ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αριθμός απόφασης 452/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
4ο Τμήμα
Αποτελούμενο από τον δικαστή, Ηλία Σταυρόπουλο, εφέτη, τον οποίο όρισε η πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του Εφετείου Πειραιά και τη γραμματέα, Σ.Φ..
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ……… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των εκκαλουσών: 1) Της εταιρείας «………….» (ΑΦΜ ……), ως διαχειρίστριας της εταιρείας «…………..» και 2) Της εταιρείας «………….» (ΑΦΜ ………), ως διαχειρίστριας της εταιρείας………………., που εκπροσωπήθηκαν και οι δύο από την πληρεξούσια δικηγόρο, Μελίνα Χατζηνούσκα (Δ.Ε. Χαρακτινιώτης και Συνεργάτες).
Του εφεσίβλητου: Του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e-ΕΦΚΑ) (ΑΦΜ …….), με έδρα την Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα και εν προκειμένω από τον Διευθυντή του Περιφερειακού ΚΕΑΟ Πειραιά, Βορείου και Νοτίου Αιγαίου το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο, Ανδριάννα Στίγκα.
Το εφεσίβλητο άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την με αρ. κατ. ………./2023 ανακοπή για τη μεταρρύθμιση πίνακα κατάταξης και η δεύτερη εκκαλούσα άσκησε την με αρ. κατ. …………../2024 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, τις οποίες το δικαστήριο συνεκδίκασε ερήμην της πρώτης εκκαλούσας και με την με αρ. 2971/2025 απόφαση απέρριψε την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση και δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή.
Την οριστική αυτή απόφαση προσέβαλαν οι εκκαλούσες (καθ’ ης η ανακοπή και αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα) με την με αρ. κατ. ……./2025 έφεση προς το δικαστήριο τούτο, η οποία ορίστηκε να συζητηθεί (με την με αρ. κατ. ……/2025 πράξη κατ. Εφετ Πειρ.) τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το εφεσίβλητο άσκησε την πρωτοδίκως κριθείσα ανακοπή κατά πίνακα κατάταξης και εναντίον της πρώτης εφεσίβλητης, ως διαχειρίστριας της εταιρείας ειδικού σκοπού «…………….», για την απαίτησης της οποίας αυτή κατατάχθηκε, με την οποία ζήτησε τη μεταρρύθμισή του, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ’ αυτήν. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρώτο βαθμό, η δεύτερη εφεσίβλητη με την ιδιότητα της διαχειρίστριας άλλης εταιρείας ειδικού σκοπού, της ……………, στην οποία, μετά την κατάταξη, μεταβιβάστηκε από την πρώτη εταιρεία ειδικού σκοπού («…………..») η απαίτηση που κατατάχθηκε, άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης εφεσίβλητης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδικάζοντας την ανακοπή και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ερήμην της καθ’ ης πρώτης εφεσίβλητης, δημοσίευσε την εκκαλουμένη με την οποία έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή και απέρριψε την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι, επειδή η καθ’ ης η ανακοπή και η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα ήταν το αυτό νομικό πρόσωπο, δεν ήταν τρίτο πρόσωπο που δεν συμμετείχε στη δίκη της ανακοπής και, επομένως, δεν δικαιούταν να ασκήσει αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση. Εναντίον αυτής της απόφασης ασκήθηκε η υπό κρίση έφεση νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 518 παρ. 2, παράβολο ……./2025), με την οποία οι εκκαλούσες παραπονούνται για την απόρριψη της αυτοτελώς πρόσθετης παρέμβασης ως απαράδεκτης, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, αλλά και για την κατ’ ουσίαν παραδοχή της ανακοπής λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων. Η έφεση αυτή είναι τυπικά δεκτή και, όσον αφορά την πρώτη εκκαλούσα με την ιδιότητα της ερημοδικασθείσας καθ’ ης η ανακοπή, πρέπει να γίνει δεκτή και κατ’ ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση (ΚΠολΔ 528), όσον αφορά δε τη δεύτερη εκκαλούσα, η έφεση πρέπει να γίνει επίσης δεκτή και κατ’ ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, αφού, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, αφού η δεύτερη εκκαλούσα, αν και το ίδιο νομικό πρόσωπο με την πρώτη εκκαλούσα, παραδεκτά άσκησε την ένδικη αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση με διαφορετική ιδιότητα, αυτή της διαχειρίστριας διαφορετικής εταιρείας ειδικού σκοπού από αυτήν της οποίας ήταν με την ιδιότητα της καθ’ ης η ανακοπή, στην οποία (επόμενη εταιρεία) μεταβιβάστηκε η απαίτηση από την προηγούμενη εταιρεία ειδικού σκοπού (βλ. τις 16.2.2024 σύμβαση πώλησης απαιτήσεων και σύμβαση διαχείρισης αυτών που καταχωρήθηκαν στο δημόσιο βιβλίου του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αρ. ….. και ….. αντίστοιχα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούσες), μετά την κατάταξη αυτής με τον προσβαλλόμενο πίνακα, στις έννομες σχέσεις της οποίας με το αντίδικο ανακόπτον εκτείνεται η ισχύς της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 83).
Με την ανακοπή του το ανακόπτον (εφεσίβλητο) παραπονέθηκε αφενός μεν γιατί όχι νόμιμα η υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν συμπεριέλαβε στις προς κατάταξη απαιτήσεις του και την με αρ. ……./2.1.2023 αναγγελία του, ποσού 55.718,46 ευρώ που κοινοποίησε νόμιμα σ’ αυτήν την 12.1.2023 (βλ. σχετικό αποδεικτικό επίδοσης της δικ. επιμ. …………..) και το κατέταξε μόνο για την απαίτησή του, ποσού 4.336,72 ευρώ, που ανήγγειλε (με αρ. ……/2.1.2023) επίσης νόμιμα, αφετέρου δε, γιατί κατέταξε την καθ’ ης η ανακοπή (πρώτη εκκαλούσα) για την απαίτησή της, για την οποία επιβλήθηκε κατάσχεση και διενεργήθηκε ο αναγκαστικός πλειστηριασμός του ακινήτου, προνομιακά ως ενυπόθηκη δανείστρια, ενώ αυτή δεν ήταν εξοπλισμένη με υποθήκη, αμφισβητώντας έτσι το ειδικό προνόμιο της απαίτησης. Η ανακοπή αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 979 παρ. 2 σε συνδ. αρθρ. 10 και 11 ν.δ. της 26.6/10.7.1944, 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998, 51 παρ. 1 και 51Α Ν. 4387/2016) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν ως προς τους λόγους της.
Από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται με τις προτάσεις τους οι διάδικοι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με τον με αρ. …………../26.7.2023 πίνακα κατάταξης της υπαλλήλου του πλειστηριασμού, συμβ/φου Μεγάρων Αττικής, …………, έγινε διανομή του εκπλειστηριάσματος, συνολικού ποσού 28.100 ευρώ, που επιτεύχθηκε από τον διενεργηθέντα στις 28.12.2022 με επίσπευση της πρώτης εκκαλούσας αναγκαστικό πλειστηριασμό ακινήτου του οφειλέτη ………….. Το εφεσίβλητο αναγγέλθηκε για απαιτήσεις του από ασφαλιστικές εισφορές σε βάρος του οφειλέτη συνολικού ποσού (55.718,46 + 4.336,72) 60.055,18 ευρώ (υπ’ αρ. …………/2.1.2023 και ………/2.1.2023 αναγγελίες), ζητώντας την κατάταξή του με το γενικό προνόμιο (ΚΠολΔ 975 αρ.3) και η πρώτη εκκαλούσα ως διαχειρίστρια της εταιρείας ειδικού σκοπού «……………….», αναγγέλθηκε για απαιτήσεις τής εκπροσωπούμενης απ’ αυτήν εταιρείας σε βάρος του οφειλέτη συνολικού ύψους 215.025,79 ευρώ, από δάνειο που είχε λάβει από την «……………….», η οποία (απαίτηση) είχε μεταβιβαστεί στην ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού με την από 30.4.2020 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νόμιμα καταχωρημένη στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (…../30.4.2020). Για την απαίτηση αυτή ζήτησε να καταταχθεί προνομιακά ως ενυπόθηκη για το ποσό των 34.249,71 ευρώ, για το οποίο είχε εγγραφεί υποθήκη, νόμιμα καταχωρημένη στο Κτηματολογικό Γραφείο Νίκαιας (βλ. το ……../9.7.2013 πιστοποιητικό του ΚΓ Νίκαιας) και για το υπόλοιπο ποσό 180.776,08 ευρώ ζήτησε να καταταχθεί ως εγχειρόγραφη. Η αναγγελία αυτή της εκκαλούσας και μόνο ως προς το αίτημά της για προνομιακή κατάταξη δεν ήταν νόμιμη, καθόσον δεν προέκυψε, ούτε και επικαλέστηκε, ότι κατά τη μεταβίβαση της απαίτησης από την πωλήτρια τράπεζα στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την ως άνω σύμβαση, που καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, καταχωρήθηκε στα ίδια βιβλία βεβαίωση και σχετική μνεία σε περίληψη του σχετικού βάρους της υποθήκης που εξασφάλιζε την απαίτηση, όπως επιβάλλεται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 του Ν. 4354/2015, με αποτέλεσμα, ελλείψει της σχετικής δημοσιότητας, να μην έχει εξοπλιστεί η μεταβιβασθείσα στην εταιρεία ειδικού σκοπού απαίτηση με υποθήκη και να μην μπορεί να καταταχθεί με ειδικό προνόμιο στο επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα. Μετά από αυτά οι απαιτήσεις που έπρεπε να καταταχθούν ήταν οι αναγγελθείσες του εφεσιβλήτου εξοπλισμένες με γενικό προνόμιο (ΚΠολΔ 975 αρ. 3) και η αναγγελθείσα εγχειρόγραφη της πρώτης εκκαλούσας, εκ των οποίων οι μεν πρώτες, συνολικού ποσού 60.055,18 ευρώ έπρεπε να καταταχθούν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 977 παρ. 3 εδφ. προτελευταίο του ΚΠολΔ, στο 70% του εκπλειστηριάσματος μετά την αφαίρεση των εξόδων (3.568,235 ευρώ), που δεν αμφισβητούνται, (28.100 – 3.568,24 = 24.531,76 Χ 0,70 =17.172,23 ευρώ) και να λάβει το εφεσίβλητο το ποσό των 17.172,23 ευρώ, η δε δεύτερη εγχειρόγραφη, ποσού 215.025,79 ευρώ, έπρεπε να καταταχθεί στο εναπομένον ποσό του εκπλειστηριάσματος (δηλαδή στο 30% του μετά την αφαίρεση των εξόδων εκπλειστηριάσματος), ήτοι 7.359,53 ευρώ και να λάβει η πρώτη εκκαλούσα το ποσό αυτό. Με τον ως άνω πίνακα κατάταξης εσφαλμένα το εφεσίβλητο κατατάχθηκε με γενικό προνόμιο μόνο για το ποσό των 4.336,72 ευρώ και η πρώτη εκκαλούσα κατατάχθηκε με ειδικό προνόμιο για το ποσό των 17.134,27 ευρώ και ως εγχειρόγραφη για το ποσό των 2.453,17 ευρώ. Μετά τα ανωτέρω η ανακοπή και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση έπρεπε να γίνουν εν μέρει δεκτές και να ακυρωθεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης, ως προς τις ως άνω κατατάξεις και να καταταχθεί το εφεσίβλητο ως γενικός προνομιούχος δανειστής στο ποσό των 17.172,23 ευρώ και η πρώτη εφεσίβλητη ως εγχειρόγραφη δανείστρια στο ποσό των 7.359,53 ευρώ. Το παράβολο της έφεσης πρέπει να επιστραφεί στον καταθέσαντα και τα δικαστικά έξοδα αυτού του βαθμού, ως προς την πρώτη εκκαλούσα που δεν παραστάθηκε πρωτοδίκως, και τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών των λοιπών διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της δυσχερούς εφαρμογής των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (ΚΠολΔ 183, 179).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται την έφεση.
Εξαφανίζει την με αρ. 2971/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Διακρατεί την υπόθεση και συνεκδικάζει την ανακοπή και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
Δέχεται εν μέρει αυτές.
Ακυρώνει τον με αρ. ……./26.7.2023 πίνακα κατάταξης της υπαλλήλου του πλειστηριασμού, συμβ/φου Μεγάρων Αττικής, ………………, ως προς την κατάταξη της πρώτης εκκαλούσας και του εφεσιβλήτου.
Κατατάσσει το εφεσίβλητο ως γενικό προνομιούχο δανειστή στο ποσό των 17.172,23 ευρώ και την πρώτη εφεσίβλητη ως εγχειρόγραφη δανείστρια στο ποσό των 7.359,53 ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στον καταθέσαντα.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα αυτού του βαθμού, ως προς την πρώτη εκκαλούσα που δεν παραστάθηκε πρωτοδίκως, και τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών των λοιπών διαδίκων.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους, στον Πειραιά, στις 2.7.2026
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ