ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Αριθμός 453/2026
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
Τμήμα 4ο
Αποτελούμενο από τον δικαστή, Ηλία Σταυρόπουλο, εφέτη, τον οποίο όρισε η πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του Εφετείου Πειραιά και τη γραμματέα, Σ.Φ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την ………… για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ……………) [ΑΦΜ ……..], με έδρα την Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη υπόχρεη διάδικος και διαχειρίστρια των απαιτήσεων της εταιρείας με την επωνυμία ………….., με έδρα το …… Ιρλανδίας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος, Μαρίνα Σούλα (Δ.Ε. Βασιλογεώργης – Παρσάνος – Ασημακοπούλου) με δήλωση (ΚΠολΔ 242 παρ. 2).
Των εφεσιβλήτων: 1) ………….. και 2) …………., τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος, Χριστόδουλος ΚΟΝΤΟΣ με δήλωση (ΚΠολΔ 242 παρ. 2).
Οι εφεσίβλητοι ανακόπτοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την με αρ. κατ. …………./2025 ανακοπή τους κατά της εκτέλεσης. Το δικαστήριο με την 3367/2025 απόφαση έκανε δεκτή αυτήν ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο ανακόπτοντα και απέρριψε αυτήν ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη ανακόπτουσα.
Την οριστική αυτή απόφαση προσέβαλε η εκκαλούσα καθ’ ης η ανακοπή με την με αρ. κατ. ………../2025 έφεση, η οποία ορίστηκε να συζητηθεί (με την με αρ. ………../2025 εκθ. κατ. Εφετείου) τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 3367/2025 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ασκήθηκε, ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο, νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 518 παρ. 1, αρ. παραβόλου …………../2025). Είναι, συνεπώς, τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία. Ως προς τη δεύτερη, όμως, εφεσίβλητη ως προς την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή με την εκκαλουμένη, η έφεση είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, αφού η εκκαλούσα δεν ηττήθηκε πρωτοδίκως ούτε και επικαλείται έννομο συμφέρον στην άσκηση αυτής ως νικήσασα διάδικος (ΚΠολΔ 516).
Με την υπό κρίση έφεσή της η εκκαλούσα, ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, που κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου έκανε δεκτή την ανακοπή του πρώτου εφεσίβλητου και ακύρωσε την επιταγή προς εκτέλεση του απογράφου της ένδικης διαταγής πληρωμής και την επιβληθείσα αναγκαστική κατάσχεση ακινήτων. Ειδικότερα, με σχετικό λόγο της ανακοπής του ανακόπτοντος πρώτου εφεσιβλήτου, που έγινε δεκτός με την εκκαλουμένη, ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι η προσβαλλόμενη από 17.10.2024 επιταγή προς εκτέλεση κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου της υπ’ αρ. ……/2024 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της επ’ αυτής στηριζόμενης με αρ. ……./16.12.2024 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων του δικαστικού επιμελητή …………….. έπρεπε να ακυρωθούν, γιατί η εν λόγω επιταγή δόθηκε κάτω από απλό φωτοτυπικό αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής και όχι επικυρωμένου από δικηγόρο ή από άλλο αρμόδιο προς τούτο πρόσωπο. Ο λόγος αυτός έπρεπε να απορριφθεί, γιατί, όπως προέκυψε από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή η επισπεύδουσα την εκτέλεση – καθ’ ης η ανακοπή εξέδωσε αντίγραφο από το εις χείρας της με αρ. ……./2024 πρώτο εκτελεστό απόγραφο, την ακρίβεια της αντιγραφής του οποίου βεβαίωσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της στο σώμα της επιταγής, αναγράφοντας επί λέξει ότι: «ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο εκ του εις χείρας μου πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθ. ……./2024 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο επικυρώνω…». Η περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη επιταγή επικύρωση του ακριβούς φωτοαντιγράφου του απογράφου, που δίνει ταυτόχρονα και την παραγγελία στον δικαστικό επιμελητή για επίδοση του ως άνω εκτελεστού τίτλου είναι αρκετή, δεδομένου ότι το αντίγραφο του απογράφου και η επιταγή, με την οποία συγχρόνως βεβαιώνεται και η ακρίβεια του αντιγράφου, έχουν συρραφεί σε ένα ενιαίο έγγραφο, στα ενδιάμεσα κενά φύλλα έχει τεθεί η υπογραφή του άνω δικηγόρου και στο τέλος υπάρχει η από 17.10.2024 επιταγή. Δεν ήταν απαραίτητη η χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, ούτε έχει σημασία το σημείο που έχει τεθεί η σχετική έγγραφη βεβαιωτική πράξη του πληρεξουσίου δικηγόρου, ακόμη και στην περίπτωση που η επιταγή δεν συντάχθηκε χειρόγραφα κάτω ακριβώς από το αντίγραφο του απογράφου, διατύπωση, η οποία δεν επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας, αλλά με μηχανική αποτύπωση σε αυτοτελές πρόσθετο φύλλο, το οποίο επισυνάφθηκε στο αντίγραφο του απογράφου, με αποτέλεσμα να αποτελεί ένα σώμα με αυτό. Συνεπώς δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι στον ανακόπτοντα επιδόθηκε αντίγραφο του πρώτου απογράφου, δηλαδή αντίγραφο του πρωτοτύπου της διαταγής πληρωμής, που περιέχει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 918 παρ. 1 εδ. 2 ΚΠολΔ εκτελεστήριο τύπο και όχι απλό αντίγραφο της διαταγής πληρωμής, ώστε ο σχετικός λόγος της ανακοπής ήταν απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε αυτόν ως βάσιμο έσφαλε, γι’ αυτό και ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός κατ’ ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιο αυτό, στη συνέχεια δε να διακρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί ο σχετικός λόγος ανακοπής. Μετά την απόρριψη αυτού του λόγου πρέπει να διερευνηθούν οι λοιποί λόγοι ανακοπής του πρώτου εφεσίβλητου που δεν ερευνήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής ισχυρίστηκε ότι η επιβληθείσα αναγκαστική κατάσχεση έγινε με βάση την ως άνω από 17.10.2024 επιταγή προς εκτέλεση για την είσπραξη απαίτησης χρεωλυτικών δόσεων και τόκων συνολικού ποσού 98.628,94 ευρώ, που έχει παραγραφεί, αφού από το χρόνο καταγγελίας της δανειακής σύμβασης (18.3.2014) μέχρι την επίδοση της προσβαλλόμενης επιταγής (13.11.2024) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής ισχυρίστηκε ότι η ως άνω επιταγή (17.10.2024) ήταν άκυρη λόγω αοριστίας της, γιατί επιτάσσεται με αυτήν να καταβάλει τόκους υπερημερίας επί του κεφαλαίου 66.886,32 ευρώ από 22.2.2014 μέχρι εξοφλήσεως με επιτόκιο υπερημερίας το συμβατικό επιτόκιο πλέον 2,5 εκατοστιαίων μονάδων, ανατοκιζομένων των τόκων ανά εξάμηνο, χωρίς να προσδιορίζεται στην επιταγή το ύψος των επιτασσόμενων τόκων υπερημερίας επί του κεφαλαίου, οι οποίοι γεννήθηκαν στο διάστημα από 22.2.2014 μέχρι την ημερομηνία σύνταξης της επιταγής, ενώ δεν αναφέρεται σ’ αυτήν αλλά ούτε και στον εκτελεστό τίτλο το επιτόκιο υπερημερίας, ούτε το ισχύον συμβατικό επιτόκιο κατά το χρόνο έναρξης (22.2.2014). Με τον πέμπτο λόγο ανακοπής ισχυρίστηκε ότι η επιβληθείσα κατάσχεση ήταν άκυρη γιατί η επίδοση του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης που απευθυνόταν στον ίδιο, ο οποίος ήταν απών κατά την κατάσχεση, δεν έγινε στον ίδιον προσωπικά, που κατοικεί στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, αλλά την επόμενη ημέρα στη σύνοικο σύζυγό του.
Σε σχέση με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής αυτός πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος, γιατί μόνο όταν ο καθ’ ου η εκτέλεση είναι παρών, την ημέρα της κατασχέσεως και αρνείται την παραλαβή της κατασχετήριας εκθέσεως, δεν είναι επιτρεπτή η έμμεση επίδοση (σε σύνοικο, με θυροκόλληση κοκ), αλλά πρέπει να γίνει αποκλειστικά και μόνον στο παρόντα οφειλέτη, και σε περίπτωση αρνήσεώς του να το παραλάβει να συνταχθεί έκθεση από τον ίδιο το δικαστικό επιμελητή. Όταν, όμως, ο καθ’ ου η εκτέλεση απουσιάζει την ημέρα της κατασχέσεως επιβάλλεται (ΚΠολΔ 955 και 995 παρ. 1, εδ β) η επίδοση την επόμενη της κατασχέσεως ημέρα, προθεσμία που παρεκτείνεται κατά 5 και 8 ημέρες αντίστοιχα, εάν ο καθ’ ου η εκτέλεση έχει την κατοικία του σε δήμο διαφορετικό από τον τόπο κατασχέσεως. Ο νομοθέτης δεν προβλέπει στις ως άνω νομοθετικές διατάξεις ότι η επίδοση πρέπει να γίνεται ατομικά στον ίδιο τον οφειλέτη αυτοπροσώπως, αποκλεισμένης έτσι κάθε άλλης έμμεσης επιδόσεως (λ.χ. στο σύνοικο, ή με θυροκόλληση, ή σε τρίτα πρόσωπα λ.χ. όταν η επίδοση γίνεται με βάση τον Κανονισμό 1734/2020, επειδή ο οφειλέτης είναι κάτοικος εξωτερικού ή νοσηλευόμενος, στρατιωτικός, κρατούμενος, κάτοικος εξωτερικού ή αγνώστου διαμονής), άλλως αν πραγματικά το επιθυμούσε θα το προέβλεπε με ρητή γραμματική διατύπωση. Διαφορετική ερμηνεία των ως άνω διατάξεων, όπως αυτή που υιοθετεί ο ανακόπτων εφεσίβλητος, θα οδηγούσε σχεδόν πάντοτε σε ακύρωση της κατάσχεσης και ματαίωση της εκτέλεσης, αφού ο καθ’ ου θα μπορούσε είτε ηθελημένα είτε εξαιτίας ενός άλλου αντικειμενικού γεγονότος (λ.χ. νοσηλείας), να μην παραλάβει ποτέ την κατασχετήρια έκθεση (ΓνωμΕισΑΠ 1/2025 δημ ΝΟΜΟS).
Σε σχέση με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, γιατί αρκεί στην επιταγή ο διαχωρισμός κατά κεφάλαιο και τόκους, όπως γίνεται στην ένδικη επιταγή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της ανακοπής, χωρίς να χρειάζεται να προσδιορίζεται το ακριβές ποσό των τόκων, ούτε το επιτόκιο υπερημερίας, συμβατικό ή νόμιμο, αφού το ποσό των τόκων μπορεί να βρεθεί με απλό αριθμητικό υπολογισμό με βάση το κεφάλαιο, το επιτόκιο υπερημερίας που είναι το συμβατικό επιτόκιο, που αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής, προσαυξημένο κατά 2,5 εκατοστιαίων μονάδων, ανατοκιζομένων των τόκων ανά εξάμηνο και το διαδραμόν χρονικό διάστημα από 22.2.2014 μέχρι την εξόφληση.
Σε σχέση με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι προέκυψε ότι στην με αρ. ……….. σύμβαση δανείου που υπέγραψαν ο εφεσίβλητος ανακόπτων και η «…………….», από την οποία απορρέει και η απαίτηση για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η ένδικη εκτέλεση, προβλέφθηκε ρητά ότι σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής δύο ή περισσότερων συνεχόμενων τοκοχρεωλυτικών δόσεων εν όλω ή εν μέρει, η δανείστρια δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση, οπότε γίνεται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και το μη ληξιπρόθεσμο μέρος του δανείου, και να εισπράξει το σύνολο της οφειλής, όπως και έγινε εν προκειμένω με την από 5.3.2014 εξώδικη καταγγελία της τράπεζας που επιδόθηκε στον εφεσίβλητο στις 18.3.2014, οπότε, έκτοτε, δεν οφείλονται πια τοκοχρεωλυτικές δόσεις αλλά το σύνολο της δανειακής οφειλής που υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την επίδοση της επιταγής (13.11.2024). Μετά τα ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου ανακοπής πρέπει η ανακοπή του πρώτου εφεσίβλητου να απορριφθεί. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στον καταθέσαντα και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών μεταξύ των διαδίκων λόγω δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (ΚΠολΔ 183, 179).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την έφεση ως προς την δεύτερη εφεσίβλητη και δέχεται αυτήν ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο.
Εξαφανίζει την 3367/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο.
Διακρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της ανακοπής.
Απορρίπτει αυτήν.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στον καταθέσαντα.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 2.7.2026
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ