφαλίστρων. Αυτά τα ποσά χρεώθηκαν στον λογαριασμό της πρώτης εκκαλούσας, γιατί εκείνη, διά της δεύτερης, όφειλε να τα εισπράξει, οπότε και εξ αυτού του λόγου, δεν δικαιούται να ζητήσει την αφαίρεσή τους από το οφειλόμενο ποσό. Το ότι, δε, η εφεσίβλητη δεν διεκδίκησε τα ποσά αυτά από τους ασφαλισμένους, δεν συνιστά συντρέχον πταίσμα της, κατ’άρθρ.300ΑΚ, καθώς, αφ’ενός, μεν, δεν απώλεσε τα δικαιώματά της εκ της μη πληρωμής των ασφαλίστρων, αφ’ετέρου, δε, είχε δικαίωμα εκ της μεταξύ αυτής και των αντιδίκων σύμβασης, να τα αξιώσει από αυτές, που είχαν υποχρέωση είσπραξής τους. Πρέπει, επομένως και ο πέμπτος λόγος της έφεσης, πρωτίστως ως νόμω αβάσιμος και επικουρικώς ως ουσία αβάσιμος, να απορριφθεί. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και, δεχόμενο την αγωγή, ως κατ’ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε ότι οι εναγόμενες, ήδη, εκκαλούσες, οφείλουν να καταβάλουν στην ενάγουσα, ήδη, εφεσίβλητη, το ποσό των 141.729,66 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την εξόφληση, δεν έσφαλε. Τα αντίθετα, συνεπώς, υποστηριζόμενα από τις εκκαλούσες, κρίνονται κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της έφεσης, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι εκκαλούσες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου τους, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ κατά το τυπικό της μέρος την έφεση κατά της υπ’αριθμ. 696/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων).
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ουσίαν την έφεση.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου, που είχε κατατεθεί για την άσκηση της έφεσης, στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις εκκαλούσας στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης,, που για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας ορίζει σε εξακόσια ευρώ (600€).
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 12 Μαΐου 2026, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ