Μενού Κλείσιμο

Αριθμός απόφασης 455/2026

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αριθμός  455/2026

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Παπαδογρηγοράκου, Εφέτη και Σωκράτη Γαβαλά, Εφέτη-Εισηγητή και από τη Γραμματέα Ε.Δ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την  ……………., προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της Εκκαλούσας: Της Ναυτικής Εταιρείας, με την επωνυμία «…………..», εδρεύουσας στη …. (…….) (Α.Φ.Μ. ………..- Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης) και εκπροσωπούμενης νόμιμα, που παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου της Ιωάννη Γιαννάτου (A.M.Δ.Σ.Α. …..), (βλ. το υπ’ αριθμόν Π ……./19-11-2024 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Α.- άρθρο 61 Ν. 4194/2013).

Της Εφεσίβλητης: Της Ανώνυμης Εταιρείας, με την επωνυμία «………….», και το διακριτικό τίτλο «…………...», που εδρεύει στον Πειραιά (…….), όπως νομίμως εκπροσωπείται, που παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου δια των πληρεξούσιων Δικηγόρων της Κίμωνα Γκιουλιστάνη (Δ.Σ.Π. ……), (βλ. το υπ’ αριθμόν Α ………../15-10-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Π.- άρθρο 61 Ν. 4194/2013) και Ιωάννας Δ. Τσίκα (Δ.Σ.Π. ……….), (βλ. το υπ’ αριθμόν Α ………./15-10-2025 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Π.- άρθρο 61 Ν. 4194/2013)

Η ενάγουσα εταιρεία άσκησε σε βάρος της εφεσίβλητης εταιρείας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 13/01/2020 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με γενικό αριθμό κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) …/13-01-2020 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) …/13-01-2020.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 561/2020 (μη οριστική) απόφαση, με την οποία, αφού το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε εαυτόν αναρμόδιο, παρέπεμψε την ένδικη υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Ακολούθως, η υπόθεση εισήχθη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την από 31.03.2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …/(Ε.Α.Κ.Δ.) …/31.03.2022 κλήση της ενάγουσας Εταιρείας και εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 1.761/03-06-2023 (οριστική) απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε λόγω πλασματικής ερημοδικίας της ενάγουσας Εταιρείας για μη καταβολή του δικαστικού ενσήμου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτήν.

Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα Εταιρεία άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 15/12/2023 έφεσή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου (Γ.Α.Κ.) ……/18-12-2023 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ) …/18-12-2023 και στη συνέχεια στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με γενικό αριθμό κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) …./29-12-2023 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) ../29-12-2023.

Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 128/2025 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε ματαιωθείσα η συζήτηση της ένδικης υπόθεσης λόγω μη νομότυπης παράστασης των διαδίκων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτήν.

Στη συνέχεια, η εκκαλούσα άσκησε την από 18 Μαρτίου 2025 κλήση της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης (Γ.Α.Κ.) ……/2025 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Ε.Α.Κ.Δ.) ……./2025, δικάσιμος δε ορίστηκε αυτή, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και εκδικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων.

Οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις απόψεις τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσαν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

(Ι) Νόμιμα, εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 15/12/2023 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) ……/ (Ε.Α.Κ. Δ.) …/2025 έφεση της ενάγουσας εταιρείας με την από 18 Μαρτίου 2025 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …/(Ε.Α.Κ.Δ.) …/2025 κλήση της εκκαλούσας μετά την έκδοση της υπ’ αριθμόν 128/2025 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε ματαιωθείσα η συζήτηση της εφέσεως.

(ΙΙ) Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσας με το ν. δ. 53/1974 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης του 1950 για τα δικαιώματα του ανθρώπου, καθιερώνεται η προστασία του δικαιώματος του διαδίκου να διατυπώσει τις απόψεις του ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι διατάξεις όμως αυτές δεν αποκλείουν παράλληλα στον κοινό νομοθέτη, να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και δαπανήματα και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς την λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και περαιτέρω να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από τις εν λόγω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας. Στο πλαίσιο αυτό επιτρεπτά επιβάλλεται από το Ν. ΓΠΟΗ/1912 η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου επί των αναφερομένων στις διατάξεις του αποτιμητών σε χρήμα αγωγών, χωρίς εντεύθεν να αναιρείται ή περιορίζεται το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακροάσεως του διαδίκου από τη δικονομική συνέπεια της ερημοδικίας του, σε περίπτωση παραλείψεώς του να ανταποκριθεί στην εν λόγω υποχρέωσή του, που καθιερώνεται με τα άρθρα 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 και 7 παρ. 1 του Ν.Δ/τος 1544/1942 (ΑΠ 2031/2017, ΑΠ 675/2010). Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 και 8 του ν. ΓΠΟΗ/1912 “Περί δικαστικών ενσήμων”, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν.Δ/τος 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 του Ν.Δ/τος 4189/1961, η παράλειψη προκαταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου κατά τα άρθρα 2 και 3 του ν. ΓπΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, δεν επάγεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζητήσεώς της, αλλά ο παραλείπων την καταβολή ενάγων λογίζεται κατά νόμιμο πλάσμα, ως μη εμφανιζόμενος, και δικάζεται ερήμην (ΑΠ 5/2020), με επακόλουθο να απορρίπτεται η αγωγή του, λόγω πλασματικής ερημοδικίας, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 272 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτή τέθηκε σε ισχύ με τη διάταξη του άρθρου 30 του Ν. 3994/25.07.2011 (Α.Π. 84/2015, Α.Π. 204/2014, Α.Π. 1572/2013, Α.Π. 567/2012). Η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό και όχι για τυπικό λόγο, γεγονός, που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου σχετικά με την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής, εάν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (Α.Π. 1572/2013, Α.Π. 1337/2011). Κατά της αποφάσεως, που απορρίπτει την αγωγή λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας μπορεί να είναι η άρση της ειρημένης παραλείψεως, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του άνω τέλους. Αν ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται. Μετά δε την εξαφάνισή της χωρεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, νέα συζήτηση της υποθέσεως, κατά την οποία ο ενάγων, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, έχει τη δυνατότητα να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως μπορούσε να προτείνει χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 538/2019, ΑΠ 668/2015, ΑΠ 1572/2013, ΑΠ 1095/2006), καθώς η συζήτηση της υπόθεσης τυγχάνει προφορική. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ο ενάγων σε περίπτωση, που δικάστηκε πρωτοδίκως ερήμην και απορρίφθηκε η αγωγή του λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, μολονότι δεν είχε υποχρέωση καταβολής αυτού, μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, προβάλλοντας ως λόγο την έλλειψη υποχρέωσής του να καταβάλει δικαστικό ένσημο, οπότε το Εφετείο, εάν κρίνει βάσιμο το λόγο αυτό, θα κάνει δεκτή την έφεση και θα εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα (Α.Π. 181/2023, Α.Π. 65/2022 Δημοσιευμένες στην Ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου).

Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση έφεση κατά της  υπ’ αριθμόν 1.761/2023 (οριστικής) αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε  την 03α Ιουνίου 2023, κατά την τακτική διαδικασία ερήμην της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας εταιρείας και απέρριψε κατ’ ουσία την από 13/01/2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …/(Ε.Α.Κ.Δ.)…../13-01-2020 αγωγή της, λόγω μη προσκόμισης του αναλογούντος στο αγωγικό αίτημα τέλους δικαστικού ενσήμου, έχει ασκηθεί, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν παρήλθε η καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από το χρόνο έκδοσης αυτής, την 03η Ιουνίου 2023, κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ. Α΄87/23.07.2015) σε συνδυασμό με τη μη επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης σε οποιονδήποτε διάδικο για γνώση του και για τις νόμιμες συνέπειες, αφού δεν προσκομίζεται είτε έκθεση επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης είτε αντίγραφο αυτής με επισημείωση Δικαστικού Επιμελητή για επίδοση αυτής, ενώ παράλληλα δεν προτείνεται ισχυρισμός για εκπρόθεσμη άσκηση της, με αποτέλεσμα να μην έχει αρχίσει να διαδράμει η προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 1 εδ. Β Κ.Πολ.Δ., καθώς το δικόγραφο της υπό κρίση εφέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την 18-12-2023 (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 499, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ενώ για το παραδεκτό αυτής έχει καταβληθεί το υπ’ αριθμόν . ….. παράβολο του Ελληνικού Δημοσίου αξίας εκατόν πενήντα (150,00) €, αφετέρου δε έχει κατατεθεί από την υπόχρεο προς τούτο το υπ’ αριθμόν …….. . τέλος δικαστικού ενσήμου, το οποίο και επισυνάφθηκε στην υπό κρίση έφεση, κατά την άσκηση αυτής. Πρέπει επομένως η έφεση να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη στο σύνολό της, σύμφωνα  με όσα προεκτέθηκαν  στη νομική σκέψη της παρούσας,  να διακρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και να ερευνηθεί περαιτέρω η ένδικη αγωγή της εκκαλούσας εταιρείας ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση (524 παρ.1, 532, 533 παρ. 1, 535 παρ. 1, 528 ΚΠολΔ). Τέλος το παράβολο, που η εκκαλούσα εταιρεία προκατέβαλε κατά την κατάθεση της εφέσεώς της, πρέπει να αποδοθεί σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔ).

(ΙΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 Α του Ν. 146/1914 «1. Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μία επιχείρηση, που κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης μπορεί να συνίσταται ιδιαίτερα στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων». Για την υπαγωγή στην απαγόρευση του άρθρου 18Α, θα πρέπει: (1) να υπάρχει σχέση οικονομικής εξάρτησης μιας επιχείρησης από άλλη ή άλλες επιχειρήσεις, από τις οποίες προμηθεύεται ή που προμηθεύει ακόμη και με ένα ορισμένο είδος προϊόντων, η εξάρτηση δε αυτή μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι ο έμπορος λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας του και των επενδύσεων, που έκανε, έχει προσαρμόσει την επιχείρησή του στις ανάγκες διαθέσεως και προωθήσεως των προϊόντων του προμηθευτή, ώστε δεν θα μπορούσε να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες, (2) η επιχείρηση αυτή να μη διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, με την έννοια ότι δεν προσφέρονται καθόλου τέτοιες λύσεις ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα, δηλαδή δεν μπορεί να προμηθεύεται τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες από άλλη πηγή, ή να προμηθεύει τα προϊόντα της σε άλλες επιχειρήσεις ή, αν μπορεί όχι με τους ίδιους αλλά με δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την περιέλευση της εξαρτώμενης επιχείρησης σε δυσμενή έναντι των ανταγωνιστών της θέση, αφού μειώνεται έτσι σημαντικά η ικανότητά της να ανταπεξέλθει στον ελεύθερο ανταγωνισμό, πράγμα, που μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία να συνεχίσει τη λειτουργία της (2) η επιχείρηση, από την οποία εξαρτώνται οι άλλες, να προβαίνει σε καταχρηστική εκμετάλλευση της εν λόγω εξάρτησης, δηλαδή να εκμεταλλεύεται την ισχύ, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτώμενης ή των εξαρτώμενων επιχειρήσεων να διαθέτουν άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, με μέσα και πρακτικές, όπως στο εν λόγω άρθρο αναφέρονται, που έχουν ως αποτέλεσμα να βλάψουν την ανταγωνιστικότητα των τελευταίων (Εφ.Θεσ 496/2011, ΕΕμπΔ 2011/355, ΕφΑθ 676/2009, ΔΕΕ2010/204, Εφ.Αθ. 1572/2006, ΔΕΕ 2006/760). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 102 της Σ.Λ.Ε.Ε. «Είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά και απαγορεύεται, κατά το μέτρο, που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών-μελών, η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους εντός της εσωτερικής αγοράς ή σημαντικού τμήματός της. Η κατάχρηση αυτή μπορεί να συνίσταται ιδίως: (α) στην άμεση ή έμμεση επιβολή μη δικαίων τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, (β) στον περιορισμό της παραγωγής, της διαθέσεως ή της τεχνολογικής αναπτύξεως επί ζημία των καταναλωτών, (γ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό και δ) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών, που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών». Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 3959/2011, (ΦΕΚ Α’ 93/20-04-2011), όπως κωδικοποιημένος αυτός ισχύει με το Ν. 5255. 2025, 1. Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης στο σύνολο ή μέρος της αγοράς της Ελληνικής Επικράτειας. 2. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση μπορεί να συνίσταται ιδίως: (α) στην άμεση ή έμμεση επιβολή μη εύλογων τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, (β) στον περιορισμό της παραγωγής, της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπτυξης με ζημία των καταναλωτών, (γ) στην εφαρμογή στο εμπόριο άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, ιδίως στην αδικαιολόγητη άρνηση πώλησης, αγοράς ή άλλης συναλλαγής, με αποτέλεσμα να περιέρχονται ορισμένες επιχειρήσεις σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, δ) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσόμενων, πρόσθετων παροχών, οι οποίες από τη φύση τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών. Με βάση τα παραπάνω: (1) Η δεσπόζουσα θέση (ή κατοχή υπερβάλλουσας οικονομικής ισχύος) μιας επιχειρήσεως προϋποθέτει καταρχήν ένα σημαντικό μερίδιο αγοράς. Στις περιπτώσεις, που το μερίδιο αγοράς είναι ιδιαίτερα υψηλό και εκ παραλλήλου διατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα, τούτο αποτελεί, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, αποδεικτικό στοιχείο για την ύπαρξη της δεσπόζουσας θέσης μιας επιχειρήσεως.  Επιπρόσθετα, απαιτείται,        όπως η επιχείρηση έχει την πραγματική δυνατότητα μονομερούς επηρεασμού των όρων της αγοράς, δηλαδή, όταν η θέση της επιτρέπει σε αυτήν να παρεμποδίζει τη διατήρηση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού και να διαμορφώνει σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητη επιχειρηματική συμπεριφορά σε σχέση με τους ανταγωνιστές, τους πελάτες και τους καταναλωτές. Η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης μπορεί να απορρέει και από συνδυασμό διαφόρων παραγόντων, οι οποίοι, εάν θεωρηθούν αυτοτελώς, δεν αποτελούν απαραίτητα ικανή προϋπόθεση για την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης, αλλά, όταν συνδυάζονται μεταξύ τους, οδηγούν στη δημιουργία της. Τέτοιοι σημαντικοί παράγοντες, εκτός του μεριδίου αγοράς, πλην άλλων, είναι: (α) η ύπαρξη και άλλων ανταγωνιστών στην ίδια σχετική αγορά με τον ίδιο βαθμό καθετοποίησης και το μερίδιο αγοράς, (β) το εύρος του φάσματος προϊόντων, που προσφέρουν οι ανταγωνιστές, (γ) η δυνατότητα πρόσβασης αλλά και επιβίωσης νέων ανταγωνιστών στη σχετική αγορά, λαμβάνοντας υπ’ όψη τα δίκτυα διανομής τους, (δ) η οικονομική δύναμη και η τεχνολογική υπεροχή της επιχειρήσεως. Συνεπώς, δεν απαγορεύεται η κατοχή ή η απόκτηση δεσπόζουσας θέσεως αλλά μόνο η καταχρηστική εκμετάλλευσή της. Η έννοια της καταχρηστικής συμπεριφοράς δεν ορίζεται στις παραπάνω διατάξεις, που περιορίζονται στην ενδεικτική απαρίθμηση ορισμένων μορφών καταχρηστικής συμπεριφοράς, οι οποίες, εφόσον προέρχονται από επιχείρηση, που κατέχει δεσπόζουσα θέση, συνιστούν καταχρηστική εκμετάλλευση της και είναι “ex lege” παράνομες, εκτός αν συντρέχουν κατ’ εξαίρεση σπουδαίοι λόγοι, οι οποίοι στο πλαίσιο των αντιτιθέμενων συμφερόντων των παραγόντων της αγοράς δικαιολογούν τη συμπεριφορά αυτή. Στο πλαίσιο αυτό η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της επιχείρησης κρίνεται με βάση την αντικειμενική συμπεριφορά της, εφόσον αυτή της επιτρέπει να επιβάλλει τους όρους της στις συναλλαγές και να επηρεάζει τη διάρθρωση της αγοράς, στην οποία λόγω της παρουσίας της ο ανταγωνισμός είναι ήδη εξασθενημένος και η επιχείρηση αυτή, χρησιμοποιώντας διαφορετικές μεθόδους από αυτές, που εφαρμόζονται υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού σε προϊόντα ή υπηρεσίες, που αποτελούν το αντικείμενο των εμπορικών της δραστηριοτήτων, παρεμποδίζει τη διατήρηση του επιπέδου του εναπομένοντος ανταγωνισμού ή την ανάπτυξή του. Συνεπώς, νομικά κρίσιμη είναι η συμπεριφορά καθεαυτή, και όχι τα κίνητρα ή οι σκοποί της, τα οποία μπορεί να διαδραματίζουν επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό ρόλο. Αρκεί μόνο η συμπεριφορά αυτή με τις παραπάνω μεθόδους και πρακτικές να τείνει να περιορίσει τον ανταγωνισμό ή να είναι ικανή ή ενδέχεται να έχει τέτοιο αποτέλεσμα. (3) Η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως εξετάζεται πάντοτε σε συνάρτηση με μία ορισμένη αγορά, η οποία οριοθετείται: (α) ως προς τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες (σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών) και (β) γεωγραφικά (σχετική γεωγραφική αγορά). Η σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών είναι αυτή, που περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες, τα οποία θεωρούνται ομοειδή και εναλλάξιμα από τη σκοπιά της ζητήσεως ή της προσφοράς λόγω των ιδιοτήτων, της τιμής τους και της χρήσεως, για την οποία προορίζονται. Βασικό κριτήριο είναι η λειτουργική εναλλαξιμότητα των προϊόντων. Η σχετική γεωγραφική αγορά ταυτίζεται με την περιοχή, μέσα στα όρια της οποίας δραστηριοποιούνται και ανταγωνίζονται οι επιχειρήσεις ως πωλητές ή αγοραστές των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών υπό επαρκώς ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού (Ολ. ΑΠ 2/1989). Εξάλλου, η κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης δεν ενέχει από μόνη της παραβίαση των διατάξεων του νόμου 146/1914 “περί αθεμίτου ανταγωνισμού”, έτσι ώστε να υφίσταται παράλληλη και συρρέουσα ευθύνη της δεσπόζουσας επιχείρησης και από τις διατάξεις αυτές. Αυτό δε επειδή, εκτός από τη γενική ρήτρα του άρθρου 1 Ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού και τις υπόλοιπες διατάξεις του ίδιου νομοθετήματος, υπάρχουν και άλλες διατάξεις, που επίσης ρυθμίζουν την επαγγελματική δραστηριότητα. Οι τελευταίες αυτές διατάξεις, οι οποίες αποκαλούνται “εξωανταγωνιστικές”, βρίσκονται τόσο σε τυπικούς όσο και σε ουσιαστικούς νόμους (π.χ. οι διατάξεις περί ωρών λειτουργίας των επιχειρήσεων ή εκείνες, που εξαρτούν τη νομιμότητα μιας δραστηριότητας από προηγούμενη άδεια διοικητικής αρχής). Η παραβίαση των διατάξεων αυτών είναι μεν παράνομη από ποινική ή διοικητική άποψη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η σχετική παρανομία συνιστά παράλληλα χωρίς άλλο και αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 146/1914. Η κρατούσα άποψη διακρίνει τις “εξωανταγωνιστικές” αυτές διατάξεις σε δύο κατηγορίες; σε εκείνες, που έχουν ηθικό περιεχόμενο και η τήρησή τους πηγάζει από ηθικοδικαιϊκή επιταγή (λ.χ. απαγόρευση εμπορίας κλοπιμαίων) και σε εκείνες, που είναι ηθικά ή αξιολογικά ουδέτερες (λ.χ. οι αγορανομικές, φορολογικές και τελωνειακές απαγορεύσεις, η άσκηση επαγγέλματος κατόπιν άδειας διοικητικής αρχής). Η παραβίαση των πρώτων σημαίνει χωρίς άλλο και προσβολή των χρηστών ηθών κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 146/1914. Αντίθετα, η παραβίαση των δεύτερων δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί χωρίς άλλο και αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη. Μόνον ο παράνομος χαρακτήρας τους δεν μπορεί να θεμελιώσει και το “αθέμιτο” της γενικής ρήτρας του άρθρου 1 του Ν. 146, διότι η τελευταία δεν είναι λευκός κανόνας για κάθε εξωανταγωνιστική πράξη. Τότε μόνο συνιστά αθέμιτη συμπεριφορά, όταν συντρέχουν πρόσθετες περιστάσεις, που εμφανίζουν την παράνομη συμπεριφορά, η οποία γίνεται με σκοπό τον ανταγωνισμό και ως αντίθετη στα χρηστά ήθη. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει, όταν ο παραβάτης, παραβιάζοντας συστηματικά και με επίγνωση μια τέτοια διάταξη, επιδιώκει και αποκτά το οικονομικό προβάδισμα έναντι των άλλων ανταγωνιστών του, με αθέμιτα μέσα και με μεθόδους αντίθετες προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών (Α.Π. 983/2014 Δημοσιευμένη στην Ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Τέλος, η παροχή λιμενικών υπηρεσιών δεν εξαιρείται του πεδίου εφαρμογής των κανόνων για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού. Η εκμετάλλευση του λιμένος και οι λιμενικές υπηρεσίες εμπορικού χαρακτήρα, που αφορούν στην παροχή δεξαμενών σε πλοία και σκάφη, διέπονται από τους κοινοτικούς κανόνες περί ανταγωνισμού. Στον τομέα των λιμενικών υπηρεσιών δραστηριοποιείται η …………, αφού αυτή καθορίζει τα τιμολόγια και γενικά τους όρους των εργασιών των υπηρεσιών της και όλων των εργασιών, που εκτελούνται στο λιμάνι (άρθρο 4 Α.Ν. 1559/ 1950). Πρόκειται για επιχείρηση, στην οποία έχουν ανατεθεί αποκλειστικά δικαιώματα με την ιδιότητά της ως λιμενικής αρχής, και που κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά των υπηρεσιών, οι οποίες συνδέονται με τις υποδομές του λιμένος του Πειραιώς. Ως φορέας υπεύθυνος για τη διαχείριση του λιμένος και την ανάπτυξή του και ταυτόχρονα πάροχος λιμενικών υπηρεσιών, έχει ιδιαίτερη ευθύνη έναντι των χρηστών του λιμένος. Ιδίως δε στις περιπτώσεις των νομικών μονοπωλίων, όπως αυτό της ………… επί των εν λόγω υπηρεσιών στο λιμένα του Πειραιώς, ο διαχειριστής των διευκολύνσεων έχει καθήκον ίσης μεταχείρισης (εφόσον το δυναμικό της δεν επαρκεί για την πλήρη ικανοποίηση) ως προς όλους τους χρήστες με βάση την αρχή της αναλογικότητας. Αναλυτικότερα, η ……………., εκτός του ότι διαχειρίζεται και διασφαλίζει τα συμφέροντα της ίδιας ως επιχείρησης παρόχου λιμενικών υπηρεσιών, είναι και διαχειριστική αρχή του λιμένος με την ειδική ευθύνη, την οποία συνεπάγεται μια καθολική υπηρεσία, δηλαδή, να διασφαλίζει ότι οι υπηρεσίες γενικού συμφέροντος και κοινής ωφέλειας λειτουργούν με βάση αρχές και προϋποθέσεις, που επιτρέπουν την εκπλήρωση του σκοπού τους προς όφελος όλων των χρηστών του λιμένος – πελατών της και των πολιτών. Σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού, η ………., συνιστά μια ανεξάρτητη λιμενική αρχή, η οποία έχει συμφέρον και δικαίωμα να αυξήσει τα έσοδα από το λιμένα.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ενάγουσα εταιρεία με την ένδικη αγωγή της εκθέτει ότι τυγχάνει αποκλειστική κυρία του ΕΙΓ-Ο/Γ πλοίου «Σ» (ΝΠ ……..), το οποίο απέκτησε με βάση το από 10-01-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης από την αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία «………….» και δραστηριοποιείτο στην Ελλάδα μέσω της διαχειρίστριας εταιρείας με την επωνυμία «……….». Ότι στο πλαίσιο δραστηριοποίησης του ως άνω πλοίου «Σ» και διεξαγωγής των αναγκαίων εργασιών επισκευής και συντήρησης αυτού, η ενάγουσα έγινε επανειλημμένα δέκτης και καταναλωτής των λιμενικών υπηρεσιών της εναγόμενης εταιρείας, η οποία κατά πάγια πρακτική, προκειμένου να επιτρέψει την είσοδο του εκάστοτε πλοίου στις εγκαταστάσεις της στην επισκευαστική ζώνη, απαιτεί την προκαταβολή ενός κατά προσέγγιση του τελικού κόστους χρηματικού ποσού από τον πλοιοκτήτη- εφοπλιστή, που η ενάγουσα προκατέβαλε, τόσο κατά την παραμονή του ως άνω πλοίου της κατά το χρονικό διάστημα από την 03-02-2017 μέχρι την 21/07/2017, όσο και κατά την παραμονή του από 9/2017 έως 12/2017, μέρος του οποίου όμως προκαταβληθέντος ποσού η εναγόμενη εταιρεία κατά την οριστική εκκαθάριση της οφειλής της συμψήφισε αυθαίρετα με απαιτήσεις ύψους 35.747,47 ευρώ, που διατηρούσε η τελευταία σε βάρος της προηγούμενης διαχειρίστριας. Ότι σε σχετική έγγραφη διαμαρτυρία της η εναγόμενη εταιρεία απάντησε μεταξύ άλλων με τη με αριθμόν …..…./17-01-2018 επιστολή της ότι σύμφωνα με γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας της, η ενάγουσα εταιρεία τυγχάνει συνυπόχρεη σε ολόκληρο με την πρώην πλοιοκτήτρια για την καταβολή ληξιπρόθεσμης οφειλής της κατά το χρονικό διάστημα από την 14/11/2007 μέχρι και την 27/5/2008, χρηματικού ποσού 23.666,66 Ευρώ (Ε) από παροχή υπηρεσιών στο ανωτέρω πλοίο, δεδομένου ότι οι οφειλές βαρύνουν και παρακολουθούν το πλοίο και άρα και τον εκάστοτε πλοιοκτήτη. Ότι την 03-01-2019 η ασκούσα τον εφοπλισμό του πλοίου εταιρεία με την επωνυμία «…………….» υπέβαλε αίτηση για δεξαμενισμό του πλοίου, την οποία (=αίτηση) η εναγόμενη εταιρεία απέρριψε,  επικαλούμενη προηγούμενες οφειλές, που έπρεπε κατ’ αυτήν να εξοφληθούν, προκειμένου στη συνέχεια να εξετασθεί το αίτημα δεξαμενισμού του πλοίου. Ότι λόγω επείγουσας περίπτωσης ελλιμενισμού του εν λόγω πλοίου η ενάγουσα εταιρεία υπέβαλε αίτηση ρύθμισης του χρέους, την οποία η εναγόμενη εταιρεία αρνήθηκε, με συνέπεια να αναγκαστεί να υποκύψει στον εκβιασμό της  τελευταίας προς εξόφληση των εκκρεμών ληξιπρόθεσμων οφειλών συνολικού ύψους 36.521,00 €, από τις οποίες χρηματικό ποσό ύψους 35.749,47 € αφορούσαν εκκρεμείς ληξιπρόθεσμες οφειλές σε βάρος της εταιρείας «……………» και 772,11 € ληξιπρόθεσμες οφειλές της ιδίας, με προσκόμιση τραπεζικής επιταγής υπέρ  της εναγομένης που εξοφλήθηκε, προκειμένου να επιτραπεί η είσοδος και η χρήση της δεξαμενής, ενώ παράλληλα της επιστράφηκε το χρηματικό ποσό των 11.294,89 € ως προκαταβληθέν αχρεωστήτως. Ότι η εναγόμενη εταιρεία στη με αριθμό ……../17-01-2018 επιστολή της επικαλείται, ως νομική βάση της παράνομης παρακράτησης των αναφερόμενων στην αγωγή χρηματικών ποσών, τόσο την από 22/11/2017 γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας της, όσο και τον «ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΔΕΞΑΜΕΝΩΝ», που εξέδωσε το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής με τη με αριθμό …./30-04-2018 απόφασή της. Ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Κανονισμού δεν εξετάζεται αίτηση προς δεξαμενισμό πλοίου, εφόσον εκκρεμούν σε βάρος του οικονομικές οφειλές του πλοίου, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 31 του ιδίου Κανονισμού υπόχρεοι της πληρωμής δικαιωμάτων δεξαμενισμού για την καταβολή στον «……» όλων των προβλεπόμενων από τον κανονισμό χρεώσεων, που βαρύνουν και παρακολουθούν το ναυπήγημα, είναι οι πλοιοκτήτες, διαχειριστές, εφοπλιστές ή εκπρόσωποι αυτών, ο κατά το χρόνο της δημιουργίας απαίτησης ναυτικός πράκτορας ή ο ενεργήσας ως νόμιμος εκπρόσωπος του ναυπηγήματος, ευθυνόμενοι ο καθένας αλληλέγγυα και σε ολόκληρο. ‘Ότι η αξίωση της εναγόμενης εταιρείας να εξοφλήσει η ενάγουσα το παραπάνω χρέος, ως προϋπόθεση του ενδεχόμενου σύναψης σύμβασης με αυτήν είναι παράνομη, διότι: (α) παραβιάζει την αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, καθώς επιβαρύνεται η ενάγουσα με οφειλή, που βαρύνει αλλότριο νομικό πρόσωπο, (β) παραβιάζει το άρθρο 18 Α του Ν. 146/1914, που προβλέπει την απαγόρευση της καταχρηστικής εκμετάλλευσης από μία επιχείρηση της οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτή άλλη επιχείρηση και συνίσταται μεταξύ άλλων στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, ενώ με βάση το ίδιο πλαίσιο σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3959/2011 απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης στο σύνολο ή μέρος της αγοράς της Ελληνικής Επικρατείας και παρόμοια είναι και η διατύπωση του άρθρου 102 Σ.Λ.Ε.Ε. κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, καθόσον η παροχή αξιόπιστων υπηρεσιών δεξαμενισμού πλοίου τέτοιου μεγέθους, όπως το επίδικο (68 μέτρων),είναι δυνατή στο λεκανοπέδιο Αττικής μόνον από την εναγόμενη εταιρεία, που διατηρεί δεσπόζουσα θέση και ως προς την οποία βρίσκεται σε σχέση οικονομικής εξάρτησης για τους λόγους, που διαλαμβάνει στην ένδικη αγωγή, ενώ οι επίδικες αξιώσεις της είναι δυσανάλογες σε σχέση με την αξία της αντιπαροχής, αφού προσθέτοντας την εξόφληση του αλλότριου χρέους, το κόστος τελικά του δεξαμενισμού επταπλασιάστηκε, (γ) παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 371-373 του Αστικού Κώδικα, καθόσον η εναγόμενη εταιρεία αξιώνει ο προσδιορισμός της παροχής να ανατίθεται αποκλειστικά στην κρίση της, (δ) παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 178-179 ΑΚ, αξιώνοντας η εναγόμενη εταιρεία την καταβολή της επίδικης αλλότριας οφειλής, εξαπλάσιου ύψους της πραγματικά οφειλόμενης, (δ) παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 ΑΚ, που εξειδικεύουν τη γενική ρήτρα του άρθρου 2 παρ.6 του Ν. 2251/1994, με τη μονομερή επιβολή των επίδικων ανεπιεικών γενικών όρων συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.), δεδομένου ότι με τη σύμβαση παραχώρησης, που συνάφθηκε μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εναγόμενης, έχουν καταργηθεί τα προνόμια της τελευταίας. ‘Ότι συνεπεία των ανωτέρω οι ένδικοι Γ.Ο.Σ.  των άρθρων 2 παρ. 4 και 31 του Κανονισμού Λειτουργίας –Εκμετάλλευσης και τιμολόγια της εναγόμενης εταιρείας τυγχάνουν άκυροι και ως εκ τούτου μη εφαρμοστέοι, ενώ επικουρικά ακόμη και αν ήθελε κριθούν έγκυροι οι ένδικες αξιώσεις της εναγόμενης εταιρείας, καθότι αφορούν παρασχεθείσες υπηρεσίες κατά το χρονικό διάστημα από την 14-11-2007 μέχρι την 24-05-2008 έχουν υποπέσει σε παραγραφή, με συνέπεια να έχει εξαλειφθεί ο αγώγιμος χαρακτήρας των αξιώσεων αυτών και να μην είναι δικαστικά επιδιώξιμες. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί: (α) να αναγνωριστεί ότι οι ένδικοι Γ.Ο.Σ. των άρθρων 2 παρ. 4 και 31 του ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΔΕΞΑΜΕΝΩΝ της εναγόμενης εταιρείας τυγχάνουν άκυροι και μη εφαρμοστέοι για τους προαναφερόμενους λόγους, (β) να αναγνωριστεί ότι το χρηματικό ποσό των 35.749.47 Ευρώ (Ε) καταβλήθηκε αχρεωστήτως από την ενάγουσα στην εναγόμενη, (γ) να αναγνωρισθεί, κατόπιν παραδεκτής (άρθρα 223, 224 ΚΠολΔ) εν όλω τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό ότι η εναγόμενη εταιρεία υποχρεούται να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των 35.749.47 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ένδικης αγωγής. Επικουρικά, δε σε περίπτωση, που κριθούν έγκυροι οι ένδικοι Γ.Ο.Σ. ζητεί: (α) να αναγνωριστεί ότι η επίδικη απαίτηση της εναγόμενης σε βάρος της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία «…………….» έχει υποπέσει σε πενταετή παραγραφή, (β) να αναγνωριστεί ότι το χρηματικό ποσό των 35.749,47 € καταβλήθηκε αχρεωστήτως στην εναγόμενη εταιρεία και (γ) να αναγνωρισθεί, κατόπιν παραδεκτής (άρθρα 223, 224 ΚΠολΔ) εν όλω τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος σε έντοκο αναγνωριστικό, ότι η εναγόμενη εταιρεία υποχρεούται να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των 35.749.47 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Τέλος ζητεί να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

Με αυτό το περιεχόμενο και τέτοια αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπο εισάγεται παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 19 και 22 ΚΠολΔ, 51 παρ. 3Α του Ν. 2172/1993, λόγω του ναυτικού χαρακτήρα της ένδικης διαφοράς), κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (άρθρα 1-465 ΚΠολΔ.), δεδομένου ότι τηρήθηκε η κατ’ άρθρο 7 παρ. 4 του Ν. 4640/2019 διαδικασία της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης (Υ.Α.Σ.), τυγχάνει δε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, καθώς στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων που προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 174, 178, 179, 200, 250 περ. 16, 281, 288, 340, 341 εδ. α’, 345 εδ. α’, 346, 361, 371-373, 904 και επ. του Αστικού Κώδικα, 1, 18 Α του Ν. 146/1914, 2 παρ. 1 του Ν. 3959/2011, 70, 176 Κ.Πολ.Δ. Επισημαίνεται ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 272 εδ. β  ΑΚ, «ό,τι καταβλήθηκε χωρίς γνώση της παραγραφής δεν αναζητείται»  καθώς κατά τα επικαλούμενα η ενάγουσα αναγκάστηκε να εξοφλήσει τις απαιτήσεις της εναγομένης για να της επιτραπεί ο δεξαμενισμός του πλοίου στις εγκαταστάσεις της τελευταίας.  Πρέπει επομένως η αγωγή να εξετασθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από οποιοδήποτε διάδικο, όπως αυτά κατονομάζονται και διαριθμούνται στις προτάσεις τους νόμιμα, (Ολ. ΑΠ 23/2008, ΑΠ 87/ 2013, ΑΠ 179/2013, ΑΠ 168/ 2014), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων από τα παραπάνω έγγραφα να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα υπόλοιπα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 561/2008, ΑΠ 655/2005, δημοσιευμένες αμφότερες στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών) είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη στην παρούσα δίκη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 395 Κ. Πολ.Δ, (ΑΠ 154/1992, ΕλλΔνη 33-814, ΑΠ 796/1983, ΕλλΔνη 1983. 1398, ΕφΑθ 9440/1986, ΕλλΔνη 1986,869), από τις ομολογίες των διαδίκων, όπως αυτές συνάγονται από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 Κ.Πολ.Δ, κατά το μέτρο, που δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια αυτών, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρα 336 παρ. 4 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) {Ν. Παισίδου: Τα δικαστικά τεκμήρια, 1991, σελ. 230 κα σημ. 86, πρβλ. Στ. Κουσούλη στην Ερμηνεία Κ. Πολ.Δ. Κεραμέως/ Κονδύλη/Νίκα, Ι (2000) άρθρο 231, αριθ. 5), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το Ν. 4748/1930 (ΦΕΚ 166 Α’), ο οποίος αναμορφώθηκε με τον Α.Ν. 1559/1950 (ΦΕΚ 252 Α’), που κυρώθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Ν. 1630/1951 (ΦΕΚ 8 Α’), ιδρύθηκε το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς», το οποίο ορίσθηκε αποκλειστικά αρμόδιο για τη διοίκηση και τη γενική εκμετάλλευση του Λιμένος Πειραιώς. Ακολούθως, με το άρθρο πρώτο του Ν. 2688/1999 (ΦΕΚ/ ΑΙ40/01.03. 1999), ο οποίος άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο εικοστό, δύο μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, το ως άνω νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «……………» και το διακριτικό τίτλο «…………» και ορίσθηκε ότι πρόκειται για ανώνυμη εταιρία κοινής ωφέλειας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, η οποία λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελεί δε υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, και διέπεται από τον παραπάνω νόμο, από τον Κ.Ν. 2190/1920, και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996 (ΦΕΚ 135 Α’), καθώς και του Α.Ν. 1559/1950. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 7 και 13 Α.Ν. 1.559/1950 «Περί Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς», που επικυρώθηκε με το Ν. 1.630/1951, ο Οργανισμός καθορίζει τα τιμολόγια και τους εν γένει όρους εργασίας εκάστης των υπηρεσιών του, καθώς και κάθε εργασίας, που εκτελείται στο λιμένα, δύναται δε να καθορίζει, επίσης, και τη διαδικασία είσπραξης και πληρωμών των ως άνω εργασιών, ενώ κατόπιν κοινής απόφασης των Υπουργών Δημοσίων Έργων και Εμπορικής Ναυτιλίας, επιβάλλει δικαιώματα, επί των πλοίων και πλωτών μέσων, εν γένει διά την προσόρμιση, την παραβολή και την παραμονή. Κατά τις διατάξεις δε του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 περ. δ’ Α.Ν. 1.559/1950, οι οποίες, κατά τη ρητή διάταξη δεύτερου άρθρου παρ. 2 Ν. 2.688/1999, εφαρμόζονται στην εταιρεία «…………..», αυτή απολαμβάνει όλων των προνομίων, απαλλαγών και ατελειών, που απολαύει το Δημόσιο σε όλες τις δημόσιες και ιδιωτικές σχέσεις και συναλλαγές του και εφαρμόζονται εν γένει σε αυτήν όλες οι σχετικές διατάξεις εξαιρετικού δικαίου, που ισχύουν κάθε φορά για το Δημόσιο (ΑΠ 1.247/2001, ΕφΠειρ 934/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των άρθρων παρ. 7 και 13 Α.Ν. 1.559/1950 «Περί Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς», που επικυρώθηκε με το Ν. 1.630/1951, ο Οργανισμός καθορίζει τα τιμολόγια και τους εν γένει όρους εργασίας εκάστης των υπηρεσιών του, καθώς και κάθε εργασίας, που εκτελείται στο λιμένα, δύναται δε να καθορίζει επίσης και τη διαδικασία είσπραξης και πληρωμών των ως άνω εργασιών, ενώ, κατόπιν κοινής απόφασης των Υπουργών Δημοσίων Έργων και Εμπορικής Ναυτιλίας, επιβάλλει δικαιώματα, επί των πλοίων και πλωτών μέσων, εν γένει διά την προσόρμιση, την παραβολή και την παραμονή τους στην περιοχή του λιμένα. Σε εκτέλεση της παρεχομένης, από τις διατάξεις των άρθρων 14 και 21 παρ. 2 του νόμου αυτού, εξουσιοδότησης, εκδόθηκαν μέσα στα όρια αυτής, ειδικοί κανονισμοί, με τους οποίους καθορίσθηκαν τα τέλη και δικαιώματα του Ο.Λ.Π. Με τον εγκριθέντα δε, με τη με αριθμό 16040/1961 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δημοσίων Έργων και Εμπορικής Ναυτιλίας (Φ.Ε.Κ.Β’· 162) ειδικό κανονισμό της «…………….», καθορίσθηκαν τα τέλη και δικαιώματα του Οργανισμού για την προσόρμιση, παραβολή,  πρυμνοδέτηση, ελλιμενισμό κ.λπ. των πλοίων, τα οποία (δικαιώματα), κατά το άρθρο 11, βαρύνουν και παρακολουθούν το πλοίο, ενώ, με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. δ του Κ.Ο.Δ./Ο.Λ.Π. [Κανονισμός Οικονομικής Διαχείρισης του Ο.Λ.Π., που εγκρίθηκε με τη με αριθμό 45057/11/1972 κοινή απόφαση Υ.Π.Ν.Μ.Ε. και Οικονομικών (ΦΕΚ 57/18.01.1973)] ορίσθηκε ότι «προκειμένου περί δικαιωμάτων παραβολής, προσορμίσεως, επισκευής και αργίας… εάν το εκπλειστηριαζόμενο πράγμα είναι πλοίο, ο … κατατάσσεται προνομιακώς, κατά την εν άρθρω 205 εδαφ. α’ του Κ.Ι.Ν.Δ. οριζομένην τάξιν, ως βαρύνοντα και παρακολουθούντα το πλοίο». Από τις παραπάνω διατάξεις, προκύπτει ότι τα δικαιώματα του Ο.Λ.Π., για την προσόρμιση, παραβολή, πρυμνοδέτηση, ελλιμενισμό κ.λπ., βαρύνουν το πλοίο και κατά συνέπεια αποτελούν απαιτήσεις, οι οποίες απολαύουν του προνομίου του άρθρου 205 στοιχ. α’ ΚΙΝΔ (ΑΠ 1.783/ 2001, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. α’ ν. 2.688/1999, ορίζεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 3 Α.Ν. 1.559/1950 εφαρμόζονται στον Ο.Λ.Π. Στους σκοπούς του Ο.Λ.Π κατά το άρθρο δεύτερο του Ν. 2688/1999 περιλαμβάνονται ιδίως: (α) Η παροχή υπηρεσιών ελλιμενισμού των πλοίων και διακίνησης φορτίων και επιβατών από και προς τον Λιμένα, (β) Η εγκατάσταση, οργάνωση και εκμετάλλευση κάθε είδους λιμενικής υποδομής, (γ) Η ανάληψη κάθε δραστηριότητας, που έχει σχέση με το λιμενικό έργο, καθώς και κάθε άλλης εμπορικής, βιομηχανικής, πετρελαϊκής και επιχειρηματικής δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένων ιδίως της τουριστικής, της πολιτιστικής, της αλιευτικής και του σχεδιασμού και οργάνωσης λιμενικών εξυπηρετήσεων, (δ) Κάθε άλλη αρμοδιότητα, που είχε ανατεθεί στον ΟΛΠ, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Οι αρμοδιότητες αυτές είναι κατ’ άρθρο 4 Α.Ν. 1559/1950 μεταξύ άλλων οι κάτωθι: “1. Εις την έννοιαν της υπό του Οργανισμού διοικήσεως του Λιμένος Πειραιώς περιλαμβάνονται η γενική εκμετάλλευσις του λιμένος και η δι’ αυτού εξυπηρέτησις των συγκοινωνιών και της λειτουργίας αυτού, η διαφύλαξις των εν τη περιοχή αυτού εγκαταστάσεων κατά κλοπής ή φθοράς καθώς και των εμπορευμάτων ως θεματοφύλακος τούτων, τα πάσης φύσεως έργα, η εφαρμογή των σχετικών νόμων και ή κατά τας κειμένας διατάξεις έκδοσις και εφαρμογή των αναγκαίων κανονισμών επί των ανωτέρω θεμάτων ως και πάσα συναφής προς αυτά ενέργεια. 3. Ο Οργανισμός είναι αρμόδιος δια τον κανονισμόν της προσορμήσεως αγκυροβολιάς και πλευρίσεως των πλοίων και ναυπηγημάτων ως και παντός πλωτού μέσου, τηρών επί του προκειμένου ενήμερους και τας λοιπός ενδιαφερομένας αρχάς του Λιμένος. Στην εν λόγω θαλάσσια και χερσαία λιμενική ζώνη, αποκλειστικής διεύθυνσης και διοίκησης του …….. περιλαμβάνονται οι προβλήτες και οι εν γένει εκτάσεις λιμενικών δραστηριοτήτων και εξυπηρετήσεως, που εκτείνεται από τον κεντρικό λιμένα Πειραιώς, τις λιμενικές εγκαταστάσεις Δραπετσώνας, Κερατσινίου και Περάματος και τη λιμενική έκταση Κυνόσουρας Σαλαμίνας. Εντός της άνω περιοχής περιλαμβάνονται και τα ιδιωτικά ναυπηγεία, που έχουν εγκατασταθεί κατόπιν αδείας της στις εντός λιμενικής ζώνης πλησίον των πόλεων Περάματος και Σαλαμίνας[1], οι δε εγκαταστάσεις των άνω ναυπηγείων βρίσκονται εντός των ορίων της θεσμοθετημένης χερσαίας λιμενικής ζώνης αρμοδιότητας …………… Πλην των περιπτώσεων καθ’ ας λόγοι Δημοσίας Τάξεως ή Δημοσίας Ασφαλείας επιβάλλουν την μετά του Κεντρικού Λιμεναρχείου συνεννόησή’…..6. Ο Οργανισμός καθορίζει τα τιμολόγια και τους εν γένει όρους εργασίας εκάστης των υπηρεσιών του ως και πάσης εργασίας εκτελουμένης εν τω Λιμένι. Δύναται να καθορίση επίσης την διαδικασίαν εισπράξεων και πληρωμών των ως άνω εργασιών”. Επίσης, με σκοπό την άρτια λειτουργία των δραστηριοτήτων του, προέβη στην οργάνωση εγκαταστάσεων ευκολιών υποδοχής αποβλήτων πλοίων, τιμολόγησε τις εν λόγω παρεχόμενες υπηρεσίες του (Απόφαση Δ.Σ. ΟΛΠ ΑΕ 227/2005 (ΦΕΚ 896/Β/06-06-2007) & Απόφαση Δ.Σ. ΟΛΠ ΑΕ 319/2007 (ΦΕΚ 343/ Β/03-03-2008) και θέσπισε κανονισμό οργάνωσης και λειτουργίας περιβαλλοντικών ευκολιών (Απόφαση ΔΣ ΟΛΠ ΑΕ 200/22-7-2008 (ΦΕΚ Β’ 1616/12- 08-2008) & ΚΥΑ 8111.1/41/09 (ΦΕΚ Β’412/06-03-2009). Η παραπάνω τιμολόγηση, όπως και ο Κανονισμός τροποποιήθηκαν με την Απόφαση ΔΣ ΟΛΠ ΑΕ 85/10-07-2014 (ΦΕΚ Β’2235/14-08-2014). Με την από 05.02.2002 απόφαση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της ……….. και με βάση τις υπ’ αρ. πρωτ. …./17.1.2002 και 29/7.7.2003 αποφάσεις της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων, αποφασίστηκε και πραγματοποιήθηκε η εισαγωγή των μετοχών της …………… στην κύρια αγορά του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και η διάθεση μετοχών κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου στο επενδυτικό κοινό κατά ποσοστό 25,5%. Το Ελληνικό Δημόσιο εξακολούθησε όμως να κατέχει ποσοστό 75,5 % του μετοχικού κεφαλαίου. Ακολούθως, με τις με αρ. 195/27.10.2011 και 206/25.04.2012 αποφάσεις της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων, μεταβιβάστηκαν στο νομικό πρόσωπο «……………» οι μετοχές της εταιρείας, που ανήκαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Δυνάμει του άρθρου πρώτου, υποπαραγράφου Δ.2, 1α, β, γ, 2, 3 του Ν.4152/2013 (ΦΕΚ Α’107/2013) καταργήθηκαν τα υπέρ του ……… προβλεπόμενα στην παρ. 2 του Δευτέρου άρθρου του Ν.2688/1999 προνόμια του Δημοσίου, που απολάμβανε ο Οργανισμός με βάση τις διατάξεις του Α.Ν. 1559/1950. Εξάλλου, στις διατάξεις του άρθρου 1 του  Ν. 4404/2016 (Α’ 126/08,07.2016) «για την κύρωση της από 24.06.2016 τροποποίησης και κωδικοποίησης σε ενιαίο κείμενο της από 13.02.2002 Σύμβασης Παραχώρησης μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και του Ο.Λ.Π. και άλλες διατάξεις», ορίζεται ότι κυρώνεται και αποκτά ισχύ τυπικού νόμου, από κοινού με τα προσαρτήματα αυτής, η από 24 Ιουνίου 2016 σύμβαση, που τιτλοφορείται «Σύμβαση Παραχώρησης σχετικά με τη Χρήση και την Εκμετάλλευση Ορισμένων Χώρων και Περιουσιακών Στοιχείων εντός του Λιμένος Πειραιώς» και η οποία συνάφθηκε μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Ο.Λ.Π., η οποία κρίνεται συμφέρουσα και επωφελής για το Ελληνικό Δημόσιο. Σύμφωνα δε με τις εξουσιοδοτικές διατάξεις, που περιέχονται στο άρθρο 35 ν. 2.932/2001 (ΦΕΚ Α’ 145/ 27.07.2001), το Ελληνικό Δημόσιο και ο ΟΛΠ. συνήψαν, την 13.02.2002, σύμβαση παραχώρησης, με την οποία το Ελληνικό Δημόσιο παραχώρησε στον Ο.Λ.Π., το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης των γηπέδων, κτιρίων, εγκαταστάσεων και υποδομών της χερσαίας λιμενικής ζώνης του Λιμένος Πειραιώς για αρχική διάρκεια σαράντα (40) ετών και προσδιορίσθηκαν οι ειδικότεροι όροι της παραχώρησης αυτής και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις των μερών, ενώ τροποποιήσεις της Σύμβασης του 2002, συμπεριλαμβανομένης της παράτασης της διάρκειας της παραχώρησης, κατά δέκα (10) έτη, εγκρίθηκαν για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, με βάση κοινή υπουργική απόφαση, την 19.11.2008 (ΦΕΚ Β’ 2372/21.11.2008) και περιλήφθηκαν σε πρόσθετη στη Σύμβαση πράξη, που υπογράφηκε, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του ΟΛΠ., την 18.11.2008. Στη συνέχεια δε, η Σύμβαση του 2002, όπως τροποποιήθηκε από την Προσθήκη του 2008, κυρώθηκε με τα άρθρα 1 και 3 Ν. 3.654/2008 (ΦΕΚ Α’ 57/03.04.2008). Με βάση τα παραπάνω, στο Λιμένα Πειραιά φορέας διοίκησης και εκμετάλλευσης ήταν η εν λόγω ανώνυμη εταιρεία, η οποία δεν διαχειριζόταν την ιδιωτική της περιουσία, αλλά ενεργούσε ως δημόσιο όργανο, που απέβλεπε στην εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, συνισταμένου ειδικότερα στην εύρυθμη διεξαγωγή των θαλασσίων συγκοινωνιών και μεταφορών και στην εν γένει εξυπηρέτηση του εμπορίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Ν. 3.986/2011 (ΦΕΚ Α’ 152/01.07.2011), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, το ιδρυθέν με το νόμο αυτό «…………….» (…….), με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, απέκτησε πλειοψηφικό πακέτο συμμετοχής στον Ο.Λ.Π., που αντιστοιχεί σε συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιό του, κατά ποσοστό 74,14%, ενώ, δυνάμει απόφασης, που ελήφθη, την 05.03.2014, το Διοικητικό Συμβούλιο του «………….» αποφάσισε και ενέκρινε την προτεινόμενη πώληση μετοχών του Ο.Λ.Π. (που αντιστοιχούν συνολικά σε ποσοστό 67% του υφιστάμενου μετοχικού του κεφαλαίου), μέσω διεθνούς διαγωνιστικής διαδικασίας, διαρθρωμένης σε δύο φάσεις (Διαδικασία Αξιοποίησης), μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου της προσυμβατικής νομιμότητας της οποίας από το ΕλεγκτικόΣυνέδριο; το τελευταίο εξέδωσε απόφαση, με την οποία αποφάνθηκε, υπέρ της νομιμότητας, και επέτρεψε στο «……..» τη σύναψη σύμβασης αγοραπωλησίας μετοχών για την πώληση συνολικά 16.750. 000 μετοχών της «……….», σε δύο δόσεις στην ορισθείσα ως Προτιμώμενο Επενδυτή κινεζική εταιρεία “…..”, ή σε θυγατρική του Προτιμώμενου Επενδυτή. Ορίσθηκε επίσης ότι η ολοκλήρωση των συναλλαγών, που προβλέπονται στη Σύμβαση Αγοραπωλησίας Μετοχών, εξαρτάται μεταξύ άλλων από τη σύναψη τροποποιητικής Σύμβασης Παραχώρησης και από την προσήκουσα κύρωσή της από τη Βουλή των Ελλήνων. Στο πλαίσιο της Διαδικασίας Αξιοποίησης το Ελληνικό Δημόσιο προσκάλεσε τον ΟΛΠ σε διαπραγματεύσεις, προκειμένου να συνομολογηθούν κατάλληλες τροποποιήσεις της υφιστάμενης Σύμβασης Παραχώρησης, με σκοπό το περιεχόμενό της να εναρμονισθεί προς τη σκοπούμενη μεταβίβαση σε ιδιώτη επενδυτή πλειοψηφικής συμμετοχής στον Ο.Λ.Π., οι οποίες και τελικά κατέληξαν στην οριστικοποίηση και σύναψη της Σύμβασης Παραχώρησης της 24.06.2016, μετά των Παραρτημάτων της. Κατά τη διαπραγμάτευση της σύμβασης αυτής, τα μέρη αναγνώρισαν ότι οι διατάξεις της υφιστάμενης Σύμβασης Παραχώρησης πρέπει να επικαιροποιηθούν, διευκρινισθούν και συμπληρωθούν, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την ανακατανομή ρόλων, αρμοδιοτήτων και ευθυνών, σε σχέση με τη λειτουργία του Λιμένος Πειραιώς, μεταξύ του Ο.Λ.Π. και του Ελληνικού Δημοσίου, και την κατάργηση ορισμένων προνομίων του Ο.Λ.Π., αναφορικά με τη θέσπιση κανόνων, ώστε να επιτευχθεί εναρμόνιση της υφιστάμενης Σύμβασης Παραχώρησης με την ανάληψη έλεγχου του Ο.Λ.Π. από ιδιωτικό φορέα εκμετάλλευσης (βλ. σχετικά το προοίμιο της Σύμβασης Παραχώρησης της 24.06.2016, που έχει περιληφθεί στον κυρωτικό αυτής Ν. 4.404/2016, στοιχεία Ε’ και Ζ’, στο στοιχείο 1′ της οποίας, επίσης, αναφέρεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει «το δικαίωμα του ΟΛΠ. να λειτουργεί, κατά τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων του, ως εμπορική κερδοσκοπική εταιρεία, με την επιφύλαξη των όρων, που παρατίθενται πληρέστερa στην παρούσα Σύμβαση»). Επισημαίνεται δε, ότι με τις παρ. 15 και 16 της αιτιολογικής έκθεσης του ν. 4.404/2016, έχει καταστεί σαφές στη μεταβίβαση του: έλεγχου της «………» σε ιδιώτη επενδυτή είναι νοητή μόνο σε χρόνο, κατά τον οποίο η «………….» θα έχει απολέσει το χαρακτήρα της, ως νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου «διφυούς» χαρακτήρα και θα έχει μεταταγεί σε καθεστώς-νομικού· προσώπου ιδιωτικού δίκαιου, με αμιγή χαρακτήρα επιχειρηματικής εκμετάλλευσης. Η μετάταξη αυτή προϋποθέτει την κατάργηση και αφαίρεση από την «……….» αρμοδιοτήτων και εξουσιών, τις οποίες εξακολουθεί να ασκεί μέχρι σήμερα, και οι οποίες ενέχουν στοιχεία ενάσκησης δημόσιας εξουσίας ή προσιδιάζουν περισσότερο σε δημόσιο πυλώνα της λειτουργίας της πολιτείας. Χαρακτηριστικό δε παράδειγμα τέτοιων εξουσιών αποτελούν ορισμένες ρυθμίσεις, ιδίως του Α.Ν. 1.559/1950, με τα οποία είχε εξουσιοδοτηθεί ο ………… (τότε υπό τη μορφή Ν.Π.Δ.Δ.) να εκδίδει κανονισμούς, προς ρύθμιση διαφόρων θεμάτων αρμοδιότητάς του. Δεδομένου δε ότι η θέση σε ισχύ του συνόλου των διατάξεων του Σχεδίου Κυρωτικού Νόμου αποτελεί αναβλητική αίρεση για τη θέση σε ισχύ της Αναθεωρημένης Σύμβασης Παραχώρησης, από το συνδυασμό των όρων της τελευταίας και της Σύμβασης Αγοραπωλησίας Μετοχών, προκύπτει ότι ο υφιστάμενος μηχανισμός διασφαλίζει τη μεταβίβαση σε ιδιώτη επενδυτή πλειοψηφικού πακέτου συμμετοχής στην «…………», σε χρόνο, κατά τον οποίο αυτή θα έχει τραπεί σε μία συνήθη ανώνυμη εταιρεία, με αμιγώς επιχειρηματικό χαρακτήρα. Άλλωστε, στην ίδια ως άνω Σύμβαση, που έχει συμπεριληφθεί στον κυρωτικό αυτής Ν. 4.404/2016, ορίσθηκε ότι θα τεθεί σε ισχύ, κατά την ημερομηνία πλήρωσης όλων των σε αυτήν ειδικότερα αναφερομένων αναβλητικών αιρέσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 10 της κυρωθείσας σύμβασης παραχώρησης με το Ν. 4404/2016 που τιτλοφορείται «ΕΣΟΔΑ ΛΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ» ορίζονται τα κάτωθι «10.1 Ο ΟΛΠ, επιπλέον των τελών που επιβάλλονται σε Υπεργολάβους και Υποπαραχωρησιούχους οι οποίοι έχουν ορισθεί σύμφωνα με το Άρθρο 12, θα δικαιούται να επιβάλει, να χρεώνει και να εισπράττει τα Τέλη Λιμενικών Υπηρεσιών και τα Τέλη Λιμενικών Υποδομών (συνολικά, τα Τέλη Λιμένα), ως αντίτιμο για τις προσφερόμενες από τον ίδιο υπηρεσίες, παρεπόμενες υπηρεσίες και παρεχόμενες υποδομές και ανωδομές, καθώς και για τη χρήση των Στοιχείων Παραχώρησης εντός του Χώρου του Λιμένα, με δικό του κίνδυνο και έξοδα, καθώς και σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρούσας Σύμβασης. 10.2 Ως Τέλη Λιμενικών Υπηρεσιών θα νοείται κάθε πληρωμή από οποιαδήποτε χρέωση και οποιαδήποτε τέτοια χρέωση στους χρήστες λιμενικών υπηρεσιών ή παρεπομένων υπηρεσιών, που παρέχονται εντός του Χώρου του Λιμένα. Όσον αφορά στην επιβολή Τελών Λιμενικών Υπηρεσιών, θα ισχύουν τα ακόλουθα: (α) Τα Τέλη Λιμενικών Υπηρεσιών για τη χρήση του Σταθμού Οχηματαγωγών πλοίων και των σχετικών υπηρεσιών μπορούν να αυξηθούν από τον ΟΛΠ σε σχέση με το τρέχον επίπεδο αυτών μόνο με την προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση του αρμόδιου Κυβερνητικού Φορέα του ΕΔ, είτε μέσω τροποποίησης του τρέχοντος επιπέδου Τελών Λιμένα, είτε μέσω της επιβολής νέων τύπων Τελών Λιμένα (β) Τα Τέλη Λιμενικών Υπηρεσιών για κάθε υπηρεσία εντός του Λιμένα Πειραιά, που παρέχεται χωρίς να υπάρχει ενδοπεριφερειακός/ ενδολιμενικός, διαπεριφερειακός/διαλιμενικός, περιφερειακός ή διεθνής ανταγωνισμός, πρέπει να καθορίζονται με διαφάνεια, αντικειμενικότητα και χωρίς διακρίσεις και θα προσδιορίζονται σε συνάρτηση με το κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών. Ο ΟΛΠ δεν μπορεί να αναπροσαρμόζει τα Τέλη Λιμενικών Υπηρεσιών αυτής της κατηγορίας συχνότερα από μία φορά ετησίως- (γ) Ο ΟΛΠ θα λαμβάνει δεόντως υπόψη τους ακόλουθους παράγοντες κατά τον καθορισμό των τελών για οποιεσδήποτε υπηρεσίες, όπου υπάρχει ενδοπεριφερειακός, διαπεριφερειακός, περιφερειακός ή διεθνής ανταγωνισμός: (i) την ανταγωνιστική λειτουργία του Λιμένα Πειραιά και όλων των σχετικών υπηρεσιών- (ii) τη βελτίωση της βιώσιμης οικονομικής δραστηριότητας στον Λιμένα Πειραιά- και (iii) τη συνολική επικερδή λειτουργία των υπηρεσιών, που παρέχονται από τον ΟΛΠ. Ο ΟΛΠ θα διασφαλίζει ότι τα εν λόγω τέλη υπηρεσιών αποτυπώνουν τον επαρκή και ισορροπημένο συνυπολογισμό αυτών των αρχών. (δ) Το άρθρο 9.2 θα εφαρμόζεται στα Τέλη Λιμενικών Υπηρεσιών. 10.3 Τα Τέλη Λιμενικών Υποδομών περιλαμβάνουν οποιοδήποτε τέλος στους χρήστες του Λιμένα Πειραιώς για τη χρήση των Στοιχείων Παραχώρησης (συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά οποιωνδήποτε ανωδομών, υποδομών ή κτιρίων) ή οποιωνδήποτε άλλων εγκαταστάσεων ή υπηρεσιών οι οποίες (i) επιτρέπουν την είσοδο και την έξοδο σκαφών από τον λιμένα, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των πλωτών οδών, που παρέχουν πρόσβαση σε αυτούς τους λιμένες, ή (ii) παρέχουν πρόσβαση στην εξυπηρέτηση επιβατών και φορτίων, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά λιμενικών τελών, τελών φορτίου, τελών χωρητικότητας, τελών πρόσδεσης και τελών αγκυροβολιού. Σε ό,τι αφορά στην επιβολή Τελών Λιμενικών Υποδομών, θα ισχύουν τα ακόλουθα: (α) Τα Τέλη Λιμενικών Υποδομών θα είναι ανάλογα με το κόστος, με το οποίο βαρύνεται ο ΟΛΠ για τη συμμόρφωσή του με τις υποχρεώσεις συντήρησης με βάση την παρούσα Σύμβαση, λαμβανομένου δεόντως υπόψη της νομικής φύσης των Στοιχείων Παραχώρησης και σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους- (β) Με την επιφύλαξη της ως άνω παραγράφου (α), ο ΟΛΠ μπορεί να ορίζει κατά την κρίση του τα Τέλη Λιμενικών Υποδομών σύμφωνα με τη δική του εμπορική στρατηγική και το δικό του επενδυτικό πρόγραμμα- (γ) Τα Τέλη Λιμενικών Υποδομών ενδέχεται να ποικίλουν ανάλογα με τις εμπορικές πρακτικές, που ισχύουν για τακτικούς χρήστες ή προκειμένου να δοθεί ώθηση στην αποδοτικότερη χρήση των λιμενικών υποδομών και ανωδομών, όμως τα κριτήρια, που χρησιμοποιούνται για τις εν λόγω διακυμάνσεις, θα είναι εύλογα, αντικειμενικά, διαφανή και δεν θα περιέχουν διακρίσεις, (δ) Τα Τέλη Λιμενικών Υποδομών μπορούν να ενσωματωθούν σε άλλα τέλη, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά των Τελών Λιμενικών Υπηρεσιών, με την προϋπόθεση ότι το ποσό του Τέλους Λιμενικών Υποδομών παραμένει ευχερώς αναγνωρίσιμο από τους χρήστες του Λιμένα Πειραιά- (ε) Τα Άρθρα 9.1 και 9.2 θα εφαρμόζονται στα Τέλη Λιμενικών Υποδομών και (στ) Προς αποφυγή αμφιβολιών, το Άρθρο 10.2(α) θα εφαρμόζεται στα Τέλη Λιμενικών Υποδομών στο βαθμό, που τα εν λόγω Τέλη Λιμενικών Υποδομών επιβάλλονται για τη χρήση του Σταθμού Οχηματαγωγών πλοίων και των υποδομών που συνδέονται με τον Σταθμό Οχηματαγωγών πλοίων. 10.4 Δεν θα εισπράττονται Τέλη Λιμένα από τον ΟΛΠ για την είσοδο και την πρόσβαση στον Χώρο του Λιμένα ή/και στα Στοιχεία Παραχώρησης από (i) ασθενοφόρα, την Πυροσβεστική Υπηρεσία, την Αστυνομία, την Ακτοφυλακή, την Τελωνειακή Υπηρεσία και τις Ένοπλες Δυνάμεις, εφόσον τα εν λόγω πρόσωπα εισέρχονται στον Χώρο του Λιμένα και τον χρησιμοποιούν κατά την εκτέλεση δημόσιων υποχρεώσεων ή υπηρεσιών, ή από (ii) τον αρμόδιο Κυβερνητικό Φορέα του ΕΔ σύμφωνα με το Άρθρο 2.4. Επιπλέον, δεν θα χρεώνονται Τέλη Λιμένα σε μεμονωμένα πρόσωπα για την πρόσβαση στον Χώρο του Λιμένα αποκλειστικά για λόγους συμμετοχής σε κοινωνικούς ή πολιτιστικούς σκοπούς ή για επισκέψεις σχετικές με αυτούς (π.χ. σε μουσεία, πλοία – μνημεία, κ.λπ.). 10.5 Το σύνολο των Τελών Λιμένα πρέπει: (α) να δημοσιεύεται εκ των προτέρων και να παραμένει επίκαιρο και διαθέσιμο στο κοινό προς εξέταση μετά από τη δημοσίευση (η δημοσίευση στην εταιρική ιστοσελίδα του ΟΛΠ, σε περίοπτη, ευχερώς αναγνωρίσιμη και προσβάσιμη θέση θα θεωρείται ότι εκπληρώνει τον εν λόγω σκοπό)’ (β) να διατυπώνεται με διαφανείς και εύληπτους όρους, κανόνες και διαδικασίες συνεπείς με τις αρχές, που παρατίθενται στο παρόν Άρθρο 10 και (γ) να επιβάλλεται σύμφωνα με τα προαναφερθέντα. 10.6 Ο Ο.Λ.Π. αναγνωρίζει και αποδέχεται ότι: (α) Τα Τέλη Λιμένα ενδέχεται να υπόκεινται σε ενδελεχή έλεγχο από τις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές, ιδιαιτέρως από τις αρχές ανταγωνισμού σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους περί ανταγωνισμού και τους αντιμονοπωλιακούς νόμους- και (β) τυχόν μη συμμόρφωση του Ο.Λ.Π. με τις διατάξεις του παρόντος Άρθρου 10, πέραν του ότι θα συνιστά παράβαση για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, ενδέχεται να θεμελιώσει δικαίωμα για χρήστες του Λιμένα Πειραιά ή πρόσωπα υπόχρεα για την καταβολή οποιωνδήποτε Τελών Λιμένα ή άλλα πρόσωπα, που αποδεικνύουν έννομο συμφέρον, να ασκήσουν ένδικα βοηθήματα ενώπιον των αρμόδιων Δικαστηρίων, με τον τρόπο, που προβλέπεται στον Κυρωτικό Νόμο, τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα ή/και σε άλλες κείμενες διατάξεις. 10.7 Ο ΟΛΠ δεν θα καταστρατηγεί τους περιορισμούς του παρόντος Άρθρου 10 και δεν μπορεί να επιβάλει οποιαδήποτε τέλη, χρεώσεις, μισθώματα ή άλλες υποχρεώσεις πληρωμής οποιασδήποτε μορφής ή περιγραφής αντί των Τελών Λιμένα ή/και να επιφέρει αποτελέσματα ισοδύναμα των Τελών Λιμένα, εκτός και εάν συμμορφώνεται πλήρως με τις διατάξεις του παρόντος Άρθρου 10. Με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων και των διατάξεων των Άρθρων 9.1 και 9.2 και μόνο στο βαθμό, που συμμορφώνεται με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης και των εφαρμοστέων νόμων, η παρούσα Σύμβαση δεν θα περιορίσει το δικαίωμα του Ο.Λ.Π. να επιβάλλει κατά τη διακριτική του ευχέρεια οποιαδήποτε τέλη, χρεώσεις και μισθώματα σχετικά με την εκμετάλλευση των Στοιχείων Παραχώρησης, που δεν συνιστούν Τιμολογιακή Πολιτική Λιμένα. Ακολούθως σύμφωνα με το άρθρο 11.3 της σύμβασης παραχώρησης «11.3 Για όλες τις άλλες υπηρεσίες, που θα πραγματοποιούνται συνήθως και θα παρέχονται σε λιμένα (συμπεριλαμβανομένων ναυπηγοεπισκευαστικών υπηρεσιών και δεξαμενισμού), ο ΟΛΠ θα προάγει γενικώς τον ανταγωνισμό, επιτρέποντας την πρόσβαση στις απαιτούμενες υποδομές και εγκαταστάσεις, παρέχοντας δίκαιες Υποπαραχωρήσεις χωρίς διακρίσεις σε εξωτερικούς παρόχους υπηρεσιών σύμφωνα με το Άρθρο 12.3. Ειδικότερα, όσον αφορά στις ναυπηγοεπισκευαστικές υπηρεσίες, που παρέχονται εντός του Λιμένα Πειραιά, ανά πάσα στιγμή και με μόνη την επιφύλαξη των εύλογων περιορισμών λόγω ανεπάρκειας χερσαίων εκτάσεων ή παραθαλάσσιου χώρου ή λόγω μέριμνας για την ασφάλεια του Λιμένα Πειραιά ή των λειτουργιών αυτού, ο ΟΛΠ: β)…γ) θα συνεχίζει να παρέχει επαρκή χώρο δεξαμενισμού και χερσαία έκταση με αμερόληπτη τιμολογιακή μεταχείριση για βραχείας διάρκειας επισκευές σκαφών, με την περαιτέρω προϋπόθεση ότι σε κάθε περίπτωση και στον βαθμό, που σχετίζονται με πρόσβαση τρίτων φορέων εκμετάλλευσης στα Νέα Ναυπηγεία, οι λειτουργίες και υποχρεώσεις του ΟΛΠ θα ρυθμίζονται από τα Άρθρα 9 και 10 της παρούσας. Στο άρθρο δε 7 του Ν. 4404/2016 υπό τον τίτλο Λιμενικά Τέλη και Τέλη Λιμενικών Υπηρεσιών ορίζονται τα εξής: «1. Η «……………» εξουσιοδοτείται να ορίζει, να επιβάλλει και να εισπράττει για ίδιο λογαριασμό: α) λιμενικά τέλη υποδομών και β) τέλη λιμενικών υπηρεσιών, όπως καθένα από τα παραπάνω έχει εκάστοτε προσδιοριστεί ή /και (κατά περίπτωση) εγκριθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 (Έσοδα Λιμένα και Τιμολογιακή Πολιτική) της Σύμβασης Παραχώρησης. Έως το τέλος του 2016, τα λιμενικά τέλη υποδομών και τα τέλη λιμενικών υπηρεσιών θα ορίζονται από την «………………..» στα επίπεδα, που αναγράφονται στα ήδη ισχύοντα τιμολόγια κατά την ημερομηνία υπογραφής της Σύμβασης Παραχώρησης. 2. Η «……………..» τηρεί τις αρχές της αναλογικότητας, της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης διάκρισης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη και την αποτελεσματική εμπορική λειτουργία του Λιμένα Πειραιά και καθιερώνει και εφαρμόζει τιμολογιακές πολιτικές σύμφωνα με τις αρχές αυτές. 3. Ο ιδιοκτήτης, ο ναυλωτής, ο διαχειριστής, ο πράκτορας και ο πλοίαρχος κάθε σκάφους είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνοι αναφορικά με το σκάφος για την πληρωμή κάθε τέλους, που επιβάλλεται από την «…………», σύμφωνα με την ως άνω παράγραφο 1. 4. Η «………..» δικαιούται οποτεδήποτε να αιτηθεί την εκχώρηση προς το Δημόσιο του συνόλου ή μέρους των αξιώσεων ή απαιτήσεών της, που απορρέουν από την επιβολή τελών σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα, έναντι προκαταβολής προς το Δημόσιο μη επιστρεπτέου διοικητικού τέλους, το οποίο θα υπολογίζεται σε ποσοστό της ονομαστικής αξίας των εκχωρούμενων απαιτήσεων. Το Δημόσιο δύναται να βεβαιώνει κάθε ποσό από τις απαιτήσεις, που του εκχωρούνται, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, και να επιδιώξει την είσπραξή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Ν.Δ/τος 356/1974 Α’ 90). Το σύνολο των πράγματι εισπραττόμενων εσόδων, πλην των εξόδων εκτέλεσης και των παρεπόμενων εξόδων είσπραξης, αποδίδονται στην «…………….». Οι προϋποθέσεις και η διαδικασία, που εφαρμόζεται για την εφαρμογή των παραπάνω, συμπεριλαμβανομένου μεταξύ άλλων του προσδιορισμού του ισχύοντος συντελεστή υπολογισμού του διοικητικού τέλους του Δημοσίου, της μορφής της αίτησης εκχώρησης και οποιασδήποτε άλλης σχετικής λεπτομέρειας ορίζονται με σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. 5. οι διαφορές, που αναφύονται κατά την εφαρμογή της τιμολογιακής πολιτικής, που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου μεταξύ της «………….» και των χρηστών, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων, που ορίζονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, θα επιλύονται από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. 6. Με τις διατάξεις του παρόντος δε θίγεται η αρμοδιότητα οποιασδήποτε αρχής ανταγωνισμού ή άλλης ρυθμιστικής αρχής, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού ή οποιασδήποτε άλλης σχετικής νομοθεσίας. Περαιτέρω βάσει του άρθρου 5 παρ. 2 του Παραρτήματος της ως άνω σύμβασης η παράγραφος 1 του ως άνω άρθρου (5), που αναφέρεται σε ανάκληση και κατάργηση ισχύος, δεν εφαρμόζεται στους κανόνες και στους κανονισμούς, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 1.7(γ) της κυρούμενης Σύμβασης Παραχώρησης, για τη χρονική περίοδο και υπό τις προϋποθέσεις, που προσδιορίζονται ειδικότερα στη Σύμβαση Παραχώρησης. Ως εκ τούτου, ειδικοί κανονισμοί λιμένων, κανονισμών λειτουργίας και κανονισμών τιμολογιακής πολιτικής, που παρατίθενται στο Μέρος ΙΙ του Παραρτήματος 1.7, εξακολουθούν να ισχύουν έως ότου εκδοθούν αναθεωρημένοι Κανονισμοί. Ακολούθως, σύμφωνα με το παράρτημα 1.7 γ μέρος ΙΙ της σύμβασης παραχώρησης μεταξύ των κανονισμών, που δεν ανακλήθηκαν και δεν καταργήθηκαν με την υπογραφή της ως άνω σύμβασης ήταν και οι «Κανονισμοί Λειτουργίας και Εκμετάλλευσης και Τιμολόγια σε Δεξαμενές». Σύμφωνα δε με τον από 15-10-2010 Κανονισμό Λειτουργίας και Εκμετάλλευσης και Τιμολόγια σε Δεξαμενές, που συμπεριλαμβάνεται κατά τα ανωτέρω στο Παράρτημα 1.7 Μέρος ΙΙ της σύμβασης παραχώρησης προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ. 4 αυτού ότι «Ουδεμία αίτηση προς δεξαμενισμό εξετάζεται, εφόσον εκκρεμούν σε βάρος του πλοίου ή της πλοιοκτήτριας εταιρείας ή του εκπροσώπου  αυτής οικονομικές οφειλές προς τον ΟΛΠ». Η ως άνω διάταξη επαναλαμβάνεται και στον από Μαρτίου 2019 Κανονισμό. Στους ως άνω δε Κανονισμούς ορίζονται μεταξύ άλλων οι τακτικές χρεώσεις δεξαμενισμού και δη το ύψος του τακτικού ημερήσιου μισθώματος δεξαμενής περιπτώσεις προσαυξήσεως του ημερήσιου μισθώματος, όπως και οι έκτακτες χρεώσεις, που αφορούν παροχές του Ο.Λ.Π. για παροχή ύδατος, παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, για χρήση γερανών, για ειδική διαρρύθμιση και οι αντίστοιχες χρεώσεις. Σύμφωνα με τους ως άνω Κανονισμούς η χρήση της δεξαμενής προϋποθέτει υποβολή σχετικής αίτησης προς την …….. εκ μέρους των εκάστοτε ενδιαφερομένων (πλοιάρχων, πλοιοκτητών, εφοπλιστών, διαχειριστών και εν γένει εκμεταλλευομένων τα πλοία, ή των νομίμων εκπροσώπων τους), και σε εκτέλεση σύμβασης με αυτό το περιεχόμενο, που καταρτίζεται κάθε φορά με την στη συνέχεια περιέλευση και αποδοχή από αυτήν της υπέχουσας θέση πρότασης προς σύναψη τέτοιας σύμβασης ως άνω αίτησης, η αίτηση αυτή καταχωρείται στο τηρούμενο ειδικό κατά δεξαμενή πρόγραμμα, και η προγραμματισθείσα ημερομηνία δεξαμενισμού του πλοίου καθίσταται οριστική αντί καθοριζομένου από την ίδια ανταλλάγματος για την παραχώρηση της χρήσης της δεξαμενής και για τις λοιπές παροχές, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου προβλέπεται προκαταβλητέο από τον υπόχρεο, με τους όρους, που ειδικότερα καθορίζονται και βάσει των χρεώσεων, που ορίζονται στον εκάστοτε ισχύοντα Κανονισμό Λειτουργίας-Εκμετάλλευσης και Τιμολόγια Δεξαμενών (Εφ.Πειρ. 402/ 2019 Δημοσιευμένη στη Ιστοσελίδα του Εφετείου Πειραιώς). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι  η εναγομένη  από την ίδρυσή της (1930)  συστάθηκε ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αρμόδιο για τη διοίκηση και γενική εκμετάλλευση του λιμένα του Πειραιώς. Το 1999 μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία κοινής ωφέλειας, απολαμβάνοντας διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, αλλά τελώντας υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας. Περαιτέρω αφού το «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου ΑΕ – Τ.Α.Ι.Π.Ε.Δ» απέκτησε πλειοψηφικό πακέτο μετοχών της …….., στις 24-6-2016 συνάφθηκε σύμβαση παραχώρησης προς ιδιώτη επενδυτή, την κινεζική εταιρεία «………», που κυρώθηκε με το ν.4404/2016 και πλέον η εναγομένη …….. λειτουργεί ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με αμιγή χαρακτήρα επιχειρηματικής εκμετάλλευσης. Έτσι στο  γεωγραφικό πεδίο του λιμένα του Πειραιώς και των εγκαταστάσεων αυτού, ήτοι, στο συγκεκριμένο εδαφικό τομέα της οικονομικής δραστηριότητας η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, δραστηριοποιούμενη ως  επιχείρηση, ήτοι, οργανωμένη οικονομική μονάδα, που αποσκοπεί στην επίτευξη ενός οικονομικού αποτελέσματος, και συγκεκριμένα την επίτευξη κέρδους, και στην οποία έχουν εκχωρηθεί αρμοδιότητες διαχείρισης των εγκαταστάσεων και υποδομών του λιμένα Πειραιώς, αποτελεί τη μοναδική επιχείρηση, η οποία παρέχει λιμενικές υπηρεσίες στον Πειραιά, προφανώς κατέχει δεσπόζουσα θέση στην περιοχή, με την έννοια της κατοχής μεριδίου συνιστάμενου σε ποσοστό 100% επί του πεδίου της παροχής υπηρεσιών ελλιμενισμού σε πλοία τρίτων στη σχετική αγορά του Πειραιώς, οριοθετημένη αυτή ως προς τα προϊόντα και τη γεωγραφική έκταση, δεδομένου ότι δεν δραστηριοποιείται στο λιμένα του Πειραιώς και στις υποδομές αυτού οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση με ίδιο ή συναφή σκοπό. Επομένως κατέχει δεσπόζουσα θέση στην περιοχή που δραστηριοποιείται. Από τις ίδιες άνω διατάξεις των εκάστοτε κανονισμών υφίσταται η ρύθμιση των άρθρων 2 παρ. 4 και του άρθρου 31, κατά τα οποία: 2.4 «Ουδεμία απαίτηση προς δεξαμενισμό εξετάζεται εφόσον εκκρεμούν σε βάρος του  πλοίου ή της πλοιοκτήτριας εταιρίας ή του εκπροσώπου αυτής, οικονομικές οφειλές προς τον Ο.Λ.Π» και 31 «Υπόχρεοι για την καταβολή στον Ο.Λ.Π. όλων προβλεπομένων από τον παρόντα κανονισμό χρεώσεων, που βαρύνουν και παρακολουθούν το ναυπήγημα, είναι οι πλοιοκτήτες, διαχειριστές, εφοπλιστές ή εκπρόσωποι αυτών…. ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο.» . Με την άνω ρύθμιση  οι εκάστοτε οφειλές  προς την ………. έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα ως προς το πλοίο και βαρύνουν τον εκάστοτε πλοιοκτήτη ή διαχειριστή ή εφοπλιστή και τους  εκπροσώπους  αυτών, αλληλεγγύως και σε ολόκληρο. Οι άνω διατάξεις τίθενται   διαχρονικά στους αντίστοιχους Κανονισμούς της εναγόμενης εταιρείας και αποσκοπούν στην  ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία του πρώτου λιμένα της χώρας. Εφαρμόζονται καθολικά, αδιακρίτως και χωρίς εξαιρέσεις ή αποκλίσεις υπέρ κάποιου φυσικού ή νομικού προσώπου. Δεδομένου ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι συχνή  και ευχερής η μεταβίβαση του πλοίου καθώς και η αλλαγή του διαχειριστή, εφοπλιστή ή των εκπροσώπων τους, για τη διασφάλιση της εξόφλησης των οφειλών από εργασίες  που ενήργησε ή υπηρεσίες που παρείχε η ……… στο πλοίο, είναι αναγκαίο να επιβαρύνεται όχι μόνο ο αντισυμβαλλόμενος, αλλά και ο εκάστοτε πλοιοκτήτης, διαχειριστής, εφοπλιστής ή εκπρόσωπος αυτών, αλληλεγγύως και σε ολόκληρο.  Η ρύθμιση δεν καταργεί την αυτοτέλεια του νομικού προσώπου – πλοιοκτήτη, διαχειριστή, εφοπλιστή  ή εκπρόσωπου αυτών – παρά η οφειλή συνέχεται με το σκάφος, ως μια εμπράγματης φύσης οφειλή, έννοια, που δεν τυγχάνει άγνωστη στην κείμενη έννομη τάξη, όπως συμβαίνει  στην περίπτωση μεταβίβασης του πλοίου, που είναι βεβαρυμμένο με ναυτική υποθήκη προς διασφάλιση απαίτησης τρίτου προσώπου, η οποία παρακολουθεί το πλοίο μέχρι την εξόφληση της οφειλής, ή στην περίπτωση μεταβίβασης ακινήτων (άρθρο 5 παρ. 1 του Νόμου  3345/2005), οχημάτων (άρθρο 26 και 30 του Ν. 4611/2019), περιπτώσεις, κατά τις οποίες πρέπει να εξοφληθούν οι οφειλές επ’ αυτών υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου.  Επίσης η άνω ρύθμιση δεν συνιστά αυθαίρετο όρο στις συναλλαγές. Ίσχυε από την αρχική σύσταση της εναγομένης ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, και εξακολούθησε όταν λειτούργησε ως νομικό πρόσωπο  ιδιωτικού δικαίου διφυούς χαρακτήρα και ήδη ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ως εμπορική επιχειρηματική εκμετάλλευση. Είναι αναγκαία για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία της εναγομένης επιχείρησης, καθώς επιτυγχάνεται η εξόφληση των απαιτήσεών της, διότι  επιβαρύνονται για την πληρωμή, εκτός του αντισυμβαλλόμενου – πλοιοκτήτη ή διαχειριστή ή  εφοπλιστή – και οι τυχόν μεταγενέστεροι πλοιοκτήτες, διαχειριστές, εφοπλιστές  ή εκπρόσωποι αυτών,  αλληλεγγύως και σε ολόκληρο έκαστος. Σε αντίθετη περίπτωση εάν ο αρχικά συμβαλλόμενος αδυνατούσε να εξοφλήσει, θα δημιουργούνταν ζημίες σε βάρος της εναγομένης, που θα είχαν αρνητικό αποτέλεσμα στη λειτουργία της, την εκτέλεση εργασιών και  παροχή υπηρεσιών στα σκάφη  και  τη συντήρηση των υποδομών του λιμένος Πειραιώς. Είναι ενδεικτικό ότι πέραν του ότι οι άνω όροι του κανονισμού συμπεριλήφθηκαν στην σύμβαση παραχώρησης της 24-6-2016 (Παράρτημα 1.7 Μέρος ΙΙ) προβλέφθηκε η δυνατότητα της εναγομένης να εκχωρεί τις άνω  απαιτήσεις της στο Δημόσιο, το οποίο δύναται να βεβαιώνει  κάθε εκχωρούμενο ποσό και να επιδιώκει την είσπραξή του σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Ν.Δ/τος 356/1974 Α’ 90). Συνεπώς οι άνω όροι του κανονισμού δεν συνιστούν παράβαση του άρθρου 18 του αν. 146/1914, ούτε κατάχρηση από την εναγομένη της δεσπόζουσας θέσης.  Εξάλλου ως προς τα οχηματαγωγά πλοία, όπως στην ένδικη περίπτωση,  η  τιμολόγηση των εργασιών ή υπηρεσιών  δεν γίνεται αποκλειστικά από την εναγομένη, αλλά   τελεί υπό κρατική εποπτεία και έλεγχο από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής. Μάλιστα για την επίλυση των όποιων διαφορών ανακύπτουν θεσπίζεται δικαιοδοτικός έλεγχος με τη δυνατότητα προσφυγής του ενδιαφερόμενου στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς για την επίλυσή τους. Επομένως με την άνω ρύθμιση δεν συντρέχει παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 371,372 ΑΚ. Συνακόλουθα οι άνω συγκεκριμένοι όροι του κανονισμού της εναγομένης δεν είναι άκυροι για τους προαναφερόμενους λόγους. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εταιρεία συστάθηκε, με την από 07-04-2003 σύμβαση σύστασης ναυτικής εταιρείας, καταχωρηθείσα στα βιβλία μητρώου ναυτικών εταιρειών με αύξοντα αριθμό ……../11-04-2003, διεπόμενη από τα διατάξεις του Ν. 959/1979, με αποκλειστικό σκοπό την κυριότητα ελληνικών εμπορικών πλοίων, την εκμετάλλευση ή διαχείριση ελληνικών ή ξένης σημαίας εμπορικών πλοίων. Στο πλαίσιο των καταστατικών της σκοπών η ενάγουσα εταιρεία απέκτησε κατά δικαίωμα πλήρους κυριότητας το Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο «Σ» (Ν.Π. …….), από την μέχρι τότε πλοιοκτήτρια …….., με έδρα στις Νήσους Μάρσαλ, με βάση το από 10-01-203 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης (bill of sale), με διεθνές διακριτικό σήμα …… και IMO …….., αρχικά ως φορτηγό οχηματαγωγό. Κατόπιν μετασκευής του εν λόγω πλοίου σε επιβατηγό οχηματαγωγό, αυτό έλαβε νέο αριθμό νηολόγησης ΝΠ ……, διατηρώντας όμως το ίδιο διεθνές διακριτικό σήμα και ΙΜΟ, το οποίο εκμεταλλεύεται και μέχρι την 25-07-2019, αυτό είχε δρομολογηθεί στην πορθμειακή γραμμή «ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ-ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ». Το συγκεκριμένο πλοίο, τύπου RORO general cargo, μέχρι τότε έφερε το όνομα «L» και διεθνή αριθμό ΙΜΟ ……. και ήταν νηολογημένο με σημαία Παναμά. Είχε δραστηριοποιηθεί κατά το παρελθόν στην Ελλάδα μέσω της διαχειρίστριας εταιρείας με την επωνυμία «………..», σε βάρος της οποίας εκκρεμούσαν βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές, των οποίων το κεφάλαιο ανερχόταν στο χρηματικό ποσό των € 52.442,17, πλέον τόκων & λοιπών νομίμων προσαυξήσεων, που αντιστοιχούσαν σε δικαιώματα του Ο.Λ.Π για την παροχή ευκολιών υποδοχής αποβλήτων, κ.λ.π, τόσο στο πλοίο «L» όσο και στο πλοίο «Θ», κατά τη χρονική περίοδο 2007-2010, των οποίων οι πλοιοκτήτριες εταιρείες ήταν αλλοδαπές. Πλέον συγκεκριμένα, αναφορικά με το πλοίο L είχαν εκδοθεί δεκαέξι (16) ως προς τον αριθμό τιμολόγια συνολικού χρηματικού ποσού 35.749,47 ευρώ (= κεφάλαιο 23.666,66 € + τόκοι 11.662,94 € + χαρτόσημο 349,88 € + ΟΓΑ 69,97 €). Στο πλαίσιο νηολόγησης του συγκεκριμένου πλοίου και διεξαγωγής των αναγκαίων εργασιών επισκευής και συντήρησης αυτού, η ενάγουσα εταιρεία χρησιμοποίησε και έγινε δέκτης των λιμενικών υπηρεσιών της εναγόμενης εταιρείας, η οποία, όπως συνομολογεί η ενάγουσα εταιρεία με την ένδικη αγωγή της (σελ. 3 ακροτελεύτιος στίχος) κατά πάγια πρακτική απαιτεί την προκαταβολή από τον πλοιοκτήτη – εφοπλιστή ενός κατά προσέγγιση του τελικού κόστους χρηματικού ποσού, προκειμένου να επιτρέψει την είσοδο οποιουδήποτε πλοίου στις εγκαταστάσεις της, κατ’ επίκληση της διάταξης του άρθρου 30 του Κανονισμού Λειτουργίας-Εκμετάλλευσης και τιμολόγια δεξαμενών της εναγόμενης εταιρείας, σύμφωνα με την οποία το τίμημα μίσθωσης προκαταβάλλεται. Κατ’ αυτό τον τρόπο, στο πλαίσιο παραμονής του πλοίου της στην επισκευαστική ζώνη της εναγόμενης εταιρείας (=……….) κατά το χρονικό διάστημα από την 03/02/2017 μέχρι την 21/07/ 2017 η ενάγουσα εταιρεία υπέβαλε αίτηση προς τη Διεύθυνση Εξυπηρέτησης Πλοίων της εναγομένης κατόπιν της οριστικής εκκαθάρισης της οφειλής της, με σκοπό την επιστροφή μη δεδουλευμένου χρηματικού ποσού, το οποίο έχει προκαταβληθεί. Ωστόσο, η εναγόμενη εταιρεία εξέδωσε το με αριθμό …../31-07-2017 έγγραφο της με τίτλο επιστροφή προκαταβολής, με το οποίο αφενός μεν αναγνώρισε το οφειλόμενο προς την εταιρεία χρηματικό ποσό των 5.511,33 €, αφετέρου δε προέβη σε συμψηφισμό του χρηματικού αυτού ποσού με οφειλές της προηγούμενης διαχειρίστριας του πλοίου «……….» ύψους 35.749,47 €. Στη σχετική όχληση της ενάγουσας εταιρείας, η εναγόμενη εταιρεία απηύθυνε την υπ’ αριθμόν …../17-01-2018 επιστολή της, η οποία έχει, ως εξής: «Στην Εταιρεία Σας εκκρεμεί ως υπόλοιπο ληξιπρόθεσμης οφειλής από την παροχή υπηρεσιών στο πλοίο «Σ» πρώην «L», κατά το χρονικό διάστημα από 14/11/ 2007 έως και 27/05/2008 το χρηματικό ποσό των 23.666,66. Τα σχετικά τιμολόγια εκδόθηκαν σε βάρος της πρώην πλοιοκτήτριας του ως άνω πλοίου με την επωνυμία «………….», από την οποία ως δικαιοπάροχο αγοράσατε το εν λόγω πλοίο το έτος 2013. Σύμφωνα με την από 23/11/2017 Γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας της ……………., η εταιρεία σας ως καινούργια πλοιοκτήτρια του εν λόγω πλοίου είναι συνυπόχρεη εις ολόκληρον με την πρώην πλοιοκτήτρια για την καταβολή του ποσού Ε 23.666,66, μετά των αναλογούντων τόκων, δεδομένου ότι οι οφειλές βαρύνουν και παρακολουθούν το πλοίο και άρα τον εκάστοτε νέο πλοιοκτήτη. Επομένως, ο συμψηφισμός εκ μέρους της …………… χρηματικού ποσού 5.511,33 € με αντίστοιχες ληξιπρόθεσμες οφειλές, που εκκρεμούν σε βάρος της πρώην πλοιοκτήτριας ……………. και αφορούν το εν λόγω πλοίο είναι σύννομος». Την 03-01-2019, η ενάγουσα εταιρεία από κοινού με τη ναυτική εταιρεία με την επωνυμία «……….» υπέβαλαν την από 03-01-2019 κοινή δήλωση εφοπλισμού κατ’ άρθρο 105 ΚΙΝΔ στο αρμόδιο Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιώς μεταγεγραμμένη στα οικεία βιβλία νηολογίων, που αφορά σε εφοπλισμό του Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου Σ για χρονικό διάστημα ενενήντα (90) ημερών. Η ως άνω δήλωση ανανεώθηκε άλλες δύο φορές και ο εν λόγω εφοπλισμός έληξε την 12-06-2019. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ως άνω ασκούσα τον εφοπλισμό του πλοίου εταιρεία υπέβαλε την από 10-04-2019 αίτησή της για δεξαμενισμό του συγκεκριμένου πλοίου προς την εναγόμενη εταιρεία για το χρονικό διάστημα από την 13-05-2019 μέχρι την 17-05-2019, ήτοι για πέντε (5) ημέρες στη μικρή μόνιμη δεξαμενή (…..). Την αίτηση αυτή απέρριψε η εναγόμενη εταιρεία, επικαλούμενη ότι το πλοίο βαρύνεται με χρέη της προηγούμενης πλοιοκτήτριας εταιρείας προς την εναγόμενη εταιρεία ………., οπότε και πρέπει πρώτα οι σχετικές οφειλές να εξοφληθούν, προκειμένου να εξεταστεί το αίτημα για δεξαμενισμό του πλοίου και ακολούθως να συναφθεί σύμβαση ελλιμενισμού και δεξαμενισμού του εν λόγω πλοίου. Κατόπιν των παραπάνω, η ενάγουσα εταιρεία υπέβαλε την 14/06/2019 τη με αριθμό πρωτ. ……./14-06-2019 αίτησή της προς την εναγόμενη εταιρεία, με την οποία δήλωσε ότι συντρέχει άμεση ανάγκη δεξαμενισμού του πλοίου, ο οποίος εν τοις πράγμασιν είναι αδύνατο να διενεργηθεί σε άλλες λιμενικές εγκαταστάσεις, οπότε, επιφυλασσόμενη κάθε δικαιώματός της, ζήτησε: 1 Να της γνωστοποιήσει επίσημα το ύψος της φερόμενης οφειλής του πλοίου προς την ………. μέχρι τότε (γεγενημένης κατά το χρονικό διάστημα προ της πλοιοκτησίας της). 2. Τον συμψηφισμό των προς επιστροφή χρηματικών ποσών, των οποίων τα εντάλματα έχουν ήδη εκδοθεί στο όνομα της ενάγουσας εταιρείας συνολικού χρηματικού ποσού 12.068,09 € (Τρ. 1850/31-07-2017 & Γρ. 5/02-01-2018) και τα οποία (= χρηματικά ποσά) η εναγόμενη εταιρεία παρακρατούσε μέχρι τότε. 3. Τη ρύθμιση του εναπομείναντος υπολοίπου σε 10 ισόποσες μηνιαίες δόσεις. 4. Την έγκριση χρήσης της δεξαμενής για το ένδικο πλοίο σε ημερομηνίες, που θα ζητούσε η ενάγουσα εταιρεία. Την αίτηση αυτή απέρριψε η εναγόμενη εταιρεία, ζητώντας την άμεση καταβολή του οφειλόμενου χρηματικού ποσού, πριν να εξετάσει την αίτηση δεξαμενισμού του πλοίου. Πλέον συγκεκριμένα, η εναγόμενη εταιρεία ζήτησε την καταβολή του χρηματικού ποσού των 35.749,47 €, που αντιστοιχούσε σε ληξιπρόθεσμες οφειλές της ναυτικής εταιρείας «…………..» και το χρηματικό ποσό των 772,11 €. Για το συνολικό χρηματικό ποσό των 36.521,58 €, η εναγόμενη εταιρεία ζήτησε την προσκόμιση τραπεζικής επιταγής υπέρ αυτής, οπότε μετά την κατάθεση και πληρωμή της επιταγής και συνακόλουθα την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των παραπάνω χρηματικών ποσών, την 20/06/2019, η εταιρεία υπέβαλε νέα αίτηση για δεξαμενισμό του ένδικου πλοίου. Παράλληλα επιστράφηκαν από την εναγόμενη εταιρεία ως μη δεδουλευμένα χρηματικά ποσά ύψους 11.294,89 € με μηχανογραφική επιταγή της Εθνικής Τράπεζας.  Η  συμπεριφορά της εναγομένης που αιτήθηκε την εξόφληση της προγενέστερης οφειλής, δεν είναι αντίθετη  προς τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, ούτε η  απαίτηση ήταν φανερά δυσανάλογη προς την παροχή, δεδομένου ότι η εναγομένη είχε παράσχει τις υπηρεσίες της κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα στο πλοίο. Η αξίωσή της προς εξόφληση της προγενέστερης οφειλής αποτελεί ενάσκηση νόμιμου δικαιώματός της προς εξασφάλιση της αξιώσεως της, υπό τη μορφή συμβατικού ανταλλάγματος της δικής της παροχής στην προηγούμενη διαχειρίστρια ναυτική εταιρεία «……………….» σχετικά με την παροχή των υποδομών του λιμένα για δεξαμενισμό του συγκεκριμένου πλοίου, αποκλείουσα συνακόλουθα και περίπτωση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα. Κατόπιν τούτων, τυγχάνει απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι σχετικοί ισχυρισμοί της ενάγουσας, όπως και ο ισχυρισμός της για καταπλεονεκτικό χαρακτήρα της καταρτισθείσας σύμβασης δεξαμενισμού του επίδικου πλοίου λόγω εκμετάλλευσης της επείγουσας ανάγκης της,  σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 του Αστικού Κώδικα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ασκούσα τον εφοπλισμό εταιρεία …………., με την ιδιότητα αυτής ως εφοπλίστριας του πλοίου Σ (πρώην L) κατέθεσε την από 04-06-2019 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου (ΓΑΚ) ……./2019 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με αίτημα να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρεία ………… να συμβληθεί με την αιτούσα προς το σκοπό της παροχής υπηρεσιών δεξαμενισμού, χωρίς να αξιώνει της εξόφληση του χρέους των 23.666,66 € και να εκδοθεί προσωρινή διαταγή υποχρέωσης της …………. προς τον ανωτέρω σκοπό, σωρεύοντας παράλληλα και αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής, που όμως απορρίφθηκε. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία στα πλαίσια της διεκδίκησης της είσπραξης των σχετικών απαιτήσεων της αλλά και για την αποτροπή του κινδύνου παραγραφής τους, μέσα στο έτος 2012, εξέδωσε την υπ ‘αριθμόν ……/ 14-05-2012 τελευταία αναλυτική ειδοποίηση εξόφλησης οφειλών, η οποία επιδόθηκε στην οφειλέτιδα εταιρεία «…………..», την 21/05/2012, οχληθείσα για την αποπληρωμή της επίδικης οφειλής, χωρίς ωστόσο η τελευταία να ανταποκριθεί. Στη συνέχεια, η εναγόμενη εταιρεία με την υπ αριθμόν 22326/03-07-2012 απόφαση του Προέδρου & Διευθύνοντος Συμβούλου ……………….. και το υπ ‘αριθμόν ……/04-07-2012 διαβιβαστικό έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικού με τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα, εκχώρησε στη Δ.Ο.Υ Αλεξανδρούπολης, ως αρμόδια για τη βεβαίωση και είσπραξη, ληξιπρόθεσμες οφειλές συνολικού ύψους € 83.519,65 (συμπεριλαμβανομένων τόκων και λοιπών προσαυξήσεων) σε βάρος της ως άνω οφειλέτιδoς εταιρείας «…………». Την εκχώρηση αυτή πραγματοποίησε ο Ο.Λ.Π. σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 1014 959/1175/04-02-1997 Υπουργική Απόφαση, (ΦΕΚ 112 Β’/26-02-1997), που παρείχε τη δυνατότητα στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες να προχωρούν σε βεβαιώσεις και εισπράξεις ληξιπροθέσμων οφειλών για λογαριασμό των Λιμένων και Λιμενικών Ταμείων και την απόδοση των εισπραχθέντων χρηματικών ποσών με παρακράτηση του 10% επί των εισπραχθέντων. Ακολούθως, η Δ.Ο.Υ Αλεξανδρούπολης προέβη στην έκδοση  της υπ’ αριθμόν ΑΤΒ ……/17-07-2012 περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης των ως άνω οφειλών τόσο σε βάρος της ως άνω οφειλέτιδος εταιρείας «……………….», όσο και σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου αυτής ………..  Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ.2 του Κ.Ε.Δ.Ε. νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου, που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη η απαίτηση. Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής νομική και πραγματική αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση τον νόμιμο τίτλο είναι δυνατό να επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη για την απαίτηση και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους. Στα πλαίσια αυτά η οφειλέτιδα διαχειρίστρια  εταιρεία ……………… προσέφυγε ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης με την από 30-11-2012 ανακοπή της σε βάρος: (1) του Ελληνικού Δημοσίου εκπροσωπουμένου από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης, (2) της από 18-09-2012 υπ ‘αριθμόν 988 ατομικής ειδοποίησης της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης, (3) της από 10-01-2012 υπ αριθμόν ταμειακής βεβαίωσης ……. στον υπ ‘αριθμόν ……. χρηματικό κατάλογο της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης και (4) της ……………….., η οποία εκδικάστηκε την 24-04-2017 ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου και εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 152/2017 απόφαση, που απέρριψε την ανακοπή της οφειλέτιδας διαχειρίστριας εταιρείας ………….. Επίσης, ο ……………………….., νόμιμος εκπρόσωπος της οφειλέτιδας διαχειρίστριας εταιρείας ……… για το χρονικό διάστημα από την 23-04-2003 μέχρι και την 01-11-2010, σε βάρος του οποίου επίσης είχε βεβαιωθεί η συγκεκριμένη οφειλή προς τον ΟΛΠ προσέφυγε ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης με την από 12-06-2014 ανακοπή του κατά: (1) του Ελληνικού Δημοσίου εκπροσωπουμένου από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ Αλεξανδρούπολης (2) της από 14-11-2013 ατομικής ειδοποίησης της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης, (3) της από 17-7-2012 υπ’ αριθμόν ταμειακής βεβαίωσης …. στον υπ ‘αριθμόν …… χρηματικό κατάλογο της Δ.Ο. Υ. Αλεξανδρούπολης και της εναγόμενης εταιρείας, η οποία εκδικάστηκε την 18-12-2017 ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου και εκδόθηκε η υπ ‘αριθμόν 103/2018 απόφαση, που απέρριψε την ανακοπή του προαναφερθέντος νομίμου εκπροσώπου της οφειλέτιδας διαχειρίστριας εταιρείας ……….. για τυπικούς λόγους,. Κατόπιν τούτων και λόγω της έκδοσης της παραπάνω ταμειακής βεβαίωσης, ενόσω η σχετική αξίωση της εναγόμενης εταιρείας εξακολουθούσε να είναι αγώγιμη και ως εκ τούτου δικαστικά επιδιώξιμη, συντελέστηκε διακοπή της παραγραφής της αξίωσης της, υφιστάμενης συνακόλουθα, ως αγώγιμης, κατά το χρόνο μεταβίβασης του επίδικου πλοίου, την 10-01-2012, οπότε απέκτησε αυτό η ενάγουσα εταιρεία, αφορώσα και αυτήν. Συνεπώς, με την ……./αναλυτική ειδοποίηση εξόφλησης οφειλών που εξέδωσε η 14-05-2012 εναγομένη και  επιδόθηκε στην οφειλέτιδα εταιρεία «……….», την 21/05/2012, όπως και με την έκδοση της από 10-01-2012 και υπ αριθμόν ταμειακής βεβαίωσης ……. στον υπ ‘αριθμόν …….. χρηματικό κατάλογο της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης διακόπηκε η παραγραφή της επίδικης αξιώσεως, που συνέχεται με τα σκάφος, ως μια εμπράγματης φύσης οφειλή και αφορά το χρονικό διάστημα από 14-11-2007 μέχρι την 27-5-1008,  τόσο ως προς την αρχική οφειλέτιδα όσο και προς την ενάγουσα εταιρεία, κατ’ αποδοχή της σχετικής ενστάσεως της εναγόμενης εταιρείας, ως ουσιαστικά βάσιμης. Κατόπιν τούτων, το καταβληθέν από την ενάγουσα εταιρεία χρηματικό ποσό των 35.749,47 € αφορά εξόφληση προϋφιστάμενης αγώγιμης και νόμιμης οφειλής, που βαρύνει και την ενάγουσα εταιρεία, ως πλοιοκτήτρια του επίδικου πλοίου, ενεχόμενη και αυτή στην πληρωμή της ένδικης οφειλής, απορριπτόμενου συνακόλουθα του αγωγικού ισχυρισμού ότι η καταβολή αυτή έλαβε χώρα χωρίς τη συνδρομή νόμιμου λόγου ή αιτίας, ήτοι, αδικαιολόγητα και ως εκ τούτου ο σχετικός ισχυρισμός της ενάγουσας εταιρείας τυγχάνει απορριπτέος. Κατά συνέπεια η ένδικη αγωγή τυγχάνει απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί ανάμεσα στις διαδίκους ένεκα της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 του Αστικού Κώδικα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.

-ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθμόν 1.761/03-06-2023(οριστική) απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών.

  -ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ  κατ’ ουσία την υπόθεση επί της από από 13/01/2020  και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου (Γ.Α.Κ.) …./ (Ε.Α.Κ.Δ.) …./13-01-2020 αγωγή.

   -ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

-ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

-ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην εκκαλούσα εταιρεία του υπ’ αριθμόν 6364258069540 6120038 παράβολο αξίας εκατόν πενήντα (150,00) €.

-ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε, στον Πειραιά, την 09η Ιουνίου 2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                    Η   ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε δε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του, με άλλη σύνθεση, λόγω προαγωγής και αναχωρησης της Εφέτου, Μαρίας Παπαδογρηγοράκου, αποτελούμενη από τους Δικαστές Κωνσταντίνα Ταμβάκη, Πρόεδρο Εφετών, Σωκράτη Γαβαλά και Κωνσταντίνα Λέκκου, Εφέτες και με την ίδια Γραμματέα, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους, την  3η   Ιουλίου 2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                    Η   ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ