Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 444/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης   444/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

(3ο ΤΜΗΜΑ)

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Θεώνη Μπούρη Πρόεδρο Εφετών, Ελένη Μούρτζη Εφέτη –Εισηγήτρια, Χριστίνα Λίμουρα Εφέτη, και από την Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις …………. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Των εκκαλούντων-αντεφεσίβλητων : 1) …………. και 2) …………….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους, Παναγιώτα Χαλκίδη του Δημητρίου (ΑΜ 2866 Δ.Σ. Πειραιώς).

Του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος : ………… ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Νικόλαο Καλληδώνη του Στυλιανού (ΑΜ 31701 Δ.Σ. Αθηνών), βάσει δηλώσεως.

Ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών, με την από 8-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …./ΑΚΔ …/8-12-2022) αγωγή, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ζήτησε να γίνει δεκτή. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 2535/2024 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία ανεστάλη η πρόοδος της δίκης μέχρι την καταβολή από τον ενάγοντα των δικαστικών εξόδων προηγούμενης δίκης και στη συνέχεια η με αριθμό 4071/9-9-2025 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ’ουσίαν βάσιμη και έταξε όσα αναφέρονται σε αυτή (ως άνω απόφαση). Την απόφαση αυτή προσβάλλουν α) οι εκκαλούντες (εναγόμενοι) με την από 23-6-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …./ΑΚΕΜ …./23-10-2025) έφεσή τους, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ …./ΕΑΚ …./11-11-2025, προσδιορίστηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο και β) ο αντεκκαλών (ενάγων) με την από 24-2-2026 αντέφεσή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό ΓΑΚ …/ΕΑΚ …./26-2-2026, προσδιορίστηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, η πληρεξούσια δικηγόρος των εκκαλούντων -αντεφεσίβλητων παραστάθηκε στο ακροατήριο και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσε, ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου -αντεκκαλούντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσε τις από 1-4-2026 μονομερείς δηλώσεις του, αντίστοιχα, που έγιναν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και προκατέθεσε προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 23-6-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …./ΑΚΕΜ …./23-10-2025) έφεση των εναγομένων της από 8-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …../ΑΚΔ ……/8-12-2022) αγωγής, κατά της με αριθμό 4071/9-9-2025 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων την ανωτέρω αγωγή κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα την 23-10-2025, καθόσον η εκκαλουμένη επιδόθηκε στην πληρεξούσια δικηγόρο των εκκαλούντων στις 24-9-2025 (βλ. τη με αριθ. …..΄/24-9-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς …………) και η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επομένη της επίδοσης της απόφασης με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του εκδώσαντος την εκκαλουμένη Δικαστηρίου [άρθρα 19, 143, 144 παρ. 1 και 2, 495 παρ. 1 και 2 (ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 42 Ν 5221/2025- ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης προ την 1-1-2026, σύμφωνα με το άρθρα 126 παρ. 4, 168 παρ. 3 ν 5221/2025 και 19 Ν 5282/2026) , 511, 513 παρ. 1 β΄, 516 παρ. 1, 517 εδ. α΄, 518 παρ. 1 (ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 43 Ν 5221/2025 -ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της εκκαλουμένης προ τις 31-12-2025, σύμφωνα με το άρθρο 126 παρ. 4 του Ν 5221/2025 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 114 παρ. 1 του Ν 5264/2025), 520 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.]. Επιπλέον για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. Α στοιχ. γ του Κ.Πολ.Δ. παράβολο (με αριθ. ……..), σύμφωνα με σχετική επισημείωση του Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επί του εφετηρίου. Σημειώνεται ότι η ημεροχρονολογία (23-6-2021) που αναγράφεται κάτω από το δικόγραφο της έφεσης και προ της υπογραφής της πληρεξουσίας δικηγόρου, προφανώς εκ παραδρομής εσφαλμένη αφού η εκκαλουμένη δημοσιεύτηκε μεταγενέστερα (9-9-2025), και διορθώνεται με τις προτάσεις των εκκαλούντων (ως «23-10-2025»), δεν ασκεί επιρροή και δεν δημιουργεί απαράδεκτο ενόψει των διατάξεων των άρθρων 495 παρ. 1-2, 497, 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες, στοιχείο από το οποίο κρίνεται το εμπρόθεσμο ή μη της άσκησης του ενδίκου μέσου, είναι η χρονολογία της έκθεσης που καταχωρίζεται στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 496 και η οποία σημειώνεται πάνω στο πρωτότυπο του ενδίκου μέσου που φυλάγεται στο αρχείο του δικαστηρίου μαζί με τον αριθμό της έκθεσης. Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω η έφεση είναι παραδεκτή  και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 523 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. (ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 45 του Ν 5221/2025 και είναι εφαρμοστέο εν προκειμένω ως εκ του χρόνου κατάθεσης της έφεσης), ο εφεσίβλητος μπορεί, και αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, να ασκήσει αντέφεση ως προς τα κεφάλαια της απόφασης, που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, και αν ακόμη αποδέχθηκε την απόφαση ή παραιτήθηκε από την έφεση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η άσκηση της αντέφεσης, για να είναι παραδεκτή, πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκησή της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολό της η υπόθεση στο Εφετείο, αλλά μόνο κατά τα διαγραφόμενα από την έφεση όρια (ΟλΑΠ 10/2015, ΑΠ 359/2023). Η αντέφεση δεν είναι ένδικο μέσο, αλλά ιδιαίτερο ένδικο βοήθημα άμυνας του εφεσίβλητου, που παρέχει περιορισμένης έκτασης αντεπίθεση αυτού κατά του εκκαλούντα, για κεφάλαια που μεταβιβάστηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεση και τα αναγκαίως με αυτά συνεχόμενα, χωρίς να επηρεάζονται τα κεφάλαια εκείνα που δεν μεταβιβάσθηκαν στο εφετείο. Η αντέφεση, επομένως, έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την έφεση και συνιστά σε σχέση με αυτή, ιδιαίτερη διαδικαστική πράξη, που διέπεται από τις σχετικές με αυτή διατάξεις (ΟλΑΠ 180/1979, ΑΠ 1513/2021, ΑΠ 135/2019). Ως κεφάλαιο κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 523 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως άλλωστε και κατά την ταυτόσημη έννοια του άρθρου 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. σε σχέση με τους πρόσθετους λόγους της έφεσης, είναι κάθε οριστική διάταξη της πρωτόδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα, είτε ως προς την ιστορική βάση (ΑΠ 359/2023, ΑΠ 906/2021, ΑΠ 132/2004). Αντίθετα, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Εξ άλλου, αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που εφεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος αντίθετων ή απλώς ασύμβατων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα εκκληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 428/2024, ΑΠ 359/2023, ΑΠ 906/2021, ΑΠ 657/2019, ΑΠ 978/2014, ΑΠ 697/2012). Έτσι ως κεφάλαια κατά την έννοια του παραπάνω άρθρου θεωρούνται εκείνα που ανάγονται σε αυτοτελείς αιτήσεις για παροχή προστασίας, ενώ συνέχονται με εκείνα που έχουν εκκληθεί όσα α) αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης, β) αποτελούν προκριματικό ζήτημα της παραδοχής της έννομης προστασίας, γ) όταν οι διατάξεις της εκκαλουμένης έχουν τέτοια συνάφεια προς τα εκκληθέντα κεφάλαια, ώστε η επ’αυτών διαφορετική κρίση του δικαστηρίου να επηρεάζει την κρίση και στα κεφάλαια που έχουν εκκληθεί με την έφεση και δ) πηγάζουν από την ίδια ιστορική και νομική αιτία (ΑΠ 316/2015, Ι. Κατράς, ΕρμΚΠολΔ, Δ΄έκδ., σελ. 754 αριθ. 3)

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων της παραπάνω αγωγής άσκησε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου την από 24-2-2026 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …../ΕΑΚ ……/26-2-2026) αντέφεση, με την οποία ζητεί τη μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης προκειμένου να γίνουν εν όλω δεκτά τα αγωγικά κεφάλαια που έγιναν μερικώς δεκτά, αναφορικά με τις αξιώσεις αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης, ώστε να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή και να καταδικαστούν οι αντεφεσίβλητοι στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Η ασκηθείσα αντέφεση είναι παραδεκτή, δεδομένου ότι έχει ασκηθεί με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και έχει συνταχθεί σχετική έκθεση κάτω από αυτό και επίσης επιδόθηκε στους εκκαλούντες-αντεφεσίβλητους στις 27-2-2026 (βλ. τη με αριθμ. ……..΄/27-2-2026 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς …..), ήτοι τριάντα ημέρες προ της συζήτησης (2-4-2026) της κρινόμενης έφεσης (άρθρο 523 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 45 του Ν 5221/2025, σύμφωνα με το άρθρο 168 παρ. 3 του Ν 5221/2025 και με το άρθρο 22 του Ν 5282/2026, -ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης προ την 1-1-2026 και ενόψει του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της αντέφεσης έναντι της έφεσης, που ισχύει ακόμη και αν η άσκηση της αντέφεσης λαμβάνει χώρα μετά την 1-1-2026, εφόσον η έφεση έχει ασκηθεί πριν από αυτή την ημερομηνία, βλ. Η νέα δομή της πολιτικής δίκης, Π. Αρβανιτάκης – Α. Βαθρακοκοίλης – Γ. Λαζαρίδης – Γ. Πλαγάκος, έκδ. 2026, παρ. 18 αριθ. VII, σελ.408) και αφορά κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση και σε αυτά που συνέχονται με τα προσβαλλόμενα από τους εκκαλούντες κεφάλαια της εκκαλουμένης (άρθρα 520 παρ. 2 και 523 παρ.1 του ΚΠολΔ, βλ. σχετ. ΟλΑΠ 10/2015, ΑΠ 604/2025, ΑΠ 907/2021, ΑΠ 504/2018), ενώ για την αντέφεση δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου (ΕφΘες 625/2014), ενόψει του παρεπόμενου χαρακτήρα της έναντι της εφέσεως, καθόσον προϋποθέτει την άσκηση αυτής (εφέσεως). Συνεπώς, αφού συνεκδικαστούν οι παραπάνω έφεση και αντέφεση (άρθρα 31, 246, 523 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους, με την ίδια διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Από τη διάταξη του άρθρου 1000 Α.Κ., που ορίζει ότι ο κύριος πράγματος μπορεί, εφόσον δεν προσκρούει στο νόμο ή σε δικαιώματα τρίτων, να το διαθέτει κατ’ αρέσκεια και να αποκλείει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σ’ αυτό, συνδυαζόμενη προς το άρθρο 973 Α.Κ., που περιλαμβάνει και την κυριότητα στα περιοριστικά αναφερόμενα εκεί εμπράγματα δικαιώματα, που παρέχουν εξουσία άμεση και εναντίον όλων πάνω στο πράγμα, συνάγεται ότι η κυριότητα είναι η αναγνωριζόμενη από το νόμο άμεση, απόλυτη και καθολική εξουσία πάνω στο πράγμα (σε αντίθεση με τα λοιπά εμπράγματα δικαιώματα, που παρέχουν τις εξουσίες πάνω στο πράγμα, που ειδικά προσδιορίζονται στο νόμο) και ότι το περιεχόμενο αυτής προσδιορίζεται κατά θετικό τρόπο με την εξουσία του κυρίου να ενεργεί κάθε υλική ενέργεια επί του πράγματος και κάθε πράξη διάθεσης του δικαιώματός του επ’ αυτού, αλλά και κατά αρνητικό τρόπο, με την εξουσία του κυρίου να αποκρούσει κάθε τρίτον, που επεμβαίνει στο πράγμα. Περαιτέρω όμως, από την ίδια διάταξη του άρθρου 1000 Α.Κ., τόσο κατά το θετικό στοιχείο του περιεχομένου της κυριότητας (η άμεση και καθολική εξουσία), όσο και κατά το αρνητικό (η απόλυτη εξουσία), τίθενται περιορισμοί της κυριότητας, αφού η άσκησή της απαγορεύεται, εφ’ όσον προσκρούει στον νόμο ή στα δικαιώματα τρίτων προσώπων (ΑΠ 282/2025). Από τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ., 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 εδάφ. α` και 13 παρ. 1 και 3 του ν. 3741/1929 “περί της ιδιοκτησίας κατ` ορόφους” που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 54 ΕισΝΑΚ προκύπτει ότι, επί ιδιοκτησίας κατ` ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας), δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική κυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ` ανάλογη μερίδα, επί των μερών της οικοδομής, που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών, μεταξύ των οποίων (κοινών μερών) περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές παράθεση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια, οι ανελκυστήρες, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης, το ηλιακό δώμα (ταράτσα) της οικοδομής, εξομοιούμενο με τη στέγη αυτής (ΑΠ 621/2013), κ.λπ.. Ηλιακωτό δώμα δε είναι και το ανοικτό μέρος της οικοδομής που επεκτείνεται από το δάπεδο ενός ορόφου μέχρι του κατακόρυφου επιπέδου των όψεων του κτιρίου, αποτελεί δε πλάκα οροφής του κάτω από αυτό ορόφου ή διαμερίσματος. Αν ο προσδιορισμός των κοινόχρηστων μερών δεν ορίζεται ούτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις παραπάνω αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του νόμου. Στην τελευταία περίπτωση, κριτήριο για το χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου, είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του (ΑΠ 1898/2025, ΑΠ 1593/2025, ΑΠ 1675/2024, ΑΠ 594/2024, ΑΠ 970/2022, ΑΠ 1655/2018, ΑΠ 92/2017). Κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος, σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας, έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής, καθώς και να ενεργεί επισκευές σ` αυτά, υπό τον όρο όμως ότι δεν θα παραβλάπτει τον συνήθη προορισμό τους, δεν θα παρακωλύει τη χρήση τους από τους λοιπούς ιδιοκτήτες και δεν θα μειώνει την ασφάλεια της οικοδομής. Μπορούν, πάντως, οι οροφοκτήτες, σύμφωνα με το άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3741/1929, με ομόφωνη απόφασή τους που πρέπει να καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί να ρυθμίσουν με διαφορετικό τρόπο το δικαίωμα χρήσης επί των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών και, συγκεκριμένα, να συμφωνήσουν ότι κάποιος συνιδιοκτήτης θα έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης επί των κοινών μερών της οικοδομής και γενικότερα να κανονίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας, να καθορίσουν γενικές συνελεύσεις και να δώσουν σε καθορισμένη πλειοψηφία, που μπορεί να μεταβληθεί ανάλογα με τη σοβαρότητα των αποφάσεων που πρόκειται να ληφθούν, το δικαίωμα να λαμβάνει, προς το κοινό συμφέρον πάντοτε, κάθε απόφαση που είναι σχετική με τη συντήρηση, βελτίωση και χρήση των κοινών μερών. Οι εν λόγω συμφωνίες συνήθως περιλαμβάνονται στον καταρτιζόμενο με κοινή συναίνεση όλων κανονισμό, χωρίς να αποκλείεται να περιληφθούν και στην ίδια τη συστατική πράξη της οροφοκτησίας. Η μεταβολή, όμως, των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και των περιορισμών της κυριότητας που έχουν κανονιστεί με τον προαναφερόμενο τρόπο, δεν είναι δυνατό να γίνει παρά κατά τον ίδιο τρόπο, όπως τούτο προκύπτει ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 3741/1929, δηλαδή με ομόφωνη απόφαση των οροφοκτητών που πρέπει να καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί (ΑΠ 1675/2024, ΑΠ 92/2017, ΑΠ 298/2015, ΑΠ 1300/2014). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 13 παρ. 1 ν. 3741/1929 και 9 ν. 1562/1985 προκύπτει ότι η τροποποίηση της πράξης σύστασης της οροφοκτησίας και του κανονισμού της πολυκατοικίας μπορεί να γίνει α) με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί, β) με δικαστική απόφαση, όταν το ζητήσουν συγκύριοι, που αντιπροσωπεύουν το 65% και γ) με απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, που λαμβάνεται με πλειοψηφία, αν προβλέπεται τέτοια δυνατότητα από τον κανονισμό. Αναφορικά με την τελευταία αυτή περίπτωση, είναι δυνατή η ανάθεση με τον κανονισμό στη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών του δικαιώματος τροποποίησης συγκεκριμένων όρων του κανονισμού, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και με καθορισμένη πλειοψηφία. Στην περίπτωση αυτή, και αν ακόμη η ανάθεση που γίνεται από τον κανονισμό είναι απεριόριστη, η τροποποίηση από την πλειοψηφία δεν μπορεί να θίγει δικαιώματα των (μειοψηφούντων) συνιδιοκτητών, τα οποία υφίστανται από το νόμο, τη σύσταση της οροφοκτησίας ή τον κανονισμό, διότι το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3741/1929 περιορίζει, ρητά, τα δικαιώματα που η παμψηφία μπορεί να εκχωρήσει σε ορισμένη πλειοψηφία μόνο σε αποφάσεις, οι οποίες αφορούν τη συντήρηση, βελτίωση ή χρήση των κοινών μερών και οι οποίες λαμβάνονται για το κοινό συμφέρον (ΑΠ 1675/2024, ΑΠ 683/2014, ΑΠ 1681/2008). Έτσι, δεν επιτρέπεται να τροποποιηθεί, από την πλειοψηφία των συνιδιοκτητών, ο προσδιορισμός των αδιαίρετων – κοινών μερών της οικοδομής ή η συμφωνία χρήσης αυτών και, συνακόλουθα, η τροποποίηση αυτή του κανονισμού ή της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, εφόσον έγινε χωρίς τη συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών, είναι ανίσχυρη και δεν δεσμεύει τους διαφωνούντες, ακόμη και αν περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφεί (ΑΠ 683/2014). Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση που οι συνιδιοκτήτες, κατ` απόκλιση του κανονισμού, συμφωνήσουν επί θεμάτων που ρυθμίζονται σε αυτόν, χωρίς να συνταχθεί προς τούτο συμβολαιογραφικό έγγραφο και να υποβληθεί σε μεταγραφή, οπότε, ναι μεν οι συμφωνίες αυτές δεν τροποποιούν τον κανονισμό και δεν παράγουν τα οικεία αποτελέσματα, πλην όμως, αν ρυθμίζουν ενοχικές σχέσεις, ισχύουν μεταξύ των συμβαλλομένων (ΑΠ 298/2015). Οι συμφωνίες αυτές, με τις οποίες κανονίζονται κατά διαφορετικό τρόπο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ιδιοκτητών οριζόντιων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα πράγματα, καταρτίζονται μόνο με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και δημιουργούν περιορισμούς της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των πραγμάτων αυτών, από την οποία και απορρέει το δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση τους. Οι κατ` αυτόν τον τρόπο δημιουργούμενοι περιορισμοί έχουν χαρακτήρα “δουλείας”, δηλαδή, χωρίς να είναι δουλείες, κατά την έννοια των άρθρων 1118 επ., 1142 επ. και 1188 επ. Α.Κ., δεσμεύουν τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των ιδιοκτητών των οριζόντιων ιδιοκτησιών που τους συνομολόγησαν και αντιτάσσονται κατά τρίτων (ΑΠ 1158/2022, ΑΠ 1461/2019, ΑΠ 1300/2014, ΑΠ 562/2014, ΑΠ 849/2013, ΑΠ 635/2010, ΑΠ 1465/2009), αλλά και όσους προσχωρούν στον Κανονισμό μεταγενέστερα (ΑΠ 1898/2025, ΑΠ 1170/2022). Συνεπώς, με τον κανονισμό εγκύρως καθιερώνονται περιορισμοί και απαγορεύσεις στη χρήση των ανωτέρω πραγμάτων και πέραν των αναφερομένων στο άρθρο 3 του ανωτέρω νόμου. Κατ’ ακολουθία τούτων, αν με κάποιον όρο απαγορεύεται στους συνιδιοκτήτες η ενέργεια μεταβολών σε κάθε περίπτωση ή ορισμένη χρήση των πραγμάτων αυτών, η απαγόρευση ισχύει κι όταν από την απαγορευμένη πράξη δεν παραβλάπτεται η χρήση, ούτε θίγονται τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών τους ή του όλου οικοδομήματος, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός του. Έτσι, δεν απαιτείται στην εν λόγω περίπτωση η έρευνα περί της συνδρομής των ανωτέρω προϋποθέσεων του νόμου, για να κριθεί εάν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικείμενη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτη (βλ. ΑΠ 1898/2025, ΑΠ 1675/2024, ΑΠ 447/2013, ΑΠ 263/2004, ΑΠ 968/1997, ΑΠ 622/1990). Επιτρέπεται επομένως, κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα με την ενδοτικής φύσεως διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 3741/1929, με ειδική μεταξύ των συνιδιοκτητών του εδάφους συμφωνία, που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών (άρθρο 5 και 13 παρ. 1 του Ν. 3741/1929), το δικαίωμα να παραχωρηθεί αποκλειστικώς σε κάποιους από τους συνιδιοκτήτες ή και σε έναν από αυτούς η χρήση σε κάποιο από αυτά τα κοινά μέρη (άρθ. 7 παρ. 2 ν. 3741/1929), οπότε η χρήση του δεν ανήκει σε όλους από κοινού τους συνιδιοκτήτες του εδάφους (ΑΠ 1593/2025), διότι έτσι δεν αναιρείται η συγκυριότητα αλλά μόνον η κοινή χρήση του πράγματος (ΑΠ 273/2018, ΑΠ 447/2013). Το κατά το ως άνω δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης παρέχεται μόνο σε ένα ή περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες και όχι σε τρίτο μη συνιδιοκτήτη (ΑΠ 1143/2019, ΑΠ 200/1997, Ν. Λεοντή ΕρμΑΚ, 2020, Τόμος 2, σελ. 2911 αριθ. 10). Η ρύθμιση που εισάγεται με το ν. 3741/1929, ως προς την απόκτηση και την κατάργηση ιδιαίτερων δικαιωμάτων χρήσης στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της υπαγόμενης στη ρύθμισή του ιδιοκτησίας, εναρμονίζεται προς την ιδιαιτερότητα που δεσμεύει τις κατ` όροφον ιδιοκτησίες και, προπαντός, εξυπηρετεί την ανάγκη δημιουργίας κατάστασης σταθερότητας και ασφάλειας, σε σχέση προς τα δικαιώματα των ιδιοκτητών των οριζόντιων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της κατ` ορόφους ιδιοκτησίας. Από αυτά παρέπεται ότι οι διατάξεις αυτές, ως ειδικές, κατισχύουν των γενικών διατάξεων των άρθρων 785 επ. Α.Κ., για την κοινωνία (ΑΠ 1655/2018, ΑΠ 298/2015, ΑΠ 1300/2014, ΑΠ 1295/2011, ΑΠ 1681/2008). Αν ο συγκύριος υποστεί προσβολή στα δικαιώματα που απορρέουν από την αναγκαστική συγκυριότητα στα κοινά μέρη από άλλο συγκύριο, μπορεί να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον (ΑΠ 1675/2024, ΑΠ 1300/2014, ΑΠ 1090/2014, ΑΠ 151/2014) και δεν ενέχει, άνευ άλλου, καταχρηστικότητα, ακόμη και αν πέρασαν πολλά έτη από τις βλαπτικές ενέργειες (ΑΠ 1898/2025, ΑΠ 1630/2023, ΑΠ 932/2021, ΑΠ 532/2019, ΑΠ 40/2007, ΑΠ 463/2003). Το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης σε περίπτωση προσβολής του από συνιδιοκτήτη, απολαμβάνει της ίδιας δικαστικής προστασίας της οποίας τυγχάνει το δικαίωμα της κοινής χρήσης των κοινών πραγμάτων όταν παραβλάπεται από άλλον συνδικαιούχο. Τούτο σημαίνει ότι η προσβολή του δικαιολογεί την άσκηση αγωγής με αίτημα την άρση αυτής και την παράλειψή της στο μέλλον, όπως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (ΑΠ 932/2021, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 357/2006) και σε περίπτωση που η προσβολή είναι υπαίτια μπορεί να έχει κατά του προσβολέα και αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών. Έτι περαιτέρω, στα πλαίσια του κανονισμού πολυκατοικίας, με τον οποίο ρυθμίζονται οι σχέσεις μεταξύ των συνιδιοκτητών, η αθέτηση αυτή καθ’ εαυτή του κανονισμού δεν συνιστά αδικοπραξία, υπό την έννοια του άρθρου 914 επ. Α.Κ.. Και ναι μεν η αθέτηση του κανονισμού αποτελεί παράνομη πράξη, οι έννομες συνέπειές της, όμως ρυθμίζονται, όχι από τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, αλλά από τις τοιαύτες του ν. 3741/1929, καθώς και τις διατάξεις για τη εκπλήρωση της συμβάσεως (άρθρα 335 επ. Α.Κ.). Μόνο δε στην περίπτωση που το ίδιο συμβάν συνιστά το “πραγματικό” τόσο της αθετήσεως του κανονισμού, όσο και της αδικοπραξίας, τότε η υπαίτιος ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται ο κανονισμός της πολυκατοικίας, μπορεί, πέραν από τις αξιώσεις που απορρέουν από τον κανονισμό, να επιστηρίζει και αξιώσεις από αδικοπραξία, μεταξύ των οποίων και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατ’ άρθρον 932 Α.Κ. (ΑΠ 1207/2011).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1108 εδ. α` του Α.Κ., προκύπτει ότι η αρνητική της κυριότητας αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος. Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η διατάραξη δε αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνον εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος (ΑΠ 482/2024, ΑΠ 618/2022, ΑΠ 884/2021). Επιπροσθέτως, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330, 914, 932, 1000 και 1108 εδ. β` Α.Κ. προκύπτει ότι σε περίπτωση διατάραξης της κυριότητας δεν αποκλείεται παράλληλη αξίωση του κυρίου για αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας κατά τις οικείες διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 1646/2010). Στην περίπτωση αυτή ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης κρίνεται με βάση το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει όταν αυτές συντελούνται (ΟλΣτΕ 1820/1989, ΑΠ 1516/2013) ειδικώς δε, ως προς το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και του επιζημίου αποτελέσματος, η υπό του δικαστηρίου της ουσίας γενομένη διάγνωση ότι το ιδρυτικό της ευθύνης γεγονός υπήρξε αναγκαίος όρος της ζημίας, αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το εάν όμως το γεγονός αυτό μπορεί να θεωρηθεί πρόσφορος αιτία της ζημίας είναι νομικό ζήτημα, υποκείμενο στον ακυρωτικό έλεγχο (ΑΠ 676/2025, ΑΠ 1684/2022, ΑΠ 1183/2021, ΑΠ 156/2021, ΑΠ 649/2019, ΑΠ 1617/2017, ΑΠ 1516/2013). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 Ν. 3741/1929, ο κύριος οριζόντιας ιδιοκτησίας έχει κατά των λοιπών οροφοκτητών τη διεκδικητική και την αρνητική αγωγή, αναφορικά με την αποκλειστική κυριότητά του πάνω στον όροφο ή στο διαμέρισμα ορόφου. Ειδικότερα, τη διεκδικητική αγωγή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 Α.Κ., έχει ο κύριος του πράγματος κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής, εφόσον στερείται τη νομή ή κατοχή. Αν στηρίζει την αγωγή του σε κτήση της κυριότητας με σύμβαση, πρέπει να αναφέρει τα στοιχεία της διάταξης του άρθρου 1033 Α.Κ., δηλαδή ότι μεταβιβάστηκε σ’ αυτόν η κυριότητα του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και αφετέρου ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του μεταβιβασθέντος. Εξάλλου, μπορούν να σωρευθούν στο ίδιο δικόγραφο η διεκδικητική και η αρνητική αγωγή, αν καθεμιά αφορά διαφορετικό τμήμα του ακινήτου (ΑΠ 282/2025).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι : 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Παράνομη, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., είναι η συμπεριφορά, η οποία αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 345/2017), η δε κατά τον άνω τρόπο παράνομη συμπεριφορά μπορεί να εκδηλωθεί και κατά τη λειτουργία κοινωνίας δικαιώματος, μεταξύ των συγκοινωνών. Η κατάχρηση δικαιώματος, η οποία απαγορεύεται από την διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., που ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, συνιστά παράβαση νόμου και άρα αποτελεί παράνομη πράξη και συνεπώς εάν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, η κατάχρηση γεννά υποχρέωση σε αποζημίωση, κατά το άρθρο 914 Α.Κ. (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 425/2014). Καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 Α.Κ., είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 1116/2019). Στην έννοια της κατά το άρθρο 914 Α.Κ. υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος. Εφ` όσον δε γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (της υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 660/2022, ΑΠ 1206/2019). Εξάλλου, κατά την έννοια της ίδιας ως άνω διατάξεως, ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνο όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον, αλλά και όταν, χωρίς να την αποσκοπεί, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής, είτε ως αναγκαία, είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του. Αμέλεια υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 Α.Κ., όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1206/2019). Η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννάται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 Α.Κ., να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 587/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 Α.Κ., όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 Α.Κ.,  ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας. Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε, κατά τη γενική αντίληψη, χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/1991, ΑΠ 601/2022). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική. Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει, κατά τις περιστάσεις, η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας, συνεκτιμούνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων και οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου “θύματος”, για να κριθεί εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση. Στην αναζήτηση δε του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτή. Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέληση του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία. Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 Α.Κ., υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 του Α.Κ., την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 59/2025, ΑΠ 601/2022, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 212/2018, ΑΠ 752/2017). Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης, ο ζημιώσας έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει τη ζημία του ζημιωθέντος. Η έκταση της αποζημίωσης προσδιορίζεται από την έκταση της ζημίας. Κρίσιμη είναι η ζημία που βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο γεγονός. Εκτός από την υλική (αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία) αποκαθίσταται και η ηθική βλάβη του θύματος. Η προσβολή απόλυτου δικαιώματος, όπως είναι μεταξύ άλλων η κυριότητα και άλλα εμπράγματα δικαιώματα (μεταξύ των οποίων και η δουλεία), είναι καθεαυτήν παράνομη γιατί ενέχει εναντίωση του προσβολέα προς την αποκλειστική εξουσία που παρέχει το δικαίωμα αυτό στον δικαιούχο (ΑΠ 468/2019, ΑΠ 1669/2018, ΑΠ 666/2018, ΑΠ 418/2018, ΑΠ 325/2018, ΑΠ 15/2018, ΑΠ 927/2011, Απ. Γεωργιάδης, Σύντομη ΕρμΑΚ Τόμος Ι, έκδ. 2η, σελ. 2165 παρ. 44, σελ. 2171 παρ. 13).

Περαιτέρω, η από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 Α.Κ. προβλεπόμενη αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί (ΑΠ 1258/2023, ΑΠ 1364/2013, ΑΠ 83/2002). Ως θετική ζημία νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού ή σε αύξηση του παθητικού του. Αποθετική ζημία ή διαφυγόν κέρδος είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 1258/2023, ΑΠ 1364/2013, ΑΠ 1221/2001). Δηλαδή, το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις δεν χαρακτηρίζονται από τη βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται. Για να διευκολύνει, λοιπόν, ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, ορίζει στην Α.Κ. 298 εδ. 2 ότι, ως διαφυγόν κέρδος “λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί”. Χρειάζεται δηλαδή η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο με βάση αντικειμενικά κριτήρια (“σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων”) και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος. Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους. Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα. Το τυχαίο ή απροσδόκητο ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται. Ο απαιτούμενος, στις κατ’ ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος, καθόσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες – συγκεκριμένες περιστάσεις (ΑΠ 1393/2025, ΑΠ 1258/2023, ΑΠ 1064/2022, ΑΠ 1516/2018).

Τέλος, κατά το άρθρο 321 Κ.Πολ.Δ., δεδικασμένο – το οποίο, κατ` άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζοντας το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι -δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες, ενώ αυτό, κατά το άρθρο 322 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτείνεται στο ουσιαστικό και δικονομικό ζήτημα, που κρίθηκε με την απόφαση οριστικά, για μια έννομη σχέση που έχει προσβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Κατά το άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ. το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, καλύπτει δε όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό) που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντας τα στην οικεία διάταξη νόμου, την οποία εφάρμοσε, δηλαδή καλύπτει, ως ενιαίο όλον, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση (ΑΠ 1327/2021). Ειδικότερα το δεδικασμένο καλύπτει : α) το δικαίωμα που κρίθηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά και γ) την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017). Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι απ` αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ` αυτό (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ` ύλη αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα ζητήματα, ενώ ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κυρίου ζητήματος της δίκης, δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σε εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ` αυτήν έννομη συνέπεια (ΑΠ 1327/2021). Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (Ολ ΑΠ 10/2002, ΑΠ 1327/2021), όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ` αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΑΠ Ολ 34/1992, ΑΠ 1227/2021, ΑΠ 759/2006). Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτή, αποκλείεται η αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης (ΑΠ 1327/2021, ΑΠ 1559/2017), το δε δεδικασμένο δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 Κ.Πολ.Δ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατά το άρθρο 325 παρ. 2, και εκείνοι που έγιναν διάδοχοι των διαδίκων, όσο διαρκούσε η δίκη), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (άρθρα 324, 332 ΚΠολΔ). Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό, ως αμάχητη αλήθεια, όσον και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 59/2025, ΑΠ 944/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την από  8-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …./ΑΚΔ ……/8-12-2022) αγωγή που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος -αντεκκαλών, ισχυρίστηκε ότι είναι κύριος, δυνάμει των αναφερόμενων στην αγωγή συμβολαίων που μεταγράφηκαν νόμιμα, των περιγραφομένων σε αυτήν οριζόντιων ιδιοκτησιών (Κ1 κατάστημα, Δ2 διαμέρισμα, ΑΠ1 αποθήκη) πολυώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στο Κερατσίνι Αττικής και ότι έχει το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του δώματος της εν λόγω οικοδομής, που περιγράφεται ειδικότερα στην αγωγή. Ότι οι εναγόμενοι, δυνάμει του αναφερομένου στην αγωγή συμβολαίου αγοραπωλησίας που μεταγράφηκε νόμιμα, είναι συγκύριοι της στην ίδια αγωγή περιγραφόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας (Δ4), που βρίσκεται στην αυτή πολυώροφη οικοδομή. Ότι η εν λόγω οικοδομή έχει υπαχθεί στο σύστημα της κατ’ ορόφους ιδιοκτησίας των άρθρων 1002, 1117 Α.Κ. και του Ν. 3741/1929 περί οριζόντιας ιδιοκτησίας, δυνάμει του με αριθμό …./17-7-1959 νόμιμα μεταγραφέντος συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πειραιά …………., όπως συμπληρώθηκε με τη με αριθ. …../1991 πράξη της Συμβολαιογράφου Πειραιά ………… που μεταγράφηκε νόμιμα και έχει τροποποιηθεί με τη με αριθμ. …./2008 επίσης νόμιμα μεταγραφείσα πράξη τροποποίησης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της Συμβολαιογράφου Πειραιά ………., με τις οποίες ορίστηκε ρητά ότι η αποκλειστική χρήση του δώματος θα ανήκει στον ίδιο (ενάγοντα) ή στον εκάστοτε ιδιοκτήτη του Δ2 διαμερίσματος -οριζόντιας ιδιοκτησίας. Ότι με το συμβόλαιο αγοραπωλησίας της ανωτέρω οριζόντιας ιδιοκτησίας (Δ4) στους εναγομένους, ρητά ορίστηκε ότι προσχωρούν στον ανωτέρω κανονισμό και επιπλέον ότι παραχωρείται σε αυτούς το δικαίωμα να εγκαταστήσουν στο υπάρχον δώμα καυστήρα θερμάνσεως, δεξαμενή καυσίμων, ηλιακό θερμοσίφωνα και κεραία τηλεόρασης, σε σημείο που θα τους υποδείκνυε ο ενάγων. Ότι οι εναγόμενοι, από τα έτη 2011-2012 άρχισαν σταδιακά να χρησιμοποιούν αυθαίρετα το αποκλειστικής χρήσης του ενάγοντος δώμα της οικοδομής, με τους τρόπους που αναφέρονται στην αγωγή, προέβησαν δε αυθαίρετα και σε αλλαγή σωληνώσεων ύδρευσης σε βρύση του δώματος συνδέοντάς τη με το δίκτυο ύδρευσης του δικού τους διαμερίσματος τοποθετώντας και λουκέτο σε αυτή, προσβάλλοντας το δικαίωμά του πραγματικής δουλείας αποκλειστικής χρήσης του δώματος, άλλως επικουρικώς το δικαίωμα οιονεί νομής του αφού παρεμποδίζεται συνεχώς και κατ’επανάληψη στην απόλαυση του δικαιώματος αυτού, καθώς επίσης και να προβάλουν αξιώσεις για τη χρήση της ευρισκόμενης στο δώμα αποθήκης ιδιοκτησίας του, την οποία, παρά τις προφορικές διαμαρτυρίες του ενάγοντος, χρησιμοποιούν αυθαίρετα ως αποθηκευτικό χώρο, τοποθετώντας τα αντικείμενα που αναφέρονται στην αγωγή προκειμένου για την εξυπηρέτηση δικών τους αναγκών, προσβάλλοντας το δικαίωμα κυριότητάς του επ’αυτής και χωρίς να καταβάλουν οποιαδήποτε αποζημίωση για τη χρήση τους, επιδεικνύοντας την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά και εν γνώσει τους ότι ο ενάγων είναι αποκλειστικός κύριος της αποθήκης και μοναδικός δικαιούχος της αποκλειστικής χρήσης του δώματος, μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής. Ότι οι εναγόμενοι κατά το χρονικό διάστημα της παράνομης αποκλειστικής χρήσης του δώματος και της αποθήκης, αποκόμισαν ωφέλεια που συνίσταται στη μισθωτική αξία του δώματος και της αποθήκης και ανέρχεται για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του έτους 2016 μέχρι και το Δεκέμβριο του έτους 2023 στο συνολικό ποσό των 120 ευρώ μηνιαίως (ήτοι 50 ευρώ μηνιαίως για το δώμα και 70 ευρώ μηνιαίως για την αποθήκη). Ότι συνεπεία των αναφερομένων στην αγωγή δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών των εναγομένων και της περιγραφόμενης σε αυτή συμπεριφοράς τους, ο μισθωτής του ισογείου καταστήματος (Κ1) ιδιοκτησίας του ενάγοντος, αναγκάστηκε να αποχωρήσει πριν τη λήξη της μίσθωσης, παρόμοια δε συμπεριφορά εκδήλωσαν και κατά του νέου μισθωτή που εκδηλώθηκε με απειλές και ψευδείς ισχυρισμούς, επιφέροντας την πρόωρη λύση της μίσθωσης και καθιστώντας από υπαιτιότητά τους αδύνατη την εκμίσθωση του καταστήματος μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, με αποτέλεσμα, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων, ο ενάγων να απωλέσει τα αντίστοιχα μισθώματα, τα οποία θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων εάν δε μεσολαβούσε η παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων και ανέρχονται α)κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2020 μέχρι και την 31-1-2021 στο συνολικό ποσό των 5.460 ευρώ, β) κατά το χρονικό διάστημα από την 1-2-2021 έως και την 31-1-2022 στο συνολικό ποσό των 5.791,56 ευρώ, γ) κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2022 έως 31-1-2023 στο συνολικό ποσό των 6.081,12 ευρώ και δ) κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2023 έως 31-1-2023 το συνολικό ποσό των 5.839,79 ευρώ, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησε με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή Α/ αναφορικά με το δώμα, 1) να αναγνωριστεί ότι είναι ο μοναδικός δικαιούχος πραγματικής δουλείας αποκλειστικής χρήσης του δώματος της ανωτέρω οικοδομής, η οποία συστάθηκε υπέρ της Δ2 οριζόντιας ιδιοκτησίας της οποίας είναι κύριος και σε βάρος των υπολοίπων οριζοντίων ιδιοκτησιών και ιδίως της Δ4 ιδιοκτησίας των εναγομένων, 2) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και κάθε τρίτος που έλκει δικαιώματα από αυτούς να παύσουν την προσβολή του δικαιώματός του πραγματικής δουλείας αποκλειστικής χρήσης του δώματος και να του αποδώσουν την οιονεί νομή του, άλλως επικουρικώς να παύσουν κάθε είδους διατάραξη και ειδικότερα εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης που θα εκδοθεί να απομακρύνουν όλα τα αντικείμενα ιδιοκτησίας τους, που αναφέρονται στην αγωγή, 3) να καταδικαστούν οι εναγόμενοι, κατ’άρθρο 946 Κ.Πολ.Δ., εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, σε καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 3.000 ευρώ και προσωπική κράτηση δύο μηνών για κάθε ημέρα καθυστέρησης άρσης της δημιουργηθείσας παράνομης κατάστασης και μη απομάκρυνσης από το δώμα όλων των αντικειμένων ιδιοκτησίας τους, 4) να απειληθεί σε βάρος των εναγομένων, κατ’άρθρο 947 Κ.Πολ.Δ., εις ολόκληρον ευθυνομένων, χρηματική ποινή ύψους 3.000 ευρώ και προσωπική κράτηση δύο μηνών για κάθε μελλοντική παράβαση του διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί και για κάθε μελλοντική πράξη διατάραξης της οιονεί νομής του στο δώμα, καθώς και για κάθε ημέρα συνέχισης της δημιουργηθείσας παράνομης κατάστασης, Β/αναφορικά με την οριζόντια ιδιοκτησίας ΑΠ1, 1) να αναγνωριστεί ότι είναι κύριος σε ποσοστό 100% της ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας ΑΠ1 και 2) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και κάθε τρίτος που έλκει δικαιώματα από αυτούς να του αποδώσουν αυτήν, 3)άλλως επικουρικώς να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και κάθε τρίτος που έλκει δικαιώματα από αυτούς να παύσουν -άρουν κάθε είδους διατάραξη της κυριότητάς του επί της ως άνω ιδιοκτησίας και ειδικότερα εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης που θα εκδοθεί να απομακρύνουν όλα τα αντικείμενα ιδιοκτησίας του που αναφέρονται στην αγωγή, 4) να καταδικαστούν οι εναγόμενοι, κατ’άρθρο 946 Κ.Πολ.Δ., εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, σε καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 3.000 ευρώ και προσωπική κράτηση δύο μηνών για κάθε ημέρα καθυστέρησης άρσης της δημιουργηθείσας παράνομης κατάστασης και μη απομάκρυνσης από την ΑΠ1 οριζόντια ιδιοκτησία -αποθήκη, όλων των αντικειμένων ιδιοκτησίας τους, 5) να απειληθεί σε βάρος των εναγομένων, κατ’άρθρο 947 Κ.Πολ.Δ., εις ολόκληρον ευθυνομένων, χρηματική ποινή ύψους 3.000 ευρώ και προσωπική κράτηση δύο μηνών για κάθε μελλοντική παράβαση του διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί και για κάθε μελλοντική πράξη διατάραξης της νομής του στην ΑΠ1 οριζόντια ιδιοκτησία -αποθήκη, καθώς και για κάθε ημέρα συνέχισης της δημιουργηθείσας παράνομης κατάστασης, Γ/ αναφορικά με τις αξιώσεις αποζημίωσης, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, να του καταβάλουν 1)το συνολικό ποσό των 4.800 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της ωφέλειας που αποκόμισαν από την εκ μέρους τους αποκλειστική χρήση του δώματος κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2016 έως και το Δεκέμβριο του 2023,  2) το συνολικό ποσό των 6.720 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της ωφέλειας που αποκόμισαν από την εκ μέρους τους αποκλειστική χρήση της οριζόντιας ιδιοκτησίας -αποθήκης με στοιχεία ΑΠ 1 κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2016 έως και το Δεκέμβριο του 2023, 3) το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την εκ μέρους τους αποκλειστική χρήση του δώματος, 4) το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την εκ μέρους τους αποκλειστική χρήση της οριζόντιας ιδιοκτησίας -αποθήκης με στοιχεία ΑΠ 1, τα ανωτέρω δε ποσά αποζημίωσης αιτήθηκε κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, άλλως και επικουρικά κατά τα άρθρα 1096 και 1098 ΑΚ, άλλως και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο επιτόκιο επιδικίας (346 ΑΚ), άλλως επικουρικώς με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας, από την επομένη της επίδοσης της με αριθ. έκθ. κατάθ. ………./2022 αγωγής (που άσκησε για τις ίδιες αιτίες κατά των εναγομένων στους οποίους επιδόθηκε στις 15-7-2022 και από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με δήλωση που περιέχεται στην κρινόμενη αγωγή), άλλως από την επομένη της επίδοσης της παρούσας αγωγής και μέχρι την εξόφληση, Δ/ να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, να του καταβάλουν 1)το συνολικό ποσό των 23.172,47 ευρώ ως αποζημίωση για την απώλεια των μισθωμάτων από τη μη εκμίσθωση του ισογείου καταστήματος Κ1, 2) το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την απώλεια των μισθωμάτων από τη μη εκμίσθωση του ισογείου καταστήματος Κ1, 3) άλλως επικουρικώς να υποχρεωθεί διαιρετά σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας των εναγομένων να του καταβάλει το ποσό των 11.586,23 ευρώ, ως αποζημίωση για την απώλεια των μισθωμάτων από τη μη εκμίσθωση του ισογείου καταστήματος Κ1, τα ανωτέρω δε ποσά που απώλεσε από τη μη εκμίσθωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, άλλως επικουρικώς με βάση τις συμβατικές υποχρεώσεις που ανέλαβαν οι εναγόμενοι προσχωρώντας στην πράξη τροποποίησης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο επιτόκιο επιδικίας (346 ΑΚ), άλλως επικουρικώς με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας, από την επομένη της επίδοσης της από 4-5-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ……………../2022) αγωγής , άλλως από την επομένη της επίδοσης της παρούσας αγωγής και μέχρι την εξόφληση, καθώς και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 2535/2024 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία ανεστάλη η πρόοδος της δίκης μέχρι την καταβολή από τον ενάγοντα των δικαστικών εξόδων προηγούμενης δίκης και στη συνέχεια η εκκαλουμένη με αριθμό 4071/9-9-2025 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ’ουσίαν βάσιμη. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί καθ’ύλην αναρμοδιότητας, απαραδέκτου λόγω αοριστίας και λόγω σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο αντιφατικών αγωγών, έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την αγωγή, πλην α)της σωρευόμενης διεκδικητικής αγωγής, η οποία απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη, β) της δεύτερης επικουρικά σωρευόμενης βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία απορρίφθηκε προεχόντως λόγω αοριστίας και γ)του αιτήματος να υποχρεωθεί κάθε τρίτος που έλκει δικαιώματα από τους εναγομένους να παύσει κάθε διατάραξη και να την παραλείπει στο μέλλον, το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας (κατά τα οποία δεν εκκαλείται η προσβαλλόμενη απόφαση με τους λόγους της έφεσης και της αντέφεσης, επαναφέρονται όμως ορισμένοι εξ αυτών με τις προτάσεις των εκκαλούντων) και στη συνέχεια, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή ως κατ΄ουσίαν βάσιμη, 1)αναφορικά με την αγωγή ομολογήσεως δουλείας α)αναγνώρισε τον ενάγοντα μοναδικό δικαιούχο του δικαιώματος πραγματικής δουλείας αποκλειστικής χρήσης του περιγραφόμενου στο διατακτικό δώματος, β)υποχρέωσε τους εναγομένους να παύσουν τη διατάραξη του δικαιώματος αυτού και δη εντός προθεσμίας δέκα ημερών από τη δημοσίευση και κοινοποίηση της απόφασης να απομακρύνουν όλα τα αντικείμενα ιδιοκτησίας τους, τα οποία έχουν εναποθέσει σε αυτό, ήτοι χαλιά, τραπέζι, καρέκλες, παιδικό πατίνι, παιδικό ποδήλατο, λουκέτο βρύσης, γ)καταδίκασε τους εναγομένους σε χρηματική ποινή ύψους πεντακοσίων (500) ευρώ και σε προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για κάθε ημέρα καθυστέρησης άρσης της δημιουργηθείσας κατάστασης και δ) απειλήθηκε σε βάρος τους εις ολόκληρον ευθυνομένων, χρηματική ποινή ύψους πεντακοσίων (500) ευρώ και σε προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για κάθε μελλοντική παράβαση του διατακτικού και για κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής του ενάγοντος στην εν λόγω αποθήκη, 2) αναφορικά με την αρνητική αγωγή α)υποχρέωσε τους εναγομένους να άρουν κάθε είδους διατάραξη της κυριότητας του ενάγοντος επί της περιγραφόμενης στο διατακτικό ανεξάρτητης ιδιοκτησίας (αποθήκης) του δώματος με στοιχεία ΑΠ1 και ειδικότερα εντός προθεσμίας δέκα ημερών από τη δημοσίευση και κοινοποίηση της απόφασης να απομακρύνουν όλα τα αντικείμενα ιδιοκτησίας τους, ήτοι χαλιά, καρέκλες, παιδικό πατίνι, παιδικό ποδήλατο, κούτες με αποθηκευμένα πράγματα, τα οποία έχουν εναποθέσει σε αυτήν, β)καταδίκασε τους εναγομένους σε χρηματική ποινή ύψους πεντακοσίων (500) ευρώ και σε προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για κάθε ημέρα καθυστέρησης άρσης της δημιουργηθείσας παράνομης κατάστασης και γ) απειλήθηκε σε βάρος τους εις ολόκληρον ευθυνομένων, χρηματική ποινή ύψους πεντακοσίων (500) ευρώ και σε προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για κάθε μελλοντική παράβαση του διατακτικού και για κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής του ενάγοντος στην εν λόγω αποθήκη, 3) καταδίκασε τους εναγομένους, αναφορικά με την προσβολή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων του ενάγοντος, ήτοι της πραγματικής δουλείας αποκλειστικής χρήσης του δώματος και του δικαιώματος κυριότητάς του επί της αποθήκης, να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, το συνολικό ποσό των 3.800 ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επίδοσης της από 4-5-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. …………../2022) αγωγής και μέχρι την εξόφληση, 4) καταδίκασε τους εναγομένους, αναφορικά με την πρόωρη λύση της μίσθωσης του υπό στοιχεία Κ1 καταστήματος ιδιοκτησίας του ενάγοντος, να καταβάλουν στον τελευταίο, εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, το συνολικό ποσό των 5.660 ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επίδοσης της από 4-5-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ……………./2022) αγωγής και μέχρι την εξόφληση και τέλος, 5) καταδίκασε τους εναγομένους στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος την οποία καθόρισε στο ποσό των 1.230 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής, παραπονούνται με την κρινόμενη έφεση οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες και με την κρινόμενη αντέφεση ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος -αντεκκαλών, για τους αναφερόμενους στην έφεση και στην αντέφεση λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν οι μεν εκκαλούντες να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος που εκκαλείται, ώστε να απορριφθεί εν όλω η αγωγή και να καταδικαστεί ο εφεσίβλητος στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, ο δε αντεκκαλών να μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ώστε να γίνει στο σύνολό της δεκτή η αγωγή του, καθώς και να καταδικαστούν οι εφεσίβλητοι και οι αντεφεσίβλητοι, στα δικαστικά του έξοδα, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

Οι εκκαλούντες με τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου επαναφέρουν τους πρωτοδίκως προβληθέντες ισχυρισμούς τους α)περί αοριστίας της αγωγής και καθ’ύλην αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου ως προς την αγωγή ομολογήσεως δουλείας καθόσον δεν αναφέρεται η αξία που έχει η δουλεία για το δεσπόζον ακίνητο, β)περί μη νομιμότητας της επικουρικής βάσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό, γ) περί απαράδεκτης σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο διεκδικητικής αγωγής και αρνητικής αγωγής. Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί αοριστίας, οι ανωτέρω ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, η αγωγή ομολογήσεως δουλείας με το ως άνω περιεχόμενο, περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία που τη θεμελιώνουν και συγκεκριμένα α)δικαίωμα δουλείας που έχει συσταθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβλήθηκε σε μεταγραφή, β) προσβολή του δικαιώματος δουλείας, που μπορεί να είναι μερική ή ολική και κατά οποιουδήποτε προσβολέα του δικαιούχου ακόμη και κατά τρίτου, για την προσβολή εκτίθενται οι πράξεις που αντιτίθεται στην απαιτούμενη για την άσκηση της δουλείας, πραγματική κατάσταση, δηλαδή πράξεις που έγκεινται σε διατάραξη ή αφαίρεση της οιονεί νομής του δικαιούχου, ενώ δεν απαιτείται από το νόμο αντιποίηση της οιονεί νομής από τον προσβολέα ή υπαιτιότητά του, γ)αίτημα αναγνώρισης του δικαιώματος του δουλειούχου ή άρσης της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον, ενώ δεν αποκλείεται η αντικειμενική σώρευση αιτήματος αποζημίωσης εφόσον συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, καθώς και αξίωσης για απόδοση ωφελειών (βλ. ΑΠ 220/2017, ΑΠ 143/2015, ΑΠ 1382/2014, ΑΠ 1013/2014, ΑΠ 271/2007, Ν. Λεοντή, ΕρμΑΚ, 2020, τόμος 1, σελ. 2933 παρ. 2, Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, 1989, σελ. 385-388). Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής περί αδικοπραξίας εκτός της περιγραφής του ακινήτου προσδιορίζεται η δουλεία και επιπλέον αναφέρεται η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, καθώς και τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του ενάγοντος (ΑΠ 927/2011, ΑΠ 1729/2009), απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί αντιθέτου ισχυρισμών των εκκαλούντων περί αοριστίας λόγω μη αναγραφής της αξίας της δουλείας, ενώ σε κάθε περίπτωση αναφέρεται στην αγωγή η εμπορική αξία της πλήρους κυριότητας της ΑΠ1 αποθήκης και η εμπορική αξία της πραγματικής δουλείας χρησιμοποίησης του δώματος (βλ. σελ. 38), που δεν υπερβαίνουν το ποσό των 250.000 ευρώ. Αναφορικά με τη σώρευση αγωγών, εν προκειμένω η διεκδικητική αγωγή και η αρνητική αγωγή σωρεύτηκαν κατά δικονομική επικουρικότητα για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι ενέργειες των εναγομένων δεν συνιστούν αποβολή του αλλά απλή διατάραξη της κυριότητάς του, ως κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, έτι περαιτέρω η διεκδικητική αγωγή απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμη, η δε δεύτερη επικουρικά σωρευόμενη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, απορρίφθηκε προεχόντως λόγω αοριστίας και κατά τα κεφάλαια αυτά δεν εκκαλείται με έφεση του ενάγοντος (ούτε με την αντέφεση) και επομένως ελλείπει το έννομο συμφέρον των εναγομένων – εκκαλούντων. Περαιτέρω αρμόδιο καθ’ύλη δικαστήριο για την εκδίκαση της αρνητικής περί κυριότητας αγωγής, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, είναι το πολυμελές πρωτοδικείο (ΑΠ 641/2018), διότι το αντικείμενο της αγωγής αυτής δεν είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης και η σωρευόμενη αγωγή ομολογήσεως δουλείας υπάγεται, ανεξαρτήτως ποσού, στο ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο, καθόσον η δωσιδικία της συνάφειας διατηρεί το προβάδισμα έναντι των άλλων ακόμη και αποκλειστικών δικαιοδοσιών, ενόψει και της αρχής της οικονομίας της δίκης (άρθρα 18, 31, 47, 218 Κ.Πολ.Δ.), την οποία απηχεί και η κατατείνουσα στην αποφυγή της παρελκύσεως της διαδικασίας διάταξη του άρθρου 47 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία ο σχετικός ισχυρισμός των εκκαλούντων απαραδέκτως προβάλλεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (βλ. σχετ. ΑΠ 159/2018).

Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από την εκτίμηση, των με αριθ. …./7-4-2023 και …./7-4-2023 ενόρκων βεβαιώσεων των ………… και …………, που δόθηκαν ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς, με την επιμέλεια των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων -αντεφεσίβλητων, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου -αντεκκαλούντος (βλ. τη με αριθ. ……..΄/4-4-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ………..), που δεν παραστάθηκε κατά τη λήψη τους (ο ενάγων δεν προσήγαγε και δεν εξέτασε μάρτυρα) και επαναπροσκομίζονται νομότυπα, καθώς και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν και εκτιμώνται, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1286/2003 ΧρΙΔ 2004.245, ΑΠ 1428/2000 ΕλλΔνη 2000.678), συμπεριλαμβανομένων μεταξύ αυτών της προσκομιζόμενης από τον εφεσίβλητο -αντεκκαλούντα ένορκης βεβαίωσης του …………., που έχει ληφθεί στα πλαίσια άλλης πολιτικής δίκης μεταξύ των ιδίων διαδίκων, πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής κατόπιν νομίμου κλήτευσης των αντιδίκων του που δεν παραστάθηκαν κατά τη λήψη της και εκτιμάται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον κρίνεται ότι δεν λήφθηκε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη, οπότε θα ήταν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1301/2023) και της από 26-5-2021 υπεύθυνης δήλωσης της ………….., η οποία κρίνεται ότι δεν έγινε σκοπίμως, προκειμένου να χρησιμεύσει προς απόδειξη σε πολιτική δίκη (ΑΠ 143/2020), καθώς και των φωτογραφιών των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 παρ. 1, 448 παρ. 2, 449 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τη με αριθ. πρωτ. …./…../17/8-12-2018 έκθεση αυτοψίας της Γενικής Διεύθυνσης Βιώσιμης Ανάπτυξης και Κλιματικής Αλλαγής Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής Τμήμα Ελέγχου Μετρήσεων και Υδροοικονομίας Περιβάλλοντος ΠΕ Πειραιώς και Νήσων, ως και των εγγράφων που νομίμως μετ’επικλήσεως προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και λαμβάνονται υπόψη, καθόσον κρίνεται ότι δεν συντρέχει λόγος απόκρουσης αυτών, κατ’άρθρο 529 Κ.Πολ.Δ., αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει του με αριθ. ……/1957 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμ/φου Πειραιά …….., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά (τόμος …. αριθ……), περιήλθε κατά κυριότητα στους ………. και .. ………. (γονείς του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος), κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ένα οικόπεδο, επιφάνειας 184 τ.μ., που βρίσκεται στη …….. (παλαιό …….) στο Κερατσίνι Αττικής, υπό ΚΑΕΚ …………, επί του οποίου, κατόπιν της με αριθ. πρωτ. ……./1958 άδειας οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Πειραιά -Προαστίων, ανήγειραν οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο και ισόγειο όροφο. Η ανωτέρω οικοδομή διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ. και έχει υπαχθεί σε αυτές δυνάμει του με αριθ. …./17-7-1959 συμβολαίου  του Συμ/φου Πειραιά ………., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά (τόμος …. αριθ. ….), με το οποίο περιήλθε λόγω δωρεάς στην ……. (μη διαδίκου) το προς ανέγερση διαμέρισμα του πρώτου ορόφου (ήδη υπό στοιχεία Δ3) και στο οποίο (συμβόλαιο) ρητά ορίσθηκε ότι το δώμα (ταράτσα) επί του ανεγερθησομένου διαμερίσματος της δωρεοδόχου της ανωτέρω οικοδομής θα είναι της αποκλειστικής χρήσεως των προαναφερόμενων δικαιοπαρόχων του εφεσίβλητου -αντεκκαλούντος ή των καθολικών ή ειδικών διαδόχων τους. Ακολούθως δυνάμει της με αριθ. …/20-12-1991 πράξης αποδοχής κληρονομίας της Συμ/φου Πειραιά, ……….., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά (τόμος … αριθ. ….), περιήλθε στον εφεσίβλητο-αντεκκαλούντα λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα επί του ποσοστού ½ εξ αδιαιρέτου, του αποβιώσαντος στις 27-5-1991 πατέρα του (………..), ενώ το υπόλοιπο ποσοστό (1/8) της κληρονομικής μερίδας του ανωτέρω αποβιώσαντος περιήλθε με την ίδια πράξη στη μητέρα του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος -σύζυγο του αποβιώσαντος (………….). Με την ίδια πράξη τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε η αρχική σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας και η ανωτέρω οικοδομή αποτελείται από α)το υπόγειο που περιλαμβάνει μία αποθήκη που αποτελεί παράρτημα του διαμερίσματος Δ1 του ισογείου ορόφου, β)το ισόγειο που περιλαμβάνει ένα κατάστημα και ένα διαμέρισμα με στοιχεία Δ1, γ) τον πρώτο όροφο που περιλαμβάνει ένα διαμέρισμα με στοιχεία (Δ2) και δ) μελλοντικούς ορόφους δ1)δεύτερο όροφο που θα περιλαμβάνει ένα διαμέρισμα, δ2) τρίτο όροφο που θα περιλαμβάνει ένα διαμέρισμα, μετά των αναλογούντων σε κάθε μία ιδιοκτησία ποσοστών συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και ψήφων, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην ανωτέρω πράξη. Στη συνέχεια, περιήλθε στον εφεσίβλητο-αντεκκαλούντα ποσοστό 5/8 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας στις οριζόντιες ιδιοκτησίες των δικαιοπαρόχων του (ήτοι του καταστήματος του ισογείου, του υπό στοιχεία Δ1 διαμερίσματος του ισογείου, του υπό στοιχεία Δ2 διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, του μελλοντικού διαμερίσματος του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου και του μελλοντικού διαμερίσματος του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου), μετά των αναλογούντων ποσοστών συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο, δυνάμει του με αριθ. …../20-12-1991 συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας ως άνω Συμ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά (τόμος …. αριθ. …..), από τη μητέρα του (…………..), η οποία ακολούθως παραιτήθηκε από το ανήκον σε αυτήν εξ αδιαιρέτου ποσοστό του δικαιώματος της ισοβίου επικαρπίας σε όλες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, δυνάμει του με αριθ. …./26-7-2000 συμβολαίου της Συμ/φου Πειραιά, …….., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά (τόμος … αριθ. ….). Κατόπιν των ανωτέρω ο εφεσίβλητος -αντεκκαλών κατέστη αποκλειστικός κύριος των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών. Περαιτέρω με τη με αριθ. …./27-11-2008 πράξη τροποποίησης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού της Συμ/φου Πειραιά ………….., η οποία καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων (αριθ. ……./2-12-2008), στην οποία συμβλήθηκαν οι τότε συγκύριοι της οικοδομής, ορίστηκε ότι η ως άνω οικοδομή αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο (Α) πάνω από το ισόγειο όροφο, δεύτερο (Β) πάνω από το ισόγειο όροφο και τρίτο (Γ) μελλοντικό πάνω από το ισόγειο όροφο και δώμα και δημιουργήθηκαν οι εξής οριζόντιες ιδιοκτησίες : 1) το υπό στοιχεία Κ1 κατάστημα του ισογείου επιφάνειας 60 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 104/1000 εξ αδιαιρέτου, υπό ΚΑΕΚ ………, στον εκάστοτε ιδιοκτήτη του οποίου θα ανήκει κατ’αποκλειστική χρήση α) ως παρακολούθημα η υπό στοιχεία Υ1 αποθήκη του υπογείου, επιφάνειας 16,80 τ.μ. και β) ο χώρος της πρασιάς επιφάνειας 25,20 τ.μ., 2) το υπό στοιχεία Δ1 διαμέρισμα του ισογείου, επιφάνειας 48,60 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 128/1000 εξ αδιαιρέτου, υπό ΚΑΕΚ ……………, στον εκάστοτε ιδιοκτήτη του οποίου θα ανήκει  κατ’αποκλειστική χρήση ο χώρος του ακάλυπτου επιφανείας 30 τ.μ., 3) το υπό στοιχεία Δ2 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, επιφάνειας 64,60 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 137/1000 εξ αδιαιρέτου, υπό ΚΑΕΚ ………………., 4) το υπό στοιχεία Δ3 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, επιφάνειας  48 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 150/1000 εξ αδιαιρέτου, υπό ΚΑΕΚ …………….., 5) το υπό στοιχεία Δ4 διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου, επιφάνειας 111,80 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 259/1000 εξ αδιαιρέτου, υπό ΚΑΕΚ ……….., 6) το υπό στοιχεία Δ5 διαμέρισμα του μελλοντικού τρίτου ορόφου, επιφάνειας 100,04 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 221/1000 εξ αδιαιρέτου, υπό ΚΑΕΚ ………. και 7) η υπό στοιχεία ΑΠ1 αποθήκη του δώματος, επιφάνειας 9,84 τ.μ. (κατά τη σύσταση) και 9,66 τ.μ. με βάση την πολεοδομική τακτοποίηση που έγινε, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 1/1000 εξ αδιαιρέτου, υπό ΚΑΕΚ ………….. Οι ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες, πλην της υπό στοιχεία Δ3, ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα στον εφεσίβλητο -αντεκκαλούντα, μέχρι δε το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής ο τελευταίος ήταν κύριος των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών με στοιχεία Δ2, ΑΠ1, Κ1. Με την ίδια πράξη ορίστηκε ότι το δώμα, που αποτυπώνεται στο συνημμένο στην ίδια πράξη από Νοέμβριο 2008 σχέδιο κατόψεως (αρ. σχεδίου Α6) του αρχιτέκτονα μηχανικού Ευάγγελου Αντωνόπουλου, περιλαμβάνει τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, ήτοι την απόληξη του κεντρικού κλιμακοστασίου, τους φωταγωγούς και μία ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία υπό στοιχεία ΑΠ1 αποθήκη (που ανήκει ως προεκτέθηκε κατά πλήρη κυριότητα στον εφεσίβλητο-αντεκκαλούντα). Επίσης, στην ίδια πράξη, ορίστηκε ότι η αποκλειστική χρήση του δώματος (υπάρχοντος ή μελλοντικού) θα ανήκει στον εφεσίβλητο -αντεκκαλούντα ή στον εκάστοτε ιδιοκτήτη του υπό στοιχεία Δ2 διαμερίσματος -οριζόντιας ιδιοκτησίας του πρώτου ορόφου. Στο άρθρο 1 παρ. 2 του ως άνω κανονισμού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων συνιδιοκτητών ορίζεται ότι όλοι οι περιορισμοί κυριότητας σε οριζόντια ιδιοκτησία και οι υποχρεώσεις και οι απαγορεύσεις που αναφέρονται στον κανονισμό αυτό έχουν χαρακτήρα πραγματικής δουλείας σύμφωνα με το άρθρο 13 του Ν 3741/1929, κάθε δε παράβασή τους μπορεί να αποκρουσθεί από το διαχειριστή και από κάθε συνιδιοκτήτη. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι με το με αριθ. ……/14-1-2009 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμ/φου Πειραιά ………. που καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Πειραιώς και Νήσων (αριθ. 241/16-1-2009), οι εκκαλούντες -αντεφεσίβλητοι απέκτησαν την πλήρη κυριότητα κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου ο καθένας της υπό στοιχεία Δ4 οριζόντιας ιδιοκτησίας της ανωτέρω οικοδομής, η οποία κατά τον ίδιο χρόνο βρισκόταν στο στάδιο των επιχρισμάτων. Στο ίδιο συμβόλαιο ορίστηκε ότι παρέχεται το δικαίωμα στους εκκαλούντες-αντεφεσίβλητους να εγκαταστήσουν στο δώμα καυστήρα θέρμανσης και δεξαμενή καυσίμων, ηλιακό θερμοσίφωνα και κεραία τηλεόρασης, σε σημείο που θα τους υποδείκνυε ο εφεσίβλητος -αντεκκαλών και περαιτέρω ότι θα αναλάμβαναν την υποχρέωση μετεγκαταστάσεως αυτών με δαπάνες τους σε περίπτωση ανέγερσης νέου ορόφου στην οικοδομή. Επίσης, στο ίδιο συμβόλαιο ρητά αναφέρεται ότι οι εκκαλούντες -αντεφεσίβλητοι προσχώρησαν στην προαναφερόμενη (……/1959) πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, όπως αυτή συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με τις με αριθ. …../1991 και ……./2008 συμβολαιογραφικές πράξεις που προεκτέθηκαν. Σύμφωνα με την ως άνω πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμό, το δώμα (ταράτσα) της οικοδομής, που, ως προεκτέθηκε, περιλαμβάνει τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους και εγκαταστάσεις της οικοδομής, ήτοι την απόληξη του κεντρικού κλιμακοστασίου, τους φωταγωγούς, την υπό στοιχεία ΑΠ1 αποθήκη (που ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στον εφεσίβλητο-αντεκκαλούντα) και το κοινόχρηστο τμήμα του ακάλυπτου δώματος (ταράτσας), στο οποίο ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών έχει το δικαίωμα της αποκλειστικής του χρήσης υπό τη μορφή εμπράγματου δικαιώματος δουλείας υπέρ αυτού ή του εκάστοτε ιδιοκτήτη του υπό στοιχεία Δ2 διαμερίσματος και σε βάρος όλων των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, όπως αυτό εμφαίνεται στο συνημμένο στην ως άνω πράξη σχεδιάγραμμα κάτοψης και στον πίνακα κατανομής ποσοστών του αρχιτέκτονα μηχανικού Ευάγγελου Αντωνόπουλου και απεικονίζεται με τα στοιχεία α-β-γ-δ-ε-ζ-η-ι-κ-λ-μ-ν-ξ-ο-π-ρ-σ-τ-θ-φ-χ-ψ-α, στο από Απρίλιος 2022 σχεδιάγραμμα κάτοψης του ιδίου αρχιτέκτονα μηχανικού, έχει συνολική επιφάνεια 117,32 τ.μ. και περιλαμβάνει όλη την επιφάνεια του δώματος, εκτός από τους ως άνω κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους. Στην έκταση αυτή του δώματος ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών έχων στην πλήρη κυριότητά του το υπό στοιχεία Δ2 διαμερίσματος, έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης υπό τη μορφή πραγματικής δουλείας, ως και ο εκάστοτε ιδιοκτήτης του υπό στοιχεία Δ2 διαμερίσματος. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι οι εκκαλούντες-αντεφεσίβλητοι, οι οποίοι με την προσχώρησή τους στην ανωτέρω πράξη και κανονισμό, γνώριζαν το δικαίωμα αυτό του εφεσίβλητου -αντεκκαλούντος, τουλάχιστον από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2020 χρησιμοποιούσαν το δώμα της οικοδομής και προέβησαν αυθαίρετα και παράνομα σε αλλαγή της σωλήνωσης σε βρύση που είχε τοποθετήσει ο εφεσίβλητος -αντεκκαλών στο δώμα. Ειδικότερα, οι εκκαλούντες -αντεφεσίβλητοι έκαναν χρήση του δώματος τοποθετώντας ψησταριά και άλλα αντικείμενα (τραπέζι, καρέκλες, πατίνι, ποδήλατα κ.λπ.) των οποίων έκαναν χρήση, αλλά και για τον καθαρισμό των χαλιών της οικίας τους, καθώς και την αναψυχή των τέκνων τους, ιδίως με τη χρήση των ποδηλάτων τους και επιπλέον άλλαξαν τη σωλήνωση της βρύσης, συνδέοντάς τη με το δίκτυο ύδρευσης του διαμερίσματός τους και τοποθέτησαν λουκέτο σε αυτή, ώστε να μην μπορεί να τη χρησιμοποιεί ο εφεσίβλητος -αντεκκαλών. Τα παραπάνω δε έπραξαν αυθαίρετα και παράνομα αν και γνώριζαν ότι ο εφεσίβλητος -αντεκκαλών είχε το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του δώματος. Με τον πρώτο λόγο της έφεσης οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος πώλησε και μεταβίβασε, μεταξύ άλλων, την οριζόντια ιδιοκτησία με στοιχεία Δ2, το δώμα, καθώς και τον τρίτο (μελλοντικό) πάνω από το ισόγειο όροφο, δυνάμει του με αριθ. ……./26-4-2024 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών …., που καταχωρήθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Πειραιώς στις 9-5-2024, στα αναφερόμενα σε αυτό και στην έφεση πρόσωπα (μη διαδίκους στην παρούσα ή την πρωτοβάθμια δίκη) κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου και επομένως ο ενάγων δεν είναι δικαιούχος πραγματικής δουλείας επί του δώματος, ούτε κύριος της επ’αυτού ευρισκόμενης αποθήκης και η αγωγή κατά το μέρος αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης. Ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί έλλειψης νομιμοποίησης του ενάγοντος, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος (ΑΠ 1644/2007), καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 225 Κ.Πολ.Δ., η μεταβίβαση των ανωτέρω εκ των επίδικων ακινήτων από τον εφεσίβλητο (Δ2 διαμέρισμα στο οποίο ανήκει η αποκλειστική χρήση του δώματος, ΑΠ1 αποθήκη του δώματος) που έγινε (9-5-2024 οπότε καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά φύλλα του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου το συμβόλαιο αγοραπωλησίας, άρθρα 1192 αριθ. 4 και 12 Ν 2664/1998, βλ. προσκομιζόμενο απόσπασμα από τα κτηματολογικά φύλλα των ακινήτων με ημερομηνία εκτύπωσης 31-3-2026) μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας (η αγωγή επιδόθηκε στις 8-12-2022, άρθρα 221, 222, 215 Κ.Πολ.Δ.), δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης, αλλά η σχέση συνεχίζεται μεταξύ των διαδίκων, εωσότου, νομίμως περατωθεί. Μέχρι τότε μόνος νομιμοποιούμενος να διεξάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας τα επίδικα (ΑΠ 575/2019, ΑΠ 1591/2003)  και πρέπει ο περί αντιθέτου λόγος της έφεσης, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες επαναφέρουν των πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό τους ότι το κλειδί του δώματος τους είχε δοθεί από τη μητέρα του ενάγοντος …………. (αρχική ένοικο της οικοδομής που μετοίκησε το έτος 2021) με την αγορά του διαμερίσματός τους. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ακόμη και αληθής υποτιθέμενος, δεν αναιρεί την αντιποίηση του σχετικού δικαιώματος του εφεσίβλητου -αντεκκαλούντος, ο οποίος είχε αποκτήσει την πλήρη κυριότητα του Δ2 διαμερίσματος και το σχετικό δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης επί του δώματος προ της αγοράς της οριζόντιας ιδιοκτησίας από τους εκκαλούντες -αντεφεσίβλητους, δεδομένου επίσης ότι ο εφεσίβλητος -αντεκκαλών και προφορικά (και εγγράφως με την από 23-11-2022 εξώδικη απάντηση), είχε δηλώσει ότι δεν είχαν κανένα δικαίωμα να χρησιμοποιούν το δώμα, την αποκλειστική χρήση του οποίου είχε ο ίδιος, γεγονός που γνώριζαν οι εκκαλούντες με την προσχώρησή τους στον ανωτέρω κανονισμό και οι ίδιοι αναφέρουν και σε εξώδικη όχληση -διαμαρτυρία τους (βλ. σελ. 3 υπό στοιχ. γ της από 10-11-2022 εξώδικης όχλησης -διαμαρτυρίας τους που απευθύνεται προς τον εφεσίβλητο-αντεκκαλούντα στον οποίο επιδόθηκε στις 17-11-2022). Περαιτέρω, με τον έκτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες επαναφέρουν τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό τους ότι με την αγορά τους διαμερίσματός τους διαπίστωσαν ότι η βρύση του δώματος υδροδοτείτο από το μετρητή του δικού τους διαμερίσματος και προκειμένου να αποφύγουν υπέρογκες καταναλώσεις από ενοίκους της πολυκατοικίας αναγκάστηκαν να τοποθετήσουν λουκέτο. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και επιπλέον δεν αναιρεί τον παράνομο και αυθαίρετο χαρακτήρα της ενέργειάς τους να αλλάξουν αυτοβούλως τη σωλήνωση και να τοποθετήσουν λουκέτο στη βρύση του δώματος η αποκλειστική χρήση του οποίου ανήκε στον εφεσίβλητο-εκκαλούντα. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από την από 17-10-2025 βεβαίωση υδραυλικού ελέγχου και γνωμάτευση των ….. και ……….. της «………….», που προσκομίζουν το πρώτον οι εκκαλούντες -αντεφεσίβλητοι, καθόσον αυτή έχει συνταχθεί μεταγενέστερα του επίδικου χρονικού διαστήματος και βεβαιώνει μόνο την παρούσα κατάσταση. Με τον τρίτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι τα αντικείμενα επί του δώματος, που απεικονίζονται στις (χωρίς ημεροχρονολογία λήψης) φωτογραφίες που προσκόμισε ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος -αντεκκαλών, δεν τους ανήκουν, ενώ αντικρούονται, κατά τους ισχυρισμούς τους, από τις φωτογραφίες που προσκομίζουν οι ίδιοι και απεικονίζουν το δώμα κενό και ισχυρίζονται, το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι αυτά ανήκουν στους νέους ιδιοκτήτες (ειδικούς διαδόχους του ενάγοντος στο Δ2 διαμέρισμα, στο δώμα και στην αποθήκη ΑΠ1). Ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλούντων είναι αβάσιμος, καθόσον η περιγραφή των αντικειμένων αναφέρεται και στο δικόγραφο της αγωγής που έχει ασκηθεί το έτος 2022, δηλαδή σε χρόνο πριν την επικαλούμενη από τους εκκαλούντες μεταβίβαση σε τρίτους, ενώ η επικαλούμενη από τους εκκαλούντες ένοικος της οικοδομής …………, έχει μετοικήσει από το έτος 2015 από την ως άνω οικοδομή (βλ. υπεύθυνη δήλωση της ίδιας) και επομένως δεν δικαιολογείται η διατήρηση αντικειμένων της ίδιας ή των εγγονών της στην οικοδομή κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενέργειες των εκκαλούντων -αντεφεσίβλητων προσβάλλουν το απόλυτο δικαίωμα πραγματικής δουλείας αποκλειστικής χρήσης του δώματος που έχει συσταθεί υπέρ του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος και σε βάρος των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, με τη μορφή της διατάραξης της οιονεί νομής του, καθώς παρεμποδίζεται στην απόλαυση του εν λόγω εμπράγματου δικαιώματός του. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή ομολογήσεως δουλείας και αναγνώρισε ότι ο ενάγων είναι ο μοναδικός δικαιούχος του δικαιώματος πραγματικής δουλείας αποκλειστικής χρήσης του δώματος στην έκταση επιφάνειας 117,32 τ.μ. της ανωτέρω οικοδομής, η οποία συστάθηκε υπέρ της οριζόντιας ιδιοκτησίας υπό στοιχεία Δ2, κυριότητας του ενάγοντος και υποχρέωσε τους εναγομένους να παύσουν τη διατάραξη και να απομακρύνουν όλα τα αντικείμενα ιδιοκτησίας τους, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι στην οριζόντια ιδιοκτησία -αποθήκη με τα στοιχεία ΑΠ1 που βρίσκεται στο δώμα και ανήκει κατά τα προεκτεθέντα στην κυριότητα του εφεσίβλητου -αντεκκαλούντος, οι εκκαλούντες-αντεφεσίβλητοι περί το μήνα Μάιο του έτους 2022, τοποθέτησαν αυθαίρετα και παράνομα σύρμα επί της θύρας αυτής, καθώς και εναπόθεσαν διάφορα αντικείμενα εντός αυτής, διαταράσσοντας με τον τρόπο αυτόν την κυριότητα του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος επί της ανωτέρω αποθήκης. Με τον τέταρτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ο πρώτος εξ αυτών τοποθέτησε σύρμα στην πόρτα της αποθήκης, η οποία ήταν παλαιά και σαθρή, προκειμένου να μη διαταράσσεται η ησυχία από τους θορύβους που προκαλούσε με τον άνεμο εξαιτίας καιρικών συνθηκών και όχι με πρόθεση διατάραξης της κυριότητας του ενάγοντος, ενώ με τον πέμπτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι τα αντικείμενα εντός της αποθήκης του δώματος, που απεικονίζονται στις φωτογραφίες που προσκόμισε ο ενάγων δεν τους ανήκουν, δεδομένου ότι και άλλοι ένοικοι της οικοδομής έχουν μικρά παιδιά. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εκκαλούντων -αντεφίβλητων δεν αποδεικνύονται βάσιμοι, αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω ενέργειές τους έλαβαν χώρα αυθαίρετα και παράνομα και χωρίς τη συναίνεση του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος. Η ύπαρξη δε των αντικειμένων ιδιοκτησίας τους εντός της αποθήκης, εκτός από τις φωτογραφίες που προσκομίζονται, περιγράφεται και στην αγωγή αλλά και στην 6-10-2022 ένορκη βεβαίωση του υιού του εκκαλούντος που δόθηκε στα πλαίσια προηγούμενης αγωγής μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκανε δεκτή την αρνητική αγωγή ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγομένους και ήδη εκκαλούντες -αντεφεσίβλητους να άρουν κάθε είδους διατάραξη της κυριότητας του ενάγοντος επί της ΑΠ 1 αποθήκης και να απομακρύνουν όλα τα αντικείμενα ιδιοκτησίας τους (χαλιά, καρέκλες, παιδικό πατίνι, παιδικό ποδήλατο, κούτες με αποθηκευμένα πράγματα) που έχουν τοποθετήσει σε αυτή. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες αν και γνώριζαν το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του δώματος και ότι η αποθήκη ΑΠ1 ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα του εφεσίβλητου -αντεκκαλούντος, κατά παράβαση του κανονισμού και γνωρίζοντας ότι προσβάλουν τα εμπράγματα δικαιώματα του τελευταίου, έκαναν αυθαίρετη και παράνομη χρήση του δώματος και της αποθήκης με τους τρόπους που προεκτέθηκαν, χωρίς έννομη σχέση και χωρίς να καταβάλουν κανένα ποσό για την αιτία αυτή στον δικαιούχο εφεσίβλητο -αντεκκαλούντα. Πρόκειται δε περί αστικού ακινήτου με πρόσοψη σε κεντρική οδό, σε περιοχή όπου τα ακίνητα προορίζονται για κατοικίες, αλλά και για εγκαταστάσεις επιχειρήσεων συνεργείων αυτοκινήτων και καταστημάτων και το δώμα της ανωτέρω οικοδομής δύναται να αξιοποιηθεί ως επιπλέον βοηθητικός χώρος και η επ’αυτού αποθήκη ως αποθηκευτικός χώρος εμπορευμάτων, αντίστοιχα, ενός καταστήματος ή επιχείρησης. Η ωφέλεια που αποκόμισαν οι εκκαλούντες από τη χρήση του δώματος συνίσταται στη μισθωτική αξία των επιδίκων που ανέρχεται κατά το χρόνο της χρήσης α)για το δώμα από το Σεπτέμβριο του έτους 2020 μέχρι και το Δεκέμβριο του 2023 στο ποσό των 50 ευρώ μηνιαίως και β)για την αποθήκη από το μήνα Μάιο του έτους 2022 μέχρι και το Δεκέμβριο του 2023 στο ποσό των 70 ευρώ μηνιαίως. Με τον έβδομο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες-αντεφεσίβλητοι αποδίδουν στην εκκαλούμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι το δώμα και η επ’αυτού αποθήκη δεν ήταν δυνατόν να εκμισθωθούν λόγω της κατάστασης της αποθήκης (σαθρή πόρτα) και της έλλειψης συντήρησης στα κάγκελα του δώματος σε συνδυασμό με το ότι η οικοδομή δεν διαθέτει ανελκυστήρα και ως εκ τούτων ουδεμία ωφέλεια αποκόμισαν. Ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλούντων είναι αβάσιμος, καθόσον, αφενός μεν το όφελος της αποκλειστικής χρήσης, δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, ωφέλεια που αποκόμισαν από τη χρήση σε βάρος του δικαιούχου εφεσίβλητου -αντεκκαλούντος, αφετέρου δε, ενόψει της θέσης, της κατάστασης και του προορισμού τους, είναι δυνατή η εκμετάλλευσή τους με τον τρόπο που προσδιορίζεται κατά τα ανωτέρω. Επομένως η ωφέλεια που αποκόμισαν οι εκκαλούντες -αντεφεσίβλητοι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα χρήσης του δώματος, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ (ήτοι 50 ευρώ Χ40 μήνες) και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα χρήσης της αποθήκης του δώματος, στο συνολικό ποσό των 1.400 ευρώ (ήτοι 70 ευρώ Χ 20 μήνες). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως εν σχέσει με τα ανωτέρω, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί αντιθέτου λόγων της έφεσης, καθώς και του πρώτου λόγο της αντέφεσης, με τον οποίο ο αντεκκαλών παραπονείται για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα για εσφαλμένο υπολογισμό του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο οι αντεφεσίβλητοι αποκόμισαν ωφελήματα  από την αποκλειστική χρήση του δώματος και της ΑΠ1 αποθήκης, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του είναι μεγαλύτερο αναγόμενο τουλάχιστον στο έτος 2016 και δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών, εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εκκαλούντων -αντεφεσίβλητων, υπέστη ηθική βλάβη, λόγω του ότι δοκίμασε συναισθήματα στενοχώριας, πικρίας και αγωνίας για την περιουσία του και την οικονομική εκμετάλλευση αυτής, για την αποκατάσταση της οποίας το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το βαθμό του πταίσματος των εκκαλούντων, το μέγεθος, το είδος και την έκταση της προσβολής που υπέστη ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών, ως προεκτέθηκαν, την ψυχική αναταραχή του και την εν γένει στενοχώρια και ταλαιπωρία που δοκίμασε, σε συνδυασμό με την ηλικία αυτού και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, καθορίζει στο εύλογο, κατά την κρίση του και βάσει της αρχής της αναλογικότητας, συνολικό ποσό των 400 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη και συγκεκριμένα σε 200 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή του εμπράγματου δικαιώματος της πραγματικής δουλείας και σε 200 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, από την προσβολή του εμπράγματου δικαιώματος της κυριότητας επί της ως άνω αποθήκης, τα οποία κρίνονται δίκαια και εύλογα μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων (άρθρο 932 Α.Κ.) και πρέπει να του επιδικαστούν, γενομένου τοιουτοτρόπως εν μέρει δεκτού ως ουσιαστικώς βάσιμου του σχετικού αγωγικού κονδυλίου. Κατά συνέπεια, έτσι, που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε στον ανωτέρω ενάγοντα τα πιο πάνω ποσά για την ανωτέρω αιτία, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 932 Α.Κ., δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και κατά συνέπεια δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, αφού, όπως προκύπτει από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθόρισε τα ποσά αυτά, αφού στάθμισε όλες τις κρίσιμες κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. περιστάσεις που αφορούν την ένδικη περίπτωση, όπως αυτές δέχτηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν και αναφέρονται παραπάνω, δηλαδή όλα τα στοιχεία που αποτελούν, τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του σκοπού της διάταξης του άρθρου 932 Α.Κ.. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αντέφεσης με τον οποίο ο αντεκκαλών παραπονείται για το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής του βλάβης εξαιτίας της αποκλειστικής χρήσης του δώματος και της ΑΠ1 οριζόντιας ιδιοκτησίας, ανερχόμενης κατά τους ισχυρισμούς του στο συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών από το έτος 2000 εκμίσθωνε το κατάστημα κυριότητάς του, με στοιχεία Κ1 του ισογείου της ανωτέρω οικοδομής, σε τρίτους, προκειμένου να το χρησιμοποιούν ως συνεργείο αυτοκινήτων (βλ. προσκομιζόμενα από 15-6-2000 και από 14-12-3009 ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης). Ειδικότερα με το από 23-4-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών εκμίσθωσε το ανωτέρω κατάστημα μετά της υπογείου αποθήκης στον ……………, προκειμένου να το χρησιμοποιεί ως συνεργείο αυτοκινήτων-συστημάτων πέδησης (φρένα), αντί μηνιαίου μισθώματος που ορίστηκε αρχικά στο ποσό των 420 ευρώ, ενώ η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε τριετής (από 1-5-2014 έως 30-4-2017), μετά τη λήξη της οποίας συνεχίστηκε και η διάρκειά της ορίστηκε με τη με αριθ. ……./14-2-2019 δήλωση προς την ΑΑΔΕ μέχρι και την 31-12-2021 με το ίδιο μίσθωμα. Στις 14-7-2017 ο πρώτος εκκαλών-αντεφεσίβλητος προέβη σε κλήση της αστυνομίας εκφράζοντας παράπονα μεταξύ άλλων και κατά του μισθωτή διότι είχε λυμένους κινητήρες εντός του συνεργείου με ανοιχτές θύρες και επίσης δήλωσε ότι είχε αναρτημένες δύο πινακίδες σε σιδερένια κολώνα, καθώς και αναβατόρια βαρέου τύπου για την ανύψωση οχημάτων (βλ. το με αριθ. πρωτ. …………….΄/2017 απόσπασμα ημερήσιου δελτίου οχήματος της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής Διεύθυνση Άμεσης Δράσης Αττικής). Στις 8-8-2017 οι εκκαλούντες προέβησαν σε εξώδικη όχληση -διαμαρτυρία προς τον ήδη εφεσίβλητο-αντεκκαλούντα, μεταξύ άλλων, για τις οχλήσεις (θορύβους, οσμές και αναθυμιάσεις, ρύπανση κλπ) που υφίστανται από τη λειτουργία του καταστήματος ως συνεργείου αυτοκινήτων. Στις 5-12-2017, μετά από το 2-11-2017 αίτημα-καταγγελία του πρώτου εκκαλούντος-αντεφεσίβλητου, κλιμάκιο υπαλλήλων του Τμήματος Ελέγχου Μετρήσεων και Υδροοικονομίας Περιβάλλοντος ΠΕ Πειραιά και Νήσων, Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής, Γενική Δ/νση Βιώσιμης Ανάπτυξης και Κλιματικής Αλλαγής της Περιφέρειας Αττικής, διενήργησε αυτοψία στο εν λόγω κατάστημα για τη μέτρηση του εκπεμπόμενου θορύβου από τη λειτουργία των μηχανημάτων της δραστηριότητας και τον έλεγχο των κραδασμών και οσμών και συντάχθηκε η από 5-12-2017 έκθεση αυτοψίας. Περί τις αρχές Φεβρουαρίου του 2019 οι εκκαλούντες διαμαρτυρήθηκαν εκ νέου για τη λειτουργία του συνεργείου με την από 28-1-2019 εξώδικη -δήλωση -διαμαρτυρία που επιδόθηκε στο μισθωτή και στον εφεσίβλητο-αντεκκαλούντα στις 6 και 7-2-2019 αντίστοιχα. Στις 25-2-2018 οι εκκαλούντες υπέβαλαν ένσταση-προσφυγή ενώπιον της Γενικής Δ/νσης Μεταφορών και Επικοινωνιών Περιφερειακής Ενότητας Πειραιώς Τεχνικό Τμήμα, με αίτημα την ανάκληση της βεβαίωσης νόμιμης λειτουργίας του ανωτέρω συνεργείου, η οποία απορρίφθηκε δυνάμει της με αριθ. πρωτ. ………/6-3-2019 απάντησης της ανωτέρω υπηρεσίας. Στις 27-2-2019 οι εκκαλούντες -αντεφεσίβλητοι προέβησαν εκ νέου σε καταγγελία ενώπιον της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών ΠΕ Πειραιώς Τεχνικό Τμήμα, βάσει της οποίας διενεργήθηκε αυτοψία στις 8-3-2019. Στις 23-1-2020 κλήθηκε εκ νέου η αστυνομία για διατάραξη από εργασίες εντός του συνεργείου, κατά τον έλεγχο δε που διενεργήθηκε διαπιστώθηκε ότι δεν τελούνταν εργασίες στο χώρο και ουδέν περί διατάραξης διαπιστώθηκε (βλ. το με αριθ. πρωτ. …………΄/2020 απόσπασμα ημερήσιου δελτίου οχήματος της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής Διεύθυνση Άμεσης Δράσης Αττικής). Στη συνέχεια οι εκκαλούντες -αντεφεσίβλητοι άσκησαν την από 12-3-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. …………../2020) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά του ήδη εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος και κατά του ως άνω μισθωτή (ως προς τον οποίο δήλωσαν στη συνέχεια παραίτηση λόγω αποχώρησής του από το μίσθιο κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής) και ζητούσαν, μεταξύ άλλων, να παύσει ο ήδη εφεσίβλητος-αντεκκαλών να χρησιμοποιεί το ισόγειο κατάστημα ως συνεργείο αυτοκινήτων και εν γένει ως κατάστημα εντός του οποίου θα υπάρχουν εύφλεκτα, δύσοσμα και βαριά πράγματα, που επηρεάζουν την ασφάλεια, τη στατική ικανότητα της οικοδομής και την εμφάνισή της, καθώς και μηχανήματα ή εργαλεία που προκαλούν ενοχλητικό θόρυβο, κραδασμούς, εξατμίσεις ή αναθυμιάσεις, διότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, η χρήση αυτή αντιβαίνει στον ……./2008 κανονισμό της πολυκατοικίας. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 2016/2021 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου (ειδική διαδικασία), με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσία αβάσιμη και η απόφαση αυτή επιδόθηκε στους ήδη εκκαλούντες στις 5-10-2021 και δεν ασκήθηκε κατ’αυτής κανένα ένδικο μέσο (σύμφωνα με το με αριθ. ……/15-11-2021 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς) και κατέστη τελεσίδικη, ως έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση και δεν αμφισβητείται κατά τούτο από τους διαδίκους. Με την ίδια απόφαση (2016/2021) κρίθηκε ότι ο τότε μισθωτής από το έτος 2017 για τις όποιες παραβάσεις της σχετικής νομοθεσίας (και οι οποίες διαπιστώθηκαν από τις αρμόδιες αρχές) αναφορικά με τη λειτουργία της συγκεκριμένης δραστηριότητας, είχε συμμορφωθεί με τις υποδείξεις των αρμοδίων υπηρεσιών στην κείμενη νομοθεσία, καθώς και ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε παράνομη συμπεριφορά ή υπαιτιότητα του ιδιοκτήτη του ισογείου καταστήματος. Τα ανωτέρω καλύπτονται, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, από το δεδικασμένο που παράγεται από την ανωτέρω απόφαση, όπως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτομένων των περί αντιθέτου ισχυρισμών των εκκαλούντων -αντεφεσίβλητων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω μισθωτής, λόγω της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί από τους εκκαλούντες-αντεφεσίβλητους με τις συνεχείς οχλήσεις και καταγγελίες τους αναφορικά με τη λειτουργία του συνεργείου αυτοκινήτου στο εν λόγω κατάστημα ιδιοκτησίας του ήδη εφεσίβλητου -αντεκκαλούντος, αναγκάστηκε να αποχωρήσει από το μίσθιο στις 31-12-2019, πριν τη συμβατική λήξη της μίσθωσης (31-12-2021), (βλ. ιδ. τη με αριθ. …….. δήλωση προς την ΑΑΔΕ), αφού λόγω των ενεργειών των εκκαλούντων -εναγομένων προκαλείτο συνεχής διατάραξη της λειτουργίας της επιχείρησής του. Η ανωτέρω συμπεριφορά των εκκαλούντων -αντεφεσίβλητων ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων την πρόωρη λύση της μίσθωσης και συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία του εφεσίβλητου -αντεκκαλούντος ιδιοκτήτη του καταστήματος, αφού απώλεσε τα μισθώματα που θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και αν δεν μεσολαβούσε η παράνομη συμπεριφορά των εκκαλούντων -αντεφεσίβλητων, θα συνέχιζε η μίσθωση και θα κατέβαλε στον εφεσίβλητο -αντεκκαλούντα τα αντίστοιχα μισθώματα τουλάχιστον μέχρι και την 31-1-2021 και επομένως ο τελευταίος υπέστη αντίστοιχη περιουσιακή ζημία. Με τον όγδοο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες-αντεφεσίβλητοι επαναφέρουν τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό τους ότι η μη σύννομη λειτουργία της επιχείρησης επί του μισθωμένου καταστήματος, αποτελούσε ενάσκηση νομίμου δικαιώματός τους για την προάσπιση δικαιώματος οικιακής ειρήνης και ομαλής διαβίωσης στην οικία τους. Ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων -αντεφεσίβλητων, πέραν της αοριστίας του, είναι αβάσιμος, καθόσον ο ανωτέρω μισθωτής ήδη από το έτος 2017 είχε συμμορφωθεί ως προς τις υποδείξεις των αρμοδίων υπηρεσιών (ως έγινε δεκτό με την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου), του είχε χορηγηθεί βεβαίωση νόμιμης λειτουργίας της επιχείρησής του στο συγκεκριμένο κατάστημα, η οποία παρά την ένσταση που υπέβαλαν οι εκκαλούντες δεν ανακλήθηκε και κρίθηκε ότι ορθώς χορηγήθηκε, γεγονός που τους γνωστοποιήθηκε, έκτοτε δε δεν βεβαιώθηκε παράβαση κατά τη λειτουργία της επιχείρησης σε βάρος του μισθωτή ή του ιδιοκτήτη, παρά τις προαναφερόμενες καταγγελίες και αναφορές των εκκαλούντων προς την αστυνομική αρχή και τις λοιπές δημόσιες υπηρεσίες , ωστόσο οι εκκαλούντες προέβησαν και στην άσκηση της ανωτέρω αγωγής και επομένως κρίνεται ότι κατά κατάχρηση έγινε υπέρβαση των ορίων του δικαιώματος εν γνώσει των εκκαλούντων και συνεπώς δεν συντρέχει λόγος άρσης του αδίκου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό προεχόντως ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας και ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, απορριπτομένου του σχετικού λόγου της έφεσης ως αβάσιμου. Οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο της έφεσης περί μη σύννομης λειτουργίας της επιχείρησης του συνεργείου αυτοκινήτων που στεγαζόταν στο ανωτέρω κατάστημα του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος, θεμελιούμενοι στο περιεχόμενο της προαναφερόμενης έκθεσης αυτοψίας και σε αυτήν που διενεργήθηκε μεταγενέστερα το συμπέρασμα της οποίας περιέχεται στο με αριθ. πρωτ. ………/12-3-2019 έγγραφο της ανωτέρω υπηρεσίας, των εξώδικων δηλώσεών τους και των λοιπών ενεργειών τους που εμπίπτουν στο ίδιο χρονικό διάστημα, έχουν κριθεί με την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται ούτε από τις προσκομιζόμενες από τους εκκαλούντες -αντεφεσίβλητους ένορκες βεβαιώσεις που δεν ενισχύονται από τα έγγραφα των δημοσίων υπηρεσιών, ούτε και από την υπεύθυνη δήλωση πρώην ενοίκου της οικοδομής, η οποία κατά δήλωσή της είχε αποχωρήσει από το έτος 2015. Επίσης οι εκκαλούντες -αντεφεσίβλητοι ισχυρίζονται με τον ίδιο λόγο της έφεσης ότι η αιτία αποχώρησης του μισθωτή δεν ήταν οι ενέργειές τους, κατά τη διάρκεια των οποίων ο ίδιος εξακολουθούσε να λειτουργεί καθ’υπέρβαση, κατά τους ισχυρισμούς τους, της άδειας λειτουργίας, επιδεικνύοντας αδιαφορία τόσον ο ίδιος όσο και ο ιδιοκτήτης για τις οχλήσεις και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, αλλά η λήψη περιοριστικών μέτρων και συγκεκριμένα η αναστολή λειτουργίας των επιχειρήσεων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού και εκ του λόγου αυτού η επιχείρηση δεν θα λειτουργούσε γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τη μη εκμίσθωση του καταστήματος μετά την αποχώρηση του μισθωτή. Ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο οι εκκαλούντες-αντεφεσίβλητοι  επιχειρούν να θεμελιώσουν έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς τους και της πρόωρης λύσης της μίσθωσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον παρά τη θέσπιση διατάξεων που αφορούσαν μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, υφίστατο ενεργή σύμβαση μίσθωσης μεταξύ του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος και του ανωτέρω μισθωτή και επιπλέον σε επιχειρήσεις για τις οποίες είχαν ληφθεί ειδικά και έκτακτα μέτρα περί αναστολής ή προσωρινής απαγόρευσης λειτουργίας για προληπτικούς ή κατασταλτικούς λόγους που σχετίζονται με τον κορωνοϊό COVID-19, προκειμένου να διασφαλισθεί η στήριξη της κοινωνίας και της επιχειρηματικότητας και η ομαλή λειτουργία της αγοράς και της δημόσιας διοίκησης, είχαν ληφθεί μέτρα που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις με ευνοϊκές ρυθμίσεις (επιχορηγήσεις, απαλλαγές κλπ), μεταξύ άλλων για τους επιχειρηματίες αλλά και για τους μισθωτές επαγγελματικής μίσθωσης και επομένως δεν δικαιολογείται εξ αυτού του λόγου η πρόωρη λύση της μίσθωσης. Επίσης οι εκκαλούντες το πρώτον με τις προτάσεις τους ισχυρίζονται ότι η αιτία αποχώρησης του μισθωτή ήταν η πρόθεσή του να διακόψει οριστικά την ατομική του επιχείρηση ως και έπραξε την 30-6-2020 και για τη θεμελίωση του ισχυρισμού τους προσκομίζουν εκτύπωση της μερίδας της επιχείρησης από το ΓΕΜΗ με αριθ. ………. Ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο οι εκκαλούντες -αντεφεσίβλητοι επιχειρούν να θεμελιώσουν έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς τους και της πρόωρης λύσης της μίσθωσης, ελέγχεται αβάσιμος, καθόσον και αληθής υποτιθέμενος ότι αφορά την εν γένει επαγγελματική  δραστηριότητα του ανωτέρω μισθωτή και όχι μόνο και την τυπική διαγραφή της δραστηριότητάς του στο συγκεκριμένο κατάστημα, απέχει χρονικά από την πρόωρη λύση της ανωτέρω μίσθωσης (31-12-2019), ούτε κατά τον ίδιο χρόνο αποδείχτηκε ότι ο μισθωτής είχε τέτοιο σκοπό, αντίθετα δεν δικαιολογείται από τις προπαρασκευαστικές ενέργειές του να συνάψει σύμβαση μίσθωσης την 14-2-2019 με τριετή διάρκεια, καθώς και να προβεί σε παρατάσεις και ανανεώσεις των συμβάσεων διαχείρισης αποβλήτων της επιχείρησής του, εάν η πρόθεσή του ήταν να διακόψει την επιχειρηματική του δραστηριότητα. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εκκαλούντων-αντεφεσίβλητων προκάλεσε αιτιωδώς, ζημία στον εφεσίβλητο -αντεκκαλούντα και δη την πρόωρη λύση της μίσθωσης από το μίσθιο κατάστημα ιδιοκτησίας του και θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη αυτών, καθόσον παραβίασαν την εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς τους, ο εφεσίβλητος -αντεκκαλών απώλεσε τα μισθώματα που θα εισέπραττε σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αν δεν μεσολαβούσε η παράνομη συμπεριφορά των εκκαλούντων -αντεφεσίβλητων, θα συνέχιζε τη μίσθωση του καταστήματός του τουλάχιστον μέχρι την 31-1-2021 και επομένως υπέστη αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που συνίσταται στα μισθώματα που θα εισέπραττε από την 1-1-2020 (επομένη της λύσης της μίσθωσης) μέχρι και την 31-1-2021, που ανέρχονται στο ποσό των 420 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στο ποσό των 5.460 ευρώ (420 ευρώ Χ 13 μήνες). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση  έκρινε ομοίως εν σχέσει με τα ανωτέρω, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις και τις αποδείξεις ορθά εκτίμησε, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί αντιθέτου ισχυρισμών των εκκαλούντων που προβάλλονται με σχετικούς λόγους της έφεσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών, εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εκκαλούντων -αντεφεσίβλητων, υπέστη ηθική βλάβη, λόγω του ότι δοκίμασε συναισθήματα στενοχώριας, πικρίας και αγωνίας για την περιουσία του και την οικονομική εκμετάλλευση αυτής, για την αποκατάσταση της οποίας το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το βαθμό του πταίσματος των εκκαλούντων, το μέγεθος, το είδος και την έκταση της προσβολής που υπέστη ο εφεσίβλητος-αντεκκαλών, ως προεκτέθηκαν, την ψυχική αναταραχή του και την εν γένει στενοχώρια και ταλαιπωρία που δοκίμασε, σε συνδυασμό με την ηλικία αυτού και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, καθορίζει στο εύλογο, κατά την κρίση του και βάσει της αρχής της αναλογικότητας, ποσό των 200 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, το οποίο κρίνεται δίκαιο και εύλογο μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων (άρθρο 932 Α.Κ.) και πρέπει να του επιδικαστεί, γενομένου τοιουτοτρόπως εν μέρει δεκτού ως ουσιαστικώς βάσιμου του σχετικού αγωγικού κονδυλίου. Κατά συνέπεια, έτσι, που έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε στον ανωτέρω παθόντα-ενάγοντα το πιο πάνω ποσό για την ανωτέρω αιτία, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 932 Α.Κ., δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και κατά συνέπεια δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, αφού, όπως προκύπτει από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθόρισε το ποσό αυτό, αφού στάθμισε όλες τις κρίσιμες κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. περιστάσεις που αφορούν την ένδικη περίπτωση, όπως αυτές δέχτηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν και αναφέρονται παραπάνω, δηλαδή όλα τα στοιχεία που αποτελούν, τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του σκοπού της διάταξης του άρθρου 932 Α.Κ.. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αντέφεσης κατά το σκέλος αυτού με το οποίο ο αντεκκαλών παραπονείται για το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που κατά τους ισχυρισμούς του ανέρχεται στο ποσό των 1.000 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι οι εκκαλούντες-αντεφεσίβλητοι επέδειξαν παρόμοια ή απειλητική-εριστική συμπεριφορά με προφορικές δηλώσεις τους ή με διαδόσεις διαμέσου τρίτων και στο νέο μισθωτή (…………….) του ανωτέρω καταστήματος του εφεσίβλητου -αντεκκαλούντος, που κατά τους ισχυρισμούς του επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί από 1-2-2022 ως έκθεση αυτοκινήτων, ούτε ότι με πράξεις ή παραλείψεις τους, ή κατά παράβαση του κανονισμού, προκάλεσαν στο νέο μισθωτή την απόφαση να προβεί σε πρόωρη λύση της μίσθωσης. Μόνη  η προσκομιζόμενη από τον εφεσίβλητο-αντεκκαλούντα δήλωση προς την ΑΑΔΕ στην οποία αναφέρεται ως λόγος λύσης της μίσθωσης η ασυμφωνία λειτουργίας άδειας καταστήματος, ουδόλως αποδεικνύει ότι οφείλεται σε ενέργειες ή παραλείψεις των εκκαλούντων -αντεφεσίβλητων, ούτε και από το προσκομιζόμενο από 23-1-2021 πρωτόκολλο παράδοσης παραλαβής μισθίου -λύση της μίσθωσης, στο οποίο δεν αναγράφεται η αιτία της λύσης της μίσθωσης, μπορεί να συναχθεί αντίθετο συμπέρασμα, ενώ όσα περιέχονται στην προσκομιζόμενη από τον αντεκκαλούντα ένορκη βεβαίωση του υιού του σχετικά με τη συμπεριφορά των εκκαλούντων προς τους υποψήφιους μισθωτές, η οποία ως προεκτέθηκε δόθηκε στα πλαίσια προηγούμενης αγωγής και λαμβάνεται υπόψη μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεν προέρχονται από δική του άμεση αντίληψη, ούτε εισφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκανε δεκτό κατά ένα μέρος ως ουσία βάσιμο το σχετικό αγωγικό κονδύλιο αποζημίωσης, υποχρεώνοντας τους εναγομένους και ήδη εκκαλούντες -αντεφεσίβλητους να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο -αντεκκαλούντα το συνολικό ποσό των 5.460 ευρώ που αντιστοιχεί στα απωλεσθέντα μισθώματα μέχρι και την 31-1-2021 και καθόρισε το ύψος της ηθικής βλάβης στο ανωτέρω ποσό, απέρριψε δε το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο ως ουσία αβάσιμο κατά το μέρος που αφορά το χρονικό διάστημα από 1-2-2021 έως 31-1-2023, κατά την κύρια βάση της αγωγής περί αδικοπραξίας και κατά την επικουρική βάση της αγωγής, ήτοι της ενδοσυμβατικής ευθύνης των εκκαλούντων -αντεφεσίβλητων αναφορικά με την πρόωρη λύση της μίσθωσης που είχε συνάψει ο εφεσίβλητος -αντεκκαλών με τον μισθωτή ……………., ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο τρίτος λόγος της αντέφεσης με τον οποίο ο αντεκκαλών παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την αξίωση αποζημίωσης για τα απωλεσθέντα μισθώματα και για το ύψος της ηθικής βλάβης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι της έφεσης και της αντέφεσης προς έρευνα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι της έφεσης και της αντέφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα, καθώς και η έφεση και η αντέφεση στο σύνολό τους ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες έφεση και αντέφεση ως κατ΄ουσίαν αβάσιμες και τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου και των αντεφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας στην έφεση και στην αντέφεση, αντίστοιχα, πρέπει να επιβληθούν κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους σε βάρος των εκκαλούντων για την έφεση και σε βάρος του αντεκκαλούντος για την αντέφεση, λόγω της ήττας τους (άρθρα 191 παρ. 2, 183, 176 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Επίσης, λόγω της ήττας των εκκαλούντων, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τους τελευταίους κατά την κατάθεση της έφεσης, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε του Κ.Πολ.Δ.) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων α) την από 23-6-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …./ΑΚΕΜ …./23-10-2025) έφεση και β) την από 24-2-2026 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …./ΕΑΚ …../26-2-2026) αντέφεση, κατά της με αριθμό 4071/2025 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (τακτική διαδικασία).

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ουσίαν την έφεση και την αντέφεση.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας ως ακολούθως : 1) στην από 23-6-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …./ΑΚΕΜ …./23-10-2025) έφεση, υπέρ του εφεσίβλητου και σε βάρος των εκκαλούντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ και 2) στην από 24-2-2026 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΓΑΚ …./ΕΑΚ …./26-2-2026) αντέφεση, υπέρ των αντεφεσίβλητων και σε βάρος της αντεκκαλούντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του, καταβληθέντος από τους εκκαλούντες κατά την κατάθεση της ως άνω έφεσης και αναφερόμενου στο σκεπτικό, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στον Πειραιά στις   4/6/2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά στις    29 Ιουνίου    2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ